ΠΟΛ.1032/26.1.2001

Κοινοποίηση της υπ αριθ. 468/2000 γνωμοδότησης του ΝΣΚ για την εφαρμογή των διατάξεων της περ. ια, παρ. 1, άρθρου 22 του Ν.2859/2000 στα περιουσιακά και συγγενικά δικαιώματα καλλιτεχνών και σχετικές διευκρινίσεις



Σχόλια: Προσοχή !! Οι εγκύκλιοι Α.13794/4353/ΠΟΛ.347/11.12.1987 και 1011511/441/37/0014/ΠΟΛ.1032/26.1.2001, παύουν να ισχύουν κατά το μέρος που αναφέρονται σε οδηγίες εφαρμογής της απαλλαγής που καταργήθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 3842/2010


26 Ιαν 2001

Taxheaven.gr
Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 2001
Αρ.Πρωτ.1011511/441/37/0014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ 14η ΦΠΑ
ΤΜΗΜΑ ΒΆ
Πληροφορίες: Ε. Κούλουμπα
Τηλέφωνο: 3674202-5

ΠΟΛ: 1032

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση της 468/2000 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. για την εφαρμογή των διατάξεων της περιπτ. ια', παρ. 1, άρθρο 22 του ν. 2859/2000 στα περιουσιακά και συγγενικά δικαιώματα καλλιτεχνών και σχετικές διευκρινίσεις.

1011511/441/37/0014/ΠΟΛ.1032/26.1.2001

Σας κοινοποιούμε συνημμένα την υπ' αριθ. 468/2000 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 22, παρ. 1, περ. ια' του Ν.2859/2000 (αντίστοιχη διάταξη του Ν.1642/1986, άρθρο 18, παρ. 1, περ. ιβ') περί απαλλαγής από το ΦΠΑ στα πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα και στην εύλογη αμοιβή όπως ορίζονται από τις διατάξεις του Ν.2121/1993, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.2557/1997. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε δεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών.

Αναλυτικότερα, με τη γνωμοδότηση έγινε δεκτό ότι:

α) Εάν τα περιουσιακά και συγγενικά δικαιώματα και η εύλογη αμοιβή που λαμβάνουν οι δικαιούχοι προέρχονται από την άσκηση δραστηριότητας η οποία απαλλάσσεται από το ΦΠΑ με τις διατάξεις της περ. ια' της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν.2859/2000 (άρθρο 18, παρ. 1, περ. ιβ' του Ν.1642/1986), η είσπραξη των δικαιωμάτων αυτών από τους δικαιούχους μέσω των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης απαλλάσσεται από το ΦΠΑ, ανεξάρτητα από το αν η αμοιβή καταβάλλεται εφάπαξ ή με μορφή ποσοστών στα μέλλοντα να παραχθούν ή να πωληθούν παράγωγα προϊόντα (δίσκοι, κασέτες, βιβλία κ.λπ.).

Αντίθετα, υπόκειται σε ΦΠΑ η είσπραξη δικαιωμάτων από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης όταν τα δικαιώματα αυτά τους έχουν εκχωρηθεί από τους δικαιούχους, οι οποίοι και αποξενώνονται από αυτά.

Σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτά τα δικαιώματα φορολογούνται στο όνομα των οργανισμών και όχι των δικαιούχων.

β) Οταν δικαιούχοι του περιουσιακού δικαιώματος, των συγγενικών δικαιωμάτων και της εύλογης αμοιβής είναι οι δωρεοδόχοι ή καθολικοί ή αιτία θανάτου διάδοχοι των αρχικών δικαιούχων ή τα ιδρύματα που έχουν συστήσει οι δικαιούχοι, η είσπραξη των δικαιωμάτων από τα πρόσωπα αυτά τους καθιστά υποκείμενους σε ΦΠΑ, δεδομένου ότι η απαλλαγή του άρθρου 22, παρ. 1, περ. ια' του Ν.2859/2000 είναι προσωποπαγής και αναφέρεται σε συγγραφείς, καλλιτέχνες και ερμηνευτές έργων τέχνης και όχι σε άλλα πρόσωπα, έστω και αν τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται σε μια από τις παραπάνω έννομες σχέσεις με τα απαλλασσόμενα από το ΦΠΑ πρόσωπα.

