Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014

Δημοσιεύθηκε στις : [ 08-06-2016 ]
Κατηγορία: Εταιρικό Δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/1011
σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/1011 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 8ης Ιουνίου 2016

σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η τιμολόγηση πολλών χρηματοπιστωτικών μέσων και συμβάσεων εξαρτάται από την ακρίβεια και την ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς. Οι σοβαρές περιπτώσεις παραποίησης των δεικτών αναφοράς επιτοκίων, όπως των LIBOR και Euribor, καθώς και οι καταγγελίες σχετικά με την παραποίηση δεικτών αναφοράς στον τομέα της ενέργειας, του πετρελαίου και του ξένου συναλλάγματος δείχνουν ότι οι δείκτες αναφοράς μπορεί να υπόκεινται σε συγκρούσεις συμφερόντων. Η χρήση διακριτικής ευχέρειας και τα ασθενή καθεστώτα διακυβέρνησης αυξάνουν την τρωτότητα των δεικτών αναφοράς στην παραποίηση. Οι ελλείψεις ή οι αμφιβολίες σε ό,τι αφορά την ακρίβεια και την ακεραιότητα των δεικτών που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς μπορούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στην αγορά, να ζημιώσουν τους καταναλωτές και τους επενδυτές και να προκαλέσουν στρεβλώσεις στην πραγματική οικονομία. Επομένως, είναι απαραίτητο να διασφαλιστούν η ακρίβεια, η αρτιότητα και η ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς και της διαδικασίας καθορισμού τους.

(2)

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με την αξιοπιστία των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για την τιμολόγηση εισηγμένου χρηματοπιστωτικού μέσου. Η οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις για τους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται από εκδότες. Η οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις για τους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται από ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ). Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) περιλαμβάνει διατάξεις για την απαγόρευση της παραποίησης των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τα ενεργειακά προϊόντα χονδρικής. Ωστόσο, οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις δεν καλύπτουν παρά ορισμένες πτυχές κάποιων δεικτών αναφοράς και δεν αντιμετωπίζουν όλα τα τρωτά σημεία που παρατηρούνται στην παροχή του συνόλου των δεικτών αναφοράς ούτε καλύπτουν όλες τις χρήσεις χρηματοπιστωτικών δεικτών αναφοράς στον χρηματοπιστωτικό κλάδο.

(3)

Οι δείκτες αναφοράς είναι ζωτικής σημασίας για την τιμολόγηση διασυνοριακών συναλλαγών, διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών μέσων και υπηρεσιών. Πολλοί δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται ως τιμές αναφοράς σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, ιδίως ενυπόθηκα δάνεια, παρέχονται σε ένα κράτος μέλος, αλλά χρησιμοποιούνται από πιστωτικά ιδρύματα και καταναλωτές σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα συχνά αντισταθμίζουν τους κινδύνους τους ή εξασφαλίζουν χρηματοδότηση για τη χορήγηση των εν λόγω χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στη διασυνοριακή διατραπεζική αγορά. Μόνο λίγα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνικούς κανόνες σχετικά με τους δείκτες αναφοράς, αλλά τα αντίστοιχα νομοθετικά πλαίσιά τους ήδη εμφανίζουν αποκλίσεις όσον αφορά πτυχές όπως το πεδίο εφαρμογής. Επιπλέον, η Διεθνής Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων (IOSCO) συμφώνησε σε αρχές σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς στις 17 Ιουλίου 2013 («αρχές της IOSCO για τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς»), αρχές για τους οργανισμούς κοινοποίησης τιμών πετρελαίου στις 5 Οκτωβρίου 2012 («αρχές της IOSCO για τους οργανισμούς κοινοποίησης τιμών») (μαζί, «αρχές της IOSCO») και, καθώς οι αρχές αυτές παρέχουν ένα βαθμό ευελιξίας ως προς το ακριβές πεδίο εφαρμογής και τα μέσα υλοποίησής τους, τα κράτη μέλη ενδέχεται να θεσπίσουν κανόνες σε εθνικό επίπεδο και οι αρχές αυτές να μην εφαρμοστούν με ενιαίο τρόπο.

(4)

Οι εν λόγω αποκλίνουσες προσεγγίσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς, καθώς οι διαχειριστές και οι χρήστες των δεικτών αναφοράς θα υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες σε κάθε κράτος μέλος. Συνεπώς, θα μπορούσε να παρεμποδιστεί η χρήση σε άλλα κράτη μέλη δεικτών αναφοράς που παρέχονται σε ένα κράτος μέλος. Ελλείψει εναρμονισμένου πλαισίου για την εξασφάλιση της ακρίβειας και ακεραιότητας των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων στην Ένωση, υπάρχει πιθανότητα οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών να παρεμποδίσουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε ό,τι αφορά την παροχή δεικτών αναφοράς.

(5)

Οι κανόνες της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών δεν καλύπτουν ειδικά το θέμα της καταλληλότητας των πληροφοριών σχετικά με τους δείκτες αναφοράς στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις. Ως αποτέλεσμα των καταγγελιών των καταναλωτών και των διαφορών που προκύπτουν σε σχέση με τη χρήση δεικτών αναφοράς σε διάφορα κράτη μέλη, υπάρχει πιθανότητα, λόγω θεμιτών ανησυχιών για την προστασία των καταναλωτών, να θεσπιστούν σε εθνικό επίπεδο αποκλίνοντα μέτρα, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς λόγω των αποκλίσεων στους όρους του ανταγωνισμού που ισχύουν για τα διάφορα επίπεδα προστασίας των καταναλωτών.

(6)

Συνεπώς, για να εξασφαλιστούν η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας της, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις χρηματοπιστωτικές αγορές, και για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών, θεωρείται σκόπιμο να θεσπιστεί κανονιστικό πλαίσιο για τους δείκτες αναφοράς σε ενωσιακό επίπεδο.

(7)

Είναι σκόπιμο και αναγκαίο για το εν λόγω πλαίσιο να λάβει τη μορφή κανονισμού προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις που επιβάλλουν άμεσα υποχρεώσεις σε πρόσωπα που εμπλέκονται ή συμβάλλουν στην παροχή, συνεισφορά και τη χρήση δεικτών αναφοράς εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση. Δεδομένου ότι το νομικό πλαίσιο για την παροχή δεικτών αναφοράς περιλαμβάνει απαραιτήτως μέτρα για τον προσδιορισμό ακριβών απαιτήσεων σχετικά με εγγενείς πτυχές της παροχής δεικτών αναφοράς, ακόμα και οι ήσσονος σημασίας αποκλίσεις στην προσέγγιση που ακολουθείται για μία από αυτές τις πτυχές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικά εμπόδια για τη διασυνοριακή παροχή των δεικτών αναφοράς. Συνεπώς, εκτιμάται ότι η χρήση του κανονισμού, ο οποίος έχει άμεση ισχύ, θα περιορίσει την πιθανότητα λήψης μέτρων με αποκλίσεις σε εθνικό επίπεδο, θα διασφαλίσει την εφαρμογή συνεπούς προσέγγισης και μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και θα αποτρέψει την εμφάνιση σοβαρών εμποδίων στη διασυνοριακή παροχή δεικτών αναφοράς.

(8)

Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο, ώστε να δημιουργηθεί ένα προληπτικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Η παροχή των δεικτών αναφοράς χαρακτηρίζεται από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό τους και ενέχει τον κίνδυνο ορισμένων τύπων σύγκρουσης συμφερόντων, γεγονός που συνεπάγεται την ύπαρξη ευκαιριών και κινήτρων παραποίησης των δεικτών αναφοράς. Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου είναι κοινοί για όλους τους δείκτες αναφοράς και θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου. Ωστόσο, ο βαθμός κινδύνου ποικίλλει και, ως εκ τούτου, η προσέγγιση που υιοθετείται σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες. Καθώς η τρωτότητα και η σημασία ενός δείκτη αναφοράς ποικίλλουν ανάλογα με τη χρονική στιγμή, ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής στους δείκτες που είναι σήμερα σημαντικοί ή ευπαθείς δεν αναμένεται ότι θα αντιμετωπίσει τους κινδύνους που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο μέλλον οποιοσδήποτε δείκτης αναφοράς. Ειδικότερα, οι δείκτες αναφοράς που δεν χρησιμοποιούνται αυτή τη στιγμή ευρέως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν περισσότερο στο μέλλον, με αποτέλεσμα ακόμα και οι ήσσονος σημασίας παραποιήσεις να ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο.

(9)

Ο κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι το αν η αξία που προκύπτει από τον δείκτη αναφοράς προσδιορίζει την αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή μιας χρηματοπιστωτικής σύμβασης, ή μετρά την απόδοση ενός επενδυτικού κεφαλαίου. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής δεν θα πρέπει να εξαρτάται από τη φύση δεδομένων εισόδου. Θα πρέπει επομένως να περιλαμβάνονται οι δείκτες αναφοράς που υπολογίζονται με βάση δεδομένα εισόδου οικονομικού χαρακτήρα, όπως οι τιμές μετοχών, και αριθμητικά στοιχεία ή τιμές μη οικονομικού χαρακτήρα, όπως οι καιρικές παράμετροι. Το πλαίσιο που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει επίσης να αναγνωρίζει την ύπαρξη μεγάλου αριθμού δεικτών αναφοράς και τον διαφορετικό αντίκτυπο που μπορεί να έχουν στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την πραγματική οικονομία. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να προβλέπει την αναλογική αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν από διαφορετικούς δείκτες αναφοράς. Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει τους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται για την τιμολόγηση χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία έχουν εισαχθεί ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενους τόπους διαπραγμάτευσης.

(10)

Πολλοί καταναλωτές συμμετέχουν ως συμβαλλόμενα μέρη σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, κυρίως συμβάσεις καταναλωτικής πίστης εξασφαλιζόμενες με υποθήκες, οι οποίες αναφέρονται σε δείκτες αναφοράς που υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επομένως να καλύπτει τις συμβάσεις πίστωσης όπως ορίζονται στις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2008/48/ΕΚ (8) και 2014/17/ΕΕ (9).

(11)

Πολλοί επενδυτικοί δείκτες χαρακτηρίζονται από σημαντικές συγκρούσεις συμφερόντων και χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων όπως οι ΟΣΕΚΑ. Ορισμένοι από τους εν λόγω δείκτες αναφοράς δημοσιεύονται, ενώ άλλοι διατίθενται, ατελώς ή έναντι καταβολής σχετικού τέλους, στο κοινό ή σε μέρος του κοινού, και η παραποίησή τους ενδέχεται να βλάψει τους επενδυτές. Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει τους δείκτες ή τα επιτόκια αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων.

(12)

Όλοι οι συνεισφέροντες δεδομένα εισόδου για δείκτες αναφοράς μπορούν να κάνουν χρήση διακριτικής ευχέρειας και υπόκεινται δυνητικά σε συγκρούσεις συμφερόντων, και συνεπώς ενδέχεται να αποτελέσουν την πηγή της χειραγώγησης. Η συνεισφορά σε δείκτη αναφοράς αποτελεί εθελοντική δραστηριότητα. Εάν οποιαδήποτε πρωτοβουλία υποχρεώσει τους συνεισφέροντες να προβούν σε σημαντικές αλλαγές στα επιχειρηματικά μοντέλα τους, μπορεί να πάψουν να συνεισφέρουν. Ωστόσο, στην περίπτωση των οντοτήτων που ήδη υπόκεινται σε ρύθμιση και εποπτεία, η απαίτηση για συστήματα χρηστής διακυβέρνησης και ελέγχου δεν αναμένεται να επιφέρει σημαντικό κόστος ή δυσανάλογο διοικητικό φόρτο. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις για τους εποπτευόμενους συνεισφέροντες. Όταν ένας δείκτης αναφοράς προσδιορίζεται με βάση άμεσα διαθέσιμα στοιχεία, η πηγή των στοιχείων αυτών δεν θα πρέπει να θεωρείται συνεισφέρων.

(13)

Οι χρηματοπιστωτικοί δείκτες αναφοράς δεν χρησιμοποιούνται μόνο στην έκδοση και παραγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων και συμβάσεων. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος βασίζεται επίσης σε δείκτες αναφοράς για τη μέτρηση των επιδόσεων επενδυτικών κεφαλαίων, προκειμένου να παρακολουθεί τις αποδόσεις ή να προσδιορίζει την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων των χαρτοφυλακίων ή για τον υπολογισμό των προμηθειών επί των αποτελεσμάτων. Ένας δείκτης αναφοράς μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε άμεσα ως στοιχείο αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, είτε έμμεσα, στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, ο καθορισμός και η επανεξέταση της βαρύτητας που θα αποδίδεται στους διάφορους δείκτες στο πλαίσιο ενός συνδυασμού με σκοπό τον προσδιορισμό της απόδοσης ή της αξίας ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή μιας χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή τη μέτρηση της απόδοσης ενός επενδυτικού κεφαλαίου συνιστά επίσης χρησιμοποίηση χρηματοπιστωτικών δεικτών αναφοράς, δεδομένου ότι στη δραστηριότητα αυτή, σε αντίθεση με τη δραστηριότητα του καθορισμού δεικτών αναφοράς, δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια. Η κατοχή χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται σε κάποιον δείκτη αναφοράς δεν θεωρείται χρησιμοποίηση του δείκτη αναφοράς.

(14)

Οι κεντρικές τράπεζες ήδη συμμορφώνονται με αρχές, πρότυπα και διαδικασίες που διασφαλίζουν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία στην άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό κεντρικές τράπεζες. Όταν κεντρικές τράπεζες παρέχουν δείκτες αναφοράς, ιδίως δε όταν οι εν λόγω δείκτες αναφοράς προορίζονται για σκοπούς συναλλαγών, έχουν ευθύνη να ορίζουν κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζουν την ακρίβεια, την ακεραιότητα, την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία αυτών των δεικτών αναφοράς, ιδίως σε σχέση με τη διαφάνεια στη διακυβέρνηση και την υπολογιστική μεθοδολογία.

(15)

Επιπλέον, οι δημόσιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών, δεν θα πρέπει να υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό όταν συνεισφέρουν με στοιχεία σε δείκτες αναφοράς, παρέχουν δείκτες αναφοράς ή ελέγχουν την παροχή δεικτών αναφοράς για σκοπούς δημόσιας πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων μέτρων στους τομείς της απασχόλησης, της οικονομικής δραστηριότητας και του πληθωρισμού.

(16)

Διαχειριστής είναι το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που ελέγχει την παροχή ενός δείκτη αναφοράς και ειδικότερα διαχειρίζεται τις ρυθμίσεις για τον προσδιορισμό του δείκτη αναφοράς, συλλέγει και αναλύει τα δεδομένα εισόδου, προσδιορίζει τον δείκτη αναφοράς και τον δημοσιεύει. Ο διαχειριστής θα πρέπει να μπορεί να αναθέτει σε τρίτο μέρος μία ή περισσότερες από τις εν λόγω λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης ή δημοσίευσης του δείκτη αναφοράς ή άλλων σχετικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της παροχής του δείκτη αναφοράς. Ωστόσο, όταν ένα πρόσωπο απλώς δημοσιεύει ή αναφέρεται σε δείκτη αναφοράς στο πλαίσιο των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων του, αλλά δεν ελέγχει την παροχή του, το πρόσωπο αυτό δεν θα πρέπει να υπόκειται στις απαιτήσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός στους διαχειριστές.

(17)

Ένας δείκτης υπολογίζεται βάσει τύπου ή με άλλη μεθοδολογία που βασίζεται σε υποκείμενες αξίες. Στη διαμόρφωση του εν λόγω τύπου, στην εκτέλεση του σχετικού υπολογισμού και στον καθορισμό των δεδομένων εισόδου υπάρχει διακριτική ευχέρεια, η οποία δημιουργεί κίνδυνο παραποίησης. Ως εκ τούτου, όλοι οι δείκτες αναφοράς στους οποίους εντοπίζεται το εν λόγω χαρακτηριστικό της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(18)

Ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται μία μόνο τιμή ή αξία ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικό μέσο, π.χ. όταν η τιμή μίας και μόνο κινητής αξίας αποτελεί την τιμή αναφοράς για ένα δικαίωμα προαίρεσης ή συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης, δεν υφίστανται υπολογισμός, δεδομένα εισόδου ή άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Συνεπώς, οι τιμές αναφοράς που βασίζονται σε μία μόνον τιμή ή αξία δεν θα πρέπει να θεωρούνται δείκτες αναφοράς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(19)

Οι τιμές αναφοράς ή οι τιμές διακανονισμού που καταρτίζονται από κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους (CCP) δεν θα πρέπει να θεωρούνται δείκτες αναφοράς, δεδομένου ότι χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του διακανονισμού, των περιθωρίων και της διαχείρισης κινδύνου και, ως εκ τούτου, δεν καθορίζουν το καταβλητέο ποσό στο πλαίσιο ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή την αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου.

(20)

Η παροχή επιτοκίων δανεισμού από πιστωτές δεν θα πρέπει να θεωρείται παροχή δεικτών αναφοράς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Τα επιτόκια δανεισμού που παρέχονται από πιστωτές είτε καθορίζονται με εσωτερική απόφαση είτε υπολογίζονται ως διαφορά ή περιθώριο με βάση μια κλίμακα (π.χ. Euribor). Στην πρώτη περίπτωση ο πιστωτής εξαιρείται από τον παρόντα κανονισμό για τη δραστηριότητα σε σχέση με τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που συνάπτει με τους πελάτες του, ενώ στη δεύτερη ο πιστωτής θεωρείται απλώς χρήστης ενός δείκτη αναφοράς.

