Αποτελέσματα live αναζήτησης

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα

Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-08-2019 ]
Κατηγορία: Οργάνωσης - Επιχειρησιακού Σχεδιασμού

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου
Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ-ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Γενικά

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος, οι Δήμοι έχουν κατά τεκμήριο την αρμοδιότητα νια τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, η οποία (αρμοδιότητα) ασκείται εντός του θεσμικού πλαισίου που ορίζει το Κράτος με τυπικούς νόμους. Το Κράτος οφείλει να παρέχει ένα ολοκληρωμένο πλέγμα διατάξεων για την τοπική αυτοδιοίκηση που θα αποτρέπει την αδυναμία διοίκησης και την ακυβερνησία και, κατ" ακολουθία, θα εξασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Υπό αντίθετη εκδοχή, ανακύπτει ζήτημα καταστρατήγησης της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής.

Με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 επ. του ν. 4555/2018 (Α' 133) εισήχθη η αναλογική κατανομή των εδρών των δημοτικών - περιφερειακών συμβουλίων που προέκυψαν από τις εκλογές της 26ης Μαΐου 2019. Από την εφαρμογή του συστήματος αυτού, σε διακόσιους τριάντα έναν (231) από τους τριακόσιους τριάντα δύο (332) δήμους, οι εκλεγμένοι δήμαρχοι με βάση τα αποτελέσματα της κάλπης δεν διαθέτουν την πλειοψηφία των δημοτικών συμβουλίων των δήμων τους οποίους θα κληθούν να διοικήσουν. Μάλιστα, σε εξήντα εννέα (69) εξ αυτών στον β' γύρο της εκλογικής διαδικασίας εξελέγη τελικά ο δεύτερος εκ των δύο αντιπάλων, με αποτέλεσμα η παράταξη του δημάρχου να έχει λιγότερους δημοτικούς συμβούλους από ότι η παράταξη του υποψηφίου που πλειοψήφησε κατά τον α' γύρο.

Κατά την κατάρτιση των προρρηθεισών διατάξεων, δεν ελήφθη υπόψη ότι ο δήμαρχος και ο περιφερειάρχης διαθέτουν άμεση λαϊκή νομιμοποίηση, ως οι αρχηγοί του συνδυασμού που πλειοψήφησε, και η νομιμοποίηση αυτή αποτελεί λαϊκή εντολή για την εφαρμογή του προγράμματος που εξήγγειλαν, το οποίο και εγκρίθηκε από την τοπική κοινωνία διά της ψήφου. Το σύνολο των διατάξεων του ν. 4555/2018 δημιουργεί μία πρωτοφανή ανακολουθία μεταξύ της εκπεφρασμένης λαϊκής βούλησης στο πρόσωπο του εκλεγμένου δημάρχου/περιφερειάρχη και της κατανομής των εδρών στα οικεία συμβούλια, καθιστώντας τον αιρετό άρχοντα έρμαιο μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και παράλληλα εργαλειοποιώντας την τοπική αυτοδιοίκηση στα πλαίσια παρωχημένων κομματικών αντιλήψεων και ενός στρεβλού τρόπου λειτουργίας των οικείων συμβουλίων.

