Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2015/2366 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ

Κατηγορία: Εταιρικό Δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2015/2366
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ

ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2015/2366 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με υπηρεσ

Taxheaven
Αποφάσεις - αρθρογραφία

ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2015/2366 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Νοεμβρίου 2015

σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος όσον αφορά την ενοποίηση των λιανικών πληρωμών στην Ένωση, ιδίως στο πλαίσιο των πράξεων της Ένωσης σχετικά με τις πληρωμές, ιδίως μέσω της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), της οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 260/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Η οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) έχει συμπληρώσει περαιτέρω το νομικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες πληρωμών με τη θέσπιση συγκεκριμένου ορίου πέραν του οποίου οι έμποροι λιανικής πώλησης δεν έχουν τη δυνατότητα να χρεώνουν τους πελάτες τους για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.

(2)

Το αναθεωρημένο νομικό πλαίσιο της Ένωσης για τις υπηρεσίες πληρωμών συμπληρώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Ο εν λόγω κανονισμός εισάγει, ιδίως, κανόνες που αφορούν την επιβολή διατραπεζικών προμηθειών για τις συναλλαγές με κάρτα και στοχεύει στην ταχύτερη επίτευξη μιας ουσιαστικής ενιαίας αγοράς για πληρωμές με κάρτα.

(3)

Η οδηγία 2007/64/ΕΚ εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2007 βάσει πρότασης της Επιτροπής τον Δεκέμβριο του 2005. Έκτοτε, η αγορά λιανικών πληρωμών γνώρισε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες με την ταχεία αύξηση του αριθμού των ηλεκτρονικών πληρωμών και των κινητών πληρωμών και την εμφάνιση στην αγορά νέων τύπων υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίες θέτουν το ισχύον πλαίσιο αντιμέτωπο με νέες προκλήσεις.

(4)

Η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου της Ένωσης για τις υπηρεσίες πληρωμών και, ιδίως, η ανάλυση των επιπτώσεων της οδηγίας 2007/64/ΕΚ και της διαβούλευσης για την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 2012 με τίτλο «Προς ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά για τις πληρωμές με κάρτα, μέσω Διαδικτύου και τις κινητές πληρωμές» έδειξαν ότι οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε σημαντικές προκλήσεις από κανονιστική άποψη. Σημαντικοί τομείς της αγοράς πληρωμών, ιδίως οι πληρωμές με κάρτα, οι πληρωμές μέσω διαδικτύου ή μέσω κινητού, παραμένουν κατακερματισμένοι κατά μήκος των εθνικών συνόρων. Πολλά καινοτόμα προϊόντα ή υπηρεσίες πληρωμών δεν εμπίπτουν, εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο μέρος, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/64/ΕΚ και, ειδικότερα, τα στοιχεία που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της, όπως ορισμένες πράξεις πληρωμής, αποδείχθηκε σε μερικές περιπτώσεις εξαιρετικά αμφίσημο, υπερβολικά γενικό ή απλώς παρωχημένο, λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων στην αγορά. Αυτό οδήγησε σε ανασφάλεια δικαίου, πιθανούς κίνδυνους για την ασφάλεια στην αλυσίδα πληρωμών και έλλειψη προστασίας του καταναλωτή σε ορισμένους τομείς. Έχει αποδειχθεί ότι είναι δύσκολο οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να εδραιώσουν καινοτόμες, ασφαλείς και εύκολες στη χρήση ψηφιακές υπηρεσίες πληρωμών και να παράσχουν στους καταναλωτές και τους εμπόρους λιανικής πώλησης αποτελεσματικές, άνετες και ασφαλείς μεθόδους πληρωμής στο χώρο της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχει μεγάλο θετικό δυναμικό που πρέπει να διερευνηθεί με μεγαλύτερη συνέπεια.

(5)

Η συνεχιζόμενη ανάπτυξη της ολοκληρωμένης εσωτερικής αγοράς για ασφαλείς ηλεκτρονικές πληρωμές είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να υποστηριχθεί η ανάπτυξη της οικονομίας της Ένωσης και να διασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές, οι έμποροι και οι εταιρείες απολαύουν δυνατότητας επιλογής και διαφάνειας στις υπηρεσίες πληρωμών, ώστε να αποκομίζουν στο έπακρο τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς.

(6)

Θα πρέπει να θεσπιστούν νέοι κανόνες, με σκοπό να καλύψουν τα ρυθμιστικά κενά, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια και θα διασφαλίζουν τη συνεπή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση. Θα πρέπει να διασφαλιστούν ισοδύναμες συνθήκες λειτουργίας τόσο για τους υφιστάμενους, όσο και για τους νέους συντελεστές της αγοράς, επιτρέποντας στα νέα μέσα πληρωμών να προσεγγίσουν μια ευρύτερη αγορά και εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτό θα πρέπει να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος πληρωμών στο σύνολό του και να οδηγήσει σε περισσότερες επιλογές και περισσότερη διαφάνεια στις υπηρεσίες πληρωμών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε μία εναρμονισμένη αγορά πληρωμών.

(7)

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι κίνδυνοι ως προς την ασφάλεια των ηλεκτρονικών πληρωμών. Τούτο οφείλεται στην αυξανόμενη τεχνική πολυπλοκότητα των ηλεκτρονικών πληρωμών, τον διαρκώς αυξανόμενο όγκο των ηλεκτρονικών πληρωμών παγκοσμίως και τα αναδυόμενα είδη υπηρεσιών πληρωμών. Οι ασφαλείς υπηρεσίες πληρωμών αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς των υπηρεσιών πληρωμών. Οι χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει, επομένως, να προστατεύονται επαρκώς έναντι αυτών των κινδύνων. Οι υπηρεσίες πληρωμών είναι άκρως απαραίτητες για τη λειτουργία ζωτικών οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

(8)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τις απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης εκ μέρους των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την παροχή και τη χρήση υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, και σε συναλλαγές στις οποίες ένας από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών βρίσκεται εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), προκειμένου να αποφεύγονται οι αποκλίνουσες προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών μελών, που αποβαίνουν εις βάρος των καταναλωτών. Κατά περίπτωση, οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να επεκταθούν σε συναλλαγές σε όλα τα επίσημα νομίσματα μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που βρίσκονται εντός του ΕΟΧ.

(9)

Το έμβασμα είναι μια απλή υπηρεσία πληρωμών, που συνήθως βασίζεται σε μετρητά που ο πληρωτής δίνει σε έναν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος και διαβιβάζει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, π.χ. μέσω δικτύου επικοινωνίας, σε έναν δικαιούχο ή σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου. Σε μερικά κράτη μέλη, τα σουπερμάρκετ, οι έμποροι και άλλοι λιανοπωλητές παρέχουν στους καταναλωτές τέτοια υπηρεσία, δίνοντάς τους τη δυνατότητα πληρωμής λογαριασμών των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και άλλων τακτικών οικιακών λογαριασμών. Αυτές οι υπηρεσίες πληρωμής λογαριασμών θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως έμβασμα, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι η δραστηριότητα εμπίπτει σε άλλη υπηρεσία πληρωμών.

(10)

Η παρούσα οδηγία εισάγει ουδέτερο ορισμό της αποδοχής πράξεων πληρωμής προκειμένου να καλύπτονται όχι μόνον τα παραδοσιακά μοντέλα αποδοχής που διαρθρώνονται γύρω από τη χρήση καρτών πληρωμής, αλλά επίσης και διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στα οποία συμμετέχουν περισσότεροι του ενός αγοραστή. Με αυτόν τον τρόπο αναμένεται να εξασφαλισθεί ότι οι έμποροι λαμβάνουν την ίδια προστασία, ανεξαρτήτως του μέσου πληρωμής που χρησιμοποιείται, όταν η δραστηριότητα είναι η ίδια με την αποδοχή συναλλαγών με κάρτα. Τεχνικές υπηρεσίες που παρέχονται σε παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, όπως η απλή επεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων ή η λειτουργία τερματικών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ότι συνιστούν αποδοχή. Επιπλέον, ορισμένα μοντέλα αποδοχής δεν προβλέπουν πραγματική μεταφορά κεφαλαίων από τον αγοραστή προς τον δικαιούχο, καθότι τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν άλλες μορφές διακανονισμού.

(11)

Η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/64/ΕΚ των πράξεων πληρωμής μέσω εμπορικού αντιπροσώπου για λογαριασμό του πληρωτή ή του δικαιούχου, όπως ορίζεται στην οδηγία 2007/64/ΕΚ, εφαρμόζεται με πολύ διαφορετικό τρόπο στα κράτη μέλη. Ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν τη χρήση της εξαίρεσης από πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου που ενεργούν ως μεσάζοντες για λογαριασμό τόσο των εκάστοτε αγοραστών όσο και των πωλητών χωρίς πραγματικό περιθώριο να διαπραγματεύονται ή να συνάπτουν συμφωνίες πώλησης ή αγοράς αγαθών ή υπηρεσιών. Αυτή η εφαρμογή της εξαίρεσης υπερβαίνει το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής που καθορίζεται στην εν λόγω οδηγία και ενδέχεται να αυξήσει τους κινδύνους για τους καταναλωτές, καθώς οι εν λόγω πάροχοι παραμένουν έξω από την προστασία του νομικού πλαισίου. Επιπλέον, οι διαφορετικές πρακτικές εφαρμογής στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στην αγορά πληρωμών. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, η εξαίρεση θα πρέπει, επομένως, να ισχύει όταν οι αντιπρόσωποι ενεργούν μόνον για λογαριασμό του πληρωτή ή μόνον για λογαριασμό του δικαιούχου, ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι στην κατοχή τους τα κεφάλαια των πελατών. Στις περιπτώσεις που οι αντιπρόσωποι ενεργούν για λογαριασμό τόσο του πληρωτή όσο και του δικαιούχου (όπως μέσα από πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου), θα πρέπει να εξαιρούνται μόνον όταν σε καμία στιγμή δεν περιέρχονται στην κατοχή ή τον έλεγχό τους τα κεφάλαια των πελατών.

(12)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να ισχύει για τις δραστηριότητες των εταιρειών χρηματαποστολών (CIT) και των εταιρειών διαχείρισης μετρητών (CMC), όταν οι σχετικές δραστηριότητες περιορίζονται στην υλική μεταφορά χαρτονομισμάτων και κερμάτων.

(13)

Οι εισερχόμενες πληροφορίες από την αγορά αποκαλύπτουν ότι οι πράξεις πληρωμής που καλύπτονται από την εξαίρεση του περιορισμένου δικτύου συχνά περιλαμβάνουν σημαντικό όγκο πληρωμών και αξιών και προσφέρουν στους καταναλωτές εκατοντάδες ή και χιλιάδες διαφορετικά προϊόντα και υπηρεσίες. Το γεγονός αυτό παρεκκλίνει από τον σκοπό της εξαίρεσης του περιορισμένου δικτύου, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2007/64/ΕΚ και συνεπάγεται μεγαλύτερους κινδύνους και έλλειψη νομικής προστασίας για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, ιδίως για τους καταναλωτές, και προφανή μειονεκτήματα για τους παράγοντες της οργανωμένης αγοράς. Ως συμβολή στον περιορισμό των εν λόγω κινδύνων, δεν θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ίδιο μέσο για τη διενέργεια πράξεων πληρωμής για την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών μέσα σε περισσότερα από ένα περιορισμένα δίκτυα ή για την απόκτηση απεριόριστου φάσματος αγαθών και υπηρεσιών. Ένα μέσο πληρωμών θα πρέπει να θεωρείται ως χρησιμοποιούμενο στο πλαίσιο ενός τέτοιου περιορισμένου δικτύου, εφόσον μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο στις ακόλουθες περιστάσεις: πρώτον, για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών σε συγκεκριμένο σημείο λιανικής πώλησης ή αλυσίδα λιανικής πώλησης, όταν οι εμπλεκόμενες οντότητες συνδέονται άμεσα με εμπορική συμφωνία, η οποία για παράδειγμα προβλέπει τη χρήση ενιαίου σήματος πληρωμής και το εν λόγω σήμα πληρωμής χρησιμοποιείται στα σημεία πώλησης και εμφαίνεται, ει δυνατόν, στο μέσον πληρωμής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκεί· δεύτερον, για την αγορά πολύ περιορισμένου φάσματος αγαθών ή υπηρεσιών, όπως όταν το πεδίο χρήσης περιορίζεται στην πράξη σε κλειστό αριθμό λειτουργικά συνδεδεμένων αγαθών ή υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική θέση του σημείου πώλησης· ή τρίτον, όταν το μέσο πληρωμής ρυθμίζεται από εθνική ή περιφερειακή δημόσια αρχή για συγκεκριμένους κοινωνικούς ή φορολογικούς σκοπούς προς απόκτηση συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών.

(14)

Στα μέσα πληρωμών που καλύπτονται από την εξαίρεση του περιορισμένου δικτύου θα μπορούσαν να περιληφθούν οι κάρτες που εκδίδουν διάφορα καταστήματα, οι κάρτες για την πληρωμή των καυσίμων, οι κάρτες μέλους, οι κάρτες για τις δημόσιες συγκοινωνίες, οι κάρτες στάθμευσης, τα δελτία σίτισης ή δελτία για συγκεκριμένες υπηρεσίες, τα οποία ενίοτε υπόκεινται σε ειδικό νομικό πλαίσιο για τη φορολογία και την εργασία με σκοπό την προώθηση της χρήσης τέτοιων μέσων για την υλοποίηση των στόχων που ορίζονται στην κοινωνική νομοθεσία. Όταν ένα τέτοιο μέσο ειδικού σκοπού εξελίσσεται σε μέσο γενικού σκοπού, δεν θα πρέπει να ισχύει πλέον η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Δεν θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιούνται για αγορές σε καταστήματα εμπόρων οι οποίοι περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένους καταλόγους, καθώς τα μέσα αυτά σχεδιάζονται ειδικά για ένα δίκτυο παρόχων υπηρεσιών που διαρκώς μεγαλώνει. Η εξαίρεση του περιορισμένου δικτύου θα πρέπει να ισχύει σε συνδυασμό με την υποχρέωση των δυνητικών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών να κοινοποιούν τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

(15)

Η οδηγία 2007/64/ΕΚ εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της ορισμένες πράξεις πληρωμής μέσω τηλεπικοινωνιακής ή πληροφορικής συσκευής, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου δεν ενεργεί μόνο ως μεσάζων στην παροχή ψηφιακών αγαθών και υπηρεσιών μέσω της εν λόγω συσκευής, αλλά προσθέτει επίσης αξία σε αυτά τα αγαθά ή τις υπηρεσίες. Ειδικότερα, η εν λόγω εξαίρεση για τις αποκαλούμενες αγορές με χρέωση του καλούντα ή αγορές με χρέωση του λογαριασμού τηλεφώνου, ξεκινώντας με τις αγορές ήχων κλήσης και υψηλής ποιότητας υπηρεσιών αποστολής γραπτών μηνυμάτων, συνεχίζει να συμβάλλει στην ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών μοντέλων που βασίζονται σε πωλήσεις χαμηλής αξίας ψηφιακού περιεχομένου και φωνητικές υπηρεσίες. Στις εν λόγω υπηρεσίες περιλαμβάνονται η ψυχαγωγία, όπως γραπτή συνομιλία, η τηλεφόρτωση όπως ταινιών, μουσικής και παιχνιδιών, η ενημέρωση, όπως καιρός, ειδήσεις, αθλητική ενημέρωση, χρηματιστήριο και υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου, τηλεοπτική και ραδιοφωνική συμμετοχή, όπως ψηφοφορίες, συμμετοχή σε διαγωνισμό, παροχή ζωντανής ανατροφοδότησης. Οι πληροφορίες που φθάνουν από την αγορά δεν παρέχουν καμία ένδειξη ότι τέτοιες πράξεις πληρωμής, τις οποίες εμπιστεύονται οι καταναλωτές ως κατάλληλες για μικροπληρωμές, έχουν εξελιχθεί σε γενική υπηρεσία διαμεσολάβησης πληρωμών. Ωστόσο, λόγω της ασαφούς διατύπωσης της σχετικής εξαίρεσης, η εν λόγω διάταξη εφαρμόστηκε με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη, γεγονός που οδήγησε σε έλλειψη ασφάλειας δικαίου για τους φορείς εκμετάλλευσης και τους καταναλωτές, επιτρέποντας ενίοτε σε υπηρεσίες διαμεσολάβησης πληρωμών να διεκδικήσουν την επιλεξιμότητα για τη χωρίς περιορισμούς εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να διευκρινισθεί και να περιοριστεί το πεδίο επιλεξιμότητας της εν λόγω εξαίρεσης για τους παρόχους υπηρεσιών με τον καθορισμό των ειδών των πράξεων πληρωμής στις οποίες εφαρμόζεται.

(16)

Η εξαίρεση σχετικά με ορισμένες πράξεις πληρωμής μέσω τηλεπικοινωνιακής ή πληροφορικής συσκευής θα πρέπει να επικεντρωθεί ειδικά σε μικρο-πληρωμές ως προς το ψηφιακό περιεχόμενο και τις φωνητικές υπηρεσίες. Θα πρέπει να προστεθεί σαφής αναφορά στις πράξεις πληρωμής για την αγορά ηλεκτρονικών εισιτηρίων, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των πληρωμών σε περιπτώσεις όπου, ιδίως, οι πελάτες μπορούν να παραγγέλλουν, να πληρώνουν, να αποκτούν και να επικυρώνουν ηλεκτρονικά εισιτήρια από οποιονδήποτε τόπο και ανά πάσα στιγμή χρησιμοποιώντας κινητά τηλέφωνα ή άλλες συσκευές. Τα ηλεκτρονικά εισιτήρια επιτρέπουν και διευκολύνουν την παροχή υπηρεσιών τις οποίες οι καταναλωτές θα μπορούσαν διαφορετικά να αγοράσουν υπό μορφή χάρτινου εισιτηρίου και περιλαμβάνουν τις μεταφορές, την ψυχαγωγία, τους χώρους στάθμευσης και την είσοδο σε χώρους εκδηλώσεων, αλλά όχι τα φυσικά αγαθά. Μειώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο το κόστος παραγωγής και διανομής που συνδέεται με τους παραδοσιακούς διαύλους χάρτινων εισιτηρίων και διευκολύνουν περισσότερο τους πελάτες μέσω της παροχής νέων και απλών τρόπων αγοράς εισιτηρίων. Προκειμένου να μειωθεί το βάρος για τους φορείς που συγκεντρώνουν φιλανθρωπικές δωρεές, πράξεις πληρωμής που συνδέονται με τέτοιες δωρεές θα πρέπει επίσης να εξαιρεθούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να είναι ελεύθερα να περιορίζουν την εξαίρεση στις δωρεές που εισπράττονται υπέρ των καταχωρισμένων φιλανθρωπικών οργανώσεων. Η εξαίρεση ως σύνολο θα πρέπει να ισχύει μόνο όταν η αξία της συναλλαγής είναι κατώτερη από ορισμένο όριο, προκειμένου να περιορίζεται σαφώς στις πληρωμές με προφίλ χαμηλού κινδύνου.