(21)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς, οι διαχειριστές τους θα πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν κατάλληλο πλαίσιο διακυβέρνησης για τον έλεγχο συγκρούσεων συμφερόντων και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης στην ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς. Ακόμη και εάν υπόκεινται σε αποτελεσματική διαχείριση, οι περισσότεροι διαχειριστές διαπιστώνουν ορισμένες συγκρούσεις συμφερόντων και ενδέχεται να αναγκαστούν να προβούν σε κρίσεις και αποφάσεις που επηρεάζουν μια ετερόκλητη ομάδα ενδιαφερομένων. Επομένως, είναι σημαντικό οι διαχειριστές να διαθέτουν εποπτική λειτουργία που ασκείται με ακεραιότητα για την επίβλεψη της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του πλαισίου διακυβέρνησης που εξασφαλίζει αποτελεσματική εποπτεία.

(22)

Η παραποίηση ή η αναξιοπιστία δεικτών αναφοράς μπορεί να προκαλέσει ζημία στους επενδυτές και στους καταναλωτές. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίσει ένα πλαίσιο σχετικά με την τήρηση αρχείων από τους διαχειριστές και τους συνεισφέροντες, καθώς και για την εξασφάλιση διαφάνειας σχετικά με τον σκοπό ενός δείκτη αναφοράς και τη μεθοδολογία που διευκολύνει την επίλυση με αποτελεσματικότερο και ορθότερο τρόπο τυχόν αξιώσεων σε σχέση με το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο.

(23)

Για τον έλεγχο και την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού απαιτούνται εκ των υστέρων ανάλυση και παροχή στοιχείων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει συνεπώς να καθορίζει απαιτήσεις για την κατάλληλη τήρηση αρχείων εκ μέρους των διαχειριστών των δεικτών αναφοράς όσον αφορά τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς, για επαρκές χρονικό διάστημα. Η πραγματικότητα της οποίας τη μέτρηση επιδιώκει ένας δείκτης αναφοράς και το περιβάλλον στο οποίο πραγματοποιείται η μέτρηση ενδέχεται να μεταβληθούν με την πάροδο του χρόνου. Συνεπώς, είναι αναγκαία η περιοδική επανεξέταση της διαδικασίας και της μεθοδολογίας παροχής δεικτών αναφοράς, προκειμένου να εντοπίζονται οι ελλείψεις και οι πιθανές βελτιώσεις. Πολλοί ενδιαφερόμενοι μπορούν να επηρεάζονται από αδυναμίες στην παροχή του δείκτη αναφοράς και μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό τέτοιων ελλείψεων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, συνεπώς, να θεσπίζει ένα πλαίσιο για την καθιέρωση μηχανισμού εξέτασης καταγγελιών εκ μέρους των διαχειριστών δεικτών αναφοράς, ο οποίος να επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να ενημερώσουν τον διαχειριστή του δείκτη αναφοράς σχετικά με τις καταγγελίες και να εξασφαλίζεται ότι ο διαχειριστής θα αξιολογεί αντικειμενικά την ουσία κάθε καταγγελίας

(24)

Η παροχή δεικτών αναφοράς περιλαμβάνει συχνά την εξωτερική ανάθεση σημαντικών λειτουργιών, όπως ο υπολογισμός του δείκτη αναφοράς, η συλλογή δεδομένων εισόδου και η διάδοση του δείκτη αναφοράς. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του πλαισίου διακυβέρνησης, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η όποια εξωτερική ανάθεση δεν απαλλάσσει τους διαχειριστές του δείκτη αναφοράς από οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες τους, και ότι η ανάθεση πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε να μην παρεμβαίνει ούτε στην ικανότητα των διαχειριστών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις ή ευθύνες τους ούτε στην ικανότητα της σχετικής αρμόδιας αρχής να τους εποπτεύει.

(25)

Ο διαχειριστής δείκτη αναφοράς είναι ο κεντρικός αποδέκτης των δεδομένων εισόδου και μπορεί να αξιολογεί την ακεραιότητα και την ακρίβεια των δεδομένων εισόδου σε σταθερή βάση. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να απαιτεί ο παρών κανονισμός από τους διαχειριστές να λάβουν ορισμένα μέτρα σε περίπτωση που κρίνουν ότι τα δεδομένα εισόδου δεν αντιπροσωπεύουν την αγορά ή την οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων μέτρων αλλαγής των δεδομένων εισόδου, των συνεισφερόντων ή της μεθοδολογίας, είτε να παύσουν την παροχή του δείκτη αναφοράς. Επιπλέον, ο διαχειριστής θα πρέπει, ως μέρος του ελεγκτικού του πλαισίου, να θεσπίζει μέτρα παρακολούθησης, όπου είναι εφικτό, των δεδομένων εισόδου πριν τη δημοσίευση του δείκτη αναφοράς και επικύρωσης των δεδομένων εισόδου μετά τη δημοσίευση, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης τέτοιων δεδομένων με τάσεις του παρελθόντος, όπου αυτό έχει εφαρμογή.

(26)

Οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια μπορεί να ασκηθεί κατά την παροχή δεδομένων εισόδου δημιουργεί τη δυνατότητα παραποίησης ενός δείκτη αναφοράς. Στην περίπτωση που τα δεδομένα εισόδου αφορούν συναλλαγές, περιορίζεται η διακριτική ευχέρεια και, συνεπώς, η δυνατότητα παραποίησης των δεδομένων. Συνεπώς, κατά γενικό κανόνα, οι διαχειριστές των δεικτών αναφοράς θα πρέπει να χρησιμοποιούν δεδομένα εισόδου από πραγματικές συναλλαγές, όπου αυτό είναι δυνατό, μπορούν ωστόσο να χρησιμοποιηθούν και άλλα δεδομένα, στην περίπτωση που τα δεδομένα των συναλλαγών δεν επαρκούν ή δεν είναι κατάλληλα για να διασφαλιστούν η ακεραιότητα και η ακρίβεια του δείκτη αναφοράς.

(27)

Η ακρίβεια και η αξιοπιστία του δείκτη αναφοράς για τη μέτρηση της οικονομικής πραγματικότητας της οποίας επιδιώκεται η μέτρηση εξαρτάται από τη μεθοδολογία και τα δεδομένα εισόδου που χρησιμοποιούνται. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η θέσπιση διαφανούς μεθοδολογίας που να διασφαλίζει την αξιοπιστία και την ακρίβεια του δείκτη αναφοράς. Ως διαφάνεια δεν νοείται η δημοσίευση του τύπου που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό ενός συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς, αλλά η κοινοποίηση επαρκών στοιχείων προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο προκύπτει ο δείκτης αναφοράς και να αξιολογήσουν την αντιπροσωπευτικότητα, τη συνάφεια και την καταλληλότητά του για τη χρήση για την οποία προορίζεται.

(28)

Ενδέχεται να χρειαστεί αλλαγή της μεθοδολογίας για να εξασφαλιστεί η ακρίβεια του δείκτη αναφοράς σε διαρκή βάση, αλλά οποιαδήποτε μεταβολή της μεθοδολογίας έχει αντίκτυπο στους χρήστες του δείκτη αναφοράς και τους ενδιαφερόμενους. Συνεπώς, είναι αναγκαίος ο καθορισμός των διαδικασιών που θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά την αλλαγή της μεθοδολογίας σχετικά με τους δείκτες αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για διαβούλευση, ώστε οι χρήστες και οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες ανάλογα με τις εν λόγω αλλαγές ή να ενημερώσουν τον διαχειριστή σε περίπτωση που οι εν λόγω αλλαγές τούς προβληματίζουν.

(29)

Οι υπάλληλοι του διαχειριστή μπορεί να εντοπίσουν πιθανές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού ή πιθανές αδυναμίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραποίηση ή απόπειρα παραποίησης. Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίζει ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στους υπαλλήλους να ειδοποιούν εμπιστευτικώς τους διαχειριστές σχετικά με πιθανές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.

(30)

Η ακεραιότητα και η ακρίβεια των δεικτών αναφοράς εξαρτώνται από την ακεραιότητα και την ακρίβεια των δεδομένων εισόδου που παρέχουν οι συνεισφέροντες. Οι υποχρεώσεις των συνεισφερόντων σε ό,τι αφορά τα εν λόγω δεδομένα εισόδου πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια, η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις αυτές να είναι αξιόπιστη και οι υποχρεώσεις να συνάδουν με τους ελέγχους και τη μεθοδολογία που εφαρμόζει ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς. Κατά συνέπεια, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς οφείλει να καταρτίσει κώδικα συμπεριφοράς για τον προσδιορισμό των εν λόγω απαιτήσεων και των ευθυνών των συνεισφερόντων σε σχέση με την παροχή δεδομένων εισόδου. Ο διαχειριστής θα πρέπει να εξασφαλίζει την τήρηση του κώδικα συμπεριφοράς από τους συνεισφέροντες. Όταν οι συνεισφέροντες βρίσκονται σε τρίτες χώρες, ο διαχειριστής θα πρέπει να το επιδιώκει στο μέτρο του δυνατού.

(31)

Οι συνεισφέροντες στους δείκτες αναφοράς ενδέχεται να υπόκεινται σε συγκρούσεις συμφερόντων και δύνανται να ασκούν διακριτική ευχέρεια σε ό,τι αφορά τον καθορισμό των δεδομένων εισόδου. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο οι συνεισφέροντες να υπόκεινται σε ρυθμίσεις διακυβέρνησης ώστε να διασφαλίζονται η διαχείριση των εν λόγω συγκρούσεων, όπως επίσης η ακρίβεια των δεδομένων εισόδου και η συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του διαχειριστή, καθώς και η δυνατότητα επικύρωσής τους.

(32)

Πολλοί δείκτες αναφοράς προσδιορίζονται με την εφαρμογή ενός τύπου στον οποίο χρησιμοποιούνται δεδομένα εισόδου παρεχόμενα από τις ακόλουθες οντότητες: τόπους διαπραγμάτευσης, εγκεκριμένους μηχανισμούς δημοσίευσης, παρόχους ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών, εγκεκριμένους μηχανισμούς γνωστοποίησης συναλλαγών, χρηματιστήρια ενέργειας ή χώρους πλειστηριασμών δικαιωμάτων εκπομπών. Σε κάποιες περιπτώσεις η συλλογή των δεδομένων ανατίθεται σε εξωτερικό πάροχο, ο οποίος λαμβάνει τα δεδομένα στο σύνολό τους και άμεσα από τις προαναφερθείσες οντότητες. Στις περιπτώσεις αυτές οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και η υφιστάμενη εποπτεία διασφαλίζουν την ακεραιότητα και τη διαφάνεια των δεδομένων εισόδου και προβλέπουν απαιτήσεις διακυβέρνησης και διαδικασίες για τη γνωστοποίηση παραβάσεων. Συνεπώς, οι εν λόγω δείκτες αναφοράς είναι λιγότερο ευπαθείς σε παραποίηση, υποβάλλονται σε ανεξάρτητες επαληθεύσεις και, συνεπώς, οι σχετικοί διαχειριστές απαλλάσσονται από ορισμένες υποχρεώσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

(33)

Οι διάφοροι τύποι και τομείς δεικτών αναφοράς έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αδυναμίες και κινδύνους. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εξειδικευτούν περαιτέρω σε ό,τι αφορά συγκεκριμένους τομείς και τύπους δεικτών αναφοράς. Οι δείκτες αναφοράς για τα επιτόκια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, και, συνεπώς, είναι απαραίτητη η θέσπιση ειδικών διατάξεων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού για τους εν λόγω δείκτες αναφοράς.

(34)

Οι πραγματικές αγορές βασικών προϊόντων έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη ρύθμισή τους. Οι δείκτες αναφοράς για τα βασικά προϊόντα χρησιμοποιούνται ευρέως και μπορεί να διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά για τον συγκεκριμένο τομέα, συνεπώς είναι απαραίτητη η θέσπιση ειδικών διατάξεων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού για τους εν λόγω δείκτες αναφοράς. Ορισμένοι δείκτες αναφοράς για βασικά προϊόντα εξαιρούνται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει ωστόσο να συμμορφώνονται προς τις σχετικές αρχές της IOSCO. Οι δείκτες αναφοράς για βασικά προϊόντα μπορεί να αποκτήσουν καθοριστική σημασία, δεδομένου ότι το καθεστώς δεν περιορίζεται σε δείκτες αναφοράς βασισμένους σε στοιχεία παρεχόμενα από συνεισφέροντες που είναι στην πλειονότητά τους εποπτευόμενες οντότητες. Για τους κρίσιμης σημασίας δείκτες αναφοράς βασικών προϊόντων που εμπίπτουν στο παράρτημα II, δεν ισχύουν οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την υποχρεωτική συνεισφορά και τα συλλογικά όργανα.

(35)

Οι αδυναμίες δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας μπορεί να επηρεάσουν ην ακεραιότητα της αγοράς, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους καταναλωτές, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στα κράτη μέλη. Αυτά τα δυνητικά αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα της αποτυχίας δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας ενδέχεται να είναι αισθητά σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Είναι επομένως αναγκαίο να προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό διαδικασία για τον προσδιορισμό των δεικτών αναφοράς που θα πρέπει να θεωρούνται δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, και να ισχύουν πρόσθετες απαιτήσεις ώστε να εξασφαλίζονται η ακεραιότητα και η αρτιότητα των εν λόγω δεικτών αναφοράς.

(36)

Οι δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας μπορούν να προσδιορίζονται με τη χρήση ποσοτικών κριτηρίων ή συνδυασμού ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων. Επιπλέον, μπορεί να αναγνωρίζονται ως κρίσιμης σημασίας και δείκτες αναφοράς που δεν φτάνουν το αντίστοιχο ποσοτικό κατώφλι, αν δεν έχουν ή αν έχουν πολύ λίγα αγορακεντρικά υποκατάστατα και αν η ύπαρξη και η ακρίβειά τους είναι σημαντικές για την ακεραιότητα της αγοράς, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την προστασία των καταναλωτών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, και αν όλες οι εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές συμφωνούν ότι ο συγκεκριμένος δείκτης θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κρίσιμης σημασίας. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων αρμόδιων αρχών, υπερισχύει η απόφαση της αρμόδιας αρχής του διαχειριστή σχετικά με το αν ένας τέτοιος δείκτης θα πρέπει να χαρακτηριστεί κρίσιμης σημασίας. Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), θα πρέπει να μπορεί να εκδώσει γνώμη σχετικά με την αξιολόγηση που διεξήγαγε η αρμόδια αρχή του διαχειριστή. Επιπλέον, μια αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να ορίζει δείκτες αναφοράς ως κρίσιμης σημασίας με βάση ορισμένα ποιοτικά κριτήρια αν ο διαχειριστής και η πλειονότητα των συνεισφερόντων στον δείκτη αναφοράς βρίσκονται στο κράτος μέλος της. Όλοι οι δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται από την Επιτροπή με εκτελεστική πράξη, ο οποίος θα πρέπει να αναθεωρείται και να επικαιροποιείται τακτικά.

(37)

Η παύση της διαχείρισης ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας από διαχειριστή θα μπορούσε να καταστήσει άκυρες τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή τα χρηματοπιστωτικά μέσα, να προκαλέσει ζημίες στους καταναλωτές και στους επενδυτές και να έχει αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Είναι συνεπώς αναγκαίο να περιληφθεί εξουσία της εμπλεκόμενης αρμόδιας αρχής να απαιτεί υποχρεωτική διαχείριση των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας, ώστε να διατηρείται η ύπαρξη των εν λόγω δεικτών αναφοράς. Σε περίπτωση διαδικασιών αφερεγγυότητας διαχειριστή δείκτη αναφοράς, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να υποβάλλει αξιολόγηση προς εξέταση από την αρμόδια δικαστική αρχή σχετικά με το αν και με ποιον τρόπο ο κρίσιμης σημασίας δείκτης θα μπορούσε να μεταβιβαστεί σε νέο διαχειριστή ή να πάψει να παρέχεται.

(38)

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και της ικανότητας των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα για να διευκολύνουν τη συμμόρφωση προς αυτήν, είναι αναγκαίο να απαιτείται από τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας, συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμης σημασίας δεικτών αναφοράς βασικών προϊόντων, να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι άδειες και οι πληροφορίες για τους δείκτες αναφοράς παρέχονται σε δίκαιη, εύλογη, διαφανή και αμερόληπτη βάση σε όλους τους χρήστες.

(39)

Η παύση της δραστηριότητας ορισμένων συνεισφερόντων δεδομένα εισόδου για δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας ενδέχεται να υπονομεύσει την αξιοπιστία των εν λόγω δεικτών αναφοράς, δεδομένου ότι θα περιόριζε την ικανότητα των συγκεκριμένων δεικτών αναφοράς να μετρούν την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα. Είναι συνεπώς απαραίτητο να διαθέτει η σχετική αρμόδια αρχή την εξουσία να απαιτεί από εποπτευόμενες οντότητες υποχρεωτικές συνεισφορές στους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, ώστε να διατηρείται η αξιοπιστία των εν λόγω δεικτών αναφοράς. Με την υποχρεωτική συνεισφορά δεδομένων εισόδου δεν επιβάλλεται στις εποπτευόμενες οντότητες η υποχρέωση να προβούν ή να δεσμευτούν ότι θα προβούν σε συναλλαγές.

