Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης


Δημοσιεύθηκε στις : [ 17-06-2014 ]
Κατηγορία: Επενδύσεις - Αναπτυξιακά κίνητρα

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ
της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ  της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β),

Κατόπιν διαβούλευσης με τη συμβουλευτική επιτροπή κρατικών ενισχύσεων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η κρατική χρηματοδότηση που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης συνιστά κρατική ενίσχυση και απαιτείται η κοινοποίησή της στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 109 της Συνθήκης, το Συμβούλιο δύναται να καθορίζει τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από την εν λόγω υποχρέωση κοινοποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4 της Συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις εν λόγω κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 109 της Συνθήκης, ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις οι ακόλουθες κατηγορίες απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης: οι ενισχύσεις για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), οι ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη, οι ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, οι ενισχύσεις για απασχόληση και επαγγελματική κατάρτιση και οι ενισχύσεις που είναι σύμφωνες με τον χάρτη που έχει εγκρίνει η Επιτροπή για κάθε κράτος μέλος όσον αφορά τη χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της Επιτροπής (2). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 800/2008 αρχικά ίσχυε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013, αλλά στη συνέχεια η διάρκεια ισχύος του παρατάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1224/2013 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 όσον αφορά τη διάρκεια εφαρμογής του (3) και λήγει πλέον στις 30 Ιουνίου 2014. Στις 22 Ιουλίου 2013 ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 994/98 τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 733/2013 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (4), με τον οποίο η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να επεκτείνει την απαλλαγή κατά κατηγορία σε νέες κατηγορίες ενισχύσεων, για τις οποίες μπορούν να οριστούν σαφείς προϋποθέσεις συμβατότητας. Οι νέες αυτές κατηγορίες ενισχύσεων που τυγχάνουν απαλλαγής κατά κατηγορία περιλαμβάνουν: ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες, κοινωνικές ενισχύσεις για τη μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών, ενισχύσεις για ευρυζωνικές υποδομές, ενισχύσεις για καινοτομία, ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς, ενισχύσεις για αθλητικές και πολυλειτουργικές ψυχαγωγικές υποδομές. Εφόσον αποκτηθεί περαιτέρω επαρκής πείρα για την επεξεργασία λειτουργικών κριτηρίων απαλλαγής που εξασφαλίζουν την εκ των προτέρων συμβατότητα άλλων κατηγοριών ενισχύσεων, η Επιτροπή προτίθεται να επανεξετάσει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτό ορισμένα είδη ενισχύσεων που εμπίπτουν στους εν λόγω τομείς. Ειδικότερα, η Επιτροπή προβλέπει να καθορίσει τα κριτήρια που θα εφαρμόζονται στις λιμενικές και αερολιμενικές υποδομές έως τον Δεκέμβριο του 2015.

(2)

Με την ανακοίνωσή της για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις (5), η Επιτροπή δρομολόγησε ευρύτερη αναθεώρηση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Οι κύριοι στόχοι του εκσυγχρονισμού αυτού είναι: i) η επίτευξη βιώσιμης, έξυπνης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης σε μια ανταγωνιστική εσωτερική αγορά, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στις προσπάθειες των κρατών μελών για αποτελεσματικότερη χρήση των δημόσιων πόρων, ii) η εστίαση του εκ των προτέρων ελέγχου της Επιτροπής όσον αφορά τα μέτρα ενίσχυσης στις υποθέσεις με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά και συγχρόνως η ενίσχυση της συνεργασίας των κρατών μελών στον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων και iii) η απλούστευση των κανόνων και η εξασφάλιση της ταχύτερης λήψης καλύτερα τεκμηριωμένων και πιο αξιόπιστων αποφάσεων με βάση σαφείς οικονομικές αρχές, κοινή προσέγγιση και σαφείς υποχρεώσεις. Η επανεξέταση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 συνιστά κεντρικό στοιχείο του εκσυγχρονισμού των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις (SAM).

