Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης

Δημοσιεύθηκε στις : [ 17-06-2014 ]
Κατηγορία: Επενδύσεις - Αναπτυξιακά κίνητρα

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ
της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ  της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β),

Κατόπιν διαβούλευσης με τη συμβουλευτική επιτροπή κρατικών ενισχύσεων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η κρατική χρηματοδότηση που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης συνιστά κρατική ενίσχυση και απαιτείται η κοινοποίησή της στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 109 της Συνθήκης, το Συμβούλιο δύναται να καθορίζει τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από την εν λόγω υποχρέωση κοινοποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4 της Συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις εν λόγω κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 109 της Συνθήκης, ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις οι ακόλουθες κατηγορίες απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης: οι ενισχύσεις για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), οι ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη, οι ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, οι ενισχύσεις για απασχόληση και επαγγελματική κατάρτιση και οι ενισχύσεις που είναι σύμφωνες με τον χάρτη που έχει εγκρίνει η Επιτροπή για κάθε κράτος μέλος όσον αφορά τη χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της Επιτροπής (2). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 800/2008 αρχικά ίσχυε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013, αλλά στη συνέχεια η διάρκεια ισχύος του παρατάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1224/2013 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 όσον αφορά τη διάρκεια εφαρμογής του (3) και λήγει πλέον στις 30 Ιουνίου 2014. Στις 22 Ιουλίου 2013 ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 994/98 τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 733/2013 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (4), με τον οποίο η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να επεκτείνει την απαλλαγή κατά κατηγορία σε νέες κατηγορίες ενισχύσεων, για τις οποίες μπορούν να οριστούν σαφείς προϋποθέσεις συμβατότητας. Οι νέες αυτές κατηγορίες ενισχύσεων που τυγχάνουν απαλλαγής κατά κατηγορία περιλαμβάνουν: ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες, κοινωνικές ενισχύσεις για τη μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών, ενισχύσεις για ευρυζωνικές υποδομές, ενισχύσεις για καινοτομία, ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς, ενισχύσεις για αθλητικές και πολυλειτουργικές ψυχαγωγικές υποδομές. Εφόσον αποκτηθεί περαιτέρω επαρκής πείρα για την επεξεργασία λειτουργικών κριτηρίων απαλλαγής που εξασφαλίζουν την εκ των προτέρων συμβατότητα άλλων κατηγοριών ενισχύσεων, η Επιτροπή προτίθεται να επανεξετάσει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτό ορισμένα είδη ενισχύσεων που εμπίπτουν στους εν λόγω τομείς. Ειδικότερα, η Επιτροπή προβλέπει να καθορίσει τα κριτήρια που θα εφαρμόζονται στις λιμενικές και αερολιμενικές υποδομές έως τον Δεκέμβριο του 2015.

(2)

Με την ανακοίνωσή της για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις (5), η Επιτροπή δρομολόγησε ευρύτερη αναθεώρηση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Οι κύριοι στόχοι του εκσυγχρονισμού αυτού είναι: i) η επίτευξη βιώσιμης, έξυπνης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης σε μια ανταγωνιστική εσωτερική αγορά, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στις προσπάθειες των κρατών μελών για αποτελεσματικότερη χρήση των δημόσιων πόρων, ii) η εστίαση του εκ των προτέρων ελέγχου της Επιτροπής όσον αφορά τα μέτρα ενίσχυσης στις υποθέσεις με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά και συγχρόνως η ενίσχυση της συνεργασίας των κρατών μελών στον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων και iii) η απλούστευση των κανόνων και η εξασφάλιση της ταχύτερης λήψης καλύτερα τεκμηριωμένων και πιο αξιόπιστων αποφάσεων με βάση σαφείς οικονομικές αρχές, κοινή προσέγγιση και σαφείς υποχρεώσεις. Η επανεξέταση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 συνιστά κεντρικό στοιχείο του εκσυγχρονισμού των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις (SAM).

(3)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει καλύτερη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τα μέτρα επιβολής της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις, καθώς και μεγαλύτερη απλούστευση, και θα πρέπει να ενισχύσει τη διαφάνεια, την αποτελεσματική αξιολόγηση και τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, διαφυλάσσοντας παράλληλα τις θεσμικές αρμοδιότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(4)

Η πείρα που αποκόμισε η Επιτροπή από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της έδωσε τη δυνατότητα να προσδιορίσει καλύτερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών κατά κατηγορία. Κατέδειξε επίσης την ανάγκη να ενισχυθεί η διαφάνεια, η παρακολούθηση και η ορθή αξιολόγηση των καθεστώτων ενισχύσεων πολύ μεγάλης κλίμακας, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεών τους στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά.

(5)

Οι γενικοί όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καθοριστούν με βάση σύνολο κοινών αρχών που διασφαλίζουν ότι οι ενισχύσεις εξυπηρετούν έναν σκοπό κοινού συμφέροντος, λειτουργούν σαφώς ως κίνητρα, είναι κατάλληλες και αναλογικές, χορηγούνται με απόλυτη διαφάνεια και υπόκεινται σε μηχανισμό ελέγχου, καθώς και σε τακτική αξιολόγηση, και δεν επηρεάζουν δυσμενώς τους όρους των εμπορικών συναλλαγών σε βαθμό που να αντίκεινται στο κοινό συμφέρον.

(6)

Οι ενισχύσεις που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, τόσο τις γενικές όσο και τις ειδικές για την εκάστοτε κατηγορία ενισχύσεων, θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης.

(7)

Οι κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό εξακολουθούν να υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να κοινοποιούν ενισχύσεις, των οποίων οι στόχοι ανταποκρίνονται στους στόχους που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(8)

Λόγω του μεγαλύτερου αντίκτυπου που ενδέχεται να έχουν τα καθεστώτα μεγάλης κλίμακας στο εμπόριο και τον ανταγωνισμό, τα καθεστώτα ενισχύσεων με μέσο ετήσιο προϋπολογισμό κρατικών ενισχύσεων που υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο υπολογιζόμενο με βάση μια απόλυτη τιμή θα πρέπει καταρχήν να υπόκεινται σε αξιολόγηση κρατικών ενισχύσεων. Η αξιολόγηση θα πρέπει να χρησιμεύει για να ελέγχεται κατά πόσον έχουν εκπληρωθεί οι παραδοχές και οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων κηρύχθηκε συμβατό το καθεστώς, καθώς και για να κρίνεται η αποτελεσματικότητα του μέτρου ενίσχυσης με βάση τους γενικούς και ειδικούς στόχους του, και θα πρέπει να παρέχει ενδείξεις σχετικά με την επίπτωση του καθεστώτος στον ανταγωνισμό και το εμπόριο. Για να εξασφαλιστεί ίση μεταχείριση, η αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων θα πρέπει να πραγματοποιείται με βάση σχέδιο αξιολόγησης εγκεκριμένο από την Επιτροπή. Ενώ το εν λόγω σχέδιο θα πρέπει συνήθως να καταρτίζεται τη στιγμή του σχεδιασμού του καθεστώτος και να εγκρίνεται εγκαίρως για να τεθεί σε ισχύ το καθεστώς, αυτό ενδέχεται να μην είναι εφικτό σε όλες τις περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, για να μην καθυστερεί η έναρξη ισχύος τους, ο παρών κανονισμός θα εφαρμόζεται στα καθεστώτα αυτά, για περίοδο μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει την περίοδο αυτή, όταν εγκριθεί το σχέδιο αξιολόγησης. Για τον σκοπό αυτό, το σχέδιο αξιολόγησης θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή εντός 20 εργάσιμων ημερών από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος. Η Επιτροπή μπορεί επίσης, κατ' εξαίρεση, να αποφασίσει ότι η αξιολόγηση δεν είναι αναγκαία λόγω των ιδιαιτεροτήτων της περίπτωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει από το κράτος μέλος τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να διενεργεί την εξέταση του σχεδίου αξιολόγησης, και να ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δίνοντας τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να συμπληρώσει τα ελλιπή στοιχεία για να μπορέσει η Επιτροπή να λάβει απόφαση. Λόγω του καινοφανούς χαρακτήρα αυτής της διαδικασίας, η Επιτροπή θα παράσχει, σε χωριστό έγγραφο, λεπτομερείς κατευθύνσεις σχετικά με τη διαδικασία που θα εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της εξάμηνης περιόδου που προβλέπεται για την έγκριση του σχεδίου αξιολόγησης, καθώς και τα σχετικά υποδείγματα, βάσει των οποίων θα πρέπει να υποβάλλονται τα σχέδια αξιολόγησης. Μεταβολές των καθεστώτων που υπόκεινται σε αξιολόγηση, πλην των τροποποιήσεων που δεν είναι ικανές να επηρεάσουν τη συμβατότητα του καθεστώτος ενισχύσεων βάσει του παρόντος κανονισμού ή δεν είναι ικανές να επηρεάσουν σημαντικά το περιεχόμενο του εγκεκριμένου σχεδίου αξιολόγησης, θα πρέπει να εξετάζονται λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής και θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Μεταβολές όπως τροποποιήσεις καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα ή μεταβολές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των μέτρων που συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ δεν θα πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται ικανές να επηρεάσουν σημαντικά το περιεχόμενο του εγκεκριμένου σχεδίου αξιολόγησης.

(9)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που χορηγούνται υπό τον όρο της χρησιμοποίησης εγχώριων προϊόντων αντί εισαγομένων ή σε ενισχύσεις για εξαγωγικές δραστηριότητες. Ειδικότερα, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που χρηματοδοτούν τη συγκρότηση και τη λειτουργία δικτύου διανομής σε άλλες χώρες. Στην έννοια της ενίσχυσης για εξαγωγικές δραστηριότητες κατά κανόνα δεν εμπίπτουν οι ενισχύσεις για την κάλυψη του κόστους συμμετοχής σε εμπορικές εκθέσεις ή του κόστους μελετών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών απαραίτητων για την είσοδο ενός νέου ή ήδη υπάρχοντος προϊόντος σε μια νέα αγορά σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

(10)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται καταρχήν στους περισσότερους τομείς της οικονομίας. Ωστόσο, σε ορισμένους τομείς, όπως η αλιεία και η υδατοκαλλιέργεια και η πρωτογενής γεωργική παραγωγή, το πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να περιοριστεί, λαμβανομένων υπόψη των εφαρμοστέων ειδικών κανόνων.

(11)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στη μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, με την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι δραστηριότητες εντός της γεωργικής εκμετάλλευσης οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να προετοιμαστεί το προϊόν για την πρώτη πώληση, η πρώτη πώληση από πρωτογενείς παραγωγούς προς μεταπωλητές ή προς μεταποιητικές επιχειρήσεις, αλλά και οποιαδήποτε δραστηριότητα προετοιμασίας ενός προϊόντος για την πρώτη πώλησή του, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μεταποίηση ή εμπορία.

(12)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που διευκολύνουν την παύση λειτουργίας μη ανταγωνιστικών ανθρακωρυχείων, οι οποίες εμπίπτουν στην απόφαση του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που διευκολύνουν την παύση λειτουργίας μη ανταγωνιστικών ανθρακωρυχείων (6). Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε άλλους τύπους ενισχύσεων στον τομέα του άνθρακα, με εξαίρεση τις περιφερειακές ενισχύσεις.

(13)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι εγκρινόμενες ενισχύσεις δεν επηρεάζουν δυσμενώς τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Συνεπώς, οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε δικαιούχους για τους οποίους εκκρεμεί εντολή ανάκτησης ενισχύσεων κατόπιν προηγούμενης απόφασης της Επιτροπής, με την οποία οι ενισχύσεις αυτές κηρύσσονται παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τα καθεστώτα ενισχύσεων που αποσκοπούν στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες.

(14)

Οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε προβληματικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων της 1ης Οκτωβρίου 2004 (7), η ισχύς των οποίων παρατάθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την παράταση της εφαρμογής των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, της 1ης Οκτωβρίου 2004 (8), ή τις κατευθυντήριες γραμμές που θα τις διαδεχθούν, ούτως ώστε να αποφεύγεται η καταστρατήγησή τους, με εξαίρεση τα καθεστώτα ενισχύσεων που αποσκοπούν στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν σαφή κριτήρια που δεν απαιτούν αξιολόγηση του συνόλου των ιδιαιτεροτήτων της κατάστασης μιας επιχείρησης προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον μια επιχείρηση θεωρείται προβληματική για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(15)

Η εφαρμογή της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συνεργασία των κρατών μελών. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των μεμονωμένων ενισχύσεων που χορηγούνται στο πλαίσιο καθεστώτων, τα οποία έτυχαν απαλλαγής κατά κατηγορία.

(16)

Οι ενισχύσεις που ανέρχονται σε μεγάλα ποσά και χορηγούνται είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά θα πρέπει να αξιολογούνται από την Επιτροπή κατόπιν κοινοποιήσεως, επειδή ο κίνδυνος να επηρεάσουν δυσμενώς τους όρους των συναλλαγών είναι μεγάλος. Συνεπώς, θα πρέπει να καθοριστούν όρια για κάθε κατηγορία ενισχύσεων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, σε επίπεδο που λαμβάνει υπόψη την κατηγορία της σχετικής ενίσχυσης και τις πιθανές επιπτώσεις της στους όρους των συναλλαγών. Κάθε χορηγούμενη ενίσχυση η οποία υπερβαίνει τα όρια αυτά θα πρέπει να εξακολουθεί να υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Τα όρια που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να καταστρατηγούνται με τον τεχνητό διαχωρισμό καθεστώτων ενίσχυσης ή σχεδίων ενίσχυσης σε διάφορα επιμέρους καθεστώτα ή σχέδια ενίσχυσης με παρόμοια χαρακτηριστικά, στόχους ή δικαιούχους.

(17)

Για λόγους διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης και αποτελεσματικής παρακολούθησης, ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ενισχύσεις για τις οποίες είναι δυνατός ο ακριβής υπολογισμός του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης εκ των προτέρων χωρίς να είναι αναγκαία η διενέργεια αξιολόγησης κινδύνου («διαφανείς ενισχύσεις»). Για ορισμένα συγκεκριμένα μέσα ενίσχυσης, όπως τα δάνεια, οι εγγυήσεις, τα φορολογικά μέτρα, τα μέτρα χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου και, ειδικότερα, οι επιστρεπτέες προκαταβολές, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούν να θεωρούνται διαφανείς. Οι εισφορές κεφαλαίου δεν θα πρέπει να θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις, με την επιφύλαξη των ειδικών προϋποθέσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου και τις ενισχύσεις εκκίνησης. Ενισχύσεις που περιλαμβάνονται σε εγγυήσεις θα πρέπει να θεωρούνται διαφανείς, εφόσον το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης έχει υπολογιστεί με βάση τις προμήθειες ασφαλούς λιμένα που καθορίζονται για τον αντίστοιχο τύπο επιχείρησης. Στην περίπτωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), η ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (9) ορίζει τα επίπεδα ετήσιας προμήθειας πάνω από τα οποία μια κρατική εγγύηση θεωρείται ότι δεν συνιστά ενίσχυση.