(40)

Λόγω της ύπαρξης μεγάλης ποικιλίας τύπων και μεγεθών δεικτών αναφοράς, είναι σημαντικό να καθιερωθεί με τον παρόντα κανονισμό η αναλογικότητα και να αποφευχθεί η υπερβολική διοικητική επιβάρυνση των διαχειριστών των δεικτών αναφοράς των οποίων η παύση αντιπροσωπεύει μικρότερη απειλή στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Θα πρέπει, επιπλέον του καθεστώτος δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας, να καθιερωθούν δύο ξεχωριστά καθεστώτα: για σημαντικούς δείκτες αναφοράς και για μη σημαντικούς δείκτες αναφοράς.

(41)

Οι διαχειριστές σημαντικών δεικτών αναφοράς θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν να μην εφαρμόσουν έναν περιορισμένο αριθμό λεπτομερών απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει ωστόσο να διατηρούν το δικαίωμα να απαιτούν την εφαρμογή των εν λόγω απαιτήσεων σύμφωνα με τα κριτήρια που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και στις εκτελεστικές πράξεις που έχουν εφαρμογή σε διαχειριστές σημαντικών δεικτών αναφοράς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας και να επιδιώκεται να αποφεύγεται η διοικητική επιβάρυνση όπου αυτό είναι δυνατόν.

(42)

Διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς υπόκεινται σε λιγότερο λεπτομερές καθεστώς, όπου οι διαχειριστές θα πρέπει να μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόσουν ορισμένες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, ο αρμόδιος διαχειριστής θα πρέπει να εξηγεί τους λόγους για τούτο σε δήλωση συμμόρφωσης που θα πρέπει να δημοσιεύσει και να υποβάλει στην αρμόδια για αυτόν αρχή. Η εν λόγω αρμόδια αρχή θα πρέπει να επανεξετάζει τη δήλωση συμμόρφωσης και θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες ή την πραγματοποίηση αλλαγών προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό. Μολονότι οι εν λόγω μη σημαντικοί δείκτες αναφοράς παραμένουν ευπαθείς σε παραποίηση, είναι ευκολότερα αντικαταστάσιμοι, και συνεπώς η διαφάνεια έναντι των χρηστών θα πρέπει να αποτελεί το κύριο χρησιμοποιούμενο μέσο για την πραγματοποίηση τεκμηριωμένων επιλογών των συμμετεχόντων στην αγορά σχετικά με τους δείκτες αναφοράς που θεωρούν κατάλληλους προς χρήση. Για τον λόγο αυτό, οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις στον τίτλο II θα πρέπει να μην εφαρμόζονται σε διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς.

(43)

Για να προβούν οι χρήστες των δεικτών αναφοράς στις κατάλληλες επιλογές και να κατανοήσουν τους κινδύνους που ενέχουν, πρέπει να γνωρίζουν το αντικείμενο της μέτρησης των δεικτών αναφοράς και την ευπάθειά τους στην παραποίηση. Συνεπώς, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς θα πρέπει να δημοσιεύει δήλωση δείκτη αναφοράς, στην οποία προσδιορίζονται τα εν λόγω στοιχεία. Προκειμένου να εξασφαλίζονται αφενός η ομοιόμορφη εφαρμογή και αφετέρου ότι οι δηλώσεις δεικτών αναφοράς θα έχουν εύλογο μέγεθος αλλά παράλληλα θα εστιάζονται στην παροχή των βασικών πληροφοριών που χρειάζονται οι χρήστες με τρόπο εύληπτο, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να προσδιορίσει περαιτέρω το περιεχόμενο της δήλωσης δείκτη αναφοράς, με κατάλληλη διαφοροποίηση για τους διάφορους τύπους και τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων δεικτών αναφοράς και των διαχειριστών τους.

(44)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να λάβει υπόψη τις αρχές της IOSCO, οι οποίες αποτελούν παγκόσμιο πρότυπο για τις ρυθμιστικές απαιτήσεις στον τομέα των δεικτών αναφοράς. Ως γενική αρχή, προκειμένου να εξασφαλίζεται η προστασία των επενδυτών, η εποπτεία και το ρυθμιστικό πλαίσιο σε τρίτη χώρα θα πρέπει να βρίσκονται σε ισοδύναμο επίπεδο με την εποπτεία και το ρυθμιστικό πλαίσιο για τους δείκτες αναφοράς εντός της Ένωσης. Συνεπώς, δείκτες αναφοράς παρεχόμενοι από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα μπορούν να χρησιμοποιούνται από εποπτευόμενες οντότητες στην Ένωση αν έχει ληφθεί θετική απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία του καθεστώτος της τρίτης χώρας από την Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συντονίζει την ανάπτυξη αυτών των συμφωνιών συνεργασίας και την ανταλλαγή των πληροφοριών που λαμβάνονται από τρίτες χώρες, μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν αρνητικός αντίκτυπος μιας πιθανής αιφνίδιας παύσης της χρήσης στην Ένωση δεικτών αναφοράς παρεχόμενων από τρίτη χώρα, ο παρών κανονισμός προβλέπει επίσης ορισμένους άλλους μηχανισμούς (και συγκεκριμένα, αναγνώρισης και προσυπογραφής) με τους οποίους δείκτες αναφοράς τρίτης χώρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν από εποπτευόμενες οντότητες που βρίσκονται στην Ένωση.

(45)

Ο παρών κανονισμός καθιερώνει μια διαδικασία για την αναγνώριση διαχειριστών που βρίσκονται σε τρίτη χώρα από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναφοράς. Η αναγνώριση θα πρέπει να χορηγείται σε διαχειριστές που συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Σε αναγνώριση του ρόλου των αρχών της IOSCO ως παγκόσμιου προτύπου για την παροχή δεικτών αναφοράς, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναφοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να χορηγεί αναγνώριση σε διαχειριστές με βάση το ότι εφαρμόζουν τις αρχές της IOSCO. Για τούτο, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να αξιολογεί την εφαρμογή των αρχών της IOSCO από έναν διαχειριστή και να προσδιορίζει κατά πόσο η εφαρμογή αυτή ισοδυναμεί, για τον συγκεκριμένο διαχειριστή, με συμμόρφωση προς τις διάφορες απαιτήσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του καθεστώτος αναγνώρισης σε σχέση με το καθεστώς ισοδυναμίας.

(46)

Ο παρών κανονισμός καθιερώνει επίσης καθεστώς προσυπογραφής που επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στους διαχειριστές ή στις εποπτευόμενες οντότητες που βρίσκονται στην Ένωση να προσυπογράφουν δείκτες αναφοράς παρεχόμενους από τρίτη χώρα, προκειμένου τέτοιοι δείκτες αναφοράς να χρησιμοποιηθούν στην Ένωση. Για τούτο, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να συνεκτιμά αν με την παροχή του προσυπογραφόμενου δείκτη αναφοράς η συμμόρφωση προς τις αρχές της IOSCO θα ισοδυναμούσε με συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του καθεστώτος προσυπογραφής σε σχέση με το καθεστώς ισοδυναμίας. Ένας διαχειριστής ή μια εποπτευόμενη οντότητα που έχει προσυπογράψει δείκτη αναφοράς παρεχόμενο από τρίτη χώρα θα πρέπει να φέρει την πλήρη ευθύνη για τον εν λόγω προσυπογραφόμενο δείκτη αναφοράς και για την πλήρωση των σχετικών προϋποθέσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

(47)

Όλοι οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς μπορούν να κάνουν χρήση διακριτικής ευχέρειας, υπόκεινται δυνητικά σε συγκρούσεις συμφερόντων και ενδέχεται να εφαρμόζουν ανεπαρκή συστήματα διακυβέρνησης και ελέγχου. Δεδομένου ότι οι διαχειριστές ελέγχουν τη διαδικασία καθορισμού των δεικτών αναφοράς, η απαίτηση αδειοδότησης ή καταχώρισης και εποπτείας των διαχειριστών αποτελεί τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των δεικτών αναφοράς.

(48)

Ορισμένοι διαχειριστές θα πρέπει να υπόκεινται σε αδειοδότηση και εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται οι εν λόγω διαχειριστές. Οντότητες υποκείμενες ήδη σε εποπτεία και οι οποίες παρέχουν χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς μη κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να καταχωρίζονται και να εποπτεύονται από την αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Οντότητες που παρέχουν μόνο δείκτες οι οποίοι κατατάσσονται στους μη σημαντικούς δείκτες αναφοράς θα πρέπει επίσης να καταχωρίζονται από την οικεία αρμόδια αρχή. Η αδειοδότηση και η καταχώριση θα πρέπει να αποτελούν ξεχωριστές διαδικασίες, για δε την αδειοδότηση θα πρέπει να απαιτείται διεξοδικότερη αξιολόγηση της αίτησης του διαχειριστή. Το γεγονός ότι ένας διαχειριστής είναι αδειοδοτημένος ή καταχωρισμένος δεν θα πρέπει να έχει επιρροή στην εποπτεία του συγκεκριμένου διαχειριστή από τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Επιπλέον, θα πρέπει να καθιερωθεί ένα μεταβατικό καθεστώς που να επιτρέπει την καταχώριση των προσώπων τα οποία παρέχουν δείκτες αναφοράς που δεν είναι κρίσιμης σημασίας και δεν χρησιμοποιούνται ευρέως σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρώτη φάση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να τηρεί μητρώο σε επίπεδο Ένωσης που περιέχει πληροφορίες για αδειοδοτημένους ή καταχωρισμένους διαχειριστές δεικτών αναφοράς, για διαχειριστές που παρέχουν τους εν λόγω δείκτες αναφοράς βάσει θετικής απόφασης είτε υπό καθεστώς ισοδυναμίας είτε υπό καθεστώς αναγνώρισης, για τους ενωσιακούς διαχειριστές ή τις εποπτευόμενες οντότητες που έχουν προσυπογράψει δείκτες αναφοράς από τρίτη χώρα, καθώς και για κάθε τέτοιους προσυπογεγραμμένους δείκτες αναφοράς και τους διαχειριστές τους που βρίσκονται σε τρίτη χώρα.

(49)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα πρόσωπο μπορεί να παράσχει δείκτη χωρίς να γνωρίζει ότι χρησιμοποιείται ως αναφορά για χρηματοπιστωτικό μέσο, χρηματοπιστωτική σύμβαση ή επενδυτικό κεφάλαιο. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση που οι χρήστες και ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Είναι επομένως αναγκαίο να ενισχυθεί το επίπεδο διαφάνειας όσον αφορά τον εκάστοτε χρησιμοποιούμενο δείκτη αναφοράς. Τέτοια διαφάνεια μπορεί να επιτευχθεί με τη βελτίωση του περιεχομένου των ενημερωτικών δελτίων ή εγγράφων βασικών πληροφοριών που απαιτούνται από το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και του περιεχομένου των κοινοποιήσεων που απαιτούνται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11).

(50)

Ένα σύνολο αποτελεσματικών εργαλείων, εξουσιών και πόρων για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εγγυάται την αποτελεσματικότητα της εποπτείας. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ειδικότερα ένα ελάχιστο επίπεδο εποπτικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που θα πρέπει να ανατεθούν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ενεργούν με τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο διατηρώντας την αυτονομία τους σε ό,τι αφορά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

(51)

Για τον εντοπισμό παραβάσεων του παρόντος κανονισμού, είναι αναγκαίο να έχουν οι αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τη δυνατότητα πρόσβασης στις εγκαταστάσεις νομικών προσώπων προκειμένου να προβούν σε κατάσχεση εγγράφων. Η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις αυτές είναι απαραίτητη στην περίπτωση που υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι υπάρχουν τέτοια έγγραφα, καθώς και άλλα δεδομένα σχετικά με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας, και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις είναι απαραίτητη στην περίπτωση που το πρόσωπο από το οποίο έχουν ζητηθεί οι πληροφορίες δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση ή υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι, εάν υποβληθεί αίτηση, δεν θα υπάρξει συμμόρφωση ή ότι τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που σχετίζονται με την απαίτηση παροχής πληροφοριών θα αφαιρεθούν, θα παραποιηθούν ή θα καταστραφούν. Εάν απαιτείται προηγούμενη έγκριση της δικαστικής αρχής του οικείου κράτους μέλους, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μετά την εξασφάλιση της εν λόγω προηγούμενης έγκρισης.

(52)

Οι υφιστάμενες καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και άλλα αρχεία κίνησης δεδομένων εποπτευόμενων οντοτήτων μπορούν να αποτελούν στοιχεία κρίσιμης σημασίας και ενίοτε τα μοναδικά στοιχεία για τον εντοπισμό και την απόδειξη των παραβάσεων του παρόντος κανονισμού, ιδίως της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου. Τα εν λόγω αρχεία και οι εν λόγω καταγραφές μπορούν να συμβάλουν στην ταυτοποίηση του υπευθύνου για την υποβολή δεδομένων εισόδου προσώπου, των υπευθύνων για την έγκρισή της και στην εξακρίβωση του κατά πόσον διατηρείται ο οργανωτικός διαχωρισμός μεταξύ των υπαλλήλων. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν υφιστάμενες καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ηλεκτρονικές επικοινωνίες και αρχεία κίνησης δεδομένων που τηρούν εποπτευόμενες οντότητες, στις περιπτώσεις που υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι οι καταγραφές ή τα αρχεία που σχετίζονται με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού.

(53)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και την πληροφόρηση, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, το δικαίωμα στην προστασία του καταναλωτή, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το δικαίωμα υπεράσπισης. Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(54)

Τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα θα πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως. Ειδικότερα, στα πρόσωπα τα οποία αφορά η διαδικασία θα πρέπει να παρέχεται πρόσβαση στα πορίσματα με βάση τα οποία οι αρμόδιες αρχές έλαβαν την απόφαση, καθώς επίσης και το δικαίωμα ακρόασης.

(55)

Η διαφάνεια σχετικά με τους δείκτες αναφοράς είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και την προστασία των επενδυτών. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών εκ μέρους των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12). Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών εκ μέρους της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13).

(56)

Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που παρατίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με την ενίσχυση των συστημάτων κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και τις νομικές πράξεις της Ένωσης που εγκρίθηκαν σε συνέχεια της ανακοίνωσης αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια κοινή προσέγγιση και αποτρεπτικό αποτέλεσμα, να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα, περιλαμβανομένων χρηματικών κυρώσεων, που εφαρμόζονται για παραβιάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα θα πρέπει να έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

(57)

Οι διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σε ειδικές περιπτώσεις θα πρέπει να καθοριστούν λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, παράγοντες όπως η επιστροφή τυχόν εντοπισθέντος οικονομικού οφέλους, η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, τυχόν επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες, τον αναγκαίο αποτρεπτικό χαρακτήρα των διοικητικών χρηματικών κυρώσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, να περιλαμβάνουν μείωση ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία με την αρμόδια αρχή. Ειδικότερα, το πραγματικό ποσό διοικητικού χρηματικού προστίμου που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να μπορεί να ανέλθει στο μέγιστο επίπεδο που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή στο υψηλότερο επίπεδο που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο για πολύ σοβαρές παραβάσεις, ενώ θα πρέπει να μπορούν να επιβληθούν διοικητικές χρηματικές κυρώσεις αρκετά χαμηλότερα από το μέγιστο επίπεδο σε ήσσονος σημασίας παραβάσεις ή σε περίπτωση διακανονισμού. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα επιβολής προσωρινής απαγόρευσης της άσκησης των αρμοδιοτήτων διαχείρισης από τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς ή τους συνεισφέροντες.

(58)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν υψηλότερα επίπεδα διοικητικών κυρώσεων ούτε να θίγει διατάξεις της νομοθεσίας κρατών μελών σε σχέση με ποινικές κυρώσεις.

(59)

Μολονότι τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για τις ίδιες παραβάσεις, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με διοικητικές κυρώσεις για τις παραβάσεις του παρόντος κανονισμού που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να επιβάλλουν τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις για το ίδιο αδίκημα, αλλά θα πρέπει να μπορούν να το πράττουν εφόσον επιτρέπεται από το εθνικό τους δίκαιο. Ωστόσο, η διατήρηση των ποινικών κυρώσεων αντί διοικητικών κυρώσεων για τις παραβάσεις του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να μειώνει ή να επηρεάζει με άλλον τρόπο την ικανότητα των αρμόδιων αρχών προς συνεργασία, πρόσβαση και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ακόμη και έπειτα από τυχόν παραπομπή των σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη.

(60)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι διατάξεις περί ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών και οι υποχρεώσεις συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των αρχών αυτών. Λόγω της αυξανόμενης διασυνοριακής δραστηριότητας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανταλλάσσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ακόμα και σε καταστάσεις στις οποίες μία παράβαση ή μία εικαζόμενη παράβαση ενδιαφέρει τις αρχές δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών απαιτείται η τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου ώστε να εξασφαλίζονται η ομαλή διαβίβαση των πληροφοριών και η προστασία συγκεκριμένων δικαιωμάτων.

