ΑΠ 1719/2010

Η απαίτηση του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, όμως τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας, το επίδομα άδειας και η πρόσθετη αποζημίωση εξ 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου επί μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.

22 Δεκ 2010

Taxheaven.gr



Περίληψη:
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοοος κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη. Αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή.
Από την απόφαση σαφώς προκύπτει, 1) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και 2) η παραδοχή της απόφασης η οποία αναφέρεται στην εξ αρχής εγκυροποίηση της σύμβασης εργασίας, από την απόκτηση της παραπάνω άδειας, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Η απαίτηση του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, όμως τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας, το επίδομα άδειας και η πρόσθετη αποζημίωση εξ 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου επί μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.




ΑΠ 1719/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιτσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ.Α.Λ. ΤΣΑΚΙΡΗ ΟΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΑΛΜΑ", που εδρεύει στο 17ο χλμ. της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, κατοίκου 17ου χλμ. οδού ..., για την ίδια ατομικά και σαν ομόρρυθμο μέλος της παραπάνω εταιρίας, 3) Ψ3, κατοίκου 17ου χλμ. οδού ..., για την ίδια ατομικά και σαν ομόρρυθμο μέλος της παραπάνω εταιρίας, 4) Ψ4, κατοίκου 17ου χλμ. οδού ..., για την ίδια ατομικά και σαν ομόρρυθμο μέλος της παραπάνω εταιρίας και 5) Ψ5, κατοίκου .... Οι 1η, 3η, 4η και 5ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Δοξάκη. Η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3909/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1151/2008 του Εφετείου Θεσ/νίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθμ. ..., του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 2-3-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-10-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω, νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση της, αυτή δεν εμφανίσθηκε ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν.2112/1920 και 3 παρ.2 του Π.Δ. 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977) προκύπτει, ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι είναι αλλοδαπός υπήκοος και ότι στις 12-6-1992 προσλήφθηκε από τον πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους, που τότε ασκούσε ατομική ξενοδοχειακή επιχείρηση στο 17° χιλιόμετρο της οδού ... με τον τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ...", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρηση του ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός-σερβιτόρος-βοηθός μάγειρα, έναντι των εκάστοτε νομίμων αποδοχών του. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πέμπτου αναιρεσίβλητου με τους παραπάνω όρους και συνθήκες μέχρι τις 15-10-1993, οπότε προήχθη και εργάστηκε ως ξενοδοχοϋπάλληλος - ρεσεψιονίστ, έναντι των εκάστοτε νομίμων αποδοχών του, μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1997, που οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους, θυγατέρες του πέμπτου, συνέστησαν μεταξύ τους την πρώτη αναιρεσίβλητη, ομόρρυθμη εταιρία, η οποία διαδέχθηκε τον πέμπτο στην άσκηση της παραπάνω επιχείρησης του και έτσι η τελευταία περιήλθε σ' αυτήν. Ότι συνέχισε να απασχολείται στην ως άνω ξενοδοχειακή μονάδα και μετά τη διαδοχή του εργοδότη του, με τους ίδιους όρους και συνθήκες μέχρι τις 6-8-2002, οπότε η εργοδότιδα του εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων, εργάστηκε αντί του νομίμου πενθημέρου επί 7 ημέρες την εβδομάδα, κατά τις ώρες που ειδικότερα προσδιορίζει, χωρίς να του χορηγείται ημέρα ανάπαυσης, πραγματοποιώντας υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία, νυκτερινή εργασία, εργασία έκτης ημέρας και εργασία Κυριακών και αργιών, την αμοιβή των οποίων δεν του κατέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι. Ότι οι τελευταίοι του .