(18)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις είναι αναγκαίες και ότι λειτουργούν ως κίνητρο για την περαιτέρω ανάπτυξη δραστηριοτήτων ή έργων, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ενισχύσεις για δραστηριότητες τις οποίες θα ανέπτυσσε ούτως ή άλλως ο δικαιούχος, ακόμη και αν δεν είχε χορηγηθεί η ενίσχυση. Είναι σκόπιμο οι ενισχύσεις να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού μόνον εάν οι εργασίες για το ενισχυόμενο έργο ή την ενισχυόμενη δραστηριότητα αρχίζουν μετά την υποβολή γραπτής αίτησης για ενίσχυση από τον δικαιούχο.

(19)

Όσον αφορά ad hoc ενισχύσεις που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και χορηγούνται σε δικαιούχο που είναι μεγάλη επιχείρηση, το κράτος μέλος θα πρέπει να εξασφαλίζει, εκτός της τήρησης των όρων που αφορούν τον χαρακτήρα κινήτρου και ισχύουν για τους δικαιούχους που είναι ΜΜΕ, ότι ο δικαιούχος έχει αναλύσει, σε εσωτερικό έγγραφο, τη βιωσιμότητα του ενισχυόμενου έργου ή δραστηριότητας τόσο με την υπόθεση χορήγησης της ενίσχυσης όσο και χωρίς αυτήν. Το κράτος μέλος θα πρέπει να εξακριβώνει ότι σε αυτό το εσωτερικό έγγραφο επιβεβαιώνεται ουσιώδης αύξηση της εμβέλειας του έργου/της δραστηριότητας, ουσιώδης αύξηση του συνολικού ποσού που δαπάνησε ο δικαιούχος για το επιδοτούμενο έργο ή τη δραστηριότητα ή ουσιώδης επιτάχυνση του ρυθμού ολοκλήρωσης του συγκεκριμένου έργου ή δραστηριότητας. Οι περιφερειακές ενισχύσεις θα πρέπει να θεωρείται ότι έχουν χαρακτήρα κινήτρου, εφόσον το επενδυτικό έργο δεν θα είχε υλοποιηθεί στη συγκεκριμένη ενισχυόμενη περιφέρεια εάν δεν είχε χορηγηθεί η ενίσχυση.

(20)

Τα καθεστώτα αυτόματης χορήγησης ενισχύσεων υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται σε ειδικό όρο όσον αφορά τον χαρακτήρα κινήτρου, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις του είδους αυτού χορηγούνται βάσει διαφορετικών διαδικασιών σε σχέση με άλλες κατηγορίες ενισχύσεων. Τα εν λόγω καθεστώτα θα πρέπει να έχουν ήδη εγκριθεί πριν αρχίσουν οι εργασίες για το ενισχυόμενο έργο ή δραστηριότητα. Ωστόσο, ο όρος αυτός δεν θα πρέπει να ισχύει στην περίπτωση διάδοχων φορολογικών καθεστώτων, υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα καλυπτόταν ήδη από τα προηγούμενα φορολογικά καθεστώτα υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων. Για την αξιολόγηση του χαρακτήρα κινήτρου των εν λόγω καθεστώτων, η κρίσιμη στιγμή είναι εκείνη κατά την οποία το φορολογικό μέτρο θεσπίστηκε για πρώτη φορά στο αρχικό καθεστώς, το οποίο αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από διάδοχο καθεστώς.

(21)

Όσον αφορά τις περιφερειακές ενισχύσεις λειτουργίας, τις περιφερειακές ενισχύσεις για την αστική ανάπτυξη, τις ενισχύσεις για την πρόσβαση των ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, τις ενισχύσεις για την πρόσληψη εργαζομένων σε μειονεκτική θέση, τις ενισχύσεις για την απασχόληση εργαζομένων με αναπηρία και τις ενισχύσεις για την αντιστάθμιση των πρόσθετων δαπανών που συνεπάγεται η απασχόληση εργαζομένων με αναπηρία, τις ενισχύσεις με τη μορφή μειώσεων περιβαλλοντικών φόρων, τις ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες, τις κοινωνικές ενισχύσεις για τη μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών και τις ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς, η απαίτηση σχετικά με την ύπαρξη χαρακτήρα κινήτρου δεν ισχύει ή θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι έχει τηρηθεί, εάν πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις που καθορίζονται για τις εν λόγω κατηγορίες ενισχύσεων στον παρόντα κανονισμό.

(22)

Για να εξασφαλιστεί ότι η ενίσχυση ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας και περιορίζεται στο αναγκαίο ποσό, τα μέγιστα ποσά ενίσχυσης θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ορίζονται ως εντάσεις ενίσχυσης σε σχέση με μια σειρά επιλέξιμων δαπανών. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί η μέγιστη ένταση ενίσχυσης, λόγω αδυναμίας προσδιορισμού των επιλέξιμων δαπανών ή προκειμένου να διατίθενται απλούστερα μέσα για τα μικρά ποσά, θα πρέπει να καθορίζονται μέγιστα ποσά ενίσχυσης σε ονομαστικούς όρους, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αναλογικότητα των μέτρων ενίσχυσης. Η ένταση της ενίσχυσης και τα μέγιστα ποσά ενίσχυσης θα πρέπει να καθορίζονται σε τέτοιο ύψος ούτως ώστε, με βάση την πείρα της Επιτροπής, να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στον ενισχυόμενο τομέα και να αντιμετωπίζεται η ανεπάρκεια της αγοράς ή το πρόβλημα συνοχής. Όσον αφορά τις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις, η ένταση των ενισχύσεων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την επιτρεπόμενη ένταση των ενισχύσεων με βάση τους χάρτες περιφερειακών ενισχύσεων.

(23)

Για τον υπολογισμό της έντασης των ενισχύσεων, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται μόνον οι επιλέξιμες δαπάνες. Ο κανονισμός δεν απαλλάσσει ενισχύσεις που υπερβαίνουν τη σχετική ένταση ενίσχυσης ως αποτέλεσμα της συμπερίληψης μη επιλέξιμων δαπανών. Ο προσδιορισμός των επιλέξιμων δαπανών πρέπει να τεκμηριώνεται εγγράφως με σαφή, συγκεκριμένο και επικαιροποιημένο τρόπο. Όλα τα στοιχεία θα πρέπει να υπολογίζονται πριν από την αφαίρεση φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων. Οι ενισχύσεις που καταβάλλονται σε περισσότερες δόσεις θα πρέπει να ανάγονται στην αξία τους κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Οι επιλέξιμες δαπάνες θα πρέπει επίσης να ανάγονται στην αξία τους κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Το επιτόκιο που πρέπει να εφαρμόζεται για την προεξόφληση και για τον υπολογισμό του ποσού της ενίσχυσης, στην περίπτωση ενίσχυσης που δεν λαμβάνει τη μορφή επιχορήγησης, θα πρέπει να είναι το προεξοφλητικό επιτόκιο και το επιτόκιο αναφοράς, αντιστοίχως, που ισχύουν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (10). Σε περίπτωση που η ενίσχυση χορηγείται υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων, οι δόσεις της ενίσχυσης θα πρέπει να προεξοφλούνται με βάση τα προεξοφλητικά επιτόκια που ισχύουν στις διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες τίθενται σε ισχύ τα φορολογικά πλεονεκτήματα. Είναι σκόπιμο να ενθαρρύνεται η χρήση ενισχύσεων με τη μορφή επιστρεπτέων προκαταβολών, διότι τα συγκεκριμένα μέσα επιμερισμού του κινδύνου συντελούν στην ενίσχυση του χαρακτήρα κινήτρου των ενισχύσεων. Συνεπώς, ενδείκνυται να θεσπιστεί ότι, στις περιπτώσεις χορήγησης ενισχύσεων υπό μορφή επιστρεπτέων προκαταβολών, επιτρέπεται η αύξηση των εφαρμοστέων εντάσεων ενίσχυσης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με εξαίρεση τις περιφερειακές ενισχύσεις, δεδομένου ότι οι τελευταίες απαλλάσσονται μόνον εφόσον είναι σύμφωνες με τους εγκεκριμένους χάρτες.

(24)

Στην περίπτωση φορολογικών πλεονεκτημάτων που χορηγούνται για μελλοντικούς φόρους, το εφαρμοστέο προεξοφλητικό επιτόκιο και το ακριβές ποσό των δόσεων της ενίσχυσης ενδέχεται να μην είναι γνωστά εκ των προτέρων. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν εκ των προτέρων ανώτατο όριο για την προεξοφλημένη αξία της ενίσχυσης με τήρηση της εφαρμοστέας έντασης ενίσχυσης. Στη συνέχεια, όταν καταστεί γνωστό το ποσό της δόσης της ενίσχυσης για μια συγκεκριμένη ημερομηνία, μπορεί να γίνει προεξόφληση του ποσού αυτού βάσει του εφαρμοστέου τη στιγμή εκείνη προεξοφλητικού επιτοκίου. Η προεξοφλημένη αξία κάθε δόσης ενίσχυσης θα πρέπει να αφαιρείται από το συνολικό ύψος του ανώτατου ορίου («ανώτατο ποσό»).

(25)

Για να εξακριβωθεί κατά πόσον τηρούνται τα όρια κοινοποίησης ενισχύσεων και οι μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό των μέτρων κρατικής ενίσχυσης για την ενισχυόμενη δραστηριότητα ή το ενισχυόμενο έργο. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προσδιορίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να υπάρχει σώρευση διαφόρων κατηγοριών ενισχύσεων. Οι ενισχύσεις που απαλλάσσονται με τον παρόντα κανονισμό και οποιεσδήποτε άλλες συμβιβάσιμες ενισχύσεις οι οποίες απαλλάσσονται δυνάμει άλλου κανονισμού ή έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή, μπορούν να σωρευθούν, εφόσον τα εν λόγω μέτρα αφορούν διαφορετικές προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες. Σε περίπτωση που διαφορετικές πηγές ενίσχυσης αφορούν τις ίδιες προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες —που επικαλύπτονται πλήρως ή εν μέρει— η σώρευσή τους θα πρέπει να επιτρέπεται, εφόσον δεν υπερβαίνει την υψηλότερη ένταση ενίσχυσης ή το υψηλότερο ποσό ενίσχυσης που ισχύει για τις εν λόγω ενισχύσεις βάσει του παρόντος κανονισμού. Στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για τη σώρευση μέτρων ενίσχυσης με και χωρίς προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες, όταν πρόκειται για σώρευση με ενισχύσεις ήσσονος σημασίας και με ενισχύσεις για εργαζομένους με αναπηρία. Οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας συχνά δεν χορηγούνται για συγκεκριμένες προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες ούτε μπορούν να αποδοθούν σε τέτοιου είδους δαπάνες. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να επιτρέπεται η ελεύθερη σώρευση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας με κρατικές ενισχύσεις που τυγχάνουν απαλλαγής δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, όταν η ενίσχυση ήσσονος σημασίας χορηγείται για τις ίδιες προσδιορίσιμες επιλέξιμες δαπάνες όπως και η κρατική ενίσχυση που απαλλάσσεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η σώρευση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο έως τη μέγιστη ένταση της ενίσχυσης, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο III του παρόντος κανονισμού.

(26)

Η ενωσιακή χρηματοδότηση που τελεί υπό κεντρική διαχείριση των θεσμικών οργάνων, οργανισμών, κοινών επιχειρήσεων ή άλλων οργάνων της Ένωσης και δεν υπάγεται άμεσα ή έμμεσα στον έλεγχο των κρατών μελών δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Όταν ενωσιακή χρηματοδότηση του είδους αυτού συνδυάζεται με κρατική ενίσχυση, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η τελευταία για να καθοριστεί κατά πόσον τηρούνται τα όρια κοινοποίησης και οι μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης, εφόσον το συνολικό ποσό της δημόσιας χρηματοδότησης που χορηγείται για τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες δεν υπερβαίνει το ευνοϊκότερο ποσοστό χρηματοδότησης που καθορίζεται στους εφαρμοστέους κανόνες του ενωσιακού δικαίου.

(27)

Δεδομένου ότι οι κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης απαγορεύονται καταρχήν, είναι σημαντικό να είναι όλα τα μέρη σε θέση να επαληθεύουν κατά πόσον οι ενισχύσεις χορηγούνται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες. Ως εκ τούτου, η διαφάνεια των κρατικών ενισχύσεων είναι ουσιώδης για την ορθή εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης και συνεπάγεται βελτίωση της συμμόρφωσης, ενίσχυση της λογοδοσίας, αξιολόγηση από ομότιμους και, εντέλει, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών. Για να διασφαλιστεί η διαφάνεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να δημιουργήσουν εμπεριστατωμένους δικτυακούς τόπους για τις κρατικές ενισχύσεις, σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, με συνοπτικές πληροφορίες για κάθε μέτρο ενίσχυσης που απαλλάσσεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να συνιστά προϋπόθεση για το συμβιβάσιμο κάθε μεμονωμένης ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με την πάγια πρακτική σχετικά με τη δημοσίευση πληροφοριών που προβλέπεται στην οδηγία 2013/37/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/98/ΕΚ σχετικά με την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα (11), θα πρέπει να χρησιμοποιείται τυποποιημένο μορφότυπο που θα επιτρέπει την αναζήτηση, λήψη και εύκολη δημοσίευση των πληροφοριών στο διαδίκτυο. Οι σύνδεσμοι προς τους δικτυακούς τόπους κρατικών ενισχύσεων όλων των κρατών μελών θα πρέπει να δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 733/2013, θα πρέπει να δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής συνοπτικές πληροφορίες για κάθε μέτρο ενίσχυσης που απαλλάσσεται βάσει του παρόντος κανονισμού.

(28)

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική παρακολούθηση των μέτρων ενίσχυσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 733/2013, είναι σκόπιμο να καθοριστούν απαιτήσεις για την υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη όσον αφορά τα μέτρα ενίσχυσης που έχουν τύχει απαλλαγής δυνάμει του παρόντος κανονισμού, καθώς και για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τα αρχεία που θα πρέπει να τηρούν τα κράτη μέλη για τις ενισχύσεις που τυγχάνουν απαλλαγής βάσει του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (12).