(3)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει καλύτερη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τα μέτρα επιβολής της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις, καθώς και μεγαλύτερη απλούστευση, και θα πρέπει να ενισχύσει τη διαφάνεια, την αποτελεσματική αξιολόγηση και τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, διαφυλάσσοντας παράλληλα τις θεσμικές αρμοδιότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(4)

Η πείρα που αποκόμισε η Επιτροπή από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της έδωσε τη δυνατότητα να προσδιορίσει καλύτερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών κατά κατηγορία. Κατέδειξε επίσης την ανάγκη να ενισχυθεί η διαφάνεια, η παρακολούθηση και η ορθή αξιολόγηση των καθεστώτων ενισχύσεων πολύ μεγάλης κλίμακας, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεών τους στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά.

(5)

Οι γενικοί όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καθοριστούν με βάση σύνολο κοινών αρχών που διασφαλίζουν ότι οι ενισχύσεις εξυπηρετούν έναν σκοπό κοινού συμφέροντος, λειτουργούν σαφώς ως κίνητρα, είναι κατάλληλες και αναλογικές, χορηγούνται με απόλυτη διαφάνεια και υπόκεινται σε μηχανισμό ελέγχου, καθώς και σε τακτική αξιολόγηση, και δεν επηρεάζουν δυσμενώς τους όρους των εμπορικών συναλλαγών σε βαθμό που να αντίκεινται στο κοινό συμφέρον.

(6)

Οι ενισχύσεις που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, τόσο τις γενικές όσο και τις ειδικές για την εκάστοτε κατηγορία ενισχύσεων, θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης.

(7)

Οι κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό εξακολουθούν να υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να κοινοποιούν ενισχύσεις, των οποίων οι στόχοι ανταποκρίνονται στους στόχους που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(8)

Λόγω του μεγαλύτερου αντίκτυπου που ενδέχεται να έχουν τα καθεστώτα μεγάλης κλίμακας στο εμπόριο και τον ανταγωνισμό, τα καθεστώτα ενισχύσεων με μέσο ετήσιο προϋπολογισμό κρατικών ενισχύσεων που υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο υπολογιζόμενο με βάση μια απόλυτη τιμή θα πρέπει καταρχήν να υπόκεινται σε αξιολόγηση κρατικών ενισχύσεων. Η αξιολόγηση θα πρέπει να χρησιμεύει για να ελέγχεται κατά πόσον έχουν εκπληρωθεί οι παραδοχές και οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων κηρύχθηκε συμβατό το καθεστώς, καθώς και για να κρίνεται η αποτελεσματικότητα του μέτρου ενίσχυσης με βάση τους γενικούς και ειδικούς στόχους του, και θα πρέπει να παρέχει ενδείξεις σχετικά με την επίπτωση του καθεστώτος στον ανταγωνισμό και το εμπόριο. Για να εξασφαλιστεί ίση μεταχείριση, η αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων θα πρέπει να πραγματοποιείται με βάση σχέδιο αξιολόγησης εγκεκριμένο από την Επιτροπή. Ενώ το εν λόγω σχέδιο θα πρέπει συνήθως να καταρτίζεται τη στιγμή του σχεδιασμού του καθεστώτος και να εγκρίνεται εγκαίρως για να τεθεί σε ισχύ το καθεστώς, αυτό ενδέχεται να μην είναι εφικτό σε όλες τις περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, για να μην καθυστερεί η έναρξη ισχύος τους, ο παρών κανονισμός θα εφαρμόζεται στα καθεστώτα αυτά, για περίοδο μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει την περίοδο αυτή, όταν εγκριθεί το σχέδιο αξιολόγησης. Για τον σκοπό αυτό, το σχέδιο αξιολόγησης θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή εντός 20 εργάσιμων ημερών από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος. Η Επιτροπή μπορεί επίσης, κατ' εξαίρεση, να αποφασίσει ότι η αξιολόγηση δεν είναι αναγκαία λόγω των ιδιαιτεροτήτων της περίπτωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει από το κράτος μέλος τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να διενεργεί την εξέταση του σχεδίου αξιολόγησης, και να ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δίνοντας τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να συμπληρώσει τα ελλιπή στοιχεία για να μπορέσει η Επιτροπή να λάβει απόφαση. Λόγω του καινοφανούς χαρακτήρα αυτής της διαδικασίας, η Επιτροπή θα παράσχει, σε χωριστό έγγραφο, λεπτομερείς κατευθύνσεις σχετικά με τη διαδικασία που θα εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της εξάμηνης περιόδου που προβλέπεται για την έγκριση του σχεδίου αξιολόγησης, καθώς και τα σχετικά υποδείγματα, βάσει των οποίων θα πρέπει να υποβάλλονται τα σχέδια αξιολόγησης. Μεταβολές των καθεστώτων που υπόκεινται σε αξιολόγηση, πλην των τροποποιήσεων που δεν είναι ικανές να επηρεάσουν τη συμβατότητα του καθεστώτος ενισχύσεων βάσει του παρόντος κανονισμού ή δεν είναι ικανές να επηρεάσουν σημαντικά το περιεχόμενο του εγκεκριμένου σχεδίου αξιολόγησης, θα πρέπει να εξετάζονται λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής και θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Μεταβολές όπως τροποποιήσεις καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα ή μεταβολές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των μέτρων που συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ δεν θα πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται ικανές να επηρεάσουν σημαντικά το περιεχόμενο του εγκεκριμένου σχεδίου αξιολόγησης.