(61)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές για να επιβάλουν διοικητική κύρωση ή άλλο διοικητικό μέτρο έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα για το ευρύ κοινό, θα πρέπει να δημοσιεύονται. Η δημοσίευση των αποφάσεων επιβολής διοικητικής κύρωσης ή άλλου διοικητικού μέτρου είναι επίσης ιδιαίτερα χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές σε ό,τι αφορά την ενημέρωση των συμμετεχόντων στην αγορά σχετικά με τις συμπεριφορές που θεωρούνται ότι αποτελούν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού και την ευρύτερη προώθηση της ορθής συμπεριφοράς μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Εάν η δημοσίευση αυτή ενδέχεται να προξενήσει δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ή διακυβεύει τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια έρευνα σε εξέλιξη, η αρμόδια αρχή θα πρέπει είτε να δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα διατηρώντας την ανωνυμία των εμπλεκομένων ή να καθυστερεί τη δημοσίευση. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μην δημοσιεύουν τις αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων καθόλου στην περίπτωση που θεωρείται ότι η ανώνυμη ή η καθυστερημένη δημοσίευση δεν επαρκεί για να διασφαλίσει ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές δεν υποχρεούνται να δημοσιεύουν διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας, σε περίπτωση που η δημοσίευσή τους κρίνεται δυσανάλογη.

(62)

Οι δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας ενδέχεται να αφορούν τους συνεισφέροντες, τους διαχειριστές και τους χρήστες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Συνεπώς, η παύση της παροχής ενός τέτοιου δείκτη αναφοράς ή οποιοδήποτε γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει σε μεγάλο βαθμό την ακεραιότητά του μπορεί να επηρεάσει περισσότερα του ενός κράτη μέλη, γεγονός που σημαίνει ότι η εποπτεία ενός τέτοιου δείκτη αναφοράς μόνο από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς βασίζεται δεν είναι επαρκής και αποτελεσματική σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχει ο δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να εξασφαλίζονται η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εποπτεία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και ο συντονισμός των δραστηριοτήτων και των εποπτικών μέτρων τους, θα πρέπει να συσταθούν συλλογικά όργανα, που να περιλαμβάνουν τις αρμόδιες αρχές και την ΕΑΚΚΑ. Οι δραστηριότητες των οργάνων αυτών θα πρέπει να συμβάλλουν στην εναρμονισμένη εφαρμογή των κανόνων του παρόντος κανονισμού και στη σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας. Η αρμόδια αρχή του διαχειριστή θα πρέπει να καθιερώσει γραπτές ρυθμίσεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, που μπορεί να περιλαμβάνει κανόνες για διαδικασίες ψηφοφορίας, κάθε συνεργασία για τους σκοπούς των μέτρων υποχρεωτικής συνεισφοράς και τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαβουλεύονται. Η νομικώς δεσμευτική διαμεσολάβηση της ΕΑΚΑΑ αποτελεί βασικό στοιχείο για την επίτευξη του συντονισμού, της εποπτικής συνοχής και της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών.

(63)

Οι δείκτες αναφοράς μπορεί να αναφέρονται σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις μακράς διαρκείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να μην επιτρέπεται πλέον η παροχή τέτοιων δεικτών αναφοράς μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, επειδή τα χαρακτηριστικά τους δεν μπορούν να προσαρμοστούν ώστε να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Συγχρόνως, η απαγόρευση της συνεχούς παροχής ενός τέτοιου δείκτη αναφοράς ενδέχεται να συντελέσει στη λύση ή την αδυναμία εκπλήρωσης των χρηματοπιστωτικών μέσων ή συμβάσεων και με αυτόν τον τρόπο να βλάψει τους επενδυτές. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί η δυνατότητα συνέχισης της παροχής αυτών των δεικτών αναφοράς κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου.

(64)

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παρών κανονισμός αφορά ή ενδέχεται να αφορά εποπτευόμενες οντότητες και αγορές που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, η ΕΑΚΑΑ θα έπρεπε να καλεί σε διαβούλευση τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), προκειμένου να αξιοποιήσει την εμπειρογνωμοσύνη του ACER στον τομέα των αγορών ενέργειας και να περιορίσει τις διπλές ρυθμίσεις.

(65)

Προκειμένου να προσδιοριστούν περαιτέρω τα τεχνικά στοιχεία του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τον προσδιορισμό των τεχνικών στοιχείων των ορισμών· όσον αφορά τον υπολογισμό των ονομαστικών ποσών των χρηματοπιστωτικών μέσων, του ονομαστικού ποσού παραγώγων και της καθαρής αξίας ενεργητικού των επενδυτικών κεφαλαίων σε σχέση με δείκτη αναφοράς για να προσδιοριστεί αν ο συγκεκριμένος δείκτης αναφοράς είναι κρίσιμος· όσον αφορά την αναθεώρηση της μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του ορίου προσδιορισμού των κρίσιμων και των σημαντικών δεικτών αναφοράς· όσον αφορά τον προσδιορισμό των αντικειμενικών λόγων για την προσυπογραφή ενός δείκτη αναφοράς ή μιας οικογένειας δεικτών αναφοράς που παρέχεται σε τρίτη χώρα· τον προσδιορισμό των στοιχείων για την εκτίμηση του κατά πόσο η παύση ή η αλλαγή ενός υφιστάμενου δείκτη αναφοράς θα μπορούσε εύλογα να οδηγήσει σε γεγονός ανωτέρας βίας, περιστολή ή παράβαση με άλλον τρόπο των όρων οποιασδήποτε χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή χρηματοπιστωτικού μέσου, ή των κανόνων οποιουδήποτε επενδυτικού κεφαλαίου, που αναφέρεται στον εν λόγω δείκτη αναφοράς· και όσον αφορά την παράταση της 24μηνης περιόδου που προβλέπεται για την καταχώριση αντί της αδειοδότησης ορισμένων διαχειριστών. Όταν εκδίδει τις εν λόγω πράξεις, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς ή τις τεχνολογίας και τη διεθνή σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας σε διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς, ιδίως δε το έργο της IOSCO. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διεξάγονται σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (14) της 13ης Απριλίου 2016. Ειδικότερα, προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

(66)

Τα τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να εξασφαλίζουν συνέπεια στην εναρμόνιση των απαιτήσεων για την παροχή και τη συνεισφορά στη διαμόρφωση δεικτών που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς και στην κατάλληλη προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ είναι φορέας με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης πείρας, θα ήταν συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί η εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που δεν ενέχουν επιλογές πολιτικής τα οποία υποβάλλονται στην Επιτροπή. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εκδίδει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που έχει αναπτύξει η ΕΑΚΑΑ μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις διαδικασίες και τα χαρακτηριστικά του έργου της εποπτείας, όσον αφορά τον τρόπο εξασφάλισης της καταλληλότητας και της επαληθευσιμότητας των δεδομένων εισόδου καθώς και τις εσωτερικές διαδικασίες εποπτείας και επαλήθευσης των συνεισφερόντων, όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει ο διαχειριστής για το δείκτη αναφοράς και τη μεθοδολογία, όσον αφορά τα στοιχεία του κώδικα συμπεριφοράς, όσον αφορά τις απαιτήσεις για τα συστήματα και τους ελέγχους, όσον αφορά τα κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη η αρμόδια αρχή όταν αποφασίζει αν θα εφαρμόσει ορισμένες πρόσθετες απαιτήσεις, όσον αφορά τα περιεχόμενα της δήλωσης δείκτη αναφοράς και τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται ενημέρωση της δήλωσης αυτής, όσον αφορά το ελάχιστο περιεχόμενο των ρυθμίσεων συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης αναγνώρισης διαχειριστή τρίτης χώρας και την παρουσίαση των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται μαζί με την αίτηση αυτή και όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην αίτηση αδειοδότησης ή καταχώρισης.

(67)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για να καταρτίσει και να αναθεωρεί κατάλογο δημόσιων αρχών στην Ένωση, να καταρτίσει και να αναθεωρεί τον κατάλογο δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας και να προσδιορίζει την ισοδυναμία του νομικού πλαισίου στο οποίο υπόκεινται οι πάροχοι δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών για τους σκοπούς της πλήρους ή μερικής ισοδυναμίας. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15).

(68)

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτείται να εκδίδει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που έχει αναπτύξει η ΕΑΚΑΑ για την κατάρτιση υποδειγμάτων δήλωσης συμμόρφωσης και για την καθιέρωση διαδικασιών και τρόπων ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, μέσω εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(69)

Επειδή οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η θέσπιση συνεκτικού και αποτελεσματικού καθεστώτος για την αντιμετώπιση των τρωτών σημείων των δεικτών αναφοράς, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι ο συνολικός αντίκτυπος των προβλημάτων σχετικά με τους δείκτες αναφοράς μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως μόνο στο πλαίσιο της Ένωσης, μπορούν όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των επιπτώσεων της δράσης του παρόντος κανονισμού, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(70)

Δεδομένης της επείγουσας ανάγκης να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στους δείκτες αναφοράς και να προαχθούν δίκαιες και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του.

(71)

Οι καταναλωτές μπορούν να συνάπτουν χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, ιδίως συμβάσεις για ενυπόθηκα ή καταναλωτικά δάνεια, που περιλαμβάνουν αναφορά σε δείκτη αναφοράς, αλλά η άνιση διαπραγματευτική ισχύς και η χρήση τυποποιημένων όρων συντελεί στον περιορισμό των επιλογών τους σχετικά με τον χρησιμοποιούμενο δείκτη αναφοράς. Είναι συνεπώς αναγκαίο να εξασφαλίζεται τουλάχιστον η παροχή επαρκών πληροφοριών από τους πιστωτές ή τους πιστωτικούς διαμεσολαβητές στους καταναλωτές. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει συνεπώς οι οδηγίες 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ να τροποποιηθούν αναλόγως.

(72)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 απαιτεί τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με διευθυντικά καθήκοντα, καθώς και τα πρόσωπα που συνδέονται στενά μαζί τους, να ενημερώνουν τον εκδότη και την αρμόδια αρχή σχετικά με κάθε πράξη που πραγματοποιούν για δικό τους λογαριασμό σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα συνδεόμενα με μετοχές και χρεωστικούς τίτλους του εκδότη τους. Ωστόσο, υπάρχουν διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα που συνδέονται με μετοχές και χρεωστικούς τίτλους ενός συγκεκριμένου εκδότη. Στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα περιλαμβάνονται μονάδες σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων, διαρθρωμένα προϊόντα ή χρηματοπιστωτικά μέσα που περιλαμβάνουν παράγωγο το οποίο συνεπάγεται άνοιγμα στην απόδοση μετοχών ή χρεωστικών τίτλων που έχουν εκδοθεί από εκδότη. Κάθε συναλλαγή με τέτοιου είδους χρηματοπιστωτικά μέσα πάνω από ένα ελάχιστο όριο θα πρέπει να υπόκειται σε κοινοποίηση προς τον εκδότη και την αρμόδια αρχή. Εξαίρεση θα πρέπει να γίνεται αν είτε το συνδεδεμένο χρηματοπιστωτικό μέσο παρέχει άνοιγμα 20 % ή μικρότερο σε μετοχές ή σε χρεωστικούς τίτλους του εκδότη είτε το πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με διευθυντικά καθήκοντα ή το πρόσωπο που συνδέεται στενά με αυτό δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει την επενδυτική σύνθεση του συνδεδεμένου χρηματοπιστωτικού μέσου. Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 θα πρέπει να τροποποιηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την εξασφάλιση της ακρίβειας και ακεραιότητας των δεικτών που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων στην Ένωση. Ο παρών κανονισμός συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, επιτυγχάνοντας παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην παροχή δεικτών αναφοράς, στη συνεισφορά δεδομένων εισόδου για δείκτες αναφοράς και στη χρήση των δεικτών αναφοράς εντός της Ένωσης.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α)

σε κεντρικές τράπεζες·

β)

σε δημόσιες αρχές, όταν αυτές συνεισφέρουν με δεδομένα σε δείκτες αναφοράς, παρέχουν δείκτες αναφοράς ή ελέγχουν την παροχή δεικτών αναφοράς για σκοπούς δημόσιας πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων μέτρων στους τομείς της απασχόλησης, της οικονομικής δραστηριότητας και του πληθωρισμού·

γ)

σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP), όταν παρέχουν τιμές αναφοράς ή διακανονισμού που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαχείρισης κινδύνου και διακανονισμού σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

δ)

στην παροχή των ενιαίων τιμών αναφοράς χρηματοπιστωτικών μέσων όπως παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Γ της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ε)

στον Τύπο, στα άλλα μέσα και στους δημοσιογράφους όταν απλώς δημοσιεύουν ή αναφέρονται σε δείκτη αναφοράς στο πλαίσιο των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων τους χωρίς να ελέγχουν την παροχή του εν λόγω δείκτη αναφοράς·

στ)

σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που χορηγούν ή υπόσχονται να χορηγήσουν πίστωση στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας, μόνον εφόσον το συγκεκριμένο πρόσωπο δημοσιεύει ή διαθέτει στο κοινό δικά του κυμαινόμενα ή σταθερά επιτόκια δανεισμού που καθορίζονται με διεθνείς αποφάσεις και εφαρμόζονται μόνο σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που συνάπτονται από το πρόσωπο αυτό ή εταιρεία του ίδιου ομίλου με τους αντίστοιχους πελάτες τους·

ζ)

σε δείκτες αναφοράς βασικών προϊόντων βασιζόμενους σε δεδομένα που υποβάλλουν συνεισφέροντες οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι μη εποπτευόμενες οντότητες και για τους οποίους ισχύουν αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

ο δείκτης αναφοράς αναφέρεται σε χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία έχει γίνει αίτηση εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε έναν μόνο τόπο διαπραγμάτευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 24 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή των οποίων η διαπραγμάτευση γίνεται σε έναν μόνο τέτοιο τόπο διαπραγμάτευσης·

ii)

η συνολική ονομαστική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων στα οποία αναφέρεται ο δείκτης αναφοράς δεν υπερβαίνει τα 100 εκατ. EUR·

η)

σε πάροχο δείκτη σε ό,τι αφορά δείκτη που παρέχει ο ίδιος όταν ο εν λόγω πάροχος δείκτη δεν γνωρίζει ή δεν θα ήταν σε θέση ευλόγως να γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος δείκτης χρησιμοποιείται για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 3.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«δείκτης»: οποιοδήποτε αριθμητικό δεδομένο:

α)

δημοσιεύεται ή διατίθεται στο κοινό·

β)

προσδιορίζεται τακτικά:

i)

εξολοκλήρου ή εν μέρει, με την εφαρμογή ενός τύπου ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο υπολογισμού ή μέσω αξιολόγησης· και

ii)

με βάση την αξία ενός ή περισσότερων υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ή τις τιμές, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων τιμών, τα πραγματικά ή εκτιμώμενα επιτόκια, προσφορές και δεσμευτικές προσφορές, ή άλλες αξίες ή έρευνες·

2)

«πάροχος δείκτη»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει την παροχή ενός δείκτη·

3)

«δείκτης αναφοράς»: οποιοσδήποτε δείκτης σε σχέση με τον οποίο καθορίζεται το καταβλητέο ποσό βάσει ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή μιας χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή η αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, ή ένας δείκτης που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της απόδοσης ενός επενδυτικού κεφαλαίου με σκοπό την παρακολούθηση της απόδοσης ενός τέτοιου δείκτη ή τον καθορισμό της κατανομής των στοιχείων ενεργητικού ενός χαρτοφυλακίου ή τον υπολογισμό των προμηθειών επί των αποτελεσμάτων·

4)

«οικογένεια δεικτών αναφοράς»: ομάδα δεικτών αναφοράς που παρέχει ο ίδιος διαχειριστής και καθορίζεται βάσει δεδομένων εισόδου παρόμοιου χαρακτήρα, η οποία προσφέρει συγκεκριμένες μετρήσεις της ίδιας ή παρεμφερούς αγοράς ή οικονομικής πραγματικότητας·

5)

«παροχή δείκτη αναφοράς»:

α)

διαχείριση των ρυθμίσεων για τον καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς·

β)

συλλογή, ανάλυση ή επεξεργασία δεδομένων εισόδου με στόχο τον προσδιορισμό ενός δείκτη αναφοράς· και

γ)

προσδιορισμός ενός δείκτη αναφοράς μέσω της εφαρμογής ενός τύπου ή άλλης μεθόδου υπολογισμού ή μέσω της αξιολόγησης των δεδομένων εισόδου που παρέχονται για τον σκοπό αυτόν·

6)

«διαχειριστής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει την παροχή ενός δείκτη αναφοράς·

7)

«χρήση δείκτη αναφοράς»:

α)

έκδοση χρηματοπιστωτικού μέσου το οποίο αναφέρεται σε έναν δείκτη ή συνδυασμό δεικτών·

β)

προσδιορισμός του καταβλητέου ποσού στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικού μέσου ή χρηματοπιστωτικής σύμβασης στη βάση ενός δείκτη ή συνδυασμού δεικτών·

γ)

συμμετοχή ως συμβαλλόμενο μέρος σε χρηματοπιστωτική σύμβαση που αναφέρεται σε έναν δείκτη ή συνδυασμό δεικτών·

δ)

παροχή επιτοκίου δανεισμού όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο ι) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, υπολογιζόμενου ως διαφοράς ή περιθωρίου με βάση δείκτη ή συνδυασμό δεικτών και χρησιμοποιούμενου αποκλειστικά ως αναφοράς σε χρηματοπιστωτική σύμβαση στην οποία ο πιστωτής είναι συμβαλλόμενο μέρος·