(17)

Ο Ενιαίος Χώρος Πληρωμών σε ευρώ (SEPA) έχει διευκολύνει τη δημιουργία ενωσιακών «εργοστασίων πληρωμών» και «εργοστασίων είσπραξης», επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό τη συγκέντρωση των πράξεων πληρωμής του ίδιου ομίλου. Εν προκειμένω, οι πράξεις πληρωμής μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης ή μεταξύ θυγατρικών επιχειρήσεων της ίδιας μητρικής επιχείρησης, οι οποίες πραγματοποιούνται από πάροχο υπηρεσίας πληρωμών που ανήκει στον ίδιο όμιλο θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Η είσπραξη των ενταλμάτων πληρωμής για λογαριασμό ενός ομίλου από μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της για την περαιτέρω διαβίβαση σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να θεωρείται υπηρεσία πληρωμών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(18)

Η οδηγία 2007/64/ΕΚ εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις υπηρεσίες πληρωμών που προσφέρονται από παρόχους Αυτόματων Ταμειολογιστικών Μηχανών (ΑΤΜ) που είναι ανεξάρτητοι από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού. Η εν λόγω εξαίρεση έχει τονώσει την ανάπτυξη ανεξάρτητων υπηρεσιών ΑΤΜ σε πολλά κράτη μέλη, ιδίως σε αραιοκατοικημένες περιοχές. Ωστόσο, αν εξαιρεθεί πλήρως αυτό το ταχέως αναπτυσσόμενο τμήμα της αγοράς ΑΤΜ από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, θα μπορούσε να προκληθεί σύγχυση ως προς τις χρεώσεις των αναλήψεων. Στις διασυνοριακές καταστάσεις, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε διπλή χρέωση για την ίδια ανάληψη από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού και από τον πάροχο ΑΤΜ. Κατά συνέπεια, προκειμένου να διατηρηθεί η παροχή των υπηρεσιών ΑΤΜ, διασφαλίζοντας εκ παραλλήλου τη σαφήνεια όσον αφορά τις χρεώσεις των αναλήψεων, είναι σκόπιμο να διατηρηθεί η εξαίρεση, αλλά να απαιτείται από τους φορείς εκμετάλλευσης ΑΤΜ να συμμορφώνονται με τις ειδικές διατάξεις περί διαφάνειας της παρούσας οδηγίας. Επιπλέον, οι χρεώσεις που επιβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης ΑΤΜ θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009.

(19)

Οι πάροχοι υπηρεσιών που επιδίωκαν να επωφεληθούν από κάποια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, συχνά δεν συμβουλεύονταν τις αρχές σχετικά με το εάν οι δραστηριότητές τους καλύπτονται ή εξαιρούνται από την εν λόγω οδηγία, αλλά στηρίζονταν στις δικές τους εκτιμήσεις. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ορισμένες εξαιρέσεις να έχουν τύχει διαφορετικής εφαρμογής στα διάφορα κράτη μέλη. Φαίνεται προσέτι ότι ορισμένοι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να έχουν χρησιμοποιήσει κάποιες εξαιρέσεις προκειμένου να ανασχεδιάσουν τα επιχειρηματικά τους πρότυπα, ούτως ώστε οι προσφερόμενες υπηρεσίες πληρωμών να είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Αυτές οι πρακτικές ενδέχεται να συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και άνισους όρους για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει, επομένως, να υποχρεούνται να κοινοποιούν τις σχετικές δραστηριότητες στις αρμόδιες αρχές, ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να αξιολογούν αν πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στις σχετικές διατάξεις και να εξασφαλίζεται ομοιογενής ερμηνεία των κανόνων σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, για όλες τις εξαιρέσεις που βασίζονται στην τήρηση κατωτάτου ορίου, θα πρέπει να προβλέπεται διαδικασία κοινοποίησης προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις ειδικές απαιτήσεις.

(20)

Επιπλέον, είναι σημαντικό οι δυνητικοί πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να είναι υποχρεωμένοι να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τις δραστηριότητες που ασκούν στο πλαίσιο ενός περιορισμένου δικτύου βάσει των κριτηρίων της παρούσας οδηγίας, εφόσον η αξία των πράξεων πληρωμής υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον οι δραστηριότητες που τους κοινοποιούνται μπορούν να θεωρηθούν δραστηριότητες που ασκούνται στο πλαίσιο περιορισμένου δικτύου.

(21)

Ο ορισμός των υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερος και να επιτρέπει την ανάπτυξη νέων τύπων υπηρεσιών πληρωμών, εξασφαλίζοντας παράλληλα ισοδύναμους όρους λειτουργίας τόσο για υφιστάμενους όσο και για νέους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

(22)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ακολουθεί την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην οδηγία 2007/64/ΕΚ, η οποία καλύπτει όλα τα είδη των ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληρωμών. Δεν θα ήταν, επομένως, σκόπιμη η εφαρμογή των νέων κανόνων σε υπηρεσίες όπου η μεταβίβαση χρηματικών ποσών από τον πληρωτή στον δικαιούχο ή η μεταφορά τους εκτελείται αποκλειστικά με χαρτονομίσματα και κέρματα ή όταν η μεταβίβαση βασίζεται σε έντυπη επιταγή, συναλλαγματική, γραμμάτιο ή άλλα μέσα, και έντυπα παραστατικά ή κάρτες με τα οποία χρεώνεται ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή κάποιος άλλος για να θέσει τα χρήματα στη διάθεση του δικαιούχου.

(23)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται σε μετρητά, δεδομένου ότι υπάρχει ήδη ενιαία αγορά πληρωμών για τις πληρωμές σε μετρητά. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται ούτε σε πράξεις πληρωμής που βασίζονται σε έντυπες επιταγές δεδομένου ότι, λόγω της φύσης τους, οι έντυπες επιταγές δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν το ίδιο αποτελεσματικά με τα άλλα μέσα πληρωμής. Η ορθή πρακτική σε αυτόν τον τομέα θα πρέπει, ωστόσο, να έχει ως βάση τις αρχές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

(24)

Είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν οι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που δύνανται νομίμως να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση, και συγκεκριμένα τα πιστωτικά ιδρύματα που δέχονται καταθέσεις από χρήστες οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής, και τα οποία θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στην προληπτική εποπτεία που θεσπίζει η οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής και τα οποία θα πρέπει να συνεχίσουν να υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που θεσπίζει η οδηγία 2009/110/ΕΚ, τα ιδρύματα πληρωμών, καθώς και γραφεία ταχυδρομικών επιταγών που έχουν αυτό το δικαίωμα βάσει του εθνικού δικαίου. Η εφαρμογή του εν λόγω νομικού πλαισίου θα πρέπει να περιορίζεται στους παρόχους υπηρεσιών οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(25)

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τους κανόνες για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής όταν τα χρηματικά ποσά είναι ηλεκτρονικό χρήμα, όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/110/ΕΚ. Η παρούσα οδηγία, ωστόσο, δεν ρυθμίζει την έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος, όπως προβλέπει η οδηγία 2009/110/ΕΚ. Επομένως, τα ιδρύματα πληρωμών δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα.

(26)

Η οδηγία 2007/64/ΕΚ δημιούργησε το καθεστώς προληπτικής εποπτείας, εισάγοντας ενιαία άδεια λειτουργίας για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την αποδοχή καταθέσεων ή την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. Για τον σκοπό αυτό, η οδηγία 2007/64/ΕΚ εισήγαγε νέα κατηγορία παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, ήτοι τα «ιδρύματα πληρωμών», προβλέποντας εξουσιοδότηση, βάσει σειράς αυστηρών και διεξοδικών προϋποθέσεων, φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν εμπίπτουν στις ήδη υπάρχουσες κατηγορίες, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση. Έτσι, θα πρέπει να ισχύουν σε ολόκληρη την Ένωση οι ίδιες προϋποθέσεις για τέτοιες υπηρεσίες.

(27)

Μετά την έκδοση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ έχουν προκύψει νέοι τύποι υπηρεσιών πληρωμών, ιδίως στον τομέα των πληρωμών μέσω διαδικτύου. Ειδικότερα, έχουν εξελιχθεί οι υπηρεσίες κίνησης πληρωμών στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι εν λόγω υπηρεσίες πληρωμών συμβάλλουν στις πληρωμές του ηλεκτρονικού εμπορίου δημιουργώντας μια γέφυρα λογισμικού μεταξύ του ιστοτόπου του εμπόρου και της πλατφόρμας ηλεκτρονικής τραπεζικής εξυπηρέτησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή, για την κίνηση πράξεων πληρωμής στο διαδίκτυο με βάση μεταφορά πίστωσης.

(28)

Περαιτέρω, οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν προκαλέσει τα τελευταία χρόνια την εμφάνιση σειράς συμπληρωματικών υπηρεσιών, όπως οι υπηρεσίες παροχής πληροφοριών λογαριασμού. Οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχουν στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών συγκεντρωτικές επιγραμμικές πληροφορίες για έναν ή περισσότερους λογαριασμούς πληρωμών που τηρούνται από έναν ή περισσότερους άλλους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και είναι προσβάσιμοι μέσω επιγραμμικών διεπαφών του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού. Ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών έχει έτσι τη δυνατότητα να έχει αμέσως, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή μία συνολική εικόνα της οικονομικής του κατάστασης. Οι εν λόγω υπηρεσίες θα πρέπει επίσης να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, προκειμένου να παρέχουν στους καταναλωτές επαρκή προστασία για τα δεδομένα της πληρωμής και του λογαριασμού τους, καθώς και ασφάλεια δικαίου για τη νομική κατάσταση των παρόχων υπηρεσιών παροχής πληροφοριών λογαριασμού.

(29)

Οι υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών δίνουν τη δυνατότητα στον πάροχο υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών να διαβεβαιώνει τον δικαιούχο ότι η πληρωμή έχει κινηθεί, προκειμένου να παράσχει κίνητρο στον δικαιούχο της πληρωμής να παραδώσει τα εμπορεύματα ή να παράσχει την υπηρεσία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι υπηρεσίες αυτές προσφέρουν χαμηλού κόστους λύση τόσο για τους εμπόρους όσο και για τους καταναλωτές και παρέχουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους ηλεκτρονικά, ακόμη και αν δεν έχουν κάρτες πληρωμής. Δεδομένου ότι οι υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών δεν ρυθμίζονται επί του παρόντος από την οδηγία 2007/64/ΕΚ, δεν εποπτεύονται κατ’ ανάγκην από αρμόδια αρχή και δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με την οδηγία 2007/64/ΕΚ. Αυτό εγείρει σειρά από νομικά ζητήματα, όπως η προστασία των καταναλωτών, η ασφάλεια και η ευθύνη, καθώς και ο ανταγωνισμός και η προστασία των δεδομένων, ιδίως όσον αφορά την προστασία των δεδομένων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων. Οι νέοι κανόνες θα πρέπει, επομένως, να ανταποκρίνονται σε αυτά τα ζητήματα.

(30)

Τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας που χρησιμοποιούνται για την ασφαλή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή από τον πάροχο υπηρεσιών κίνησης πληρωμών, είναι συνήθως αυτά που εκδίδονται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού. Οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών δεν συνδέονται κατ’ ανάγκην με συμβατική σχέση με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού και, ανεξάρτητα από το επιχειρηματικό μοντέλο που χρησιμοποιείται από τους παρόχους υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού θα πρέπει να καθιστούν δυνατό για τους παρόχους υπηρεσιών κίνησης πληρωμών να βασίζονται στις διαδικασίες εξακρίβωσης της γνησιότητας που παρέχονται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για την έναρξη συγκεκριμένης πληρωμής για λογαριασμό του πληρωτή.

(31)

Όταν παρέχει αποκλειστικά υπηρεσία εκκίνησης πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών δεν διακρατά κεφάλαια του χρήστη σε κανένα στάδιο της αλυσίδας πληρωμών. Όταν ο πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών, για τις οποίες διακρατά κεφάλαια του χρήστη, θα πρέπει να εξασφαλίσει πλήρη άδεια σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες.

(32)

Οι υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών βασίζονται σε άμεση ή έμμεση πρόσβαση των παρόχων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών στον λογαριασμό του πληρωτή. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού που παρέχει μηχανισμό έμμεσης πρόσβασης θα πρέπει επίσης να επιτρέπει την άμεση πρόσβαση στους παρόχους υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών.

(33)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αποσκοπεί στην εξασφάλιση συνέχειας στην αγορά, επιτρέποντας στους υφιστάμενους και στους νέους παρόχους υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το επιχειρηματικό μοντέλο που εφαρμόζεται από αυτούς, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους εντός σαφούς και εναρμονισμένου ρυθμιστικού πλαισίου. Εν αναμονή της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων, και με την επιφύλαξη της ανάγκης για ασφάλεια των πράξεων πληρωμής και για προστασία του πελάτη έναντι αποδεδειγμένου κινδύνου απάτης, τα κράτη μέλη, η Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) (ΕΑΤ) θα πρέπει να εγγυώνται τον θεμιτό ανταγωνισμό στη συγκεκριμένη αγορά αποφεύγοντας τις αδικαιολόγητες διακρίσεις έναντι τυχόν υφισταμένων φορέων της αγοράς. Κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσφέρει υπηρεσίες κίνησης πληρωμής.

(34)

Η παρούσα οδηγία δεν αλλάζει ουσιαστικά τους όρους για τη χορήγηση και διατήρηση της άδειας λειτουργίας ιδρυμάτων πληρωμών. Όπως και στην οδηγία 2007/64/ΕΚ, οι όροι περιλαμβάνουν απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ανάλογες με τους λειτουργικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί αυτοί κατά τη διεκπεραίωση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Υπό τις περιστάσεις, χρειάζεται ένα υγιές καθεστώς αρχικού κεφαλαίου σε συνδυασμό με μόνιμο κεφάλαιο που θα μπορούσε να διαμορφωθεί με πιο σύνθετο τρόπο εν ευθέτω χρόνω, ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς. Λόγω της ευρείας ποικιλίας στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει διάφορες μεθόδους σε συνδυασμό με ορισμένο περιθώριο εκτίμησης των εποπτικών αρχών ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ίδιοι κίνδυνοι να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Οι απαιτήσεις για τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να βασίζονται στο γεγονός ότι οι δραστηριότητές τους είναι πιο εξειδικευμένες και περιορισμένες, και ενέχουν έτσι μικρότερους κινδύνους που ελέγχονται και παρακολουθούνται ευκολότερα, σε σχέση με τους κινδύνους που περικλείει το ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, θα πρέπει να απαγορεύεται στα ιδρύματα πληρωμών να δέχονται καταθέσεις από χρήστες, και θα πρέπει να τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τα κεφάλαια που λαμβάνουν από τους χρήστες μόνο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Οι απαιτούμενοι κανόνες προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένου του αρχικού κεφαλαίου, θα πρέπει να είναι ανάλογοι με τους κινδύνους που εγείρει η αντίστοιχη υπηρεσία πληρωμών που παρέχει το ίδρυμα πληρωμών. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμής θα πρέπει να θεωρούνται μεσαίου κινδύνου σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο.

(35)

Οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, όταν παρέχουν αποκλειστικά τις εν λόγω υπηρεσίες, δεν διατηρούν στην κατοχή τους κεφάλαια πελατών. Συνεπώς θα ήταν δυσανάλογο να επιβληθούν απαιτήσεις ως προς τα ίδια κεφάλαια σε αυτούς τους νέους φορείς της αγοράς. Εντούτοις, είναι σημαντικό να μπορούν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με τις δραστηριότητές τους. Επομένως, θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης ή ανάλογη εγγύηση. Η ΕΑΤ θα πρέπει να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων θα καθορίσουν τα κράτη μέλη το ελάχιστο χρηματικό ποσό της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή της ανάλογης εγγύησης. Η ΕΑΤ θα πρέπει να μην διακρίνει μεταξύ ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης και ανάλογης εγγύησης, καθώς οι δύο αυτές διασφαλίσεις θα πρέπει να είναι εναλλάξιμες.

(36)

Προκειμένου να αποφευχθούν οι καταχρήσεις του δικαιώματος εγκατάστασης, είναι αναγκαίο να απαιτείται από το ίδρυμα πληρωμών που ζητεί να λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος να ασκεί τουλάχιστον ένα μέρος από τις δραστηριότητές του σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στο εν λόγω κράτος μέλος.

(37)

Θα πρέπει να προβλέπεται ότι τα κεφάλαια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να διατηρούνται χωριστά από τα κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών. Οι απαιτήσεις διαφύλαξης είναι απαραίτητες όταν ένα ίδρυμα πληρωμών έχει στην κατοχή του τα κεφάλαια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Όταν το ίδιο ίδρυμα πληρωμών εκτελεί μια πράξη πληρωμής και για τον πληρωτή και για τον δικαιούχο και παρέχεται στον πληρωτή πιστωτικό άνοιγμα, ενδείκνυται η διασφάλιση των πόρων υπέρ του δικαιούχου εφόσον εκπροσωπούν την αξίωση του δικαιούχου έναντι του ιδρύματος πληρωμών. Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στις δέουσες απαιτήσεις όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(38)

Η παρούσα οδηγία δεν επιφέρει αλλαγές όσον αφορά τις υποχρεώσεις των ιδρυμάτων πληρωμών ως προς την υποβολή λογιστικών εκθέσεων ή ελέγχου ισολογισμών στους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς τους. Τα ιδρύματα πληρωμών υποχρεούνται να καταρτίζουν τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς τους σύμφωνα με την οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου (12) και την οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13). Οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοι λογαριασμοί πρέπει να ελέγχονται, εκτός εάν το ίδρυμα πληρωμών εξαιρεθεί από την εν λόγω υποχρέωση δυνάμει των εν λόγω οδηγιών.

(39)

Όταν εμπλέκονται στην παροχή μίας ή περισσότερων υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει πάντοτε να διατηρούν λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμής. Προκειμένου να επιτραπεί στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, είναι απαραίτητο να έχουν τη δυνατότητα να ανοίγουν και να διατηρούν λογαριασμούς τηρούμενους σε πιστωτικά ιδρύματα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς παρέχεται χωρίς διακρίσεις και αναλογικά προς τον θεμιτό σκοπό που επιδιώκει να πετύχει. Η πρόσβαση μπορεί μεν να είναι στοιχειώδης, θα πρέπει όμως πάντα να είναι αρκετά εκτεταμένη ώστε το ίδρυμα πληρωμών να είναι σε θέση να παρέχει τις υπηρεσίες του με απρόσκοπτο και αποτελεσματικό τρόπο.

(40)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ρυθμίζει τη χορήγηση πιστώσεων από ιδρύματα πληρωμών, δηλαδή τη χορήγηση πιστωτικής γραμμής και την έκδοση πιστωτικών καρτών, μόνον εάν συνδέεται στενά με υπηρεσίες πληρωμών. Μόνο εφόσον η πίστωση χορηγείται για να διευκολυνθούν οι υπηρεσίες πληρωμών και η πίστωση είναι βραχυπρόθεσμη και χορηγείται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες, ακόμα και σε κυλιόμενη βάση, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται σε ιδρύματα πληρωμών να χορηγούν πίστωση όσον αφορά τις διασυνοριακές τους δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση ότι αναχρηματοδοτείται μέσω κυρίως των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος πληρωμών, καθώς και κεφαλαίων που αντλούνται από τις κεφαλαιαγορές, και όχι των χρηματικών ποσών που φυλάσσονται για λογαριασμό των πελατών για τις υπηρεσίες πληρωμών. Οι εν λόγω κανόνες ισχύουν με την επιφύλαξη της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) ή άλλων σχετικών διατάξεων του ενωσιακού δικαίου ή των εθνικών μέτρων που αφορούν πτυχές οι οποίες δεν εναρμονίζονται με την παρούσα οδηγία, όσον αφορά τους όρους της καταναλωτικής πίστης.

(41)

Σε γενικές γραμμές, έχει αποδειχθεί ότι η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση αδειών στα ιδρύματα πληρωμών, τη διενέργεια ελέγχου και την απόφαση ανάκλησης των αδειών που έχουν χορηγηθεί λειτουργούν ικανοποιητικά. Ωστόσο, η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να ενισχυθεί τόσο όσον αφορά τόσο την ανταλλαγή των πληροφοριών, όσο και τη συνεκτική εφαρμογή και ερμηνεία της παρούσας οδηγίας, σε περιπτώσεις όπου ένα αδειοδοτημένο ίδρυμα πληρωμών θα ήθελε να παράσχει υπηρεσίες πληρωμών σε άλλο κράτος μέλος εκτός από το κράτος μέλος προέλευσής τους, ασκώντας το δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών («μηχανισμός διαβατηρίου»), μέσω και του διαδικτύου. Η ΕΑΤ οφείλει να συνδράμει στη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο της διασυνοριακής συνεργασίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Θα πρέπει επίσης να καταρτίσει δέσμη σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τη συνεργασία και την ανταλλαγή δεδομένων.