(9)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που χορηγούνται υπό τον όρο της χρησιμοποίησης εγχώριων προϊόντων αντί εισαγομένων ή σε ενισχύσεις για εξαγωγικές δραστηριότητες. Ειδικότερα, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που χρηματοδοτούν τη συγκρότηση και τη λειτουργία δικτύου διανομής σε άλλες χώρες. Στην έννοια της ενίσχυσης για εξαγωγικές δραστηριότητες κατά κανόνα δεν εμπίπτουν οι ενισχύσεις για την κάλυψη του κόστους συμμετοχής σε εμπορικές εκθέσεις ή του κόστους μελετών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών απαραίτητων για την είσοδο ενός νέου ή ήδη υπάρχοντος προϊόντος σε μια νέα αγορά σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

(10)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται καταρχήν στους περισσότερους τομείς της οικονομίας. Ωστόσο, σε ορισμένους τομείς, όπως η αλιεία και η υδατοκαλλιέργεια και η πρωτογενής γεωργική παραγωγή, το πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να περιοριστεί, λαμβανομένων υπόψη των εφαρμοστέων ειδικών κανόνων.

(11)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στη μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, με την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι δραστηριότητες εντός της γεωργικής εκμετάλλευσης οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να προετοιμαστεί το προϊόν για την πρώτη πώληση, η πρώτη πώληση από πρωτογενείς παραγωγούς προς μεταπωλητές ή προς μεταποιητικές επιχειρήσεις, αλλά και οποιαδήποτε δραστηριότητα προετοιμασίας ενός προϊόντος για την πρώτη πώλησή του, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μεταποίηση ή εμπορία.

(12)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που διευκολύνουν την παύση λειτουργίας μη ανταγωνιστικών ανθρακωρυχείων, οι οποίες εμπίπτουν στην απόφαση του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που διευκολύνουν την παύση λειτουργίας μη ανταγωνιστικών ανθρακωρυχείων (6). Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε άλλους τύπους ενισχύσεων στον τομέα του άνθρακα, με εξαίρεση τις περιφερειακές ενισχύσεις.

(13)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι εγκρινόμενες ενισχύσεις δεν επηρεάζουν δυσμενώς τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Συνεπώς, οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε δικαιούχους για τους οποίους εκκρεμεί εντολή ανάκτησης ενισχύσεων κατόπιν προηγούμενης απόφασης της Επιτροπής, με την οποία οι ενισχύσεις αυτές κηρύσσονται παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τα καθεστώτα ενισχύσεων που αποσκοπούν στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες.