ε)

μέτρηση της απόδοσης ενός επενδυτικού κεφαλαίου μέσω ενός δείκτη ή συνδυασμού δεικτών με σκοπό την παρακολούθηση της απόδοσης του εν λόγω δείκτη ή συνδυασμού δεικτών ή τον καθορισμό της κατανομής των στοιχείων ενεργητικού ενός χαρτοφυλακίου ή τον υπολογισμό των προμηθειών επί των αποτελεσμάτων·

8)

«συνεισφορά δεδομένων εισόδου»: η παροχή δεδομένων εισόδου που δεν είναι άμεσα διαθέσιμα σε διαχειριστή, ή σε άλλο πρόσωπο προκειμένου να τα διαβιβάσει στον διαχειριστή, τα οποία απαιτούνται για τον καθορισμό δείκτη αναφοράς και παρέχονται για αυτόν ακριβώς τον σκοπό·

9)

«συνεισφέρων»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει δεδομένα εισόδου·

10)

«εποπτευόμενος συνεισφέρων»: εποπτευόμενη οντότητα η οποία παρέχει δεδομένα εισόδου σε διαχειριστή που βρίσκεται στην Ένωση·

11)

«υποβάλλων»: φυσικό πρόσωπο που απασχολείται από τον συνεισφέροντα για τον σκοπό της παροχής δεδομένων εισόδου·

12)

«εκτιμητής»: υπάλληλος του διαχειριστή δείκτη αναφοράς βασικού προϊόντος ή άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου έχουν τεθεί στη διάθεση του διαχειριστή ή υπό τον έλεγχό του, που έχει την ευθύνη για την εφαρμογή μιας μεθοδολογίας ή αξιολόγησης δεδομένων εισόδου και άλλων πληροφοριών προκειμένου να καταλήξει σε μια τελική εκτίμηση όσον αφορά την τιμή ενός συγκεκριμένου βασικού προϊόντος·

13)

«κρίση του εμπειρογνώμονα»: η άσκηση διακριτικής ευχέρειας από διαχειριστή ή συνεισφέροντα σε σχέση με τη χρήση δεδομένων για τον καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης της παρεκβολής τιμών για παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν την ποιότητα των δεδομένων όπως συμβάντα της αγοράς ή υποβάθμιση της πιστωτικής ποιότητας ενός αγοραστή ή πωλητή, και στάθμιση δεσμευτικών τιμών ή προσφορών μεγαλύτερων από μια συγκεκριμένη εκτελεσθείσα συναλλαγή·

14)

«δεδομένα εισόδου»: τα δεδομένα για την αξία ενός ή περισσότερων υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ή οι τιμές, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων τιμών, οι προσφορές, οι δεσμευτικές προσφορές ή άλλες αξίες που χρησιμοποιούνται από διαχειριστή για τον καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς·

15)

«δεδομένα συναλλαγών»: παρατηρήσιμες τιμές, συντελεστές, δείκτες ή τιμές που αντιστοιχούν σε συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων αντισυμβαλλομένων σε ενεργό αγορά που επηρεάζονται από ανταγωνιστικές δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης·

16)

«χρηματοπιστωτικό μέσο»: οποιοδήποτε από τα μέσα που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Γ της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τα οποία έχει υποβληθεί αίτημα εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 24 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 24 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή μέσω συστηματικού εσωτερικοποιητή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20 της εν λόγω οδηγίας·

17)

«εποπτευόμενη οντότητα»: πρόκειται για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες:

α)

πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16)·

β)

επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

γ)

ασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17)·

δ)

αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

ε)

ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή, κατά περίπτωση, εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της εν λόγω οδηγίας·

στ)

διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18)·

ζ)

ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως ορίζονται στο άρθρο 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19)·

η)

πιστωτές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τους σκοπούς των συμβάσεων πίστωσης όπως ορίζονται στο άρθρο 3 στοιχείο γ) της εν λόγω οδηγίας·

θ)

μη πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 10) της οδηγίας 2014/17/ΕΕ για τους σκοπούς των συμβάσεων πίστωσης όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 3) της εν λόγω οδηγίας·

ι)

διαχειριστές αγοράς, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 18 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ια)

CCP, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20)·

ιβ)

αρχεία καταγραφής συναλλαγών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

ιγ)

διαχειριστές·

18)

ως «χρηματοπιστωτική σύμβαση» νοείται:

α)

οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ·

β)

οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 3) της οδηγίας 2014/17/ΕΕ·

19)

«επενδυτικό κεφάλαιο»: ΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή ΟΣΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

20)

«διοικητικό όργανο»: το όργανο ή τα όργανα ενός διαχειριστή ή άλλης εποπτευόμενης οντότητας, διορισμένα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, που έχουν την εξουσία να καθορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη συνολική κατεύθυνση του διαχειριστή ή άλλης εποπτευόμενης οντότητας και οι οποίοι επιβλέπουν και παρακολουθούν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκησή της, και περιλαμβάνουν πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες του διαχειριστή ή άλλης εποπτευόμενης οντότητας·

21)

«καταναλωτής»: φυσικό πρόσωπο το οποίο, στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που καλύπτει ο παρών κανονισμός, επιδιώκει σκοπούς άσχετους με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του·

22)

«δείκτης αναφοράς επιτοκίου»: δείκτης αναφοράς ο οποίος για τους σκοπούς του σημείου 1 στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου προσδιορίζεται με βάση το επιτόκιο με το οποίο οι τράπεζες μπορεί να δανείσουν ή να δανειστούν από άλλες τράπεζες ή εξωτραπεζικούς παράγοντες στη χρηματαγορά·

23)

«δείκτης αναφοράς βασικού προϊόντος»: δείκτης αναφοράς του οποίου το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο, για τους σκοπούς του σημείου 1 στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, είναι βασικό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 της Επιτροπής (21), εξαιρουμένων των δικαιωμάτων εκπομπών όπως αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημείο 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

24)

«δείκτης αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων»: δείκτης αναφοράς προσδιοριζόμενος με την εφαρμογή ενός τύπου από:

α)

δεδομένα εισόδου που αποτελούν εξολοκλήρου αντικείμενο απευθείας συνεισφοράς από:

i)

τόπο διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 24 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή τόπο διαπραγμάτευσης τρίτης χώρας για την οποία η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική απόφαση σύμφωνα με την οποία το νομικό και εποπτικό πλαίσιο της εν λόγω χώρας θεωρείται ότι έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα υπό την έννοια του άρθρου 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) ή ρυθμιζόμενη αγορά που θεωρείται ως ισοδύναμη δυνάμει του άρθρου 2α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, αλλά σε κάθε περίπτωση μόνο σε σχέση με δεδομένα συναλλαγών που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα·

ii)

εγκεκριμένο μηχανισμό δημοσίευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 52 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή πάροχο ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 53 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, σύμφωνα με τις υποχρεωτικές απαιτήσεις διαφάνειας για τα μετασυναλλακτικά δεδομένα, αλλά μόνο σε σχέση με δεδομένα συναλλαγών που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα υποκείμενα σε διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης·

iii)

εγκεκριμένο μηχανισμό γνωστοποίησης συναλλαγών, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 54 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, αλλά μόνο σε σχέση με δεδομένα συναλλαγών που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα υποκείμενα σε διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης, τα οποία πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με τις υποχρεωτικές απαιτήσεις μετασυναλλακτικής διαφάνειας·

iv)

χρηματιστήριο ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχείο ι) της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23)·

v)

χρηματιστήριο φυσικού αερίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο ι) της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24)·

vi)

χώρο πλειστηριασμών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 ή στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1031/2010 της Επιτροπής (25)·

vii)

πάροχο υπηρεσιών στον οποίο ο διαχειριστής δεικτών αναφοράς έχει αναθέσει τη συλλογή των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 10, εφόσον ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών λαμβάνει τα δεδομένα καθ' ολοκληρία και απευθείας από οντότητα που καλύπτεται από τα σημεία i) έως vi)·

β)

καθαρές αξίες ενεργητικού επενδυτικών κεφαλαίων·

25)

«δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας»: δείκτης αναφοράς άλλος από τον δείκτη αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων που πληροί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 και ο οποίος βρίσκεται στον κατάλογο που καταρτίζεται από την Επιτροπή δυνάμει του εν λόγω άρθρου·

26)

«σημαντικός δείκτης αναφοράς»: δείκτης αναφοράς που πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφος 1·

27)

«μη σημαντικός δείκτης αναφοράς»: δείκτης αναφοράς που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 και στο άρθρο 24 παράγραφος 1·

28)

«βρίσκεται»: όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η χώρα όπου βρίσκεται η καταστατική έδρα ή άλλη επίσημη διεύθυνση του εν λόγω προσώπου και, όταν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, η χώρα όπου το εν λόγω πρόσωπο έχει τη φορολογική του κατοικία·

29)

«δημόσια αρχή»:

α)

οποιοσδήποτε κρατικός ή άλλος φορέας δημόσιας διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους ή συμμετέχουν σε αυτήν·

β)

κάθε οντότητα ή πρόσωπο που είτε ασκεί καθήκοντα δημόσιας διοίκησης βάσει του εθνικού δικαίου είτε αναλαμβάνει δημόσιες ευθύνες ή δημόσια καθήκοντα ή παρέχει δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων μέτρων στους τομείς της απασχόλησης, της οικονομικής δραστηριότητας και του πληθωρισμού, υπό τον έλεγχο μιας οντότητας που αναφέρεται στο στοιχείο α).

2.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 με στόχο τον περαιτέρω προσδιορισμό των τεχνικών στοιχείων των ορισμών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και ειδικότερα για τη διευκρίνιση του περιεχομένου του όρου «διάθεση στο κοινό» για τους σκοπούς του καθορισμού ενός δείκτη.

Κατά περίπτωση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς ή τις τεχνολογικές εξελίξεις και τη σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας σε διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις προκειμένου να καταρτίσει και να αναθεωρήσει κατάλογο δημόσιων αρχών στην Ένωση που εμπίπτουν στον ορισμό του σημείου 29 της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 50 παράγραφος 2.

Κατά περίπτωση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς ή τις τεχνολογικές εξελίξεις και τη σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας σε διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΔΕΙΚΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Διακυβέρνηση και έλεγχος διαχειριστών

Άρθρο 4

Απαιτήσεις σχετικά με τη διακυβέρνηση και τη σύγκρουση συμφερόντων

1.   Ο διαχειριστής διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με σαφώς καθορισμένους ρόλους και αρμοδιότητες, που χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και συνέπεια, για όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην παροχή ενός δείκτη αναφοράς.

Ο διαχειριστής λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εντοπίζει και να αποτρέπει ή να αντιμετωπίζει συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ιδίου, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών στελεχών του, των υπαλλήλων ή κάθε άλλου προσώπου υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό του, και των συνεισφερόντων ή χρηστών και να εξασφαλίζει ότι, στην περίπτωση που απαιτείται κρίση ή άσκηση διακριτικής ευχέρειας στη διαδικασία καθορισμού του δείκτη αναφοράς, αυτή ασκείται με ανεξάρτητο και έντιμο τρόπο.

2.   Η παροχή ενός δείκτη αναφοράς διαχωρίζεται οργανωτικά από οποιοδήποτε τμήμα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του διαχειριστή από το οποίο ενδέχεται να προκύψει πραγματική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων.

3.   Αν προκύψει σύγκρουση συμφερόντων εντός του διαχειριστή λόγω της ιδιοκτησιακής του διάρθρωσης, ελέγχουσας συμμετοχής ή άλλων δραστηριοτήτων που πραγματοποιούνται από οποιαδήποτε οντότητα που κατέχει ή ελέγχει τον διαχειριστή ή από οντότητα που κατέχεται ή ελέγχεται από τον διαχειριστή ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη επιχείρησή του, η οποία δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί επαρκώς, η αντίστοιχη αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτήσει από τον διαχειριστή την καθιέρωση καθήκοντος ανεξάρτητης εποπτείας, που να περιλαμβάνει ισόρροπη εκπροσώπηση των ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των συνεισφερόντων.

4.   Αν δεν είναι δυνατή η κατάλληλη διαχείριση μιας τέτοιας σύγκρουσης συμφερόντων, η αντίστοιχη αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτήσει από τον διαχειριστή είτε την παύση των δραστηριοτήτων ή σχέσεων που προκαλούν την εν λόγω σύγκρουση συμφερόντων ή την παύση της παροχής του δείκτη αναφοράς.

5.   Ο διαχειριστής δημοσιεύει ή κοινοποιεί κάθε υφιστάμενη ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων στους χρήστες ενός δείκτη αναφοράς και τη σχετική αρμόδια αρχή, και, εφόσον απαιτείται, στους συνεισφέροντες, συμπεριλαμβανομένων των συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν από την ιδιοκτησιακή διάρθρωση ή τη δομή ελέγχου του διαχειριστή.

6.   Ο διαχειριστής θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες, καθώς και αποτελεσματικές οργανωτικές ρυθμίσεις για τον εντοπισμό, την κοινοποίηση, την πρόληψη, τη διαχείριση και τον περιορισμό των συγκρούσεων συμφερόντων προκειμένου να προστατεύσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία του προσδιορισμού των δεικτών αναφοράς. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται τακτικά. Οι πολιτικές και οι διαδικασίες λαμβάνουν υπόψη και αντιμετωπίζουν συγκρούσεις συμφερόντων, τον βαθμό της διακριτικής ευχέρειας που ασκείται κατά τη διαδικασία καθορισμού του δείκτη αναφοράς και τους κινδύνους που συνεπάγεται ο δείκτης αναφοράς και:

α)

διασφαλίζουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που παρασχέθηκαν ή καταρτίστηκαν από τον διαχειριστή με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων περί κοινοποίησης και διαφάνειας δυνάμει του παρόντος κανονισμού· και

β)

περιορίζουν ειδικότερα τις συγκρούσεις συμφερόντων που απορρέουν από την ιδιοκτησιακή διάρθρωση ή τη δομή ελέγχου του διαχειριστή ή από άλλα συμφέροντα στον όμιλό του ή που οφείλονται σε άλλα πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως επηρεάζουν ή ελέγχουν τον διαχειριστή σε σχέση με τον καθορισμό του δείκτη αναφοράς.

7.   Ο διαχειριστής εξασφαλίζει ότι οι υπάλληλοί του και οποιαδήποτε άλλα φυσικά πρόσωπα των οποίων οι υπηρεσίες τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχό του και εμπλέκονται άμεσα στην παροχή του δείκτη αναφοράς:

α)

διαθέτουν τις αναγκαίες δεξιότητες, τη γνώση και την πείρα για τα καθήκοντα που τους ανατίθενται και υπόκεινται σε αποτελεσματική διαχείριση και εποπτεία·

β)

δεν υπόκεινται σε αθέμιτη επιρροή ή δεν εμπλέκονται σε συγκρούσεις συμφερόντων, η δε αποζημίωση και η αξιολόγηση της απόδοσης των προσώπων αυτών δεν δημιουργούν συγκρούσεις συμφερόντων και δεν θίγουν την ακεραιότητα της διαδικασίας καθορισμού του δείκτη αναφοράς·

γ)

δεν διαθέτουν συμφέροντα ή επιχειρηματικές σχέσεις που διακυβεύουν τις δραστηριότητες του συγκεκριμένου διαχειριστή·

δ)

απαγορεύεται να συνεισφέρουν στον καθορισμό δείκτη αναφοράς μέσω της συμμετοχής σε προσφορές αγοράς, προσφορές πώλησης και συναλλαγές σε προσωπική βάση ή για λογαριασμό παραγόντων της αγοράς, παρά μόνο αν ο συγκεκριμένος τρόπος συνεισφοράς απαιτείται ρητώς στο πλαίσιο της μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς και σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες της· και

ε)

υπόκεινται σε αποτελεσματικές διαδικασίες ελέγχου της ανταλλαγής πληροφοριών με άλλους υπαλλήλους και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα εμπλέκονται σε δραστηριότητες που ενδέχεται να συνεπάγονται κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων ή σε περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές μπορούν να επηρεάσουν τον δείκτη αναφοράς.

8.   Ο διαχειριστής θεσπίζει ειδικές διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας του υπαλλήλου ή του προσώπου που προσδιορίζει τον δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστον της εσωτερικής εξακρίβωσης από τη διοίκηση πριν τη διάδοση του δείκτη αναφοράς.

Άρθρο 5

Απαιτήσεις σχετικά με το καθήκον της εποπτείας

1.   Οι διαχειριστές θεσπίζουν και διατηρούν μόνιμη και αποτελεσματική εποπτική λειτουργία προκειμένου να εξασφαλίζουν την εποπτεία όλων των πτυχών της παροχής των δεικτών αναφοράς τους.

2.   Οι διαχειριστές καταρτίζουν και διατηρούν άρτιες διαδικασίες σχετικά με το καθήκον εποπτείας τους, οι οποίες κοινοποιούνται στις σχετικές αρμόδιες αρχές.