Η πραγματικότητα αυτή εκφεύγει από την όποια πρόθεση του νομοθέτη να εισάγει «αναλογικό εκλογικό σύστημα» στους ΟΤΑ, διότι η αδυναμία λειτουργίας των δημοτικών και περιφερειακών υπηρεσιών ακυρώνει στην πράξη την συνταγματική επιταγή για τη «διοίκηση των τοπικών υποθέσεων». Προς τούτο, η παρούσα νομοθετική παρέμβαση κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνυφαίνεται με την αδήριτη ανάγκη προστασίας της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτοδιοίκητης λειτουργίας των ΟΤΑ και της απρόσκοπτης άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, που σαφώς υπερτερούν -και σε κάθε περίπτωση προέχουν- από την επιλογή του τρόπου λειτουργίας και τις αρμοδιότητες των συλλογικών οργάνων των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Περαιτέρω, ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρύ, κατ' αρχήν, περιθώριο εκτιμήσεως των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν κάθε φορά, για τον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου οι ΟΤΑ διοικούνται και ασκούν τις αρμοδιότητές τους, πάντοτε προς την εξασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής τους λειτουργίας (βλ. Στ Ε Ολ 3684/2009). Επιπλέον, έχει κριθεί ότι ο χαρακτηρισμός των υποθέσεων ως τοπικών ή κρατικών ανήκει στον νομοθέτη, ο οποίος μπορεί, με βάση τις εκάστοτε αντιλήψεις του, να μεταβάλει άποψη και να προβαίνει σε επανακαθορισμό των υποθέσεων που ανήκουν στην κεντρική διοίκηση και στην τοπική αυτοδιοίκηση, η δε κρίση του αυτή υπόκειται σε οριακό ακυρωτικό έλεγχο (βλ. ΣτΕ2979/2017, 819/2013, 3444/1998 Ολ.). Εξ άλλου, δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα η σύσταση συγκεκριμένων οργάνων στους ΟΤΑ, ούτε η άσκηση από αυτά ενός ελαχίστου αποφασιστικών ή γνωμοδοτικών αρμοδιοτήτων. Τα οργανωτικά αυτά ζητήματα ανήκουν στην ευχέρεια του κοινού νομοθέτη (βλ. ΣτΕ 702/2019 Δ' Τμήμα). Επιπλέον, από τις ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη δεν ανακύπτει ζήτημα αντίθεσης στα άρθρα 26 και 102 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, οι οποίες πάντως ορίζουν ότι η εξουσία των ΟΤΑ να αποφασίζουν για τις υποθέσεις της τοπικής κοινωνίας ευρίσκει όριο στο νόμο (βλ. ΣτΕ 15/2015 Ολ.).

Μετά τη στάθμιση όλων των προλεχθέντων και προκειμένου αποφευχθούν φαινόμενα ακυβερνησίας των ΟΤΑ α' και β' βαθμού που θα οδηγούσαν σε πρωτοφανή δυσλειτουργία της διοίκησης των δήμων και των περιφερειών και για να αποκατασταθεί-στο μέτρο του δυνατού- η ανακολουθία που προέκυψε μεταξύ της εκπεφρασμένης λαϊκής βούλησης και της κατανομής των εδρών των δημοτικών/περιφερειακών συμβουλίων της χώρας, με τις προτεινόμενες διατάξεις εισάγεται ένα πρώτο πλέγμα άμεσης αντιμετώπισης της ανακύψασας προβληματικής κατάστασης, προ της εγκατάστασης των νέων αιρετών αρχών.

Επί των άρθρων

Άρθρο 1

Ορίζεται ότι δύο ή περισσότερες δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις μπορούν να συμπράξουν, εφόσον μια από αυτές είναι η παράταξη με την οποία έχει εκλεγεί ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης. Το πρακτικό για τη σύμπραξη υποβάλλεται οποτεδήποτε εντός της θητείας των αιρετών αρχών και δεν ανακαλείται, συνυπογράφεται τουλάχιστον από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών των παρατάξεων που θα συνενωθούν και κατατίθεται στον πρόεδρο του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, αντίστοιχα. Εάν δεν έχει εκλεγεί προεδρείο, η αίτηση υποβάλλεται στον σύμβουλο του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου.

Η επικύρωση του πρακτικού εκδίδεται αμελλητί από τον πρόεδρο του οικείου συμβουλίου ή, σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί πριν από την εκλογή προεδρείου, από τον σύμβουλο του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου. Από την κατάθεση του πρακτικού κατά το προηγούμενο εδάφιο, η νέα παράταξη λειτουργεί ως ενιαία παράταξη και εισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμπραττουσών παρατάξεων. Λογίζεται δε, ως η παράταξη με την οποία έχει εκλεγεί ο δήμαρχος ή ο περιφερειάρχης για να καταστεί εφικτή η συγκρότηση των συλλογικών οργάνων.

Τέλος, σε περίπτωση αναπλήρωσης δημοτικού ή περιφερειακού συμβούλου, ο οποίος ανήκει σε παράταξη η οποία συνέπραξε, ο αναπληρών δημοτικός ή περιφερειακός σύμβουλος προέρχεται από την παράταξη στην οποία ανήκε ο αντικαθιστάμενος προ της σύμπραξης και καθίσταται αυτοδικαίως μέλος της νέας παράταξης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται το άρθρο 55 και 157 του ν. 3852/2010 (Α' 87), όπως ισχύει, περί της αντικατάστασης και αναπλήρωσης μελών των αιρετών συμβουλίων. Υφιστάμενες διατάξεις περί συνενώσεων καταργούνται.
 