(29)

Για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των προϋποθέσεων συμβατότητας που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα ανάκλησης του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία για τα μελλοντικά μέτρα ενίσχυσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις προϋποθέσεις αυτές. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να περιορίσει την ανάκληση του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορίες σε ορισμένους τύπους ενισχύσεων, ορισμένους δικαιούχους ή μέτρα ενίσχυσης που θεσπίστηκαν από ορισμένες αρχές, όταν η μη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό αφορά μόνο μια περιορισμένη ομάδα μέτρων ή ορισμένες αρχές. Η εν λόγω στοχευμένη ανάκληση θα πρέπει να συνιστά αναλογικό διορθωτικό μέτρο, άμεσα συνδεόμενο με τη διαπίστωση μη συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό. Σε περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων συμβατότητας που προβλέπονται στα κεφάλαια Ι και ΙΙΙ, η χορηγούμενη ενίσχυση δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό και, κατά συνέπεια, συνιστά παράνομη ενίσχυση, την οποία η Επιτροπή θα εξετάσει στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των απαιτήσεων του κεφαλαίου ΙΙ, η ανάκληση του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία για τα μελλοντικά μέτρα ενίσχυσης δεν έχει επιπτώσεις στην απαλλαγή κατά κατηγορία που είχε χορηγηθεί για τα προηγούμενα μέτρα που ήταν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(30)

Για να εξαλειφθούν οι διαφορές που ενδέχεται να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και για να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ των διαφόρων ενωσιακών και εθνικών πρωτοβουλιών όσον αφορά τις ΜΜΕ, καθώς και για λόγους διοικητικής σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, ο ορισμός των ΜΜΕ που χρησιμοποιείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να βασίζεται στον ορισμό της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (13).

(31)

Με την αντιμετώπιση των προβλημάτων των μειονεκτουσών περιφερειών, οι περιφερειακές ενισχύσεις προωθούν την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή των κρατών μελών και της Ένωσης στο σύνολό της. Οι περιφερειακές ενισχύσεις αποσκοπούν στην υποβοήθηση της ανάπτυξης των πλέον μειονεκτουσών περιοχών με τη στήριξη των επενδύσεων και της δημιουργίας θέσεων εργασίας σε ένα βιώσιμο πλαίσιο. Στις περιοχές που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο α) της Συνθήκης, μπορούν να χορηγούνται περιφερειακές ενισχύσεις για τη δημιουργία νέων μονάδων, την επέκταση της δυναμικότητας υφιστάμενης επιχειρηματικής εγκατάστασης, τη διαφοροποίηση της παραγωγής μιας επιχειρηματικής εγκατάστασης ή θεμελιώδη αλλαγή στη συνολική παραγωγική διαδικασία υφιστάμενης επιχειρηματικής εγκατάστασης. Δεδομένου ότι τα περιφερειακά προβλήματα έχουν μικρότερο αντίκτυπο στις μεγάλες επιχειρήσεις από ό,τι στις ΜΜΕ, κατά την πραγματοποίηση επενδύσεων σε περιοχή που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης, οι περιφερειακές ενισχύσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης μόνον όσον αφορά τις αρχικές επενδύσεις για την έναρξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων στις συγκεκριμένες περιοχές.

(32)

Όταν ένα καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων απευθύνεται σε περιορισμένο αριθμό τομέων της οικονομίας, ο στόχος και τα πιθανά αποτελέσματα του καθεστώτος ενδέχεται να έχουν τομεακό μάλλον παρά οριζόντιο χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η απαλλαγή τομεακών καθεστώτων από την υποχρέωση κοινοποίησης. Ωστόσο, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν κοινοποίησης, να προβεί σε αξιολόγηση των δυνητικών θετικών τους αποτελεσμάτων βάσει των εφαρμοστέων κατευθυντήριων γραμμών ή πλαισίων ή αποφάσεων. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, στην περίπτωση των καθεστώτων ενισχύσεων που καλύπτουν οικονομικές δραστηριότητες στον τομέα του άνθρακα, στον ναυπηγικό τομέα και στον τομέα των μεταφορών. Επιπλέον, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των τομέων του χάλυβα και των συνθετικών ινών, θεωρείται ότι οι αρνητικές επιπτώσεις των περιφερειακών ενισχύσεων στους εν λόγω τομείς δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από τον θετικό αντίκτυπο στη συνοχή· για τους λόγους αυτούς, δεν μπορούν να χορηγούνται περιφερειακές ενισχύσεις στους τομείς αυτούς. Τέλος, οι τομείς του τουρισμού και των ευρυζωνικών υποδομών διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις εθνικές οικονομίες και, εν γένει, έχουν ιδιαίτερα θετική συμβολή στην περιφερειακή ανάπτυξη. Συνεπώς, τα καθεστώτα περιφερειακών ενισχύσεων που αφορούν τουριστικές δραστηριότητες και ευρυζωνικές υποδομές θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης. Η μεταποίηση και η εμπορία γεωργικών προϊόντων είναι επίσης στενά συνδεδεμένες με τις τοπικές και περιφερειακές οικονομίες και θα πρέπει να επωφελούνται από την απαλλαγή κατά κατηγορία.

(33)

Η παραγωγή και διανομή ενέργειας καθώς και οι σχετικές υποδομές υπόκεινται σε συγκεκριμένη τομεακή νομοθεσία της εσωτερικής αγοράς, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζεται στα κριτήρια που διασφαλίζουν ότι οι ενισχύσεις σε αυτούς τους τομείς συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά και συνάδουν με την περιβαλλοντική και την ενεργειακή πολιτική της Ένωσης. Οι περιφερειακές ενισχύσεις που χορηγούνται δυνάμει του τμήματος 1 του παρόντος κανονισμού επιδιώκουν στόχους οικονομικής ανάπτυξης και συνοχής και, επομένως, υπόκεινται σε πολύ διαφορετικές προϋποθέσεις συμβατότητας. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού για τις περιφερειακές ενισχύσεις δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στα μέτρα που αφορούν την παραγωγή και διανομή ενέργειας, καθώς και τις σχετικές υποδομές.

(34)

Οι επενδύσεις που παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα υπέρβασης των ενωσιακών προτύπων ή αύξησης του επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος ελλείψει ενωσιακών προτύπων, οι επενδύσεις για πρόωρη προσαρμογή σε μελλοντικά ενωσιακά πρότυπα, οι επενδύσεις για μέτρα ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων έργων ενεργειακής απόδοσης σε κτίρια, οι επενδύσεις για αποκατάσταση μολυσμένων χώρων και οι ενισχύσεις για περιβαλλοντικές μελέτες δεν επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των αγορών ενέργειας. Ταυτοχρόνως, οι εν λόγω επενδύσεις ενδέχεται να συμβάλλουν τόσο σε στόχους περιφερειακής πολιτικής όσο και στους ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν τόσο τις περιφερειακές ενισχύσεις όσο και τις ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, αναλόγως του κύριου στόχου που επιδιώκεται από το εκάστοτε μέτρο.

(35)

Για να μην ευνοούνται οι επενδύσεις κεφαλαίου έναντι των επενδύσεων σε κόστος εργασίας, θα πρέπει να προβλεφθεί δυνατότητα υπολογισμού των περιφερειακών επενδυτικών ενισχύσεων με βάση είτε το κόστος της επένδυσης είτε το μισθολογικό κόστος των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται άμεσα με την υλοποίηση του επενδυτικού έργου.

(36)

Οι περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις δεν θα πρέπει να απαλλάσσονται από την κοινοποίηση όταν χορηγούνται σε δικαιούχους που έχουν προβεί σε παύση της ίδιας ή παρεμφερούς δραστηριότητας εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου κατά τη διετία πριν από την υποβολή της αίτησής τους για περιφερειακή επενδυτική ενίσχυση ή σε δικαιούχους που, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για ενίσχυση, έχουν προγραμματίσει να προβούν σε παύση της εν λόγω δραστηριότητας εντός μέγιστου χρονικού διαστήματος δύο ετών μετά την ολοκλήρωση της αρχικής επένδυσης για την οποία έχει ζητηθεί ενίσχυση στη συγκεκριμένη περιοχή.

(37)

Η Επιτροπή έχει αποκτήσει επαρκή πείρα κατά την εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης όσον αφορά τις περιφερειακές ενισχύσεις λειτουργίας για την αντιστάθμιση τόσο των πρόσθετων δαπανών μεταφοράς των προϊόντων που παράγονται στις εξόχως απόκεντρες περιοχές ή σε αραιοκατοικημένες περιοχές και των προϊόντων που υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία σε αυτές τις περιοχές, όσο και των πρόσθετων δαπανών παραγωγής και λειτουργίας (πλην των πρόσθετων δαπανών μεταφοράς) που επιβαρύνουν τους δικαιούχους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στις εξόχως απόκεντρες περιοχές. Επειδή υπάρχει κίνδυνος υπεραντιστάθμισης των δαπανών μεταφοράς, η οποία προκύπτει από την πρόσθετη στήριξη στο πλαίσιο των προγραμμάτων POSEI στον τομέα της γεωργίας, και επειδή δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένα γεωργικά προϊόντα να μην παράγονται σε εναλλακτική τοποθεσία, ο γεωργικός τομέας θα πρέπει να εξαιρεθεί από τη χορήγηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, περιφερειακών ενισχύσεων λειτουργίας για την αντιστάθμιση των πρόσθετων δαπανών μεταφοράς εμπορευμάτων που παράγονται στις εξόχως απόκεντρες περιοχές ή σε αραιοκατοικημένες περιοχές. Οι περιφερειακές ενισχύσεις λειτουργίας για την αντιστάθμιση των πρόσθετων δαπανών στις εξόχως απόκεντρες περιοχές, εκτός των πρόσθετων δαπανών μεταφοράς, θα πρέπει να θεωρείται ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά και να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης μόνο στον βαθμό που το επίπεδό τους περιορίζεται είτε στο 15 % της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας που δημιουργεί ετησίως ο δικαιούχος στη συγκεκριμένη εξόχως απόκεντρη περιοχή, είτε στο 25 % του ετησίου κόστους εργασίας που φέρει ο δικαιούχος στη συγκεκριμένη εξόχως απόκεντρη περιοχή ή στο 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του δικαιούχου στη συγκεκριμένη εξόχως απόκεντρη περιοχή. Όταν η ενίσχυση δεν υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει από μία από αυτές τις εναλλακτικές μεθόδους προσδιορισμού των πρόσθετων λειτουργικών δαπανών (εκτός των δαπανών μεταφοράς), μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη όσον αφορά τη συμβολή της στην περιφερειακή ανάπτυξη και αναλογική ως προς τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στις εξόχως απόκεντρες περιοχές.

(38)

Με την αντιμετώπιση της υψηλής συγκέντρωσης οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών προβλημάτων των αστικών περιοχών στις ενισχυόμενες περιοχές που προσδιορίζονται στον χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων, οι ενισχύσεις για την αστική ανάπτυξη συμβάλλουν στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή των κρατών μελών και της Ένωσης στο σύνολό της. Οι ανεπάρκειες της αγοράς που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τις ενισχύσεις για την αστική ανάπτυξη αφορούν το περιβάλλον χρηματοδότησης της αστικής ανάπτυξης, την απουσία ολοκληρωμένης προσέγγισης στον τομέα της αστικής ανάπτυξης, το έλλειμμα χρηματοδότησης που απαιτεί αυξημένη μόχλευση περιορισμένων δημόσιων πόρων και την ανάγκη υιοθέτησης περισσότερο εμπορικής προσέγγισης για την ανάπλαση των αστικών περιοχών. Επομένως, οι ενισχύσεις αστικής ανάπτυξης που αποβλέπουν στη στήριξη της ανάπτυξης συμμετοχικών, ολοκληρωμένων και βιώσιμων στρατηγικών για την αντιμετώπιση των πρόσθετων προβλημάτων που διαπιστώνονται στις ενισχυόμενες περιοχές θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία.

(39)

Οι επενδύσεις που ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» (14) όσον αφορά τις πράσινες τεχνολογίες και τη στροφή προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και οι οποίες πραγματοποιούνται στις ενισχυόμενες περιοχές που προσδιορίζονται στον σχετικό χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων, θα πρέπει να είναι επιλέξιμες για υψηλότερα ποσά ενισχύσεων μέσω περιφερειακής πριμοδότησης.

(40)

Οι ΜΜΕ συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία θέσεων εργασίας και, γενικότερα, αποτελούν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η ανάπτυξή τους μπορεί να παρεμποδιστεί από δυσλειτουργίες της αγοράς, με αποτέλεσμα οι ΜΜΕ να αντιμετωπίζουν ορισμένα από τα ακόλουθα τυπικά προβλήματα. Οι ΜΜΕ συχνά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν κεφάλαια ή δάνεια λόγω της απροθυμίας ορισμένων χρηματοπιστωτικών αγορών να αναλάβουν σχετικούς κινδύνους και των περιορισμένων εγγυήσεων που είναι σε θέση να παράσχουν οι ΜΜΕ. Εξάλλου, το περιορισμένο μέγεθος των πόρων τους ενδέχεται να περιστέλλει την πρόσβασή τους σε πληροφορίες, ειδικότερα όσον αφορά τις νέες τεχνολογίες και τις δυνητικές αγορές. Για να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων των ΜΜΕ, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, συνεπώς, να απαλλάσσει ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων όταν χορηγούνται υπέρ των ΜΜΕ. Οι κατηγορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν, ιδίως, τις επενδυτικές ενισχύσεις προς τις ΜΜΕ και τις ενισχύσεις για τη συμμετοχή των ΜΜΕ σε εμπορικές εκθέσεις.

(41)

Οι ΜΜΕ που συμμετέχουν στα έργα Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας (ΕΕΣ) που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1299/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού ειδικών διατάξεων για την υποστήριξη του στόχου της Ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (15), συχνά αντιμετωπίζουν δυσχέρειες όσον αφορά τη χρηματοδότηση πρόσθετων δαπανών που συνεπάγεται η συνεργασία μεταξύ εταίρων που είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικές περιφέρειες και σε διαφορετικά κράτη μέλη ή τρίτες χώρες. Δεδομένης της σημασίας της ΕΕΣ για την πολιτική συνοχής που παρέχει ένα πλαίσιο στο οποίο οι εθνικοί, περιφερειακοί και τοπικοί παράγοντες διαφόρων κρατών μελών ή τρίτων χωρών μπορούν να υλοποιούν κοινές δράσεις και να ανταλλάσσουν απόψεις για την άσκηση πολιτικής, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει την επίλυση ορισμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα έργα ΕΕΣ, ώστε να διευκολύνει τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Τα προβλήματα που αφορούν ειδικά τα έργα ΕΕΣ και τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσει ο παρών κανονισμός έχουν σχέση με την ένταση των περιφερειακών ενισχύσεων που εφαρμόζεται στα έργα αυτά, με τις δαπάνες συνεργασίας των ΜΜΕ που συμμετέχουν στα έργα ΕΕΣ και με τις υποχρεώσεις ως προς τη δημοσιότητα και την πληροφόρηση, καθώς και την κατάρτιση εκθέσεων και την τήρηση αρχείων για σκοπούς παρακολούθησης.