(14)

Οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε προβληματικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων της 1ης Οκτωβρίου 2004 (7), η ισχύς των οποίων παρατάθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την παράταση της εφαρμογής των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, της 1ης Οκτωβρίου 2004 (8), ή τις κατευθυντήριες γραμμές που θα τις διαδεχθούν, ούτως ώστε να αποφεύγεται η καταστρατήγησή τους, με εξαίρεση τα καθεστώτα ενισχύσεων που αποσκοπούν στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν σαφή κριτήρια που δεν απαιτούν αξιολόγηση του συνόλου των ιδιαιτεροτήτων της κατάστασης μιας επιχείρησης προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον μια επιχείρηση θεωρείται προβληματική για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(15)

Η εφαρμογή της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συνεργασία των κρατών μελών. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των μεμονωμένων ενισχύσεων που χορηγούνται στο πλαίσιο καθεστώτων, τα οποία έτυχαν απαλλαγής κατά κατηγορία.

(16)

Οι ενισχύσεις που ανέρχονται σε μεγάλα ποσά και χορηγούνται είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά θα πρέπει να αξιολογούνται από την Επιτροπή κατόπιν κοινοποιήσεως, επειδή ο κίνδυνος να επηρεάσουν δυσμενώς τους όρους των συναλλαγών είναι μεγάλος. Συνεπώς, θα πρέπει να καθοριστούν όρια για κάθε κατηγορία ενισχύσεων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, σε επίπεδο που λαμβάνει υπόψη την κατηγορία της σχετικής ενίσχυσης και τις πιθανές επιπτώσεις της στους όρους των συναλλαγών. Κάθε χορηγούμενη ενίσχυση η οποία υπερβαίνει τα όρια αυτά θα πρέπει να εξακολουθεί να υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Τα όρια που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να καταστρατηγούνται με τον τεχνητό διαχωρισμό καθεστώτων ενίσχυσης ή σχεδίων ενίσχυσης σε διάφορα επιμέρους καθεστώτα ή σχέδια ενίσχυσης με παρόμοια χαρακτηριστικά, στόχους ή δικαιούχους.

(17)

Για λόγους διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης και αποτελεσματικής παρακολούθησης, ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ενισχύσεις για τις οποίες είναι δυνατός ο ακριβής υπολογισμός του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης εκ των προτέρων χωρίς να είναι αναγκαία η διενέργεια αξιολόγησης κινδύνου («διαφανείς ενισχύσεις»). Για ορισμένα συγκεκριμένα μέσα ενίσχυσης, όπως τα δάνεια, οι εγγυήσεις, τα φορολογικά μέτρα, τα μέτρα χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου και, ειδικότερα, οι επιστρεπτέες προκαταβολές, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούν να θεωρούνται διαφανείς. Οι εισφορές κεφαλαίου δεν θα πρέπει να θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις, με την επιφύλαξη των ειδικών προϋποθέσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου και τις ενισχύσεις εκκίνησης. Ενισχύσεις που περιλαμβάνονται σε εγγυήσεις θα πρέπει να θεωρούνται διαφανείς, εφόσον το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης έχει υπολογιστεί με βάση τις προμήθειες ασφαλούς λιμένα που καθορίζονται για τον αντίστοιχο τύπο επιχείρησης. Στην περίπτωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), η ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (9) ορίζει τα επίπεδα ετήσιας προμήθειας πάνω από τα οποία μια κρατική εγγύηση θεωρείται ότι δεν συνιστά ενίσχυση.

(18)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις είναι αναγκαίες και ότι λειτουργούν ως κίνητρο για την περαιτέρω ανάπτυξη δραστηριοτήτων ή έργων, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις για δραστηριότητες τις οποίες θα ανέπτυσσε ούτως ή άλλως ο δικαιούχος, ακόμη και αν δεν είχε χορηγηθεί η ενίσχυση. Είναι σκόπιμο οι ενισχύσεις να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού μόνον εάν οι εργασίες για το ενισχυόμενο έργο ή την ενισχυόμενη δραστηριότητα αρχίζουν μετά την υποβολή γραπτής αίτησης για ενίσχυση από τον δικαιούχο.

