Άρειος Πάγος 167/2013
Καταγγελία σύμβασης εργασίας συνδικαλιστή. Η καταγγελία δε της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη, εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησής του, αρκεί ο τελευταίος να τελούσε σε γνώση των σχετικών ενεργειών του εργαζοµένου, που αποτέλεσαν την αφορµή για την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, είτε για να απαλλαγεί ο τελευταίος (εργοδότης) από το µισθωτό αυτόν, είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόµενους ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση.

Περίληψη
Από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του v. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ.

Η καταγγελία δε της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη, εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησής του, αρκεί ο τελευταίος να τελούσε σε γνώση των σχετικών ενεργειών του εργαζοµένου, που αποτέλεσαν την αφορµή για την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, είτε για να απαλλαγεί ο τελευταίος (εργοδότης) από το µισθωτό αυτόν, είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόµενους ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση.

Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς νοούµενα συµφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρµονικής συνεργασίας και την εµπέδωση της πειθαρχίας µεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται εξαιτίας διαμάχης µεταξύ του µισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων µε αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1855, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόµενη αποζηµίωση.



ΑΠ  167/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Θεοφάνους.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Σ. Δ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μάρκελλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2011 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του v. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ.

Η καταγγελία δε της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη, εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησής του, αρκεί ο τελευταίος να τελούσε σε γνώση των σχετικών ενεργειών του εργαζοµένου, που αποτέλεσαν την αφορµή για την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, είτε για να απαλλαγεί ο τελευταίος (εργοδότης) από το µισθωτό αυτόν, είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόµενους ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση.

Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς νοούµενα συµφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρµονικής συνεργασίας και την εµπέδωση της πειθαρχίας µεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται εξαιτίας διαμάχης µεταξύ του µισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων µε αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόµενη αποζηµίωση.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 19 του ανωτέρου άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1.11.1997 από τον τότε Υποθηκοφύλακα Σικυώνος µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος του Υποθηκοφυλακείου Σικυώνος Κορινθίας, προκειµένου να απασχοληθεί ως γραφέας στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο, όπου και εξακολούθησε να απασχολείται και µετά το µήνα Μάρτιο του έτους 2000, κατά τον οποίο τη θέση και τα καθήκοντα του Υποθηκοφύλακος Σικυώνος ανέλαβε η εναγόµενη. Το καθορισμένο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας της ήταν από ώρα 08.00 έως ώρα 16.00 από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ο δε µηνιαίως καταβαλλόμενος µισθός της ανήρχετο, κατά το έτος 2008 στο ποσό των 1706,98 ευρώ µικτά και 1269,12 ευρώ καθαρά, κατά το έτος 2007 στο ποσό των 1572,30 ευρώ µικτά και 1188,31 ευρώ καθαρά, το έτος 2006 στο ποσό των 1441,48 ευρώ µικτά και 1106,32 ευρώ καθαρά, το έτος 2005 στο ποσό των 1363,54 ευρώ µικτά και 1060,20 ευρώ καθαρά, το έτος 2004 στο ποσό των 1273,90 ευρώ µικτά και 1001,53 ευρώ καθαρά και το έτος 2003 στο ποσό των 1174,70 ευρώ µικτά και 942,57 ευρώ καθαρά. Ωστόσο, λόγω του φόρτου εργασίας που επικρατούσε στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο και προκειµένου να διεκπεραιωθεί κάθε εργασία, που αφορούσε σε μεταγραφές συμβολαίων, εγγραφές υποθηκών, βαρών, αγωγών διεκδικήσεων, έκδοσης αντιστοίχων πιστοποιητικών και σε λοιπές πράξεις, σχετιζόμενες µε την εύρυθµη λειτουργία του, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, πέραν του ανωτέρω εβδομαδιαίου ωραρίου της, και επιπλέον δύο Σάββατα ανά μήνα από ώρα 10.00 μέχρι ώρα 17.00 και δύο Κυριακές ανά μήνα από ώρα 14.00 έως ώρα 19.00 από το έτος 2004 και μέχρι το έτος 2005 ήτοι για δύο έτη, όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως καταστάσεις προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας, στις οποίες αναφέρεται η απασχόληση της Σάββατα και Κυριακές. Η απασχόλησή της κατά τις Κυριακές δεν υπερέβαινε τις 5 ώρες και δεν εδικαιούτο αναπληρωματική ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδος. Η απασχόλησή της δύο Σαββατοκύριακα το μήνα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του πατέρα της ενάγουσας, αλλά και αυτήν της Μ. Μ., σε συνδυασμό με τις προμνημονευθείσες καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας. Δεν αποδεικνύεται όμως η υπέρβαση του 5ώρου κατά τις δύο αυτές Κυριακές, αλλά ούτε η πέραν του ως άνω χρονικού διαστήματος απασχόλησή της τα Σαββατοκύριακα, καθόσον στις σχετικές καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας αναφέρεται ότι τόσον αυτή όσον και οι άλλοι υπάλληλοι είχαν ρεπό. Για το χρονικό αυτό διάστημα η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις αντίστοιχες, για την επιπλέον εργασία αυτή, δεδουλευμένες αποδοχές της. Δικαιούται, δηλαδή, η ενάγουσα να της καταβληθούν τα εξής ποσά: 1. Αμοιβή για εργασία της το Σάββατο. Για το έτος 2004, συνολικά 1.189,68 ευρώ. Για το έτος 2005, συνολικά 1.245,28 ευρώ. Αµοιβή για εργασία της την Κυριακή. Για το έτος 2004, 1.549,80 ευρώ. Για το έτος 2005, 1.616,40 ευρώ. Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό µέσο δεν αποδείχθηκαν οι άλλες οφειλές ήτοι για αναλογία δώρου Πάσχα 2008, για αποζηµίωση αδείας και επιδόµατος αδείας των ετών 2003 έως και 2006, για εργασία κατά τις αργίες καθώς και για παράνοµη υπερωριακή απασχόληση, καθόσον όλοι οι µάρτυρες κατέθεσαν για ωράριο από 08.00 έως 16.00 Δευτέρα έως Παρασκευή, από δε τα έγγραφα που προσκοµίζονται αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ελάµβανε για την υπ' αυτής προσφερόμενη εργασία όλες τις νόµιµες αποδοχές της και δεν διατηρούσε καµµία αξίωση. Άλλωστε όλα τα προηγούµενα έτη, προ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, η ενάγουσα ουδεµία επιφύλαξη είχε εκφράσει σχετικά µε οφειλόµενα ποσά από τακτικές αποδοχές, όπως αποδεικνύεται από τις µετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις. Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι, μέχρι το Μάιο του έτους 2007, η συνεργασία µεταξύ των διαδίκων ήταν αρµονική και χωρίς ιδιαίτερα προβλήµατα. Τότε και ενόψει της συνήθους επιθεώρησης που θα ενεργούσε ο αρµόδιος Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Κορίνθου, η εναγοµένη ζήτησε από τους υπαλλήλους που ήταν επιφορτισμένοι µε την επιµέλεια και συµπλήρωση των βιβλίων υποθηκών, κατασχέσεων και αγωγών κ.λπ., να της γνωρίσουν τυχόν προβλήµατα, που υπήρχαν σ' αυτά. Η ενάγουσα, που ήταν παλαιά και έµπειρη υπάλληλος, τη διαβεβαίωσε ρητά ότι δεν υπήρχε κανένα απολύτως πρόβληµα στα βιβλία τους και ότι ο έλεγχός τους δεν θα είχε καµία αρνητική επίπτωση. Πεισθείσα η εναγοµένη στις διαβεβαιώσεις της, οι οποίες µέχρι τότε δεν είχαν αμφισβητηθεί, θεώρησε ότι και η επικείμενη επιθεώρηση θα ήταν όπως πάντοτε θετική και δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε παρατήρηση. Όμως, κατά τον γενόμενο στις 18.5.2007 έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι τα ως άνω βιβλία που ήταν επιφορτισμένη η ενάγουσα να τηρεί, είχαν ελλείψεις με συνέπεια να διατυπωθεί παρατήρηση στην έκθεση επιθεώρησης από τον Εισαγγελέα για πρώτη φορά από την ανάληψη των καθηκόντων της εναγομένης. Η παρατήρηση ήρθη μετά τη συμπλήρωση των παραλείψεων και τον εκ νέου έλεγχό τους από τον Εισαγγελέα. Το συμβάν αυτό προκάλεσε τριβές στις μέχρι τότε καλές σχέσεις τους, η δε εμπιστοσύνη της εναγομένης προς την ενάγουσα κλονίστηκε. Άρχισαν οι έριδες και οι διαπληκτισμοί. Έτσι εξηγείται η μεταβολή της συμπεριφοράς της ενάγουσας και η υποβολή στη συνέχεια της μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος της εναγομένης. Μετά το άνω συμβάν η ενάγουσα, προκειμένου να ενισχύσει τη μηνυτήρια αναφορά, που κατέθεσε κατά της εναγομένης στις 25-5-2007 από κοινού με την μάρτυρά της Μ. Μ. με την οποία κατήγγειλε αυτήν για σωρεία παραβάσεων του ΠΚ, την οποία μάλιστα κοινοποίησε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, στην Ένωση Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων και αλλαχού, με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της εναγομένης για εξύβριση και παράβαση του ΑΝ 539/1945, της δημιουργούσε συνεχώς εντάσεις κατά τη διάρκεια της εργασίας τους στο Υποθηκοφυλακείο. Εις επήκοον όλων της απευθυνόταν με απαξιωτικό τρόπο, αντιδρούσε σε όποια υπηρεσιακής φύσεως παρατήρηση της έκανε, καλούσε χωρίς λόγο την αστυνομία στο χώρο του Υποθηκοφυλακείου, έδινε συνεντεύξεις σε εφημερίδες δημοσιοποιώντας την αναφορά - καταγγελία της με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου. Οι συνεχείς προστριβές τους είχαν ως αποτέλεσμα την επί επτάκις μετάβαση της εναγομένης στο κέντρο υγείας Κιάτου με προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς. Κατόπιν όλων αυτών και για την αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και την εµπέδωση της πειθαρχίας µεταξύ των υπαλλήλων, η οποία είχε διαταραχθεί εξαιτίας της διαμάχης µεταξύ των διαδίκων, η εναγοµένη κατήγγειλε, εγγράφως, στις 18-4-2008, την µεταξύ τους σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα αυθημερόν, ενώ παρακατέθεσε στο ΤΠΔ τη νόµιµη αποζηµίωσή της. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίνεται ότι η καταγγελία της σχέσης εργασίας της ενάγουσας εκ µέρους της εναγοµένης ήταν αφ' ενός νόµιµη και αφ' ετέρου επιβεβλημένη, µετά τα όσα σοβαρά διαδραματίστηκαν µεταξύ τους, µε αποκορύφωση την υποβολή της µηνυτήριας αναφοράς και τα συνεχή επεισόδια, που είχαν σαν αποτέλεσµα τη διατάραξη της εύρυθµης λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου. Με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή για το ποσό των 5.601,16 ευρώ. Ακόμη έκρινε, ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, δεν υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς σαφείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 669, 174, 180 και 281 ΑΚ, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, εφόσον μάλιστα γίνεται δεκτό ότι δεν οφείλεται σε λόγους εκδίκησης ή έχθρας σε βάρος της αναιρεσείουσας, αλλά στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό της, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας, καθώς και της πειθαρχικής έννομης τάξης της, που δικαιολογούσε την απόλυσή της, καθόσον ήταν ανάλογη προς τα κολαζόμενα ως άνω παραπτώματά της, η συνδρομή των οποίων δεν καθιστά την ένδικη καταγγελία καταχρηστική.