(42)

Λαμβανομένων υπόψη των ειδικών προβλημάτων και των διαφορών που υφίστανται μεταξύ ΜΜΕ, επιτρέπεται η εφαρμογή διαφορετικών εντάσεων ενίσχυσης και διαφορετικών πριμοδοτήσεων.

(43)

Με βάση την πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται για την προώθηση επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων στις ΜΜΕ (16), υπάρχει σειρά συγκεκριμένων ανεπαρκειών στην αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων στην Ένωση όσον αφορά ορισμένα είδη επενδύσεων στα διάφορα στάδια ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Οι εν λόγω ανεπάρκειες της αγοράς οφείλονται στην ατελή αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης επιχειρηματικών κεφαλαίων. Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο των επιχειρηματικών κεφαλαίων που διατίθεται στην αγορά μπορεί να είναι υπερβολικά περιορισμένο και οι επιχειρήσεις δεν εξασφαλίζουν χρηματοδότηση παρότι διαθέτουν αξιόλογο επιχειρηματικό μοντέλο και προοπτικές μεγέθυνσης. Η ανεπάρκεια που παρατηρείται στις αγορές επιχειρηματικών κεφαλαίων και η οποία επηρεάζει ιδίως την πρόσβαση των ΜΜΕ σε κεφάλαια και μπορεί να δικαιολογήσει δημόσια παρέμβαση, οφείλεται κυρίως στην ατελή ή ασύμμετρη πληροφόρηση. Δεν έχει μόνο αντίκτυπο στην εξασφάλιση επιχειρηματικών κεφαλαίων, αλλά παρεμποδίζει επίσης την πρόσβαση ορισμένων ΜΜΕ σε χρηματοδότηση με δανειακά κεφάλαια. Κατά συνέπεια, τα μέτρα χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, με τα οποία επιδιώκεται η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για την παροχή χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου σε μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο ΜΜΕ που υφίστανται τις συνέπειες από το κενό χρηματοδότησης και με τα οποία διασφαλίζεται η λήψη επενδυτικών αποφάσεων με γνώμονα την κερδοφορία και η εμπορική διαχείριση των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(44)

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα πρέπει επίσης να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης οι ενισχύσεις εκκίνησης για τις μικρές επιχειρήσεις, οι ενισχύσεις για εναλλακτικές πλατφόρμες διαπραγμάτευσης, ειδικευόμενες σε ΜΜΕ, και οι ενισχύσεις για δαπάνες διερεύνησης των ΜΜΕ.

(45)

Οι ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και οι ενισχύσεις για την καινοτομία μπορούν να συμβάλουν στη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και να τονώσουν την απασχόληση. Η πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 και του κοινοτικού πλαισίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία (17) καταδεικνύει ότι οι ανεπάρκειες της αγοράς μπορεί να παρεμποδίσουν την επίτευξη του βέλτιστου επιπέδου παραγωγής στην αγορά και να οδηγήσουν σε έλλειψη αποτελεσματικότητας που συνδέεται με εξωτερικότητες, με τη διάχυση δημόσιων αγαθών/γνώσεων, την ατελή και ασύμμετρη πληροφόρηση και με αδυναμίες συντονισμού και ανεπάρκειες δικτύων.

(46)

Οι ΜΜΕ ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσχέρειες όσον αφορά την πρόσβασή τους σε νέες τεχνολογικές εξελίξεις, στη μεταφορά γνώσεων ή σε προσωπικό υψηλής ειδίκευσης. Οι ενισχύσεις για έργα έρευνας και ανάπτυξης, οι ενισχύσεις για μελέτες σκοπιμότητας και οι ενισχύσεις καινοτομίας προς ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων για την κάλυψη των δαπανών που συνδέονται με δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, μπορούν να επιλύσουν αυτά τα προβλήματα και θα πρέπει, συνεπώς, να απαλλάσσονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από την υποχρέωση κοινοποίησης.

(47)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις για έργα έρευνας και ανάπτυξης, το ενισχυόμενο τμήμα του έργου έρευνας θα πρέπει να εμπίπτει πλήρως στις κατηγορίες της βασικής έρευνας, της βιομηχανικής έρευνας ή της πειραματικής ανάπτυξης. Όταν ένα έργο περιλαμβάνει διάφορες δραστηριότητες, για κάθε δραστηριότητα θα πρέπει να προσδιορίζεται εάν εμπίπτει σε μία από τις εν λόγω κατηγορίες ή σε καμία από αυτές. Η υπαγωγή στις εν λόγω κατηγορίες δεν είναι απαραίτητο να ακολουθεί χρονολογική σειρά, ξεκινώντας από τη βασική έρευνα και καταλήγοντας σε δραστηριότητες που είναι εγγύτερες στην αγορά. Συνεπώς, μια δραστηριότητα που εκτελείται σε μεταγενέστερο στάδιο του έργου μπορεί να θεωρηθεί βιομηχανική έρευνα. Ομοίως, μια δραστηριότητα που ασκείται σε προγενέστερο στάδιο μπορεί να αποτελεί πειραματική ανάπτυξη. Το ενισχυόμενο τμήμα του έργου μπορεί επίσης να περιλαμβάνει μελέτες σκοπιμότητας για την προετοιμασία ερευνητικών δραστηριοτήτων.

(48)

Η ανάγκη για ερευνητικές υποδομές υψηλής ποιότητας καθίσταται ολοένα επιτακτικότερη όσον αφορά την πρωτοποριακή έρευνα και καινοτομία, διότι οι υποδομές αυτές προσελκύουν ταλέντα παγκόσμιου επιπέδου και είναι καίριας σημασίας για την υποστήριξη των νέων τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών, καθώς και των βασικών τεχνολογιών γενικής εφαρμογής. Είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων μεταξύ των δημόσιων ερευνητικών υποδομών και της βιομηχανικής έρευνας. Η πρόσβαση σε δημόσια χρηματοδοτούμενες ερευνητικές υποδομές θα πρέπει να παρέχεται με διαφάνεια, άνευ διακρίσεων και υπό όρους της αγοράς. Εάν δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, το μέτρο ενίσχυσης δεν θα πρέπει να τυγχάνει απαλλαγής από την υποχρέωση κοινοποίησης. Επιτρέπεται η ιδιοκτησία, διαχείριση και χρήση μιας δεδομένης ερευνητικής υποδομής από πολλαπλά μέρη, ενώ οι δημόσιοι φορείς και επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν από κοινού την υποδομή αυτή.

(49)

Στις ερευνητικές υποδομές μπορούν να ασκούνται τόσο οικονομικές όσο και μη οικονομικές δραστηριότητες. Προκειμένου να αποτρέπεται η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε οικονομικές δραστηριότητες μέσω της δημόσιας χρηματοδότησης μη οικονομικών δραστηριοτήτων, θα πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των δαπανών και της χρηματοδότησης οικονομικών και μη οικονομικών δραστηριοτήτων. Όταν μια υποδομή χρησιμοποιείται τόσο για οικονομικές όσο και για μη οικονομικές δραστηριότητες, η χρηματοδότηση μέσω κρατικών πόρων των δαπανών που συνδέονται με μη οικονομικές δραστηριότητες των υποδομών δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Η δημόσια χρηματοδότηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις μόνο στον βαθμό που καλύπτει δαπάνες συνδεόμενες με οικονομικές δραστηριότητες. Μόνον οι τελευταίες αυτές δαπάνες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με σκοπό τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τα όρια κοινοποίησης και τις μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης. Εάν η υποδομή χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για μη οικονομική δραστηριότητα, η χρηματοδότησή της ενδέχεται να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, εφόσον η οικονομική χρήση παραμένει αμιγώς επικουρική, ήτοι για δραστηριότητα που συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία της υποδομής και είναι απαραίτητη για αυτήν ή είναι συνυφασμένη με την κύρια μη οικονομική χρήση της, και έχει περιορισμένο εύρος. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί να θεωρείται ότι εκπληρώνεται όταν οι οικονομικές δραστηριότητες καταναλώνουν τις ίδιες εισροές (όπως υλικά, εξοπλισμό, εργασία και πάγιο κεφάλαιο) με τις μη οικονομικές δραστηριότητες και η ικανότητα που αφιερώνεται ετησίως για την οικονομική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει το 20 % της συνολικής ετήσιας ικανότητας της ερευνητικής υποδομής.

(50)

Οι ενισχύσεις για συνεργατικούς σχηματισμούς καινοτομίας στοχεύουν στην αντιμετώπιση των ανεπαρκειών της αγοράς που συνδέονται με προβλήματα συντονισμού, τα οποία παρεμποδίζουν την ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών ή περιορίζουν τις αλληλεπιδράσεις και τη ροή των γνώσεων εντός των σχηματισμών αυτών. Οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν είτε να στηρίζουν τις επενδύσεις σε ανοικτές και κοινές υποδομές για τους συνεργατικούς σχηματισμούς καινοτομίας είτε να στηρίζουν τη λειτουργία των σχηματισμών αυτών, ώστε να βελτιωθεί η συνεργασία, η δημιουργία δικτύων και η μάθηση. Ωστόσο, ενισχύσεις λειτουργίας για συνεργατικούς σχηματισμούς καινοτομίας θα πρέπει να χορηγούνται μόνο σε προσωρινή βάση για περιορισμένο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη. Ο λόγος του συνολικού ποσού των χορηγούμενων ενισχύσεων προς το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 50 % κατά την περίοδο για την οποία χορηγούνται οι ενισχύσεις.

(51)

Η διαδικαστική και οργανωτική καινοτομία ενδέχεται να θίγονται από τις ανεπάρκειες της αγοράς με τη μορφή ατελούς πληροφόρησης και θετικών εξωτερικοτήτων, και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με ειδικά μέτρα. Οι ενισχύσεις για την εν λόγω μορφή καινοτομίας έχουν κυρίως σημασία για τις ΜΜΕ, επειδή αυτές αντιμετωπίζουν περιορισμούς που ενδέχεται να εμποδίζουν την ικανότητά τους να βελτιώσουν τις μεθόδους παραγωγής ή παράδοσης ή να ενισχύσουν σημαντικά τις επιχειρηματικές πρακτικές τους, την οργάνωση του χώρου εργασίας και τις εξωτερικές σχέσεις. Για να ενθαρρυνθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις να συνεργάζονται με τις ΜΜΕ όσον αφορά τις δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαδικαστική και οργανωτική καινοτομία, τα μέτρα ενίσχυσης που προορίζονται να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες των μεγάλων επιχειρήσεων για τις εν λόγω δραστηριότητες θα πρέπει επίσης να τυγχάνουν απαλλαγής κατά κατηγορία υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(52)

Η προώθηση της επαγγελματικής κατάρτισης και της πρόσληψης/απασχόλησης εργαζομένων σε μειονεκτική θέση και εργαζομένων με αναπηρία αποτελεί έναν από τους κυριότερους στόχους των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών της Ένωσης και των κρατών μελών της.

(53)

Η επαγγελματική κατάρτιση παράγει θετικές εξωτερικότητες για το σύνολο της κοινωνίας, δεδομένου ότι αυξάνει τη δεξαμενή του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού από την οποία άλλες επιχειρήσεις μπορούν να αντλούν προσωπικό, βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της Ένωσης και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη στρατηγική απασχόλησης της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις για την προώθηση της κατάρτισης θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Λαμβανομένων υπόψη των ειδικότερων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ΜΜΕ και των υψηλότερων σχετικών δαπανών που πρέπει να επωμίζονται όταν επενδύουν στην επαγγελματική κατάρτιση, οι εντάσεις των απαλλασσόμενων ενισχύσεων βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αυξηθούν για τις ΜΜΕ. Επιπλέον, οι εντάσεις ενισχύσεων που τυγχάνουν απαλλαγής βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αυξάνονται όταν η επαγγελματική κατάρτιση παρέχεται σε εργαζομένους σε μειονεκτική θέση ή σε εργαζομένους με αναπηρία. Τα χαρακτηριστικά της επαγγελματικής κατάρτισης στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών δικαιολογούν την εφαρμογή ειδικής προσέγγισης για τον τομέα αυτόν.

(54)

Ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων σε μειονεκτική θέση και εργαζομένων με αναπηρία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσχέρειες εισόδου και παραμονής στην αγορά εργασίας. Για τον λόγο αυτόν, οι δημόσιες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν μέτρα που παρέχουν κίνητρα στις επιχειρήσεις, ώστε να αυξήσουν το επίπεδο της απασχόλησης αυτών των κατηγοριών εργαζομένων, ιδίως των νέων. Επειδή το κόστος απασχόλησης αποτελεί μέρος του κανονικού κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, η ενίσχυση για την απασχόληση εργαζομένων σε μειονεκτική θέση και εργαζομένων με αναπηρία θα πρέπει να συμβάλλει θετικά στα επίπεδα απασχόλησης των εν λόγω κατηγοριών εργαζομένων και όχι να επιτρέπει απλώς στις επιχειρήσεις να μειώνουν το κόστος που διαφορετικά θα έπρεπε να επωμιστούν. Συνεπώς, οι εν λόγω ενισχύσεις θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης, όταν είναι πιθανό να βοηθούν αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων να εισέλθουν για πρώτη φορά ή να εισέλθουν εκ νέου στην αγορά εργασίας και να παραμείνουν σε αυτήν. όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Ευρωπαϊκή στρατηγική για την αναπηρία 2010-2020: Ανανέωση της δέσμευσης για μια Ευρώπη χωρίς εμπόδια (18), τα βασικά στοιχεία της στρατηγικής της ΕΕ για την αναπηρία συνδυάζουν τα μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων, τις ίσες ευκαιρίες και την ενεργητική ένταξη και είναι εμπνευσμένα από τις διατάξεις της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, στην οποία η ΕΕ και τα περισσότερα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αναφέρεται στις ενισχύσεις για τους εργαζομένους με αναπηρία κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης.

