Αποτελέσματα live αναζήτησης

Άρειος Πάγος 442/2019 Τακτοποίηση αυθαιρέτου - Δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος ακάλυπτου χώρου και κλείσιμο ανοικτών χώρων στάθμευσης

Δημοσιεύθηκε στις : [ 14-10-2020 ]
Κατηγορία: Λοιπά

Άρειος Πάγος 442/2019
Τακτοποίηση αυθαιρέτου - Δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος ακάλυπτου χώρου και κλείσιμο ανοικτών χώρων στάθμευσης

Περίληψη

Η διαδικασία τακτοποίησης αυθαιρέτου δε νομιμοποιεί τη χωρίς δικαίωμα αποκλειστική χρήση τμήματος ακάλυπτου χώρου και το κλείσιμο των ανοικτών χώρων στάθμευσης, η οποία εξακολουθεί να είναι αντισυμβατική και ειδικότερα αντίθετη στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς το κύρος των ως άνω συμφωνιών μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής, καθώς και τα απορρέοντα από αυτές δικαιώματα και υποχρεώσεις δεν θίγονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, που ορίζουν για την παράβαση μόνο διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις.

Αριθμός 442/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Δ. Ζ., το γένος Β. Κ., 2) Α. Ζ. του Δ., 3) Α. - Β. Ζ. του Δ. και 4) Φ. χας Β. Κ., το γένος Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....................

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Β., κατοίκου ... και λόγω εργασίας διαμένοντος στη Νυρεμβέργη Γερμανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του .................

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2011 αγωγή του Χ. Κ. του Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 5-2-2014 (διά των προτάσεων) ανταγωγή των ήδη αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητες με την από 26-7-2017 αίτησή τους και τον από 20-3-2018 πρόσθετο λόγο αυτής και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 28-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής τους (και του προσθέτου λόγου για την πρώτη αναίρεση), την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση, με αυξ. αριθμούς καταθέσεως 29/28-7-2017, αίτηση του ενάγοντος και 27/26-7-2017 αίτηση των εναγομένων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 644-661 ΚΠολΔ), κατά την οποία δικάζονται και οι διαφορές του άρθρου 17 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ., που ανακύπτουν ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Παραδεκτοί είναι και οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης των εναγομένων κατ' άρθρο 569 § 1 και 2 του ΚΠολΔ (με αριθμ. κατάθεσης 33/20-3-2018 στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα στις 20-3-2018 (βλ. υπ' αριθμ. …87Β/20-3-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων Κ. Κ.) και πρέπει να συνεκδικασθούν για τον ίδιο ως άνω λόγο, μαζί με τις παραπάνω αντίθετες αναιρέσεις.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με τις κρινόμενες αναιρέσεις και πρόσθετους λόγους προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με αριθμό 86/2017, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 4-7-2011 (αριθμ. εκθ. καταθ. 904/7-7-2011) αγωγή του, που άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, εξέθετε ότι ο ίδιος και οι εναγόμενες, δυνάμει των αναφερομένων συμβολαίων, τυγχάνουν ιδιοκτήτες των λεπτομερώς περιγραφομένων σ' αυτή (αγωγή) οριζοντίων ιδιοκτησιών της κείμενης στα Ιωάννινα, οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί με το σύστημα υποστηλωμάτων (πιλοτής) και έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. …50/1984 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Χ. Γ., ότι με την εν λόγω συστατική πράξη της οροφοκτησίας, η οποία καταρτίστηκε από τον αρχικό οικοπεδούχο και δικαιοπάροχο των διαδίκων Β. Κ., πατέρα του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, συζύγου της τέταρτης και παππού της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, ο ισόγειος ακάλυπτος χώρος της ανωτέρω οικοδομής (πιλοτής) διαιρέθηκε σε τέσσερις (4) ανοικτούς χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων (1-1 έως Ι-4), οι οποίοι χαρακτηρίσθηκαν ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, εκάστη εξ αυτών με το αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου. Ότι ο αρχικός οικοπεδούχος, αμέσως μετά την σύσταση της οροφοκτησίας μεταβίβασε στη μεν πρώτη εναγόμενη θυγατέρα του, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου πώλησης το υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της άνω οικοδομής, εμβαδού 90,34 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 306/1000 και τον αναλυτικά περιγραφόμενο στην αγωγή κοινόχρηστο χώρο στάθμευσης της πιλοτής υπό στοιχεία Ι-3, εμβαδού 21,91 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 51/1000, και ακολούθως, δυνάμει νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής, τον αναλυτικά περιγραφόμενο στην αγωγή κοινόχρηστο χώρο στάθμευσης της πιλοτής υπό στοιχείο 1-1, εμβαδού 21,62 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/1000, στην δε έτερη θυγατέρα του Β. Κ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), δυνάμει νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της αυτής οικοδομής, εμβαδού 90,34 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 306/1000, και τον αναλυτικά περιγραφόμενο στην αγωγή κοινόχρηστο χώρο στάθμευσης της πυλωτής υπό στοιχείο Ι-2, εμβαδού 21,53 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/1000 και τέλος στον ενάγοντα υιό του, δυνάμει νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής τον τρίτο μελλοντικό όροφο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 200/1000. Ότι ο δικαιοπάροχός τους απεβίωσε στις 17-10-2004, κληρονομηθείς εκ διαθήκης από τη σύζυγό του και τα τρία τέκνα του, δυνάμει της υπ' αριθ. …94/2002 δημόσιας διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 574/2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα, δυνάμει της νομίμως μεταγραμμένης υπ' αριθ. 1877/2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς στα στοιχεία της οποίας ανήκε και η υπό στοιχεία 1-4 θέση στάθμευσης της πιλοτής, εμβαδού 15,78 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 37/1000, η μεν σύζυγος ως επικαρπώτρια οι δε θυγατέρες του σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτής η κάθε μια. Ότι η Β. Κ. μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη ανεψιά της (θυγατέρα της πρώτης εναγόμενης αδερφής της), δυνάμει νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας το υπό στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, την υπό στοιχεία I-2 θέση στάθμευσης της πιλοτής, ενώ η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στην τρίτη εναγόμενη, θυγατέρα της, δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου. Ότι οι εναγόμενες, οι οποίες φέρονται να έχουν αποκτήσει, κατά τα ανωτέρω, τους αναλυτικά περιγραφόμενους στην αγωγή κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης της πιλοτής χρησιμοποιούν αυτές αποκλειστικά μόνο οι ίδιες, εμποδίζοντας τον ενάγοντα στην ακώλυτη. χρήση τους, ενώ περαιτέρω η πρώτη εναγόμενη, το έτος 2001, εκμεταλλευόμενη την απουσία του στο εξωτερικό, κατά παράβαση του δικαιώματος σύγχρησης του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου του πίσω ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, κατέλαβε τμήμα αυτού και έχτισε με οπτοπλινθοδομή γύρωθεν τοίχο έως το ύψος της οροφής της πιλοτής, κάτω από τη νοτιοανατολική βεράντα του Α-1 διαμερίσματος, δημιουργώντας κτίσμα εμβαδού 24,91 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιούν οι εναγόμενες ως λεβητοστάσιο, για τις ανάγκες των ιδιοκτησιών τους, εμποδίζοντας τον ίδιο στην ακώλυτη χρήση του, στη συνέχεια δε εκμεταλλευόμενη και πάλι την απουσία του στην αλλοδαπή, επεξέτεινε το Α-1 διαμέρισμά της, κτίζοντας ολόγυρα τοίχους με οπτοπλινθοδομή και τοποθετώντας στην οροφή τσιγκοσκεπή επικάλυψη (πάνελ), μετατρέποντας τον ανοικτό χώρο της νοτιοανατολικής βεράντας αυτού σε χώρο κύριας χρήσης εμβαδού 24,91 τ.μ. Ότι από τις προπεριγραφείσες κατασκευές, οι οποίες εξέχουν του εξωτερικού περιγράμματος της οικοδομής παραβλάπτεται η αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή της και εμποδίζεται ο ίδιος να ενεργήσει οικοδομικές εργασίες στην εξωτερική πλευρά του διαμερίσματος του. Ότι, στη συνέχεια, τον Ιούλιο του 2011 διαπίστωσε ότι οι εναγόμενες προέβησαν σε νέα παράνομη επέμβαση επί των κοινόχρηστων χώρων και ότι ειδικότερα κατέλαβαν τμήμα του χώρου της πιλοτής που αντιστοιχεί στις με στοιχεία 1-1 και Ι-2 θέσεις στάθμευσης, έχτισαν αυτόν ολόγυρα με τσιμεντοσανίδες και τοποθέτησαν μια πρόχειρη πόρτα, μετατρέποντας αυτό σε χώρο κύριας χρήσης, εμβαδού 42,75 τ.μ., αποκλείοντάς τον με τον τρόπο αυτό από την ακώλυτη χρήση του κοινόχρηστου αυτού χώρου. Επικαλούμενος δε περαιτέρω ότι η σύσταση διαιρεμένων ιδιοκτησιών στον κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής, καθώς και τα άνω συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας και αποδοχής κληρονομιάς επί ανοικτού τμήματος αυτής αντίκεινται σε πολεοδομικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και για το λόγο αυτό είναι άκυρα, καθώς και ότι οπό τις προπεριγραφείσες παράνομες ενέργειες των εναγόμενων παρεμποδίζεται η ακώλυτη και ελεύθερη χρήση τμήματος του άνω ακάλυπτου χώρου και της πιλοτής και ματαιώνεται η σύμφωνη με τον προορισμό τους, ως κοινόχρηστων πραγμάτων, εκ μέρους του απόλαυσή τους, ενόψει της αμφισβήτησης από τις εναγόμενες του χαρακτήρα των εν λόγω θέσεων στάθμευσης ως κοινόχρηστων ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ' αριθ. …050/1984 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Χ. Γ., κατά το μέρος που συνιστά οριζόντιες ιδιοκτησίες στον ανοιχτό χώρο της πιλοτής και των συμβολαίων μεταβίβασης κυριότητας και αποδοχής κληρονομιάς, δυνάμει των οποίων φέρονται η πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των εναγόμενων να έχουν αποκτήσει τις άνω τέσσερις θέσεις στάθμευσης στην πιλοτή της ένδικης οικοδομής, δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων μεταβίβασης, β) να αναγνωρισθεί ότι οι υπό στοιχεία 1-1 έως και Ι-4 θέσεις στάθμευσης της πιλοτής αποτελούν κοινόχρηστο χώρο, δικαιούμενοι εξ αυτού του λόγου να τον χρησιμοποιούν ελεύθερα όλοι οι ιδιοκτήτες των νομίμως συνεστημένων οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, γ) να αναγνωρισθεί ότι το ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 187/1000, που εσφαλμένα διατέθηκε για την πιλοτή και τις θέσεις στάθμευσης, ανήκει αυτοδικαίως και ισομερώς σε κάθε επί μέρους οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου, και να καθορισθεί από το δικαστήριο η μερίδα συμμετοχής κάθε διαιρεμένης ιδιοκτησίας στα κοινά μέρη του οικοπέδου, ώστε να αναλογούν σε κάθε μία επιπλέον 62,67/1000, άλλως επικουρικώς σε καθένα από τα διαμερίσματα του πρώτου και δευτέρου ορόφου να αναλογούν επιπλέον 70/1000 χιλιοστά επί του οικοπέδου και στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου 47/1000, δ) να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών εγγραφών στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … και ειδικότερα να καταργηθούν - διαγραφούν τα ΚΑΕΚ ...3029/01, ...3029/02, ...3029/03 και ...3029/04 και να καταχωρηθούν στις νομίμως συνεστημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανωτέρω οικοδομής τα επιπλέον ποσοστά συμμετοχής τους στο οικόπεδο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή και ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή, επαναφέροντας τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, ώστε να ελευθερώσουν τα κοινόχρηστα τμήματα του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου και της πιλοτής, αίροντας με δικές τους δαπάνες κάθε παράνομο κατασκεύασμα που εμποδίζει την πρόσβαση σ' αυτά και ειδικότερα να υποχρεωθούν άπασες οι εναγόμενες να καθαιρέσουν το ισόγειο κτίσμα εμβαδού 42,75 τ.μ. που έχτισαν στην πιλοτή και το ισόγειο κτίσμα εμβαδού 24,91 τ.μ. που έκτισαν στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και οι πρώτη και τρίτη εξ αυτών να καθαιρέσουν την προέκταση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 24,91 τ.μ., αποδίδοντας έτσι στον ενάγοντα ελεύθερη τη σύγχρηση των προαναφερθέντων κοινόχρηστων χώρων, άλλως να του επιτραπεί να προβεί ο ίδιος στις ενέργειες αυτές με δαπάνες των εναγόμενων, σε περίπτωση δε που κριθεί ότι οι παραπάνω ενέργειες δεν μπορούν να γίνουν από τρίτο πρόσωπο, αλλά η επιχείρησή τους εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση των πρώτης και τρίτης των εναγόμενων να απειληθεί σε βάρος τους χρηματική ποινή. Οι εναγόμενες, κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, άσκησαν με τις προτάσεις τους ανταγωγή, με την οποία, ισχυριζόμενες ότι η τυχόν άκυρη ως προς τις διαιρεμένες ιδιοκτησίες των χώρων στάθμευσης πράξη οροφοκτησίας, ερμηνευόμενη κατά την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ισχύει κατά μετατροπή ως έγκυρη πράξη παραχώρησης του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί των επίδικων χώρων, καθόσον, εάν αυτές γνώριζαν ότι η πράξη οροφοκτησίας ήταν άκυρη, θα επέλεγαν να παρακρατήσουν υπέρ αυτών το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της πιλοτής, ζήτησαν να χαρακτηρισθούν οι μεν 1-1 και Ι-3 θέσεις στάθμευσης ως χώροι αποκλειστικής χρήσης υπέρ της πρώτης και τρίτης των εναγόμενων και ο Ι-2 χώρος στάθμευσης ως χώρος αποκλειστικής χρήσης υπέρ της δεύτερης εναγόμενης. Επί της αγωγής αυτής και της ανταγωγής, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 295/2015 απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων η οποία, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως προς τη σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής αγωγή περί άρσης της αμφισβήτησης του κοινόχρηστου χαρακτήρα του ακάλυπτου ισόγειου χώρου και των θέσεων στάθμευσης επί του ισόγειου χώρου της πιλοτής της επίδικης οικοδομής, απορρέουσας από τη σχέση της οροφοκτησίας, ενώ ως προς τη σωρευόμενη αίτηση του άρθρου 6 παρ. 8 του ν. 2664/1998, με την οποία ζητήθηκε η διόρθωση των σχετικών εγγραφών στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθώς κρίθηκε ότι αυτή εισήχθη προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ενώ έπρεπε να εισαχθεί προς εκδίκαση κατά την εκούσια δικαιοδοσία και δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί το άρθρο 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού η υποβολή της ένδικης αίτησης δεν επιφέρει τις δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες της άσκησης της αγωγής (άρθ. 215 επ. ΚΠολΔ). Ακολούθως το παραπάνω Δικαστήριο με την προαναφερομένη απόφασή του δέχθηκε ορισμένη και νόμιμη και την ανταγωγή, και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε: α) ότι είναι άκυρη η πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά το μέρος που συνιστά οριζόντιες ιδιοκτησίες στον ισόγειο χώρο της πιλοτής και οι συμβάσεις μεταβίβασης κυριότητας και αποδοχής κληρονομιάς, δυνάμει των οποίων φέρονται οι εναγόμενες να έχουν αποκτήσει τις άνω τέσσερις θέσεις στάθμευσης στην πιλοτή της ένδικης οικοδομής, β) ότι ο υπό στοιχείο Ι-4 χώρος στάθμευσης της πιλοτής είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος, επί του οποίου όλοι οι κύριοι των διαιρεμένων ιδιοκτησιών της οικοδομής έχουν εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας και δικαίωμα σύγχρησης, γ) καθόρισε ανάλογη μερίδα συμμετοχής καθεμιάς από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου πάνω στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου, ώστε τα 187/1000, που εσφαλμένα είχαν διατεθεί για την πιλοτή και τις θέσεις στάθμευσης, να επιμερισθούν μεταξύ των οροφοκτητών κατά το λόγο της συμμετοχής καθεμιάς από τις τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες στο οικόπεδο και έτσι να συμμετέχει η οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου με επιπλέον ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 47/1000 και η καθεμιά από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα στοιχεία Α-1 και Β-1 με επιπλέον ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000, δ) υποχρέωσε τις εναγόμενες να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, ώστε να ελευθερώσουν το κοινόχρηστο τμήμα του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου και το καταληφθέν και κλεισμένο τμήμα της πιλοτής αίροντας με δικές τους δαπάνες κάθε παράνομο κατασκεύασμα, σε περίπτωση δε άρνησής τους να επιτραπεί αυτό στον ενάγοντα με δαπάνες των εναγόμενων, δέχθηκε την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τα συμβόλαια μεταβίβασης ισχύουν ως προς τους υπό στοιχεία 1-1, Ι-2 και Ι-3 χώρους στάθμευσης κατά μετατροπή ως πράξεις παραχώρησης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης αυτών από τις εναγόμενες και ειδικότερα ότι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των με στοιχεία 1-1 και Ι-3 χώρων στάθμευσης ανήκει στην με στοιχεία Α-1 οριζόντια ιδιοκτησία των πρώτης και τρίτης των εναγομένων και του με στοιχεία Ι-2 χώρου στάθμευσης ανήκει στην με στοιχεία Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία της τρίτης των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής και κατά το μέρος α) καθορισμού των μερίδων συμμετοχής των οριζόντιων ιδιοκτησιών στα 187/1000 που αναλογούσαν στις παραπάνω θέσεις στάθμευσης και β) περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την καθαίρεση των παράνομων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και στις θέσεις στάθμευσης της πιλοτής, παραπονέθηκαν οι εκκαλούσες - εναγόμενες, με την από 27-7-2015 έφεσή τους και τον πρόσθετο λόγο που άσκησαν με τις προτάσεις τους, για τους περιεχόμενους σ' αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ζήτησαν την εξαφάνισή της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό που έγινε δεκτή.