3.   Το καθήκον εποπτείας ασκείται με ακεραιότητα και περιλαμβάνει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, οι οποίες προσαρμόζονται από τον διαχειριστή ανάλογα με την πολυπλοκότητα, τη χρήση και την τρωτότητα του δείκτη αναφοράς:

α)

αναθεώρηση του ορισμού και της μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς·

β)

εποπτεία τυχόν αλλαγών στη μεθοδολογία του δείκτη αναφοράς και δυνατότητα να καλείται ο διαχειριστής σε διαβούλευση σχετικά με τις αλλαγές αυτές·

γ)

εποπτεία του πλαισίου ελέγχου του διαχειριστή, της διαχείρισης και της λειτουργίας του δείκτη αναφοράς και, σε περίπτωση που ο δείκτης αναφοράς βασίζεται σε δεδομένα εισόδου προερχόμενα από συνεισφέροντες, του κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15·

δ)

επανεξέταση και έγκριση των διαδικασιών για την παύση της παροχής του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σχετικών διαβουλεύσεων·

ε)

εποπτεία κάθε τρίτου που συμμετέχει στην παροχή του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων που είναι υπεύθυνοι για τον υπολογισμό ή τη διάδοση·

στ)

αξιολόγηση εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων ή επανεξετάσεων και παρακολούθηση της υλοποίησης των προσδιοριζόμενων διορθωτικών ενεργειών·

ζ)

αν ο δείκτης αναφοράς βασίζεται σε δεδομένα εισόδου από συνεισφέροντες, παρακολούθηση των δεδομένων εισόδου και των συνεισφερόντων, καθώς και των μέτρων που λαμβάνει ο διαχειριστής προκειμένου να αμφισβητήσει ή να επικυρώσει τις συνεισφορές δεδομένων εισόδου·

η)

αν ο δείκτης αναφοράς βασίζεται σε δεδομένα εισόδου από συνεισφέροντες, λήψη αποτελεσματικών μέτρων σε περίπτωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15· και

θ)

αναφορά στις σχετικές αρμόδιες αρχές κάθε κρούσματος ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους συνεισφερόντων, αν ο δείκτης αναφοράς βασίζεται σε δεδομένα εισόδου από συνεισφέροντες, ή διαχειριστών, που γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο της άσκησης του καθήκοντος εποπτείας, καθώς και τυχόν μη φυσιολογικών ή ύποπτων δεδομένων εισόδου.

4.   Το καθήκον εποπτείας ασκείται από χωριστή επιτροπή ή μέσω άλλης κατάλληλης διευθέτησης διακυβέρνησης.

5.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των διαδικασιών σε σχέση με το καθήκον εποπτείας και τα χαρακτηριστικά του καθήκοντος εποπτείας όσον αφορά το περιεχόμενο και τη θέση του στην οργανωτική διάρθρωση του διαχειριστή, ώστε να εξασφαλίζονται η ακεραιότητα του καθήκοντος και η απουσία σύγκρουσης συμφερόντων. Ειδικότερα, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει μη εξαντλητικό κατάλογο κατάλληλων διευθετήσεων διακυβέρνησης όπως ορίζεται στην παράγραφο 4.

Η ΕΑΚΑΑ κάνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων τύπων δεικτών αναφοράς και τομέων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και λαμβάνει υπόψη τις διαφορές όσον αφορά την ιδιοκτησιακή διάρθρωση και τη δομή ελέγχου των διαχειριστών, τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της παροχής του δείκτη αναφοράς, όπως επίσης τον κίνδυνο και τον αντίκτυπο του δείκτη αναφοράς, μεταξύ άλλων υπό το φως της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών σε διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις διακυβέρνησης για τους δείκτες αναφοράς. Ωστόσο, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΚΑΑ δεν καλύπτουν ούτε εφαρμόζονται σε διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως την 1η Απριλίου 2017.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, για τους διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς, σχετικά με τον προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 6

Απαιτήσεις σχετικά με το πλαίσιο ελέγχου

1.   Οι διαχειριστές διαθέτουν πλαίσιο ελέγχου που εξασφαλίζει ότι οι δείκτες αναφοράς τους παρέχονται και δημοσιεύονται ή διατίθενται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Το πλαίσιο ελέγχου είναι ανάλογο με το επίπεδο των συγκρούσεων συμφερόντων που έχουν διαπιστωθεί, τον βαθμό της διακριτικής ευχέρειας στην παροχή του δείκτη αναφοράς και τον χαρακτήρα των δεδομένων εισόδου.

3.   Το πλαίσιο ελέγχου περιλαμβάνει:

α)

διαχείριση του επιχειρησιακού κινδύνου·

β)

κατάλληλη και αποτελεσματική συνέχεια της δραστηριότητας και σχέδια αποκατάστασης σε περίπτωση καταστροφής·

γ)

έκτακτες διαδικασίες που εφαρμόζονται σε περίπτωση διακοπής της διαδικασίας παροχής του δείκτη αναφοράς.

4.   Ο διαχειριστής λαμβάνει μέτρα για:

α)

να εξασφαλίσει ότι οι συνεισφέροντες συμμορφώνονται προς τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15 και προς τα ισχύοντα πρότυπα για τα δεδομένα εισόδου·

β)

την παρακολούθηση των δεδομένων εισόδου, συμπεριλαμβανομένων της παρακολούθησης, στο μέτρο του δυνατού, των δεδομένων εισόδου πριν από τη δημοσίευση του δείκτη αναφοράς και της επικύρωσής τους μετά τη δημοσίευση, προκειμένου να εντοπιστούν σφάλματα και παρατυπίες.

5.   Το πλαίσιο ελέγχου τεκμηριώνεται, αναθεωρείται και επικαιροποιείται καταλλήλως και τίθεται στη διάθεση της αντίστοιχης αρμόδιας αρχής και, κατόπιν αιτήματος, των χρηστών.

Άρθρο 7

Απαιτήσεις σχετικά με το πλαίσιο λογοδοσίας

1.   Ο διαχειριστής διαθέτει πλαίσιο λογοδοσίας που καλύπτει την τήρηση αρχείων, τις διαδικασίες ελέγχων και επανεξέτασης και τη διαδικασία υποβολής καταγγελιών και παρέχει στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Ο διαχειριστής ορίζει εσωτερικό καθήκον με την αναγκαία ικανότητα επανεξέτασης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τη συμμόρφωση του διαχειριστή προς τη μεθοδολογία του δείκτη αναφοράς και τον παρόντα κανονισμό.

3.   Για τους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, ο διαχειριστής ορίζει ανεξάρτητο εξωτερικό ελεγκτή, ο οποίος επανεξετάζει τουλάχιστον σε ετήσια βάση την τήρηση της μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς και του παρόντος κανονισμού από τον διαχειριστή και υποβάλλει σχετική έκθεση.

4.   Κατόπιν αιτήματος της οικείας αρμόδιας αρχής, ο διαχειριστής παρέχει στην οικεία αρμόδια αρχή τα λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις επανεξετάσεις και τις εκθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2. Κατόπιν αιτήματος της οικείας αρμόδιας αρχής ή οποιουδήποτε χρήστη του δείκτη αναφοράς, ο διαχειριστής δημοσιεύει τα λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τους ελέγχους που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 8

Απαιτήσεις σχετικά με την τήρηση αρχείων

1.   Ο διαχειριστής τηρεί αρχεία σχετικά με τα εξής:

α)

όλα τα δεδομένα εισόδου και τη χρήση των δεδομένων αυτών·

β)

τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό ενός δείκτη αναφοράς·

γ)

κάθε άσκηση κρίσης ή διακριτικής ευχέρειας από τον διαχειριστή και, κατά περίπτωση, από αξιολογητές, κατά τον καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένου του πλήρους σκεπτικού στο οποίο βασίζεται η εν λόγω κρίση ή η διακριτική ευχέρεια·

δ)

τη μη συνεκτίμηση τυχόν δεδομένων εισόδου, ιδιαίτερα αν αυτά συμμορφώνονταν προς τις απαιτήσεις της μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς, και το σκεπτικό της μη συνεκτίμησης·

ε)

άλλες αλλαγές ή παρεκκλίσεις από συνήθεις διαδικασίες και μεθοδολογίες, συμπεριλαμβανομένων όσων εκτελούνται κατά τη διάρκεια περιόδων πίεσης ή διαταραχής της αγοράς·

στ)

την ταυτότητα κάθε υποβάλλοντος και φυσικού προσώπου που απασχολείται από τους διαχειριστές για τον καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς·

ζ)

όλα τα έγγραφα που αφορούν οποιαδήποτε καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλει ο καταγγέλλων· και

η)

τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή την ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ οποιουδήποτε προσώπου που απασχολεί ο διαχειριστής και των συνεισφερόντων ή υποβαλλόντων σχετικά με δείκτη αναφοράς.

2.   Ο διαχειριστής τηρεί τα αρχεία που καθορίζονται στην παράγραφο 1 για τουλάχιστον πέντε έτη, σε μορφή που καθιστά δυνατή την αναπαραγωγή και την πλήρη κατανόηση του καθορισμού ενός δείκτη αναφοράς καθώς και τον έλεγχο ή την αξιολόγηση των δεδομένων εισόδου, των υπολογισμών, των κρίσεων και της διακριτικής ευχέρειας. Τα αρχεία των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που καταγράφονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο η) παρέχονται στα εμπλεκόμενα στη συζήτηση ή τη διαβίβαση πρόσωπα κατόπιν αιτήματος και φυλάσσονται για περίοδο τριών ετών.

Άρθρο 9

Μηχανισμός διαχείρισης καταγγελιών

1.   Ο διαχειριστής εφαρμόζει και δημοσιοποιεί διαδικασίες για την παραλαβή, τη διερεύνηση και την τήρηση των αρχείων αναφορικά με υποβληθείσες καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη διαδικασία καθορισμού από τον διαχειριστή των δεικτών αναφοράς.

2.   Ο εν λόγω μηχανισμός υποβολής καταγγελιών διασφαλίζει ότι:

α)

ο διαχειριστής δημοσιοποιεί την πολιτική διαχείρισης καταγγελιών, μέσω της οποίας μπορούν να υποβάλλονται καταγγελίες σχετικά με το κατά πόσο ένας συγκεκριμένος καθορισμός δείκτη αναφοράς είναι αντιπροσωπευτικός της αγοραίας αξίας, σχετικά με προτεινόμενες αλλαγές στη διαδικασία καθορισμού του δείκτη αναφοράς, σχετικά με εφαρμογές της μεθοδολογίας σε σχέση με συγκεκριμένο καθορισμό δείκτη αναφοράς και σχετικά με άλλες αποφάσεις σε σχέση με τη διαδικασία καθορισμού του δείκτη αναφοράς·

β)

οι καταγγελίες διερευνώνται έγκαιρα και αντικειμενικά, το δε αποτέλεσμα της έρευνας κοινοποιείται στον καταγγέλλοντα μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, εκτός αν η κοινοποίησή του θα αντέβαινε σε στόχους δημόσιας πολιτικής ή στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014· και

γ)

η έρευνα διεξάγεται ανεξάρτητα από οποιονδήποτε υπάλληλο που ενδέχεται να εμπλέκεται ή να έχει εμπλακεί στο αντικείμενο της καταγγελίας.

Άρθρο 10

Εξωτερική ανάθεση

1.   Οι διαχειριστές δεν προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση λειτουργιών κατά τη διαδικασία παροχής ενός δείκτη αναφοράς κατά τρόπον που να βλάπτει ουσιωδώς τον έλεγχο του διαχειριστή σε ό,τι αφορά την παροχή του δείκτη αναφοράς ή την ικανότητα της σχετικής αρμόδιας αρχής σχετικά με την εποπτεία του δείκτη αναφοράς.

2.   Όταν ένας διαχειριστής αναθέτει σε πάροχο υπηρεσιών λειτουργίες ή υπηρεσίες και δραστηριότητες σχετικές με την παροχή ενός δείκτη αναφοράς, ο διαχειριστής εξακολουθεί να φέρει την πλήρη ευθύνη της συμμόρφωσής του προς το σύνολο των υποχρεώσεων του διαχειριστή που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

3.   Όταν προβαίνει σε εξωτερική ανάθεση, ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

ο πάροχος των υπηρεσιών διαθέτει την ικανότητα, τα προσόντα και κάθε άδεια που απαιτείται από τη νομοθεσία για την εκτέλεση των καθηκόντων, υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που του έχουν ανατεθεί, με τρόπο αξιόπιστο και επαγγελματικό·

β)

ο διαχειριστής καθιστά διαθέσιμα στη σχετική αρμόδια αρχή την ταυτότητα και τα καθήκοντα του παρόχου υπηρεσιών που συμμετέχει στη διαδικασία καθορισμού δείκτη αναφοράς·

γ)

ο διαχειριστής λαμβάνει κατάλληλα μέτρα αν φαίνεται ότι ο πάροχος υπηρεσιών ενδέχεται να μην εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις·

δ)

ο διαχειριστής διατηρεί την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για την αποτελεσματική εποπτεία των ανατεθέντων καθηκόντων και τη διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση·

ε)

ο πάροχος των υπηρεσιών κοινοποιεί στον διαχειριστή κάθε εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάσει ουσιωδώς την ικανότητά του να εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις·

στ)

ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με την οικεία αρμόδια αρχή σε ό,τι αφορά τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί, ο δε διαχειριστής και η οικεία αρμόδια αρχή έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα δεδομένα σχετικά με τις ανατεθείσες δραστηριότητες, καθώς και στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών, ενώ η οικεία αρμόδια αρχή είναι σε θέση να ασκεί τα εν λόγω δικαιώματα πρόσβασης·

ζ)

ο διαχειριστής είναι σε θέση να τερματίσει τις διευθετήσεις εξωτερικής ανάθεσης, εάν παραστεί ανάγκη·

η)

ο διαχειριστής λαμβάνει εύλογα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης, για την αποφυγή περιττού επιχειρησιακού κινδύνου που σχετίζεται με τη συμμετοχή του παρόχου υπηρεσιών στη διαδικασία καθορισμού δείκτη αναφοράς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δεδομένα εισόδου, μεθοδολογία και αναφορά των παραβάσεων

Άρθρο 11

Δεδομένα εισόδου

1.   Η παροχή ενός δείκτη αναφοράς διέπεται από τις εξής απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τα δεδομένα εισόδου:

α)

τα δεδομένα εισόδου πρέπει να είναι επαρκή ώστε να αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια και αξιοπιστία την αγορά ή την οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς.

Τα δεδομένα εισόδου είναι δεδομένα συναλλαγών, αν υπάρχουν και είναι κατάλληλα. Αν τα δεδομένα συναλλαγών δεν επαρκούν ή δεν είναι κατάλληλα για την ακριβή και αξιόπιστη απεικόνιση της αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς, μπορούν να χρησιμοποιηθούν δεδομένα εισόδου που δεν αφορούν συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων τιμών, ενδεικτικών προσφορών και δεσμευτικών προσφορών τιμής ή άλλων αξιών·

β)

τα δεδομένα εισόδου που αναφέρονται στο στοιχείο α) πρέπει να είναι επαληθεύσιμα·

γ)

ο διαχειριστής καταρτίζει και δημοσιεύει σαφείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους τύπους δεδομένων εισόδου, την προτεραιότητα στη χρήση των διαφόρων δεδομένων εισόδου και την άσκηση κρίσης εμπειρογνώμονα, προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με το στοιχείο α) και τη μεθοδολογία·

δ)

αν ένας δείκτης αναφοράς βασίζεται σε δεδομένα εισόδου από συνεισφέροντες, ο διαχειριστής λαμβάνει, όπου είναι σκόπιμο, τα δεδομένα εισόδου από αξιόπιστη και αντιπροσωπευτική ομάδα ή από δείγμα συνεισφερόντων, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι ο δείκτης αναφοράς που προκύπτει είναι αξιόπιστος και αντιπροσωπευτικός της αγοραίας ή οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται·

ε)

ο διαχειριστής δεν χρησιμοποιεί δεδομένα εισόδου από συνεισφέροντες αν ο διαχειριστής έχει ενδείξεις ότι οι εν λόγω συνεισφέροντες δεν τηρούν τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15 και, σε τέτοιες περιπτώσεις, λαμβάνει αντιπροσωπευτικά δημόσια διαθέσιμα δεδομένα.

2.   Ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι οι έλεγχοί του σχετικά με τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

κριτήρια που καθορίζουν ποιος μπορεί να συνεισφέρει παρέχοντας δεδομένα εισόδου στον διαχειριστή, και διαδικασία επιλογής των συνεισφερόντων·

β)

διαδικασία για την αξιολόγηση των δεδομένων εισόδου του συνεισφέροντα και τη διακοπή της περαιτέρω παροχής δεδομένων εισόδου από αυτόν ή επιβολής άλλων κυρώσεων στον συνεισφέροντα λόγω μη συμμόρφωσης, κατά περίπτωση· και

γ)

διαδικασία επικύρωσης των δεδομένων εισόδου, μεταξύ άλλων με βάση άλλους δείκτες ή άλλα δεδομένα, προκειμένου να εξασφαλίζονται η ακεραιότητα και η ακρίβειά τους.

3.   Σε περίπτωση που τα δεδομένα εισόδου ενός δείκτη αναφοράς παρέχονται από μονάδα διαπραγμάτευσης (front office), ήτοι τμήμα, μονάδα, ομάδα ή υπαλλήλους των συνεισφερόντων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτούς οντότητας που πραγματοποιεί δραστηριότητες τιμολογήσεων, διαπραγμάτευσης, πωλήσεων, διάθεσης στην αγορά, διαφήμισης, προσέλκυσης, διάρθρωσης ή μεσιτείας, ο διαχειριστής:

α)

συγκεντρώνει δεδομένα από άλλες πηγές τα οποία επιβεβαιώνουν τα εν λόγω δεδομένα εισόδου· και

β)

μεριμνά ώστε οι συνεισφέροντες να διαθέτουν κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες εποπτείας και επαλήθευσης.