(55)

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρώπη 2020: Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» (19), η βιώσιμη ανάπτυξη για μια πιο πράσινη, ανταγωνιστική και αποδοτική στη χρήση πόρων οικονομία αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Η βιώσιμη ανάπτυξη στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος. Ο τομέας της προστασίας του περιβάλλοντος βρίσκεται αντιμέτωπος με ανεπάρκειες της αγοράς εξαιτίας των οποίων, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να μην έχουν απαραιτήτως κίνητρο να μειώσουν τη ρύπανση που προκαλούν, δεδομένου ότι οποιαδήποτε σχετική μείωση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των δαπανών τους χωρίς αντίστοιχα οφέλη. Όταν οι επιχειρήσεις δεν είναι υποχρεωμένες να εσωτερικεύουν το κόστος της ρύπανσης, το κόστος αυτό βαρύνει την κοινωνία στο σύνολό της.

(56)

Η εν λόγω ανεπάρκεια της αγοράς μπορεί να αντιμετωπιστεί με την καθιέρωση υποχρεωτικών περιβαλλοντικών προτύπων. Υψηλότερο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος μπορεί να επιτευχθεί με επενδύσεις που υπερβαίνουν τα υποχρεωτικά ενωσιακά πρότυπα. Για να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις να βελτιώσουν το επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας πέραν των εν λόγω υποχρεωτικών ενωσιακών προτύπων, οι κρατικές ενισχύσεις στον τομέα αυτόν θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία. Για να μην αποθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να καθορίζουν υποχρεωτικά εθνικά πρότυπα αυστηρότερα από τα αντίστοιχα ενωσιακά πρότυπα, οι κρατικές ενισχύσεις του τύπου αυτού θα πρέπει να απαλλάσσονται, ανεξάρτητα από την ύπαρξη υποχρεωτικών εθνικών προτύπων αυστηρότερων των ενωσιακών.

(57)

Κατ' αρχήν δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων, όταν οι επενδύσεις συμβάλλουν στη συμμόρφωση των επιχειρήσεων προς τα ενωσιακά πρότυπα που έχουν ήδη εκδοθεί αλλά δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ. Ωστόσο, οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί να οδηγήσουν τις επιχειρήσεις να βελτιώσουν την περιβαλλοντική συμπεριφορά τους, όταν τις ενθαρρύνουν να προσαρμοστούν πρόωρα στα μελλοντικά ενωσιακά πρότυπα πριν τεθούν σε ισχύ τα πρότυπα αυτά και ενόσω δεν εφαρμόζονται αναδρομικά. Επειδή οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις για την προσαρμογή τους σε μελλοντικά ενωσιακά πρότυπα μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την ταχύτερη επίτευξη υψηλού επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας, οι ενισχύσεις αυτές θα πρέπει να απαλλάσσονται.

(58)

Στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», η Ένωση έθεσε τον στόχο να αυξήσει κατά 20 % την ενεργειακή απόδοση έως το 2020, και ιδίως εξέδωσε την οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (20), η οποία θεσπίζει ένα κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης εντός της Ένωσης και την επίτευξη του γενικού στόχου που συνίσταται στην εξοικονόμηση τουλάχιστον του 20 % της κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας στην Ένωση. Για να διευκολυνθεί η επίτευξη των εν λόγω στόχων, τα μέτρα για τη στήριξη της ενεργειακής απόδοσης, τη συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης και τα δίκτυα αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία.

(59)

Τα μέτρα για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για στροφή προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Λόγω της απουσίας μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, οι σχετικές επενδύσεις είναι πιθανό να αντιμετωπίζουν συχνά έλλειμμα χρηματοδότησης που απαιτεί αυξημένη μόχλευση περιορισμένων δημόσιων πόρων. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να στηρίζουν επενδύσεις για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, χορηγώντας ενισχύσεις υπό μορφή άμεσων επιχορηγήσεων σε ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές κτιρίων, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης, αλλά και υπό μορφή δανείων και εγγυήσεων με τη μεσολάβηση ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών που επιλέγονται μέσω διαφανούς μηχανισμού επιλογής βάσει των ειδικών διατάξεων για τα έργα ενεργειακής απόδοσης σε κτίρια.

(60)

Για να επιτευχθούν οι στόχοι της Ένωσης στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που καθορίζονται στην οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (21) και στον βαθμό που είναι αναγκαία η παροχή συμπληρωματικής στήριξης πέραν ενός ρυθμιστικού πλαισίου, όπως το σύστημα εμπορίας εκπομπών της Ένωσης που προβλέπεται στην οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (22), οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε επενδύσεις για τη στήριξη της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία.

(61)

Η απαλλαγή κατά κατηγορία θα πρέπει επίσης να καλύπτει τις ενισχύσεις λειτουργίας για εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας που παράγουν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, υπό σαφώς προσδιορισμένες προϋποθέσεις, λόγω των περιορισμένων στρεβλώσεων των συναλλαγών και του ανταγωνισμού που συνεπάγονται. Οι ενισχύσεις λειτουργίας για εγκαταστάσεις μεγαλύτερης κλίμακας θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία στις περιπτώσεις που οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού είναι περιορισμένες. Επομένως, αυτές οι ενισχύσεις λειτουργίας μπορούν να τυγχάνουν απαλλαγής κατά κατηγορία, όταν χορηγούνται σε νέες και καινοτόμες τεχνολογίες, εάν χορηγούνται με βάση ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών, ανοικτή σε μία τουλάχιστον τεχνολογία του είδους αυτού, και σύμφωνα με μηχανισμό που επιτρέπει στους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να εκτίθενται στις αγοραίες τιμές. Η συνολική χορηγούμενη ενίσχυση στη βάση αυτή δεν μπορεί να χορηγείται για ποσοστό άνω του 5 % της σχεδιαζόμενης νέας δυναμικότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Οι ενισχύσεις που χορηγούνται μέσω διαδικασιών υποβολής προσφορών ανοικτών σε όλες τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα πρέπει να καλύπτονται πλήρως από την απαλλαγή κατά κατηγορία. Στα καθεστώτα ενισχύσεων λειτουργίας θα πρέπει καταρχήν να επιτρέπεται να συμμετέχουν άλλες χώρες του ΕΟΧ και συμβαλλόμενα μέρη της Ενεργειακής Κοινότητας με σκοπό τον περιορισμό των συνολικών στρεβλωτικών επιπτώσεων. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εξετάζουν τη δυνατότητα να θέσουν σε εφαρμογή έναν μηχανισμό συνεργασίας πριν επιτραπεί η παροχή διασυνοριακής στήριξης. Ελλείψει μηχανισμού συνεργασίας, η παραγωγή από εγκαταστάσεις σε άλλες χώρες δεν θα καταλογίζεται στον εθνικό τους στόχο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Λόγω αυτών των περιορισμών, θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη αρκετός χρόνος για να σχεδιάσουν κατάλληλα καθεστώτα στήριξης στα οποία θα μπορούν να συμμετέχουν και άλλες χώρες. Επομένως, η εν λόγω δυνατότητα συμμετοχής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Συνθήκη.

(62)

Οι ενισχύσεις για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να έχουν διττό αντίκτυπο. Αφενός, έχουν θετικό αντίκτυπο στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και, αφετέρου, πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στα υδατικά συστήματα και στη βιοποικιλότητα. Ως εκ τούτου, όταν χορηγούν ενισχύσεις σε υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμμορφώνονται με την οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (23), και ιδίως με το άρθρο 4 παράγραφος 7 που θεσπίζει τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία θα επιτρέπονται νέες τροποποιήσεις των υδατικών συστημάτων.

(63)

Ενισχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται μόνο για τις βιώσιμες μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Οι ενισχύσεις για βιοκαύσιμα θα πρέπει να καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό μόνον εφόσον χορηγούνται για βιώσιμα βιοκαύσιμα, σύμφωνα με την οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ωστόσο, οι ενισχύσεις για βιοκαύσιμα βασιζόμενα σε εδώδιμα φυτά θα πρέπει να εξαιρούνται από τη χορήγηση ενισχύσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού προκειμένου να ενθαρρυνθεί η στροφή προς την παραγωγή πιο προηγμένων μορφών βιοκαυσίμων. Οι ενισχύσεις για βιοκαύσιμα που υπόκεινται σε υποχρέωση εφοδιασμού ή ανάμειξης θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής κατά κατηγορία, δεδομένου ότι η ανωτέρω έννομη υποχρέωση μπορεί να προσφέρει επαρκές κίνητρο για επενδύσεις σε αυτούς τους τύπους ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

(64)

Οι ενισχύσεις υπό μορφή φορολογικών ελαφρύνσεων δυνάμει της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (24), οι οποίες ευνοούν την προστασία του περιβάλλοντος και καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό μπορούν να αποφέρουν έμμεσα οφέλη στο περιβάλλον. Ωστόσο, οι περιβαλλοντικοί φόροι θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κοινωνικό κόστος των εκπομπών, ενώ οι μειώσεις φόρων μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση σε αυτόν τον στόχο. Επομένως, θεωρείται σκόπιμο να περιοριστεί η διάρκειά τους στην περίοδο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογήσουν εκ νέου την καταλληλότητα των σχετικών φορολογικών ελαφρύνσεων. Για να ελαχιστοποιηθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού, οι ενισχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανταγωνιστές που διαπιστώνεται ότι βρίσκονται στην ίδια πραγματική κατάσταση. Για να μην αλλοιώνεται το μήνυμα σχετικά με τις τιμές που έχει ως στόχο να μεταδώσει στις επιχειρήσεις ο περιβαλλοντικός φόρος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την επιλογή να σχεδιάζουν το καθεστώς φορολογικών μειώσεων με βάση έναν μηχανισμό εκταμίευσης σταθερού ετήσιου ποσού αντιστάθμισης (επιστροφή φόρου).

(65)

Λαμβανομένης υπόψη της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», οι δαπάνες για μέτρα καταπολέμησης της ρύπανσης πρέπει να καταλογίζονται στον ρυπαίνοντα που την προκαλεί. Ενισχύσεις για την αποκατάσταση μολυσμένων χώρων δικαιολογούνται σε περιπτώσεις που δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η ταυτότητα του προσώπου που είναι υπεύθυνο σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο για τη ρύπανση. Ωστόσο, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και αποκατάσταση περιβαλλοντικών ζημιών, όπως ορίζονται στην οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (25), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (26), και την οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (27). Ως εκ τούτου, για να διευκολυνθεί η επανόρθωση των υφιστάμενων περιβαλλοντικών ζημιών, οι ενισχύσεις αυτού του είδους θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(66)

Σύμφωνα με την ιεράρχηση που καθιερώθηκε με την οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το έβδομο πρόγραμμα δράσης της ΕΕ για το περιβάλλον προσδιορίζει την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση των αποβλήτων ως μία από τις βασικές προτεραιότητες της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κρατικές ενισχύσεις για τις δραστηριότητες αυτές μπορούν να συμβάλουν στην προστασία του περιβάλλοντος, εφόσον τηρείται το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα) (28). Επιπλέον, οι ενισχύσεις αυτές δεν θα πρέπει να απαλλάσσουν έμμεσα τους ρυπαίνοντες από επιβάρυνση που πρέπει να επωμιστούν δυνάμει της νομοθεσίας της ΕΕ ή από επιβάρυνση που θεωρείται συνήθης εταιρική δαπάνη. Συνεπώς, οι ενισχύσεις που στηρίζουν παρόμοιες δραστηριότητες θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία, ακόμη και όταν αφορούν απόβλητα άλλων επιχειρήσεων και όταν τα προς επεξεργασία υλικά σε άλλη περίπτωση θα απορρίπτονταν ή θα υφίσταντο επεξεργασία με τρόπο λιγότερο φιλικό προς το περιβάλλον.

(67)

Οι σύγχρονες ενεργειακές υποδομές είναι ζωτικής σημασίας τόσο για την καθιέρωση μιας ενοποιημένης αγοράς ενέργειας όσο και για να είναι σε θέση η Ένωση να επιτύχει τους στόχους της για το κλίμα και την ενέργεια. Ειδικότερα, η κατασκευή και αναβάθμιση υποδομών σε ενισχυόμενες περιφέρειες συμβάλλει στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή των κρατών μελών και της Ένωσης ως σύνολο, στηρίζοντας τις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, καθώς και τη λειτουργία των αγορών ενέργειας στις πλέον μειονεκτούσες περιοχές. Προκειμένου να περιοριστούν οποιεσδήποτε αδικαιολόγητες στρεβλωτικές επιπτώσεις των εν λόγω ενισχύσεων, θα πρέπει να απαλλάσσονται κατά κατηγορία μόνο οι ενισχύσεις για υποδομές που υπόκεινται και συμμορφώνονται με τη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά ενέργειας.

(68)

Οι περιβαλλοντικές μελέτες μπορούν να συμβάλουν στον προσδιορισμό των επενδύσεων που είναι απαραίτητες για την επίτευξη υψηλότερου επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος. Επομένως, οι κρατικές ενισχύσεις για τη χρηματοδότηση της εκπόνησης περιβαλλοντικών μελετών που αποβλέπουν στη στήριξη επενδύσεων για την περιβαλλοντική προστασία οι οποίες εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία. Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις για τους ενεργειακούς ελέγχους, δεδομένου ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι υποχρεωτικοί για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

(69)

Το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης ορίζει ότι οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στην επανόρθωση των ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι αναγκαίο να οριστεί το είδος των γεγονότων που μπορεί να συνιστούν θεομηνία που τυγχάνει απαλλαγής από τον παρόντα κανονισμό. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι σεισμοί, οι κατολισθήσεις, οι πλημμύρες, ιδίως οι πλημμύρες που προκαλούνται από την υπερχείλιση υδάτων ποταμών ή λιμνών, οι χιονοστιβάδες, οι ανεμοστρόβιλοι, οι τυφώνες, οι ηφαιστειακές εκρήξεις και οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές από φυσικά αίτια θα πρέπει να θεωρούνται γεγονότα που συνιστούν θεομηνία. Οι ζημίες που προκαλούνται από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως ο παγετός, το χαλάζι, ο πάγος, η βροχή ή η ξηρασία, που παρατηρούνται σε πιο τακτική βάση, δεν θα πρέπει να θεωρούνται θεομηνίες κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης. Για να διασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες καλύπτονται πράγματι από την απαλλαγή, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει όρους σύμφωνα με την πάγια πρακτική, η εκπλήρωση των οποίων θα διασφαλίζει ότι τα καθεστώτα ενισχύσεων που προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες μπορούν να τυγχάνουν απαλλαγής κατά κατηγορία. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να έχουν, ιδίως, σχέση με την επίσημη αναγνώριση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών του χαρακτήρα του εν λόγω γεγονότος ως θεομηνίας και με άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της θεομηνίας και των ζημιών που υπέστη η δικαιούχος επιχείρηση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνεται μεταξύ των προβληματικών επιχειρήσεων, και θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποφυγή υπεραντιστάθμισης. Η αντιστάθμιση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό που είναι αναγκαίο για να επιτρέψει στον δικαιούχο να επανέλθει στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από την καταστροφή.