Στη συνέχεια, επί της άνω εφέσεως και προσθέτου λόγου αυτής των εναγομένων, εκδόθηκε η 86/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (αναιρεσιβαλλομένη) η οποία, αφού συνεκδίκασε αυτές (έφεση και πρόσθετο λόγο), δέχθηκε εν μέρει την έφεση, ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 295/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που έκανε δεκτό το αίτημα της αγωγής για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την άρση των παράνομων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και του πρώτου ορόφου ήτοι: α) του ισογείου κτίσματος εμβαδού 24,91 τμ. και β) την προέκταση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 24,91 τ.μ. Ακολούθως, το Εφετείο, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, κατά το άνω μέρος, και την απέρριψε κατά το μέρος αυτό κατά παραδοχή της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησής της, που είχαν προτείνει οι εναγόμενες. Κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, οι διάδικοι βάλλουν με τις κρινόμενες αντίθετες αναιρέσεις τους (οι εναγόμενες όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης και με πρόσθετους λόγους), οι οποίοι είναι παραδεκτοί αλλά και ο ενάγων, για τους λόγους που αναφέρουν σ' αυτούς και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "O Β. Κ. του Χ. πατέρας του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης, σύζυγος της τέταρτης και παππούς της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων ανήγειρε, δυνάμει της 53/5-4-1984 οικοδομικής άδειας της αρμόδιας υπηρεσίας του Δήμου …., διώροφη οικοδομή με πιλοτή επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, κείμενου επί της οδού ... στην πόλη των …, εμβαδού 179,50 τ.μ., καταχωρημένο στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … με ΚΑΕΚ ...3029. Ακολούθως προέβη μονομερώς σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, με το υπ' αριθ. …050/5-4-1984 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Χ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο ….6 και με αύξοντα αριθμό …5, περί υπαγωγής ακινήτου στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του Ν. 3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ενώ με τη συστατική της οροφοκτησίας αυτή πράξη καθορίσθηκε ότι η υπό ανέγερση πολυκατοικία θα αποτελείται από το ισόγειο - πιλοτή, τον πρώτο όροφο, τον δεύτερο όροφο και το δώμα (μελλοντικοί όροφοι), καθώς και τα αντιστοιχούντα στους χώρους αυτούς ποσοστά (χιλιοστά) επί του οικοπέδου. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραπάνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο ακάλυπτος ισόγειος όροφος της ανωτέρω οικοδομής (πιλοτή) αποτελείται από την είσοδο και κλίμακα ανόδου και τέσσερις (4) χώρους στάθμευσης (πάρκιγκ) με στοιχεία I-1 έως και Ι-4, ήτοι α) την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΕΝΑ (Ι-1) πιλοτή αποτελούμενη από ένα χώρο, συνορευόμενη ολόγυρα δυτικά με οδό ... βόρεια και ανατολικά με ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και νότια με πιλοτή Ι-2, με επιφάνεια 21,62 τ.μ, όγκο 56,21 κ.μ. ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/1000, αναλογία επί του οικοπέδου σε τετραγωνικά μέτρα 8,97 τ.μ. και ειδικές κοινόχρηστες δαπάνες και ψήφους 63/1000, β) την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΔΥΟ (Ι-2) πιλοτή αποτελούμενη από ένα χώρο, συνορευόμενη ολόγυρα δυτικά με οδό ... βόρεια με πιλοτή 1-1, ανατολικά με ακάλυπτο, χώρο της οικοδομής και την είσοδο της οικοδομής και νότια με πιλοτή Ι-3, με επιφάνεια 21,53 τ.μ, όγκο 55,98 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/1000, αναλογία επί του οικοπέδου σε τετραγωνικά μέτρα 8.97 τ.μ. και ειδικές κοινόχρηστες δαπάνες και ψήφους 63/1000, γ) την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΤΡΙΑ (Ι-3) πιλοτή αποτελούμενη από ένα χώρο, συνορευόμενη ολόγυρα δυτικά με οδό ... βόρεια με πιλοτή Ι-2, ανατολικά με είσοδο της οικοδομής και νότια με οδό ..., με επιφάνεια 21,91 τ.μ., όγκο 56,97 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 51/1000, αναλογία επί του οικοπέδου σε τετραγωνικά μέτρα 9,16 τ.μ. και ειδικές κοινόχρηστες δαπάνες και ψήφους 64/1000, δ) την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ (Ι-4) πιλοτή αποτελούμενη από ένα χώρο, συνορευόμενη ολόγυρα νότια με οδό ..., ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Κ., δυτικά με είσοδο της οικοδομής και βόρεια με κλιμακοστάσιο, με επιφάνεια 15J8 τ.μ, όγκο 41,03 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 37/1000, αναλογία επί του οικοπέδου σε τετραγωνικά μέτρα 6,64 τ.μ. και ειδικές κοινόχρηστες δαπάνες και ψήφους 46/1000. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ο πρώτος όροφος της ανωτέρω οικοδομής θα αποτελείται από ένα διαμέρισμα με στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α-1), με επιφάνεια 90,34 τ.μ., όγκο 271,02 κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων 70,85 κ.μ., ήτοι μικτό ολικό όγκο 341,87 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 306/1000, αναλογία επί του οικοπέδου σε τετραγωνικά μέτρα 54,93 τ.μ., αναλογία δαπανών κοινοχρήστων 500/1000, αναλογία δαπανών κεντρικής θέρμανσης 500/1000 και ποσοστό συμμετοχής στις κοινόχρηστες δαπάνες και ψήφους 382/1000, ο δεύτερος όροφος υπεράνω του ισογείου θα αποτελείται από ένα διαμέρισμα με στοιχεία ΒΗΤΑ ΕΝΑ (Β-1), με επιφάνεια 90,34 τ.μ., όγκο 271,02 κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων 70,85 κ.μ., ήτοι μικτό ολικό όγκο 341,87 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 306/1000, αναλογία επί του οικοπέδου σε τετραγωνικά μέτρα 54,93 τ.μ., αναλογία δαπανών κοινοχρήστων 500/1000, αναλογία δαπανών κεντρικής θέρμανσης 500/1000 και ποσοστό συμμετοχής στις κοινόχρηστες δαπάνες και ψήφους 382/1000 και το δώμα (μελλοντικοί όροφοι) θα καταλαμβάνει τον υπέρ του δευτέρου ορόφου χώρο και θα περιλαμβάνει τις καπνοδόχους, εξαεριστήρες, σωληνώσεις των αποχετεύσεων και την απόληξη του κλιμακοστασίου, με ποσοστό (αναλογία) εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 200/1000, ήτοι αναλογικώς επί του οικοπέδου 35,90 τ.μ. Ακολούθως ο Β. Κ. προέβη σε μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αναφέρονται στην ανωτέρω οροφοκτητική πράξη του ως εξής: α) δυνάμει του ….19/ 2-10-1984 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Χ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο …08 και με αύξοντα αριθμό …7, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην πρώτη εναγόμενη θυγατέρα του την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΤΡΙΑ (Ι-3) θέση στάθμευσης και το δικαίωμα ανέγερσης του υπό στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α-1) διαμερίσματος, β) δυνάμει του ….314/31-7-1987 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …ν στον τόμο ….42 και με αύξοντα αριθμό …4, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα του Β. Κ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΔΥΟ (Ι-2) θέση στάθμευσης και το διαμέρισμα υπό στοιχεία ΒΗΤΑ ΕΝΑ (Β-1), γ) δυνάμει του …45/5-2-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο …16 και με αύξοντα αριθμό ….6, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον ενάγοντα τα 200/1000 εξ αδιαιρέτου ήτοι τα 35,90 τ.μ. που αντιστοιχούν στο δώμα και συγκεκριμένα στον τρίτο μελλοντικό όροφο της ανωτέρω οικοδομής και δ) δυνάμει του …63/5-12-2003 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου . Χ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο …66 και με αύξοντα αριθμό …9, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην πρώτη εναγόμενη την υπό στοιχείο ΙΩΤΑ ΕΝΑ (Ι-1) θέσης στάθμευσης. Ο δικαιοπάροχος των διαδίκων απεβίωσε στις 17-10-2004 και με την …94/21-1-2002 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της τότε συμβολαιογράφου Χ. Τ. και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 574/25-11-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, διέθεσε τα περιουσιακά του στοιχεία, ορίζοντας ότι η σύζυγος του, τέταρτη εναγόμενη θα είναι επικαρπώτρια όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του που θα βρισκόταν κατά το χρόνο του θανάτου του, ενώ εγκατέστησε τα τρία τέκνα του κληρονόμους του σε δήλα πράγματα. Μετά τον θάνατό του οι δύο θυγατέρες του (πρώτη εναγόμενη και Β. Κ.) και η σύζυγός του, δηλώνοντας ότι ο πατέρας και σύζυγος τους αντίστοιχα, ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, κύριος και της υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ (Ι-4) θέσης στάθμευσης της πιλοτής, την οποία, όμως, δεν είχε συμπεριλάβει στη διαθήκη του, προέβησαν σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, οι μεν δύο θυγατέρες του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, του 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτής και η σύζυγος του της επικαρπίας, δυνάμει των ….77/29-6-2006, …78/29-6-2006 και …80/5-7-2006 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χ. Τ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο ….61 και με αύξοντες αριθμούς …7, …8 και …9 αντίστοιχα. Στη συνέχεια η Β. Κ. μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη ανιψιά της, θυγατέρα της αδελφής της, πρώτης εναγόμενης, δυνάμει του 1937/23-8-2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο …70 και με αύξοντα αριθμό …3, το υπό στοιχεία ΒΗΤΑ ΕΝΑ (Β-1) διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, την υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΔΥΟ (Ι-2) θέση στάθμευσης και τα 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ (I- 4) θέσης στάθμευσης και η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στην τρίτη εναγόμενη θυγατέρα της, δυνάμει του ….39/2010 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου…., την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α-1) διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι η …050/28-6-1984 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Χ. Γ., κατά το μέρος που συνιστά οριζόντιες ιδιοκτησίες στον ισόγειο ανοικτό χώρο της πιλοτής είναι απολύτως άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ), ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθόσον ο χώρος αυτός, αφού προβλέφθηκε ως ανοικτός χώρος της πιλοτής, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, αλλά αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο και ως εκ τούτου, τόσο ο ενάγων όσο και οι τρεις πρώτες εναγόμενες, τυγχάνουν συγκύριοι του χώρου της πιλοτής και δη των ως άνω υπό στοιχεία 11-12-13-14 θέσεων στάθμευσης, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά συνιδιοκτησίας των διαμερισμάτων ενός εκάστου επί του όλου οικοπέδου, καθώς και ότι, για τον ίδιο λόγο, απολύτως άκυρες είναι και οι μεταβιβάσεις που έγιναν σε σχέση με τις θέσεις της πιλοτής της ανωτέρω πολυκατοικίας και ειδικότερα: α) η αγοραπωλησία από τον Β. Κ. προς την πρώτη εναγόμενη, για την οποία συντάχθηκε το …119/2-10-1984 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Γ., με το οποίο φέρεται να της μεταβιβάσθηκε η υπό στοιχεία Ι-3 θέση στάθμευσης, β) η γονική παροχή από τον Β. Κ. προς την θυγατέρα του Β. Κ. για την οποία συντάχθηκε το …314/31-7-1985 συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο φέρεται να της μεταβιβάσθηκε η υπό στοιχεία Ι-2 θέση στάθμευσης, γ) η αγοραπωλησία από την Β. Κ. προς την δεύτερη εναγόμενη, για την οποία συντάχθηκε