2. Τέλος, σχετικά με την παραπάνω γνωμοδότηση, επισημαίνουμε ότι η αμοιβή που εισπράττουν οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης, για την είσπραξη των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων δικαιούχων, υπάγεται σε ΦΠΑ με συντελεστή 18%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1κε' του άρθρου 22 του Ν.2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ), καθώς και τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 21 και του Παραρτήματος ΙΙΙ - Κεφάλαιο Β' του ίδιου νόμου.


Αρ. γνωμ.: 468/2000



Περίληψη ερωτήματος: Απαλλαγή ή μη από το ΦΠΑ των δικαιωμάτων των πνευματικών δημιουργών και δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων που εισπράττονται μέσω οργανισμών συλλογικής διαχείρισης. Ειδικότερα ερωτάται:

α) Αν απαλλάσσονται από το ΦΠΑ τα περιουσιακά και συγγενικά δικαιώματα που εισπράττονται από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης στην περίπτωση που οι αρχικοί δικαιούχοι, που ανέθεσαν κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα την είσπραξη, είναι απαλλασσόμενοι από το ΦΠΑ με τις διατάξεις της περ. ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν.1642/1986, όπως ισχύει.

β) Αν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περ. ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν.1642/1986, όπως ισχύει και για την εύλογη αμοιβή που δικαιούνται οι συγγραφείς, καλλιτέχνες και ερμηνευτές έργων τέχνης που τους καταβάλλεται από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

γ) Οταν δικαιούχοι του περιουσιακού δικαιώματος, των συγγενικών δικαιωμάτων και της εύλογης αμοιβής είναι οι δωρεοδόχοι ή καθολικοί ή αιτία θανάτου διάδοχοι των αρχικών δικαιούχων ή τα ιδρύματα που έχουν συστήσει οι δικαιούχοι, η είσπραξη των δικαιωμάτων από τα πρόσωπα αυτά τους καθιστά υποκείμενους σε ΦΠΑ;

δ) Σε περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά καθίστανται υποκείμενοι στο φόρο, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περ. ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 18 του ίδιου νόμου για τα πρόσωπα αυτά, όταν οι δωρητές ή κληροδότες του δικαιώματος απαλλάσσονται από το ΦΠΑ με τις ίδιες διατάξεις;



Επί του άνω ερωτήματος το ΝΣΚ γνωμοδότησε ως εξής:

Στο άρθρο 18, παρ. 1, περ. ιβ' του Ν.1642/1986 περί ΦΠΑ, ορίζονται τα εξής: απαλλάσσεται από το ΦΠΑ "η παροχή υπηρεσιών από συγγραφείς, καλλιτέχνες και ερμηνευτές έργων τέχνης, εκτός από αυτές που παρέχονται απευθείας στο κοινό". Η διάταξη αυτή τέθηκε κατ' εφαρμογή της πράξης προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας που επιτρέπει στη χώρα μας να εξαιρεί από το ΦΠΑ μεταξύ άλλων και τις υπηρεσίες που παρέχονται από συγγραφείς, καλλιτέχνες και ερμηνευτές έργων τέχνης με βάση το Παράρτημα ΣΤ' (F') της 6ης Οδηγίας περί ΦΠΑ.

Επίσης, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι στο ΦΠΑ υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής.

Ως οικονομική δραστηριότητα, η διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου ορίζει ότι θεωρείται και η δραστηριότητα αυτού που παρέχει υπηρεσίες. Στην περίπτωση της παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνεται και η εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού με σκοπό την απόκτηση εσόδων από αυτό. Σαν τέτοιο αγαθό πρέπει να νοηθεί και το πνευματικό ή το συγγενικό δικαίωμα.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ως παροχή υπηρεσίας θεωρείται κάθε πράξη που δεν συνιστά παράδοση αγαθών και ιδίως η μεταβίβαση ή παραχώρηση της χρήσης ενός άυλου αγαθού.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο νομοθέτης, χρώμενος της άνω ευχέρειας που του παρέσχε το άνω παράρτημα της 6ης Οδηγίας, απαλλάσσει του ΦΠΑ την παροχή υπηρεσιών από τα στην παρ. ιβ' του άρθρου 18 του Ν.1642/1986 περιοριστικά απαριθμούμενα πρόσωπα, εκτός από αυτές που παρέχονται απευθείας στο κοινό. Κριτήριο δηλαδή της απαλλαγής είναι το αν τα άνω πρόσωπα παρέχουν τις υπηρεσίες τους απευθείας στο κοινό, οπότε υπάγονται σε ΦΠΑ ή αντίθετα αν αυτές δεν παρέχονται απευθείας στο κοινό, οπότε συντρέχει φορολογική απαλλαγή.