(42)

Προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια της λειτουργίας των ιδρυμάτων πληρωμών στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή τα οποία έχουν καταχωρισθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων τους, και για να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή στην Ένωση, είναι αναγκαίο να εξασφαλισθεί εύκολη πρόσβαση του κοινού στον κατάλογο των οντοτήτων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. Η ΕΑΤ θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αναπτύξει και να διαχειρίζεται κεντρικό μητρώο στο οποίο θα δημοσιεύει κατάλογο με τα ονόματα των οντοτήτων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα που παρέχουν ενημερώνονται τακτικά. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

(43)

Η διάθεση ακριβούς και επικαιροποιημένης πληροφόρησης θα πρέπει να ενισχυθεί απαιτώντας από τα ιδρύματα πληρωμών να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης τους, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για κάθε τυχόν μεταβολή που επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών και τα δικαιολογητικά που προβλέπονται σε σχέση με την άδεια λειτουργίας, καθώς και των πληροφοριών που αφορούν αντιπροσώπους ή φορείς στους οποίους ανατίθενται δραστηριότητες. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης, σε περίπτωση αμφιβολίας, να επαληθεύουν κατά πόσο οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι σωστές.

(44)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους, των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, να υποβάλλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στοιχεία για τις δραστηριότητές τους στο έδαφός τους για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς. Όταν τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών λειτουργούν στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκατάστασης, οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται επίσης για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ και IV της παρούσας οδηγίας, και τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επαφής στο έδαφός τους, προκειμένου να διευκολύνεται η εποπτεία των δικτύων αντιπροσώπων από τις αρμόδιες αρχές. Η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών κανόνων σχετικά με τα κριτήρια που θα καθορίζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία θα αποφασίζεται πότε είναι σκόπιμος ο διορισμός κεντρικού σημείου επαφής και ποιες θα πρέπει να είναι οι αρμοδιότητές του. Η απαίτηση ορισμού κεντρικού σημείου επαφής θα πρέπει να είναι ανάλογη προς την επίτευξη του στόχου της επαρκούς επικοινωνίας και υποβολής στοιχείων σχετικά με τη συμμόρφωση με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ και IV στο κράτος μέλος υποδοχής.

(45)

Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπου απαιτείται άμεση δράση ώστε να αντιμετωπιστεί σοβαρή απειλή για τα συλλογικά συμφέροντα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως σε περίπτωση απάτης μεγάλης κλίμακας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα, παράλληλα με τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους προέλευσης και εν αναμονή της λήψης μέτρων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να είναι κατάλληλα, ανάλογα προς τον σκοπό, να μην κάνουν διακρίσεις και να είναι προσωρινής φύσης. Τα όποια μέτρα ληφθούν θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένα. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης του σχετικού ιδρύματος πληρωμών και οι άλλες σχετικές αρχές, όπως η Επιτροπή και η ΕΑΤ, θα πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν λόγω της επείγουσας κατάστασης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(46)

Μολονότι η παρούσα οδηγία καθορίζει το ελάχιστο σύνολο των εξουσιών που οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν κατά την εποπτεία της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων πληρωμών, οι εν λόγω εξουσίες πρέπει να ασκούνται με σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Με την επιφύλαξη του ελέγχου από ανεξάρτητη αρχή (εθνική αρχή προστασίας δεδομένων) και σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλες και αποτελεσματικές εγγυήσεις, στις περιπτώσεις όπου η άσκηση των εξουσιών αυτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάχρηση ή αυθαιρεσία που θα αποτελεί σοβαρή παρέμβαση στα δικαιώματα αυτά, για παράδειγμα, μέσω εκ των προτέρων άδειας λειτουργίας από τη δικαστική αρχή του οικείου κράτους μέλους, όπου αυτό ενδείκνυται.

(47)

Είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι όλα τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών υπόκεινται σε ορισμένες στοιχειώδεις νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις. Ως εκ τούτου, είναι επιθυμητό να απαιτείται να καταγράφεται η ταυτότητα και ο τόπος δραστηριοποίησης όλων των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, μεταξύ άλλων και εκείνων των προσώπων που δεν είναι σε θέση να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις αδειοδότησης ως ιδρύματα πληρωμών. Μία τέτοια προσέγγιση είναι σύμφωνη με τη λογική της ειδικής σύστασης VI της ομάδας διεθνούς χρηματοοικονομικής δράσης για το ξέπλυμα χρήματος, η οποία προβλέπει τη δημιουργία ενός μηχανισμού βάσει του οποίου οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στη σύσταση αυτή, θα μπορούν εντούτοις να αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών. Για τον σκοπό αυτό, ακόμα και όταν τα πρόσωπα αυτά εξαιρούνται από όλες ή ορισμένες από τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τα εγγράφουν στο μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών. Ωστόσο, είναι ουσιώδες να υπόκειται η δυνατότητα εξαίρεσης σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την αξία των συναλλαγών πληρωμών. Τα εξαιρούμενα ιδρύματα πληρωμών δεν θα πρέπει να έχουν δικαίωμα εγκατάστασης ή ελευθερία παροχής υπηρεσιών, και δεν θα πρέπει να ασκούν εμμέσως τα δικαιώματα αυτά ενώ είναι μέλη συστήματος πληρωμών.

(48)

Λόγω της ειδικής φύσης της ασκούμενης δραστηριότητας και των κινδύνων που συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες, επωφελούμενοι των κανόνων του «μηχανισμού διαβατηρίου».

(49)

Έχει ουσιαστική σημασία για κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να μπορεί να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες των τεχνικών υποδομών των συστημάτων πληρωμών. Ωστόσο, η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλες απαιτήσεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητας και της σταθερότητας αυτών των συστημάτων. Κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που ζητεί να συμμετάσχει σε σύστημα πληρωμών πρέπει να φέρει τον κίνδυνο της δικής του επιλογής συστήματος και να αποδεικνύει στο σύστημα πληρωμών ότι οι εσωτερικές του ρυθμίσεις επαρκούν για την αντιμετώπιση κάθε κινδύνου. Τα εν λόγω συστήματα πληρωμών περιλαμβάνουν κατά κανόνα τα τετραμερή συστήματα πιστωτικών καρτών καθώς και τα μείζονα συστήματα διεκπεραίωσης μεταφορών πιστώσεων και άμεσων χρεώσεων. Για να διασφαλίζεται σε ολόκληρη την Ένωση η ισότιμη μεταχείριση των διαφορετικών κατηγοριών των αδειοδοτημένων παροχών υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους όρους της αδειοδότησής τους, είναι αναγκαίο να αποσαφηνισθούν οι κανόνες πρόσβασης στα συστήματα πληρωμών.

(50)

Θα πρέπει να προβλέπεται ισότιμη μεταχείριση των αδειοδοτημένων ιδρυμάτων πληρωμών και πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που συμμετέχει στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά να μπορεί να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικής υποδομής των συστημάτων πληρωμών υπό τους ίδιους όρους. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μια διαφορά μεταχείρισης μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των ωφελουμένων από την εξαίρεση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, καθώς και από την εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, λόγω των διαφορών του σχετικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας στο οποίο υπόκεινται. Εν πάση περιπτώσει, διαφορές τιμών θα πρέπει να επιτρέπονται μόνον όταν το δικαιολογούν οι διαφορές κόστους των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει ούτε το δικαίωμα των κρατών μελών να περιορίζουν την πρόσβαση στα θεμελιωδώς σημαντικά συστήματα σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) ούτε τις αρμοδιότητες της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών σχετικά με την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών.

(51)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/26/ΕΚ. Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλισθεί θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, ένας συμμετέχων σε καθορισμένο σύστημα πληρωμών βάσει των όρων της οδηγίας 98/26/ΕΚ που παρέχει υπηρεσίες σε σχέση με το σύστημα αυτό σε αδειοδοτημένο ή καταχωρισμένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει επίσης, εφόσον ζητηθεί, να παρέχει πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές σε κάθε άλλο αδειοδοτημένο ή καταχωρισμένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών κατά τρόπο αντικειμενικό, αναλογικό και χωρίς διακρίσεις. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών στους οποίους χορηγείται τέτοια πρόσβαση δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θεωρούνται ως συμμετέχοντες όπως ορίζει η οδηγία 98/26/ΕΚ και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να επωφελούνται της προστασίας που χορηγείται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας.

(52)

Οι διατάξεις που σχετίζονται με την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών δεν θα πρέπει να ισχύουν για τα συστήματα που δημιουργούνται και λειτουργούνται από έναν και μόνο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Τα συστήματα αυτά μπορούν να λειτουργούν είτε σε άμεσο ανταγωνισμό με τα συστήματα πληρωμών είτε, συνηθέστερα, σε έναν εξειδικευμένο χώρο της αγοράς που δεν καλύπτεται επαρκώς από συστήματα πληρωμών. Τα συστήματα αυτά περιλαμβάνουν τα τριμερή συστήματα, όπως τα τριμερή συστήματα πιστωτικών καρτών, στον βαθμό που δεν λειτουργούν ποτέ ως εν τοις πράγμασι τετραμερή συστήματα καρτών, στηριζόμενα για παράδειγμα σε κατόχους άδειας, αντιπροσώπους ή εταίρους του ίδιου εμπορικού σήματος. Επίσης, αυτά τα συστήματα περιλαμβάνουν συνήθως υπηρεσίες πληρωμών που προσφέρονται από παρόχους υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, όπου ο φορέας εκμετάλλευσης του συστήματος είναι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και για τον πληρωτή και για το δικαιούχο, καθώς και εσωτερικά συστήματα τραπεζικών ομίλων. Για να τονωθεί ο ανταγωνισμός που μπορούν να κάνουν αυτά τα κλειστά συστήματα πληρωμών στα καθιερωμένα συνήθη συστήματα πληρωμών, δεν θα ήταν σκόπιμο να παρέχεται σε τρίτους πρόσβαση στα εν λόγω κλειστά συστήματα πληρωμών. Ωστόσο, τα εν λόγω κλειστά συστήματα θα πρέπει να υπόκεινται πάντα στους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες ανταγωνισμού που μπορεί να απαιτούν τη χορήγηση πρόσβασης στα εν λόγω συστήματα προκειμένου να διατηρείται πραγματικός ανταγωνισμός στις αγορές πληρωμών.

(53)

Δεδομένου ότι καταναλωτές και επιχειρήσεις δεν βρίσκονται στην ίδια θέση, δεν χρειάζονται το ίδιο επίπεδο προστασίας. Ενώ είναι σημαντικό να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του καταναλωτή με διατάξεις από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με σύμβαση, είναι λογικό να αφήνονται οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί να συμφωνούν διαφορετικά, όταν δεν συναλλάσσονται με πελάτες. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (16), αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι καταναλωτές. Εν πάση περιπτώσει, ορισμένες βασικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει πάντα να εφαρμόζονται, ανεξάρτητα από το καθεστώς του χρήστη.

(54)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίζει τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την πληροφόρηση των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνουν σαφή πληροφόρηση στο ίδιο υψηλό επίπεδο, για να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές και να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα τις πιο συμφέρουσες υπηρεσίες στην αγορά της Ένωσης. Χάριν διαφάνειας, η παρούσα οδηγία θα θεσπίζει τις δέουσες εναρμονισμένες απαιτήσεις σε σχέση με την παροχή της αναγκαίας, επαρκούς και κατανοητής πληροφόρησης στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών τόσο σχετικά με τη σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών όσο και με τις πράξεις πληρωμής. Προκειμένου να προαχθεί η ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς των υπηρεσιών πληρωμών, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εκδίδουν διατάξεις σχετικά με την πληροφόρηση πέραν των διατάξεων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

(55)

Οι καταναλωτές θα πρέπει να προστατεύονται από αθέμιτες και παραπλανητικές πρακτικές σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), καθώς και τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/31/ΕΚ (18), 2002/65/ΕΚ (19), 2008/48/ΕΚ, 2011/83/ΕΕ (20) και 2014/92/ΕΕ (21). Οι διατάξεις των εν λόγω οδηγιών εξακολουθούν να ισχύουν. Ωστόσο, η σχέση των απαιτήσεων προσυμβατικής πληροφόρησης που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 2002/65/ΕΚ χρειάζεται ειδική διευκρίνιση.

(56)

Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα, οι απαιτούμενες πληροφορίες θα πρέπει να είναι ανάλογες με τις ανάγκες των χρηστών και να γνωστοποιούνται με τυποποιημένη μορφή. Ωστόσο, οι απαιτήσεις πληροφόρησης για μία μεμονωμένη πράξη πληρωμής θα πρέπει να είναι διαφορετικές από τις απαιτήσεις σύμβασης-πλαισίου η οποία προβλέπει σειρά πράξεων πληρωμής.

(57)

Στην πράξη, οι συμβάσεις-πλαίσια και οι συναλλαγές πληρωμών που καλύπτουν είναι πολύ συνηθέστερες και οικονομικώς σημαντικότερες από τις μεμονωμένες πράξεις πληρωμής. Εάν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών ή ειδικό μέσο πληρωμών, απαιτείται σύμβαση-πλαίσιο. Επομένως, οι απαιτήσεις εκ των προτέρων ενημέρωσης για τις συμβάσεις-πλαίσια θα πρέπει να είναι πολύ διεξοδικές και οι πληροφορίες θα πρέπει πάντα να παρέχονται είτε σε έγχαρτη μορφή είτε σε άλλο σταθερό μέσο, όπως τα αποσπάσματα λογαριασμών που εκτυπώνονται από ειδικούς εκτυπωτές, τα CD-ROM, τα DVD, οι σκληροί δίσκοι προσωπικών υπολογιστών στους οποίους μπορεί να αποθηκεύεται το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, και οι ιστοσελίδες, εφόσον οι ιστοσελίδες αυτές είναι προσιτές κατά τρόπο που να επιτρέπει τη μελλοντική πρόσβαση στις αποθηκευμένες πληροφορίες, για χρονικό διάστημα επαρκές για την πληροφόρηση, και εφόσον οι ιστοσελίδες αυτές επιτρέπουν την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών. Ωστόσο, ο τρόπος παροχής εκ των υστέρων πληροφόρησης σχετικά με τις εκτελεσθείσες πράξεις πληρωμής θα πρέπει να μπορεί να συμφωνείται στη σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, π.χ. να συμφωνείται ότι, στις τραπεζικές εργασίες μέσω του διαδικτύου, όλες οι πληροφορίες για τον λογαριασμό πληρωμών παρέχονται σε απευθείας ηλεκτρονική σύνδεση (online).

(58)

Στις μεμονωμένες πράξεις πληρωμής, μόνο οι ουσιώδεις πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται πάντα με ιδία πρωτοβουλία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Δεδομένου ότι ο πληρωτής είναι συνήθως παρών όταν δίνει την εντολή πληρωμής, δεν θα πρέπει είναι απαραίτητο να απαιτείται πάντα η παροχή πληροφοριών σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρέχει τις πληροφορίες προφορικά χωρίς διατυπώσεις ή να τις καθιστά προσβάσιμες με άλλο τρόπο, π.χ. με την αναγραφή των όρων σε πίνακα ανακοινώσεων στην επαγγελματική του στέγη. Θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμη ενημέρωση σχετικά με το πού βρίσκονται άλλες διεξοδικότερες πληροφορίες, π.χ. στην ιστοσελίδα. Ωστόσο, εάν το ζητήσει ο καταναλωτής, οι ουσιώδεις πληροφορίες θα πρέπει να του δίδονται επίσης σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο.

(59)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει το δικαίωμα των καταναλωτών να τους παρέχονται ατελώς οι σχετικές πληροφορίες προτού δεσμευθούν από οποιαδήποτε σύμβαση υπηρεσίας πληρωμών. Οι καταναλωτές θα πρέπει επίσης να μπορούν να ζητήσουν προηγούμενη πληροφόρηση καθώς και τη σύμβαση-πλαίσιο σε έγχαρτη μορφή, ατελώς, σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, έτσι ώστε να μπορούν τόσο να συγκρίνουν τις υπηρεσίες των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και τους όρους τους όσο και, σε περίπτωση διαφοράς, να εξακριβώνουν τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του, ώστε να διατηρείται υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να είναι σύμφωνες με την οδηγία 2002/65/ΕΚ. Οι συγκεκριμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με την ατελή ενημέρωση δεν θα πρέπει να οδηγήσουν στην επιβολή χρέωσης για την παροχή πληροφοριών στους καταναλωτές δυνάμει άλλων εφαρμοστέων οδηγιών.

(60)

Ο τρόπος με τον οποίον θα πρέπει να δίνονται οι απαιτούμενες πληροφορίες από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες του χρήστη αυτού καθώς και τις πρακτικές τεχνικές πτυχές και την οικονομική αποδοτικότητα ανάλογα με την κατάσταση όσον αφορά τη συμφωνία στη σχετική σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επομένως να διακρίνει μεταξύ δύο τρόπων με τους οποίους ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να παράσχει πληροφορίες: είτε οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται ήτοι να κοινοποιούνται όντως από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών την κατάλληλη στιγμή όπως απαιτείται από την παρούσα οδηγία χωρίς όχληση εκ μέρους του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών, ή οι πληροφορίες θα πρέπει να είναι διαθέσιμες στον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών στη βάση αιτήματος για πρόσθετη πληροφόρηση. Στη δεύτερη κατάσταση, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να αναλαμβάνει συγκεκριμένη πρωτοβουλία για πρόσβαση στις πληροφορίες π.χ. υποβάλλοντας ρητό αίτημα στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών, συνδεόμενος με θυρίδα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τραπεζικού λογαριασμού ή εισάγοντας μια τραπεζική κάρτα σε εκτυπωτή αντιγράφων κίνησης λογαριασμού. Για τους σκοπούς αυτούς, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να μεριμνά ώστε η πρόσβαση στις πληροφορίες να είναι δυνατή και οι πληροφορίες να είναι διαθέσιμες στον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών.

(61)

Θα πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή οι βασικές πληροφορίες για τις εκτελούμενες πράξεις πληρωμής χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση. Σε περίπτωση μεμονωμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να χρεώνει χωριστά την εν λόγω ενημέρωση. Ομοίως, η συνακόλουθη ενημέρωση για τις πράξεις πληρωμής δυνάμει σύμβασης-πλαισίου θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε μηνιαία βάση ατελώς. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της διαφάνειας στην τιμολόγηση και τις διαφορετικές ανάγκες των πελατών, τα μέρη θα πρέπει να μπορούν να συμφωνούν μια χρέωση για μια συχνότερη ή πρόσθετη ενημέρωση. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη διαφορετικές εθνικές πρακτικές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν τα μηνιαία έντυπα αντίγραφα κίνησης λογαριασμού πληρωμών σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο να παρέχονται πάντα ατελώς.

(62)

Για να διευκολύνεται η κινητικότητα των πελατών, θα πρέπει να παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα να καταγγέλλουν χωρίς επιβάρυνση μια σύμβαση-πλαίσιο. Ωστόσο, για τις συμβάσεις που καταγγέλλονται από τον καταναλωτή σε λιγότερο από έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τέλη σύμφωνα με τις δαπάνες που προκύπτουν από την καταγγελία της σύμβασης-πλαισίου από τον καταναλωτή. Για τους καταναλωτές, η προθεσμία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να συμφωνηθεί μεγαλύτερη του ενός μηνός, και, για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, μικρότερη των δύο μηνών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να θέτει τέρμα στη σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών σε εξαιρετικές περιστάσεις δυνάμει άλλων σχετικών πράξεων ενωσιακού ή εθνικού δικαίου, όπως αυτές για το ξέπλυμα χρημάτων και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, τυχόν ενέργειες που αφορούν τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ή συγκεκριμένα μέτρα που συνδέονται με την πρόληψη και τη διερεύνηση εγκλημάτων.