το …37/23-8-2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χ. Τ., με το οποίο φέρεται να της μεταβιβάσθηκε η υπό στοιχεία Ι-2 θέση στάθμευσης και το 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της υπό στοιχεία Ι-4 θέσης στάθμευσης, δ) οι δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς των πρώτης και τρίτης των εναγομένων και της Β. Κ., με τις οποίες δήλωσαν ότι αποδέχονται σαν κληρονομιαίο περιουσιακό στοιχείο του πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα την υπό στοιχεία Ι-4 θέση στάθμευσης και σχετικά συνέταξαν τις …77, …78 και ….80/2006 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χ. Τ. και ε) η γονική παροχή από τον Β. Κ. προς την πρώτη εναγόμενη για την οποία συντάχθηκε το ….63/5-12-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο φέρεται να της μεταβιβάσθηκε η υπό στοιχεία 1-1 θέση στάθμευσης. Ακόμη με την εκκαλούμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε ότι η ανωτέρω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τα προαναφερόμενα συμβόλαια μεταβίβασης ισχύουν ως προς τους υπό στοιχεία ΙΩΤΑ ΕΝΑ (1-1), ΙΩΤΑ ΔΥΟ (Ι-2) και ΙΩΤΑ ΤΡΙΑ (Ι-3) χώρους στάθμευσης, κατά μετατροπή, ως πράξεις παραχώρησης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επ' αυτών και συγκεκριμένα το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των με στοιχεία 1-1 και Ι-3 χώρων στάθμευσης ανήκει στην με στοιχεία Α-1 οριζόντια ιδιοκτησία των πρώτης και τρίτης των εναγομένων και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του με στοιχεία Ι-2 χώρου στάθμευσης ανήκει στην με στοιχεία Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία της δεύτερης των εναγομένων. Η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα παραπάνω κεφάλαια δεν προσβάλλεται με έφεση. Περαιτέρω, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία στην πιλοτή της συγκεκριμένης οικοδομής και για κάθε μία από τις τρεις πρώτες θέσεις στάθμευσης είχαν παρακρατηθεί 50/1000 και για την τέταρτη 37/1000, ως ποσοστό (αναλογία) συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, πρέπει, εφόσον κατ' αποτέλεσμα υπάρχει ελλιπής καθορισμός των ιδανικών μεριδίων συγκυριότητας επί του εδάφους (στο οποίο έχει ανεγερθεί η εν λόγω οικοδομή) που αναλογούν στα παραπάνω τρία οροφοδιαμερίσματα, να γίνει επανακαθορισμός των ποσοστών συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και ειδικότερα να καθορισθεί ανάλογη μερίδα συμμετοχής κάθε μίας από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου πάνω στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου, ώστε τα 187/1000 που είχαν παρακρατηθεί προς τούτο, να αναλογούν στις νομίμως υφιστάμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο Β. Κ., ως αρχικός οροφοκτήτης, προσδιόρισε τα χιλιοστά που ήθελε να έχει η κάθε μία από τις νομίμως δημιουργηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, με βάση την αξία τους, η οποία είναι ανάλογη με το εμβαδόν κάθε μιας, λαμβανομένου υπόψη και του όγκου της και η οποία, όπως και η σχέση της με την αξία ολόκληρης της οικοδομής, δεν επηρεάζεται από κανένα άλλο παράγοντα και επομένως δεν μεταβάλλεται, και συγκεκριμένα οι μεν οριζόντιες ιδιοκτησίες του πρώτου και του δεύτερου ορόφου της πολυκατοικίας συμμετέχουν στο οικόπεδο, όπου είναι κτισμένη αυτή (πολυκατοικία), με ποσοστό 306/1000, ενώ η οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου, με ποσοστό 200/1000, πρέπει τα 187/1000, που, κατά τρόπο εσφαλμένο, είχαν διατεθεί για την πιλοτή και τις θέσεις στάθμευσης, να επιμερισθούν μεταξύ των οροφοκτητών κατά το λόγο της συμμετοχής της καθεμίας από τις τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες στο οικόπεδο, ώστε να συμμετέχει κάθε μία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα στοιχεία Α-1 και Β-1 με επιπλέον ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000 και η οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου με επιπλέον ποσοστό συνιδιοκτησίας 47/1000. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση καθόρισε τα ποσοστά συμμετοχής των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών επί του οικοπέδου κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής τους, ότι δηλαδή έπρεπε να καθορισθούν αυτά διαφορετικά και συγκεκριμένα να προστεθούν τα επιπλέον ποσοστά (187/1000) στα διαμερίσματα των οποίων οι θέσεις στάθμευσης αποτελούν παραρτήματα, λόγω του ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχουν την αποκλειστική χρήση αυτών, ώστε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου να λάβει τα ποσοστά των υπό στοιχεία 1-1 και Ι-3 θέσεων και το 1/3 του ποσοστού της υπό στοιχεία Ι-4 θέσης, το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου να λάβει το ποσοστό της υπό στοιχεία Ι-2 θέσης στάθμευσης και το 1/3 του ποσοστού της υπό στοιχεία Ι-4 θέσης και το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου να λάβει το 1/3 του ποσοστού της υπό στοιχεία Ι-4 θέσης στάθμευσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, ενεργώντας για λογαριασμό όλων των εναγόμενων, το έτος 2001 προέβη σε κατάληψη τμήματος του πίσω ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, ήτοι μέρους του νοτιοανατολικού τμήματος αυτού, στη συνέχεια και σε επαφή με το νοτιοανατολικό τμήμα της πιλοτής της πολυκατοικίας, εμβαδού 24,91 τ.μ., που συνορεύει νότια και σε πλευρά μήκους 4,70 μ. εν μέρει με συνιδιοκτησία αδελφών Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Σ., ανατολικά και σε πλευρά μήκους 5,30 μ. με υπόλοιπο (ακάλυπτο) του οικοπέδου, βόρεια και δυτικά και σε πλευρές μήκους 4,70 μ. και 5,30 μ. αντίστοιχα, με την πιλοτή της οικοδομής, έκτισε με οπτοπλινθοδομή ολόγυρα τοίχο έως το ύψος της οροφής της πιλοτής (ήτοι σε ύψος 2,10 μ.) και δημιούργησε στο ισόγειο της ανωτέρω πολυκατοικίας ένα κτίσμα, το οποίο δεν προβλεπόταν στην οικοδομική άδεια ούτε στην οροφοκτητική πράξη. Μέρος αυτού του κτίσματος που δημιουργήθηκε βρισκόταν κάτω από τη νοτιονατολική βεράντα του διαμερίσματος της πρώτης εναγόμενης, γι' αυτό και αυτή (βεράντα) αποτέλεσε τμήμα της οροφής του και στη συνέχεια και σε προέκτασή της κατασκεύασε σκυροδετημένη πλάκα, την οποία στήριξε επί κολωνών που κατασκεύασε στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Το σύνολο αυτών ήτοι η προαναφερθείσα βεράντα μαζί με τη σκυροδετημένη πλάκα αποτέλεσαν την οροφή του κτίσματος στο ισόγειο, το οποίο χρησιμοποιούν οι εναγόμενες, ως ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων του πρώτου και δευτέρου ορόφου ως λεβητοστάσιο, αποκλειστικώς και μόνο για δική τους χρήση. Αμέσως μετά η πρώτη εναγόμενη επεξέτεινε το διαμέρισμα της του πρώτου ορόφου. Ειδικότερα, μετέτρεψε την προαναφερθείσα νοτιοανατολική βεράντα του διαμερίσματος της σε χώρο κύριας χρήσης και εκμεταλλευόμενη ότι κάτω από αυτό είχε κτίσει το προαναφερόμενο κτίσμα του ισογείου, επεκτάθηκε επί της σκυροδετημένης πλάκας που εξείχε της βεράντας της και αποτελούσε την οροφή του ισογείου, έκτισε ολόγυρα τοίχους με οπτοπλινθοδομή και δημιούργησε μαζί με τον χώρο της νοτιοανατολικής βεράντας του διαμερίσματος της έναν επιπρόσθετο χώρο κυρίας χρήσης, εμβαδού 24,91 τ.μ., που συνορεύει στη νότια πλευρά μήκους 4,70 μ. εν μέρει με συνιδιοκτησία αδελφών Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Σ., στην ανατολική πλευρά μήκους 5,30 μ. με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, στις βόρεια και δυτική πλευρές μήκους 4,70 μ. και 5,30 μ. αντίστοιχα, με το διαμέρισμα των πρώτης και τρίτης των εναγομένων. Στην οροφή του κτίσματος, για την ακρίβεια στην προέκταση της βεράντας του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου (το ύψος αυτής της επέκτασης είναι όσο και του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, ήτοι 2,80 μ., ενώ η βεράντα του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου αποτελεί μέρος της οροφής του πρόσθετου κτίσματος) τοποθέτησε τσιγκοσκεπή επικάλυψη (πάνελ). Τις παράνομες αυτές κατασκευές διαπίστωσε η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, μετά από επιτόπια αυτοψία που διενήργησαν, στις 15-1-2008 οι υπάλληλοί της, οι οποίοι συνέταξαν τις από 15-1-2008, 16-10-2009 και 22-10-2009 εκθέσεις αυτοψίας αυθαιρέτου κατασκευής και επιβολής προστίμων, οι οποίες είναι πλέον αμετάκλητες, ενώ έχουν επιβάλει και τα ανάλογα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησής τους. Με τις άνω κατασκευές έγινε κατάληψη κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων του οικοπέδου και συγκεκριμένα του ακάλυπτου χώρου αυτού και παραβλάπτονται τα δικαιώματα του συνιδιοκτήτη της οικοδομής - ενάγοντος, αφού, είτε παρεμποδίζεται η χρήση εκ μέρους του, των κοινόχρηστων αυτών χώρων (ακάλυπτου) κατά το μέρος που έχει καλυφθεί με το ανωτέρω κτίσμα και δυσχεραίνεται η πραγματοποίηση από αυτόν (οικοδομικών) εργασιών στη νοτιοανατολική εξωτερική πλευρά του δικού του διαμερίσματος με τη χρήση σκαλωσιάς, η οποία πρέπει να στερεωθεί στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και σε επαφή με το περίγραμμα της οικοδομής, είτε αλλοιώνεται η εν γένει αισθητική και αρχιτεκτονική εμφάνιση της πολυκατοικίας. Επίσης αποδείχθηκε ότι, περί τα τέλη του έτους 2009, οι εναγόμενες κατέλαβαν τμήμα του χώρου της πιλοτής, το οποίο αντιστοιχεί στις θέσεις στάθμευσης με τα στοιχεία 1-1 και Ι-2, εμβαδού 42,75 τ.μ., που συνορεύει δυτικά και σε πλευρά μήκους 9,50 μ. με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου τους και πέραν αυτού με οδό ... βόρεια και σε πλευρά μήκους 4,50 μ. με ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, ανατολικά και νότια και σε πλευρές μήκους 9,50 μ. και 4,50 μ. αντίστοιχα με τον υπόλοιπο χώρο της πιλοτής, τον έκτισαν ολόγυρα με τσιμεντοσανίδες και τοποθέτησαν μία πρόχειρη πόρτα στη νότια πλευρά του κατασκευάσματός τους. Και παρότι η πρώτη και τρίτη των εναγομένων έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχεία 1-1 ανοικτής θέσης στάθμευσης και η δεύτερη εξ αυτών της υπό στοιχεία Ι-2 θέσης στάθμευσης, δεν είχαν δικαίωμα άρσης του προβλεπόμενου περιορισμού αυτών και μεταβολής τους σε κλειστό χώρο, διότι θίγεται ο συνήθης προορισμός της πιλοτής, που είναι ο αερισμός της οικοδομής, ενώ με τη μεταβολή αυτή, που τροποποιεί την αρχιτεκτονική μελέτη της οικοδομής και δημιουργεί ανομοιομορφία, θίγεται αναμφίβολα η αισθητική και αρμονία των εξωτερικών όψεων της οικοδομής και μειώνεται εκ του λόγου αυτού η αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών. Σε κάθε δε περίπτωση, απαγορεύεται η ενσωμάτωση κοινόχρηστου ή κοινόκτητου τμήματος της οικοδομής, ακόμη και αν αυτό έχει παραχωρηθεί κατά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε κάποιον οροφοκτήτη, στην ιδιωτική κτήση και η εξ αυτού μεταβολή του προορισμού τους. Σημειωτέον ότι η εκ των ως άνω άρθρων του ν. 3741/1929 απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυόροφης οικοδομής, υπαγόμενης στο σύστημα οριζόντιας ιδιοκτησίας του ανωτέρω νόμου και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινοχρήστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών και η απαγόρευση κλεισίματος των ανοιχτών χώρων στάθμευσης, ακόμη και από τον έχοντα σ' αυτές δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής. Διότι, με τον τρόπο αυτόν, οι ανωτέρω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ' αυτών παρακώληση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες.

Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα άνω αυθαίρετα κτίσματα έχουν ήδη ενταχθεί σε ρύθμιση, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 4178/2013, προκειμένου να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...889/24-1-2014 δήλωση ένταξης του μηχανικού Θ. Γ., αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η διαδικασία τακτοποίησής τους δεν νομιμοποιεί τη χωρίς δικαίωμα αποκλειστική χρήση του προπεριγραφέντος τμήματος του ακάλυπτου χώρου εκ μέρους των εναγομένων και το κλείσιμο των ανοικτών χώρων στάθμευσης, η οποία εξακολουθεί να είναι αντισυμβατική και ειδικότερα αντίθετη στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς το κύρος των ως άνω συμφωνιών μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής, καθώς και τα απορρέοντα από αυτές δικαιώματα και υποχρεώσεις δεν θίγονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, που ορίζουν για την παράβαση μόνο διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις (Ολ ΑΠ 23/2000). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό των εναγόμενων δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενες με τους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω οι εναγόμενες πρότειναν παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ήτοι με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά, την οποία ανέπτυξαν με τις κατατεθείσες προτάσεις τους, όπως το δικόγραφο τους εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο) τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος, τον οποίο επαναφέρουν παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής τους, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του ενάγοντος - εφεσίβλητου ότι η εν λόγω ένσταση προβάλλεται, απαραδέκτως, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα οι εναγόμενες για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους αυτού επικαλέσθηκαν αναφορικά με τα κτίσματα στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής ότι: α) η κατασκευή του λεβητοστασίου και αποθήκης στο ισόγειο είχε κτισθεί από το έτος 1984 από τον αρχικό ιδιοκτήτη Β. Κ., πατέρα του ενάγοντος, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, για τη στέγαση των εγκαταστάσεων της κεντρικής θέρμανσης της οικοδομής και ανακατασκευάσθηκε από την πρώτη εναγόμενη το έτος 2001, όπως, το ίδιο έτος, κατασκευάσθηκε με έξοδα της ίδιας και το κτίσμα (επέκταση) του πρώτου ορόφου, προκειμένου να στεγασθούν σ' αυτό οι γονείς τους, επειδή ο ενάγων δεν τους επέτρεπε τη διαμονή τους στην νομιμοποιημένη θέση στάθμευσης στον χώρο της πιλοτής, που είχε διαμορφώσει ο Β. Κ. για να διαμένει ο ίδιος και η σύζυγος του. Ότι οι παραπάνω κατασκευές ήταν από την αρχή γνωστές στον ενάγοντα, ο οποίος επί μακρόν δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την ύπαρξή τους και επί πλέον από το έτος 2000 που ολοκλήρωσε την ανέγερση της δικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας στον τρίτο όροφο της οικοδομής έκαμε χρήση του κεντρικού συστήματος θέρμανσης μέχρι και το έτος 2006, δημιουργώντας εύλογα την εντύπωση σ' αυτές ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, β) ότι και ο ενάγων έχει προβεί σε αυθαίρετες κατασκευές στη δική του οριζόντια ιδιοκτησία ενώ αξιώνει την τήρηση της νομιμότητας από τις εναγόμενες. Αναφορικά δε με την μετατροπή στον ισόγειο χώρο της πιλοτής των θέσεων στάθμευσης υπό τα στοιχεία 1-1 και Ι-3 σε χώρο κύριας χρήσης επικαλέσθηκαν ότι: α) ο ενάγων γνώριζε και αποδέχθηκε ότι με την συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας στην πιλοτή της οικοδομής έγινε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα χρήσης της πιλοτής, ώστε το κλείσιμο των θέσεων στάθμευσης 1-1 και Ι-3 ουδόλως περιορίζει προηγούμενη δική του χρήση επ' αυτών β)ότι ο ίδιος, παρότι, κατά την έκδοση της 54/1998 οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της δικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας, νομιμοποίησε την αυθαίρετη κατασκευή στη θέση στάθμευσης με στοιχείο Ι-4 (μετατροπή αυτής σε χώρο κύριας χρήσης) και έτσι συναίνεσε στη διατήρησή του, δεν αξιώνει την κατεδάφιση της αυθαίρετης αυτής κατασκευής, αλλά μόνο την αυθαίρετη κατασκευή στις θέσεις 1-1 και Ι-3, γ) ότι η πρώτη εναγόμενη, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (αρθρίτιδα), τα οποία την εμποδίζουν να χρησιμοποιεί τις σκάλες, αναγκάσθηκε να προβεί στην αυθαίρετη μετατροπή των ως άνω χώρων στάθμευσης, έχοντας την εντύπωση ότι ο ενάγων θα ανεχθεί τη μετατροπή αυτή, αφού ο ίδιος της απαγόρευσε να κάνει χρήση της μετατραπείσας σε κύριο χώρο θέσης στάθμευσης με στοιχεία Ι-4 και δ) ότι και ο ενάγων έχει προβεί σε αυθαίρετες κατασκευές στη δική του οριζόντια ιδιοκτησία ενώ αξιώνει την τήρηση της νομιμότητας από τις εναγόμενες. Με βάση, όμως, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, η άσκηση της ένδικης αγωγής του ενάγοντος, αναφορικά με την μετατροπή των χώρων στάθμευσης στην πιλοτή με στοιχεία 1-1 και Ι-3 σε χώρο κύριας χρήσης δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα η συμπεριφορά του ενάγοντος έναντι των εναγόμενων δεν υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει εύλογα στις τελευταίες την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμά του, αφού, όπως αποδείχθηκε κατά τα προεκτιθέμενα, η επίμαχη μετατροπή εκ μέρους των εναγόμενων στον προαναφερόμενο κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής έγινε περί το έτος 2009, εν γνώσει ότι με αυτή θίγεται ο συνήθης προορισμός της οικοδομής και βλάπτεται η αρχιτεκτονική και αισθητική εμφάνιση της οικοδομής και χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος, ο οποίος, όχι μόνο είχε εκφράσει ήδη τις αντιρρήσεις του, προβαίνοντας από το έτος 2007 σε επανειλημμένες καταγγελίες στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, ζητώντας τον έλεγχο της οικοδομής σχετικά με άλλες αυθαιρεσίες σ' αυτήν, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εναγόμενες αλλά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος άσκησε την ένδικη αγωγή. Επίσης από το γεγονός ότι, ο ενάγων, πράγματι, προέβη στη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής στον χώρο της πιλοτής ήτοι της μετατροπής της θέσης στάθμευσης Ι-4 σε χώρο κύριας χρήσης, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση της 54/1998 οικοδομικής άδειας για την ανέγερση του τρίτου ορόφου της οικοδομής, δεν μπορεί να συναχθεί η κρίση ότι με τη συμπεριφορά του αυτή δημιούργησε εύλογα την εντύπωση στις εναγόμενες ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, καθώς η αυθαίρετη αυτή μετατροπή είχε γίνει από τον πατέρα του και η νομιμοποίησή της ήταν προϋπόθεση για την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας. Επίσης, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής αναφορικά με τις κατασκευές στην πιλοτή και αληθές υποτιθέμενο, το επικαλούμενο από τις εναγόμενες γεγονός της ανάγκης χρήσης χώρου στο ισόγειο της οικοδομής λόγω των προβλημάτων υγείας της πρώτης εναγόμενης που την εμποδίζουν να χρησιμοποιεί την σκάλα, ούτε το επικαλούμενο από τις ίδιες γεγονός της εκ μέρους του ενάγοντος εκτέλεσης στην ως άνω πολυκατοικία και στον τρίτο όροφο αυτής αυθαίρετων κατασκευών, καθώς και η κατοχή και διατήρηση από αυτόν του προαναφερόμενου κύριου χώρου στην πιλοτή στη θέση Ι-4 δεδομένου ότι η επικαλούμενη αυτή συμπεριφορά του ενάγοντος δεν νομιμοποιεί τη συμπεριφορά των εναγόμενων, ούτε και καθιστά αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την αξίωση αυτού (ενάγοντος) για καθαίρεση του επίμαχου χώρου στον χώρο της πιλοτής και επαναφοράς αυτού στην προτέρα κατάσταση, πέραν και του ότι οι εναγόμενες δεν μπορούν να απαιτούν ισότητα στην, κατ' αυτές, παρανομία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε (έστω και σιωπηρώς) την ανωτέρω ένσταση των εναγόμενων περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος αναφορικά με την μετατροπή των χώρων στάθμευσης στην πιλοτή με στοιχεία 1-1 και Ι-3 σε κύριο χώρο, δεν έσφαλε, αλλ' ορθώς έκρινε κατ' αποτέλεσμα, απορριπτομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμου, του σχετικού λόγου (τρίτου κατά το οικείο σκέλος του) της έφεσης των εναγόμενων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Αναφορικά δε με τα κτίσματα,, στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και πρώτο όροφο πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την ανέγερση της ως άνω οικοδομής το έτος 1984 ο δικαιοπάροχος των διαδίκων Β. Κ. ανήγειρε στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας και στην ίδια θέση με αυτή του επίδικου λεβητοστάσιου, κτίσμα με λαμαρινοσκεπή, του οποίου το εμβαδόν δεν αποδείχθηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση εντός αυτού των μηχανολογικών εγκαταστάσεων της κεντρικής θέρμανσης της οικοδομής και ως αποθήκη. Την κατασκευή του εν λόγω κτίσματος από τον αρχικό μοναδικό τότε ιδιοκτήτη Β. Κ. ρητά καταθέτει και η μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύζυγος του, αναφέροντας, όμως, ότι επρόκειτο για μικρότερο κτίσμα χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει το εμβαδόν του, με λαμαρινοσκεπή. Το εν λόγω κτίσμα χρησιμοποιήθηκε για τον ως άνω σκοπό συνεχώς μέχρι το έτος 2001 που η πρώτη εναγόμενη ανακατασκεύασε αυτό και συγκεκριμένα ανήγειρε, στην ίδια θέση, νέο κτίσμα, όπως αυτό περιγράφηκε παραπάνω, με πλακοσκεπή, το οποίο χρησιμοποιείται έκτοτε ως λεβητοστάσιο και αποθήκη. Ακολούθως πάνω από το κτίσμα αυτό ανήγειρε κατ' επέκταση του πρώτου ορόφου το διαμέρισμα, εμβαδού 24,91 τ.