κατέβαλαν μειωμένες αποδοχές, ενώ δεν του κατέβαλαν τις αποδοχές και το επίδομα άδειας, καθώς και τα δώρα εορτών. Ότι, ενώ είχε εφοδιαστεί με νόμιμη άδεια εργασίας η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, γιατί απασχολήθηκε σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς να είναι κάτοχος βιβλιαρίου υγείας νόμιμα θεωρημένου, με αποτέλεσμα να συνδέεται με τον εκάστοτε εργοδότη του με απλή σχέση εργασίας. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, επικαλούμενος τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρο, να του καταβάλουν το ποσό των 62.900 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3909/2007 απόφαση του, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση, παραπονούμενοι μεταξύ των άλλων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι με το περιεχόμενο και το αίτημα που προαναφέρθηκε η αγωγή είναι μη νόμιμη, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή του ως εργοδότη από την παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, δηλαδή μετά τις 10-10-1997, γιατί αυτός παρέμεινε και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης του υπεύθυνος εις ολόκληρο με τη διάδοχο του, μόνον για τις αξιώσεις που γεννήθηκαν από τη σύμβαση εργασίας μέχρι το χρόνο της διαδοχής, ενόψει δε του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή και κατά το ανωτέρω αίτημα της και οι εναγόμενοι είχαν προβάλλει και τον παραπάνω λόγο εφέσεως, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, εξαφάνισε την απόφαση εκείνη κατά την αντίστοιχη διάταξη της και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη κατά το μέρος αυτό, ως προς τον πέμπτο εναγόμενο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ. είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μη έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν.δ. 1828/1942 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της ισχυούσης περί προσωπικού ξενοδοχείων ύπνου νομοθεσίας", ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Το άρθρο 1 του υπ' αριθ. 1180/1942 ν.δ. αντικαθίσταται δια των εξής: 1.Στα ξενοδοχεία ύπνου το εργαζόμενο προσωπικό διακρίνεται: α) σε προσωπικό διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως, β) σε κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό και γ) σε τεχνικό και βοηθητικό τοιούτον. Το προσωπικό της διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως περιλαμβάνει τους διευθυντές υποδιευθυντές, γραμματείς, λογιστές, αλληλογράφους ταμίες, διερμηνείς, τηλεφωνητές, οικονόμους και διαχειριστές. Στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό υπάγονται, οι αρχιθυρωροί, αρχιθαλαμηπόλοι, θυρωροί, νυχτοθυρωροί, επόπτριες θαλαμηπόλοι και βοηθοί αύρων, σαλογιέριδες, ιματιοφύλακες, γκρουμ, εξωτερικοί υπάλληλοι, επόπτες ταχυδρομείου, φροντιστές αποθηκάριοι, αρχιτραπεζιέρηδες, τραπεζιέρηδες, μπάρμαν, μπουφετζήδες, μάγειροι και ζαχαροπλάστες. Στο τεχνικό προσωπικό υπάγονται άπαντες οι εργαζόμενοι σε καθαρώς τεχνικές εργασίες (ταπετσιέρηδες, θερμαστές, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ξυλουργοί, χρωματιστές κλπ.), εις δε το βοηθητικό οι εργάτες αποσκευών, φύλακες, πλύντριες, σιδερώτριες και το βοηθητικό προσωπικό των διαμερισμάτων και των μαγειρείων και ζαχαροπλαστείων. Περαιτέρω το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1077/1980 "περί απασχολήσεως και μετεκπαιδεύσεως μισθωτών τουριστικών επιχειρήσεων" ορίζει ότι "η πρόσληψις ή η απασχόλησις μισθωτού εις ξενοδοχειακός επιχειρήσεις, εις θέσιν του κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού, κατά την έννοια του όρθρου 1 α.ν. 394/1936 "περί χαρακτηρισμού και όρων εργασίας προσωπικού ξενοδοχείων" ή ως βοηθού ή κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού ή βοηθού μαγείρων και ζαχαροπλαστών ή ως εργάτου αποσκευών ή πλύντου ή σιδερωτού ή εις θέσιν του επικουρικού προσωπικού του μαγειρείου ή ζαχαροπλαστείου του ξενοδοχείου, επιτρέπεται εφ' όσον: α) δεν πάσχει εκ μεταδοτικής ή μολυσματικής νόσου και β) δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως επί απάτη...". Ακολούθως τα μεν άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπουν τον εφοδιασμό, πριν από την πρόσληψη του εργαζόμενου σε μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 θέσεις με βιβλιάριο εργασίας που εκδίδει η οικεία τοπική υπηρεσία Ο.