(19)

Όσον αφορά ad hoc ενισχύσεις που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και χορηγούνται σε δικαιούχο που είναι μεγάλη επιχείρηση, το κράτος μέλος θα πρέπει να εξασφαλίζει, εκτός της τήρησης των όρων που αφορούν τον χαρακτήρα κινήτρου και ισχύουν για τους δικαιούχους που είναι ΜΜΕ, ότι ο δικαιούχος έχει αναλύσει, σε εσωτερικό έγγραφο, τη βιωσιμότητα του ενισχυόμενου έργου ή δραστηριότητας τόσο με την υπόθεση χορήγησης της ενίσχυσης όσο και χωρίς αυτήν. Το κράτος μέλος θα πρέπει να εξακριβώνει ότι σε αυτό το εσωτερικό έγγραφο επιβεβαιώνεται ουσιώδης αύξηση της εμβέλειας του έργου/της δραστηριότητας, ουσιώδης αύξηση του συνολικού ποσού που δαπάνησε ο δικαιούχος για το επιδοτούμενο έργο ή τη δραστηριότητα ή ουσιώδης επιτάχυνση του ρυθμού ολοκλήρωσης του συγκεκριμένου έργου ή δραστηριότητας. Οι περιφερειακές ενισχύσεις θα πρέπει να θεωρείται ότι έχουν χαρακτήρα κινήτρου, εφόσον το επενδυτικό έργο δεν θα είχε υλοποιηθεί στη συγκεκριμένη ενισχυόμενη περιφέρεια εάν δεν είχε χορηγηθεί η ενίσχυση.

(20)

Τα καθεστώτα αυτόματης χορήγησης ενισχύσεων υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται σε ειδικό όρο όσον αφορά τον χαρακτήρα κινήτρου, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις του είδους αυτού χορηγούνται βάσει διαφορετικών διαδικασιών σε σχέση με άλλες κατηγορίες ενισχύσεων. Τα εν λόγω καθεστώτα θα πρέπει να έχουν ήδη εγκριθεί πριν αρχίσουν οι εργασίες για το ενισχυόμενο έργο ή δραστηριότητα. Ωστόσο, ο όρος αυτός δεν θα πρέπει να ισχύει στην περίπτωση διάδοχων φορολογικών καθεστώτων, υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα καλυπτόταν ήδη από τα προηγούμενα φορολογικά καθεστώτα υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων. Για την αξιολόγηση του χαρακτήρα κινήτρου των εν λόγω καθεστώτων, η κρίσιμη στιγμή είναι εκείνη κατά την οποία το φορολογικό μέτρο θεσπίστηκε για πρώτη φορά στο αρχικό καθεστώς, το οποίο αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από διάδοχο καθεστώς.

(21)

Όσον αφορά τις περιφερειακές ενισχύσεις λειτουργίας, τις περιφερειακές ενισχύσεις για την αστική ανάπτυξη, τις ενισχύσεις για την πρόσβαση των ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, τις ενισχύσεις για την πρόσληψη εργαζομένων σε μειονεκτική θέση, τις ενισχύσεις για την απασχόληση εργαζομένων με αναπηρία και τις ενισχύσεις για την αντιστάθμιση των πρόσθετων δαπανών που συνεπάγεται η απασχόληση εργαζομένων με αναπηρία, τις ενισχύσεις με τη μορφή μειώσεων περιβαλλοντικών φόρων, τις ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες, τις κοινωνικές ενισχύσεις για τη μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών και τις ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς, η απαίτηση σχετικά με την ύπαρξη χαρακτήρα κινήτρου δεν ισχύει ή θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι έχει τηρηθεί, εάν πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις που καθορίζονται για τις εν λόγω κατηγορίες ενισχύσεων στον παρόντα κανονισμό.