μ., το οποίο έκτοτε χρησιμοποιούσαν ως κατοικία οι γονείς της και μετά το θάνατο του Β. Κ. διαμένει εντός αυτού μέχρι σήμερα η τέταρτη των εναγομένων (μητέρα του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης). Ο ενάγων, τουλάχιστον από το έτος 1997 που έγινε συνιδιοκτήτης στην παραπάνω οικοδομή, γνώριζε την αυθαίρετη κατασκευή του λεβητοστασίου στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και την αυθαίρετη, επίσης, ανακατασκευή του κτίσματος αυτού, το έτος 2001, από την πρώτη εναγόμενη, καθώς και του διαμερίσματος κατ' επέκταση του πρώτου ορόφου και μεταγενέστερα ενέκρινε αυτές σιωπηρά, αφού, επί μακρόν, δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την ύπαρξη και λειτουργία του λεβητοστασίου στον εν λόγω χώρο, αλλά και τη χρήση του διαμερίσματος στον πρώτο όροφο εμβαδού 24,91 τ.μ. ως κατοικία των γονέων του, οι οποίοι άλλωστε δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση του χώρου στην πιλοτή της οικοδομής με στοιχεία Ι-4, η οποία είχε μετατραπεί από αυτούς σε χώρο κύριας χρήσης, αφού ο ενάγων, μετά τη νομιμοποίησή του από τον ίδιο, τον κατείχε αποκλειστικά αυτός, εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους. Αντίθετη κρίση περί μη γνώσης αυτού ότι τα εν λόγω κτίσματα ήταν αυθαίρετα, δεν μπορεί να στηριχθεί στην κατάθεση της ως άνω μάρτυρός του, η οποία κατέθεσε ότι οι εναγόμενες τους έλεγαν ότι μπορούν να τα νομιμοποιήσουν γιατί είχαν δικαίωμα δόμησης, καθώς η κατάθεση αυτή δεν ενισχύεται από κανένα άλλο στοιχείο, αντίθετα η γνώση του ενάγοντος, τουλάχιστον για το κτίσμα του λεβητοστασίου, προκύπτει και από το γεγονός ότι στην 54/1998 οικοδομική του άδεια δεν απεικονίζεται το εν λόγω κτίσμα, η δε μάρτυράς του καταθέτει σχετικά με αυτό ότι, κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τους είπαν στην πολεοδομία ότι θα δείξουν ανοχή για το παλιό λεβητοστάσιο, γεγονός το οποίο υποδηλώνει τη γνώση του ενάγοντος για την ιδιότητα αυτού ως αυθαιρέτου. Ακόμη αποδείχθηκε ότι από το έτος 2000, που ο ενάγων ολοκλήρωσε την ανέγερση της δικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας στον τρίτο όροφο της οικοδομής, συνδέθηκε με το κεντρικό σύστημα θέρμανσης που στεγάζονταν στο προαναφερόμενο αυθαίρετο κτίσμα, κάνοντας χρήση αυτού συνεχώς μέχρι και το έτος 2006. Για πρώτη φορά ο ενάγων αντέδρασε στις ως άνω κατασκευές με σχετικές καταγγελίες στις αρμόδιες υπηρεσίες στις αρχές του έτους 2007, όταν προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την κατανομή των δαπανών του πετρελαίου θέρμανσης, οπότε και έπαυσε ο ενάγων να χρησιμοποιεί την κεντρική θέρμανση για το δικό του διαμέρισμα στον τρίτο όροφο της οικοδομής. Από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του ενάγοντος, που υποδηλώνει αποδοχή της δημιουργηθείσας κατάστασης, εύλογα δημιουργήθηκε στις εναγόμενες η πεποίθηση ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει οποιοδήποτε σχετικό δικαίωμά του, ώστε η μετά από αρκετό χρονικό διάστημα (δεκαετία) επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις γι' αυτές (εναγόμενες), ιδίως οικονομικής φύσης, ενώ ο ενάγων δεν υφίσταται ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις από τη διατήρηση της παραπάνω κατάστασης, αφού έχει κι αυτός τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον χώρο του λεβητοστασίου και της αποθήκης, ενώ μετά την τακτοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών σύμφωνα με το ν. 4173/2013 δεν παρεμποδίζεται η μεταβίβαση σε τρίτους της δικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η αξίωση που ασκεί ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή για καθαίρεση των παραπάνω κτισμάτων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός της και είναι γι'αυτό καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε (σιωπηρώς) την ανωτέρω ένσταση των εναγόμενων περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος αναφορικά με την κατασκευή των ως άνω κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και τον πρώτο όροφο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού λόγου (τρίτου κατά το οικείο σκέλος του) της έφεσης των εναγόμενων. Τέλος, με τον πρόσθετο λόγο έφεσης οι εναγόμενες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι, με την υποχρέωσή τους να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση κατεδαφίζοντας τα αυθαίρετα κτίσματα στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και τα κλεισμένα τμήματα της πιλοτής, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), επικαλούμενες ότι χάριν μιας συμφωνίας περί οριζοντίου ιδιοκτησίας που δεν τηρείται από κανένα συνιδιοκτήτη, αλλά επιδέχεται θεραπείας με νόμο του Κράτους, όπως είναι ο ν. 4173/2013 που ανέχεται τις αυθαιρεσίες προς χάριν του δημόσιου συμφέροντος και της ασφάλειας των συναλλαγών, θίγονται τα δικά τους περιουσιακά δικαιώματα, αφού η κατεδάφιση των ως άνω αυθαίρετων κατασκευών, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει τόσον τη στατικότητα της οικοδομής, όσον και θα τους εξοντώσει οικονομικά, αφού το κόστος κατεδάφισης είναι υψηλό και αδυνατούν να το καταβάλουν, σε συνδυασμό με το ότι έχουν ήδη υποβληθεί σε σημαντικές δαπάνες για την τακτοποίηση των ως άνω αυθαίρετων κατασκευών με βάση το ν. 4173/2013. Ο ισχυρισμός αυτός, που πλέον λυσιτελώς προβάλλεται μόνο αναφορικά με τη μετατροπή των χώρων στάθμευσης στην πιλοτή σε χώρο κύριας χρήσης (για τις κατασκευές στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής παρέλκει η έρευνα του εν λόγω ισχυρισμού μετά την παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως προς αυτές), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς η ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την καθαίρεση της ως άνω αυθαίρετης κατασκευής στην πιλοτή της οικοδομής, που γίνεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3741/1929, δεν αντιβαίνει στην θεσμοθετούμενη με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς η βλάβη που προκαλείται δεν είναι δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών, όπως είναι και ο ενάγων, να μην παραβλάπτεται δηλαδή ο συνήθης προορισμός της οικοδομής, καθώς και η χρήση εκ μέρους του των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών αυτής, ενόψει και του ότι η τακτοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής εκ μέρους των εναγόμενων, σύμφωνα με το ν. 4173/2014 έγινε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και εν γνώσει των εναγόμενων ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να διαταχθεί η κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, παραβλέποντας έτσι τον κίνδυνο να επωμισθούν το επικαλούμενο κόστος της κατεδάφισης. Επίσης από κανένα στοιχείο,δεν αποδείχθηκε ότι η κατεδάφιση της παραπάνω αυθαίρετης κατασκευής θα επηρεάσει την στατικότητα της όλης οικοδομής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, όσα δε σχετικά αναφέρονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις τελευταίες από 31-10-2016 τεχνική έκθεση - γνωμάτευση του μηχανικού Θ. Γ., ότι δηλαδή η πιλοτή της επίδικης οικοδομής που κατασκευάσθηκε με τον αντισεισμικό κανονισμό του 1959 και χωρίς τοιχεία μήκους 1,50 μέτρων, θεωρείται, σύμφωνα με τους ισχύοντες σήμερα κανονισμούς, μαλακός όροφος, και έτσι η αυθαίρετη κατασκευή ισόγειου διαμερίσματος στην πιλοτή μετατρέπει αυτήν (πιλοτή) σε κανονικό όροφο εξαφανίζοντας τον υφιστάμενο μαλακό όροφο και, συνεπώς η διατήρηση του αυθαίρετου διαμερίσματος στην πιλοτή δρα ευεργετικά στην οικοδομή σε περίπτωση σεισμού, δεν κρίνονται βάσιμα. Εξάλλου η εν λόγω οικοδομή κτισμένη με το σύστημα της πιλοτής από της ανεγέρσεώς της το έτος 1984 μέχρι το κλείσιμο της πιλοτής το έτος 2009, δηλαδή επί είκοσι πέντε (25) έτη, δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα στατικότητας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατασκευή των περιμετρικών τοίχων στον επίδικο χώρο με τσιμεντοσανίδες ενισχύει την αντοχή της όλης οικοδομής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε η καθαίρεσή τους θα δημιουργήσει πρόβλημα στατικότητας αυτής (οικοδομής). Τέλος το Δικαστήριο, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με το εν λόγω ζήτημα,, από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, και δεν κρίνει αναγκαία τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί ο κίνδυνος στη στατικότητα της οικοδομής από την καθαίρεση της παραπάνω κατασκευής. Πρέπει, συνεπώς, το υποβαλλόμενο σχετικό αίτημα των εναγόμενων να απορριφθεί ως αβάσιμο...". Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά τις άνω παραδοχές του, όπως ήδη αναφέρθηκε, δέχθηκε εν μέρει την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που δέχθηκε το αίτημα της αγωγής για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την άρση (εκ μέρους της πρώτης δεύτερης και τρίτης των εναγομένων των παρανόμων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και του πρώτου ορόφου), ήτοι α) του ισογείου κτίσματος, εμβαδού 24,91 τ.μ. και β) την προέκταση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 24,91 τμ. που λεπτομερώς περιγράφονται στην απόφαση αυτού κατ' ακριβή θέση και όρια. Στη συνέχεια το Εφετείο αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά το άνω μέρος, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό κατά παραδοχή της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησής της κατά το εν λόγω μέρος της.