Α.Ε.Δ. μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία συνοδεύεται από το βιβλιάριο υγείας του και απόσπασμα του ποινικού μητρώου, το δε άρθρο 2 παρ. 3 του αυτού νόμου προσδιορίζει τη δυνατότητα του καθορισμού με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υπηρεσιών ενιαίου βιβλιαρίου, το οποίο περιλαμβάνει το κατ1 άρθρο 5 του προαναφερομένου νόμου βιβλιάριο εργασίας και το βιβλιάριο υγείας από τις εκάστοτε εκδιδόμενες υγειονομικές διατάξεις με βάση εκείνες του α. ν. 2520/1940. Η 40073/1981 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του ν. 1077/1980 ορίζει ότι "1.Καθιερώνουμε ενιαίο βιβλιάριο εργασίας και υγείας μισθωτών ξενοδοχείων, στο οποίο περιλαμβάνονται το βιβλιάριο εργασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 1077/1980 και το βιβλιάριο υγείας που προβλέπεται από τις εκάστοτε υγειονομικές διατάξεις, οι οποίες εκδίδονται βάσει των διατάξεων του α. ν. 2520/1940. 2.Στο ενιαίο αυτό βιβλιάριο οι ιατρικές πιστοποιήσεις είναι εκείνες που προβλέπονται από τις εκάστοτε υγειονομικές διατάξεις για το βιβλιάριο υγείας και πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο κάτοχος του δεν πάσχει από μεταδοτική ή μολυσματική νόσο. 3.Με το ενιαίο αυτό βιβλιάριο θα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι μετά την 2 Ιουνίου 1981 όλοι οι μισθωτοί ξενοδοχείων ολόκληρης της χώρας, οι οποίοι απασχολούνται σε θέσεις του κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού, κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν. 394/1936, ή ως βοηθοί ή μαθητευόμενοι του κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού ή βοηθοί μαγείρων ή ζαχαροπλαστών ή ως εργάτες αποσκευών ή πλύντες ή σιδερωτές ή σε θέσεις του επικουρικού προσωπικού του μαγειρείου ή ζαχαροπλαστείου του ξενοδοχείου. 4.Από την υποχρέωση εφοδιασμού με το ενιαίο αυτό βιβλιάριο, εξαιρούνται: α) Οι επιχειρηματίες ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και τα μέλη της οικογενείας τους που απασχολούνται στην ξενοδοχειακή τους επιχείρηση αλλά όχι σαν μισθωτοί β) οι μισθωτοί ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οι οποίοι απασχολούνται σε θέσεις του ξενοδοχείου άλλες από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 της ΑΙΒ/11261 της 14.12.1981/8.2.1982 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α. ν. 2520/1940 και Π.Δ 544/1977 και ίσχυε μέχρι τις 23.9.1983, αλλά και κατά το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία αντικατέστησε την πρώτη απόφαση και ισχύει έκτοτε, όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων-ποτών είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία εστιατόρια, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντες τις υπηρεσίας τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχος του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα σύφιλη κλπ) και να υποβάλλονται σε επανεξέταση και θεωρούν το εν λόγω βιβλιάριο μετά πάροδο έτους από την ημερομηνία εκδόσεως του ή την τελευταία θεώρηση του νωρίτερα αν αυτό κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία απαραίτητο. Από τις διατάξεις αυτές όμως σαφώς προκύπτει ότι με βιβλιάρια υγείας πρέπει να εφοδιάζονται όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεση τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με το χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθούν στον τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα των οποίων είναι φορείς. Η γενόμενη σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας ή που είναι εφοδιασμένος αλλά παρέλειψε να το θεωρήσει είναι άκυρη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις. Εξάλλου, από το άρθρο 23 § 1 του ν. 1975/1991, που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή, προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής σύμβασης παρέχει