(22)

Για να εξασφαλιστεί ότι η ενίσχυση ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας και περιορίζεται στο αναγκαίο ποσό, τα μέγιστα ποσά ενίσχυσης θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ορίζονται ως εντάσεις ενίσχυσης σε σχέση με μια σειρά επιλέξιμων δαπανών. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί η μέγιστη ένταση ενίσχυσης, λόγω αδυναμίας προσδιορισμού των επιλέξιμων δαπανών ή προκειμένου να διατίθενται απλούστερα μέσα για τα μικρά ποσά, θα πρέπει να καθορίζονται μέγιστα ποσά ενίσχυσης σε ονομαστικούς όρους, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αναλογικότητα των μέτρων ενίσχυσης. Η ένταση της ενίσχυσης και τα μέγιστα ποσά ενίσχυσης θα πρέπει να καθορίζονται σε τέτοιο ύψος ούτως ώστε, με βάση την πείρα της Επιτροπής, να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στον ενισχυόμενο τομέα και να αντιμετωπίζεται η ανεπάρκεια της αγοράς ή το πρόβλημα συνοχής. Όσον αφορά τις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις, η ένταση των ενισχύσεων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την επιτρεπόμενη ένταση των ενισχύσεων με βάση τους χάρτες περιφερειακών ενισχύσεων.

(23)

Για τον υπολογισμό της έντασης των ενισχύσεων, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται μόνον οι επιλέξιμες δαπάνες. Ο κανονισμός δεν απαλλάσσει ενισχύσεις που υπερβαίνουν τη σχετική ένταση ενίσχυσης ως αποτέλεσμα της συμπερίληψης μη επιλέξιμων δαπανών. Ο προσδιορισμός των επιλέξιμων δαπανών πρέπει να τεκμηριώνεται εγγράφως με σαφή, συγκεκριμένο και επικαιροποιημένο τρόπο. Όλα τα στοιχεία θα πρέπει να υπολογίζονται πριν από την αφαίρεση φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων. Οι ενισχύσεις που καταβάλλονται σε περισσότερες δόσεις θα πρέπει να ανάγονται στην αξία τους κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Οι επιλέξιμες δαπάνες θα πρέπει επίσης να ανάγονται στην αξία τους κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Το επιτόκιο που πρέπει να εφαρμόζεται για την προεξόφληση και για τον υπολογισμό του ποσού της ενίσχυσης, στην περίπτωση ενίσχυσης που δεν λαμβάνει τη μορφή επιχορήγησης, θα πρέπει να είναι το προεξοφλητικό επιτόκιο και το επιτόκιο αναφοράς, αντιστοίχως, που ισχύουν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (10). Σε περίπτωση που η ενίσχυση χορηγείται υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων, οι δόσεις της ενίσχυσης θα πρέπει να προεξοφλούνται με βάση τα προεξοφλητικά επιτόκια που ισχύουν στις διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες τίθενται σε ισχύ τα φορολογικά πλεονεκτήματα. Είναι σκόπιμο να ενθαρρύνεται η χρήση ενισχύσεων με τη μορφή επιστρεπτέων προκαταβολών, διότι τα συγκεκριμένα μέσα επιμερισμού του κινδύνου συντελούν στην ενίσχυση του χαρακτήρα κινήτρου των ενισχύσεων. Συνεπώς, ενδείκνυται να θεσπιστεί ότι, στις περιπτώσεις χορήγησης ενισχύσεων υπό μορφή επιστρεπτέων προκαταβολών, επιτρέπεται η αύξηση των εφαρμοστέων εντάσεων ενίσχυσης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με εξαίρεση τις περιφερειακές ενισχύσεις, δεδομένου ότι οι τελευταίες απαλλάσσονται μόνον εφόσον είναι σύμφωνες με τους εγκεκριμένους χάρτες.