(70)

Οι ενισχύσεις έχουν κοινωνικό χαρακτήρα για τις αεροπορικές και τις θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, εφόσον επιλύουν το πρόβλημα της σταθερής σύνδεσης των κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών με μείωση της τιμής ορισμένων εισιτηρίων γι' αυτούς. Τούτο μπορεί να ισχύει για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, τη Μάλτα, την Κύπρο, τη Θέουτα και τη Μελίλια, άλλα νησιά τα οποία αποτελούν τμήμα της επικράτειας ενός κράτους μέλους, καθώς και για τις αραιοκατοικημένες περιοχές. Όταν μια απομακρυσμένη περιοχή συνδέεται με τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο με αρκετές γραμμές μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων γραμμών με ενδιάμεση στάση, θα πρέπει να είναι δυνατές οι ενισχύσεις για όλες αυτές τις γραμμές, καθώς και για τις μεταφορές από το σύνολο των μεταφορέων που εκτελούν τις εν λόγω γραμμές. Οι ενισχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται χωρίς διάκριση όσον αφορά την ταυτότητα του μεταφορέα ή του τύπου των παρεχόμενων υπηρεσιών, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνονται τακτικές, ναυλωμένες και χαμηλού κόστους γραμμές.

(71)

Η ευρυζωνική συνδεσιμότητα έχει στρατηγική σημασία για την επίτευξη του στόχου της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και καινοτομία, καθώς και για την κοινωνική και εδαφική συνοχή (29). Οι επενδυτικές ενισχύσεις για ευρυζωνικές υποδομές αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της ανάπτυξης των υποδομών αυτών και συναφών έργων πολιτικού μηχανικού σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν συγκρίσιμες υποδομές ούτε και είναι πιθανόν να αναπτυχθούν από τους φορείς της αγοράς στο προσεχές μέλλον. Με βάση την πείρα της Επιτροπής, τέτοιου είδους επενδυτικές ενισχύσεις δεν προκαλούν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του εμπορίου και του ανταγωνισμού, εφόσον πληρούνται ορισμένοι όροι. Οι εν λόγω όροι θα πρέπει να αποσκοπούν, ιδίως, στον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, με την υπαγωγή των ενισχύσεων σε τεχνολογικά ουδέτερη ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής και τη διασφάλιση χονδρικής πρόσβασης στα επιδοτούμενα δίκτυα, λαμβανομένης υπόψη της ενίσχυσης που χορηγείται στον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου. Αν και η εικονική αποδεσμοποίηση μπορεί να θεωρείται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ισοδύναμη με την υλική αποδεσμοποίηση, μέχρι να αποκτηθεί μεγαλύτερη πείρα στον τομέα αυτό, είναι αναγκαίο να αξιολογείται κατά περίπτωση εάν ένα μη υλικό ή εικονικό προϊόν χονδρικής πρόσβασης πρέπει να θεωρείται ισοδύναμο με την αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου ενός δικτύου καλωδίων χαλκού ή οπτικών ινών. Για τον λόγο αυτό, και έως ότου καταστεί δυνατόν να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο μελλοντικής επανεξέτασης, σχετική πείρα που θα έχει αποκτηθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις κρατικών ενισχύσεων ή στο εκ των προτέρων κανονιστικό πλαίσιο, θα πρέπει να απαιτείται υλική αποδεσμοποίηση για την υπαγωγή μιας ενίσχυσης στον παρόντα κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία. Όταν οι μελλοντικές εξελίξεις όσον αφορά τις δαπάνες και τα έσοδα είναι αβέβαιες και υπάρχει έντονη ασυμμετρία πληροφοριών, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να θεσπίζουν μοντέλα χρηματοδότησης που θα περιλαμβάνουν στοιχεία παρακολούθησης και ανάκτησης, ώστε να καθίσταται δυνατή η ισορροπημένη κατανομή των μη αναμενόμενων οφελών. Για να αποφευχθεί η δυσανάλογη επιβάρυνση των μικρών, τοπικών έργων, αυτά τα μοντέλα θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ μόνο για τα έργα που υπερβαίνουν ένα κατώτατο όριο.

(72)

Στον τομέα του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ορισμένα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη ενδέχεται να μην συνιστούν ενίσχυση, διότι δεν πληρούν όλα τα κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης, για παράδειγμα, επειδή ο δικαιούχος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα ή επειδή δεν επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Στον βαθμό που τα εν λόγω μέτρα καλύπτονται από το άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης, τα πολιτιστικά ιδρύματα και τα έργα δεν οδηγούν κατά κανόνα σε σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού, η δε πάγια πρακτική έχει καταδείξει ότι οι ενισχύσεις αυτές έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στο εμπόριο. Το άρθρο 167 της Συνθήκης αναγνωρίζει τη σημασία που έχει η προώθηση του πολιτισμού για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της και ορίζει ότι η Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτιστικές πτυχές στις ενέργειές της δυνάμει άλλων διατάξεων της Συνθήκης, αποβλέποντας ειδικότερα στον σεβασμό και στην προώθηση της πολυμορφίας των πολιτισμών της. Επειδή η φυσική κληρονομιά είναι συχνά ζωτικής σημασίας για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, η διατήρηση της κληρονομιάς κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να νοείται ότι καλύπτει και τη φυσική κληρονομιά που συνδέεται με την πολιτιστική κληρονομιά ή έχει αναγνωριστεί επίσημα από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές ενός κράτους μέλους. Λόγω του διττού χαρακτήρα του πολιτισμού που αποτελεί, αφενός, οικονομικό αγαθό που παρέχει σημαντικές ευκαιρίες για τη δημιουργία πλούτου και απασχόλησης και, αφετέρου, φορέα ταυτότητας, αξιών και νοήματος που αντικατοπτρίζουν και διαμορφώνουν τις κοινωνίες μας, οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις θα πρέπει να αναγνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες του πολιτισμού και των οικονομικών δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτόν. Θα πρέπει να καταρτιστεί κατάλογος των επιλέξιμων πολιτιστικών σκοπών και δραστηριοτήτων και να αποσαφηνιστούν οι επιλέξιμες δαπάνες. Τόσο οι επενδυτικές ενισχύσεις όσο και οι ενισχύσεις λειτουργίας έως ένα καθορισμένο όριο θα πρέπει να υπαχθούν στην απαλλαγή κατά κατηγορία, υπό την προϋπόθεση ότι αποκλείεται η υπεραντιστάθμιση. Σε γενικές γραμμές, δεν θα πρέπει να καλύπτονται δραστηριότητες οι οποίες, αν και παρουσιάζουν πολιτιστικές πτυχές, έχουν κυρίως εμπορικό χαρακτήρα λόγω του σημαντικότερου κινδύνου στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που ενέχουν, όπως ο Τύπος και τα περιοδικά (έντυπα ή ηλεκτρονικά). Επιπλέον, ο κατάλογος των επιλέξιμων πολιτιστικών σκοπών και δραστηριοτήτων δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει εμπορικές δραστηριότητες, όπως η μόδα, η παραγωγή σχεδίων ή υποδειγμάτων ή τα βιντεοπαιχνίδια.

(73)

Τα οπτικοακουστικά έργα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών ταυτοτήτων και αντικατοπτρίζουν τις διάφορες παραδόσεις των κρατών μελών και των περιφερειών. Ενώ υπάρχει ισχυρός ανταγωνισμός μεταξύ των ταινιών που παράγονται εκτός της Ένωσης, υπάρχει περιορισμένη κυκλοφορία ευρωπαϊκών κινηματογραφικών έργων εκτός της χώρας καταγωγής τους λόγω του κατακερματισμού σε εθνικές ή περιφερειακές αγορές. Ο τομέας χαρακτηρίζεται από υψηλές επενδυτικές δαπάνες, αντίληψη ανεπαρκούς κερδοφορίας λόγω των περιορισμένων ακροατηρίων και δυσκολία στην κινητοποίηση πρόσθετης χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα. Λόγω αυτών των παραγόντων, η Επιτροπή έχει αναπτύξει συγκεκριμένα κριτήρια για την αξιολόγηση της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της καταλληλότητας των ενισχύσεων υπέρ της συγγραφής σεναρίων, της ανάπτυξης, της παραγωγής, της διανομής και της προώθησης των οπτικοακουστικών έργων. Νέα κριτήρια καθορίστηκαν στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις κρατικές ενισχύσεις για κινηματογραφικές ταινίες και λοιπά οπτικοακουστικά έργα (30) και θα πρέπει να αντανακλώνται στους κανόνες απαλλαγής κατά κατηγορία για τα καθεστώτα ενισχύσεων υπέρ των οπτικοακουστικών έργων. Υψηλότερες εντάσεις ενίσχυσης είναι δικαιολογημένες για τις διασυνοριακές παραγωγές και συμπαραγωγές που είναι πιθανότερο να διανεμηθούν σε πολλά κράτη μέλη.

(74)

Μέτρα ενισχύσεων για επενδύσεις σε αθλητικές υποδομές θα πρέπει να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία, εφόσον πληρούν τους όρους του παρόντος κανονισμού, στον βαθμό που συνιστούν κρατική ενίσχυση. Στον τομέα του αθλητισμού, ορισμένα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη μπορεί να μην συνιστούν κρατική ενίσχυση, διότι ο δικαιούχος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ή διότι δεν υπάρχουν επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει, υπό ορισμένες συνθήκες, στην περίπτωση που τα μέτρα ενίσχυσης έχουν καθαρά τοπικό χαρακτήρα ή λαμβάνονται στον τομέα του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Το άρθρο 165 της Συνθήκης αναγνωρίζει τη σημασία της προώθησης των ευρωπαϊκών επιδιώξεων στον χώρο του αθλητισμού, λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα τις ιδιαιτερότητές του, τις δομές του που βασίζονται στον εθελοντισμό, καθώς και τον κοινωνικό και εκπαιδευτικό του ρόλο. Οι ενισχύσεις για υποδομές οι οποίες εξυπηρετούν περισσότερους σκοπούς αναψυχής και, κατά συνέπεια, είναι πολυλειτουργικές, θα πρέπει επίσης να καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία. Ωστόσο, οι ενισχύσεις για πολυλειτουργικές τουριστικές υποδομές, όπως τα πάρκα αναψυχής και οι ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις θα πρέπει να τυγχάνουν απαλλαγής μόνον εφόσον αποτελούν μέρος καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων που στοχεύει σε τουριστικές δραστηριότητες σε μια ενισχυόμενη περιφέρεια οι οποίες έχουν ιδιαίτερα θετική συμβολή στην περιφερειακή ανάπτυξη. Οι όροι συμβατότητας όσον αφορά τις ενισχύσεις για τον αθλητισμό ή τις πολυλειτουργικές υποδομές θα πρέπει να διασφαλίζουν, ιδίως, ανοικτή και άνευ διακρίσεων πρόσβαση στις υποδομές και δίκαιη διαδικασία ανάθεσης παραχωρήσεων σε τρίτους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και τη νομολογία της Ένωσης για την κατασκευή, τη βελτίωση και/ή τη λειτουργία της υποδομής. Εάν η αθλητική υποδομή χρησιμοποιείται από επαγγελματικά αθλητικά σωματεία, οι όροι τιμολόγησης για τη χρησιμοποίηση της υποδομής από τα εν λόγω σωματεία θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ίση μεταχείριση των χρηστών. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ο αποκλεισμός της υπεραντιστάθμισης.

(75)

Όπως τονίζεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2010, με τα οποία εγκρίθηκε η στρατηγική «Ευρώπη 2020» (31), στόχος των προσπαθειών θα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των κύριων εμποδίων που παρακωλύουν την ανάπτυξη σε επίπεδο ΕΕ, μεταξύ των οποίων και τα εμπόδια που σχετίζονται με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τις υποδομές. Η ύπαρξη τοπικών υποδομών αποτελεί σημαντικό προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη του επιχειρηματικού και καταναλωτικού περιβάλλοντος, καθώς και για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της βιομηχανικής βάσης, ώστε να εξασφαλιστεί η πλήρης λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, όπως αναφέρεται στη σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης (32), που εντάσσονται στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Αυτές οι υποδομές, που τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερομένων ανοιχτά, με διαφάνεια και χωρίς διακρίσεις, επιτρέπουν τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ανάπτυξη, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό θετικά στη επίτευξη στόχων κοινού ενδιαφέροντος, και ιδίως των προτεραιοτήτων και στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» (33), ενώ οι κίνδυνοι στρέβλωσης παραμένουν περιορισμένοι. Ορισμένα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σχετικά με τις τοπικές υποδομές δεν συνιστούν ενίσχυση, διότι δεν πληρούν όλα τα κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης, για παράδειγμα επειδή ο δικαιούχος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, επειδή δεν επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών ή επειδή το μέτρο συνίσταται στην παροχή αποζημίωσης για υπηρεσία γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος που πληροί όλα τα κριτήρια της νομολογίας Altmark (34). Ωστόσο, όταν η χρηματοδότηση τέτοιων τοπικών υποδομών συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης, οι εν λόγω ενισχύσεις θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης, όταν χορηγούνται μόνο μικρά ποσά ενίσχυσης.

(76)

Καθώς οι ενισχύσεις για άλλα είδη υποδομών ενδέχεται να υπόκεινται σε ειδικά και σαφώς προσδιορισμένα κριτήρια που διασφαλίζουν τη συμβατότητά τους με την εσωτερική αγορά, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις ενισχύσεις για τοπικές υποδομές δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στις ενισχύσεις για τα ακόλουθα είδη υποδομών: ερευνητικές υποδομές, συνεργατικοί σχηματισμοί καινοτομίας, ενεργειακά αποδοτικά συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, ενεργειακές υποδομές, ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση αποβλήτων, υποδομές ευρυζωνικών δικτύων, πολιτισμός και διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, αθλητικές και πολυλειτουργικές ψυχαγωγικές υποδομές, υποδομές αερολιμένων και λιμένων.