(63)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει, προς το συμφέρον του καταναλωτή, να μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις σε μονομερείς αλλαγές των όρων μιας σύμβασης-πλαισίου, επί παραδείγματι εάν δεν υπάρχει δικαιολογημένη αιτία για τη συγκεκριμένη αλλαγή.

(64)

Οι συμβατικές διατάξεις δεν θα πρέπει να έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη διάκριση σε βάρος των καταναλωτών που διαμένουν νόμιμα στην Ένωση, λόγω της υπηκοότητας ή του τόπου διαμονής τους. Για παράδειγμα, αν μια σύμβαση-πλαίσιο προβλέπει το δικαίωμα αναστολής της χρήσης του μέσου πληρωμών για αντικειμενικώς αιτιολογημένους λόγους, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί το εν λόγω δικαίωμα για τον λόγο και μόνον ότι ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών έχει αλλάξει τον τόπο διαμονής του εντός της Ένωσης.

(65)

Όσον αφορά τις χρεώσεις, η εμπειρία έχει δείξει ότι ο καταμερισμός των χρεώσεων μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου είναι το πιο αποτελεσματικό σύστημα γιατί διευκολύνει την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών. Θα πρέπει συνεπώς, υπό κανονικές συνθήκες, να προβλέπεται η άμεση είσπραξη των χρεώσεων από τον πληρωτή και το δικαιούχο εκ μέρους των αντίστοιχων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Το ύψος των τυχόν χρεώσεων μπορεί να είναι και μηδενικό, δεδομένου ότι οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγουν την πρακτική κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν χρεώνει τους καταναλωτές για την πίστωση των λογαριασμών τους. Ομοίως, ανάλογα με τους όρους της σύμβασης, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να χρεώνει μόνο τον δικαιούχο (έμπορο) για τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμής, οπότε προκύπτει μηδενική χρέωση του πληρωτή. Είναι δυνατό τα συστήματα πληρωμής να επιβάλουν χρεώσεις υπό μορφή συνδρομής. Οι διατάξεις για το μεταφερόμενο ποσό ή τις τυχόν χρεώσεις δεν έχουν καμία άμεση επίδραση στην τιμολόγηση μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών ή τυχόν μεσαζόντων.

(66)

Οι διαφορετικές εθνικές πρακτικές χρεώσεων για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών («πρόσθετες χρεώσεις») έχουν οδηγήσει σε ακραία ετερογένεια στην αγορά πληρωμών της Ένωσης και έχουν γίνει πηγή σύγχυσης για τους καταναλωτές, ιδίως στο ηλεκτρονικό εμπόριο και σε διασυνοριακό πλαίσιο. Έμποροι οι οποίοι βρίσκονται σε κράτη μέλη όπου επιτρέπεται η πρόσθετη χρέωση προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες σε κράτη μέλη όπου η πρόσθετη χρέωση απαγορεύεται και επιβάλλουν πρόσθετη χρέωση στον καταναλωτή. Υπάρχουν επίσης πολλά παραδείγματα εμπόρων που επιβάλλουν στους καταναλωτές πρόσθετες χρεώσεις σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από το κόστος που επιβάρυνε τους ίδιους για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών. Επιπλέον, ένα ισχυρό επιχείρημα για την αναθεώρηση των πρακτικών πρόσθετων χρεώσεων στηρίζεται στο γεγονός ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 θεσπίζει κανόνες για τις διατραπεζικές προμήθειες για πληρωμές με κάρτα. Οι διατραπεζικές προμήθειες αποτελούν το κύριο στοιχείο των εμπορικών χρεώσεων για κάρτες και πληρωμές με κάρτα. Η επιβολή πρόσθετων χρεώσεων είναι η κύρια πρακτική που χρησιμοποιείται ενίοτε από τους εμπόρους για την αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους των πληρωμών με κάρτα. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 επιβάλλει περιορισμούς στο επίπεδο των διατραπεζικών προμηθειών. Οι εν λόγω περιορισμοί θα ισχύσουν πριν από την απαγόρευση που θεσπίζεται με την παρούσα οδηγία. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αποτρέψουν τους δικαιούχους από το να ζητούν χρέωση για τη χρήση μέσων πληρωμών, για τα οποία οι διατραπεζικές προμήθειες διέπονται από το κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) 2015/751.

(67)

Μολονότι η παρούσα οδηγία αναγνωρίζει τη σημασία των ιδρυμάτων πληρωμών, τα πιστωτικά ιδρύματα παραμένουν η κύρια πύλη για τους καταναλωτές για την αποδοχή πράξεων πληρωμής. Η έκδοση μέσου πληρωμών με κάρτα από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, είτε πιστωτικό ίδρυμα είτε ίδρυμα πληρωμών, άλλον από εκείνον που εξυπηρετεί τον λογαριασμό του πελάτη θα εξασφαλίσει αυξημένο ανταγωνισμό στην αγορά και, κατά συνέπεια, περισσότερες επιλογές και καλύτερες προσφορές για τους καταναλωτές. Ενώ σήμερα η πλειονότητα των πληρωμών στο σημείο πώλησης βασίζονται σε κάρτα, ο υπάρχον βαθμός καινοτομίας στον τομέα των πληρωμών θα μπορούσε να οδηγήσει στην ταχεία εμφάνιση νέων διαύλων πληρωμών κατά τα προσεχή έτη. Για αυτόν τον λόγο είναι σκόπιμο, κατά την επανεξέταση της παρούσας οδηγίας, να δοθεί από την Επιτροπή ιδιαίτερη προσοχή στις εν λόγω εξελίξεις και στην ενδεχόμενη ανάγκη να αναθεωρηθεί το πεδίο εφαρμογής της διάταξης για την επιβεβαίωση σχετικά με τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων. Σε ό,τι αφορά τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμής με κάρτα, ιδίως χρεωστικές κάρτες, η λήψη επιβεβαίωσης σχετικά με τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων στον λογαριασμό του πελάτη από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού θα μπορούσε να επιτρέψει στον εκδότη του μέσου να διαχειριστεί καλύτερα και να μειώσει τον πιστωτικό του κίνδυνο. Συγχρόνως, η εν λόγω επιβεβαίωση δεν θα πρέπει να επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να δεσμεύει κεφάλαια στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή.

(68)

Με τη χρήση της κάρτας ή του μέσου πληρωμών με κάρτα για την πραγματοποίηση πληρωμής ενεργοποιείται συχνά η δημιουργία μηνύματος που επιβεβαιώνει ότι τα κεφάλαια είναι διαθέσιμα και εκτελούνται δύο επακόλουθες πράξεις πληρωμής. Η πρώτη πράξη εκτελείται μεταξύ του εκδότη και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του εμπόρου, ενώ η δεύτερη, συνήθως η άμεση χρέωση, εκτελείται μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή και του εκδότη. Οι δύο πράξεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως κάθε άλλη ισοδύναμη συναλλαγή. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδουν μέσα πληρωμής με κάρτα θα πρέπει να απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων και να υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, ανεξάρτητα από το αν αποτελούν τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή, ιδίως όσον αφορά την ευθύνη τους (π.χ. έλεγχος γνησιότητας) και τις υποχρεώσεις τους έναντι των διαφόρων φορέων της αλυσίδας πληρωμών. Δεδομένου ότι το αίτημα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και η επιβεβαίωση σχετικά με τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων μπορούν να γίνουν μέσω των υφιστάμενων ασφαλών διαύλων επικοινωνίας και των υφιστάμενων τεχνικών διαδικασιών και υποδομών για την επικοινωνία μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής ή των παρόχων υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, τηρώντας παράλληλα τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας, δεν θα πρέπει να υπάρχει πρόσθετο κόστος για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ή τους κατόχους καρτών. Επιπλέον, ανεξάρτητα από το αν η πράξη πληρωμής εκτελείται σε διαδικτυακό περιβάλλον (στον δικτυακό τόπο του εμπόρου) ή σε κατάστημα λιανικής πώλησης, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού θα πρέπει να υποχρεούται να παράσχει την επιβεβαίωση που ζητείται από τον εκδότη μόνον όταν οι λογαριασμοί που τηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού είναι ηλεκτρονικά προσβάσιμοι για την εν λόγω επιβεβαίωση τουλάχιστον μέσω διαδικτύου. Δεδομένης της ειδικής φύσης του ηλεκτρονικού χρήματος, ο μηχανισμός αυτός δεν θα πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται σε πράξεις πληρωμής που δρομολογούνται μέσω εργαλείων πληρωμής με κάρτα στα οποία αποθηκεύεται ηλεκτρονικό χρήμα, κατά τα οριζόμενα στην οδηγία 2009/110/ΕΚ.

(69)

Η υποχρέωση ασφαλούς φύλαξης των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας είναι υψίστης σημασίας για την προστασία των κεφαλαίων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και για τον περιορισμό των κινδύνων που συνδέονται με περιπτώσεις απάτης και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε λογαριασμό πληρωμών. Ωστόσο, οι όροι και οι προϋποθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας δεν θα πρέπει να καταρτίζονται κατά τρόπο που να εμποδίζει τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών να αξιοποιούν τις υπηρεσίες που προσφέρονται από άλλους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και των υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού. Περαιτέρω, αυτοί οι όροι και προϋποθέσεις δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν ρήτρες που θα δυσχεραίνουν με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση των υπηρεσιών πληρωμών άλλων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή καταχωριστεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(70)

Προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι και οι συνέπειες των μη εγκεκριμένων ή εσφαλμένων πράξεων πληρωμής, ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να ενημερώνει, το συντομότερο δυνατόν, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σχετικά με τυχόν αμφισβητήσεις εικαζόμενων μη εγκεκριμένων ή εσφαλμένων πράξεων πληρωμής υπό την προϋπόθεση ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις πληροφόρησης που υπέχει σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Εάν ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών τηρήσει την προθεσμία αυτήν, θα πρέπει να μπορεί να ασκεί τις εν λόγω αξιώσεις, με την επιφύλαξη των εθνικών περιόδων παραγραφής. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να μην επηρεάσει άλλες αξιώσεις μεταξύ χρηστών και παρόχων υπηρεσιών.

(71)

Σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να επιστρέφει αμέσως το ποσό της εν λόγω πράξης στον πληρωτή. Ωστόσο, όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια ότι πρόκειται για μη εγκεκριμένη πράξη που προκύπτει από δόλια συμπεριφορά του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και όταν η εν λόγω υπόνοια στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους που γνωστοποιούνται στην αρμόδια εθνική αρχή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργεί, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, έρευνα πριν από την επιστροφή του ποσού στον πληρωτή. Προκειμένου να προστατευτεί ο πληρωτής από οποιαδήποτε επιβάρυνση, η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του επιστρεπτέου ποσού δεν επιτρέπεται να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία το ποσό έχει χρεωθεί. Για να δοθεί κίνητρο στον χρήστη των υπηρεσιών να γνωστοποιεί στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τυχόν κλοπή ή απώλεια του μέσου πληρωμών και να περιορίζεται έτσι ο κίνδυνος διενέργειας μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, θα πρέπει να φέρει την ευθύνη μόνο ενός περιορισμένου ποσού, εκτός εάν έχει ενεργήσει με δόλο ή βαριά αμέλεια. Στο πλαίσιο αυτό, το ποσό των 50 EUR φαίνεται να είναι επαρκές ώστε να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη και υψηλού επιπέδου προστασία των χρηστών στο εσωτερικό της Ένωσης. Δεν θα πρέπει να υπάρχει ευθύνη όταν ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών. Επιπλέον, άπαξ οι χρήστες ενημερώσουν τον πάροχο για τον κίνδυνο δόλιας χρήσης του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να είναι υπόχρεοι να καλύψουν περαιτέρω ζημίες που απορρέουν από τη μη εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω μέσου. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει υπό την επιφύλαξη της ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών για την τεχνική ασφάλεια των προϊόντων τους.

(72)

Για να εκτιμηθεί αν υπάρχει αμέλεια ή βαριά αμέλεια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία και ο βαθμός της καταγγελλόμενης αμέλειας θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, ενώ η έννοια της αμέλειας συνεπάγεται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, με τον όρο βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται κάτι βαρύτερο από την απλή αμέλεια, που θα αφορά μορφές συμπεριφοράς που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό έλλειψης επιμέλειας, παραδείγματος χάριν η περίπτωση όπου τα διαπιστευτήρια που χρησιμοποιούνται για την έγκριση πράξης πληρωμής φυλάσσονται δίπλα στο μέσο πληρωμής κατά τρόπο ανοικτό και ευχερώς ανιχνεύσιμο από τρίτους. Οι συμβατικοί όροι και οι όροι παροχής και χρήσης ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών που θα συνεπάγονταν αύξηση του βάρους της απόδειξης έναντι του καταναλωτή ή μείωση του βάρους της απόδειξης έναντι του εκδότη, θα πρέπει να θεωρούνται άκυροι. Εξάλλου, σε ειδικές περιπτώσεις και ιδίως στις περιπτώσεις όπου το μέσο πληρωμής δεν είναι παρόν στο σημείο πώλησης, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παρέχει αποδείξεις της καταγγελλόμενης αμέλειας, δεδομένου ότι τα μέσα που διαθέτει ο πληρωτής είναι πολύ περιορισμένα σε αυτές τις περιπτώσεις.

(73)

Θα πρέπει να προβλέπεται η κατανομή των ζημιών σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Διαφορετικές διατάξεις μπορούν να ισχύουν για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών οι οποίοι δεν είναι καταναλωτές, δεδομένου ότι οι χρήστες αυτοί βρίσκονται κατά κανόνα σε καλύτερη θέση να εκτιμήσουν τον κίνδυνο απάτης και να λάβουν τα αντισταθμιστικά μέτρα. Προκειμένου να εξασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, οι πληρωτές πρέπει πάντοτε να έχουν το δικαίωμα να απευθύνουν την αξίωσή τους για επιστροφή χρηματικών ποσών προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού τους, ακόμη και όταν πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών συμμετέχει στην πράξη πληρωμής. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του καταμερισμού των ευθυνών μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.

(74)

Στην περίπτωση των υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και των εμπλεκόμενων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να αρμόζουν στην παρεχόμενη υπηρεσία. Συγκεκριμένα, ο επιμερισμός της ευθύνης μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί τον λογαριασμό και του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής που εμπλέκεται στη συναλλαγή θα πρέπει να τους υποχρεώνει να αναλάβουν την ευθύνη για τα αντίστοιχα μέρη της συναλλαγής, που είναι υπό τον έλεγχό τους.

(75)

Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών σε περιπτώσεις πράξεων πληρωμής βάσει κάρτας όπου το ακριβές ποσόν της πράξης δεν είναι γνωστό κατά τη στιγμή που ο πληρωτής συναινεί στην εκτέλεση της πράξης πληρωμής, επί παραδείγματι σε αυτόματα πρατήρια καυσίμων, σε συμβάσεις μίσθωσης αυτοκινήτων ή όταν προβαίνει σε κρατήσεις ξενοδοχείων. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει κεφάλαια στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, μόνον αν ο πληρωτής έχει συναινέσει στο ακριβές ποσόν που πρόκειται να δεσμευθεί, το οποίο ποσόν θα πρέπει να αποδεσμεύεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη λήψη των πληροφοριών σχετικά με το ακριβές ποσόν της πράξης πληρωμής και το αργότερο αμέσως μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής.

(76)

Ο SEPA στοχεύει στην περαιτέρω ανάπτυξη κοινών υπηρεσιών πληρωμών εντός της Ένωσης, οι οποίες θα αντικαταστήσουν τις υφιστάμενες εθνικές υπηρεσίες όσον αφορά τις πληρωμές σε ευρώ. Με σκοπό να εξασφαλιστεί η πλήρης μετάβαση στις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις εντός της Ένωσης, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 260/2012 προβλέπει τεχνικές και επιχειρηματικές απαιτήσεις για τις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις σε ευρώ. Όσον αφορά τις άμεσες χρεώσεις, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι ο πληρωτής δίνει τη συγκατάθεσή του τόσο στον δικαιούχο όσο και στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή (άμεσα ή έμμεσα μέσω του δικαιούχου) και οι εν λόγω εντολές, μαζί με τις μετέπειτα τροποποιήσεις ή την ακύρωση, φυλάσσονται από τον δικαιούχο ή από τρίτο για λογαριασμό του δικαιούχου. Το υπάρχον και, μέχρι στιγμής, μοναδικό πανευρωπαϊκό καθεστώς άμεσης χρέωσης για καταναλωτικές πληρωμές σε ευρώ, το οποίο διαμορφώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληρωμών, βασίζεται στην αρχή ότι η εντολή εκτέλεσης άμεσης χρέωση δίδεται από τον πληρωτή στον δικαιούχο και, μαζί με τις μετέπειτα τροποποιήσεις ή την ακύρωση, φυλάσσονται από τον δικαιούχο. Η εντολή μπορεί επίσης να φυλάσσεται από τρίτον για λογαριασμό του δικαιούχου. Για να εξασφαλιστεί ευρεία υποστήριξη του κοινού στον SEPA και να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή εντός του SEPA, το υπάρχον πανευρωπαϊκό καθεστώς άμεσης χρέωσης προβλέπει άνευ όρων δικαίωμα επιστροφής για τις εξουσιοδοτημένες πληρωμές. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να προβλέψει άνευ όρων δικαίωμα επιστροφής, ως γενική απαίτηση για όλες τις πράξεις άμεσης χρέωσης σε ευρώ εντός της Ένωσης.

Ωστόσο, παράλληλα με τον SEPA, εξακολουθούν να υπάρχουν παλαιότερα συστήματα άμεσης χρέωσης εκτός ευρώ στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ. Τα εν λόγω συστήματα αποδεικνύονται αποτελεσματικά ενώ εξασφαλίζουν το ίδιο υψηλό επίπεδο προστασίας στον πληρωτή με άλλα μέσα διαφύλαξης, τα οποία δεν βασίζονται πάντοτε στο άνευ όρων δικαίωμα επιστροφής. Στην περίπτωση αυτή ο πληρωτής θα πρέπει να προστατεύεται από τον γενικό κανόνα για την επιστροφή, όταν η εκτελούμενη πράξη πληρωμής υπερβαίνει το ευλόγως αναμενόμενο ποσό. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν κανόνες που αφορούν το δικαίωμα επιστροφής που θα είναι ευνοϊκότεροι για τον πληρωτή. Υπάρχει πραγματική ζήτηση για συγκεκριμένα προϊόντα άμεσης χρέωσης σε ευρώ στο πλαίσιο του SEPA, όπως φαίνεται από τη συνεχιζόμενη ύπαρξη ορισμένων παλαιότερων υπηρεσιών πληρωμών σε ευρώ σε ορισμένα κράτη μέλη. Θα ήταν σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να επιτρέπεται να συμφωνούν ο πληρωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή σε σύμβαση-πλαίσιο ότι ο πληρωτής δεν δικαιούται επιστροφή σε καταστάσεις στις οποίες ο πληρωτής προστατεύεται, είτε διότι έχει δώσει τη συγκατάθεσή του να εκτελεστεί πράξη απευθείας στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του, μεταξύ άλλων όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου, είτε διότι, κατά περίπτωση, οι πληροφορίες για τη μελλοντική πράξη πληρωμής έχουν παρασχεθεί ή τεθεί στη διάθεση του πληρωτή, κατά συμφωνηθέντα τρόπο, τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή από τον δικαιούχο. Σε κάθε περίπτωση, ο πληρωτής θα πρέπει πάντοτε να προστατεύεται από τον γενικό κανόνα επιστροφής στην περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής ή πράξεων πληρωμής που έχουν εκτελεστεί εσφαλμένα.