(24)

Στην περίπτωση φορολογικών πλεονεκτημάτων που χορηγούνται για μελλοντικούς φόρους, το εφαρμοστέο προεξοφλητικό επιτόκιο και το ακριβές ποσό των δόσεων της ενίσχυσης ενδέχεται να μην είναι γνωστά εκ των προτέρων. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν εκ των προτέρων ανώτατο όριο για την προεξοφλημένη αξία της ενίσχυσης με τήρηση της εφαρμοστέας έντασης ενίσχυσης. Στη συνέχεια, όταν καταστεί γνωστό το ποσό της δόσης της ενίσχυσης για μια συγκεκριμένη ημερομηνία, μπορεί να γίνει προεξόφληση του ποσού αυτού βάσει του εφαρμοστέου τη στιγμή εκείνη προεξοφλητικού επιτοκίου. Η προεξοφλημένη αξία κάθε δόσης ενίσχυσης θα πρέπει να αφαιρείται από το συνολικό ύψος του ανώτατου ορίου («ανώτατο ποσό»).

(25)

Για να εξακριβωθεί κατά πόσον τηρούνται τα όρια κοινοποίησης ενισχύσεων και οι μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό των μέτρων κρατικής ενίσχυσης για την ενισχυόμενη δραστηριότητα ή το ενισχυόμενο έργο. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προσδιορίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να υπάρχει σώρευση διαφόρων κατηγοριών ενισχύσεων. Οι ενισχύσεις που απαλλάσσονται με τον παρόντα κανονισμό και οποιεσδήποτε άλλες συμβιβάσιμες ενισχύσεις οι οποίες απαλλάσσονται δυνάμει άλλου κανονισμού ή έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή, μπορούν να σωρευθούν, εφόσον τα εν λόγω μέτρα αφορούν διαφορετικές προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες. Σε περίπτωση που διαφορετικές πηγές ενίσχυσης αφορούν τις ίδιες προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες —που επικαλύπτονται πλήρως ή εν μέρει— η σώρευσή τους θα πρέπει να επιτρέπεται, εφόσον δεν υπερβαίνει την υψηλότερη ένταση ενίσχυσης ή το υψηλότερο ποσό ενίσχυσης που ισχύει για τις εν λόγω ενισχύσεις βάσει του παρόντος κανονισμού. Στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για τη σώρευση μέτρων ενίσχυσης με και χωρίς προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες, όταν πρόκειται για σώρευση με ενισχύσεις ήσσονος σημασίας και με ενισχύσεις για εργαζομένους με αναπηρία. Οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας συχνά δεν χορηγούνται για συγκεκριμένες προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες ούτε μπορούν να αποδοθούν σε τέτοιου είδους δαπάνες. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να επιτρέπεται η ελεύθερη σώρευση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας με κρατικές ενισχύσεις που τυγχάνουν απαλλαγής δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, όταν η ενίσχυση ήσσονος σημασίας χορηγείται για τις ίδιες προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες όπως και η κρατική ενίσχυση που απαλλάσσεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η σώρευση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο έως τη μέγιστη ένταση της ενίσχυσης, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο III του παρόντος κανονισμού.

(26)

Η ενωσιακή χρηματοδότηση που τελεί υπό κεντρική διαχείριση των θεσμικών οργάνων, οργανισμών, κοινών επιχειρήσεων ή άλλων οργάνων της Ένωσης και δεν υπάγεται άμεσα ή έμμεσα στον έλεγχο των κρατών μελών δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Όταν ενωσιακή χρηματοδότηση του είδους αυτού συνδυάζεται με κρατική ενίσχυση, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η τελευταία για να καθοριστεί κατά πόσον τηρούνται τα όρια κοινοποίησης και οι μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης, εφόσον το συνολικό ποσό της δημόσιας χρηματοδότησης που χορηγείται για τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες δεν υπερβαίνει το ευνοϊκότερο ποσοστό χρηματοδότησης που καθορίζεται στους εφαρμοστέους κανόνες του ενωσιακού δικαίου.

(27)

Δεδομένου ότι οι κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης απαγορεύονται καταρχήν, είναι σημαντικό να είναι όλα τα μέρη σε θέση να επαληθεύουν κατά πόσον οι ενισχύσεις χορηγούνται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες. Ως εκ τούτου, η διαφάνεια των κρατικών ενισχύσεων είναι ουσιώδης για τ