(77)

Όπως προκύπτει από την πείρα της Επιτροπής στον τομέα αυτό, η πολιτική για τις κρατικές ενισχύσεις θα πρέπει να αναθεωρείται περιοδικά. Επομένως, η διάρκεια εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι περιορισμένη. Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που θα ισχύουν για τα καθεστώτα ενισχύσεων που τυγχάνουν απαλλαγής στο τέλος της περιόδου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να παρέχουν στα κράτη μέλη χρονικό περιθώριο για να προσαρμοστούν σε κάθε μελλοντικό καθεστώς. Η περίοδος προσαρμογής δεν θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζεται στα καθεστώτα περιφερειακών ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων των καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων υπέρ της αστικής ανάπτυξης, για τα οποία η απαλλαγή πρέπει να λήγει κατά την ημερομηνία λήξης της ισχύος των εγκεκριμένων χαρτών για τις περιφερειακές ενισχύσεις, και σε ορισμένα καθεστώτα ενισχύσεων για τη χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I:

Κοινές διατάξεις 15

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II:

Παρακολούθηση 36

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III:

Ειδικές διατάξεις για διάφορες κατηγορίες ενισχύσεων 37

Τμήμα 1 —

Περιφερειακές ενισχύσεις 37

Τμήμα 2 —

Ενισχύσεις προς MME 41

Τμήμα 3 —

Ενισχύσεις για πρόσβαση ΜΜΕ σε χρηματοδότηση 43

Τμήμα 4 —

Ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη και καινοτομία 47

Τμήμα 5 —

Ενισχύσεις για επαγγελματική κατάρτιση 51

Τμήμα 6 —

Ενισχύσεις για εργαζομένους σε μειονεκτική θέση και εργαζομένους με αναπηρία 52

Τμήμα 7 —

Ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος 53

Τμήμα 8 —

Ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες 62

Τμήμα 9 —

Ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα για μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών 63

Τμήμα 10 —

Ενισχύσεις για υποδομές ευρυζωνικών δικτύων 63

Τμήμα 11 —

Ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς 64

Τμήμα 12 —

Ενισχύσεις για αθλητικές υποδομές και πολυλειτουργικές ψυχαγωγικές υποδομές 67

Τμήμα 13 —

Ενισχύσεις για τοπικές υποδομές 68

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV:

Τελικές διατάξεις 68

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ακόλουθες κατηγορίες ενισχύσεων:

α)

περιφερειακές ενισχύσεις·

β)

ενισχύσεις προς ΜΜΕ με τη μορφή επενδυτικών ενισχύσεων, ενισχύσεων λειτουργίας και ενισχύσεων για την πρόσβαση ΜΜΕ σε χρηματοδότηση·

γ)

ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος·

δ)

ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία·

ε)

ενισχύσεις για επαγγελματική κατάρτιση·

στ)

ενισχύσεις για εργαζομένους σε μειονεκτική θέση και εργαζομένους με αναπηρία·

ζ)

ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες·

η)

ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα για μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών·

θ)

ενισχύσεις για ευζωνικές υποδομές·

ι)

ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς·

ια)

ενισχύσεις για αθλητικές υποδομές και πολυλειτουργικές ψυχαγωγικές υποδομές και

ιβ)

ενισχύσεις για τοπικές υποδομές.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α)

στα καθεστώτα που εμπίπτουν στα τμήματα 1 (εξαιρουμένου του άρθρου 15), 2, 3, 4, 7 (εξαιρουμένου του άρθρου 44) και 10 του κεφαλαίου ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, εάν ο μέσος ετήσιος προϋπολογισμός κρατικών ενισχύσεων υπερβαίνει τα 150 εκατ. ευρώ, μετά την παρέλευση εξαμήνου από την έναρξη ισχύος τους. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρών κανονισμός εξακολουθεί να εφαρμόζεται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε οποιοδήποτε από αυτά τα καθεστώτα ενισχύσεων, αφού εξετάσει το σχετικό σχέδιο αξιολόγησης, το οποίο κοινοποιείται από το κράτος μέλος στην Επιτροπή, εντός 20 εργάσιμων ημερών από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος·

β)

σε οποιεσδήποτε μεταβολές των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α), πλην των τροποποιήσεων που δεν είναι ικανές να επηρεάσουν τη συμβατότητα του καθεστώτος ενισχύσεων βάσει του παρόντος κανονισμού ή δεν είναι ικανές να επηρεάσουν σημαντικά το περιεχόμενο του εγκεκριμένου σχεδίου αξιολόγησης·

γ)

στις ενισχύσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη, και συγκεκριμένα στις ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, με τη δημιουργία και λειτουργία δικτύου διανομής ή με άλλες τρέχουσες δαπάνες που σχετίζονται με την εξαγωγική δραστηριότητα·

δ)

στις ενισχύσεις που εξαρτώνται από την κατά προτίμηση χρήση εγχώριων προϊόντων αντί των εισαγομένων.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α)

στις ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα της αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, οι οποίες εμπίπτουν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1379/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για την κοινή οργάνωση των αγορών των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου (35), με εξαίρεση τις ενισχύσεις για επαγγελματική κατάρτιση, τις ενισχύσεις για πρόσβαση των ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, τις ενισχύσεις στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, τις ενισχύσεις καινοτομίας προς ΜΜΕ και τις ενισχύσεις για εργαζομένους σε μειονεκτική θέση και εργαζομένους με αναπηρία·

β)

στις ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα της πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής, με εξαίρεση την αντιστάθμιση άλλων επιπρόσθετων δαπανών, πλην των δαπανών μεταφοράς στις εξόχως απόκεντρες περιοχές, που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο β), τις ενισχύσεις για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε ΜΜΕ, τις ενισχύσεις χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, τις ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη, τις ενισχύσεις καινοτομίας προς τις ΜΜΕ, τις ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, τις ενισχύσεις για επαγγελματική κατάρτιση και τις ενισχύσεις για εργαζομένους σε μειονεκτική θέση και εργαζομένους με αναπηρία·

γ)

στις ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα της μεταποίησης και της εμπορίας γεωργικών προϊόντων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

i)

όταν το ποσό της ενίσχυσης καθορίζεται με βάση την τιμή ή την ποσότητα των εν λόγω προϊόντων που αγοράζονται από πρωτογενείς παραγωγούς ή διατίθενται στην αγορά από τις οικείες επιχειρήσεις· ή

ii)

όταν η ενίσχυση συνοδεύεται από την υποχρέωση της απόδοσής της εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε πρωτογενείς παραγωγούς·

δ)

στις ενισχύσεις που διευκολύνουν την παύση λειτουργίας μη ανταγωνιστικών ανθρακωρυχείων, που εμπίπτουν στην απόφαση 2010/787/ΕΕ του Συμβουλίου·

ε)

στις κατηγορίες περιφερειακών ενισχύσεων που εξαιρούνται στο άρθρο 13.

Όταν μια επιχείρηση δραστηριοποιείται τόσο στους τομείς που εξαιρούνται σύμφωνα με τα στοιχεία α), β) ή γ) του πρώτου εδαφίου όσο και στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που χορηγούνται στους τομείς ή δραστηριότητες της δεύτερης αυτής περίπτωσης, υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, με τα κατάλληλα μέσα, όπως τον διαχωρισμό των δραστηριοτήτων ή τη διάκριση των δαπανών, ότι οι δραστηριότητες που ασκούνται στους εξαιρούμενους τομείς δεν επωφελούνται από τις ενισχύσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α)

στα καθεστώτα ενισχύσεων που δεν αποκλείουν ρητά την καταβολή μεμονωμένων ενισχύσεων υπέρ επιχείρησης κατά της οποίας εκκρεμεί διαταγή ανάκτησης, κατόπιν προηγούμενης αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία μια ενίσχυση κηρύσσεται παράνομη και ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, με εξαίρεση τα καθεστώτα ενισχύσεων για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες·

β)

στις ad hoc ενισχύσεις υπέρ επιχείρησης που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

γ)

στις ενισχύσεις για προβληματικές επιχειρήσεις, με εξαίρεση τα καθεστώτα ενισχύσεων για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από ορισμένες θεομηνίες.

5.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα μέτρα κρατικών ενισχύσεων που συνιστούν, είτε αυτά καθαυτά είτε οι όροι που τα συνοδεύουν ή η εφαρμοζόμενη μέθοδος χρηματοδότησής τους, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης που τα καθιστά παράνομα στο σύνολό τους, και ιδίως:

α)

σε μέτρα ενίσχυσης βάσει των οποίων η χορήγηση ενισχύσεων υπόκειται στην υποχρέωση του δικαιούχου να διατηρεί στο αντίστοιχο κράτος μέλος είτε την έδρα του είτε την κύρια εγκατάστασή του. Ωστόσο, είναι αποδεκτή η υποχρέωση του δικαιούχου να διατηρεί, κατά τη χρονική στιγμή καταβολής της ενίσχυσης, εγκατάσταση ή υποκατάστημα στο κράτος μέλος που χορηγεί την ενίσχυση·

β)

σε μέτρα ενίσχυσης βάσει των οποίων η χορήγηση ενισχύσεων υπόκειται στην υποχρέωση του δικαιούχου να χρησιμοποιεί προϊόντα εγχώριας παραγωγής ή εθνικές υπηρεσίες·

γ)

σε μέτρα ενίσχυσης τα οποία περιορίζουν τη δυνατότητα των δικαιούχων να κάνουν χρήση των αποτελεσμάτων έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας σε άλλα κράτη μέλη.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «ενίσχυση»: κάθε μέτρο που πληροί όλα τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης·

2)   «μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» ή «ΜΜΕ»: οι επιχειρήσεις που πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα I·

3)   «εργαζόμενος με αναπηρία»: κάθε άτομο:

α)

που έχει αναγνωριστεί ως εργαζόμενος με αναπηρία βάσει της εθνικής νομοθεσίας· ή

β)

με μακροχρόνιες σωματικές, νοητικές, πνευματικές ή αισθητηριακές βλάβες, οι οποίες σε συνδυασμό με διάφορα εμπόδια μπορούν να δυσχεράνουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του στο εργασιακό περιβάλλον σε ισότιμη βάση με τους άλλους εργαζομένους·

4)   «εργαζόμενος σε μειονεκτική θέση»: κάθε άτομο που:

α)

δεν είχε κανονική αμειβόμενη απασχόληση κατά τους προηγούμενους 6 μήνες ή·

β)

είναι ηλικίας μεταξύ 15 και 24 ετών· ή

γ)

δεν παρακολούθησε ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή επαγγελματική κατάρτιση (Διεθνής Τυποποιημένη Ταξινόμηση της Εκπαίδευσης — ISCED 3) ή δεν έχει ακόμη συμπληρώσει δύο έτη από την ολοκλήρωση εκπαίδευσης με πλήρες ωράριο και δεν είχε προηγούμενη κανονική αμειβόμενη απασχόληση· ή

δ)

είναι άνω των 50 ετών· ή

ε)

ζει μόνο έχοντας τη φροντίδα ενός ή περισσότερων εξαρτώμενων μελών· ή

στ)

απασχολείται, σε ένα κράτος μέλος, σε κλάδο ή επάγγελμα όπου η ανισορροπία μεταξύ των φύλων υπερβαίνει κατά τουλάχιστον 25 % τη μέση ανισορροπία σε όλους τους κλάδους της οικονομίας του εν λόγω κράτους μέλους, και ανήκει στη μειοψηφούσα ομάδα φύλου· ή

ζ)

είναι μέλος εθνικής μειονότητας εντός κράτους μέλους και χρειάζεται να αναπτύξει τις γλωσσικές του δεξιότητες, την επαγγελματική του κατάρτιση ή την επαγγελματική του πείρα, ώστε να βελτιώσει τις προοπτικές του να αποκτήσει πρόσβαση σε σταθερή απασχόληση·

5)   «μεταφορά»: η μεταφορά επιβατών με αεροσκάφος, με θαλάσσια, οδική, σιδηροδρομική ή εσωτερική πλωτή μεταφορά ή οι υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτου·

6)   «δαπάνες μεταφοράς»: οι δαπάνες μεταφοράς επί μισθώσει ή επ' αμοιβή που όντως καταβάλλονται από τους δικαιούχους ανά διαδρομή, στις οποίες περιλαμβάνονται οι εξής:

α)

χρεώσεις μεταφοράς εμπορευμάτων, δαπάνες χειρισμού και δαπάνες προσωρινής φύλαξης, εφόσον οι δαπάνες αυτές σχετίζονται με τη διαδρομή·

β)

δαπάνες ασφάλισης του φορτίου·

γ)

φόροι, δασμοί ή τέλη επί του φορτίου και, κατά περίπτωση, επί του νεκρού βάρους, τόσο στο σημείο προέλευσης όσο και στο σημείο προορισμού· και

δ)

δαπάνες για ελέγχους ασφαλείας, πρόσθετες επιβαρύνσεις για αυξημένο κόστος καυσίμων·

7)   «απομακρυσμένες περιοχές»: οι εξόχως απόκεντρες περιοχές, η Μάλτα, η Κύπρος, η Θέουτα και η Μελίλια, τα νησιά τα οποία αποτελούν τμήμα της επικράτειας κράτους μέλους και οι αραιοκατοικημένες περιοχές·

8)   «εμπορία γεωργικών προϊόντων»: η κατοχή ή η έκθεση με σκοπό την πώληση, η προσφορά προς πώληση, η παράδοση ή η κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο διάθεση στην αγορά, με εξαίρεση την πρώτη πώληση εκ μέρους του πρωτογενούς παραγωγού σε μεταπωλητές ή μεταποιητικές επιχειρήσεις και κάθε δραστηριότητα προκειμένου να προετοιμαστεί το προϊόν για την εν λόγω πρώτη πώληση· η πώληση από πρωτογενή παραγωγό σε τελικούς καταναλωτές θεωρείται εμπορία μόνο αν πραγματοποιείται σε χωριστές εγκαταστάσεις ειδικά προοριζόμενες για τον σκοπό αυτό·

9)   «πρωτογενής γεωργική παραγωγή»: η παραγωγή προϊόντων του εδάφους και της κτηνοτροφίας που απαριθμούνται στο παράρτημα I της Συνθήκης, χωρίς να εκτελούνται περαιτέρω εργασίες που μεταβάλλουν τη φύση αυτών των προϊόντων·

10)   «μεταποίηση γεωργικών προϊόντων»: κάθε επέμβαση επί γεωργικού προϊόντος από την οποία προκύπτει επίσης γεωργικό προϊόν, με εξαίρεση τις εργασίες εντός της γεωργικής εκμετάλλευσης που είναι απαραίτητες για την προετοιμασία προϊόντος ζωτικής ή φυτικής προέλευσης για την πρώτη του πώληση·

11)   «γεωργικό προϊόν»: τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I της Συνθήκης, με εξαίρεση τα προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που απαριθμούνται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1379/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2013·

12)   «εξόχως απόκεντρες περιοχές»: οι περιοχές που ορίζονται στο άρθρο 349 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την απόφαση 2010/718/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, από την 1η Ιανουαρίου 2012 η νήσος του Αγίου Βαρθολομαίου έπαψε να αποτελεί εξόχως απόκεντρη περιοχή. Σύμφωνα με την απόφαση 2012/419/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την 1η Ιανουαρίου 2014 η νήσος Μαγιότ κατέστη εξόχως απόκεντρη περιοχή·