4.   Σε περίπτωση που διαχειριστής κρίνει ότι τα δεδομένα εισόδου δεν αντιπροσωπεύουν την αγοραία ή την οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς, ο εν λόγω διαχειριστής μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα είτε μεταβάλλει τα δεδομένα εισόδου, τους συνεισφέροντες ή τη μεθοδολογία για να διασφαλίσει ότι τα δεδομένα εισόδου αντιπροσωπεύουν την αγορά ή την οικονομική πραγματικότητα είτε παύει την παροχή του δείκτη αναφοράς.

5.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω πώς θα εξασφαλίζονται η καταλληλότητα και η επαληθευσιμότητα των δεδομένων εισόδου, όπως απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β), καθώς και τις εσωτερικές διαδικασίες εποπτείας και επαλήθευσης ενός συνεισφέροντος για τη διαθεσιμότητα των οποίων πρέπει να μεριμνά ο διαχειριστής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο β), προκειμένου να εξασφαλίσει την ακεραιότητα και την ακρίβεια των δεδομένων εισόδου. Ωστόσο, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΚΑΑ δεν καλύπτουν ούτε εφαρμόζονται σε διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τους διαφορετικούς τύπους δεικτών αναφοράς και τους τομείς που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, τη φύση των δεδομένων εισόδου, τα χαρακτηριστικά της υποκείμενης αγοράς ή οικονομικής πραγματικότητας και την αρχή της αναλογικότητας, την τρωτότητα των δεικτών αναφοράς στην παραποίηση καθώς και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε διεθνές επίπεδο σε σχέση με τους δείκτες αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως την 1η Απριλίου 2017.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, για τους διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς, σχετικά με τον προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Μεθοδολογία

1.   Ο διαχειριστής χρησιμοποιεί μεθοδολογία για τον προσδιορισμό ενός δείκτη αναφοράς η οποία:

α)

είναι άρτια και αξιόπιστη·

β)

διέπεται από σαφείς κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας στο πλαίσιο του καθορισμού του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς·

γ)

είναι αυστηρή και συστηματική και καθιστά δυνατή την επαλήθευση, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι σκόπιμο, εκ των υστέρων ελέγχων με βάση διαθέσιμα δεδομένα συναλλαγών·

δ)

είναι ανθεκτική και διασφαλίζει ότι ο δείκτης αναφοράς μπορεί να υπολογιστεί στο ευρύτερο δυνατό σύνολο πιθανών περιστάσεων χωρίς να περιορίζεται η ακεραιότητά του·

ε)

είναι ανιχνεύσιμη και επαληθεύσιμη.

2.   Κατά την ανάπτυξη της μεθοδολογίας ενός δείκτη αναφοράς, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς:

α)

λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως το μέγεθος και η κανονική ρευστότητα της αγοράς, η διαφάνεια της διαπραγμάτευσης και οι θέσεις των συμμετεχόντων στην αγορά, η συγκέντρωση και η δυναμική της αγοράς και η καταλληλότητα κάθε δείγματος να αντιπροσωπεύει την αγοραία ή οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς·

β)

προσδιορίζει το περιεχόμενο της έννοιας «ενεργός αγορά» για τους σκοπούς του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς· και

γ)

καθορίζει την προτεραιότητα που αποδίδεται στους διάφορους τύπους δεδομένων εισόδου.

3.   Ο διαχειριστής εφαρμόζει σαφές και δημοσιοποιημένο πλαίσιο που ορίζει τις περιστάσεις στις οποίες η ποσότητα ή η ποιότητα των δεδομένων εισόδου δεν πληροί τα πρότυπα που προβλέπονται στη μεθοδολογία για τον ακριβή και αξιόπιστο καθορισμό του δείκτη αναφοράς και περιγράφει εάν και με ποιον τρόπο γίνεται ο υπολογισμός του δείκτη στις εν λόγω περιστάσεις.

Άρθρο 13

Διαφάνεια της μεθοδολογίας

1.   Ο διαχειριστής αναπτύσσει, χειρίζεται και διαχειρίζεται με διαφάνεια τον δείκτη αναφοράς και τη μεθοδολογία του. Για τον σκοπό αυτό, ο διαχειριστής δημοσιεύει ή διαθέτει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα κύρια στοιχεία της μεθοδολογίας που ο διαχειριστής χρησιμοποιεί για καθέναν από τους δείκτες αναφοράς που παρέχονται και δημοσιεύονται ή, κατά περίπτωση, για κάθε οικογένεια δεικτών αναφοράς που παρέχεται και δημοσιεύεται·

β)

τις λεπτομέρειες σχετικά με την εσωτερική επανεξέταση και την έγκριση μιας δεδομένης μεθοδολογίας καθώς και τη συχνότητα της επανεξέτασης αυτής·

γ)

τις διαδικασίες διαβούλευσης για κάθε προτεινόμενη ουσιώδη αλλαγή της μεθοδολογίας του διαχειριστή και το σκεπτικό για τις αλλαγές αυτές, συμπεριλαμβανομένων του ορισμού της έννοιας της ουσιώδους αλλαγής και των περιστάσεων στις οποίες ο διαχειριστής ενημερώνει τους χρήστες σχετικά με οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή.

2.   Οι διαδικασίες που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο γ):

α)

παρέχουν εκ των προτέρων ενημέρωση βάσει σαφούς χρονοδιαγράμματος, η οποία προσφέρει τη δυνατότητα ανάλυσης και διατύπωσης παρατηρήσεων σχετικά με τον αντίκτυπο των προτεινόμενων ουσιωδών αλλαγών· και

β)

προβλέπουν την παροχή πρόσβασης στις παρατηρήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου και στις απαντήσεις που παρέχει ο διαχειριστής στις παρατηρήσεις αυτές, μετά από κάθε διαβούλευση, εκτός αν έχει ζητηθεί η τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των παρατηρήσεων αυτών από το συντάκτη τους.

3.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω καθορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχουν οι διαχειριστές σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, διακρίνοντας μεταξύ των διαφόρων τύπων δεικτών αναφοράς και τομέων όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να δημοσιοποιούνται τα στοιχεία της μεθοδολογίας τα οποία προβλέπουν επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να μπορούν οι χρήστες να κατανοούν πώς παρέχεται ένας δείκτης αναφοράς και να αξιολογούν την αντιπροσωπευτικότητά του, τη σημασία του για κάθε συγκεκριμένο χρήστη και την καταλληλότητά του ως αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα και συμβάσεις, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΚΑΑ δεν καλύπτουν ούτε εφαρμόζονται σε διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως την 1η Απριλίου 2017.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, για τους διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς, σχετικά με τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 14

Αναφορά παραβάσεων

1.   Ο διαχειριστής καθιερώνει κατάλληλα συστήματα και αποτελεσματικούς ελέγχους για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των δεδομένων εισόδου προκειμένου να μπορεί να εντοπίζει και να αναφέρει στην αρμόδια αρχή κάθε συμπεριφορά που ενδέχεται να συνιστά παραποίηση ή απόπειρα παραποίησης ενός δείκτη αναφοράς δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

2.   Ο διαχειριστής παρακολουθεί τα δεδομένα εισόδου και τους συνεισφέροντες προκειμένου να μπορεί να κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες όταν έχει υπόνοιες για συμπεριφορά, σε σχέση με τον δείκτη αναφοράς, που ενδέχεται να ενέχει παραποίηση ή απόπειρα παραποίησης του δείκτη αναφοράς δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, συμπεριλαμβανομένης της αθέμιτης σύμπραξης για τον σκοπό αυτό.

Η αρμόδια αρχή του διαχειριστή διαβιβάζει, αν είναι σκόπιμο, τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

3.   Οι διαχειριστές διαθέτουν διαδικασίες ώστε τα διευθυντικά στελέχη, οι υπάλληλοί τους και τυχόν άλλα φυσικά πρόσωπα οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεσή τους ή υπό τον έλεγχό τους να αναφέρουν σε εσωτερικό επίπεδο τυχόν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Κώδικας δεοντολογίας και απαιτήσεις για τους συνεισφέροντες

Άρθρο 15

Κώδικας δεοντολογίας

1.   Όταν ένας δείκτης αναφοράς βασίζεται σε δεδομένα εισόδου που παρέχονται από συνεισφέροντες, ο διαχειριστής καταρτίζει κώδικα δεοντολογίας για κάθε δείκτη αναφοράς προσδιορίζοντας τις αρμοδιότητες των συνεισφερόντων σε σχέση με τη συνεισφορά δεδομένων εισόδου και μεριμνά ώστε αυτός ο κώδικας δεοντολογίας να είναι σύμφωνος προς τον παρόντα κανονισμό. Ο διαχειριστής επαληθεύει την τήρηση του κώδικα δεοντολογίας από τους συνεισφέροντες σε διαρκή βάση, τουλάχιστον ετησίως και σε περίπτωση αλλαγής του.

2.   Ο κώδικας δεοντολογίας περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

σαφή περιγραφή των δεδομένων εισόδου που πρέπει να παρέχονται και των απαιτήσεων που διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα εισόδου παρέχονται σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 14·

β)

προσδιορισμό των προσώπων που μπορούν να υποβάλλουν δεδομένα εισόδου στον διαχειριστή και τις διαδικασίες αξιολόγησης της ταυτότητας ενός συνεισφέροντα ή των υποβαλλόντων στοιχεία, καθώς και την αδειοδότηση των τελευταίων για να συνεισφέρουν με δεδομένα εισόδου εξ ονόματος του συνεισφέροντος·

γ)

πολιτικές που εξασφαλίζουν ότι οι συνεισφέροντες παρέχουν όλα τα σχετικά δεδομένα εισόδου·

δ)

τα συστήματα και τους ελέγχους που υποχρεούται να καθιερώσει ο συνεισφέρων, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

i)

διαδικασιών για την υποβολή δεδομένων εισόδου, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης του συνεισφέροντα να διευκρινίσει αν πρόκειται για δεδομένα συναλλαγών και αν τα δεδομένα εισόδου ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του διαχειριστή·

ii)

πολιτικών για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας σε ό,τι αφορά την υποβολή δεδομένων εισόδου·

iii)

τυχόν απαιτήσεων για την επικύρωση των δεδομένων εισόδου πριν από την παροχή τους στον διαχειριστή·

iv)

πολιτικών τήρησης αρχείων·

v)

απαιτήσεων αναφοράς ύποπτων δεδομένων εισόδου·

vi)

απαιτήσεων για τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων.

3.   Οι διαχειριστές μπορούν να καταρτίσουν έναν ενιαίο κώδικα δεοντολογίας για κάθε οικογένεια δεικτών αναφοράς που παρέχουν.

4.   Σε περίπτωση που η οικεία αρμόδια αρχή, κατά την άσκηση των εξουσιών που της ανατίθενται με το άρθρο 41, εντοπίσει στοιχεία του κώδικα δεοντολογίας που αντιβαίνουν στον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει σχετικά τον οικείο διαχειριστή. Ο διαχειριστής προσαρμόζει τον κώδικα δεοντολογίας μεριμνώντας για τη συμμόρφωσή του προς τον παρόντα κανονισμό μέσα σε 30 ημέρες από τη σχετική κοινοποίηση.

5.   Μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία εφαρμογής της απόφασης για τη συμπερίληψη δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1, ο διαχειριστής του εν λόγω δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας κοινοποιεί τον κώδικα δεοντολογίας στην οικεία αρμόδια αρχή. Η οικεία αρμόδια αρχή ελέγχει μέσα σε διάστημα 30 ημερών κατά πόσον το περιεχόμενο τον κώδικα δεοντολογίας συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση που η οικεία αρμόδια αρχή εντοπίσει στοιχεία που αντιβαίνουν στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου.

6.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων του κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 για διαφορετικούς τύπους δεικτών αναφοράς, με στόχο τη συνεκτίμηση των εξελίξεων των δεικτών αναφοράς και των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των δεικτών αναφοράς και των συνεισφερόντων ιδίως σε ό,τι αφορά τα δεδομένα εισόδου και τις μεθοδολογίες, τους κινδύνους παραποίησης των δεδομένων εισόδου και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς σε διεθνές επίπεδο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως την 1η Απριλίου 2017.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 16

Απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου για τους εποπτευόμενους συνεισφέροντες

1.   Οι εποπτευόμενοι συνεισφέροντες υπόκεινται στις ακόλουθες απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου:

α)

ο εποπτευόμενος συνεισφέρων διασφαλίζει ότι η παροχή δεδομένων εισόδου δεν επηρεάζεται από υφιστάμενες ή δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων και ότι, στην περίπτωση που απαιτείται άσκηση διακριτικής ευχέρειας, αυτή ασκείται με ανεξάρτητο και έντιμο τρόπο με βάση τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15·

β)

ο εποπτευόμενος συνεισφέρων πρέπει να διαθέτει πλαίσιο ελέγχου για τη διασφάλιση της ακεραιότητας, της ακρίβειας και της αξιοπιστίας των δεδομένων εισόδου και την παροχή των δεδομένων αυτών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15.

2.   Ο εποπτευόμενος συνεισφέρων διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας του συνόλου των δεδομένων εισόδου τα οποία συνεισφέρει στον διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένων:

α)

ελέγχων σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία μπορούν να υποβάλλουν δεδομένα εισόδου σε διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένης, όπου είναι εύλογο, διαδικασίας για την εξακρίβωση από φυσικό πρόσωπο κατέχον θέση ανώτερη του υποβάλλοντος·

β)

κατάλληλης κατάρτισης για τους υποβάλλοντες, που να καλύπτει τουλάχιστον τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

γ)

μέτρων διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων του οργανωτικού διαχωρισμού του προσωπικού, όπου είναι σκόπιμος, και της διερεύνησης τρόπων εξάλειψης τυχόν κινήτρων για παραποίηση δείκτη αναφοράς τα οποία προκύπτουν από πολιτικές σε θέματα αποδοχών·

δ)

της τήρησης αρχείων, για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, των επικοινωνιών σε σχέση με την παροχή δεδομένων εισόδου, όλων των πληροφοριών που χρησιμοποιούνται προκειμένου να μπορέσει ο συνεισφέρων να προβεί σε κάθε συνεισφορά και όλων των υφισταμένων ή δυνητικών συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένου μεταξύ άλλων του ανοίγματος του συνεισφέροντος σε χρηματοπιστωτικά μέσα που βασίζονται στον δείκτη αναφοράς·

ε)

της τήρησης αρχείου των εσωτερικών και των εξωτερικών ελέγχων.

3.   Στην περίπτωση που τα δεδομένα εισόδου βασίζονται σε κρίση εμπειρογνώμονα, οι εποπτευόμενοι συνεισφέροντες καταρτίζουν, πέρα από τα συστήματα και τους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 2, πολιτικές για τον τρόπο χρησιμοποίησης της κρίσης αυτής ή για τον τρόπο άσκησης διακριτικής ευχέρειας και τηρούν αρχεία με το σκεπτικό κάθε τέτοιας κρίσης ή άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Όπου τούτο είναι εύλογο, οι εποπτευόμενοι συνεισφέροντες λαμβάνουν υπόψη τη φύση του δείκτη αναφοράς και των δεδομένων εισόδου.

4.   Ο εποπτευόμενος συνεισφέρων συνεργάζεται πλήρως με τον διαχειριστή και τη σχετική αρμόδια αρχή για τον έλεγχο και την εποπτεία της παροχής ενός δείκτη αναφοράς και διαθέτει τα στοιχεία και τα αρχεία που τηρεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

5.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων περί διακυβέρνησης, συστημάτων, ελέγχων και πολιτικών που καθορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των δεικτών αναφοράς και των εποπτευόμενων συνεισφερόντων, ιδίως σε ό,τι αφορά τις διαφορές στα παρεχόμενα δεδομένα εισόδου και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται, τους κινδύνους παραποίησης των δεδομένων εισόδου και τη φύση των δραστηριοτήτων που επιτελούν οι εποπτευόμενοι συνεισφέροντες, και τις εξελίξεις των δεικτών αναφοράς και των χρηματοπιστωτικών αγορών, στο πλαίσιο της εποπτικής σύγκλισης σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΚΑΑ δεν καλύπτουν ούτε εφαρμόζονται σε εποπτευόμενους συνεισφέροντες των μη σημαντικών δεικτών αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως την 1η Απριλίου 2017.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, για τους εποπτευόμενους διαχειριστές μη σημαντικών δεικτών αναφοράς, σε σχέση με τον προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ΔΕΙΚΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δείκτες αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων

Άρθρο 17

Δείκτες αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων

1.   Το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε), το άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 14 παράγραφοι 1 και 2 και τα άρθρα 15 και 16 δεν εφαρμόζονται στην παροχή δεικτών αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων και στη συνεισφορά σε αυτούς. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται στην παροχή δεικτών αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων σε σχέση με δεδομένα εισόδου που συνεισφέρονται εξολοκλήρου και άμεσα κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 24.