Άρθρο 1
Σύμπραξη δημοτικών και περιφερειακών παρατάξεων

1. Η παράγραφος 7 του άρθρου 66 του ν. 3852/2010 (Α' 87) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 73 του ν. 4555/2018 (Α' 133), αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Δύο ή περισσότερες δημοτικές παρατάξεις μπορούν να συμπράττουν, εφόσον μια από αυτές είναι η παράταξη με την οποία έχει εκλεγεί ο δήμαρχος. Το πρακτικό για τη σύμπραξη υποβάλλεται οποτεδήποτε εντός της θητείας της δημοτικής αρχής και δεν ανακαλείται, συνυπογράφεται δε τουλάχιστον από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών των παρατάξεων που θα συμπράξουν και κατατίθεται στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Εάν δεν έχει εκλεγεί προεδρείο, το πρακτικό υποβάλλεται στον σύμβουλο του συνδυασμού με τον οποίο εξελέγη ο δήμαρχος και που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου. Η επικύρωση του πρακτικού συντελείται αμελλητί από τον πρόεδρο του συμβουλίου ή, σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί πριν από την εκλογή προεδρείου, από τον σύμβουλο του συνδυασμού με τον οποίο εξελέγη ο δήμαρχος και που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου. Από την κατάθεση του πρακτικού, οι συμπράττουσες παρατάξεις λογίζονται ενιαία παράταξη, η οποία εισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμπραττουσών παρατάξεων και λογίζεται ως η παράταξη με την οποία εξελέγη ο δήμαρχος, για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Σε περίπτωση αναπλήρωσης δημοτικού συμβούλου, ο οποίος ανήκει σε παράταξη η οποία συνέπραξε, τη θέση του καταλαμβάνει κατά τη διαδικασία του άρθρου 55 του ν. 3852/2010, ο επόμενος κατά σειρά αναπληρωματικός δημοτικός σύμβουλος του ιδίου συνδυασμού της ίδιας εκλογικής περιφέρειας, σύμφωνα με την απόφαση επικύρωσης της εκλογής από το αρμόδιο πρωτοδικείο, ο οποίος και καθίσταται αυτοδικαίως μέλος της νέας παράταξης».
2. Η παράγραφος 12 του άρθρου 168 του ν. 3852/2010 (Α' 87), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 101 του ν. 4555/2018 (Α' 133), αντικαθίσταται ως εξής:
«12. Δύο ή περισσότερες περιφερειακές παρατάξεις μπορούν να συμπράττουν, εφόσον μια από αυτές είναι η παράταξη με την οποία έχει εκλεγεί ο περιφερειάρχης. Το πρακτικό για τη σύμπραξη υποβάλλεται οποτεδήποτε εντός της θητείας της περιφερειακής αρχής και δεν ανακαλείται, συνυπογράφεται δε τουλάχιστον από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών των παρατάξεων που θα συμπράξουν και κατατίθεται στον πρόεδρο του περιφερειακού συμβουλίου. Εάν δεν έχει εκλεγεί προεδρείο, το πρακτικό υποβάλλεται στον σύμβουλο του συνδυασμού με τον οποίο εξελέγη ο περιφερειάρχης και που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου. Η επικύρωση του πρακτικού συντελείται αμελλητί από τον πρόεδρο του συμβουλίου ή, σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί πριν από την εκλογή προεδρείου, από τον σύμβουλο του συνδυασμού με τον οποίο εξελέγη ο περιφερειάρχης και που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου. Από την κατάθεση του πρακτικού οι συμπράττουσες παρατάξεις λογίζονται ενιαία παράταξη η οποία εισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμπραττουσών παρατάξεων και λογίζεται ως η παράταξη με την οποία εξελέγη ο περιφερειάρχης, για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Σε περίπτωση αναπλήρωσης περιφερειακού συμβούλου, ο οποίος ανήκει σε παράταξη η οποία συνέπραξε, τη θέση του καταλαμβάνει κατά τη διαδικασία του άρθρου 157 του ν. 3852/2010, ο επόμενος κατά σειρά αναπληρωματικός περιφερειακός σύμβουλος του ιδίου συνδυασμού της ίδιας εκλογικής περιφέρειας, σύμφωνα με την απόφαση επικύρωσης της εκλογής από το αρμόδιο πρωτοδικείο, ο όποιος και καθίσταται αυτοδικαίως μέλος της νέας παράταξης».