Ήδη οι διάδικοι, με τις κρινόμενες αντίθετες αναιρέσεις τους, (οι εναγόμενες και με πρόσθετους λόγους) προσβάλλουν την άνω υπ'αριθμ. 86/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, για τους λόγους που αναφέρουν σ'αυτές και συγκεκριμένα: α) Ο ΕΝΑΓΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΩΝ, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, β) ΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΕΣ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΕΣ για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 10, 19 και 11γ του ίδιου ως άνω άρθρου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α, 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητας του επί των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, να κάνει απόλυτη χρήση τούτων και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών. Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων. Όμως, το με τέτοια συμφωνία παρεχόμενο σε συνιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει και εξουσία άρσης του προβλεπόμενου προορισμού του, αλλά η παραχώρηση αυτή και η αντίστοιχη χρήση θα γίνεται για τον προορισμό που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής (ΑΠ 603/2010). Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 38/2015, ΑΠ 639/2010).

Περαιτέρω στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του ν. 3741/1929 εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του ΓΟΚ στην προκειμένη δε περίπτωση των άρθρων 2 παρ. 22 και 8 παρ. 2 του ΓΟΚ/2000, με τις οποίες ορίζεται ότι κοινής χρήσεως χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου είναι οι χώροι που προορίζονται για χρήση από όλους τους ενοίκους του κτιρίου και ότι ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου πρέπει να είναι προσπελάσιμος από τους χώρους κοινής χρήσης του κτιρίου. Ειδικότερα, η εφαρμογή της πρώτης από τις πιο πάνω ρυθμίσεις προϋποθέτει στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων του ν. 3741/1929 ότι οι συγκεκριμένοι χώροι του οικοπέδου έχουν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι με τον υπάρχοντα κανονισμό, και εφ' όσον δεν υπάρχει κανονισμός ή κοινοχρησία προκύπτει από τη φύση του πράγματος και το σκοπό που αυτό υπηρετεί στη λειτουργία της οροφοκτησίας (ΑΠ 639/2010 ο.π.). Οι προαναφερόμενες συμφωνίες με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους. Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί "έχουν χαρακτήρα δουλείας", δηλαδή, χωρίς να είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 και 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων. Τέλος, η εκ των ως άνω άρθρων του νόμου 3741/1929 απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυωρόφου οικοδομής, υπαγομένης στο σύστημα της οριζοντίου ιδιοκτησίας του ανωτέρω νόμου και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινοχρήστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινοχρήστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής. Διότι, με τον τρόπο αυτόν, οι ανωτέρω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (ΑΠ 1300/2014) κοινοχρήστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Εξάλλου η αξίωση, με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί οριζοντίου ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής οικονομικά. Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος (ΑΠ 599/1995) ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 381/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α', λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή δηλαδή τον ερμήνευσε εσφαλμένα.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης' ή λόγου έφεσης. Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997). Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο σε δικονομικές πλημμέλειες, όπως είναι και η απαράδεκτη υποβολή νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (ΟλΑΠ 2/2005), ενώ οι ουσιαστικές ακυρότητες ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου (Ολ.ΑΠ 2/2001). Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση, όταν δε το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό που είχε προταθεί κατά τρόπο απαράδεκτο, θεμελιώνονται παράλληλα οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, απαράδεκτος είναι και ο ισχυρισμός που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 527 παρ. 1, 2 και 3 και 269 παρ. 2 εδ. α, β, γ και δ ΚΠολΔ. Ο διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής τού ισχυρισμού και να δέχεται ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι, και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο (1ο) αναιρετικό λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο αναφορικά με την γενόμενη δεκτή ένσταση των εναγομένων, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του και την εντεύθεν απόρριψη της αγωγής του, κατά το αίτημά της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την άρση των παρανόμων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της επίδικης οικοδομής και του πρώτου ορόφου αυτής. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται προς στοιχειοθέτηση του άνω λόγου ότι οι αναιρεσίβλητες δεν πρόβαλαν παραδεκτά τον ισχυρισμό αυτό (καταχρηστικής ασκήσεως), δηλαδή προφορικά, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με σαφή έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τον περί καταχρηστικής ασκήσεως ισχυρισμό τους, κατά δε τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προέβαλαν σαφώς περιστατικά που συνιστούν καταχρηστική, άσκηση, αλλ'ούτε ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής, για τον λόγο αυτό. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και συγκεκριμένα των πρακτικών, των προτάσεων - ανταγωγής των εναγομένων αλλά και του τρίτου λόγου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες, προέβαλαν, επιγραμματικά στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και με τις "προτάσεις-ανταγωγή" στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν στο Εφετείο, με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, αναφορικά με τον περί καταχρηστικής ασκήσεως ισχυρισμό τους σχετικά με αυθαίρετα κτίσματα στον ακάλυπτο χώρο της επίκοινης οικοδομής: Ειδικότερα οι εναγόμενες για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους αυτού επικαλέσθηκαν αναφορικά με τα κτίσματα στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής ότι: α) η κατασκευή του λεβητοστασίου και αποθήκης στο ισόγειο είχε κτισθεί από το έτος 1984 από τον αρχικό ιδιοκτήτη Β. Κ., πατέρα του ενάγοντος, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, για τη στέγαση των εγκαταστάσεων της κεντρικής θέρμανσης της οικοδομής και ανακατασκευάσθηκε από την πρώτη εναγόμενη το έτος 2001, όπως, το ίδιο έτος, κατασκευάσθηκε με έξοδα της ίδιας και το κτίσμα (επέκταση) του πρώτου ορόφου, προκειμένου να στεγασθούν σ' αυτό οι γονείς τους, επειδή ο ενάγων δεν τους επέτρεπε τη διαμονή τους στην νομιμοποιημένη θέση στάθμευσης στον χώρο της πιλοτής, που είχε διαμορφώσει ο Β. Κ. για να διαμένει ο ίδιος και η σύζυγος του. Ότι οι παραπάνω κατασκευές ήταν από την αρχή γνωστές στον ενάγοντα, ο οποίος επί μακρόν δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την ύπαρξή τους και επί πλέον από το έτος 2000 που ολοκλήρωσε την ανέγερση της δικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας στον τρίτο όροφο της οικοδομής έκαμε χρήση του κεντρικού συστήματος θέρμανσης μέχρι και το έτος 2006, δημιουργώντας εύλογα την εντύπωση σ' αυτές ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, β) ότι και ο ενάγων έχει προβεί σε αυθαίρετες κατασκευές στη δική του οριζόντια ιδιοκτησία ενώ αξιώνει την τήρηση της νομιμότητας από τις εναγόμενες. Αναφορικά δε με την μετατροπή στον ισόγειο χώρο της πιλοτής των θέσεων στάθμευσης υπό τα στοιχεία 1-1 και Ι-3 σε χώρο κύριας χρήσης επικαλέσθηκαν ότι: α) ο ενάγων γνώριζε και αποδέχθηκε ότι με την συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας στην πιλοτή της οικοδομής έγινε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα χρήσης της πιλοτής, ώστε το κλείσιμο των θέσεων στάθμευσης 1-1 και Ι-3 ουδόλως περιορίζει προηγούμενη δική του χρήση επ' αυτών, β) ότι ο ίδιος, παρότι, κατά την έκδοση της 54/1998 οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της δικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας, νομιμοποίησε την αυθαίρετη κατασκευή στη θέση στάθμευσης με στοιχείο Ι-4 (μετατροπή αυτής σε χώρο κύριας χρήσης) και έτσι συναίνεσε στη διατήρησή του, δεν αξιώνει την κατεδάφιση της αυθαίρετης αυτής κατασκευής, αλλά μόνο την αυθαίρετη κατασκευή στις θέσεις 1-1 και Ι-3, γ) ότι η πρώτη εναγόμενη, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (αρθρίτιδα), τα οποία την εμποδίζουν να χρησιμοποιεί τις σκάλες, αναγκάσθηκε να προβεί στην αυθαίρετη μετατροπή των ως άνω χώρων στάθμευσης, έχοντας την εντύπωση ότι ο ενάγων θα ανεχθεί τη μετατροπή αυτή, αφού ο ίδιος της απαγόρευσε να κάνει χρήση, της μετατραπείσας σε κύριο χώρο θέσης στάθμευσης με στοιχεία Ι-4 και δ) ότι και ο ενάγων έχει προβεί σε αυθαίρετες κατασκευές στη δική του οριζόντια ιδιοκτησία ενώ αξιώνει την τήρηση της νομιμότητας από τις εναγόμενες. Τα ως άνω επικληθέντα από τις αναιρεσίβλητες περιστατικά, τα οποία αυτές πρότειναν, κατά τα προαναφερόμενα, παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν με την έφεσή τους (3ο λόγο) ενώπιον του Εφετείου, με αίτημα την απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής (βλ. σελ. 25 των πρωτόδικων προτάσεών τους), συνιστούσαν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, αρκούσαν δε για να στηρίξουν την ένσταση αυτή την οποία δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο ήχθη σε ορθό πόρισμα εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αυτή (εκκαλούμενη απόφαση) έκανε δεκτό το αίτημα της αγωγής, για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την άρση των παράνομων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και του πρώτου ορόφου και απορρίπτοντας την αγωγή κατά το μέρος αυτό. Πρέπει να σημειωθεί ότι από την επί λέξει αναφορά στην 25η σελίδα των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ότι " ... τα παραπάνω γεγονότα καταδεικνύουν ότι καταχρηστικά ο ενάγων ασκεί στο σύνολο την αγωγή του" σε συνδυασμό με το σύνολο των επικληθέντων από αυτές περιστατικών που αναφέρονται σ'αυτές και στον τρίτο λόγο της έφεσής τους, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες παραδεκτά επικαλέσθηκαν καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ως προς την αυθαίρετη επέκταση του πρώτου ορόφου και με βάση την άνω επίκληση το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση αυτή (καταχρηστικής άσκησης).