την εργασία στον εργοδότη δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ για απόδοση της ωφελείας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Τέλος, κατά το άρθρο 183 § 1 του ΑΚ, επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτιση της, δηλ. αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων τω όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεως της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της § 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλ. η επικύρωση άκυρης ενοχικής συμβάσεως έχει σε περίπτωση αμφιβολίας αναδρομικά αποτελέσματα. Κατά της διατάξεις αυτές απαιτείται, συνεπώς, για την επικύρωση άκυρης συμβάσεως νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Η για την επικύρωση δήλωση βουλήσεως των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης, λόγω ελλείψεως αρχικά της ως άνω άδειας εργασίας ή του ως άνω πιστοποιητικού υγείας, συμβάσεως εργασίας των ως άνω μισθωτών εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών αυτών από τον εργοδότη τελούντα εν γνώσει της αποκτήσεως μεταγενεστέρως του πιστοποιητικού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι ο πέμπτος εναγόμενος διατηρούσε και εκμεταλλευόταν ατομική ξενοδοχειακή επιχείρηση στο 17ο χιλιόμετρο της οδού ..., με τον τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ...". Για τις ανάγκες της επιχείρηση του αυτής προσέλαβε τον ενάγοντα, Αλβανό υπήκοο, ηλικίας τότε δεκαπέντε (15) ετών, στις 27-8-1992, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει στο ξενοδοχείο του ως εργάτη γενικών καθηκόντων-κηπουρό, έναντι των εκάστοτε συμφωνημένων ημερησίων αποδοχών του. Σε εκτέλεση της σύβασης αυτής ο ενάγων, που μόλις είχε έλθει στην Ελλάδα από την Αλβανία και δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, από την πρόσληψη του μέχρι 9-10-1997, απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πέμπτου εναγομένου, ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός, απασχολούμενος με τη γενική καθαριότητα του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου και την περιποίηση των φυτών του, διαμένοντας σε δωμάτιο του ξενοδοχείου που του παραχώρησε ο εργοδότης του. Από τις 10-10-1997 που η επιχείρηση του πέμπτου εναγομένου μεταβιβάστηκε ως σύνολο στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, μέλη της οποίας είναι η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, θυγατέρες του πέμπτου εναγομένου, η οποία υπεισήλθε στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και έκτοτε κατέστη εργοδότρια του, ο ενάγων τοποθετήθηκε από αυτήν και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο της κυρίως ως ρεσεψιονίστ αλλά και όποτε αυτό ήταν αναγκαίο ως σερβιτόρος. Μετά την απασχόληση του επί πέντε έτη στην επιχείρηση των εναγομένων, αφού συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ηλικίας του και έμαθε να ομιλεί την ελληνική γλώσσα, οι εναγόμενοι μετά την διαδοχή του εργοδότη του, ανέθεσαν σ' αυτόν καθήκοντα νυχτερινού ρεσεψιονίστ. Από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων εργάστηκε όλες τις ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση, απασχολούμενος με τις εργασίες του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου που προαναφέρθηκαν, ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη του. Συγκεκριμένα εργάστηκε από τις 08.00 έως τις 14.00 και στη συνέχεια, μετά από μεσημβρινή ανάπαυση, από τις 18.00 έως τις 22.00, δηλαδή επί 10 ώρες ημερησίως. Στη συνέχεια, με τη διαδοχή του εργοδότη του από 11-10-1997 και μέχρι την 30η Απριλίου 2001 απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο ως ρεσεψιονίστ, εργαζόμενος από 02.00 έως 12.00, ήτοι επί δέκα ώρες ημερησίως, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Ακολούθως άλλαξε το ωράριο εργασίας του και από 1-5-2001 μέχρι 30-9-2001 εργάστηκε ως νυχτερινός ρεσεψιονίστ από 00.00 έως 08.00, απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Στη συνέχεια, από 1-10-2001 εργάστηκε ως ημερήσιος ρεσεψιονίστ και σερβιτόρος από τις 08.00 έως τις 16.00 απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μέχρι