13)   «λιθάνθρακας» ή «άνθρακας»: ο άνθρακας υψηλής, μέσης και χαμηλής ποιότητας της κατηγορίας «Α» και «Β», σύμφωνα με το διεθνές σύστημα κωδικοποίησης ανθράκων της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών, όπως διευκρινίστηκε με την απόφαση του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με τις Κρατικές Ενισχύσεις που διευκολύνουν την παύση λειτουργίας μη ανταγωνιστικών ανθρακωρυχείων (36)·

14)   «μεμονωμένη ενίσχυση»:

i)

μια ενίσχυση ad hoc, και

ii)

ενίσχυση που χορηγείται σε μεμονωμένους δικαιούχους βάσει καθεστώτος ενισχύσεων·

15)   «καθεστώς ενισχύσεων»: κάθε πράξη βάσει της οποίας, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης, μπορούν να χορηγούνται μεμονωμένες ενισχύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω πράξη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και κάθε πράξη βάσει της οποίας μπορεί να χορηγείται ενίσχυση μη συνδεόμενη με συγκεκριμένο έργο σε μια ή περισσότερες επιχειρήσεις για αόριστο χρονικό διάστημα και/ή για απροσδιόριστο ποσό·

16)   «σχέδιο αξιολόγησης»: ένα έγγραφο που περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: τους στόχους του καθεστώτος ενίσχυσης που αξιολογείται, τα ερωτήματα αξιολόγησης, τους δείκτες αποτελεσμάτων, την προβλεπόμενη μεθοδολογία διεξαγωγής της αξιολόγησης, τις απαιτήσεις συλλογής δεδομένων, το προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα της αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας υποβολής της τελικής έκθεσης αξιολόγησης, την περιγραφή του ανεξάρτητου φορέα που διενεργεί την αξιολόγηση ή τα κριτήρια που θα χρησιμοποιηθούν για την επιλογή του και τις λεπτομέρειες για την εξασφάλιση της δημοσιότητας της αξιολόγησης·

17)   «ενίσχυση ad hoc»: η ενίσχυση που δεν χορηγείται βάσει καθεστώτος ενισχύσεων·

18)   «προβληματική επιχείρηση»: η επιχείρηση για την οποία συντρέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

εάν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (πλην ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει τριετία από τη σύστασή της ή, όσον αφορά την επιλεξιμότητα για ενίσχυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει επταετία από την πρώτη εμπορική της πώληση, η οποία πληροί τα κριτήρια για επενδύσεις χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου κατόπιν ελέγχου με τη δέουσα επιμέλεια από τον επιλεγμένο ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό), όταν έχει απολεσθεί πάνω από το ήμισυ του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου λόγω συσσωρευμένων ζημιών. Αυτό ισχύει όταν από την αφαίρεση των συσσωρευμένων ζημιών από τα αποθεματικά (και όλα τα άλλα στοιχεία που θεωρούνται εν γένει ως μέρος των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας) προκύπτει αρνητικό σωρευτικό ποσό που υπερβαίνει το ήμισυ του εγγεγραμμένου κεφαλαίου. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, ο όρος «εταιρεία περιορισμένης ευθύνης» παραπέμπει ειδικότερα στα είδη εταιρειών που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37) και ο όρος «κεφάλαιο» περιλαμβάνει, ενδεχομένως, και κάθε διαφορά από έκδοση υπέρ το άρτιο·

β)

εάν πρόκειται για εταιρεία στην οποία τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας (πλην ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει τριετία από τη σύστασή της ή, όσον αφορά την επιλεξιμότητα για ενίσχυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει επταετία από την πρώτη εμπορική της πώληση, η οποία πληροί τα κριτήρια για επενδύσεις χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου κατόπιν ελέγχου με τη δέουσα επιμέλεια από τον επιλεγμένο ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό), εφόσον έχει απολεσθεί πάνω από το ήμισυ του κεφαλαίου της, όπως εμφαίνεται στους λογαριασμούς της εταιρείας, λόγω συσσωρευμένων ζημιών. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, ο όρος «εταιρεία στην οποία τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας» παραπέμπει ειδικότερα στα είδη εταιρειών που αναφέρονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

γ)

εάν πρόκειται για εταιρεία που υπάγεται σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία ή πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτημα των πιστωτών της·

δ)

εάν πρόκειται για επιχείρηση που έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης και δεν έχει ακόμη αποπληρώσει το δάνειο ή λύσει τη σύμβαση εγγύησης ή που έχει λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και υπόκειται ακόμη σε σχέδιο αναδιάρθρωσης·

ε)

εάν πρόκειται για άλλη επιχείρηση εκτός ΜΜΕ, εφόσον τα τελευταία δύο έτη:

1)

ο δείκτης χρέους προς ίδια κεφάλαια της επιχείρησης είναι υψηλότερος του 7,5 και

2)

ο δείκτης κάλυψης χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων της επιχείρησης (EBITDA interest coverage ratio) είναι κάτω του 1,0.

19)   «υποχρεώσεις εδαφικότητας των δαπανών»: οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους δικαιούχους από την αρχή χορήγησης της ενίσχυσης όσον αφορά τη δαπάνη ελάχιστου ποσού και/ή τη διεξαγωγή ελάχιστου επιπέδου παραγωγικής δραστηριότητας σε μια συγκεκριμένη περιοχή·

20)   «προσαρμοσμένο ποσό ενίσχυσης»: το μέγιστο επιτρεπτό ποσό ενίσχυσης για μεγάλο επενδυτικό έργο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο μαθηματικό τύπο:

μέγιστο ποσό ενίσχυσης = R × (Α + 0,50 × B + 0 × C)

όπου: R είναι η μέγιστη ένταση ενίσχυσης που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία έχει καθοριστεί σε εγκεκριμένο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων και η οποία ισχύει κατά την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης, με εξαίρεση την αυξημένη ένταση ενίσχυσης για τις ΜΜΕ· Α είναι το πρώτο μέρος των επιλέξιμων δαπανών μέχρι 50 εκατ. ευρώ, Β είναι το μέρος των επιλέξιμων δαπανών μεταξύ 50 και 100 εκατ. ευρώ και C είναι το μέρος των επιλέξιμων δαπανών άνω των 100 εκατ. ευρώ·

21)   «επιστρεπτέα προκαταβολή»: δάνειο για έργο, το οποίο χορηγείται σε μία ή περισσότερες δόσεις και οι όροι αποπληρωμής του οποίου εξαρτώνται από το αποτέλεσμα του έργου·

22)   «ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης»: το ποσό της ενίσχυσης, εάν είχε παρασχεθεί υπό μορφή επιχορήγησης στον δικαιούχο κατά την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης, πριν από την αφαίρεση φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων·

23)   «έναρξη των εργασιών»: το πρώτο χρονικά μεταξύ είτε της έναρξης των κατασκευαστικών εργασιών που αφορούν την επένδυση είτε της πρώτης νομικά δεσμευτικής ανάληψης υποχρέωσης για την παραγγελία εξοπλισμού είτε άλλης ανάληψης υποχρέωσης που καθιστά μη αναστρέψιμη την επένδυση. Η αγορά γης και οι προπαρασκευαστικές εργασίες, όπως η λήψη αδειών και η εκπόνηση μελετών σκοπιμότητας, δεν θεωρούνται έναρξη των εργασιών. Για τις εξαγορές, ως «έναρξη των εργασιών» νοείται η στιγμή απόκτησης των στοιχείων ενεργητικού που συνδέονται άμεσα με την αποκτηθείσα εγκατάσταση·

24)   «μεγάλες επιχειρήσεις»: οι επιχειρήσεις που δεν πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα I·

25)   «διάδοχο φορολογικό καθεστώς»: καθεστώς υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων που συνιστά τροποποιημένη έκδοση προηγούμενου καθεστώτος υπό μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων και αντικαθιστά το τελευταίο·

26)   «ένταση ενίσχυσης»: το ακαθάριστο ποσό της ενίσχυσης εκφραζόμενο ως ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών, πριν από την αφαίρεση φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων·

27)   «ενισχυόμενες περιοχές»: οι περιοχές που προσδιορίζονται σε εγκεκριμένο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων για την περίοδο 1.7.2014 — 31.12.2020 κατ' εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης·

28)   «ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης»: η ημερομηνία απονομής στον δικαιούχο του εννόμου δικαιώματος να λάβει την ενίσχυση σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό καθεστώς·

29)   «ενσώματα στοιχεία ενεργητικού»: τα στοιχεία ενεργητικού που συνίστανται σε γήπεδα, κτίρια και μονάδα παραγωγής, μηχανήματα και εξοπλισμό·

30)   «άυλα στοιχεία ενεργητικού»: τα στοιχεία ενεργητικού που δεν έχουν φυσική ή χρηματοοικονομική υπόσταση, όπως δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, άδειες εκμετάλλευσης, τεχνογνωσία ή άλλη διανοητική ιδιοκτησία·

31)   «μισθολογικό κόστος»: το συνολικό ποσό που πράγματι επιβαρύνει τον δικαιούχο της ενίσχυσης όσον αφορά τις αντίστοιχες θέσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ακαθάριστων αποδοχών προ φόρων και υποχρεωτικών εισφορών, όπως οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, οι δαπάνες παιδικής μέριμνας και οι δαπάνες φροντίδας γονέων στη διάρκεια καθορισμένης χρονικής περιόδου·

32)   «καθαρή αύξηση του αριθμού των εργαζομένων»: η καθαρή αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στη συγκεκριμένη επιχειρηματική εγκατάσταση σε σύγκριση με τον μέσο όρο σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Κάθε θέση εργασίας που καταργείται κατά την εν λόγω περίοδο πρέπει, ως εκ τούτου, να αφαιρείται και ο αριθμός των ατόμων πλήρους, μερικής και εποχιακής απασχόλησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τα κλάσματα των ετήσιων μονάδων εργασίας·

33)   «ειδικές υποδομές»: οι υποδομές που κατασκευάζονται για εκ των προτέρων προσδιορίσιμες επιχειρήσεις και προσαρμόζονται στις ανάγκες τους·

34)   «ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός οργανισμός»: οποιοσδήποτε χρηματοπιστωτικός οργανισμός, ανεξάρτητα από τη μορφή και το καθεστώς ιδιοκτησίας του, συμπεριλαμβανομένων ταμείων χαρτοφυλακίου, ταμείων επενδύσεων ιδιωτικών κεφαλαίων, δημόσιων επενδυτικών ταμείων, τραπεζών, οργανισμών μικροχρηματοδότησης και εταιρειών εγγυήσεων·

35)   «διαδρομή»: η μεταφορά εμπορευμάτων από το σημείο προέλευσης στο σημείο προορισμού, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενδιάμεσων τμημάτων ή σταδίων εντός ή εκτός του οικείου κράτους μέλους, η οποία πραγματοποιείται με τη χρήση ενός ή περισσότερων μεταφορικών μέσων·

36)   «εύλογο ποσοστό απόδοσης»: το προσδοκώμενο ποσοστό απόδοσης, ισοδύναμο με προεξοφλητικό επιτόκιο προσαρμοσμένο ανάλογα με τον κίνδυνο, το οποίο αντικατοπτρίζει το επίπεδο κινδύνου ενός έργου, καθώς και το είδος και το ύψος του κεφαλαίου που σκοπεύουν να επενδύσουν οι ιδιώτες επενδυτές·

37)   «συνολική χρηματοδότηση»: το συνολικό ποσό που επενδύεται σε επιλέξιμη επιχείρηση ή έργο δυνάμει του τμήματος 3 ή των άρθρων 16 ή 39 του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τις εξ ολοκλήρου ιδιωτικές επενδύσεις που πραγματοποιούνται με όρους της αγοράς και εκτός του πεδίου εφαρμογής του σχετικού μέτρου κρατικής ενίσχυσης·

38)   «ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών»: η άνευ διακρίσεων διαδικασία υποβολής προσφορών που προβλέπει τη συμμετοχή επαρκούς αριθμού επιχειρήσεων και στο πλαίσιο της οποίας η ενίσχυση χορηγείται είτε βάσει της αρχικής προσφοράς που υποβάλλει ο υποψήφιος είτε βάσει τιμής εκκαθάρισης. Επιπλέον, ο προϋπολογισμός ή ο όγκος που αφορά τη διαδικασία υποβολής προσφορών αποτελεί δεσμευτικό περιορισμό που έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να λάβουν ενίσχυση όλοι οι υποψήφιοι·

39)   «κέρδος εκμετάλλευσης»: η διαφορά μεταξύ των προεξοφλημένων εσόδων και των προεξοφλημένων δαπανών λειτουργίας κατά τη διάρκεια ζωής της επένδυσης, όταν η διαφορά αυτή είναι θετική. Στις δαπάνες λειτουργίας περιλαμβάνονται οι δαπάνες προσωπικού, υλικών, υπηρεσιών που ανατίθενται σε τρίτους, επικοινωνίας, ενέργειας, συντήρησης, μισθωμάτων, διοίκησης, αλλά δεν περιλαμβάνονται, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, αποσβέσεις και έξοδα χρηματοδότησης, εάν αυτά έχουν καλυφθεί από επενδυτική ενίσχυση.

Ορισμοί που ισχύουν για τις περιφερειακές ενισχύσεις

40)

Οι ορισμοί που ισχύουν για τις ενισχύσεις υποδομών ευρυζωνικών δικτύων (τμήμα 10) ισχύουν για τις σχετικές διατάξεις που αφορούν τις περιφερειακές ενισχύσεις·

41)

«περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις»: οι περιφερειακές ενισχύσεις που χορηγούνται για αρχική επένδυση ή για αρχική επένδυση για νέα οικονομική δραστηριότητα·

42)

«περιφερειακές ενισχύσεις λειτουργίας»: οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στη μείωση των τρεχουσών δαπανών μιας επιχείρησης που δεν σχετίζονται με την αρχική επένδυση. Σε αυτές περιλαμβάνονται κατηγορίες δαπανών όπως οι δαπάνες προσωπικού, υλικών, υπηρεσιών που ανατίθενται σε τρίτους, επικοινωνίας, ενέργειας, συντήρησης, μισθωμάτων, διοίκησης κ.λπ., αλλά δεν περιλαμβάνονται αποσβέσεις και έξοδα χρηματοδότησης, εφόσον αυτά έχουν περιληφθεί στις επιλέξιμες δαπάνες κατά τη χορήγηση της επενδυτικής ενίσχυσης·

43)

«τομέας του χάλυβα»: όλες οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

χυτοσίδηρος και σιδηροκράματα:

χυτοσίδηρος για την παραγωγή χάλυβα, για χυτήρια και άλλους ακατέργαστους χυτοσιδήρους, χυτοσίδηρος spiegel και ανθρακο