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των επικληθέντων, από τις αναιρεσίβλητες, περιστατικών, σε συνδυασμό και με το σύνολο των παραδοχών του, αναφορικά με την προβληθείσα από τις εναγόμενες - αναιρεσίβλητες ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε καταλήγοντας σε ορθό πόρισμα.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερο τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης του ενάγοντος, με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις (εκ των αριθμ. 14, 8, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αντιστοίχως), είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

ΕΠΙ ΤΗΣ ΥΠ'ΑΥΞ. ΑΡΙΘΜΟ ΕΚΘΕΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ 27/26-7-2017 ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και το ένα τμήμα του μοναδικού λόγου των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, την αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου) και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αναφορικά με το προσβαλλόμενο κεφάλαιο που αφορά καταχρηστική συμπεριφορά του ενάγοντος ως προς την αξίωση του, να καθαιρέσουν τους χώρους που ανεγέρθησαν στις θέσεις στάθμευσης της επίδικης οικοδομής με στοιχεία Ι1 και Ι2. Ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που αυτές επικαλέσθηκαν, αναφορικά με τη μετατροπή των θέσεων αυτών, στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα, δέχθηκε δηλαδή, ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, έναντι των εναγομένων - αναιρεσειουσών δεν υπήρξε τέτοια ώστε να δημιουργήσει στις τελευταίες (αναιρεσείουσες) την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμά του. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ενήργησαν στους ανοικτούς χώρους στάθμευσης (η πρώτη και η δεύτερη των αναιρεσειουσών) με την ανέγερση του χώρου Ι, και Ι2 της πιλωτής, τον οποίο μέχρι την άσκηση της αγωγής αλλά και μέχρι την έκδοση της 295/2015 πρωτόδικης απόφασης θεωρούσαν αποκλειστικής κυριότητος και όχι κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο, τελούσαν δε με την πεποίθηση ότι είναι κυρίες των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αφού υπήρχαν επί του άνω χώρου, νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια.

Ο άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείουσες, με την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. βάλλουν κατά της ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αναφορικά με την απορριφθείσα από το Εφετείο ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, σε σχέση με την μετατροπή των χώρων στάθμευσης στην πυλωτή με στοιχεία Ι1 και Ι2 σε κύριο χώρο. Σε κάθε περίπτωση ο άνω λόγος του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι έτσι που έκρινε το εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμη την παραπάνω ένσταση, με τις αντίθετες περί τούτου παραδοχές του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ένστασης, ως προς τα παραπάνω κεφάλαια.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμ. 10 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην κρίση περί της ενστάσεως καταχρηστικότητας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ότι η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στο συμπέρασμα αναποδείκτως ότι η έκδοση της υπ'αριθμ. 54/1998 οικοδομικής άδειας προϋπέθετε τη νομιμοποίηση της θέσης Ι4 και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ως προς την αξίωση του αναιρεσειβλήτου - ενάγοντος να καθαιρέσουν τους χώρους επί των θέσεων Ι1 και Ι2, ενώ έπρεπε να κάνει δεκτή την ένσταση αυτή σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και σε σχέση με τους χώρους της πυλωτής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο προέβη στην κρίση αναφορικά με την παραπάνω αιτίαση, επί λέξει, ως εξής: "Επίσης από το γεγονός ότι, ο ενάγων πράγματι προέβη στη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής σε χώρο της πιλωτής ήτοι της μετατροπής της θέσης στάθμευσης Ι4 σε χώρο κύριας χρήσης προκειμένου να επιτύχει την έκδοση της 54/1998 οικοδομικής άδειας για την ανέγερση του τρίτου ορόφου της οικοδομής δεν μπορεί να συναχθεί η κρίση ότι με τη συμπεριφορά του αυτή δημιούργησε εύλογα την εντύπωση στις εναγόμενες ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, καθώς η αυθαίρετη αυτή μετατροπή είχε γίνει από τον πατέρα του και η νομιμοποίησή της ήταν προϋπόθεση για την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Αντίθετα, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που οι αναιρεσείουσες πρόβαλαν σε σχέση με τους χώρους της πιλοτής, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά στην παρούσα απόφαση χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ'ουσία διάγνωση της προκείμενης διαφοράς μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι νόμιμα προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους φωτογραφίες, όπως τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση περί τούτου.

Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και το δεύτερο τμήμα του μοναδικού λόγου αναίρεσης των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και επαρκούς αιτιολογίας κατά την κρίση της επί του ισχυρισμού περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και επί της ενστάσεως καταχρηστικότητας (αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα ακόλουθα: Αναιτιολόγητα η αναιρεσιβαλλόμενη απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και συνάγει ότι "η βλάβη που προκαλείται δεν είναι δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών, όπως είναι και ο ενάγων να μην παραβλάπτεται δηλαδή ο συνήθης προορισμός της οικοδομής, καθώς και η χρήση εκ μέρους του των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών αυτής..." [15ο φύλλο της αναιρεσιβαλλομένης στιχ. 1-3]. Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη αγνόησε όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν και τα οποία αποδεικνύουν την επαχθέστερη βλάβη που προκύπτει σε σχέση με την επιδιωκόμενη εκ του νόμου ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών. Ότι, με τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως ο οποίος προβλήθηκε παραδεκτώς, κατέδειξαν τα εξής: α) Την καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν αξιώνει την κατεδάφιση όλων των αυθαιρέτων κατασκευών της οικοδομής (άρα και του τρίτου ορόφου επί της δικής του ιδιοκτησίας ζήτημα για το οποίο έχουν κινηθεί ήδη δικαστικά, και της θέσης στάθμευσης υπό στοιχείο Ι4), ότι και ο ίδιος παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και αποδεικνύει αντισυμβατική συμπεριφορά, β) Την υπ' αρ. ...89/24-1-2014 δήλωση ένταξης στο ν. 4178/2013 του Μηχανικού Θ. Γ. φύλλο καταγραφής #4 (σχ. 21 πρωτόδικων προτάσεων), που αφορά στο κτίσμα αποτελούμενο από αποθήκη και λεβητοστάσιο συνολικού εμβαδού 27,67 τμ και το κτίσμα συνολικού εμβαδού 27,67 αποτελούμενο από χώρο κύριας χρήσης και χώρο βοηθητικής χρήσης, και την υπ' αρ. ...89/24-1-2014 δήλωση ένταξης στο ν. 4178/2013 του Μηχανικού Θ. Γ. φύλλο καταγραφής #1 (σχετικό 21 & 27 πρωτόδικων προτάσεων). Το τελευταίο φύλλο καταγραφής #1 αφορά στη ρύθμιση της αυθαίρετης κατασκευής στην πυλωτή για την οποία ασκούν την κρινόμενη αναίρεση. Για το σύνολο των αυθαιρεσιών έχουμε αποδεδειγμένα με τα σχετικά προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα με τις προτάσεις της εφέσεως, καταβάλλει το ποσό των 12.090,55 ευρώ, όπως προκύπτει από τον υπολογισμό ειδικού προστίμου της δήλωσης ένταξης στην αρχική ρύθμιση με βάση το νόμο 3843/2010 ποσού 2296,00 ευρώ έναντι προστίμου, από τη βεβαίωση δήλωση ένταξης υπό τον ισχύοντα νόμο 4178/2013 ποσού 8807,54 ευρώ έναντι προστίμου, από το ποσό 500,00 ευρώ έναντι τέλους υπαγωγής, πλέον ποσού 15,00 ευρώ ως ποσοστό ανταπόδοσης TEE, από την αμοιβή ύψους 286,01 ευρώ της μηχανικού, Δ. Κ. για την τακτοποίηση υπό τον προϊσχύσαντα νόμο 3843/2010 (σχετ. 6 των προτάσεων εφέσεως) και την αμοιβή του μηχανικού Θ. Γ. για την τακτοποίηση όλων των αυθαιρέτων επίδικων κτισμάτων υπό το ισχύον καθεστώς ύψους 150 ευρώ πλέον ΦΠΑ και συνολικής αμοιβής 186,00 ευρώ, γ) Την άσχημη κατάσταση της υγείας της πρώτης εξ αυτών η οποία τον ώθησε να καταφύγει στο κλείσιμο της θέσης στάθμευσης υπό στοιχείο 11 και μέρος της υπό στοιχείο 12. Συγκεκριμένα, από το 1999 είχε διαγνωσθεί αρχόμενη εκφυλιστική αρθρίτιδα που αφορά και τα δύο γόνατα (υπ' αρ. πρωτ. 21542/1999 πιστοποιητικό νοσηλείας του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου …(εφεξής ….) (σχετ. 8 προτάσεων εφέσεως). δ) Τη δημιουργία οικογένειας για την δεύτερη και τρίτη εξ αυτών και τη γέννηση θυγατέρων με διαφορά ημερών για αμφότερες. Ότι η δεύτερη και τρίτη εξ αυτών είναι άνεργες καθώς και ο σύζυγος της δεύτερης εξ αυτών, Σ. Μ. είναι επίσης άνεργος, και ε) Το γεγονός ότι η πρώτη εξ αυτών λαμβάνει σύνταξη ύψους 767,96 ευρώ και ο σύζυγός της λαμβάνει σύνταξη 429,54 ευρώ, με τις οποίες (συντάξεις) συντηρούν τρεις οικογένειες, (τη δική τους και των θυγατέρων τους), ενώ οι οριζόντιες ιδιοκτησίες επί της οικοδομής της ... .... είναι οι μόνες που μπορούν να χρησιμεύσουν ως κύριες κατοικίες για τις οικογένειες εξ αυτών και τη μητέρα τους Φ., όπως προκύπτει και από τα Ε9 όλων των μελών των τριών οικογενειών ήτοι της πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εξ αυτών (σχετ., 16α-ζ προτάσεων της έφεσης).