(77)

Για τον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων έγκαιρης πληρωμής, οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν βεβαιότητα για το χρόνο που απαιτεί η εκτέλεση μιας εντολής πληρωμής. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει, επομένως, να εισάγει ένα χρονικό σημείο μετά το οποίο αρχίζουν να ισχύουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, δηλαδή ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών λαμβάνει την εντολή πληρωμής, μεταξύ άλλων και τη στιγμή κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε τη δυνατότητα να τη λάβει με μέσο επικοινωνίας που συμφωνείται στο πλαίσιο της σύμβασης υπηρεσίας πληρωμών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προηγούμενη συμμετοχή στη διαδικασία που καταλήγει στη δημιουργία και τη διαβίβαση της εντολής πληρωμής, π.χ. ασφάλεια και διαθεσιμότητα ελέγχων επάρκειας κεφαλαίων, πληροφορίες για τη χρήση του ΡΙΝ, έκδοση υπόσχεσης πληρωμής. Επιπλέον, λήψη της εντολής πληρωμής θα πρέπει να είναι η στιγμή που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή λαμβάνει την εντολή πληρωμής προς χρέωση από τον λογαριασμό του πληρωτή. Η ημέρα ή η στιγμή κατά την οποία δικαιούχος διαβιβάζει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του εντολές είσπραξης π.χ. των πληρωμών κάρτας ή άμεσων χρεώσεων ή όταν στον δικαιούχο χορηγείται προχρηματοδότηση για τα σχετικά ποσά από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του μέσω ενδεχόμενης πίστωσης στον λογαριασμό του δεν θα πρέπει να έχει σημασία εν προκειμένω. Οι χρήστες θα πρέπει να μπορούν να προσδοκούν την ορθή εκτέλεση μιας πλήρους και έγκυρης εντολής πληρωμής, εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν έχει κανένα συμβατικό ή νομικό λόγο να την αρνηθεί. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αρνηθεί την εκτέλεση εντολής πληρωμής, η άρνηση και ο λόγος της άρνησης θα πρέπει να κοινοποιούνται στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών με την πρώτη ευκαιρία, υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Όταν η σύμβαση-πλαίσιο προβλέπει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να επιβάλει τέλος για την άρνηση, το εν λόγω τέλος θα πρέπει να δικαιολογείται αντικειμενικά και να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερο.

(78)

Λόγω της ταχύτητας με την οποία τα σύγχρονα, πλήρως αυτοματοποιημένα, συστήματα διεκπεραιώνουν τις πράξεις πληρωμής, ύστερα από ένα ορισμένο χρονικό σημείο οι εντολές πληρωμής είναι αδύνατο να ανακληθούν χωρίς υψηλό κόστος ανθρώπινης παρέμβασης. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίος ο καθορισμός σαφούς προθεσμίας ανάκλησης. Ωστόσο, αναλόγως του είδους της υπηρεσίας πληρωμών και της εντολής πληρωμής, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα η προθεσμία ανάκλησης να είναι διαφορετική κατόπιν συμφωνίας των μερών. Η ανάκληση, στο εν λόγω πλαίσιο, θα πρέπει να ισχύει μόνον όσον αφορά τη σχέση ενός χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και, κατά συνέπεια, δεν θίγει το ανέκκλητο και τον οριστικό χαρακτήρα των πράξεων πληρωμής στα συστήματα πληρωμών.

(79)

Το ανέκκλητο των εντολών δεν θα πρέπει να επηρεάζει το δικαίωμα ή την υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών κατά τη νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών, βάσει της σύμβασης-πλαισίου του πληρωτή ή των εθνικών νόμων, κανονισμών, διοικητικών διατάξεων ή κατευθυντήριων γραμμών, να επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό εκτελεσθείσας πράξης πληρωμής σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του πληρωτή και του δικαιούχου. Η επιστροφή αυτή πρέπει να θεωρείται νέα εντολή πληρωμής. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις, τυχόν νομική διαμάχη που προκύπτει στο πλαίσιο της σχέσης επί της οποίας βασίζεται η εντολή πληρωμής θα πρέπει να διευθετείται μόνον μεταξύ του πληρωτή και του δικαιούχου.

(80)

Είναι απαραίτητο για την απολύτως ολοκληρωμένη και αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών, καθώς και για την ασφάλεια δικαίου περί την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποκείμενης υποχρέωσης μεταξύ χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, να πιστώνεται στον λογαριασμό του δικαιούχου ολόκληρο το ποσό που μεταφέρει ο πληρωτής. Έτσι, κανείς απ’ όσους μεσολαβούν στην εκτέλεση των πράξεων πληρωμής δεν θα μπορεί να προβαίνει σε κρατήσεις από το μεταφερόμενο ποσό. Ο δικαιούχος θα μπορεί, ωστόσο, να συνάψει ρητή συμφωνία με τον πάροχο της υπηρεσίας πληρωμών η οποία επιτρέπει στον τελευταίο να παρακρατήσει τα έξοδά του. Εντούτοις, για να μπορεί ο δικαιούχος να επαληθεύει την ορθή καταβολή του οφειλόμενου ποσού, οι πληροφορίες που παρέχονται μετά την πράξη πληρωμής θα πρέπει να εμφανίζουν όχι μόνο το πλήρες ποσό που μεταβιβάστηκε αλλά και το ύψος των τυχόν εξόδων που έχουν παρακρατηθεί.

(81)

Τα μέσα πληρωμών μικρής αξίας θα πρέπει να είναι μια φθηνή και εύχρηστη εναλλακτική λύση στην περίπτωση αγαθών και υπηρεσιών με χαμηλή τιμή και δεν θα πρέπει να βαρύνονται με υπερβολικές απαιτήσεις. Θα πρέπει, επομένως, να περιορίζονται στις ουσιώδεις πληροφορίες οι σχετικές απαιτήσεις πληροφόρησης, καθώς και οι κανόνες εκτέλεσης των εν λόγω πληρωμών, λαμβανομένων υπόψη επίσης των τεχνικών δυνατοτήτων που μπορούν ευλόγως να αναμένονται από μέσα που χρησιμοποιούνται μόνον για πληρωμές μικρής αξίας. Παρά το απλούστερο καθεστώς, οι χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να έχουν επαρκή προστασία, ενόψει των περιορισμένων κινδύνων που ενέχουν τα εν λόγω μέσα πληρωμών, ιδίως τα προπληρωμένα.

(82)

Για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να ορίζεται μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης μιας ημέρας για όλες τις εντολές πληρωμής τις οποίες πραγματοποιεί ο πληρωτής και που εκφράζονται σε ευρώ ή στο εθνικό νόμισμα κράτους μέλους που δεν έχει ως νόμισμα το ευρώ, περιλαμβανομένων των μεταφορών πίστωσης και των εμβασμάτων. Για όλες τις άλλες πληρωμές, όπως οι πληρωμές που πραγματοποιούνται εκ μέρους ή μέσω του δικαιούχου (μεταξύ άλλων άμεσες χρεώσεις και πληρωμές με κάρτα), εφόσον δεν υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του πληρωτή που προβλέπει παράταση του χρόνου εκτέλεσης, θα πρέπει να ισχύει η ίδια προθεσμία της μιας ημέρας. Οι εν λόγω προθεσμίες θα πρέπει να μπορούν να παρατείνονται κατά μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα για τις εντολές πληρωμής που δίδονται εγγράφως, ώστε να καθίσταται δυνατή η αδιάκοπη παροχή υπηρεσιών πληρωμών στους καταναλωτές που είναι συνηθισμένοι μόνο στα έντυπα έγγραφα. Όταν χρησιμοποιείται σύστημα άμεσης χρέωσης, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου πρέπει να διαβιβάζει την εντολή είσπραξης εντός της προθεσμίας που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του, καθιστώντας δυνατή την τακτοποίησή της κατά τη συμφωνηθείσα προβλεπόμενη ημερομηνία. Δεδομένου ότι οι υποδομές πληρωμών είναι συχνά ιδιαίτερα αποτελεσματικές, θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν κανόνες που προβλέπουν χρόνο εκτέλεσης συντομότερο της μιας εργάσιμης ημέρας, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, ώστε να αποφευχθεί τυχόν επιδείνωση των σημερινών συνθηκών παροχής υπηρεσιών.

(83)

Οι διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για ολόκληρο το ποσό και την προθεσμία εκτέλεσης θα πρέπει να αποτελούν ορθή πρακτική όταν ένας από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση.

(84)

Προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε μια εναρμονισμένη αγορά πληρωμών, είναι σημαντικό ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών να γνωρίζει τα πραγματικά κόστη και τις επιβαρύνσεις των υπηρεσιών πληρωμών. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να απαγορεύεται η χρήση μη διαφανών μεθόδων τιμολόγησης, αφού είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι μέθοδοι αυτές καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή για τον χρήστη τον προσδιορισμό της πραγματικής τιμής της υπηρεσίας πληρωμών. Συγκεκριμένα, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση ημερομηνιών αξίας που αποβαίνουν σε βάρος του χρήστη.

(85)

Η ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος πληρωμών εξαρτάται από την εμπιστοσύνη του χρήστη ότι ο πάροχος θα εκτελέσει την πράξη πληρωμής ορθά και εντός του συμφωνηθέντος χρόνου. Συνήθως, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι σε θέση να αποτιμήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η πράξη πληρωμής. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι εκείνος που παρέχει το σύστημα πληρωμών, φροντίζει για την ανάκληση εσφαλμένα μεταφερθέντων ή διατεθέντων χρηματικών ποσών και επιλέγει, στις περισσότερες περιπτώσεις, τους φορείς που μεσολαβούν στην εκτέλεση της συναλλαγής πληρωμής. Βάσει των παραπάνω εκτιμήσεων, είναι δικαιολογημένο, εκτός από μη συνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, να θεωρείται ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αντικειμενικά υπεύθυνος για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής την οποία έχει αποδεχθεί από τον χρήστη, εκτός από τις πράξεις και τις παραλείψεις του παρόχου των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ο οποίος επελέγη αποκλειστικά από τον δικαιούχο. Ωστόσο, για να μη μείνει ο πληρωτής απροστάτευτος σε απίθανες περιστάσεις, όπου δεν είναι σαφές κατά πόσον το ποσό της πληρωμής παρελήφθη δεόντως από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, το αντίστοιχο βάρος της απόδειξης θα πρέπει να φέρει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή. Κατά κανόνα, μπορεί να αναμένεται ότι το ενδιάμεσο ίδρυμα, συνήθως «ουδέτερος» φορέας όπως μια κεντρική τράπεζα ή γραφείο συμψηφισμού, που μεταφέρει το ποσό της πληρωμής από τον αποστέλλοντα στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών θα αποθηκεύσει τα στοιχεία του λογαριασμού και θα είναι σε θέση να τα παρουσιάσει εφόσον απαιτηθεί. Όταν το ποσό πληρωμής έχει πιστωθεί στον λογαριασμό του λαμβάνοντος παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο δικαιούχος θα πρέπει να έχει αμέσως αξίωση κατά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του για πίστωση στον λογαριασμό του.

(86)

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ήτοι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ή, κατά περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, θα πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη για την ορθή εκτέλεση της πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, του πλήρους ποσού της πράξης πληρωμής και του χρόνου εκτέλεσης, και την πλήρη ευθύνη για κάθε παράλειψη σε άλλα μέρη της αλυσίδας πληρωμών μέχρι τον λογαριασμό του δικαιούχου. Συνεπεία αυτής της ευθύνης, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή θα πρέπει, όταν δεν πιστωθεί στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ολόκληρο το ποσό ή όταν πιστωθεί με καθυστέρηση, να διορθώνει την πράξη πληρωμής ή, χωρίς καθυστέρηση, να επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της πράξης, με την επιφύλαξη κάθε άλλης αξίωσης που είναι δυνατόν να εγερθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Λόγω της ευθύνης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο πληρωτής ή ο δικαιούχος δεν θα πρέπει να επιβαρύνονται με τυχόν έξοδα που σχετίζονται με την εσφαλμένη πληρωμή. Σε περίπτωση μη εκτέλεσης, εσφαλμένης ή καθυστερημένης εκτέλεσης πράξεων πληρωμής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ημερομηνία αξίας των διορθωτικών πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών είναι πάντα ίδια με την ημερομηνία αξίας της ορθής εκτέλεσης.

(87)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αφορά μόνον συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Ωστόσο, για την ορθή λειτουργία των μεταφορών πιστώσεων και άλλων υπηρεσιών πληρωμών, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών και οι μεσάζοντές τους, όπως οι διεκπεραιωτές, θα πρέπει να διαθέτουν συμβάσεις, στις οποίες καθορίζονται τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τα θέματα ευθύνης αποτελούν ουσιώδες μέρος αυτών των τυποποιημένων συμβάσεων. Προκειμένου να εξασφαλίζεται αξιοπιστία μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και μεσαζόντων που συμμετέχουν σε πράξη πληρωμής, απαιτείται η νομική βεβαιότητα ότι ένας μη υπεύθυνος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα αποζημιώνεται για τις ζημίες που υπέστη ή τα ποσά που κατέβαλε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας περί ευθύνης. Τα περαιτέρω δικαιώματα και λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο της προσφυγής και ο τρόπος διεκπεραίωσης αξιώσεων έναντι του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή του μεσάζοντος, οι οποίες οφείλονται σε εσφαλμένη πράξη πληρωμής, θα πρέπει να υπόκεινται σε συμφωνία.

(88)

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει αφενός να μπορεί να προσδιορίζει σαφώς τις πληροφορίες που απαιτούνται για την ορθή εκτέλεση της εντολής πληρωμής. Αφετέρου, για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός και να μην θιγεί η ενοποίηση των συστημάτων πληρωμών στην Ένωση, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαιτούν τη χρησιμοποίηση ειδικού μέσου ταυτοποίησης για τις πράξεις πληρωμής. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτούν από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια και να επαληθεύει, όπου υπάρχει τεχνική δυνατότητα και χωρίς να απαιτείται ανθρώπινη παρέμβαση, τη συνοχή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης και, εάν διαπιστώνεται ότι το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης δεν παρουσιάζει συνοχή, να αρνείται την εντολή πληρωμής και να ενημερώνει σχετικά τον πληρωτή. Η ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να περιορίζεται στην ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής σύμφωνα με την εντολή του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Αν τα κεφάλαια στο πλαίσιο πράξης πληρωμής καταλήξουν σε λάθος αποδέκτη λόγω εσφαλμένου αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που παρέχει ο πληρωτής, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου δεν θα πρέπει να ευθύνονται, αλλά θα πρέπει να υποχρεούνται να συνεργαστούν καταβάλλοντας εύλογες προσπάθειες να ανακτηθούν τα κεφάλαια, μεταξύ άλλων με την κοινοποίηση συναφών πληροφοριακών στοιχείων.

(89)

Η παροχή υπηρεσιών πληρωμών από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να συνεπάγεται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22), οι εθνικοί κανόνες για τη μεταφορά της οδηγίας 95/46/ΕΚ στην εθνική νομοθεσία και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23) εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Πιο συγκεκριμένα, όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να προσδιορίζεται ο ακριβής σκοπός, να αναφέρεται η σχετική νομική βάση και να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις σχετικές απαιτήσεις ασφαλείας της οδηγίας 95/46/ΕΚ, θα πρέπει δε να τηρούνται οι αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, του περιορισμού του σκοπού και της αναλογικής περιόδου διατήρησης δεδομένων. Επίσης, η προστασία των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και η προστασία των δεδομένων εξ ορισμού θα πρέπει να ενσωματωθούν σε όλα τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων που αναπτύσσονται και χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

(90)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, της επιχειρηματικής ελευθερίας, του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και του δικαιώματος του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. Η παρούσα οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(91)

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών είναι υπεύθυνοι για τα μέτρα ασφαλείας. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα προς τους σχετικούς κινδύνους ασφαλείας. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο για τη μείωση των κινδύνων και τη διατήρηση αποτελεσματικών διαδικασιών διαχείρισης συμβάντων. Είναι σκόπιμο να συσταθεί τακτικός μηχανισμός υποβολής εκθέσεων προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών υποβάλλουν τακτικά στις αρμόδιες αρχές ενημερωμένη εκτίμηση των κινδύνων που αφορούν την ασφάλειά τους και τα μέτρα που έχουν λάβει προς αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι περιορίζονται στο ελάχιστο οι ζημίες σε χρήστες, σε άλλους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ή σε συστήματα πληρωμών, όπως η ουσιαστική διαταραχή ενός συστήματος πληρωμών, είναι άκρως σημαντικό να απαιτείται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών να αναφέρουν σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στις αρμόδιες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Θα πρέπει να ανατεθεί συντονιστικός ρόλος στην ΕΑΤ.

(92)

Οι υποχρεώσεις αναφοράς περιστατικών ασφαλείας δεν θα πρέπει να θίγουν άλλες υποχρεώσεις αναφοράς περιστατικών που ορίζονται σε άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης και τυχόν απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τις υποχρεώσεις αναφοράς που επιβάλλουν άλλες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και να είναι αναλογικές με αυτές.

(93)

Είναι αναγκαίο να θεσπιστεί σαφές νομικό πλαίσιο το οποίο θα καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους οι πάροχοι υπηρεσιών κίνησης πληρωμής και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τη συγκατάθεση του κατόχου του λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να χρησιμοποιεί συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο, βασιζόμενο είτε σε άμεση είτε σε έμμεση πρόσβαση, για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού αφενός και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, αφετέρου, θα πρέπει να τηρούν τις αναγκαίες απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων και την ασφάλεια, οι οποίες καθορίζονται από την παρούσα οδηγία ή αναφέρονται σε αυτήν ή περιλαμβάνονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα. Τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να είναι συμβατά με τις διάφορες τεχνολογικές λύσεις που είναι διαθέσιμες. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφαλής επικοινωνία μεταξύ των σχετικών φορέων στο πλαίσιο των εν λόγω υπηρεσιών, η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να προσδιορίσει τις απαιτήσεις ως προς τα κοινά και ανοικτά πρότυπα επικοινωνίας που πρέπει να εφαρμόζονται από όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού που επιτρέπουν την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών πληρωμών. Αυτό σημαίνει ότι τα εν λόγω ανοικτά πρότυπα θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διαλειτουργικότητα των διαφόρων τεχνολογικών λύσεων επικοινωνίας. Τα εν λόγω κοινά και ανοικτά πρότυπα αυτά θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού έχει επίγνωση του γεγονότος ότι έρχεται σε επαφή μαζί του πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής ή πάροχος υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού και όχι ο ίδιος ο πελάτης. Τα πρότυπα θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού επικοινωνούν με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού και με τους σχετικούς πελάτες με ασφαλή τρόπο. Κατά την επεξεργασία αυτών των απαιτήσεων, η ΕΑΤ θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι τα προς εφαρμογή πρότυπα πρέπει να επιτρέπουν τη χρήση όλων των κοινών ειδών συσκευών (όπως είναι οι υπολογιστές, οι ταμπλέτες και τα κινητά τηλέφωνα) για την εκτέλεση διαφόρων υπηρεσιών πληρωμών.

(94)

Κατά την ανάπτυξη των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για την εξακρίβωση της γνησιότητας και την επικοινωνία, η ΕΑΤ θα πρέπει να αξιολογεί συστηματικά και να λαμβάνει υπόψη την πτυχή της ιδιωτικότητας, προκειμένου να προσδιορίζει τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε διαθέσιμη τεχνική επιλογή και τις λύσεις που μπορούν να εφαρμοστούν προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι απειλές για την προστασία δεδομένων.