τις 6 Αυγούστου 2002, οπότε η εργοδότιδά του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση του. Επίσης δεν του κατέβαλε την αμοιβή και προσαύξηση της υπερεργασίας και της παράνομης χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής υπερωριακής εργασίας που πραγματοποίησε, την αποζημίωση του για την εργασία της έκτης και της έβδομης ημέρας της εβδομάδας, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα δώρων εορτών, ενώ του κατέβαλε μειωμένες τις νόμιμες αποδοχές του. Μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2.000 ο ενάγων ως αλλοδαπός, απασχολήθηκε στην επιχείρηση των εναγομένων στερούμενος αδείας εργασίας, την οποία προμηθεύτηκε, με τη συνδρομή της εργοδότιδάς του, στις 21-11-2000. Μετά δε την έκδοση της εξακολούθησε να εργάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης χωρίς εναντίωση της τελευταίας, ώστε καθόσον αφορά την έως τότε άκυρη σύμβαση εργασίας του λόγω ελλείψεως άδειας εργασίας, αυτή θεωρείται ότι επικυρώθηκε εξ υπαρχής, κατ' άρθρο 183 ΑΚ. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που ο ενάγων απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο των εναγομένων, δεν εφοδιάστηκε με βιβλιάριο υγείας. Με δεδομένο δε ότι για την απασχόληση του στο ξενοδοχείο των εναγομένων ως εργάτη γενικών καθηκόντων-κηπουρού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από την πρόσληψη του(12-7-1992) μέχρι την 10-10-1997, ήταν έγκυρη. Από 11-10-1997 όμως μέχρι την απόλυση του στις 6-8-2002, που προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο των εναγομένων με την ειδικότητα του ρεσεψιονίστ, οπότε είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η έλλειψη του κατέστησε τη σύμβαση εργασίας του άκυρη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες και είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση και παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητας τους ή ακόμη συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων ή όταν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε αυτούς υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο 1) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη σύμβαση ήταν άκυρη εξ αρχής, λόγω των ελλείψεων που προαναφέρθηκαν, συνέχισε δε να είναι άκυρη διότι, έστω και αν εφοδιάστηκε κατά το έτος 2000 με άδεια εργασίας, όμως συνέχισε να στερείται βιβλιαρίου υγείας και 2) έλαβε υπόψη, δίχως να έχει προβληθεί νομίμως, τον ισχυρισμό ότι με την απόκτηση της άδεια εργασίας εγκυροποιήθηκε, εξ υπαρχής, η σύμβαση εργασίας. Ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχα μέρη του, είναι αβάσιμος διότι 1) από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό του, τον οποίο κατά ένα μέρος δέχθηκε και κατά τα λοιπά απέρριψε με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε και 2) όπως προκύπτει από την αγωγή, στην οποία διαλαμβάνεται ότι "Κατά τη διάρκεια της μεταξύ μας σύμβασης εργασίας απέκτησα την κατά νόμο άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, η οποία και σήμερα είναι σε ισχύ. Όμως, κατά την πρόσληψη μου, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας μου, στερούμουν του απαιτουμένου από το νόμο βιβλιαρίου υγείας, ως και του ειδικού βιβλιαρίου ξενοδοχοϋπαλλήλου",ο αναιρεσείων, συνομολογώντας την εκ των υστέρων απόκτηση της άδεια εργασίας, θεμελίωσε την ακυρότητα της σύμβασης στην έλλειψη "του απαιτουμένου από το νόμο βιβλιαρίου υγείας, ως και του ειδικού βιβλιαρίου ξενοδοχοϋπαλλήλου", και συνεπώς η παραδοχή της απόφασης η οποία αναφέρεται στην εξ αρχής εγκυροποίηση της σύμβασης εργασίας, από την απόκτηση της παραπάνω άδειας, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν ουσιώδης. Περαιτέρω και ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της απόφασης, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ίδιου κώδικα, τρίτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των εναγομένων, που για πρώτη φορά προβλήθηκε ενώπιον του, ότι ο ενάγων παρείχε την εργασία του ως εργάτης και όχι ως ρεσεψιονίστ, διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της αγωγής και δεν είναι αυτοτελής.
Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζομένου και η οποία ωφέλεια συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλε αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, εκτός των παροχών που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κλπ.), εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως. Η ως άνω απαίτηση του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976, συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας και η πρόσθετη αποζημίωση εξ 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου επί μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως, δικαιούνται όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση εργασίας, των σχετικών αξιώσεων τους θεμελιουμένων ευθέως στις παραπάνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ. Τέλος κατά τις διατάξεις της Υ.Α. 1831011946, της Υ.Α. 890011946 και της ΕΓΣΣΕ από 26.6.1975, η αμοιβή που οφείλεται για παροχή νυχτερινής εργασίας, η βασική αμοιβή για απασχόληση κατά Κυριακή ή σε αργία και η αμοιβή για υπερεργασία, έχουν μισθολογικό χαρακτήρα και συνεπώς επί άκυρης σύμβασης εργασίας, αναζητούνται με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η δε παραγραφή τους είναι εικοσαετής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι, από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων εργάστηκε όλες τις ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση, απασχολούμενος με τις εργασίες του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου, ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη του. Συγκεκριμένα εργάστηκε από τις 08.00 έως τις 14.00 και στη συνέχεια, μετά από μεσημβρινή ανάπαυση, από τις 18.00 έως τις 22.00, δηλαδή επί 10 ώρες ημερησίως. Στη συνέχεια, με τη διαδοχή του εργοδότη του από 11-10-1997 και μέχρι την 30η Απριλίου 2001 απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο ως ρεσεψιονίστ, εργαζόμενος από 02.00 έως 12.00, ήτοι επί δέκα ώρες ημερησίως, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Ακολούθως άλλαξε το ωράριο εργασίας του και από 1-5-2001 μέχρι 30-9-2001 εργάστηκε ως νυχτερινός ρεσεψιονίστ από 00.00 έως 08.00, απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Στη συνέχεια, από 1-10-2001 εργάστηκε ως ημερήσιος ρεσεψιονίστ και σερβιτόρος από τις 08.00 έως τις 16.00 απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μέχρι τις 6 Αυγούστου 2002, οπότε η εργοδότιδα του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του. Επίσης δεν του κατέβαλε την αμοιβή και προσαύξηση της υπερεργασίας και της παράνομης χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής υπερωριακής εργασίας που πραγματοποίησε, την αποζημίωση του για την εργασία της έκτης και της έβδομης ημέρας της εβδομάδας, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα δώρων εορτών, ενώ του κατέβαλε μειωμένες τις νόμιμες αποδοχές του. Μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2.000 ο ενάγων ως αλλοδαπός, απασχολήθηκε στην επιχείρηση των εναγομένων στερούμενος αδείας εργασίας, την οποία προμηθεύτηκε με τη συνδρομή της εργοδότιδας του στις 21-11-2000. Μετά δε την έκδοση της εξακολούθησε να εργάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης χωρίς εναντίωση της τελευταίας, ώστε καθόσον αφορά την έως τότε άκυρη σύμβαση εργασίας του λόγω ελλείψεως άδειας εργασίας, αυτή θεωρείται ότι επικυρώθηκε εξ υπαρχής, κατ' άρθρο 183 ΑΚ. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που ο ενάγων απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο των εναγομένων, δεν εφοδιάστηκε με βιβλιάριο υγείας. Με δεδομένο δε ότι για την απασχόληση του στο ξενοδοχείο των εναγομένων ως εργάτη γενικών καθηκόντων-κηπουρού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από την πρόσληψη του (12-7-1992) μέχρι την 10-10-1997, ήταν έγκυρη. Από 11-10-1997 όμως μέχρι την απόλυση του στις 6-8-2002, που προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο των εναγομένων με την ειδικότητα του ρεσεψιονίστ, οπότε είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η έλλειψη του κατέστησε τη σύμβαση εργασίας του άκυρη. Επομένως η εργοδότιδά του με την οποία τον συνέδεε πλέον απλή σχέση εργασίας, ήταν υποχρεωμένη κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ, ως καθιστάμενη αδικαιολογήτως πλουσιότερη από την εργασία του στην απόδοση της ωφέλειας που απεκόμισε. Οι επίδικες όμως αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του μέχρι την 9-10-1997 που απασχολήθηκε στην επιχείρηση των εναγομένων με έγκυρη σύμβαση εργασίας, καθώς και εκείνες από τις αξιώσεις του για το χρονικό διάστημα από 10-10-1997 μέχρι 31-12-1997, που, όπως προαναφέρθηκε, πηγάζουν απ' ευθείας από το νόμο, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ., γιατί από τη λήξη του έτους 1997 μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που επιδόθηκε στους εναγομένους στις 29-1-2003, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ως κατ' ουσία βάσιμη τη νόμιμη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και απέρριψε την αγωγή κατά τα αντίστοιχα αιτήματα της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από, το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 1151/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Taxheaven.gr