Άρθρο 2

Στο πλαίσιο ενίσχυσης της κυβερνησιμότητας, αλλά και της χάραξης και υλοποίησης της πολιτικής για την οποία εξελέγη ο δήμαρχος ή ο περιφερειάρχης, ορίζεται ότι η πλειοψηφία των μελών της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής προέρχεται από το συνδυασμό με τον οποίο εξελέγη ο δήμαρχος ή ο περιφερειάρχης και εισάγεται νέα αναλογική διαδικασία εκλογής των μελών.
Εκτιμάται δε, ότι η νέα διαδικασία εκλογής είναι η πλέον ευέλικτη και αποτυπώνει στον βέλτιστο βαθμό τη λαϊκή ετυμηγορία. Ειδικά για τον α' βαθμό της τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται το ασυμβίβαστο της θέσης του προέδρου με την ιδιότητα του μέλος στις επιτροπές αυτές.
 

Άρθρο 2
Συγκρότηση - Εκλογή Οικονομικής Επιτροπής και Επιτροπής Ποιότητας Ζωής

1. Το άρθρο 74 του ν. 3852/2010 (Α' 87) αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 74 Συγκρότηση και εκλογή οικονομικής επιτροπής και επιτροπής ποιότητας ζωής
1. Η οικονομική επιτροπή και η επιτροπή ποιότητας ζωής αποτελούνται από τον δήμαρχο ή τον οριζόμενο από αυτόν αντιδήμαρχο ως πρόεδρο, από δύο (2) ακόμη αντιδημάρχους ως μέλη οριζόμενα από το δήμαρχο και από τέσσερα (4) μέλη, αν το συμβούλιο έχει έως και είκοσι επτά (27) μέλη, έξι (6) μέλη, αν το συμβούλιο έχει έως και σαράντα πέντε (45) μέλη και οκτώ (8) μέλη, αν το συμβούλιο έχει πάνω από σαράντα πέντε (45) μέλη. Τα μη οριζόμενα μέλη των επιτροπών εκλέγονται από το δημοτικό συμβούλιο. Από τα εκλεγόμενα μέλη των επιτροπών, τουλάχιστον ένα (1) μέλος στις επταμελείς, δύο (2) μέλη στις εννεαμελείς καιτρία (3) μέλη στις ενδεκαμελείς επιτροπές προέρχονται υποχρεωτικά από την παράταξη με την οποία εξελέγη ο δήμαρχος.
2. Η θητεία της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής είναι διετής. Το δημοτικό συμβούλιο, μετά την εκλογή του προεδρείου κατά τις ημερομηνίες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 64 και κατά τη διάρκεια της ίδιας συνεδρίασης, εκλέγει μεταξύ των μελών του με μυστική ψηφοφορία τα μέλη της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής, με τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
3. Για τον υπολογισμό των μελών κάθε παράταξης στην οικονομική επιτροπή και στην επιτροπή ποιότητας ζωής διαιρείται ο συνολικός αριθμός των μελών του δημοτικού συμβουλίου με τον αριθμό των εκλεγόμενων μελών και ο αριθμός αυτός, έως δεύτερου δεκαδικού ψηφίου, αποτελείτο εκλογικό μέτρο. Στη συνέχεια διαιρείται ο αριθμός των δημοτικών συμβούλων κάθε παράταξης με το εκλογικό μέτρο και η κάθε παράταξη εκλέγει στις επιτροπές αριθμό μελών ίσο με το ακέραιο μέρος της διαίρεσης. l~La τη διαδικασία αυτή, τυχόν ανεξάρτητοι δημοτικοί σύμβουλοι λογίζονται αθροιστικά ως μια ενιαία παράταξη. Εφόσον το άθροισμα των μελών που έχουν εκλεγεί κατ' εφαρμογή του ανωτέρω εδαφίου υπολείπεται του συνόλου του αριθμού των μελών που εκλέγονται στην επιτροπή, οι παρατάξεις εκλέγουν ανά μια, ακόμα και εάν δεν έχουν εκλέξει μέλος κατά τα ανωτέρω, ένα μέλος με βάση το μεγαλύτερο υπόλοιπο της ανωτέρω διαίρεσης και μέχρι συμπλήρωσης των μελών που εκλέγονται συνολικά. Σε περίπτωση ίσου υπολοίπου προηγείται ο συνδυασμός που έχει λάβει μεγαλύτερο αριθμό ψήφων στις δημοτικές εκλογές.