(95)

Η ασφάλεια των ηλεκτρονικών πληρωμών είναι θεμελιώδης για να διασφαλίζεται η προστασία των χρηστών και η ανάπτυξη ενός υγιούς περιβάλλοντος για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Όλες οι υπηρεσίες πληρωμών που προσφέρονται ηλεκτρονικά θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ασφάλεια, υιοθετώντας τεχνολογίες ικανές να εγγυηθούν την ασφαλή εξακρίβωση της ταυτότητας του χρήστη και μείωση, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, του κινδύνου απάτης. Δεν φαίνεται να υφίσταται ανάγκη να εξασφαλισθεί το ίδιο επίπεδο προστασίας στις πράξεις πληρωμής που κινούνται και εκτελούνται με τρόπους άλλους από τη χρήση ηλεκτρονικής πλατφόρμας ή συσκευής, όπως οι έντυπες πράξεις πληρωμής, οι πωλήσεις δι’ αλληλογραφίας ή διά τηλεφώνου. Η σταθερή αύξηση των διαδικτυακών πληρωμών και των πληρωμών μέσω κινητού θα πρέπει να συνοδεύεται από γενικευμένη ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας. Οι υπηρεσίες πληρωμών που προσφέρονται μέσω διαδικτύου ή μέσω άλλων εξ αποστάσεως διαύλων, η λειτουργία των οποίων δεν εξαρτάται από τον τόπο όπου βρίσκονται η συσκευή που χρησιμοποιείται για να κινηθεί πράξη πληρωμής ή το χρησιμοποιηθέν μέσο πληρωμής, θα πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνουν την εξακρίβωση της γνησιότητας των συναλλαγών μέσω δυναμικών κωδικών, προκειμένου να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ο χρήστης το ποσόν και τον δικαιούχο της πράξης πληρωμής που ο χρήστης εγκρίνει.

(96)

Τα μέτρα ασφαλείας θα πρέπει να είναι συμβατά με το επίπεδο κινδύνου που αφορά την υπηρεσία πληρωμών. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη φιλικών προς τον χρήστη και προσβάσιμων μέσων πληρωμών για πληρωμές χαμηλού κινδύνου, όπως πληρωμές χαμηλής αξίας χωρίς επαφή στο σημείο πώλησης, είτε μέσω κινητού τηλεφώνου είτε όχι, οι εξαιρέσεις ως προς την εφαρμογή των απαιτήσεων ασφαλείας θα πρέπει να προσδιορίζονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα. Ασφαλής χρήση των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας είναι αναγκαία για τον περιορισμό των κινδύνων από το «ηλεκτρονικό ψάρεμα» και άλλες δόλιες δραστηριότητες. Εν προκειμένω, ο χρήστης θα πρέπει να μπορεί να βασίζεται στη θέσπιση μέτρων που προστατεύουν το απόρρητο και την ακεραιότητα των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν, κατά κανόνα, συστήματα κρυπτογράφησης που βασίζονται σε ατομικές συσκευές του πληρωτή —μεταξύ άλλων διατάξεις ανάγνωσης καρτών ή κινητά τηλέφωνα— ή που παρέχονται στον πληρωτή από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού μέσω διαφορετικού διαύλου, όπως μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα μέτρα αυτά, τα οποία περιλαμβάνουν κατά κανόνα συστήματα κρυπτογράφησης από τα οποία μπορούν να προκύψουν αναγνωριστικοί κωδικοί, όπως οι κωδικοί διέλευσης μιας χρήσης, είναι σε θέση να ενισχύσουν την ασφάλεια των πράξεων πληρωμής. Η χρήση αυτών των αναγνωριστικών κωδικών από χρήστες υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να θεωρείται συμβατή με τις υποχρεώσεις τους που σχετίζονται με μέσα πληρωμής και με τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας, ακόμη και όταν συμμετέχουν πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών ή πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού.

(97)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίσουν εάν οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί για τη χορήγηση αδειών στα ιδρύματα πληρωμών μπορούν επίσης να είναι αρμόδιες και για τις διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ΕΕΔ).

(98)

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσφυγής των πελατών στα δικαστήρια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ένα εύκολα προσιτό, επαρκές, ανεξάρτητο, αμερόληπτο, διαφανές και αποτελεσματικό μέσο ΕΕΔ μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στο πλαίσιο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) ορίζει ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να στερηθεί την προστασία που του παρέχεται από τους κανόνες δημόσιας τάξης της χώρας της συνήθους κατοικίας του μέσω οποιωνδήποτε συμβατικών όρων περί του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Εν όψει της δημιουργίας αποδοτικής και αποτελεσματικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θέτουν σε εφαρμογή αποτελεσματική διαδικασία υποβολής παραπόνων την οποία να μπορούν να παρακολουθήσουν οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών τους, προτού η διαφορά παραπεμφθεί προς επίλυση σε ΕΕΔ ή ενώπιον του δικαστηρίου. Η διαδικασία υποβολής παραπόνων θα πρέπει να περιέχει σύντομες και σαφώς καθορισμένες προθεσμίες εντός των οποίων ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να απαντήσει στην καταγγελία. Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι οι φορείς ΕΕΔ έχουν τις κατάλληλες ικανότητες ώστε να συνεργαστούν με επαρκή και αποτελεσματικό τρόπο σε διασυνοριακό επίπεδο σε θέματα διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(99)

Θα πρέπει να διασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού δικαίου που θα θεσπιστούν σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Θα πρέπει συνεπώς να θεσπιστούν οι κατάλληλες διαδικασίες για την εξέταση των καταγγελιών κατά των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω διατάξεις και να επιβάλλονται, κατά περίπτωση, κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν αρμόδιες αρχές, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και οι οποίες δρουν ανεξάρτητα από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Για λόγους διαφάνειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρχές που έχουν οριστεί, με σαφή περιγραφή των καθηκόντων τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(100)

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσφυγής στα δικαστήρια ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν επίσης ότι ανατίθεται στις αρμόδιες αρχές η απαραίτητη εξουσία, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβολής κυρώσεων, όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν συμμορφώνεται με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος υποτροπής ή άλλη ανησυχία σχετικά με τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών.

(101)

Είναι σημαντικό να ενημερώνονται οι καταναλωτές με τρόπο σαφή και κατανοητό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να εκδώσει φυλλάδιο σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις.

(102)

Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου σχετικά με τις συνέπειες της ευθύνης για τυχόν ανακρίβεια στη διατύπωση ή τη διαβίβαση δήλωσης.

(103)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις διατάξεις που αφορούν την επιβολή του ΦΠΑ στις υπηρεσίες πληρωμών της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου (25).

(104)

Στις περιπτώσεις όπου η παρούσα οδηγία μνημονεύει ποσά σε ευρώ, τα εν λόγω ποσά θα πρέπει να νοούνται ως το ισόποσο σε εθνικό νόμισμα των κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ.

(105)

Χάριν ασφαλείας δικαίου, θα πρέπει να θεσπισθούν μεταβατικές διατάξεις που θα επιτρέψουν στα πρόσωπα τα οποία άρχισαν να ασκούν δραστηριότητα ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που μεταφέρει την οδηγία 2007/64/ΕΚ, πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, να συνεχίσουν τη δραστηριότητα αυτή στο οικείο κράτος μέλος για ορισμένο χρονικό διάστημα.

(106)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά την προσαρμογή της αναφοράς στη σύσταση 2003/361/ΕΚ, όπου η σύσταση αυτή τροποποιείται, και όσον αφορά την επικαιροποίηση του μέσου ύψους των πράξεων πληρωμής που εκτελούνται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, το οποίο χρησιμοποιείται ως κατώτατο όριο για τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την επιλογή της εξαίρεσης (εν μέρει) από τις απαιτήσεις αδειοδότησης για τα μικρότερα ιδρύματα πληρωμών, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός. Έχει ιδιαίτερη σημασία να προβαίνει η Επιτροπή σε κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(107)

Για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να βασιστεί στην εμπειρία και τη στήριξη της ΕΑΤ, η οποία θα πρέπει να επιφορτιστεί με το καθήκον να εκπονεί τις κατευθυντήριες γραμμές και να προετοιμάζει τα σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων για θέματα ασφαλείας σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όσον αφορά την αυστηρή εξακρίβωση ταυτότητας πελάτη, καθώς και για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών και της σύστασης αδειοδοτημένων ιδρυμάτων πληρωμών σε άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί ώστε να εγκρίνει αυτά τα σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων. Τα συγκεκριμένα αυτά καθήκοντα συνάδουν απολύτως με τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της ΕΑΤ, όπως προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(108)

Κατά την κατάρτιση των κατευθυντήριων γραμμών, των σχεδίων κανονιστικών τεχνικών προτύπων και των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ οφείλει να εξασφαλίζει διαβούλευση με όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων αυτών στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών που εκπροσωπούν όλα τα σχετικά συμφέροντα. Αν είναι απαραίτητο για να ληφθεί υπόψη όλο το φάσμα απόψεων, η ΕΑΤ οφείλει να καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες για να λάβει γνώση των απόψεων σχετικών παραγόντων εκτός των τραπεζών.

(109)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η περαιτέρω ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, διότι επιβάλλει την εναρμόνιση πληθώρας διαφορετικών κανόνων που ισχύουν σήμερα στα νομικά συστήματα των διαφόρων κρατών μελών, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(110)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (26), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, στις περιπτώσεις όπου αιτιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(111)

Ζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 5 Δεκεμβρίου 2013 (27).

(112)

Οι οδηγίες 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθούν αναλόγως.

(113)

Δεδομένου του αριθμού των αλλαγών που πρέπει να επέλθουν στην οδηγία 2007/64/ΕΚ, κρίνεται σκόπιμη η κατάργηση και η αντικατάστασή της,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες διά των οποίων τα κράτη μέλη διακρίνουν μεταξύ των ακόλουθων κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών:

α)

πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 17) του εν λόγω κανονισμού, όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα βρίσκονται στην Ένωση, είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ένωσης είτε, σύμφωνα με το άρθρο 47 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και με το εθνικό δίκαιο, εκτός της Ένωσης·

β)

ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, περιλαμβανομένων, σύμφωνα με το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας και το εθνικό δίκαιο, των υποκαταστημάτων τους, όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα βρίσκονται στην Ένωση και η έδρα τους βρίσκεται εκτός της Ένωσης, και μόνο στον βαθμό που οι υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες προσφέρουν τα εν λόγω υποκαταστήματα συνδέονται με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος·

γ)

γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται βάσει του εθνικού δικαίου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών·

δ)

ιδρύματα πληρωμών·

ε)

η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών ή άλλων δημόσιων αρχών·

στ)

τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημόσιων αρχών.

2.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης κανόνες που αφορούν:

α)

τη διαφάνεια των όρων και τις απαιτήσεις ενημέρωσης σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών· και

β)

τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν τόσο στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών όσο και στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται εντός της Ένωσης.

2.   Οι τίτλοι ΙΙΙ και IV εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής στο νόμισμα του κράτους μέλους όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής βρίσκονται εντός της Ένωσης.

3.   Ο τίτλος ΙΙΙ εκτός από το άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 52 σημείο 2) στοιχείο ε) και το άρθρο 56 στοιχείο α), καθώς και ο τίτλος IV, εκτός από τα άρθρα 81 ως 86, εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής σε νόμισμα που δεν είναι νόμισμα του κράτους μέλους όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής, βρίσκονται εντός της Ένωσης, σε ό,τι αφορά τα μέρη της πράξης πληρωμής που πραγματοποιούνται στην Ένωση.

4.   Ο τίτλος ΙΙΙ, εκτός από το άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 52 σημείο 2) στοιχείο ε) και σημείο 5) στοιχείο ζ) και το άρθρο 56 στοιχείο α), καθώς και ο τίτλος IV, εκτός από το άρθρο 62 παράγραφοι 2 και 4, τα άρθρα 76, 77, 81, 83 παράγραφος 1, 89 και 92 εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής σε όλα τα νομίσματα όταν μόνο ο ένας από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών βρίσκεται εντός της Ένωσης, σε ό,τι αφορά τα μέρη της πράξης πληρωμής που πραγματοποιούνται στην Ένωση.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν τα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 σημεία 4) έως 23) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α)

σε πράξεις πληρωμής που διενεργούνται αποκλειστικά σε μετρητά απευθείας από τον πληρωτή στον δικαιούχο, χωρίς καμία ενδιάμεση παρέμβαση·

β)

σε πράξεις πληρωμής από τον πληρωτή στον δικαιούχο μέσω εμπορικού αντιπροσώπου εξουσιοδοτημένου μέσω συμφωνίας να διαπραγματεύεται ή να συνάπτει την πώληση ή αγορά αγαθών ή υπηρεσιών εκ μέρους μόνο του πληρωτή ή μόνο του δικαιούχου·

γ)

στην κατ’ επάγγελμα υλική μεταφορά χαρτονομισμάτων και κερμάτων, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής, της επεξεργασίας και της παράδοσής τους·

δ)

σε πράξεις πληρωμής συνιστάμενες σε μη επαγγελματική συγκέντρωση και παράδοση μετρητών στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικής ή φιλανθρωπικής δραστηριότητας·

ε)

σε υπηρεσίες κατά τις οποίες καταβάλλονται μετρητά από τον δικαιούχο στον πληρωτή ως μέρος πράξης πληρωμής, κατόπιν ρητής αίτησης του χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών αμέσως πριν την εκτέλεση πράξης πληρωμής μέσω πληρωμής για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών·

στ)

στις επιχειρήσεις μετατροπής συναλλάγματος, δηλαδή σε πράξεις «μετρητά αντί μετρητών» (cash to cash), όταν τα μετρητά δεν τηρούνται σε λογαριασμό πληρωμής·

ζ)

στις πράξεις πληρωμής που βασίζονται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα αξιόγραφα, τα οποία εκδίδονται επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για να τεθούν χρηματικά ποσά στη διάθεση του δικαιούχου:

i)

έντυπες επιταγές, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης, της 19ης Μαρτίου 1931, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις επιταγές·

ii)

έντυπες επιταγές, ανάλογες με εκείνες που αναφέρονται στο σημείο i), οι οποίες διέπονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών που δεν έχουν υπογράψει τη σύμβαση της Γενεύης, της 19ης Μαρτίου 1931, για τον ενιαίο νόμο για την επιταγή·

iii)

έντυπες εντολές πληρωμών, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης, της 7ης Ιουνίου 1930, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια·

iv)

έντυπες εντολές πληρωμών παρόμοιες με αυτές του σημείου ΙΙΙ) που διέπονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών που δεν είναι μέλη της σύμβασης της Γενεύης, της 7ης Ιουνίου 1930, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια·

v)

έντυπα παραστατικά·

vi)

έντυπες ταξιδιωτικές επιταγές·

vii)

έντυπες ταχυδρομικές επιταγές όπως ορίζονται από την Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση·

η)

σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος πληρωμών ή διακανονισμού τίτλων μεταξύ αντιπροσώπων διακανονισμού, κεντρικών αντισυμβαλλομένων, γραφείων συμψηφισμού και/ή κεντρικών τραπεζών και άλλων συμμετεχόντων στο σύστημα, και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 35·

θ)

σε πράξεις πληρωμής που αφορούν την εξυπηρέτηση περιουσιακών στοιχείων αποτελούμενων από τίτλους, περιλαμβανομένων μερισμάτων, εισοδήματος ή άλλων διανεμόμενων ποσών, ή της εξαγοράς ή πώλησης, οι οποίες διενεργούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο η), ή από επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικά ιδρύματα, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή επιχειρήσεις διαχείρισης που παρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων και κάθε άλλη οντότητα η οποία επιτρέπεται να φυλάσσει χρηματοοικονομικά μέσα·

ι)

στις υπηρεσίες παρόχων τεχνικών υπηρεσιών, οι οποίες υποστηρίζουν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς ποτέ να περιέρχονται στην κατοχή τους τα υπό μεταφορά χρηματικά ποσά· στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται η επεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων, οι υπηρεσίες εμπιστοσύνης και προστασίας της ιδιωτικής ζωής, η εξακρίβωση δεδομένων και οντοτήτων, η παροχή τεχνολογίας πληροφορικής (ΙΤ) και δικτύου επικοινωνιών, καθώς και η παροχή και συντήρηση τερματικών και συσκευών που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες πληρωμών, με εξαίρεση τις υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών και τις υπηρεσίες παροχής πληροφοριών λογαριασμού·

ια)

στις υπηρεσίες οι οποίες βασίζονται σε συγκεκριμένα μέσα πληρωμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο με περιορισμένο τρόπο και που πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

μέσα που επιτρέπουν στον κάτοχο να αποκτήσει αγαθά ή υπηρεσίες μόνο στην επαγγελματική στέγη που χρησιμοποιεί ο εκδότης ή εντός περιορισμένου δικτύου παρόχων υπηρεσιών στο πλαίσιο απευθείας εμπορικής συμφωνίας με επαγγελματία εκδότη ·

ii)

μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την απόκτηση ενός πολύ περιορισμένου φάσματος αγαθών ή υπηρεσιών·

iii)

μέσα που ισχύουν μόνο σε ένα κράτος μέλος, παρέχονται κατ’ αίτηση επιχείρησης ή οντότητας του δημόσιου τομέα και ρυθμίζονται από εθνική ή περιφερειακή δημόσια αρχή για ειδικούς κοινωνικούς ή φορολογικούς σκοπούς για την απόκτηση συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών από προμηθευτές που έχουν συνάψει εμπορική συμφωνία με τον εκδότη·

ιβ)

σε πράξεις πληρωμής από πάροχο δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οι οποίες παρέχονται επιπλέον των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για συνδρομητή του δικτύου ή της υπηρεσίας:

i)

για την αγορά ψηφιακού περιεχομένου και φωνητικών υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τη συσκευή που χρησιμοποιείται για την αγορά ή την κατανάλωση του ψηφιακού περιεχομένου και χρεώνονται στον σχετικό λογαριασμό· ή

ii)

οι οποίες πραγματοποιούνται από ή μέσω ηλεκτρονικής συσκευής και χρεώνονται στον σχετικό λογαριασμό στο πλαίσιο φιλανθρωπικής δραστηριότητας ή για την αγορά εισιτηρίων·

υπό την προϋπόθεση ότι η αξία κάθε μεμονωμένης πράξης πληρωμής η οποία αναφέρεται στα σημεία i) και ii) δεν υπερβαίνει τα 50 EUR και:

η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής για έναν μεμονωμένο συνδρομητή δεν υπερβαίνει τα 300 EUR ανά μήνα, ή

όταν ο συνδρομητής προχρηματοδοτεί τον λογαριασμό του στον πάροχο ηλεκτρονικού επικοινωνιακού δικτύου ή υπηρεσίας, η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής δεν υπερβαίνει τα 300 EUR ανά μήνα·

ιγ)

σε πράξεις πληρωμής οι οποίες πραγματοποιούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, αντιπροσώπων ή υποκαταστημάτων τους για ίδιο λογαριασμό·

ιδ)

σε πράξεις πληρωμής και σχετικές υπηρεσίες μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης ή μεταξύ θυγατρικών επιχειρήσεων της ίδιας μητρικής επιχείρησης, χωρίς καμία ενδιάμεση παρέμβαση παρόχου υπηρεσίας πληρωμών εκτός από επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο·

ιε)

σε υπηρεσίες ανάληψης μετρητών που προσφέρονται μέσω ΑΤΜ από παρόχους οι οποίοι ενεργούν εξ ονόματος ενός ή περισσότερων εκδοτών καρτών, οι οποίοι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης-πλαισίου με τον πελάτη που αναλαμβάνει μετρητά από λογαριασμό πληρωμών, εφόσον οι πάροχοι αυτοί δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρονται στο παράρτημα Ι. Παρ’ όλα αυτά, παρέχεται στον πελάτη η πληροφόρηση σχετικά με τυχόν χρεώσεις των αναλήψεων που αναφέρεται στα άρθρα 45, 48, 49 και 59 προτού πραγματοποιηθεί η ανάληψη, καθώς και με τη λήψη των μετρητών στο τέλος της συναλλαγής μετά την ανάληψη.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1)