2.   Για τους δείκτες αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων που χρησιμοποιούνται άμεσα ή έμμεσα στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων συνολικής αξίας έως 500 δισεκατ. EUR στη βάση όλου του φάσματος ληκτοτήτων ή διαρκειών ισχύος του δείκτη αναφοράς, όπου έχει εφαρμογή, τα άρθρα 24 και 25 ή το άρθρο 26 εφαρμόζονται στην παροχή δεικτών αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων και τη συνεισφορά σε αυτούς, κατά περίπτωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δείκτες αναφοράς επιτοκίων

Άρθρο 18

Δείκτες αναφοράς επιτοκίων

Οι ειδικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα I εφαρμόζονται στην παροχή δεικτών αναφοράς επιτοκίων και στη συνεισφορά σε αυτούς επιπλέον ή εναλλακτικά προς τις απαιτήσεις του τίτλου II.

Τα άρθρα 24, 25 και 26 δεν έχουν εφαρμογή στην παροχή δεικτών αναφοράς επιτοκίων και στη συνεισφορά σε αυτούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δείκτες αναφοράς βασικών προϊόντων

Άρθρο 19

Δείκτες αναφοράς βασικών προϊόντων

1.   Οι ειδικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα II εφαρμόζονται αντί των απαιτήσεων του τίτλου II, με εξαίρεση το άρθρο 10, για την παροχή δεικτών αναφοράς βασικών προϊόντων και τη συνεισφορά σε αυτούς, εκτός αν ο εν λόγω δείκτης αναφοράς είναι δείκτης αναφοράς ρυθμιζόμενων δεδομένων ή βασίζεται στην υποβολή στοιχείων από συνεισφέροντες που είναι στην πλειονότητά τους εποπτευόμενες οντότητες.

Τα άρθρα 24, 25 και 26 δεν έχουν εφαρμογή στην παροχή δεικτών αναφοράς βασικών προϊόντων και στη συνεισφορά σε αυτούς.

2.   Αν ένας δείκτης αναφοράς βασικού προϊόντος είναι δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας και το υποκείμενο προϊόν είναι χρυσός, άργυρος ή λευκόχρυσος, αντί του παραρτήματος II εφαρμόζονται οι απαιτήσεις του τίτλου II.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας

Άρθρο 20

Δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας

1.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2, για την κατάρτιση και την αναθεώρηση τουλάχιστον ανά διετία καταλόγου δεικτών αναφοράς παρεχόμενων από διαχειριστές ευρισκόμενους εντός της Ένωσης, που είναι κρίσιμης σημασίας, εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο δείκτης αναφοράς χρησιμοποιείται άμεσα ή έμμεσα στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, συνολικής αξίας τουλάχιστον 500 δισεκατ. EUR στη βάση όλου του φάσματος ληκτοτήτων ή διαρκειών ισχύος του δείκτη αναφοράς, όπου έχει εφαρμογή·

β)

ο δείκτης αναφοράς βασίζεται στην υποβολή δεδομένων από συνεισφέροντες που βρίσκονται στην πλειονότητά τους σε ένα κράτος μέλος και αναγνωρίζεται ως κρίσιμης σημασίας στο συγκεκριμένο κράτος μέλος σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου·

γ)

ο δείκτης αναφοράς πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

ο δείκτης αναφοράς χρησιμοποιείται άμεσα ή έμμεσα στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων συνολικής αξίας τουλάχιστον 400 δισεκατ. EUR στη βάση όλου του φάσματος ληκτοτήτων ή διαρκειών ισχύος του δείκτη αναφοράς, όπου έχει εφαρμογή, η οποία όμως δεν υπερβαίνει την αξία που καθορίζεται στο στοιχείο α)·

ii)

δεν υπάρχουν ή υπάρχουν ελάχιστα κατάλληλα αγορακεντρικά υποκατάστατα για τον δείκτη αναφοράς·

iii)

στην περίπτωση που, αν ο δείκτης αναφοράς έπαυε να παρέχεται ή παρεχόταν στη βάση δεδομένων εισόδου που δεν είναι πλέον πλήρως αντιπροσωπευτικά για την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα ή στη βάση αναξιόπιστων δεδομένων εισόδου, θα υπήρχε σημαντικός αρνητικός αντίκτυπος στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

Αν ο δείκτης αναφοράς πληροί τα κριτήρια του στοιχείου γ) σημεία ii) και iii) αλλά δεν πληροί το κριτήριο του στοιχείου γ) σημείο i), οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο διαχειριστής μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο εν λόγω δείκτης αναφοράς θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κρίσιμης σημασίας δυνάμει του παρόντος εδαφίου. Σε κάθε περίπτωση, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή έρχεται σε διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή αποφασίζει εάν ο δείκτης αναφοράς θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κρίσιμης σημασίας δυνάμει του παρόντος εδαφίου, συνεκτιμώντας τους λόγους της διαφωνίας. Οι αρμόδιες αρχές, ή, σε περίπτωση διαφωνίας, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή διαβιβάζει την αξιολόγηση στην Επιτροπή. Μετά την παραλαβή της αξιολόγησης, η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Επιπλέον, σε περίπτωση διαφωνίας, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή διαβιβάζει την αξιολόγησή της στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να εκδώσει γνώμη.

2.   Αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) θεωρεί ότι ένας διαχειριστής που βρίσκεται υπό την εποπτεία της παρέχει έναν δείκτη αναφοράς που θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κρίσιμος, ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ και της διαβιβάζει τεκμηριωμένη αξιολόγηση.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, η αρμόδια αρχή αξιολογεί κατά πόσον η παύση της παροχής του δείκτη ή η παροχή του στη βάση δεδομένων εισόδου ή ομάδας συνεισφερόντων που δεν αντιπροσωπεύουν πλέον την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στο κράτος μέλος της. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη στην αξιολόγησή της τα ακόλουθα:

α)

την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων και των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς και την αξία των επενδυτικών κεφαλαίων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς για τη μέτρηση της απόδοσής τους εντός του κράτους μέλους και τη σημασία τους σε σχέση με τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων και των τρεχουσών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων και τη συνολική αξία των επενδυτικών κεφαλαίων στο κράτος μέλος·

β)

την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων και των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς και την αξία των επενδυτικών κεφαλαίων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς για τη μέτρηση της απόδοσής τους εντός του κράτους μέλους και τη σημασία τους ως προς το ακαθάριστο εθνικό προϊόν του κράτους μέλους·

γ)

κάθε άλλο αριθμητικό στοιχείο για την αντικειμενική αξιολόγηση του δυνητικού αντίκτυπου που θα είχε η παύση ή η αναξιοπιστία του δείκτη αναφοράς στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στο κράτος μέλος.

Η αρμόδια αρχή επανεξετάζει την αξιολόγησή της όσον αφορά την κρίσιμη σημασία του δείκτη αναφοράς τουλάχιστον ανά διετία και κοινοποιεί και διαβιβάζει τη νέα αξιολόγηση στην ΕΑΚΑΑ.

4.   Μέσα σε έξι εβδομάδες από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σχετικά με το αν η αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 και διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στην Επιτροπή μαζί με την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής.

5.   Η Επιτροπή, αφού παραλάβει τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4, θεσπίζει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1.

6.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49, προκειμένου:

α)

να καθορίζει τον τρόπο αξιολόγησης του ονομαστικού ποσού χρηματοπιστωτικών μέσων άλλων από τα παράγωγα, του ονομαστικού ποσού των παραγώγων και της καθαρής αξίας ενεργητικού των επενδυτικών κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης έμμεσης σύνδεσης με δείκτη αναφοράς στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς, προκειμένου να συγκριθούν με τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β)

να επανεξετάζει τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των κατώτατων ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπό το φως των εξελίξεων στην αγορά, της πορείας των τιμών και των ρυθμιστικών εξελίξεων, καθώς και την καταλληλότητα της κατάταξης δεικτών αναφοράς με συνολική αξία σε αναφερόμενα στον δείκτη χρηματοπιστωτικά μέσα, χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή επενδυτικά κεφάλαια κοντά στο κατώτατο όριο· η επανεξέταση αυτή πραγματοποιείται τουλάχιστον ανά διετία από την 1η Ιανουαρίου 2018·

γ)

να καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής των κριτηρίων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) σημείο iii) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα που συμβάλλουν στην αντικειμενική εκτίμηση του δυνητικού αντίκτυπου της παύσης ή της αναξιοπιστίας του δείκτη αναφοράς στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

Όπου έχει εφαρμογή, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις σχετικές εξελίξεις στην αγορά ή στην τεχνολογία.

Άρθρο 21

Υποχρεωτική διαχείριση δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας

1.   Αν ένας διαχειριστής δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας σκοπεύει να παύσει να παρέχει τον συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς, ο διαχειριστής:

α)

ενημερώνει πάραυτα την αρμόδια αρχή· και

β)

εντός τεσσάρων εβδομάδων από την ανωτέρω ενημέρωση υποβάλλει αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο ο δείκτης αναφοράς:

i)

πρόκειται να μεταβιβαστεί σε νέο διαχειριστή· ή

ii)

πρόκειται να παύσει να παρέχεται, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία που καθιερώνεται με το άρθρο 28 παράγραφος 1.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ο διαχειριστής δεν παύει την παροχή του δείκτη αναφοράς.

2.   Κατόπιν παραλαβής της αξιολόγησης του διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή:

α)

ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και, όπου έχει εφαρμογή, το συλλογικό όργανο που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 46· και

β)

προβαίνει μέσα σε τέσσερις εβδομάδες σε δική της αξιολόγηση όσον αφορά τον τρόπο μεταβίβασης του δείκτη αναφοράς σε νέο διαχειριστή ή παύσης της παροχής του δείκτη, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία που καθιερώνεται με το άρθρο 28 παράγραφος 1.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου ο διαχειριστής δεν παύει την παροχή του δείκτη αναφοράς χωρίς τη γραπτή συναίνεση της αρμόδια αρχής.

3.   Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της παραγράφου 2 στοιχείο β), η αρμόδια αρχή έχει την εξουσία να επιβάλει στον διαχειριστή να συνεχίσει να δημοσιεύει τον δείκτη αναφοράς έως ότου:

α)

μεταβιβαστεί η παροχή του δείκτη αναφοράς σε νέο διαχειριστή·

β)

καταστεί δυνατή η παύση της παροχής του δείκτη αναφοράς με συντεταγμένο τρόπο· ή

γ)

ο δείκτης αναφοράς να μην είναι πλέον κρίσιμης σημασίας.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η περίοδος κατά την οποία η αρμόδια αρχή μπορεί να υποχρεώσει τον διαχειριστή να συνεχίσει να δημοσιεύει τον δείκτη αναφοράς δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.

Έως το τέλος της περιόδου αυτής η αρμόδια αρχή επανεξετάζει την απόφασή της να υποχρεώσει τον διαχειριστή να συνεχίσει να δημοσιεύει τον δείκτη αναφοράς και μπορεί, όταν είναι αναγκαίο, να παρατείνει τη χρονική περίοδο για κατάλληλο διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 ακόμα μήνες. Η μέγιστη περίοδος υποχρεωτικής διαχείρισης δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες συνολικά.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, σε περίπτωση εκκαθάρισης του διαχειριστή δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας λόγω διαδικασιών αφερεγγυότητας, η αρμόδια αρχή αξιολογεί αν και με ποιον τρόπο ο δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας μπορεί να μεταβιβαστεί σε νέο διαχειριστή ή να πάψει να παρέχεται με συντεταγμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1.

Άρθρο 22

Περιορισμός της ισχύος των διαχειριστών δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας στην αγορά

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου περί ανταγωνισμού, κατά την παροχή δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας ο διαχειριστής προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι άδειες και οι πληροφορίες για τον δείκτη αναφοράς παρέχονται σε όλους τους χρήστες σε δίκαιη, εύλογη, διαφανή και αμερόληπτη βάση.

Άρθρο 23

Υποχρεωτική συνεισφορά σε δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας

1.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας με βάση στοιχεία υποβαλλόμενα από συνεισφέροντες που είναι στην πλειονότητά τους εποπτευόμενες οντότητες.

2.   Οι διαχειριστές ενός ή περισσοτέρων δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας υποβάλλουν ανά διετία στην αρμόδια αρχή τους αξιολόγηση της ικανότητας κάθε δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας που παρέχουν για τη μέτρηση της υποκείμενης αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας.

3.   Αν ένας εποπτευόμενος συνεισφέρων σε δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας προτίθεται να παύσει να συνεισφέρει με δεδομένα εισόδου, κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή εγγράφως στον διαχειριστή του δείκτη αναφοράς, ο οποίος πληροφορεί πάραυτα την αρμόδια αρχή του. Αν ο εποπτευόμενος συνεισφέρων βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του εν λόγω συνεισφέροντος. Ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του αξιολόγηση των συνεπειών για την ικανότητα του δείκτη αναφοράς να μετρά την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα το συντομότερο δυνατόν αλλά όχι αργότερα από 14 ημέρες μετά την κοινοποίηση του εποπτευόμενου συνεισφέροντος.

4.   Μόλις λάβει την αξιολόγηση του διαχειριστή δείκτη αναφοράς που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου και με βάση την αξιολόγηση αυτή, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ και, όπου έχει εφαρμογή, το συλλογικό όργανο που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 46, και προβαίνει σε ιδία αξιολόγηση της ικανότητας του δείκτη αναφοράς να μετρά την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία του διαχειριστή για την παύση του δείκτη αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1.

5.   Από την ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε στην αρμόδια αρχή του διαχειριστή η πρόθεση των συνεισφερόντων να παύσουν να συνεισφέρουν δεδομένα εισόδου και έως ότου ολοκληρώσει την αξιολόγησή της σύμφωνα με την παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή έχει την εξουσία να απαιτεί από τους συνεισφέροντες που προέβησαν στην κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 3 να συνεχίσουν να συνεισφέρουν με δεδομένα εισόδου, σε κάθε περίπτωση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες, χωρίς να επιβάλει στις εποπτευόμενες οντότητες υποχρέωση διαπραγμάτευσης ή δέσμευσης για διαπραγμάτευση.

6.   Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή, μετά την περίοδο που καθορίζεται στην παράγραφο 5 και με βάση την ιδία αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, θεωρεί ότι διακυβεύεται η αντιπροσωπευτικότητα δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, έχει την εξουσία:

α)

να απαιτεί από τις εποπτευόμενες οντότητες που επιλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων οντοτήτων που δεν συνεισφέρουν ήδη στον συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, να συνεισφέρουν με δεδομένα εισόδου στον διαχειριστή σύμφωνα με τη μεθοδολογία του, τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15 και άλλους κανόνες. Η απαίτηση αυτή τίθεται σε ισχύ για κατάλληλη χρονική περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η αρχική απόφαση για υποχρεωτική συνεισφορά δυνάμει της παραγράφου 5 ή, για εκείνες τις οντότητες που δεν συνεισφέρουν ακόμα, από την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση για υποχρεωτική συνεισφορά δυνάμει του παρόντος στοιχείου·

β)

να παρατείνει την περίοδο υποχρεωτικής συνεισφοράς κατά κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες, κατόπιν επανεξέτασης σύμφωνα με την παράγραφο 9 τυχόν μέτρων που ελήφθησαν δυνάμει του στοιχείου α) της παρούσας παραγράφου·

γ)

να καθορίζει τη μορφή με την οποία παρέχονται τα δεδομένα εισόδου και την προθεσμία συνεισφοράς τους, χωρίς να επιβάλλει υποχρέωση διαπραγμάτευσης ή δέσμευσης διαπραγμάτευσης στις εποπτευόμενες οντότητες·

δ)

να απαιτεί από τον διαχειριστή να τροποποιεί τη μεθοδολογία, τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 15 ή άλλους κανόνες του δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας.

Η μέγιστη περίοδος υποχρεωτικής συνεισφοράς δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχεία α) και β) δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες συνολικά.

7.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 6, οι εποπτευόμενες οντότητες που υποχρεούνται να συνεισφέρουν δεδομένα εισόδου επιλέγονται από την αρμόδια αρχή του διαχειριστή, σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των εποπτευόμενων οντοτήτων, βάσει του μεγέθους της πραγματικής και της δυνητικής συμμετοχής της εποπτευόμενης οντότητας στην αγορά που ο δείκτης αναφοράς επιδιώκει να μετρήσει.

8.   Η αρμόδια αρχή ενός εποπτευόμενου συνεισφέροντα ο οποίος υποχρεώθηκε να συνεισφέρει σε δείκτη αναφοράς μέσω της λήψης μέτρων δυνάμει της παραγράφου 6 στοιχείο α), β) ή γ) συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή του διαχειριστή στην επιβολή των εν λόγω μέτρων.

9.   Έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η αρμόδια αρχή του διαχειριστή επανεξετάζει τα μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει της παραγράφου 6. Ανακαλεί οποιοδήποτε από αυτά για το οποίο κρίνει ότι:

α)

είναι πιθανό οι συνεισφέροντες να εξακολουθήσουν να συνεισφέρουν δεδομένα εισόδου για τουλάχιστον ένα έτος σε περίπτωση ανάκλησης του μέτρου, γεγονός που αποδεικνύεται τουλάχιστον με:

i)

γραπτή δέσμευση από τους συνεισφέροντες προς τον διαχειριστή και την αρμόδια αρχή για τη συ