Οθεν, για την εφαρμογή της άνω διάταξης, ως υπηρεσίες που παρέχονται απευθείας στο κοινό θεωρούνται εκείνες τις οποίες ο λήπτης δέχεται ως τελικός καταναλωτής, δηλαδή τις υπηρεσίες τις οποίες ο λήπτης δεν χρησιμοποιεί για την περαιτέρω ενέργεια κάποιας φορολογητέας ή μη δραστηριότητας.

Αντίθετα, σε κάθε άλλη περίπτωση, η σχετική παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται του ΦΠΑ. Ετσι, έγινε αποδεκτό από τη διοίκηση (Υπουργείο Οικονομικών: Ε.9426/14.8.1987) ότι στην άνω απαλλαγή εμπίπτει η παροχή υπηρεσιών από τραγουδιστή σε δισκογραφική επιχείρηση που δεν δέχεται την υπηρεσία του τραγουδιστή ως τελικός καταναλωτής, αφού τη χρησιμοποιεί ως ενδιάμεση ανάλωση, δηλαδή για την περαιτέρω παραγωγή δίσκων που θα πουλήσει.

Ωσαύτως έγινε δεκτό ότι, όταν ο συγγραφέας εκχωρεί τα συγγραφικά του δικαιώματα για περαιτέρω εκμετάλλευση, π.χ. σε εκδοτική επιχείρηση, έχει εφαρμογή η εν λόγω απαλλακτική διάταξη, αφού η εκχώρηση συγγραφικών δικαιωμάτων θεωρείται παροχή υπηρεσιών και απαλλάσσεται του ΦΠΑ, αφού δεν παρέχεται απευθείας στο κοινό. Οσάκις όμως ο συγγραφέας δεν εκχωρεί τα άνω δικαιώματά του, αλλά προβαίνει ο ίδιος στην έκδοση και εκμετάλλευση του έργου του, τότε δεν πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, η οποία και μόνο απαλλάσσεται κατά την άνω διάταξη, αλλά για παράδοση αγαθών η οποία και φορολογείται. Στην ερωτώσα υπηρεσία ανέκυψαν ερμηνευτικές αμφιβολίες για τα άνω στο ερώτημα διαλαμβανόμενα ειδικότερα ζητήματα, τα οποία προέκυψαν μετά τη δημοσίευση του Ν.2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", όπως τροποποιήθηκε με το Ν.2557/1997 και ο οποίος επέφερε σημαντικότατες καινοτομίες στον προϊσχύσαντα Ν.2387/1920 περί πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. σχετ. ΣτΕ 949/2000, ΣτΕ 950/2000).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα).".

Περαιτέρω, στα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι εξουσίες που παρέχονται στο δημιουργό για το περιουσιακό και ηθικό ως άνω δικαίωμα που απορρέει από τη δημιουργία του πνευματικού έργου.

Εξάλλου, στο άρθρο 46 επόμενα του ίδιου νόμου διαλαμβάνονται οι διατάξεις περί συγγενικών δικαιωμάτων. Το κεφάλαιο αυτό ρυθμίζει την προστασία ορισμένων προσφορών που σχετίζονται με την πνευματική δημιουργία, χωρίς όμως να μπορούν να εξομοιωθούν πλήρως προς αυτή. Πρόκειται για εργασίες που συμβάλλουν - συχνά αποφασιστικά - στη διάδοση των έργων, προπάντων των μουσικών ή των οπτικοακουστικών. Η ρύθμιση του νόμου δεν περιορίζεται στην προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών αλλά, σύμφωνα με τη διεθνή σύμβαση της Ρώμης του 1951 για την προστασία συγγενικών δικαιωμάτων, επεκτείνει την καθιερούμενη προστασία στους παραγωγούς υλικών φορέων ήχου και εικόνας, τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς και στους εκδότες εντύπων (βλ. σελ. 6 της εισηγητικής έκθεσης του νόμου).