4. Σε περίπτωση που ο συνδυασμός του εκλεγέντος δημάρχου δεν έχει εκλέξει τον ελάχιστο αριθμό μελών που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1, τότε ο αριθμός των μελών που εκλέγει προσαυξάνεται μέχρι του αριθμού αυτού αφαιρουμένων ισάριθμων εδρών ανά μία από τις παρατάξεις που έλαβαν τον μικρότερο αριθμό ψήφων στις δημοτικές εκλογές, εφόσον έχουν εκλέξει μέλος στην επιτροπή.
5. Η εκλογή των μελών γίνεται με ενιαίο ψηφοδέλτιο κατά παράταξη με μυστική ψηφοφορία. Στο ψηφοδέλτιο αναγράφονται το όνομα της παράταξης και ακολούθως τα ονόματα των υποψηφίων μελών της επιτροπής. Κάθε δημοτικός σύμβουλος μπορεί να εκφράσει την προτίμησή του σε τόσους υποψηφίους δημοτικούς συμβούλους, όσος ο αριθμός των συμβούλων που εκλέγονται συνολικά. Ψηφοδέλτιο με μεγαλύτερο αριθμό επιτρεπόμενων σταυρών προτίμησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Ως μέλη των επιτροπών εκλέγονται οι πρώτοι σε αριθμό σταυρών υποψήφιοι κάθε παράταξης και σε αριθμό ίσο με τον αριθμό των μελών που δικαιούται αυτή στην επιτροπή. Οι υπόλοιποι υποψήφιοι κάθε παράταξης θεωρούνται αναπληρωματικά μέλη αυτής. Σε περίπτωση ισοψηφίας διενεργείται δημόσια κλήρωση από τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου.
6. Αν δημοτική παράταξη η οποία δικαιούται μέλος στην επιτροπή δεν υποδείξει υποψήφιο ή υποψήφιους, τότε τη θέση του ή τις θέσεις τους καταλαμβάνουν ανά μία υποψήφιοι των παρατάξεων με τον μεγαλύτερο αριθμό δημοτικών συμβούλων και, σε περίπτωση ίσου αριθμού, η παράταξη που έλαβε περισσότερες ψήφους στις δημοτικές εκλογές.
7. Τα αναπληρωματικά μέλη, με τη σειρά της εκλογής τους, καταλαμβάνουν τις θέσεις των εκλεγέντων με το ίδιο ψηφοδέλτιο τακτικών μελών που μένουν κενές κατά τη διάρκεια της διετίας. Σε περίπτωση που έχει εξαντληθεί ο αριθμός των αναπληρωματικών μελών ή σε περίπτωση που παραιτηθεί ή για οποιονδήποτε λόγο εκλείψει μεμονωμένος σύμβουλος που έχει εκλεγεί μέλος επιτροπής, διενεργείται νέα εκλογή, για την κάλυψη των κενών εδρών της επιτροπής, με τη διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων. Όταν τα μέλη που εκπροσωπούν τις λοιπές παρατάξεις, πλην αυτής του δημάρχου, παραιτηθούν κατά τη διάρκεια της διετίας και δεν υπάρχει αντικαταστάτης τους, τη θέση τους καταλαμβάνουν τα μέλη της παράταξης του δημάρχου.
8. Η διαδικασία εκλογής των παραγράφων 1 έως 6 διενεργείται πρώτα για την εκλογή των μελών της οικονομικής επιτροπής και στη συνέχεια για την εκλογή των μελών της επιτροπής ποιότητας ζωής.
9. Αν δεν επιτευχθεί εκλογή για οποιονδήποτε λόγο ή η συνεδρίαση ματαιωθεί επειδή δεν σχηματίστηκε απαρτία, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή και εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6. Αν και στη δεύτερη συνεδρίαση δεν επιτευχθεί εκλογή ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν σχηματίστηκε απαρτία, θεωρείται ότι εκλέγονται εκείνοι που έλαβαν τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση ανακήρυξης ανάλογα με τον αριθμό εδρών που δικαιούται κάθε παράταξη σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 6.