Συνεπώς ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω απαράδεκτος είναι ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από τον ίδιο αριθμό, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς την εξόφληση των αποδοχών της αναιρεσείουσας, αφού, η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των εξοφλητικών αποδείξεων, η οποία ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Με τον, πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επιδίκασης αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, για τα έτη 2002, 2003, 2006 και 2007 παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των, με επίκληση, προσαχθέντων εγγράφων και ειδικότερα, των καταστάσεων της επιθεώρησης Εργασίας, προσδίδοντας σ' αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχαν, κατά νόμο, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη του αυτές ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν διαλαμβάνεται ότι "η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, πέραν του ανωτέρω εβδομαδιαίου ωραρίου της, και επιπλέον δύο Σάββατα ανά μήνα από ώρα 10.00 μέχρι ώρα 17.00 και δύο Κυριακές ανά μήνα από ώρα 14.00 έως ώρα 19.00 από το έτος 2004 και μέχρι το έτος 2005 ήτοι για δύο έτη, όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως καταστάσεις προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας στις οποίες αναφέρεται η απασχόλησή της Σάββατα και Κυριακές" και "η απασχόλησή της δύο Σαββατοκύριακα το μήνα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του πατέρα της ενάγουσας, αλλά και αυτήν της Μ. Μ., σε συνδυασμό με τις προμνημονευθείσες καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας". Επομένως σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του συνεκτιμώντας, ελεύθερα, εκτός από το περιεχόμενο των παραπάνω καταστάσεων και εκείνο των καταθέσεων των μαρτύρων. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ως άνω υποχρέωσης του ιδρύει τον, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, με την προυπόθεση ότι αυτός είναι ορισμένος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "τα λοιπά προσαχθέντα και νομίμως επικληθέντα αποδεικτικά μέσα". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτον σε σφάλμα περί την ανάγνωση, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ και συνεπώς δεν θεωρούνται ως έγγραφα, με την ανωτέρω έννοια, τα διαδικαστικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου της ουσίας, στα οποία περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων, αναφορικώς με το ταχθέν θέμα απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από το άρθρο 559 αρ. 20 του KΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών εξέτασης των μαρτύρων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αξιολογώντας το περιεχόμενο των σ' αυτά μαρτυρικών καταθέσεων αντίθετα προς το αληθές περιεχόμενό τους. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένα, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (εκτίμηση αποδείξεων) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να διαγνώσει αν εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, χρησιμοποίησε, εσφαλμένα, τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία "οι εξοφλητικές αποδείξεις υπογράφονται από τους εργαζόμενους, υπό την αφόρητη πίεση των εργοδοτών τους και με το φόβο της απόλυσης", με αποτέλεσμα να δεχθεί, ότι με την υπογραφή από την αναιρεσείουσα των εξοφλητικών αποδείξεων, δίχως επιφύλαξη για οφειλόμενες επί πλέον αποδοχές, εξοφλήθηκαν οι συνολικές απαιτήσεις της. Τα παραπάνω, όμως, δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας. Εξάλλου, η παραβίασή των φέρεται ότι έγινε για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (εκτίμηση αποδείξεων) και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στην, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού το δικαστήριο, άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα το επικουρικό αίτημα της αγωγής, για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με την παραδοχή ότι "η εναγοµένη κατήγγειλε, εγγράφως, στις 18-4-2008, την µεταξύ τους σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα αυθημερόν, ενώ παρακατέθεσε στο ΤΠΔ τη νόµιµη αποζηµίωσή της", δεχθέν, προδήλως, ότι η αποζημίωση καταβλήθηκε, έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος της αυτό και, συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση αυτής και το αντίστοιχο αίτημα της. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 22-2-2012, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση 104/2011 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

https://www.taxheaven.gr