Ωσαύτως, στο άρθρο 54 επόμενα ρυθμίζονται τα ζητήματα της συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων και ορίζεται ειδικότερα ότι: "οι δημιουργοί μπορούν να αναθέτουν σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και προστασίας, που έχουν αποκλειστικά αυτόν το σκοπό, τη διαχείριση ή την προστασία ή τη διαχείριση και την προστασία του περιουσιακού τους δικαιώματος ή εξουσιών που απορρέουν από αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τους δωρεοδόχους των δημιουργών, καθώς και για τους καθολικούς ή αιτία θανάτου διαδόχους, όπως επίσης και για το ίδρυμα που συνιστά ο δημιουργός...

3. Η ανάθεση μπορεί να γίνεται με μεταβίβαση του δικαιώματος ή των σχετικών εξουσιών προς το σκοπό της διαχείρισης ή της προστασίας, είτε με παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας.".



Αρθρο 55

Αρμοδιότητες των οργανισμών

συλλογικής διαχείρισης

"1. Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) να καταρτίζουν συμβάσεις με τους χρήστες για τους όρους εκμετάλλευσης των έργων καθώς και για την οφειλόμενη αμοιβή. β) να εξασφαλίζουν στους δημιουργούς ποσοστιαία αμοιβή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32 παρ. 1 του παρόντος νόμου. γ) να εισπράττουν την αμοιβή και να κατανέμουν μεταξύ των δημιουργών τα εισπραττόμενα ποσά. δ) να εισπράττουν την αμοιβή που προβλέπεται από το άρθρο 18 παρ. 3 του παρόντος νόμου και να τη διανέμουν μεταξύ των δημιουργών. ε) να προβαίνουν, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε κάθε διοικητική ή δικαστική ή εξώδικη ενέργεια...".



Αρθρο 58

Εφαρμογή

στα συγγενικά δικαιώματα

"Οι διατάξεις των άρθρων 54 έως 57 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως στη διαχείριση και την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων.".



Τέλος, στο άρθρο 49 που τιτλοφορείται "δικαίωμα εύλογης αμοιβής" ορίζεται ότι:

"1. Οταν ο υλικός φορέας ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας που έχει νόμιμα εγγραφεί χρησιμοποιείται για ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιοδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόροι, καλώδια ή για παρουσίαση στο κοινό, ο χρήστης οφείλει εύλογη και ενιαία αμοιβή στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες των οποίων η ερμηνεία ή εκτέλεση έχει εγγραφεί στον υλικό φορέα, και στους παραγωγούς των υλικών αυτών φορέων.

Η αμοιβή αυτή καταβάλλεται υποχρεωτικά σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης των σχετικών δικαιωμάτων...".

Συναφώς, στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι:

"Εάν για την ελεύθερη αναπαραγωγή του έργου χρησιμοποιούνται τεχνικά μέσα, όπως συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, μαγνητικές ταινίες ή άλλοι υλικοί φορείς πρόσφοροι για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας, ή ήχου και εικόνας, φωτοτυπικά μηχανήματα, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες ή ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οφείλεται εύλογη αμοιβή στο δημιουργό του έργου και σε δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων. Η αμοιβή ορίζεται σε 6% της αξίας των συσκευών εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας και των μαγνητικών ταινιών ή άλλων υλικών φορέων, 4% της αξίας των φωτοτυπικών συσκευών και του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες και 2% της αξίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Σε κάθε περίπτωση, ο υπολογισμός γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση από το εργοστάσιο ή τη χονδρική ή λιανική πώληση.

Η αμοιβή καταβάλλεται από τους παραγωγούς ή τους εισαγωγείς ή τους εμπόρους των αντικειμένων αυτών και σημειώνεται στο τιμολόγιο, εισπράττεται δε από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, που καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει την ενδιαφερόμενη κατηγορία δικαιούχων, οι οποίοι και επιλέγουν τον οφειλέτη...".

Ενόψει των άνω διατάξεων του Ν.2121/1993, ως ήδη ισχύει, συνδυαζόμενων μ' εκείνες του νόμου περί ΦΠΑ που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι υπάγονται κατ' αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ οι υπηρεσίες που παρέχονται από ελεύθερους επαγγελματίες, συμπεριλαμβανόμενων και εκείνων των οποίων η αντιπαροχή συνίσταται σε χρήση πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 17.10.1991 στην υπόθεση Ε-35/90). Περαιτέρω, οι ίδιες ως άνω υπηρεσίες και για τα περιοριστικά αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 18, παρ. 1, περ. ιβ' του Ν.1642/1986 πρόσωπα απαλλάσσονται του ΦΠΑ.

Επομένως και ανεξάρτητα από τους ειδικότερους ορισμούς του Ν.2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας κ.λπ., η κρίσιμη φορολογική απαλλαγή περιορίζεται στα όρια τα προβλεπόμενα από την άνω διάταξη του φορολογικού νόμου και δεν εκτείνεται γενικώς στα δικαιώματα τα προβλεπόμενα από την περί πνευματικής ιδιοκτησίας νομοθεσία.

Περαιτέρω, στα επιμέρους υποβληθέντα ερωτήματα προσήκει κατά τη γνώμη του ΝΣΚ η παρακάτω απάντηση:

α) Αναφορικά με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, λεκτέον ότι εάν τα δικαιώματα που λαμβάνουν οι δικαιούχοι προέρχονται από την άσκηση δραστηριότητας η οποία απαλλάσσεται με τις διατάξεις της περ. ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν.1642/1986 και ως αυτή η δραστηριότητα έχει περιγραφεί παραπάνω, η είσπραξη των δικαιωμάτων αυτών τόσο από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, όσο και από τους δικαιούχους απαλλάσσεται από το ΦΠΑ. Συντρεχούσης νομίμου περιπτώσεως απαλλασσομένης δραστηριότητας, ουδόλως έχει σημασία το αν η αμοιβή καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή ποσοστών στα μέλλοντα να παραχθούν και πωληθούν παράγωγα προϊόντα (δίσκοι, κασέτες, βιβλία κ.λπ.).

Διαφορετική πάντως είναι η περίπτωση κατά την οποία οι άνω οργανισμοί εισπράττουν τα άνω δικαιώματα στα πλαίσια εκχώρησης που τους παρέχεται από τους δικαιούχους, οπότε αποξενώνονται οι τελευταίοι από αυτούς, τα δε σχετικά εισοδήματα φορολογούνται στο όνομα των οργανισμών (Σ.τ.Ε.532/1980 κ.λπ.) και όχι των δικαιούχων. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές, η είσπραξη των άνω δικαιωμάτων από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης υπόκειται σε ΦΠΑ.

β) Αναφορικά με το β' σκέλος του ερωτήματος, λεκτέον ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν.1642/1986, όπως ισχύει, και για την εύλογη αμοιβή που δικαιούνται οι συγγραφείς, καλλιτέχνες και ερμηνευτές έργων τέχνης και η οποία τους καταβάλλεται από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

Η εύλογη αμοιβή, προβλέφθηκε από το νόμο (άρθρο 49 του Ν.2121/1993) ακριβώς λόγω των δυσχερειών εντοπισμού και καταμέτρησης της έκτασης της χρήσης κάθε επιμέρους πνευματικής δημιουργίας ή ερμηνείας. Ειδικότερα, λόγω των άνω δυσχερειών, προβλέπεται εύλογη και ενιαία αμοιβή από τους ενδιάμεσους χρήστες (ΜΜΕ κ.λπ.) για όλες τις χρήσεις ορισμένης κατηγορίας έργων σε ορισμένη χρονική περίοδο, χωρίς αναφορά σε κάθε επιμέρους χρήση (αφηρημένος ή κατ' αποκοπή υπολογισμός της αμοιβής, αντί του συγκεκριμένου υπολογισμού). Ο τρόπος αυτός υπολογισμού της αμοιβής δεν αναιρεί αυτή ταύτη τη φύση της σχετικής παροχής ως φορολογητέας πράξης.

Αλλοτε η απονομή δικαιωμάτων εύλογης αμοιβής επιλέγεται από το νομοθέτη για κάποιες μορφές χρήσης, ως αποτέλεσμα στάθμισης μεταξύ της απεριόριστης δυνατότητας πρόσβασης σε προστατευόμενα έργα, αφενός και του δικαιώματος σε μια εύλογη οικονομική ανταμοιβή των δημιουργών, αφετέρου.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί το δικαίωμα εύλογης αμοιβής από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση (άρθρο 18, παρ. 3 του Ν.2121/1993). Στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής στους δημιουργούς και δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων από τους παραγωγούς ή τους εισαγωγείς ή τους εμπόρους μηχανημάτων και υλικών φορέων αναπαραγωγής δεν συνδέεται με την πράξη της αναπαραγωγής καθ' εαυτή, αλλά με τη δυνατότητα αναπαραγωγής η οποία καθίσταται πρόσφορη με την απόκτηση της συσκευής.

Εφόσον, επομένως, η άνω εύλογη αμοιβή αντικατοπτρίζει δυνατότητα χρήσης πνευματικής δημιουργίας ή ερμηνείας κ.λπ. πνευματικού έργου, η οποία χρήση οπωσδήποτε λαμβάνει χώρα με την απόκτηση της συσκευής κ.λπ., έπεται ότι απαλλάσσεται ως τοιαύτη του ΦΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλεται στα πρόσωπα του άρθρου 18, παρ. 1, περ. ιβ' του Ν.1642/1986, ενώ το γεγονός της είσπραξης αυτής μέσω των υπό του νόμου καθιδρυμένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ουδόλως διαφοροποιεί κατά τούτο τα πράγματα, πλην βεβαίως της περίπτωσης της εκχώρησης, οπότε ισχύουν τα ανωτέρω εκτεθέντα για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος.

Κατά τη γνώμη όμως του Νομικού Συμβούλου Παν. Κιούση, ειδικώς στις περιπτώσεις της άνω ευλόγου αμοιβής του άρθρου 18, παρ. 3 του Ν.2121/1993, δεν πρόκειται περί φορολογητέας πράξης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ, τούτο δε προεχόντως διότι ο καθορισμός αυτής ως αντιπαροχής γενόμενος ευθέως υπό του νόμου σε σταθερό ποσοστό, δεν συνιστά υποκειμενική αντιπαροχή, δηλονότι στοιχείο απαραίτητο για τη συγκρότηση της έννοιας της παροχής υπηρεσίας "εξ επαχθούς αιτίας" (βλ. απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C-16/93 R.J. Tolsma, προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα C.O.Lenz και αυτόθι παρατιθέμενη αναλυτική νομολογία).

γ) Αναφορικά με το γ' υποερώτημα, λεκτέον ότι όταν δικαιούχοι του περιουσιακού δικαιώματος κ.λπ. είναι οι δωρεοδόχοι ή καθολικοί κ.λπ. διάδοχοι των αρχικών δικαιούχων ή τα ιδρύματα που έχουν συστήσει οι δικαιούχοι, η είσπραξη των δικαιωμάτων από τα πρόσωπα αυτά τους καθιστά υποκείμενους σε ΦΠΑ, δεδομένου ότι η φορολογική απαλλαγή του άρθρου 18, περ. ιβ' του Ν.1642/1986 είναι προσωποπαγής, αναφερόμενη σε συγγραφείς, καλλιτέχνες και ερμηνευτές έργων τέχνης και όχι σε άλλα πρόσωπα, έστω και αν τα τελευταία βρίσκονται σε μία από τις άνω εκτεθείσες έννομες σχέσεις με τα πρώτα.

δ) Τέλος, αναφορικά με το δ' σκέλος του ερωτήματος, λεκτέον ότι ενόψει των άνω εκτεθέντων για το γ' σκέλος του ερωτήματος, ουδεμία έννομη σημασία έχει από την ενταύθα εξεταζόμενη άποψη το αν οι δωρητές ή οι κληροδότες των άνω δικαιωμάτων απαλλάσσονται από το ΦΠΑ με τις ίδιες διατάξεις.



Taxheaven.gr