10. Ταπρακτικάτης εκλογής διαβιβάζονται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη διενέργεια της εκλογής στον Επόπτη Ο.Τ.Α., ο οποίος, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από προσφυγή δημότη ενώπιον του, η οποία ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη διενέργεια της εκλογής, αποφαίνεται, μέσα σε πέντε (5) ημέρες το αργότερο αφότου παρέλαβε τα πρακτικά, για τη νομιμότητα της εκλογής.
11. Οι επιτροπές στην πρώτη συνεδρίαση μετά την εκλογή τους εκλέγουν μεταξύ των μελών τους, με φανερή ψηφοφορία, τον αντιπρόεδρο. Δικαίωμα ψήφου στην περίπτωση αυτή έχει και ο πρόεδρος της επιτροπής.
12. Όταν τα μέλη της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής, συμπεριλαμβανομένων και των αντιδημάρχων, παύουν για οποιονδήποτε λόγο να είναι μέλη των αντίστοιχων δημοτικών παρατάξεων, εκπίπτουν αυτοδικαίως από την οικονομική επιτροπή ή την επιτροπή ποιότητας ζωής και αντικαθίστανται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου αυτού».
2. Το άρθρο 175 του ν. 3852/2010, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 103 του ν. 4555/2018, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 175 Οικονομική επιτροπή περιφερειών
1. Η οικονομική επιτροπή αποτελείται από τον περιφερειάρχη ή τον οριζόμενο από αυτόν αντιπεριφερειάρχη ως πρόεδρο, δύο ακόμη αντιπεριφερειάρχες ως μέλη οριζόμενα από τον περιφερειάρχη και έξι (6) μέλη στις περιφέρειες με πληθυσμό έως 300.000 κατοίκους, οκτώ (8) μέλη στις περιφέρειες έως 800.000 κατοίκους και δέκα (10) μέλη στις περιφέρειες με πληθυσμό άνω των 800.000 κατοίκων. Τα μη οριζόμενα μέλη της οικονομικής επιτροπής εκλέγονται από το περιφερειακό συμβούλιο. Από τα εκλεγόμενα μέλη, τουλάχιστον δύο (2) μέλη στις εννεαμελείς, τρία (Β) μέλη στις ενδεκαμελείς και τέσσερα (4) μέλη στις δεκατριμελείς επιτροπές προέρχονται υποχρεωτικά από την παράταξη που εξελέγη ο περιφερειάρχης.
2. Η θητεία της οικονομικής επιτροπής είναι διετής. Το περιφερειακό συμβούλιο, μετά την εκλογή του προεδρείου κατά τις ημερομηνίες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 165 και κατά τη διάρκεια της ίδιας συνεδρίασης, εκλέγει μεταξύ των μελών του με μυστική ψηφοφορία τα μέλη της οικονομικής επιτροπής, με τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
3. Για τον υπολογισμό των μελών κάθε παράταξης στην οικονομική επιτροπή διαιρείται ο συνολικός αριθμός των μελών του περιφερειακού συμβουλίου με τον αριθμό των εκλεγομένων μελών και ο αριθμός αυτός, συμπεριλαμβανομένου του δεκαδικού μέρους, αποτελείτο εκλογικό μέτρο. Στη συνέχεια διαιρείται ο αριθμός των περιφερειακών συμβούλων κάθε παράταξης με το εκλογικό μέτρο και η κάθε παράταξη εκλέγει στις επιτροπές αριθμό μελών ίσο με το ακέραιο μέρος της διαίρεσης. Για τη διαδικασία αυτή, τυχόν ανεξάρτητοι περιφερειακοί σύμβουλοι λογίζονται αθροιστικά ως μια ενιαία παράταξη. Εφόσον το άθροισμα των μελών που έχουν εκλεγεί με το ανωτέρω εδάφιο υπολείπεται του συνόλου των αριθμού των μελών που εκλέγονται στην επιτροπή, οι παρατάξεις εκλέγουν ανά μια, ακόμη και αν δεν έχουν εκλέξει μέλος κατά τα ανωτέρω, ένα μέλος με βάση το μεγαλύτερο υπόλοιπο της ανωτέρω διαίρεσης και μέχρι συμπλήρωσης των μελών που εκλέγονται συνολικά. Σε περίπτωση ίσου υπολοίπου προηγείται ο συνδυασμός που έχει