«κράτος μέλος προέλευσης»:

α)

το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών· ή

β)

εάν, βάσει του εθνικού δικαίου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν διαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του·

2)

«κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, πλην του κράτους μέλους προέλευσης, στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα, ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών·

3)

«υπηρεσίες πληρωμών»: μία ή περισσότερες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I·

4)

«ιδρύματα πληρωμών»: τα νομικά πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, να παρέχουν και να εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση·

5)

«πράξη πληρωμής»: πράξη η έναρξη της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου·

6)

«εξ αποστάσεως πράξη πληρωμής»: πράξη πληρωμής η έναρξη της οποίας διενεργείται μέσω του διαδικτύου ή μέσω συσκευής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία εξ αποστάσεως·

7)

«σύστημα πληρωμών»: σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, τον συμψηφισμό και/ή τον διακανονισμό πράξεων πληρωμής·

8)

«πληρωτής»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτό τον λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής·

9)

«δικαιούχος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής·

10)

«χρήστης υπηρεσιών πληρωμών»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής, δικαιούχος, ή και με τις δύο ιδιότητες·

11)

«πάροχος υπηρεσιών πληρωμών»: μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 32 ή 33·

12)

«λογαριασμός πληρωμών»: ο λογαριασμός που τηρείται στο όνομα ενός ή περισσότερων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής·

13)

«εντολή πληρωμής»: οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής·

14)

«μέσο πληρωμών»: εξατομικευμένη συσκευή και/ή σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιείται για την έναρξη εντολής πληρωμής·

15)

«υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής»: η υπηρεσία για την έναρξη εντολής πληρωμής κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με λογαριασμό πληρωμών που τηρείται σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών·

16)

«υπηρεσία πληροφοριών λογαριασμού»: η διαδικτυακή υπηρεσία για την παροχή συγκεντρωτικών πληροφοριών σχετικά με έναν ή περισσότερους λογαριασμούς πληρωμών που τηρεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είτε σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών είτε σε περισσότερους του ενός παρόχους υπηρεσιών πληρωμών·

17)

«πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος παρέχει και τηρεί λογαριασμό πληρωμής για πληρωτή·

18)

«πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες σύμφωνα με το σημείο 7 του παραρτήματος I·

19)

«πάροχος υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες σύμφωνα με το σημείο 8 του παραρτήματος I·

20)

«καταναλωτής»: το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί για εμπορικούς, επιχειρηματικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία·

21)

«σύμβαση-πλαίσιο»: σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντική εκτέλεση μεμονωμένων και διαδοχικών πράξεων πληρωμής και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους δημιουργίας λογαριασμού πληρωμών·

22)

«υπηρεσία εμβασμάτων»: υπηρεσία πληρωμών κατά την οποία λαμβάνεται χρηματικό ποσό από πληρωτή, χωρίς να δημιουργείται λογαριασμός πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά αντίστοιχου ποσού σε δικαιούχο ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου, και/ή κατά την οποία αυτά τα χρηματικά ποσά λαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου και τίθενται στη διάθεσή του·

23)

«άμεση χρέωση»: η υπηρεσία πληρωμής με την οποία χρεώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή, όταν η έναρξη της πράξης πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο βάσει της συναίνεσης του πληρωτή προς τον δικαιούχο, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του ίδιου του πληρωτή·

24)

«μεταφορά πίστωσης»: η υπηρεσία πληρωμών για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου με πράξη πληρωμής ή μια σειρά πράξεων πληρωμής από λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί τον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, βάσει εντολής του πληρωτή·

25)

«χρηματικά ποσά»: χαρτονομίσματα και κέρματα, λογιστικό ή ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 2) της οδηγίας 2009/110/ΕΚ·

26)

«ημερομηνία αξίας»: το χρονικό σημείο αναφοράς που χρησιμοποιεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για τον υπολογισμό των τόκων επί των χρηματικών ποσών που χρεώνεται ή πιστώνεται ένας λογαριασμός πληρωμών·

27)

«συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς»: η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό κάθε ανταλλαγής νομισμάτων και η οποία καθίσταται διαθέσιμη από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό·

28)

«επιτόκιο αναφοράς»: το επιτόκιο που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των τόκων και το οποίο προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό την οποία να μπορούν να ελέγξουν αμφότερα τα μέρη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών·

29)

«εξακρίβωση»: η διαδικασία που επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύει την ταυτότητα χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή την εγκυρότητα χρήσης συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας του χρήστη·

30)

«αυστηρή εξακρίβωση ταυτότητας πελάτη»: η εξακρίβωση με βάση τη χρήση δύο ή περισσότερων στοιχείων που αφορούν γνώση (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης γνωρίζει), κατοχή (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης κατέχει) και κάποιο μοναδικό φυσικό χαρακτηριστικό του (στοιχείο το οποίο ο χρήστης είναι), στοιχεία τα οποία είναι ανεξάρτητα, ως προς το ότι η παραβίαση του ενός δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των υπολοίπων, και η διαδικασία είναι σχεδιασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατεύεται το απόρρητο των δεδομένων εξακρίβωσης·

31)

«εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφάλειας»: εξατομικευμένα στοιχεία που παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών σε χρήστη υπηρεσιών πληρωμών με σκοπό την εξακρίβωση·

32)

«ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών»: δεδομένα τα οποία συμπεριλαμβάνουν και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφάλειας και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάπραξη απάτης. Για τις δραστηριότητες των παρόχων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού και ο αριθμός του λογαριασμού δεν συνιστούν ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών·

33)

«αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης»: ο συνδυασμός γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων που ορίζει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και τον οποίο πρέπει να διαβιβάσει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για τη βέβαιη ταυτοποίηση άλλου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και/ή του λογαριασμού πληρωμών του τελευταίου για μια πράξη πληρωμής·

34)

«μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως»: η μέθοδος η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών·

35)

«σταθερό μέσο»: το μέσο που επιτρέπει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά κατά τρόπο ώστε να συνεχίζει να έχει πρόσβαση σε αυτές μελλοντικά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες, και να αναπαράγει αυτούσιες τις αποθηκευμένες πληροφορίες·

36)

«πολύ μικρή επιχείρηση»: επιχείρηση η οποία, κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, είναι επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 και του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 3 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ·

37)

«εργάσιμη ημέρα»: η ημέρα κατά την οποία ο σχετικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου που συμμετέχει στην εκτέλεση πράξης πληρωμής ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής·

38)

«αντιπρόσωπος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών·

39)

«υποκατάστημα»: τόπος διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας εκτός των κεντρικών γραφείων, ο οποίος είναι τμήμα ιδρύματος πληρωμών, δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα και το οποίο διενεργεί απευθείας μερικές ή όλες οι πράξεις που συνιστούν τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος πληρωμών· όλοι οι τόποι διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος από ίδρυμα πληρωμών με κεντρικά γραφεία σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ένα και μοναδικό υποκατάστημα·

40)

«όμιλος»: σύνολο επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 1, 2 ή 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή επιχειρήσεων όπως ορίζονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 241/2014 της Επιτροπής (29), οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 10 παράγραφος 1 ή του άρθρου 113 παράγραφος 6 ή παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

41)

«δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: το δίκτυο, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30)·

42)

«υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: οι υπηρεσίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2002/21/ΕΚ·

43)

«ψηφιακό περιεχόμενο»: τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παράγονται και διατίθενται σε ψηφιακή μορφή, των οποίων η χρήση ή κατανάλωση περιορίζεται σε τεχνική συσκευή και που δεν περιλαμβάνουν με κανέναν τρόπο τη χρήση ή την κατανάλωση φυσικών αγαθών ή υπηρεσιών·

44)

«αποδοχή πράξεων πληρωμής»: υπηρεσία πληρωμών παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος συνάπτει σύμβαση με έναν δικαιούχο για την αποδοχή και επεξεργασία πράξεων πληρωμής, η οποία καταλήγει σε μεταφορά χρηματικών ποσών στον δικαιούχο·

45)

«έκδοση μέσων πληρωμών»: υπηρεσία πληρωμών από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που αναλαμβάνει με σύμβαση να παρέχει στον πληρωτή μέσο πληρωμών για την έναρξη και την επεξεργασία των πράξεων πληρωμής του πληρωτή·

46)

«ίδια κεφάλαια»: τα ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο σημείο 118) του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπου τουλάχιστον το 75 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 έχει τη μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 50 του εν λόγω κανονισμού, και η κατηγορία 2 είναι ίση ή μικρότερη του ενός τρίτου του κεφαλαίου της κατηγορίας 1·

47)

«εμπορικό σήμα πληρωμής»: κάθε υλική ή ψηφιακή επωνυμία, όρος, σήμα, σύμβολο ή συνδυασμός τους, που μπορεί να δηλώνει βάσει ποιου συστήματος πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται οι πράξεις πληρωμής με κάρτα·

48)

«περισσότερα του ενός εμπορικά σήματα»: η συμπερίληψη δύο ή περισσότερων εμπορικών σημάτων πληρωμών ή εφαρμογών πληρωμών του ίδιου εμπορικού σήματος πληρωμής στο ίδιο μέσο πληρωμών.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΠΑΡΟΧΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ιδρύματα πληρωμών

Τμήμα 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 5

Αιτήσεις άδειας λειτουργίας

1.   Για να αποκτήσει άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης αίτηση, συνοδευόμενη από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα το είδος των προβλεπόμενων υπηρεσιών πληρωμών·

β)

επιχειρηματικό σχέδιο που περιλαμβάνει πρόβλεψη προϋπολογισμού για τα τρία πρώτα οικονομικά έτη, το οποίο καταδεικνύει την ικανότητα του ιδρύματος πληρωμών να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του·

γ)

στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει το αρχικό κεφαλαίο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7·

δ)

για τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται για να διασφαλίζονται τα κεφάλαια των χρηστών της υπηρεσίας πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 10·

ε)

περιγραφή του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και της διαχείρισης κινδύνου, η οποία να καταδεικνύει ότι το εν λόγω οργανωτικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί είναι αναλογικοί, κατάλληλοι, ορθοί και επαρκείς·

στ)

περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας ελέγχου, διαχείρισης και παρακολούθησης ενός περιστατικού ασφαλείας, καθώς και των παραπόνων των πελατών για ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανισμού αναφοράς περιστατικών, που να λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις κοινοποίησης του ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 96·

ζ)

περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας αρχειοθέτησης, παρακολούθησης, εντοπισμού και περιορισμού της πρόσβασης σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών ·

η)

περιγραφή των ρυθμίσεων επιχειρησιακής συνέχειας, με σαφή προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών, αποτελεσματικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης και μιας διαδικασίας για την τακτική δοκιμή και επανεξέταση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εν λόγω σχεδίων·

θ)

περιγραφή των αρχών και των ορισμών που εφαρμόζονται για τη συλλογή στατιστικών στοιχείων επίδοσης, συναλλαγών και απάτης·

ι)

έγγραφο που περιγράφει την πολιτική ασφάλειας, περιλαμβανομένης λεπτομερούς αξιολόγησης των κινδύνων που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών και περιγραφής του ελέγχου της ασφάλειας και των μέτρων μείωσης κινδύνων που θα ληφθούν για την επαρκή προστασία των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών έναντι των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί, συμπεριλαμβανομένης της απάτης και της παράνομης χρήσης ευαίσθητων και προσωπικών δεδομένων·

ια)

για ιδρύματα πληρωμών που υπόκεινται στις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που προβλέπουν η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31) και ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32), περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών ώστε να τηρεί τις εν λόγω υποχρεώσεις·

ιβ)

περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος και, όπου ενδείκνυται, της σχεδιαζόμενης χρήσης αντιπροσώπων και υποκαταστημάτων καθώς και των επιτόπιων και μη επιτόπιων ελέγχων αυτών, τους οποίους δεσμεύεται να πραγματοποιεί ο αιτών τουλάχιστον ετησίως, καθώς και περιγραφή των ρυθμίσεων εξωτερικής ανάθεσης και της συμμετοχής του σε εθνικό ή διεθνές σύστημα πληρωμών·

ιγ)

ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχές στο ίδρυμα πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το μέγεθος της πραγματικής τους συμμετοχής, καθώς και στοιχεία για την καταλληλότητά τους, ενόψει της ανάγκης να εξασφαλισθεί η ορθή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών·

ιδ)

ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων για τη διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών και, ενδεχομένως, των υπευθύνων διαχείρισης των δραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος, καθώς και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι έντιμοι και διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και πείρα για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών όπως προβλέπεται στο κράτος μέλος προέλευσης του ιδρύματος πληρωμών·

ιε)

όπου ενδείκνυται, ταυτότητα των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων όπως ορίζονται στην οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33)·

ιστ)

νομική μορφή και εταιρικό του αιτούντος·

ιζ)

διεύθυνση των κεντρικών γραφείων του αιτούντος.

Για τους σκοπούς των στοιχείων δ), ε), στ) και ιβ) του πρώτου εδαφίου, ο αιτών περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη και αξιόπιστη παροχή των υπηρεσιών πληρωμών.

Ο έλεγχος ασφάλειας και τα μέτρα μείωσης κινδύνων που αναφέρονται στο στοιχείο ι) του πρώτου εδαφίου υποδεικνύουν τον τρόπο διασφάλισης υψηλού επιπέδου τεχνικής ασφάλειας και προστασίας των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου του λογισμικού και των συστημάτων ΤΠ που χρησιμοποιούνται από τον αιτούντα ή τις επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτει το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων του. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν επίσης τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1. Τα εν λόγω μέτρα λαμβάνουν υπόψη τις επικείμενες κατευθυντήριες γραμμές για τα μέτρα ασφαλείας της ΕΑΤ που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 3.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση άδειας λειτουργίας για παροχή υπηρεσιών πληρωμών όπως αναφέρονται στο σημείο 7 του παραρτήματος I, ως προϋπόθεση για την απόκτηση άδειας λειτουργίας, να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, που να καλύπτει το έδαφος όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζεται στα άρθρα 73, 89, 90 και 92.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για καταχώριση για παροχή υπηρεσιών πληρωμών όπως αναφέρονται στο σημείο 8 του παραρτήματος I, ως προϋπόθεση για την καταχώρισή τους, να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, που να καλύπτει το έδαφος όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης τους έναντι του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ή του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που προκύπτει από μη εγκεκριμένη ή παράνομη πρόσβαση σε πληροφορίες λογαριασμού πληρωμών ή τη μη εγκεκριμένη ή παράνομη χρήση των πληροφοριών αυτών.

4.   Έως τις 13 Ιανουαρίου 2017, η ΕΑΤ, αφού συμβουλευθεί όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων αυτών στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών που εκπροσωπούν τα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων μερών, θα αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές, με αποδέκτες τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 με θέμα τα κριτήρια καθορισμού του ελάχιστου χρηματικού ποσού της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3.

Κατά την ανάπτυξη των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)

τα χαρακτηριστικά κινδύνου της επιχείρησης·

β)

κατά πόσον η επιχείρηση παρέχει άλλες υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ή πραγματοποιεί άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα·

γ)

το μέγεθος της δραστηριότητας:

i)

για τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση άδειας λειτουργίας παροχής υπηρεσιών πληρωμών όπως αναφέρονται στο σημείο 7 του παραρτήματος I, την αξία των πράξεων που κινούνται·

ii)

για τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για καταχώριση για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών όπως αναφέρονται στο σημείο 8 του παραρτήματος I, τον αριθμό των πελατών που κάνουν χρήση των υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού·

δ)

τα ειδικά χαρακτηριστικά των συγκρίσιμων εγγυήσεων και τα κριτήρια εφαρμογής τους.

Η ΕΑΤ επανεξετάζει τακτικά τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

5.   Έως τις 13 Ιουλίου 2017, η ΕΑΤ, αφού συμβουλευθεί όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων αυτών στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών που εκπροσωπούν τα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων μερών, θα αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, με θέμα τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές κατά την υποβολή αίτησης για την απόκτηση άδειας λειτουργίας των ιδρυμάτων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που ορίζονται στα στοιχεία α), β), γ), ε) και ζ) έως ι) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ επανεξετάζει τακτικά τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια.

6.   Λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την εμπειρία από την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην παράγραφο 5, η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία θα προσδιορίζουν τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές κατά την υποβολή αίτησης για την απόκτηση άδειας λειτουργίας των ιδρυμάτων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που ορίζονται στα στοιχεία α), β), γ), ε) και ζ) έως ι) της παραγράφου 1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 6

Έλεγχος συμμετοχής

1.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ίδρυμα πληρωμών, ούτως ώστε η αναλογία των μεριδίων κεφαλαίων ή των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το 20 %, το 30 % ή το 50 %, ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση, ενημερώνει γραπτώς και εκ των προτέρων τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω ιδρύματος πληρωμών σχετικά με την πρόθεσή του. Το ίδιο ισχύει για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή ή να μειώσει την ειδική συμμετοχή του ούτως ώστε η αναλογία των μεριδίων κεφαλαίων ή των δικαιωμάτων ψήφου να μειωθεί κάτω από το 20 %, το 30 % ή το 50 % ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να πάψει να είναι θυγατρική του επιχείρηση.

2.   Ο υποψήφιος αγοραστής ειδικής συμμετοχής παρέχει στην αρμόδια αρχή πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν το μέγεθος της συμμετοχής που προτίθεται να αποκτήσει και σχετικές πληροφορίες όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν σε περίπτωση που η επιρροή ενός υποψήφιου αγοραστή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, είναι πιθανό να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος πληρωμών, από τις αρμόδιες αρχές να εκφράσουν την αντίθεσή τους ή να λάβουν άλλα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να περιλαμβάνονται εντολές, κυρώσεις κατά των διευθυντών ή των υπευθύνων για τη διαχείριση, ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές τις οποίες κατέχουν οι μέτοχοι ή οι εταίροι του εν λόγω ιδρύματος πληρωμών.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία δεν τηρούν την υποχρέωση της εκ των προτέρων ενημέρωσης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

4.   Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπουν αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, ακυρότητα των εν λόγω ψήφων ή δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.

Άρθρο 7

Αρχικό κεφάλαιο

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να έχουν, κατά τη στιγμή της αδειοδότησης, αρχικό κεφάλαιο το οποίο απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ως εξής:

α)

όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον την υπηρεσία πληρωμών του σημείου 6 του παραρτήματος I, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 20 000 EUR·

β)

όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών του σημείου 7 του παραρτήματος I, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 50 000 EUR·

γ)

όταν το ίδρυμα πληρωμών ασκεί οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών των σημείων 1 έως 5 του παραρτήματος I, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 125 000 EUR.

Άρθρο 8

Ίδια κεφάλαια

1.   Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών δεν υπολείπονται του μεγαλύτερου ποσού μεταξύ του αρχικού κεφαλαίου όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 και του ποσού των ιδίων κεφαλαίων όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίσουν την πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ίδια κεφάλαια εφόσον το ίδρυμα πληρωμών ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα πληρωμών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή ασφαλιστική επιχείρηση. Η παράγραφος αυτή ισχύει επίσης όταν ένα ίδρυμα πληρωμών είναι υβριδικού χαρακτήρα και ασκεί άλλες δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμής.

3.   Εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόσουν το άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας στα ιδρύματα πληρωμών που συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 9

Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων

1.   Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου του άρθρου 7, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών, εκτός όσων παρέχουν μόνο υπηρεσίες που αναφέρονται στο σημείο 7 ή 8, ή και στα δύο, του παραρτήματος Ι να έχουν πάντοτε ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες τρεις μεθόδους, όπως ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία:

 

Μέθοδος Α

Τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το 10 % των πάγιων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν το ίδρυμα πληρωμών δεν έχει συμπληρώσει τις δραστηριότητες ενός ολόκληρου έτους κατά την ημερομηνία υπολογισμού, η απαίτηση είναι τα ίδια κεφάλαιά του να ισοδυναμούν με τουλάχιστον το 10 % των αντίστοιχων πάγιων εξόδων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές ζητήσουν αναπροσαρμογή του σχεδίου αυτού.

 

Μέθοδος Β

Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή προσαύξησης k, ο οποίος ορίζεται στην παράγραφο 2, όπου ο όγκος πληρωμών (ΟΠ) αντιπροσωπεύει το ένα δωδέκατο του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμής που εκτέλεσε το ίδρυμα πληρωμών κατά το προηγούμενο έτος:

α)

4,0 % του μεριδίου του ΟΠ μέχρι 5 εκατ. EUR·

συν

β)

2,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 5 εκατ. EUR μέχρι 10 εκατ. EUR·

συν

γ)

1 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 10 εκατ. EUR μέχρι 100 εκατ. EUR·

συν

δ)

0,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 100 εκατ. EUR μέχρι 250 εκατ. EUR·

συν

ε)

0,25 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 250 εκατ. EUR.

 

Μέθοδος Γ

Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με τον σχετικό δείκτη που ορίζεται στο στοιχείο α) πολλαπλασιαζόμενο επί τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή που ορίζεται στο στοιχείο β) και επί τον συντελεστή προσαύξησης k που ορίζεται στην παράγραφο 2.

α)

Ο σχετικός δείκτης είναι το άθροισμα των εξής:

i)

εισόδημα από τόκους·

ii)

τόκοι έξοδα·

iii)

προμήθειες και τέλη εισπρακτέα· και

iv)

άλλα έσοδα εκμετάλλευσης.

Κάθε στοιχείο περιλαμβάνεται στο άθροισμα με το πρόσημό του, θετικό ή αρνητικό. Έσοδα από έκτακτα ή μη τακτικά στοιχεία δεν χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του σχετικού δείκτη. Οι δαπάνες για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους επιτρέπεται να μειώνουν τον κατάλληλο δείκτη, αν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις που εποπτεύονται υπό την έννοια της παρούσας οδηγίας. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις τελευταίες δωδεκάμηνες παρατηρήσεις στο τέλος της τελευταίας διαχειριστικής χρήσης. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται βάσει του τελευταίου οικονομικού έτους. Ωστόσο, τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται με τη μέθοδο Γ δεν πρέπει να είναι μικρότερα του 80 % του μέσου όρου των τριών τελευταίων οικονομικών ετών για τον σχετικό δείκτη. Εάν δεν υπάρχουν ελεγμένα στοιχεία, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται επιχειρηματικές εκτιμήσεις.

β)

Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής είναι:

i)

10 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη μέχρι 2,5 εκατ. EUR,

ii)

8 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 2,5 εκατ. EUR μέχρι 5 εκατ. EUR,

iii)

6 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 5 εκατ. EUR μέχρι 25 εκατ. EUR,

iv)

3 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 25 εκατ. EUR μέχρι 50 εκατ. EUR,

v)

1,5 % άνω των 50 εκατ. EUR.

2.   Ο συντελεστής προσαύξησης k που χρησιμοποιείται στις μεθόδους Β και Γ είναι:

α)

0,5 όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον την υπηρεσία πληρωμών όπως αναφέρεται στο σημείο 6 του παραρτήματος I·

β)

1 όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρονται σε ένα εκ των σημείων 1 έως 5 του παραρτήματος Ι.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, βάσει αξιολόγησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, της βάσης δεδομένων κινδύνου ζημίας και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών, να απαιτούν από το ίδρυμα πληρωμών να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του ανώτερο έως 20 % του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, ή να του επιτρέπουν να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του κατώτερο έως 20 % του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 10

Απαιτήσεις διασφάλισης

1.   Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 1) ως 6) του παραρτήματος Ι να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

τα εν λόγω χρηματικά ποσά δεν πρέπει να αναμειγνύονται ποτέ με τα χρηματικά ποσά φυσικών ή νομικών προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών στο όνομα των οποίων λαμβάνονται αυτά τα χρηματικά ποσά και, εάν λαμβάνονται ακόμη από το ίδρυμα πληρωμών και δεν έχουν ακόμη καταβληθεί στον δικαιούχο ούτε έχουν μεταφερθεί σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της ημέρας παραλαβής τους, κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα ή επενδύονται σε ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου, τα οποία καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης· και προστατεύονται διά του εθνικού δικαίου, προς το συμφέρον αυτών των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματος πληρωμών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας·

β)

τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από ασφαλιστήριο ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με το ίδρυμα πληρωμών για ποσό ισοδύναμο προς εκείνο που θα είχε διαχωριστεί ελλείψει ασφαλιστηρίου ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης, πληρωτέο αν το ίδρυμα πληρωμών αδυνατεί να ανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του.

2.   Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει χρηματικά ποσά δυνάμει της παραγράφου 1 και τμήμα αυτών των χρηματικών ποσών πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές πράξεις πληρωμής και το υπόλοιπο ποσό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για υπηρεσίες άλλες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το τμήμα των χρηματικών ποσών που προορίζεται για μελλοντικές πράξεις πληρωμής υπόκειται επίσης στις απαιτήσεις της παραγράφου 1. Όταν το εν λόγω τμήμα κυμαίνεται ή δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν την παρούσα παράγραφο βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος το οποίο θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον το αντιπροσωπευτικό αυτό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί ευλόγως βάσει ιστορικών δεδομένων κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 11

Χορήγηση άδειας λειτουργίας

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις, εκτός όσων αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), ε) και στ), και εκτός των φυσικών ή νομικών προσώπων που έτυχαν της εξαίρεσης των άρθρων 32 ή 33, οι οποίες σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, να λάβουν άδεια ως ιδρύματα πληρωμών πριν αρχίσουν την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών. Η άδεια χορηγείται μόνο σε νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε ένα κράτος μέλος.

2.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας, εάν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 5 και εάν οι αρμόδιες αρχές, έπειτα από διεξοδική εξέταση της αίτησης, καταλήξουν σε ευνοϊκή συνολική αξιολόγηση. Πριν χορηγηθεί άδεια λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, όπου κρίνεται σκόπιμο, να συμβουλευθούν την εθνική κεντρική τράπεζα ή άλλες αρμόδιες δημόσιες αρχές.

3.   Κάθε ίδρυμα πληρωμών το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης, πρέπει να διαθέτει καταστατική έδρα, διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στο ίδιο κράτος μέλος με την καταστατική του έδρα και να διεξάγει τουλάχιστον ένα τμήμα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών σε αυτό το κράτος μέλος.

4.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας μόνο εάν, ενόψει της ανάγκης να εξασφαλιστεί ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών, το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει άρτιο οργανωτικό πλαίσιο για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες που αφορούν τις υπηρεσίες πληρωμών, το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με σαφείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών· το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί είναι εκτενείς και ανάλογοι προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει το ίδρυμα πληρωμών.

5.   Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 1) ως 7) του παραρτήματος Ι και, ταυτόχρονα, ασκεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν τη σύσταση χωριστού φορέα για τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών όταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών βλάπτουν ή υπάρχει κίνδυνος να βλάψουν είτε την οικονομική ευρωστία του ιδρύματος είτε την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να παρακολουθούν τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις υποχρεώσεις που καθορίζει η παρούσα οδηγία.

6.   Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλίσουν την ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών, δεν έχουν πεισθεί ως προς την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων που κατέχουν ειδική συμμετοχή.

7.   Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί, όπως καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 38) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μεταξύ του ιδρύματος πληρωμών και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

8.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει στενούς δεσμούς, ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

9.   Η άδεια λειτουργίας ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και επιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών να παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών που καλύπτονται από την άδειά του σε ολόκληρη την Ένωση, με το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή με το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης.

Άρθρο 12

Κοινοποίηση της απόφασης

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης ή, εφόσον η αίτηση είναι ελλιπής, εντός τριών μηνών από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για τη λήψη απόφασης, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα εάν η αίτησή του έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε. Η αρμόδια αρχή αιτιολογεί τυχόν απόρριψη της αίτησης.

Άρθρο 13

Ανάκληση της άδειας λειτουργίας

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών μόνο εάν το ίδρυμα είτε:

α)

δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτείται ρητώς απ’ αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει·

β)

απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ)

δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας ή παραλείπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με σημαντικές εξελίξεις ως προς το θέμα αυτό·

δ)

θα αποτελούσε απειλή για τη σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη στο σύστημα πληρωμών αν συνέχιζε τις σχετικές με τις υπηρεσίες πληρωμών εργασίες του· ή

ε)

εμπίπτει στις λοιπές περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

2.   Η αρμόδια αρχή αιτιολογεί κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και την κοινοποιεί στους ενδιαφερόμενους.

3.   Η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί την ανάκληση άδειας λειτουργίας, μεταξύ άλλων και στα μητρώα που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 14

Καταχώριση στο κράτος μέλος προέλευσης

1.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν δημόσιο μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται τα ακόλουθα:

α)

αδειοδοτημένα ιδρύματα πληρωμών και οι αντιπρόσωποί τους·

β)

φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν άδεια λειτουργίας και έτυχαν εξαίρεσης δυνάμει των άρθρων 32 ή 33, και οι αντιπρόσωποί τους· και

γ)

τα ιδρύματα του άρθρου 2 παράγραφος 5 που δικαιούνται βάσει του εθνικού δικαίου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών.

Υποκαταστήματα των ιδρυμάτων πληρωμών καταχωρίζονται στο μητρώο του κράτους μέλους προέλευσης εάν τα εν λόγω υποκαταστήματα παρέχουν υπηρεσίες σε κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους μέλους προέλευσης τους.

2.   Στο δημόσιο μητρώο προσδιορίζονται οι υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο ίδρυμα πληρωμών ή για τις οποίες έχει καταχωριστεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Τα ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας απαριθμούνται στο μητρώο χωριστά από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που τυγχάνουν εξαίρεσης δυνάμει των άρθρων 32 ή 33. Το μητρώο είναι διαθέσιμο στο κοινό, προσβάσιμο ηλεκτρονικά και ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση.

3.   Οι αρμόδιες αρχές καταχωρίζουν στο δημόσιο μητρώο κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και κάθε ανάκληση εξαίρεσης δυνάμει των άρθρων 32 ή 33.

4.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ τους λόγους για την ανάκληση οποιασδήποτε άδειας λειτουργίας και για την ανάκληση οποιασδήποτε εξαίρεσης δυνάμει των άρθρων 32 ή 33.

Άρθρο 15

Μητρώο ΕΑΤ

1.   Η ΕΑΤ διαμορφώνει, διαχειρίζεται και τηρεί ηλεκτρονικό κεντρικό μητρώο που περιέχει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η ΕΑΤ είναι υπεύθυνη για την ακριβή παρουσίαση των εν λόγω πληροφοριών.

Η ΕΑΤ καθιστά το μητρώο διαθέσιμο στο κοινό στον δικτυακό της τόπο, ενώ επίσης διευκολύνει την πρόσβαση και την αναζήτηση στις καταχωρισμένες πληροφορίες άνευ χρέωσης.

2.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΤ για τις πληροφορίες που καταχωρίζονται στα δημόσια μητρώα τους όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 σε γλώσσα εύχρηστη στον χρηματοοικονομικό τομέα.

3.   Οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των πληροφοριών που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων όσον αφορά τη διαμόρφωση, τη λειτουργία και την τήρηση του ηλεκτρονικού κεντρικού μητρώου, καθώς και την πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό. Οι τεχνικές απαιτήσεις διασφαλίζουν ότι η τροποποίηση των πληροφοριών μπορεί να γίνεται μόνο από την αρμόδια αρχή και την ΕΑΤ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 13 Ιανουαρίου 2018.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τις λεπτομέρειες και τη δομή των πληροφοριών που κοινοποιούνται βάσει της παραγράφου 1, περιλαμβανομένου του κοινού μορφότυπου και του υποδείγματος στα οποία παρέχονται οι πληροφορίες.

Η ΕΑΤ υποβάλλει αυτά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 13 Ιουλίου 2017.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 16

Διατήρηση της άδειας λειτουργίας

Εάν επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή η οποία επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών και των δικαιολογητικών που προβλέπονται κατά το άρθρο 5, το ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης.

Άρθρο 17

Λογιστική και υποχρεωτικός έλεγχος

1.   Οι οδηγίες 86/635/ΕΟΚ και 2013/34/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34) εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα ιδρύματα πληρωμών.

2.   Εάν δεν εξαιρούνται δυνάμει της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και, ανάλογα με την περίπτωση, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοι λογαριασμοί των ιδρυμάτων πληρωμών ελέγχονται από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

3.   Για λόγους εποπτείας, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν χωριστές λογιστικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών και για δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, οι οποίες υπόκεινται σε έκθεση ελεγκτή. Η έκθεση εκπονείται, ανάλογα με την περίπτωση, από τους νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.

4.   Οι υποχρεώσεις εκ του άρθρου 63 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία των ιδρυμάτων πληρωμών όσον αφορά τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 18

Δραστηριότητες

1.   Εκτός από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να ασκήσουν τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α)

παροχή λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών, όπως εξασφάλιση της εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος, υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων·

β)

λειτουργία συστημάτων πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 35·

γ)

επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, τηρουμένου του ισχύοντος ενωσιακού και εθνικού δικαίου.

2.   Όταν τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν μία ή περισσότερες υπηρεσίες πληρωμών, μπορούν να τηρούν μόνο λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμής.

3.   Η παραλαβή εκ μέρους των ιδρυμάτων πληρωμών τυχόν χρηματικών ποσών από τους χρήστες με σκοπό να τους παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ούτε ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 2) της οδηγίας 2009/110/ΕΚ.

4.   Τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να παρέχουν πίστωση σε σχέση με τις υπηρεσίες πληρωμών των σημείων 4 ή 5 του παραρτήματος Ι μόνον αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η πίστωση είναι επικουρική και χορηγείται αποκλειστικά σε συνδυασμό με την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής·

β)

παρά τους εθνικούς κανόνες για τη χορήγηση πίστωσης μέσω πιστωτικών καρτών, η πίστωση που χορηγείται σε συνδυασμό με πληρωμή και εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 9 και το άρθρο 28 αποπληρώνεται εντός σύντομου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους 12 μήνες·

γ)

η πίστωση αυτή δεν χορηγείται από χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί ή κρατούνται για την εκτέλεση πράξης πληρωμής·

δ)

τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών είναι πάντοτε, κατά την κρίση της εποπτικής αρχής, κατάλληλα ενόψει της συνολικής χορηγούμενης πίστωσης.

5.   Τα ιδρύματα πληρωμών δεν επιτρέπεται να ασκούν, κατ’ επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

6.   Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, άλλων σχετικών ενωσιακών ή εθνικών μέτρων που αφορούν μη εναρμονισμένες διά της παρούσας οδηγίας προϋποθέσεις χορήγησης πιστώσεων στους καταναλωτές σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.

Τμήμα 2

Άλλες απαιτήσεις

Άρθρο 19

Χρήση αντιπροσώπων, υποκαταστημάτων ή οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων

1.   Εάν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπου, γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου·

β)

περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιεί ο αντιπρόσωπος για να τηρεί τις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που προβλέπει η οδηγία (ΕΕ) 2015/849, οι οποίοι πρέπει να ενημερώνονται πάραυτα σε περίπτωση που γίνονται ουσιαστικές αλλαγές στα στοιχεία που διαβιβάζονται με την αρχική κοινοποίηση·

γ)

την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης του αντιπροσώπου που θα χρησιμοποιηθεί για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών και, για τους αντιπροσώπους που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, αποδείξεις καταλληλότητας και εντιμότητας αυτών·

δ)

τις υπηρεσίες πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών που έχουν ανατεθεί στον αντιπρόσωπο· και

ε)

όπου ενδείκνυται, τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ή αριθμό του αντιπροσώπου.

2.   Μέσα σε δύο μήνες από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει το ίδρυμα πληρωμών εάν ο αντιπρόσωπος καταχωρίστηκε στο μητρώο που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 14. Με την καταχώριση στο μητρώο, ο αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών.

3.   Προτού εγγράψουν τον αντιπρόσωπο στο μητρώο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, εάν θεωρούν ότι τα στοιχεία που τους παρασχέθηκαν δεν είναι ορθά, να προβαίνουν σε περαιτέρω ενέργειες για να τα επαληθεύσουν.

4.   Εάν, μετά από την επαλήθευση, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν πεισθεί ότι τα στοιχεία που τους παρασχέθηκαν βάσει της παραγράφου 1 είναι ορθά, αρνούνται να εγγράψουν τον αντιπρόσωπο στο μητρώο του άρθρου 14 και ενημερώνουν σχετικά το ίδρυμα πληρωμών χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

5.   Εάν το ίδρυμα πληρωμών επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες πληρωμών σε άλλο κράτος μέλος με την πρόσληψη αντιπροσώπου ή την ίδρυση υποκαταστήματος, ακολουθεί τις διαδικασίες του άρθρου 28.

6.   Εάν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέτει λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών σε τρίτους, ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής του.

Η ανάθεση σημαντικών λειτουργικών δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς φορείς, περιλαμβανομένων των πληροφοριακών συστημάτων, δεν γίνεται με τρόπο που βλάπτει ουσιαστικά την ποιότητα των εσωτερικών ελέγχων του ιδρύματος πληρωμών και την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να παρακολουθούν και να εξακριβώνουν τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, μια λειτουργική δραστηριότητα θεωρείται σημαντική εάν η πλημμελής εκτέλεση ή η παράλειψή της θα έβλαπτε ουσιαστικά τη συνεχή συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις της άδειάς του η οποία ζητήθηκε δυνάμει του παρόντος τίτλου ή τις λοιπές υποχρεώσεις του δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ή τις οικονομικές του επιδόσεις ή την ευρωστία ή τη συνέχεια των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν τα ιδρύματα πληρωμών αναθέτουν σε εξωτερικούς φορείς σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες, τα ιδρύματα πληρωμών να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους δεν πρέπει να οδηγεί στη μεταβίβαση των ευθυνών των ανώτερων διοικητικών στελεχών·

β)

δεν πρέπει να μεταβάλλονται η σχέση και οι υποχρεώσεις του ιδρύματος πληρωμών έναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει δυνάμει της παρούσας οδηγίας·

γ)

δεν πρέπει να θίγονται οι όροι που οφείλει να πληροί το ίδρυμα πληρωμών προκειμένου να λάβει και να διατηρήσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο·

δ)

δεν πρέπει να καταργείται ούτε να τροποποιείται κανένας από τους άλλους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών.

7.   Το ίδρυμα πληρωμών μεριμνά ώστε οι αντιπρόσωποι ή τα υποκαταστήματα που ενεργούν εξ ονόματός του να ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.

8.   Τα ιδρύματα πληρωμών γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης τους, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση των οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση και, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2, 3 και 4, των αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων αντιπροσώπων.

Άρθρο 20

Ευθύνη

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία αναθέτουν σε τρίτους την άσκηση λειτουργικών δραστηριοτήτων να λαμβάνουν εύλογα μέτρα προς τήρηση των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να έχουν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των υπαλλήλων τους, ή των αντιπροσώπων, των υποκαταστημάτων ή των οντοτήτων προς τις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων.

Άρθρο 21

Τήρηση αρχείου

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να τηρούν όλα τα κατάλληλα αρχεία για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου επί τουλάχιστον πέντε έτη, με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 ή άλλης σχετικής διάταξης του ενωσιακού δικαίου.