Ότι η κατεδάφιση των αυθαιρέτων που αξιώνει ο ενάγων και έκανε δεκτό η αναιρεσιβαλλόμενη υπερακοντίζει το σκοπό για τον οποίον τέθηκαν οι διατάξεις περί οριζοντίων ιδιοκτησιών. 'Οτι τυχόν κατεδάφιση ορισμένων μόνο αυθαιρέτων της οικοδομής επί της ... και δη των αυθαίρετων κτισμάτων της πυλωτής και συγκεκριμένα στη θέση 11 και 12 δεν υπηρετεί τον σκοπό των διατάξεων περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αφού θα εξακολουθεί να υφίσταται αντισυμβατική συμπεριφορά ενός εκ των συνιδιοκτητών δηλαδή του ενάγοντος όχι μόνον ως προς τις αυθαιρεσίες της δικής του ιδιοκτησίας επί του τρίτου ορόφου, που δεν αφορούν στην παρούσα δίκη και επί των οποίων έχουν ήδη κινηθεί δικαστικά, αλλά κυρίως διότι με το κλείσιμο της θέσης στάθμευσης υπό στοιχείο Ι4 παραμένει το πρόβλημα αερισμού της οικοδομής και απόκλιση από την κατά προορισμό χρήση της ως θέσης στάθμευσης, αφού κοινόχρηστος χώρος στην πυλωτή έχει κλειστεί και χρησιμοποιείται ως χώρος κύριας χρήσης. Περαιτέρω, οι χώροι της πυλωτής πέραν της νομιμοποιημένης θέσης Ι4 συνιστούσαν αυτοτελείς χώρους χωριστής ιδιοκτησίας και ο αντίδικος ήδη έχει αναφερθεί ότι αποδεδειγμένα το γνώριζε αυτό και ουδέποτε έκανε χρήση των θέσεων Ι1 - Ι3. Ότι, κατά την εξέταση της stricto sensu εξέταση της αρχής της αναλογικότητας και της στάθμισης κόστους - οφέλους κατά τον περιορισμό των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών του αρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος προκύπτει ότι η βλάβη που θα υποστούν είναι επαχθέστερη από την προσδοκία του αντιδίκου να κάνει χρήση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, λαμβανομένου υπόψη ότι τελεσιδίκως έχει κριθεί ότι οι θέσεις Ι1 και Ι3 συνιστούν παρακολουθήματα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και η θέση Ι2 παρακολούθημα του δευτέρου ορόφου. Ότι ποτέ στο παρελθόν ο ενάγων δεν θεώρησε κοινόχρηστους και κοινόκτητους τους χώρους στην πιλοτή (αφού και τη θέση Ι4 την εκμίσθωνε προς ίδιον όφελος και απαγόρευε τη χρήση της από αυτούς τους υπολοίπους συνιδιοκτήτες), αλλά και με την τελεσιδικία της υπ' αρ. 295/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και εφεξής οι χώροι των θέσεων Ι1-Ι3 συνιστούν χώρους αποκλειστικής χρήσης. Η εν λόγω αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης προκειμένου να κρίνει ότι το όφελος του αντιδίκου κρίνεται μεγαλύτερο από την βλάβη κατεδάφισης του κλεισμένου χώρου της πιλοτής είναι ανεπαρκής και αντιφατική σε σχέση με την κρίση που η ίδια διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση δεχόμενη την αποκλειστική χρήση των εν λόγω χώρων της πιλοτής. Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη χωρίς αιτιολογία κρίνει αβάσιμη την από 31-10-2016 τεχνική έκθεση - γνωμάτευση του μηχανικού Θ. Γ., την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως με τις προτάσεις της εφέσεώς τους και κατά την οποία η διατήρηση του αυθαιρέτου διαμερίσματος στην πιλοτή δρα ευεργετικά στην οικοδομή σε περίπτωση σεισμού, αφού συνιστά εξειδικευμένη γνώση και άποψη και η οποία δεν αντικρούσθηκε από τον αντίδικο με αντίστοιχη τεχνική έκθεση ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Στερείται συνοχής και αιτιολογίας η πληττομένη, τεκμαίρουσα ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας αναφορικά με τη μετατροπή των χώρων στάθμευσης στην πιλοτή και την καθαίρεση αυτών.

Αναιτιολογήτως η αναιρεσιβαλλομένη συνάγει: "Επίσης από το γεγονός ότι, ο ενάγων, πράγματι, προέβη στη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής στον χώρο της πιλοτής ήτοι της μετατροπής της θέσης στάθμευσης Ι-4 σε χώρο κύριας χρήσης, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση της 54/1998 οικοδομικής άδειας για την ανέγερση του τρίτου ορόφου της οικοδομής, δεν μπορεί να συναχθεί η κρίση ότι με τη συμπεριφορά του αυτή δημιούργησε εύλογα την εντύπωση στις εναγόμενες ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, καθώς η αυθαίρετη αυτή μετατροπή είχε γίνει από τον πατέρα του και η νομιμοποίησή της ήταν προϋπόθεση για την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής αδείας". Ότι γνώριζε ο ενάγων ότι ελάμβανε ποσοστά εξ αδιαιρέτου με το δικαίωμα να κτίσει τον τρίτο όροφο και μόνο και ότι δεν είχε δικαίωμα χρήσης της πυλωτής. Η αντικειμενική δε αξία της γονικής παροχής προσδιορίσθηκε μόνο επί των 200/1000 εξ αδιαιρέτου και δεν ήταν προσαυξημένη ως προς την κρίση θέσεων στάθμευσης.

Ο προαναφερόμενος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείουσες με την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., βάλλουν κατά της ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αναφορικά με την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου επί του ισχυρισμού περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και επί της ενστάσεως καταχρηστικότητας, όπως και οι ίδιες αναφέρουν στην αρχή του άνω λόγου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη όλα όσα αναφέρουν οι αναιρεσείουσες (ήδη αναφέρθηκαν) και με επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε ορθό πόρισμα, αντίθετο με εκείνο που κατά την άποψη των αναιρεσειουσών αυτές θεωρούν ορθό. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω επικληθέντα και προσκομισθέντα υπ'αυτών έγγραφα (αιτίαση εκ του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) και κατέληξε σε απορριπτικό πόρισμα αναφορικά με τους ισχυρισμούς της περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, κατά το μέρος που αυτός απερρίφθη από το Εφετείο.

Συγκεκριμένα προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί: 1) το υπ' αρ. …19/2-10-1984 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Χ. Γ., 2) το υπ' αρ. …63/5-12-2003 συμβόλαιο, νομίμως μεταγραμμένο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, 3) το υπ'αρ. …37/23-8-2006 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χ. Τ., 4) την υπ'αρ. …82/1998 δήλωση που υπέγραψε η πρώτη ενώπιον της συμβολαιογράφου Β. Π. – Δ., 5) την υπ' αρ. ...89/24-1-2014 δήλωσης ένταξης στο ν. 4178/2013 του Μιχανικού Θ. Γ., 6) τον υπολογισμό ειδικού προστίμου που περιλαμβάνεται στη δήλωση ένταξης στην αρχική ρύθμιση με βάση το νόμο 3843/2010, 7) την καταβολή ποσού 8807,54 ευρώ έναντι προστίμου, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση δήλωσης ένταξης υπό τον ισχύοντα νόμο 4178/2013, πλέον καταβολής ποσού 500,00 ευρώ έναντι τέλους υπαγωγής, πλέον καταβολής ποσού 15.00 ευρώ ως ποσοστό ανταπόδοσης ΤΕΕ, για το σύνολο των αυθαιρεσιών, 8) την καταβολή αμοιβής ύψους 286,01 ευρώ της μηχανικού Δ. Κ. για την τακτοποίηση της πιλοτής υπό τον προισχύσαντα νόμο 3843/2010, 9) το υπ'αρ. πρωτ. …42/1999 πιστοποιητικό νοσηλείας του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου, 10) το υπ' αρ. πρωτ. 09905/2016/7952/26-8-2016 πιστοποιητικό της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, 11) την υπ' αρ. 22/2016/ 000028.../26-1-2016 βεβαίωση του ΟΑΕΔ, 12) το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης Οκτωβρίου και τη βεβαίωση μερισμάτων που καταβλήθηκαν από 1/1/2015 έως 31/12/2015.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, αλλά κατέληξε σε διάφορο αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει: Α) Να απορριφθεί η με αυξ. αριθμό κατάθεσης 29/28-7-2017 αίτηση του ενάγοντος για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως αβάσιμη, Β) να απορριφθεί η υπ αυξ. αριθμό καταθέσεως 27/26-7-2017 αίτηση των εναγομένων για αναίρεση της ίδιας παραπάνω απόφασης καθώς και οι παραδεκτά ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής με αυξ. αριθμό καταθέσεως 33/20-3-2018, Γ) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο και Δ) να καταδικαστούν α) ο αναιρεσείων της υπ' αυξ. αριθμ. Κατάθεσης 29/2017 λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις κατά το βάσιμο περί τούτο αίτημα των τελευταίων, Ε) να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες της υπ'αυξ. αριθμ. κατάθεσης 27/26-7-2017 αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παράγραφος 1 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων τις υπ' αξ. αριθμ. καταθ. 29/28-7-2017 και με αυξ. αριθμ. κατάθ. 27/26-7-2017 αιτήσεις του ενάγοντος και των εναγομένων αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και τους πρόσθετους λόγους τής αναίρεσης των εναγομένων με αριθμ. κατάθεσης 33/2018.

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 29/28-7-2017 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα ευρώ (450) στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της παραπάνω αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την υπ' αυξ. αριθμ. κατάθεσης 27/26-7-2017 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Want to see comments? Unfortunately this feature requires cookies currently not allowed by your settings. You may click here to change them if you wish to use this feature.

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.



Σχετικές ειδήσεις άρθρα


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης