Αποτελέσματα live αναζήτησης

Σχέδιο Νόμου Aγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ» (ΕΕ L 173/12.6.2014) και σχετικές εθνικές διατάξεις

Δημοσιεύθηκε στις : [ 12-06-2017 ]
Κατηγορία: Λοιπά

Σχέδιο Νόμου
Aγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ» (ΕΕ L 173/12.6.2014) και σχετικές εθνικές διατάξεις

Σχέδιο Νόμου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΤΙΤΛΟΣ I ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1 Σκοπός

Σκοπός των διατάξεων του Μέρους Πρώτου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 «για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ» (ΕΕ L 173/12.6.2014) και της Οδηγίας 2016/1034/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων» (ΕΕ L 175/30.6.2016). Για τις ανάγκες εφαρμογής του Μέρους αυτού λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (ΕΕ L 173/12.6.2014) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 «για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012.

Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής (Άρθρο 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων, στους διαχειριστές αγοράς, στους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα.

2. Ο παρών νόμος θεσπίζει απαιτήσεις ως προς τα ακόλουθα:
α) τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των ΑΕΠΕΥ, ως και την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις επενδύσεων άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα,
β) την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα, γ) τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία διαχειριστών αγοράς και ρυθμιζόμενων αγορών,
δ) τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων
ε) την εποπτεία, τη συνεργασία και την εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές.

3 . Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του ν. 4261/2014 (Α'107) ή της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες μία ή και περισσότερες: α) παρ. 2 του άρθρου 3 , παρ. 3 του άρθρου 9 και τα άρθρα 14 και 16 έως 20, β) το Κεφάλαιο II του Τίτλου II,
γ) το κεφάλαιο III του τίτλου II, εκτός των παρ. 2 και 3 του άρθρου 34, των παρ. 2 και 3 του άρθρου 34α, των παρ. 2 έως 6 και 8 του άρθρου 35 και των παρ. 2, 3 και 6 του άρθρου 35α, δ) τα άρθρα 67 έως 73, τα άρθρα 78, 83, 84.

4. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στα πιστωτικά ιδρύματα όταν προβαίνουν σε πώληση ή παροχή συμβουλής σε πελάτες σχετικά με δομημένες καταθέσεις:
α) παρ. 3 του άρθρου 9, το άρθρο 14 και οι παρ. 2, 3 και 6 του άρθρου 16, β) τα άρθρα 23 έως 26, το άρθρο 28 και το άρθρο 29 και το άρθρο 30, και γ) τα άρθρα 67 έως 73.

5. Οι παρ. 1 έως 6 του άρθρου 17 εφαρμόζεται επίσης στα μέλη ή τους συμμετέχοντες ρυθμιζόμενων αγορών και ΠΜΔ που δεν έχουν την υποχρέωση να αδειοδοτούνται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, δυνάμει των στοιχείων α), ε), θ) και ι) της παρ. 1 του άρθρου 2.

6. Τα άρθρα 57 και 58 εφαρμόζονται επίσης στα πρόσωπα που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 3.

7. Όλα τα πολυμερή συστήματα χρηματοπιστωτικών μέσων λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου II για τους ΠΜΔ ή τους ΜΟΔ ή τις διατάξεις του Τίτλου III για τις ρυθμιζόμενες αγορές.
Επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά, συστηματικά και σε σημαντικό βαθμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ ή ΜΟΔ, λειτουργούν σύμφωνα με τον Τίτλο III του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (ΕΕ L 173/12.6.2014).
Με την επιφύλαξη των άρθρων 23 και 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, όλες οι συναλλαγές χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο και που δεν συνάπτονται σε πολυμερή συστήματα ή συστηματικούς εσωτερικοποιητές πρέπει να συμμορφώνονται προς τις σχετικές διατάξεις του Τίτλου III του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.

Άρθρο 3 Εξαιρέσεις (Άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται:
α) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητες αντασφάλισης και αντεκχώρησης του ν.4364/2016 (Α' 13) όταν ασκούν τις δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται ο ως άνω νόμος,
β) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων,
γ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτική υπηρεσία περιστασιακά στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της υπηρεσίας αυτής,
δ) στα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία δεν είναι παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών και δεν παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν άλλες επενδυτικές δραστηριότητες σε άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα
πλην των παραγώγων επί εμπορευμάτων ή των δικαιωμάτων εκπομπής ή των παραγώγων επί των δικαιωμάτων αυτών, εκτός εάν τα πρόσωπα αυτά: αα) είναι ειδικοί διαπραγματευτές (market makers),
ββ) είναι μέλη ή συμμετέχουν σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ, αφενός, ή έχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης, αφετέρου, εξαιρουμένων των μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων που εκτελούν σε τόπο διαπραγμάτευσης συναλλαγές οι οποίες είναι αντικειμενικά μετρήσιμο ότι μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης διαθεσίμων των εν λόγω μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων ή των ομίλων τους,
γγ) εφαρμόζουν τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα ή δδ) διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών. Τα πρόσωπα που εξαιρούνται βάσει των περιπτώσεων α), θ) ή ι) δεν είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς τους όρους της παρούσας περίπτωσης για να ισχύει η εξαίρεσή τους,
ε) στους διαχειριστές με υποχρεώσεις συμμόρφωσης βάσει της Κ.Υ.Α. Η.Π. 54409/2632/2004 (Β' 1931) ή της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ (ΕΕ L 275/25.10.2003) οι οποίοι, όταν διαπραγματεύονται δικαιώματα εκπομπής, δεν εκτελούν εντολές πελατών και δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, ούτε ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες πέραν του να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, με την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν κάποια τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα,
στ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων,
ζ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται μόνο στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων και στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων,
η) στα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και στους άλλους εθνικούς οργανισμούς που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες στην Ένωση, στους λοιπούς δημόσιους φορείς που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του στην Ένωση και σε διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που έχουν συγκροτηθεί από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και οι οποίοι έχουν ως σκοπό να κινητοποιούν χρηματοδοτήσεις και να προσφέρουν χρηματοοικονομική υποστήριξη προς όφελος των μελών τους που πλήττονται ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης,
θ) στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στα ταμεία συντάξεων (pension funds), όπως εκάστοτε ορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, είτε υπόκεινται σε συντονισμό σε επίπεδο Ένωσης είτε όχι, και στους θεματοφύλακες και διαχειριστές αυτών των οργανισμών,
ι) στα πρόσωπα:
αα) τα οποία διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των ειδικών διαπραγματευτών, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών, εξαιρουμένων των προσώπων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, ή
ββ) που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, στους πελάτες ή τους προμηθευτές της κύριας δραστηριότητάς τους,υπό τον όρο ότι:
— σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις χωριστά και ως σύνολο αυτό αποτελεί παρεπόμενη δραστηριότητα ως προς την κύρια δραστηριότητά τους, θεωρούμενη σε επίπεδο ομίλου, και ότι η εν λόγω κύρια δραστηριότητά τους δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος νόμου ούτε η άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων βάσει του ν. 4261/2014 (Α' 107) ή της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή το να δρουν ως ειδικοί διαπραγματευτές για παράγωγα επί εμπορευμάτων,
— τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν κάποια τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, και
— τα εν λόγω πρόσωπα κοινοποιούν σε ετήσια βάση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι κάνουν χρήση της εξαίρεσης αυτής και, εάν τους ζητηθεί, αναφέρουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τη βάση πάνω στην οποία στηρίζουν την πεποίθησή τους ότι η δραστηριότητά τους στο πλαίσιο των στοιχεία αα) και ββ) είναι παρεπόμενη ως προς την κύρια δραστηριότητά τους,
ια) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών, ιβ) στους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς όπως ορίζονται στην περίπτωση ε) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011 (Α' 179) ή στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ ή στην παρ. 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ (ΕΕ L 211/14.8.2009) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει των ανωτέρω, βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 714/2009, βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009 (ΕΕ L 211/14.8.2009) ή βάσει των κωδίκων των δικτύων ή κατευθυντήριων γραμμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει των εν λόγω Κανονισμών, στα πρόσωπα που ενεργούν ως πάροχοι υπηρεσιών για λογαριασμό τους για να ασκούν τα καθήκοντά τους βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων ή βάσει των κωδίκων των δικτύων ή των κατευθυντηρίων γραμμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει των κανονισμών αυτών και σε κάθε φορέα διαχείρισης ή εκμετάλλευσης μηχανισμού εξισορρόπησης ενέργειας ή δικτύου ή συστήματος αγωγών για τη διατήρηση ισορροπίας μεταξύ παροχής και κατανάλωσης ενέργειας, όταν ασκούν τα καθήκοντα αυτά.
Η εξαίρεση αυτή ισχύει για πρόσωπα τα οποία ασκούν τις δραστηριότητες που περιγράφηκαν στο παρόν σημείο μόνον όταν ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες ή παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σχετικές με παράγωγα επί εμπορευμάτων στο πλαίσιο της άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά τη λειτουργία μιας δευτερογενούς αγοράς, περιλαμβανομένων των συστημάτων για συναλλαγές επί χρηματοπιστωτικών δικαιωμάτων μεταφοράς στη δευτερογενή αγορά, ιγ) στα Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων (ΚΑΤ), με την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 73 του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (ΕΕ L 257/28.8.2014).

2. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τον παρόντα νόμο δεν εκτείνονται στις υπηρεσίες που παρέχονται από αντισυμβαλλομένους σε πράξεις που διενεργούνται από δημόσιους φορείς που χειρίζονται το δημόσιο χρέος ή από μέλη του ΕΣΚΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και με το πρωτόκολλο αριθ. 4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή κατά την άσκηση ισοδύναμων καθηκόντων δυνάμει εθνικών διατάξεων.

Άρθρο 4 Ορισμοί
(Άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Για τους σκοπούς του νόμου αυτού νοούνται ως:
1. α) «Επιχείρηση επενδύσεων»: Κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου η συνήθης επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η παροχή μιας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή
η άσκηση μιας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση, . Ως επιχείρηση επενδύσεων νοείται και κάθε φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ.
β) «Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ)»: η επιχείρηση επενδύσεων που έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία του κ.ν. 2190/1920 (Α' 144) και έχει λάβει σχετική άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
2. «Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: Οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες του τμήματος Α του παραρτήματος Ι οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα μέσα που απαριθμούνται στο τμήμα Γ του παραρτήματος Ι.
3. «Παρεπόμενη υπηρεσία»: Οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο τμήμα Β του παραρτήματος I.
4. «Επενδυτική συμβουλή»: Η παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του είτε με πρωτοβουλία της επιχείρησης επενδύσεων σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα.
5. «Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών»: Η διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών και περιλαμβάνει τη σύναψη συμφωνιών πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδονται από επιχείρηση επενδύσεων ή πιστωτικό ίδρυμα κατά τη στιγμή της έκδοσής τους.
6. «Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό»: Η διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην κατάρτιση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα.
7. «Ειδικός διαπραγματευτής (market maker)»: Πρόσωπο που δραστηριοποιείται στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε συνεχή βάση, και αναλαμβάνει να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό αγοράζοντας και πωλώντας χρηματοπιστωτικά μέσα έναντι ιδίων κεφαλαίων σε τιμές που έχει καθορίσει ο ίδιος.
8. «Διαχείριση χαρτοφυλακίου»: Η διαχείριση, με εντολή του πελάτη και υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη, χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα.
9. «Πελάτης»: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο μια επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες.
10. «Επαγγελματίας πελάτης»: Ο πελάτης που πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ.
11. «Ιδιώτης πελάτης»: Κάθε πελάτης που δεν είναι επαγγελματίας πελάτης.
12. «Αγορά ανάπτυξης μικρομεσαίων επιχειρήσεων»: Ένας ΠΜΔ που έχει καταχωριστεί ως αγορά για την ανάπτυξη ΜμΕ σύμφωνα με το άρθρο 33 του παρόντος νόμου και το άρθρο 33 της Οδηγίας 2014/65/EE.
13. «Μικρομεσαία επιχείρηση (ΜμΕ)»: για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, μια εταιρεία που έχει μέση κεφαλαιοποίηση μικρότερη από 200 000 000 ευρώ με βάση τα στοιχεία στο τέλος κάθε έτους, για τα τρία τελευταία ημερολογιακά έτη.
14. «Οριακή εντολή» (limit order): Εντολή αγοράς ή πώλησης χρηματοπιστωτικού μέσου σε συγκεκριμένη οριακή ή καλύτερη τιμή και για συγκεκριμένη ποσότητα.
15. «Χρηματοπιστωτικό μέσο»: Τα μέσα που προσδιορίζονται στο τμήμα Γ του Παραρτήματος I του παρόντος νόμου.
16. «Συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ.6»: Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου που προβλέπεται στο τμήμα Γ.6 του παραρτήματος I του παρόντος νόμου, η οποία σχετίζεται με άνθρακα ή πετρέλαιο υπό διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ και πρέπει να εκκαθαριστεί με φυσική παράδοση.
17. «Μέσα χρηματαγοράς»: Κατηγορίες μέσων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως στη χρηματαγορά, όπως τα έντοκα γραμμάτια, τα αποδεικτικά κατάθεσης και τα εμπορικά γραμμάτια, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής.
18. «Διαχειριστής αγοράς»: Η ανώνυμη εταιρεία που διευθύνει ή διαχειρίζεται ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως διαχειριστής αγοράς νοείται και κάθε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που μπορεί να είναι και η ίδια η ρυθμιζόμενη αγορά το οποίο έχει λάβει σχετική άδεια από άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
19. «Πολυμερές σύστημα»: Οποιοδήποτε σύστημα ή μηχανισμός στο οποίο πλείονα συμφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων μπορούν να αλληλεπιδρούν στο σύστημα.
20. «Συστηματικός εσωτερικοποιητής»: Επιχείρηση επενδύσεων η οποία διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά, συστηματικά και σε σημαντικό βαθμό, όταν εκτελεί εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ, χωρίς να λειτουργεί πολυμερές σύστημα. O συχνός και συστηματικός χαρακτήρας μετράται με τον αριθμό των συναλλαγών στο χρηματοπιστωτικό μέσο που συνάπτονται από την επιχείρηση επενδύσεων εκτός τόπου διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελεί εντολές πελατών. O σημαντικός βαθμός μετράται είτε βάσει του μεγέθους των συναλλαγών που συνάπτονται εκτός τόπου διαπραγμάτευσης από την επιχείρηση επεν δύσεων σε σχέση με τις συνολικές συναλλαγές της επιχείρησης επενδύσεων σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο είτε βάσει του μεγέθους των συναλλαγών που συνάπτονται εκτός τόπου διαπραγμάτευσης από την επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις συνολικές συναλλαγές στην Ένωση σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο. Ο χαρακτηρισμός ως συστηματικού εσωτερικοποιητή ισχύει μόνο όταν πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις, τόσο ο συχνός και συστηματικός χαρακτήρας, όσο και ο σημαντικός βαθμός, ή όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επιλέγει να δραστηριοποιηθεί ως συστηματικός εσωτερικοποιητής.
21. «Ρυθμιζόμενη αγορά»: Πολυμερές σύστημα το οποίο διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων - εντός του συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του οι οποίοι δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια -κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων ή των συστημάτων του, και το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τον τίτλο III του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2014/65/EE.
22. «Πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ»: Πολυμερές σύστημα το οποίο διαχειρίζεται επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων -εντός του συστήματος και σύμφωνα με κανόνες που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια - κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον τίτλο II του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2014/65/EE.
23. «Μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης» ή «ΜΟΔ»: Το πολυμερές σύστημα, που δεν είναι ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, στο οποίο πλείονα συμφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση ομολόγων, δομημένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, δικαιωμάτων εκπομπής και παράγωγων μέσων δύνανται να αλληλεπιδρούν στο εσωτερικό του κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον τίτλο II του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2014/65/EE.
24. «Τόπος διαπραγμάτευσης»: Ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ.
25. «Ρευστή αγορά»: Αγορά χρηματοπιστωτικού μέσου ή κατηγορίας χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου υπάρχουν έτοιμοι και πρόθυμοι αγοραστές και πωλητές σε συνεχή βάση, η οποία αξιολογείται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη δομή αγοράς του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου ή της συγκεκριμένης κατηγορίας χρηματοπιστωτικών μέσων:
α)μέση συχνότητα και μέσο μέγεθος των συναλλαγών για ένα φάσμα συνθηκών αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον κύκλο ζωής των προϊόντων εντός της κατηγορίας των χρηματοπιστωτικών μέσων β)αριθμός και είδος συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένου του λόγου των συμμετεχόντων στην αγορά προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση για συγκεκριμένο προϊόν γ)μέσο άνοιγμα τιμών όπου είναι διαθέσιμο.
26. «Αρμόδια αρχή»: Η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 67 του παρόντος νόμου ή η αρχή σύμφωνα με το άρθρο 67 της Οδηγίας 2014/65/EK κατά περίπτωση.
27. «Πιστωτικό ίδρυμα»: Το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του σημείου 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (EE L 176/27.6.2013).
28. «Εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»: Η εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια των περιπτώσεων β) και γ) του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α'250) και της περίπτωσης β) της παρ. 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 302/17.11.2009).
29. «Συνδεδεμένος αντιπρόσωπος»: Φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μιας και μόνον επιχείρησης επενδύσεων για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, προωθεί τις επενδυτικέςή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει οδηγίες ή εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, τοποθετεί χρηματοπιστωτικά μέσα ή παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή υπηρεσίες.
30. «Υποκατάστημα»: Τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας πλην της έδρας, που αποτελεί τμήμα της επιχείρησης επενδύσεων στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες, ενδεχομένως δε και παρεπόμενες δραστηριότητες για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει αδειοδοτηθεί. Όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που συγκροτούνται στο αυτό κράτος μέλος από επιχείρηση επενδύσεων με την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα.
31. «Ειδική συμμετοχή»: άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων που αντιπροσωπεύει το 10 % τουλάχιστον του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 του ν. 3556/2007 (Α'91) και τα άρθρα 9 και 10 της Οδηγίας 2004/109/ΕΚ (EE L 390/31.12.2004) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στις παρ. 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 13 του ως άνω νόμου και στις παρ. 4 και 5 της ως άνω Οδηγίας, ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης επενδύσεων στην οποία υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή.
32. «Μητρική επιχείρηση»: Η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια της μητρικής επιχείρησης του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α' 251) και η επιχείρηση κατά την έννοια της παρ. 9 του άρθρου 2 και του άρθρου 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ του (EE L 182/29.6.2013) Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου .
33. «Θυγατρική επιχείρηση»: Η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια θυγατρικής επιχείρησης του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 και η επιχείρηση κατά την έννοια της παρ. 10 του άρθρου 2 και του άρθρου 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, περιλαμβανομένης κάθε θυγατρικής μιας θυγατρικής επιχείρησης της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.
34. «Όμιλος»: Ο όμιλος κατά την έννοια του ομίλου του Παραρτήματος του ν. 4308/2014 και της παρ. 11 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ.
35. «Στενοί δεσμοί»: κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:
α) σχέση συμμετοχής: δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο
των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης, β) «σχέση ελέγχου»: δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, σε όλες τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. Κάθε θυγατρική θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών,
γ)δεσμό με τον οποίο αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου.
36. «Διοικητικό όργανο»: Το διοικητικό συμβούλιο ή άλλο όργανο ή όργανα μιας επιχείρησης επενδύσεων, ενός διαχειριστή αγοράς ή ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, που έχουν οριστεί σύμφωνα με την κατά περίπτωση εθνική νομοθεσία και που έχουν εξουσία καθορισμού της στρατηγικής, των στόχων και της συνολικής κατεύθυνσης της οντότητας κατά περίπτωση και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκησή της περιλαμβανομένων των προσώπων που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες της οντότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
37. «Διευθυντικά στελέχη»: Τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες μιας επιχείρησης επενδύσεων, ενός διαχειριστή αγοράς ή ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και τα οποία είναι υπεύθυνα και υπόλογα απέναντι στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διαχείριση της οντότητας κατά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των πολιτικών σχετικά με τη διάθεση υπηρεσιών και προϊόντων προς τους πελάτες από την επιχείρηση και το προσωπικό της,
38. «Αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό»: Συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης μεσολαβεί μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή της συναλλαγής κατά τρόπο που δεν τον εκθέτει ποτέ σε κίνδυνο αγοράς καθ' όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της συναλλαγής, με αμφότερα τα μέρη της συναλλαγής να εκτελούνται ταυτόχρονα, και όπου η συναλλαγή ολοκληρώνεται σε τιμή κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης δεν πραγματοποιεί κανένα κέρδος ή ζημία, πέραν της προμήθειας, αμοιβής ή χρέωσης για τη συναλλαγή που γνωστοποιείται προηγουμένως.
39. «Αλγοριθμικές συναλλαγές»: Οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπου ένας αλγόριθμος υπολογιστή καθορίζει αυτόματα επιμέρους παραμέτρους εντολών, όπως π.χ. την απόφαση για την εισαγωγή της εντολής, τον χρόνο, την τιμή ή την ποσότητα της εντολής ή τον τρόπο διαχείρισης της εντολής μετά την εισαγωγή της, με ελάχιστη ή καμία ανθρώπινη παρέμβαση και δεν περιλαμβάνει συστήματα που χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς της δρομολόγησης εντολών σε έναν ή περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης ή για την επεξεργασία εντολών που δεν καθορίζουν παραμέτρους για την εκτέλεσή τους, ή για την επιβεβαίωση εντολών ή τη μετασυναλλακτική επεξεργασία των συναλλαγών που εκτελέστηκαν.
40. «Τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα»: τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών που χαρακτηρίζεται από:
α)τη χρήση τεχνολογικής υποδομής για την ελαχιστοποίηση του χρόνου αδράνειας δικτύων ή άλλων συστημάτων
πληροφορικής, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μια από τις εξής διευκολύνσεις για την αλγοριθμική εισαγωγή εντολών: συστέγαση συστημάτων, φιλοξενία συστημάτων σε εγγύτητα (proximity hosting) ή άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση υψηλής ταχύτητας,
β)τον καθορισμό από το σύστημα της απόφασης για την εισαγωγή, την παραγωγή, τη δρομολόγηση ή την εκτέλεση μιας εντολής χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για μεμονωμένες συναλλαγές ή εντολές, και
γ)υψηλά ημερήσια επίπεδα μηνυμάτων τα οποία αποτελούν εντολές, προσφορές ή ακυρώσεις.
41. «Άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση»: Μηχανισμός στο πλαίσιο του οποίου ένα μέλος ή συμμετέχων ή πελάτης ενός τόπου διαπραγμάτευσης επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να χρησιμοποιεί τον κωδικό διαπραγμάτευσής του έτσι ώστε το πρόσωπο αυτό να μπορεί να διαβιβάζει ηλεκτρονικά εντολές σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο απευθείας στον τόπο διαπραγμάτευσης και περιλαμβάνει ρυθμίσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο κάνει χρήση της υποδομής του μέλους ή του συμμετέχοντος ή του πελάτη, ή οποιουδήποτε συστήματος σύνδεσης με τον τόπο διαπραγμάτευσης που παρέχεται από το μέλος ή τον συμμετέχοντα ή τον πελάτη, για τη διαβίβαση εντολών (άμεση πρόσβαση στην αγορά, direct market access) και ρυθμίσεις όπου η υποδομή αυτή δεν χρησιμοποιείται από πρόσωπο (κατευθείαν πρόσβαση στην αγορά, sponsored access).
42. «Πρακτική διασταυρούμενων πωλήσεων (cross selling practices)»: Η προσφορά μιας επενδυτικής υπηρεσίας μαζί με μια άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως μέρος πακέτου ή ως προϋπόθεση για την ίδια συμφωνία ή πακέτο.
43. «Δομημένη κατάθεση»: Κατάθεση όπως ορίζεται στην περίπτωση 20) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 4370/2016 (Α' 37) και στο σημείο 3 της παρ 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ, (EE L 173/12.6.2014) πλήρως επιστρεπτέα κατά την ημερομηνία λήξης, βάσει όρων υπό τους οποίους τυχόν τόκοι ή άλλες αποδόσεις καταβάλλονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο σύμφωνα με έναν τύπο που περιλαμβάνει παράγοντες όπως:
α)έναν δείκτη ή συνδυασμό δεικτών, εξαιρουμένων των καταθέσεων μεταβλητού επιτοκίου των οποίων η απόδοση συνδέεται άμεσα με έναν δείκτη επιτοκίου όπως ο Euribor ή ο Libor β)ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ή συνδυασμό χρηματοπιστωτικών μέσων γ) ένα εμπόρευμα ή συνδυασμό εμπορευμάτων ή άλλων, υλικών ή μη υλικών, μη
ανταλλάξιμων περιουσιακών στοιχείων ή δ) μια συναλλαγματική ισοτιμία ή συνδυασμό συναλλαγματικών ισοτιμιών.
44. «Κινητές αξίες»: Οι κατηγορίες κινητών αξιών που επιδέχονται διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως:
α)μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, προσωπικών εταιρειών και
άλλων οντοτήτων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα για μετοχές β)ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους συμπεριλαμβανομένων και των
αποθετηρίων εγγράφων για τέτοιες κινητές αξίες γ)κάθε άλλη κινητή αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων κινητών αξιών ή επιδεχόμενη διακανονισμού με ρευστά διαθέσιμα προσδιοριζόμενο κατ' αναφορά προς κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη.
45. «Αποθετήρια έγγραφα»: Οι κινητές αξίες οι οποίες επιδέχονται διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και οι οποίες αντιπροσωπεύουν κυριότητα επί των κινητών αξιών αλλοδαπού εκδότη, ενώ μπορούν να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και η διαπραγμάτευσή τους να γίνεται ανεξάρτητα από τις κινητές αξίες του αλλοδαπού εκδότη.
46. «Διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια»: Κεφάλαια των οποίων τουλάχιστον μία κατηγορία μεριδίων ή μετοχών αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας σε τουλάχιστον έναν τόπο διαπραγμάτευσης και με τουλάχιστον έναν ειδικό διαπραγματευτή που ενεργεί για να εξασφαλίσει ότι η αξία των μεριδίων ή των μετοχών στον τόπο τους. διαπραγμάτευσης δεν αποκλίνει σημαντικά από την καθαρή αξία ενεργητικού τους και, κατά περίπτωση, από την ενδεικτική καθαρή αξία ενεργητικού
47. «Πιστοποιητικά»: Τα πιστοποιητικά κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 27) του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.
48. «Δομημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα»: Τα δομημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα κατά την έννοια του σημείου 28) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.
49. «Παράγωγα»: Τα παράγωγα κατά την έννοια του σημείου 29) της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.
50. «Παράγωγα επί εμπορευμάτων»: Τα παράγωγα επί εμπορευμάτων κατά την έννοια του σημείου 30) της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.
51. «Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (EE L 201/27.7.2012).
52. «εγκεκριμένος μηχανισμός δημοσιοποίησης συναλλαγών» ή «Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.»: Πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, άδεια παροχής της υπηρεσίας δημοσιοποίησης αναφορών συναλλαγών για λογαριασμό επιχείρησης επενδύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.
53. «Πάροχος ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών» ή «Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.»: Πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, άδεια παροχής της υπηρεσίας συγκέντρωσης των αναφορών συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στα άρθρα 6, 7, 10, 12, 13, 20 και 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 από ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ, ΜΟΔ και Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και ενοποίησής τους σε συνεχή ηλεκτρονική ροή δεδομένων απευθείας μετάδοσης, παρέχοντας δεδομένα τιμών και όγκου ανά χρηματοπιστωτικό μέσο.
54.«Εγκεκριμένος μηχανισμός γνωστοποίησης συναλλαγών» ή «Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.»: Πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, άδεια παροχής της υπηρεσίας γνωστοποίησης των λεπτομερειών των συναλλαγών στις αρμόδιες αρχές ή την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγοροών (ΕΑΚΑΑ) για λογαριασμό επιχείρησης επενδύσεων.
55. «Κράτος μέλος καταγωγής»:
α)στην περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων :
i) εάν η επιχείρηση επενδύσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία,
ii) εάν η επιχείρηση επενδύσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα,
ίίί)εάν η επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει, βάσει της εθνικής της νομοθεσίας, καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία β)στην περίπτωση ρυθμιζόμενης αγοράς, το κράτος μέλος στο οποίο είναι καταχωρισμένη η ρυθμιζόμενη αγορά ή εάν, βάσει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αυτή δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της ρυθμιζόμενης αγοράς.
γ) στην περίπτωση Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.:
i) εάν ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά του γραφεία,
ii) εάν ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται η καταστατική του έδρα,
ίίί)εάν ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. δεν έχει, βάσει της εθνικής του νομοθεσίας, καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά του γραφεία.
56. «Κράτος μέλος υποδοχής»: Το κράτος μέλος, διάφορο του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο μια επιχείρηση επενδύσεων έχει υποκατάστημα ή παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, ή το κράτος μέλος στο οποίο ρυθμιζόμενη αγορά παρέχει τους κατάλληλους μηχανισμούς για να διευκολύνει την εξ αποστάσεως πρόσβαση μελών ή συμμετεχόντων εγκατεστημένων σε αυτό το ίδιο κράτος μέλος στις διενεργούμενες στο σύστημά της συναλλαγές.
57. «Επιχείρηση τρίτης χώρας»: Μια επιχείρηση που θα ήταν πιστωτικό ίδρυμα που θα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες ή θα ασκούσε επενδυτικές δραστηριότητες, ή επιχείρηση επενδύσεων εάν τα κεντρικά γραφεία της ή η καταστατική έδρα της βρίσκονταν εντός της Ένωσης.
58. «Ενεργειακό προϊόν χονδρικής»: Τα ενεργειακά προϊόντα χονδρικής όπως ορίζονται στο σημείο 4) του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1227/2011 (EE L 326/8.12.2011).
59. «Παράγωγα επί γεωργικών προϊόντων»: Οι συμβάσεις παραγώγων που σχετίζονται με προϊόντα που περιέχονται στο άρθρο 1 και στο παράρτημα I μέρος I έως ΧΧ και XXIV/1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 (EE L 347/20.12.2013).
60. «Εκδότης κρατικών/δημόσιων τίτλων»: Οιοσδήποτε από τους ακόλουθους φορείς εκδίδει χρεωστικούς τίτλους:
i) η Ένωση,
ii) ένα κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου κυβερνητικού φορέα ή οργανισμού ή εταιρείας ειδικού σκοπού του κράτους μέλους,
ίίί)σε περίπτωση ομοσπονδιακού κράτους μέλους, ένα από τα μέλη που συγκροτούν την ομοσπονδία,
iv) εταιρεία ειδικού σκοπού για διάφορα κράτη μέλη,
v) ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, σκοπός του οποίου είναι η κινητοποίηση χρηματοδότησης και η παροχή χρηματοοικονομικής βοήθειας προς όφελος όσων μελών του αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, ή
vi) η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
61. «Κρατικός/δημόσιος χρεωστικός τίτλος»: Χρεωστικός τίτλος εκδοθείς από εκδότη κρατικών/δημόσιων τίτλων.
62. «Σταθερό μέσο»: Κάθε μέσο το οποίο:
α)παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές μελλοντικά, για το απαιτούμενο από τους σκοπούς των πληροφοριών χρονικό διάστημα, και
β) επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.
63. «Πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων»: Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.
64. Κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή «ΚΑΤ» : κεντρικό αποθετήριο τίτλων όπως ορίζεται στο σημείο (1) του άρθρου 2(1) του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014.

ΤΙΤΛΟΣ II
ΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Όροι και διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ

Άρθρο 5
Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ (Άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή η άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων ως συνήθης επιχειρηματική δραστηριότητα σε επαγγελματική βάση προϋποθέτει τη χορήγηση προηγούμενης άδειας ΑΕΠΕΥ από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο.
Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια σε διαχειριστή αγοράς να διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως εξακριβώνεται η συμμόρφωσή του προς το παρόν Κεφάλαιο.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγγράφει σε μητρώο όλες τις ΑΕΠΕΥ. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό, το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες για τις οποίες η ΑΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια λειτουργίας. Το μητρώο επικαιροποιείται τακτικά. Κάθε άδεια λειτουργίας γνωστοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.
Οι ΑΕΠΕΥ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και έχουν τα κεντρικά τους γραφεία και την καταστατική τους έδρα στην Ελλάδα. Στην επωνυμία τους προσδιορίζονται ως «Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» και στο διακριτικό τους τίτλο ως "ΑΕΠΕΥ".
Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ ανέρχεται τουλάχιστον σε εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) ευρώ.
Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ, η οποία προβαίνει σε διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης ή σε λειτουργία ΠΜΔ ανέρχεται τουλάχιστον σε επτακόσιες τριάντα χιλιάδες (730.000) ευρώ.
Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ που παρέχει μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες των σημείων 1, 2, 4 και 5 του Τμήματος Α του Παραρτήματος I και δεν είναι αδειοδοτημένη να παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία του σημείου 1 του Τμήματος Β του Παραρτήματος I, και η οποία δεν επιτρέπεται να κατέχει κεφάλαια ή τίτλους πελατών της και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί σε καμία χρονική στιγμή να εμφανίζει οφειλές έναντι αυτών των πελατών, ανέρχεται τουλάχιστον σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.
Οι μετοχές της ΑΕΠΕΥ είναι ονομαστικές.
Για να εκδοθεί άδεια σύστασης ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών, απαιτείται να κατατεθεί προηγουμένως σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα το μετοχικό της κεφάλαιο, καθώς και να έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το μετοχικό κεφάλαιο καταβάλλεται τοις μετρητοίς. Μερική καταβολή αποκλείεται. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να μεταβάλλεται το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο των ΑΕΠΕΥ. Άδεια λειτουργίας μπορεί να χορηγείται και σε υφιστάμενες ανώνυμες εταιρίες εφόσον έχουν ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ 5 και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος Κεφαλαίου . Τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΠΕΥ δεν μπορεί να υπολείπονται του ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της.

Άρθρο 6
Περιεχόμενο της άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ (Άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η άδεια λειτουργίας προσδιορίζει τις επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες που επιτρέπεται να παρέχει η ΑΕΠΕΥ. Η άδεια λειτουργίας μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες από τις παρεπόμενες υπηρεσίες που απαριθμούνται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος I. Σε καμία περίπτωση δεν χορηγείται άδεια μόνο για την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών.

2. ΑΕΠΕΥ που ζητά τη χορήγηση άδειας για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε πρόσθετες επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες ή σε παρεπόμενες υπηρεσίες που δεν είχαν προβλεφθεί κατά το χρόνο χορηγήσεως της αρχικής άδειας υποβάλει αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας της.

3. Η άδεια λειτουργίας ισχύει σε όλη την Ένωση και επιτρέπει στην ΑΕΠΕΥ να παρέχει τις υπηρεσίες και να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια, σε όλη την Ένωση, ασκώντας είτε το δικαίωμα εγκατάστασης, με τη μορφή υποκαταστήματος, είτε το δικαίωμα της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.

4. Οι ΑΕΠΕΥ που έχουν συσταθεί νομίμως αναγράφουν σε κάθε έντυπο, δημοσίευση, ανακοίνωση, διαφήμιση, καθώς και στην ιστοσελίδα τους ότι εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και τον αριθμό της άδειας λειτουργίας τους.

Άρθρο 7
Διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης αιτήσεων χορήγησης άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ
(Άρθρο 7 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δε χορηγεί άδεια λειτουργίας ΑΕΠΕΥ εάν δεν έχει πεισθεί πλήρως ότι η αιτούσα επιχείρηση πληροί όλες τις απαιτήσεις βάσει των διατάξεων που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο.

2. Η αιτούσα επιχείρηση παρέχει όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων, το οποίο καθορίζει μεταξύ άλλων τα είδη των σκοπούμενων δραστηριοτήτων και την οργανωτική διάρθρωση της επιχείρησης, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να πεισθεί ότι η επιχείρηση έχει θεσπίσει, κατά τη στιγμή της αρχικής αδειοδότησης, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το παρόν κεφάλαιο.

3. Η αιτούσα επιχείρηση ενημερώνεται, εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, για τη χορήγηση ή μη της άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ.

Άρθρο 8
Ανάκληση άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ (Άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ΑΕΠΕΥ, εν όλω ή ως προς ορισμένες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες ή παρεπόμενες υπηρεσίες, εάν η ΑΕΠΕΥ:
α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών, παραιτηθεί ρητώς απ' αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά τους προηγούμενους έξι (6) μήνες,
β) έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,
γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα τους όρους που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013,
δ) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων σχετικά με τη λειτουργία των ΑΕΠΕΥ, οι οποίες θεσπίζονται βάσει του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, και κάθε άλλης διάταξης της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά. Κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας γνωστοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

2. Πριν προχωρήσει στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην ΑΕΠΕΥ τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ή παραβάσεις, καθώς και την πρόθεσή της να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, τάσσοντάς της ταυτόχρονα προθεσμία, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες από την παραπάνω γνωστοποίηση, μέσα στην οποία η ΑΕΠΕΥ οφείλει να διατυπώσει τις απόψεις της και να λάβει, όταν συντρέχει περίπτωση, τα κατάλληλα μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Μετά την πάροδο της προθεσμίας και αφού λάβει υπόψη της τις θέσεις της ΑΕΠΕΥ και αξιολογήσει τα μέτρα που έχει λάβει, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει οριστικώς.

Άρθρο 9 Διοικητικό όργανο (Άρθρο 9 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για τη χορήγηση της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 5, εξασφαλίζει ότι οι ΑΕΠΕΥ και τα διοικητικά όργανά τους συμμορφώνονται προς τα άρθρα 80 και 83 του ν. 4261/2014.

2. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί την άδεια σύμφωνα με το άρθρο 5, μπορεί να επιτρέπει στα μέλη του διοικητικού οργάνου να κατέχουν μία επιπλέον μη εκτελεστική διοικητική θέση από ό,τι επιτρέπεται δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 83 του ν. 4261/2014. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σε τακτική βάση την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις άδειες αυτές.

3. Το διοικητικό συμβούλιο μιας ΑΕΠΕΥ προσδιορίζει, επιβλέπει και έχει την ευθύνη όσον αφορά την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση της ΑΕΠΕΥ, περιλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων εντός της ΑΕΠΕΥ και της πρόληψης συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς και το συμφέρον των πελατών της.
Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που επιβάλλει η παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4261/2014, οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν επίσης ότι το διοικητικό συμβούλιο προσδιορίζει, εγκρίνει και επιβλέπει:
α) την οργάνωση της ΑΕΠΕΥ για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ικανοτήτων, των γνώσεων και της εξειδίκευσης που απαιτούνται για το προσωπικό, τους πόρους, τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις για την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από την ΑΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της και όλες τις απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται η ΑΕΠΕΥ, β) μια πολιτική ως προς τις υπηρεσίες, τις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τις λειτουργίες που προσφέρονται ή παρέχονται σύμφωνα με το ανεκτό για την ΑΕΠΕΥ επίπεδο κινδύνου και τα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες των πελατών της ΑΕΠΕΥ προς τους οποίους θα προσφέρονται ή θα παρέχονται, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής κατάλληλων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων (stress tests), όπου απαιτείται,
γ) μια πολιτική αμοιβών των προσώπων που εμπλέκονται στην παροχή των υπηρεσιών προς τους πελάτες, με στόχο την ενθάρρυνση της υπεύθυνης επιχειρηματικής συμπεριφοράς και της δίκαιης μεταχείρισης των πελατών, καθώς και την αποφυγή των συγκρούσεων συμφερόντων στις σχέσεις με τους πελάτες.
Το διοικητικό συμβούλιο παρακολουθεί και ανά περιόδους αξιολογεί την επάρκεια και την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων της ΑΕΠΕΥ όσον αφορά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της ΑΕΠΕΥ και την επάρκεια των πολιτικών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών στους πελάτες, και προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων.
Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας εάν δεν έχει πεισθεί ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου της ΑΕΠΕΥ διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη, επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία και αφιερώνουν ικανό χρόνο στην άσκηση των καθηκόντων τους στην ΑΕΠΕΥ, ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το διοικητικό όργανο της ΑΕΠΕΥ ενδέχεται να αποτελεί απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διαχείρισή της και την επαρκή μέριμνα για τα συμφέροντα των πελατών της και την ακεραιότητα της αγοράς.

5. Η ΑΕΠΕΥ γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλα τα μέλη του διοικητικού της οργάνου και κάθε μεταβολή στη σύνθεσή του και της παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει εάν η ΑΕΠΕΥ πληροί τις απαιτήσεις των παρ. 1, 2 και 3.

6. Η ΑΕΠΕΥ οφείλει να διαθέτει τουλάχιστον δύο (2) πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις της παρ. 1 και διευθύνουν πραγματικά την επιχειρηματική δραστηριότητά της. Τα εν λόγω πρόσωπα οφείλουν να διαθέτουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που προβλέπεται στην περίπτωση (γ) της παρ. 1 του άρθρου 93

Άρθρο 10 Μέτοχοι με ειδική συμμετοχή (Άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δε χορηγεί άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από ΑΕΠΕΥ εάν δεν έχει πληροφορηθεί την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων με ειδική συμμετοχή, φυσικών ή νομικών προσώπων, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δε χορηγεί άδεια εφόσον, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η ορθή και συνετή διαχείριση της ΑΕΠΕΥ, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές.
Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της ΑΕΠΕΥ και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί την άδεια μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δε χορηγεί άδεια εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία η ΑΕΠΕΥ έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

3. Εάν η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 είναι πιθανό να αποβεί σε βάρος της ορθής και συνετής διαχείρισης της ΑΕΠΕΥ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί η εν λόγω κατάσταση.
Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την επιβολή κυρώσεων κατά μελών του διοικητικού οργάνου και διευθυντικών στελεχών ή την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι.

Άρθρο 11
Κοινοποίηση σκοπούμενης απόκτησης ειδικής συμμετοχής (Άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο («υποψήφιος αποκτών»), το οποίο, μεμονωμένα ή μαζί με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΑΕΠΕΥ, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη ειδική συμμετοχή σε ΑΕΠΕΥ, με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20 %, του 1/3 ή του 50 % ή με αποτέλεσμα η ΑΕΠΕΥ να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση («σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει προηγουμένως έγγραφη κοινοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναφορικά με την ΑΕΠΕΥ στην οποία επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να την αυξήσει, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής και παρέχοντας τις σχετικές πληροφορίες κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 13 παράγραφος 5.
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΑΕΠΕΥ, απευθύνει προηγουμένως γραπτή κοινοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής του. Το πρόσωπο αυτό ενημερώνει επίσης την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 20 %, 1/3 ή 50 % ή με αποτέλεσμα η ΑΕΠΕΥ να παύσει να είναι θυγατρική του.
Όταν αξιολογεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής του άρθρου 10 και του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που κατέχουν επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του Τμήματος Α του παραρτήματος I, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και, αφετέρου, μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η αρμόδια εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους, κατά την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 13 («αξιολόγηση»), διαβουλεύονται εκτενώς μεταξύ τους, στην περίπτωση που ο υποψήφιος αποκτών είναι: α) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος,ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής
β) μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής ή
γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος , ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 13 («αξιολόγηση»), διαβουλεύονται εκτενώς μεταξύ τους, στην περίπτωση που ο υποψήφιος αποκτών είναι:
α) θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα,
β) θυγατρική επιχείρηση της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα, ή
γ) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα.
Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη ή έχει σημασία για την αξιολόγηση της απόκτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, κατόπιν αιτήματος, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιούν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ, για την οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής, επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους ή της Τράπεζας της Ελλάδος κατά περίπτωση, η οποία είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση του υποψήφιου αποκτώντος.

3. Εάν ΑΕΠΕΥ λάβει γνώση οποιασδήποτε απόκτησης ή εκχώρησης συμμετοχών στο κεφάλαιό της με την οποία οι συμμετοχές σε αυτήν υπερβαίνουν ή κατέρχονται των ορίων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά.
Έως 31 Ιανουαρίου κάθε έτους, οι ΑΕΠΕΥ γνωστοποιούν επίσης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα ονόματα των μετόχων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές και τα ποσοστά αυτών των συμμετοχών όπως προκύπτουν, για παράδειγμα, από τις πληροφορίες που ανακοινώνονται στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των μετόχων ή - προκειμένου για ΑΕΠΕΥ των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά - από τις δημοσιοποιήσεις σημαντικών συμμετοχών των μετόχων τους.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει μέτρα, παρόμοια με τα αναφερόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 10, κατά των προσώπων που δε συμμορφώνονται με την υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης σε περίπτωση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν, είναι άκυρη η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από αυτές τις μετοχές.

Άρθρο 12 Περίοδος αξιολόγησης (Άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που απαιτείται βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αποκτώντα ότι τις παρέλαβε.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διενεργεί την αξιολόγηση εντός προθεσμίας εξήντα (60) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που προβλέπεται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου («περίοδος αξιολόγησης»).
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει τον υποψήφιο αποκτώντα, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, εν ανάγκη, κατά την περίοδο αξιολόγησης και όχι μετά την πεντηκοστή (50η) εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και προσδιορίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.
Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζήτησε τις πληροφορίες και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αποκτώντος, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης. Η διακοπή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να υποβάλλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή την αποσαφήνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παρατείνει τη διακοπή στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου έως τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αποκτών είναι ένα από τα ακόλουθα:
α) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο ή που υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ένωσης,
β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει του παρόντος νόμου ή των νόμων 4099/2012, 4364/2016 ή 4261/2014 ή των Οδηγιών 2014/65/ΕΕ, 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ ή 2013/36/ΕΕ.

4. Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, αποφασίσει να αντιταχθεί στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αποκτώντα, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβαίνει την περίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αποκτώντος.

5. Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν αντιταχθεί εγγράφως στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.

Άρθρο 13 Αξιολόγηση (Άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 11, και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 12 , η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση της ΑΕΠΕΥ στην οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αποκτώντος στην ΑΕΠΕΥ, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αποκτώντος και την ορθότητα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
α) τη φήμη του υποψήφιου αποκτώντος,
β) τη φήμη και την πείρα κάθε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ΑΕΠΕΥ ως αποτέλεσμα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής,
γ) την οικονομική ευρωστία του υποψήφιου αποκτώντος, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκηθούν από την ΑΕΠΕΥ, στην οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής,
δ) την ικανότητα της ΑΕΠΕΥ να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας του παρόντος νόμου, καθώς και σχετικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων των ν. 4261/2014 και 3455/2006 και των Οδηγιών 2002/87/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, ιδίως όσον αφορά το κατά πόσο ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμοδίων αρχών,
ε) το κατά πόσο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3691/2008 (Α' 166), ή ότι η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής θα μπορούσε να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να αντιταχθεί στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής μόνο εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι' αυτό, με βάση τα κριτήρια της παρ. 1 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αποκτώντα δεν είναι πλήρεις.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε εξετάζει τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

4. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12 παράγραφοι 1, 2 και 3, εάν κοινοποιηθούν δύο ή περισσότερες προθέσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια ΑΕΠΕΥ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αποκτώντες αμερόληπτα.

5. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα πρόσωπα που προτίθενται να αποκτήσουν ειδική συμμετοχή σε ΑΕΠΕΥ για τη διενέργεια της αξιολόγησής τους.

Άρθρο 14
Συμμετοχή σε εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών (Άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, εξακριβώνει ότι κάθε οντότητα που ζητά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ ή κάθε πιστωτικό ίδρυμα που προτίθεται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που υπέχει, κατά το χρόνο της αδειοδότησης, βάσει του ν. 2533/1997 (Α'228) ή του ν. 4370/2016, αντίστοιχα.
Η υποχρέωση συμμόρφωσης εκπληρώνεται σε σχέση με δομημένες καταθέσεις, όταν η δομημένη κατάθεση εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα που είναι μέλος συστήματος εγγύησης καταθέσεων το οποίο είναι αναγνωρισμένο βάσει του ν. 4370/2016.

Άρθρο 15 Αρχικό κεφάλαιο (Άρθρο 15 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια λειτουργίας ΑΕΠΕΥ μόνον εφόσον η αιτούσα εταιρεία έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας.

Άρθρο 16 Οργανωτικές απαιτήσεις (Άρθρο 16 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ συμμορφώνονται με τις οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στις παρ. 2 έως 10 και στο άρθρο 17.

2. Η ΑΕΠΕΥ εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να διασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωσή της, περιλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών, υπαλλήλων και συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του παρόντος νόμου, καθώς και κατάλληλους κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των προσώπων αυτών.

3. Η ΑΕΠΕΥ καταρτίζει και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών της λόγω συγκρούσεων συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 23.
Η ΑΕΠΕΥ που δημιουργεί χρηματοπιστωτικά μέσα προς πώληση σε πελάτες, διαθέτει, χρησιμοποιεί και επανεξετάζει διαδικασία για την έγκριση κάθε χρηματοπιστωτικού μέσου και των σημαντικών προσαρμογών σε υφιστάμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, πριν από την προώθησή τους στην αγορά ή τη διανομή τους σε πελάτες.
Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων προσδιορίζει μια συγκεκριμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών, εντός της αντίστοιχης κατηγορίας πελατών για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, και διασφαλίζει ότι όλοι οι κίνδυνοι που σχετίζονται με αυτή την προσδιορισμένη αγορά-στόχο αξιολογούνται και ότι η σκοπούμενη στρατηγική διανομής είναι συνεπής με αυτή την αγορά- στόχο.
Η ΑΕΠΕΥ επανεξετάζει, επίσης, σε τακτική βάση, τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προσφέρει ή προωθεί εμπορικά, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς τον δυνητικό κίνδυνο για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο, προκειμένου να αξιολογεί, τουλάχιστον, κατά πόσο το χρηματοπιστωτικό μέσο παραμένει συνεπές με τις ανάγκες της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου και κατά πόσο η σκοπούμενη στρατηγική διανομής συνεχίζει να είναι κατάλληλη.
Η ΑΕΠΕΥ που δημιουργεί χρηματοπιστωτικά μέσα καθιστά διαθέσιμη στους διανομείς όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με το χρηματοπιστωτικό μέσο και τη διαδικασία έγκρισής του, στις οποίες περιλαμβάνεται η προσδιορισμένη αγορά-στόχος του χρηματοπιστωτικού μέσου.
Αν μια ΑΕΠΕΥ προσφέρει ή συνιστά χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν δημιουργεί η ίδια, διαθέτει τις κατάλληλες ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει τις πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στο πέμπτο εδάφιο και να κατανοεί τα χαρακτηριστικά και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο.
Οι πολιτικές, διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο ισχύουν με την επιφύλαξη των λοιπών υποχρεώσεων που καθιερώνονται δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την πληροφόρηση, την καταλληλότητα ή συμβατότητα, τον εντοπισμό και τη διαχείριση καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς και με τις αντιπαροχές.

4. Η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για τη διασφάλιση της συνεχούς και κανονικής εκτέλεσης των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, μέσα και διαδικασίες.

5. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι, όταν αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση επιχειρησιακών λειτουργιών ουσιώδους σημασίας για την παροχή συνεχούς και ικανοποιητικής υπηρεσίας στους πελάτες, καθώς και την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή και ικανοποιητική βάση, λαμβάνονται εύλογα μέτρα για την αποφυγή αδικαιολόγητης ανάληψης πρόσθετου λειτουργικού κινδύνου. Η ανάθεση σε τρίτους σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην παραβλάπτει ουσιωδώς την ποιότητα του εσωτερικού της ελέγχου ούτε τη δυνατότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να εποπτεύει τη συμμόρφωση της ΑΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της.
Η ΑΕΠΕΥ διαθέτει κατάλληλες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, αποτελεσματικές διαδικασίες αξιολόγησης των κινδύνων και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων.
Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να απαιτεί να έχει πρόσβαση στις επικοινωνίες δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, η ΑΕΠΕΥ διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας για τη διασφάλιση και την εξακρίβωση της γνησιότητας των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου αλλοίωσης των δεδομένων και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και την αποφυγή της διαρροής των πληροφοριών, ώστε να τηρείται σε διαρκή βάση η εμπιστευτικότητα των δεδομένων.

6. Η ΑΕΠΕΥ μεριμνά ώστε να καταγράφονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχει και οι δραστηριότητες και συναλλαγές που εκτελεί, κατά τρόπο που να επιτρέπει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να ασκεί τις εποπτικές της αρμοδιότητες και να προβαίνει σε ενέργειες για τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, του ν. 4443/2016 (Α'232) και του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014, και ιδίως να διασφαλίζει τη συμμόρφωση της ΑΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων έναντι των πελατών ή των δυνητικών πελατών και της ακεραιότητας της αγοράς.

7. Τα αρχεία περιλαμβάνουν τις καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες που σχετίζονται, τουλάχιστον, με συναλλαγές που συνήφθησαν κατά τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό και με την παροχή υπηρεσιών κατ' εντολή πελατών, οι οποίες συνδέονται με τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των εντολών πελατών.
Οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και ηλεκτρονικές επικοινωνίες περιλαμβάνουν, επίσης, εκείνες που αποσκοπούν στη σύναψη συναλλαγών κατά τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό ή στην παροχή υπηρεσιών κατ' εντολή πελατών, οι οποίες συνδέονται με τη λήψη, τη διαβίβαση και την εκτέλεση εντολών πελατών, ακόμη και αν αυτές οι συνομιλίες ή επικοινωνίες δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη σύναψη των συναλλαγών ή την παροχή υπηρεσιών κατ'εντολή πελατών.
Προς τον σκοπό αυτό, η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την καταγραφή των σχετικών τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες πραγματοποιούνται, αποστέλλονται ή λαμβάνονται μέσω τεχνικού εξοπλισμού που παρέχει η ΑΕΠΕΥ σε υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη, ή μέσω τεχνικού εξοπλισμού του οποίου η χρήση από υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη έχει εγκριθεί ή επιτραπεί από την ΑΕΠΕΥ.
Η ΑΕΠΕΥ ενημερώνει τους νέους και τους υφιστάμενους πελάτες ότι θα καταγράφονται οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή επικοινωνίες μεταξύ της ΑΕΠΕΥ και των πελατών της οι οποίες έχουν ή ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση συναλλαγών. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να παρέχεται άπαξ, πριν από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε νέους και υφιστάμενους πελάτες.
Η ΑΕΠΕΥ δεν παρέχει από το τηλέφωνο επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες σε πελάτες που δεν έχουν ενημερωθεί εκ των προτέρων σχετικά με την καταγραφή των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή επικοινωνιών τους, εφόσον οι εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες αφορούν τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών του πελάτη.
Εντολές μπορούν να δίνονται από πελάτες μέσω άλλων διαύλων, ωστόσο τέτοιου είδους επικοινωνίες πρέπει να πραγματοποιούνται με σταθερό μέσο, όπως επιστολές μέσω ταχυδρομείου, τηλεομοιοτυπίες, ηλεκτρονικά μηνύματα ή με τεκμηρίωση των εντολών πελατών που δόθηκαν διά ζώσης σε συναντήσεις. Ειδικότερα, το περιεχόμενο των σχετικών συνομιλιών σε δια ζώσης επικοινωνία με πελάτη μπορεί να καταγράφεται με την τήρηση γραπτών πρακτικών ή σημειώσεων. Οι εντολές αυτές θεωρούνται ισοδύναμες με εντολές που λαμβάνονται από το τηλέφωνο.
Η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να εμποδίζει υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη της να πραγματοποιεί τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και να αποστέλλει ή να λαμβάνει ηλεκτρονικά μηνύματα με ιδιωτικό τεχνικό εξοπλισμό, μέσω του οποίου η ΑΕΠΕΥ δεν μπορεί να καταγράψει ή να αντιγράψει τις συνδιαλέξεις ή τις επικοινωνίες αυτές.
Τα αρχεία της παρούσας παραγράφου παρέχονται στον πελάτη τον οποίο αφορούν κατόπιν αιτήματός του και φυλάσσονται για περίοδο πέντε ετών και, αν ζητηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για μέγιστη περίοδο επτά ετών.

8. Εάν η ΑΕΠΕΥ κατέχει χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, διαθέτει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύσει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της ΑΕΠΕΥ, και να αποτρέψει τη χρησιμοποίηση χρηματοπιστωτικών μέσων πελάτη για ίδιο λογαριασμό, εκτός εάν ο πελάτης έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του.

9. Εάν η ΑΕΠΕΥ κατέχει κεφάλαια πελατών, θεσπίζει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύσει τα δικαιώματα των πελατών και, εκτός από την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, να αποτρέψει τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων πελατών για ίδιο λογαριασμό.

10. Η ΑΕΠΕΥ δεν συνάπτει συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου κατά την έννοια του άρθρου 6 του ν. 3301/2004 (Α'263) με ιδιώτες πελάτες με σκοπό την κάλυψη παρουσών ή μελλοντικών, υφιστάμενων, εξαρτώμενων από αβέβαια περιστατικά ή αναμενόμενων υποχρεώσεων πελατών.

11. Σε περίπτωση υποκαταστήματος επιχείρησης επενδύσεων στην Ελλάδα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφαρμόζει την υποχρέωση των παρ. 6 και 7 στις συναλλαγές που εκτελεί το υποκατάστημα, με την επιφύλαξη της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής να έχει άμεση πρόσβαση στα σχετικά αρχεία.

12. Δανειστές ΑΕΠΕΥ απαγορεύεται να κατάσχουν ή να δεσμεύσουν περιουσιακά στοιχεία πελατών της ενδεικτικά, υπό μορφή χρημάτων κατατεθειμένων σε τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών που τηρούνται στο όνομα της εταιρείας ή χρηματοπιστωτικών μέσων, εφόσον δικαιούχοι, σύμφωνα με τα τηρούμενα στην εταιρεία βιβλία και κάθε άλλο έγγραφο αποδεικτικό μέσο, είναι οι παραπάνω πελάτες.

13. Στα χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν είναι δεκτικά κατάσχεσης και δέσμευσης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, περιλαμβάνονται, εκτός από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στους πελάτες της ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με τους κανόνες του εμπράγματου δικαίου, και εκείνα που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα στο όνομα της και για λογαριασμό του πελάτη, η ΑΕΠΕΥ και των οποίων πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με τα τηρούμενα σε αυτήν βιβλία και στοιχεία και κάθε άλλο έγγραφο αποδεικτικό μέσο, είναι πελάτης της, ανεξάρτητα από το αν τα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι καταχωρισμένα στο μητρώο του θεματοφύλακα ή άλλου φορέα συστήματος καταχώρησης τίτλων στο όνομα του δικαιούχου πελάτη.

14. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιβάλλει απαιτήσεις σε ΑΕΠΕΥ ή σε πιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους, επιπλέον των διατάξεων των παρ. 8, 9 και 10 και των αντίστοιχων κατ' εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με την παρ. 12 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να μπορούν να αιτιολογηθούν αντικειμενικά και να είναι ανάλογες, με στόχο να αντιμετωπίζονται, σε περιπτώσεις όπου οι ΑΕΠΕΥ ή τα πιστωτικά ιδρύματα φυλάσσουν περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια πελατών, συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή για την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς.

15. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Επιτροπή κάθε απαίτηση που προτίθενται να επιβάλουν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία επιβολής της απαίτησης. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει και αιτιολόγηση της εν λόγω απαίτησης. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο, τα δικαιώματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 34, 34α 35 και 35α.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, παρέχει τη γνώμη της για την αναλογικότητα και την αιτιολόγηση των πρόσθετων απαιτήσεων.

16. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος εξειδικεύονται για τις ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα αντίστοιχα οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παρ. 2 έως10, σύμφωνα με την κατ' εξουσιοδότηση Οδηγία (ΕΕ) 2017/593 της Επιτροπής (ΕΕ L 87/31.3.2017)

Άρθρο 17 Αλγοριθμικές συναλλαγές (Άρθρο 17 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ που διενεργούν αλγοριθμικές συναλλαγές οφείλουν:
(α) να διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα και μηχανισμούς ελέγχου κινδύνων, κατάλληλους για τις δραστηριότητες που διενεργούν, προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τα συστήματα κατάρτισης συναλλαγών τους είναι ανθεκτικά και διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα, υπόκεινται σε κατάλληλα όρια σε σχέση με τις συναλλαγές και αποτρέπουν την αποστολή εσφαλμένων εντολών ή τη λειτουργία των συστημάτων κατά τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει ή να συμβάλει στη μη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς,
(β) να διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα και μηχανισμούς ελέγχου κινδύνων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα κατάρτισης συναλλαγών δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται για σκοπό που είναι αντίθετος στον Κανονισμό (ΕΕ) 596/2014 ή στους κανόνες τόπου διαπραγμάτευσης με τον οποίο αυτές συνδέονται,
(γ) να διαθέτουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις επιχειρηματικής συνέχειας για την αντιμετώπιση κάθε αστοχίας στα συστήματα κατάρτισης συναλλαγών της, και
(δ) να διασφαλίζουν ότι τα συστήματά τους έχουν υποβληθεί σε πλήρεις δοκιμές και παρακολουθούνται κατάλληλα ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου.

2. Οι ΑΕΠΕΥ που διενεργούν αλγοριθμικές συναλλαγές ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο δραστηριοποιούνται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών ως μέλη ή συμμετέχουσες.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαιτεί από ΑΕΠΕΥ να παρέχει, σε τακτική βάση ή κατά περίπτωση, περιγραφή της φύσης των στρατηγικών αλγοριθμικής διαπραγμάτευσης που εφαρμόζει, λεπτομέρειες σχετικά με τις παραμέτρους διαπραγμάτευσης ή τα όρια στα οποία υπόκειται το σύστημα διενέργειας συναλλαγών, τους βασικούς μηχανισμούς ελέγχου συμμόρφωσης και κινδύνων που χρησιμοποιεί για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των όρων της παρ. 1 και λεπτομέρειες των δοκιμών στις οποίες υποβάλλει τα συστήματά της. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται ανά πάσα στιγμή να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες από την ΑΕΠΕΥ σχετικά με τη διενέργεια των αλγοριθμικών συναλλαγών της και τα συστήματα που χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν σχετικού αιτήματος αρμόδιας αρχής τόπου διαπραγμάτευσης ως μέλος ή συμμετέχουσα του οποίου η ΑΕΠΕΥ διενεργεί αλγοριθμικές συναλλαγές, τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο και τις οποίες λαμβάνει από την ΑΕΠΕΥ που διενεργεί αλγοριθμικές συναλλαγές.
Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχεία για τα ζητήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και διασφαλίζουν ότι τα αρχεία αυτά είναι επαρκή ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να εποπτεύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου.
Οι ΑΕΠΕΥ που χρησιμοποιούν τεχνική διενέργειας αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα τηρούν, σε εγκεκριμένη μορφή, ακριβή και κατά χρονική ακολουθία αρχεία όσον αφορά όλες τις εντολές που εισάγουν, περιλαμβανομένων των ακυρώσεων εντολών, τις εντολές που εκτελούν και τις προσφορές τιμών που παρέχουν σε τόπους διαπραγμάτευσης, και τα καθιστούν διαθέσιμα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφόσον τους ζητηθούν.

3. Οι ΑΕΠΕΥ που ακολουθούν στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης μέσω της διενέργειας αλγοριθμικών συναλλαγών, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα, την κλίμακα και τη φύση της συγκεκριμένης αγοράς και τα χαρακτηριστικά του μέσου που αποτελεί αντικείμενο της συναλλαγής:
(α) ασκούν την εν λόγω στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης συνεχώς κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης αναλογίας των ωρών λειτουργίας του τόπου διαπραγμάτευσης, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, με αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας σε τακτική και προβλέψιμη βάση στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης,
(β) συνάπτουν δεσμευτική γραπτή συμφωνία με τον τόπο διαπραγμάτευσης, στην οποία προσδιορίζονται, κατ' ελάχιστο, οι υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το στοιχείο α), και
(γ) εφαρμόζουν αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους για να διασφαλίσουν ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας του στοιχείου β) ανά πάσα στιγμή.

4. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 48, ΑΕΠΕΥ που διενεργεί αλγοριθμικές συναλλαγές θεωρείται ότι ακολουθεί στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης όταν, ως μέλος ή συμμετέχουσα σε έναν ή περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης, η στρατηγική της, όταν διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβάνει την εισαγωγή δεσμευτικών, ταυτόχρονων εντολών αγοράς και πώλησης συγκρίσιμου μεγέθους και σε ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα σε έναν μόνο τόπο διαπραγμάτευσης ή σε περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας σε τακτική και συχνή βάση στο σύνολο της αγοράς.

5. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης οφείλουν να διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα και μηχανισμούς ελέγχου που διασφαλίζουν:
(α) την ορθή αξιολόγηση και επεναξιολόγηση της καταλληλότητας των πελατών που χρησιμοποιούν την υπηρεσία,
(β) ότι οι πελάτες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία εμποδίζονται να υπερβούν προκαθορισμένα συναλλακτικά και πιστωτικά όρια,
(γ) ότι οι συναλλαγές από πελάτες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία παρακολουθούνται καταλλήλως, και (δ) ότι με κατάλληλους ελέγχους κινδύνων αποτρέπονται οι συναλλαγές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την ίδια την ΑΕΠΕΥ ή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ή να συμβάλουν στη μη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ή θα μπορούσαν να έρθουν σε αντίθεση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 596/2014 ή τους κανόνες του τόπου διαπραγμάτευσης. Η άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση χωρίς τους ελέγχους αυτούς απαγορεύεται.
Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση φέρουν την ευθύνη διασφάλισης ότι οι πελάτες που χρησιμοποιούν αυτήν την υπηρεσία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και τους κανόνες του τόπου διαπραγμάτευσης.
Οι ΑΕΠΕΥ παρακολουθούν τις συναλλαγές προκειμένου να εντοπίσουν παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης ή συμπεριφορά που μπορεί να συνιστά κατάχρηση της αγοράς και η οποία πρέπει να αναφερθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι υπάρχει δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ της ΑΕΠΕΥ και του πελάτη σχετικά με τα βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας και ότι βάσει αυτής της συμφωνίας οι ΑΕΠΕΥ υπέχουν ευθύνη δυνάμει του παρόντος νόμου.
Η ΑΕΠΕΥ που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαιτεί από τις ΑΕΠΕΥ να παρέχουν, σε τακτική βάση ή κατά περίπτωση, περιγραφή των συστημάτων και των μηχανισμών ελέγχου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, καθώς και αποδείξεις για την εφαρμογή τους.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος της αρμόδιας αρχής ενός τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο ΑΕΠΕΥ προσφέρουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και τις οποίες λαμβάνει από τις ΑΕΠΕΥ.
Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχεία για τα ζητήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και διασφαλίζουν ότι τα αρχεία αυτά είναι επαρκή ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να ελέγξει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου.

6. Οι ΑΕΠΕΥ που ενεργούν ως γενικά εκκαθαριστικά μέλη, οφείλουν να διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα και μηχανισμούς ελέγχου προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι υπηρεσίες εκκαθάρισης παρέχονται μόνο σε πρόσωπα που είναι κατάλληλα και πληρούν σαφή κριτήρια και ότι επιβάλλονται κατάλληλες απαιτήσεις σε αυτά ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι για τις ίδιες τις ΑΕΠΕΥ και την αγορά. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι υπάρχει δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτών και των προσώπων στα οποία παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης ως γενικά εκκαθαριστικά μέλη σχετικά με τα βασικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.

Άρθρο 18
Διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίηση των συναλλαγών σε ΠΜΔ και ΜΟΔ
(Άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, πέραν της εκπλήρωσης των οργανωτικών απαιτήσεων του άρθρου 16:
(α) θεσπίζουν διαφανείς κανόνες και διαδικασίες για τη δίκαιη και ομαλή διαπραγμάτευση, (β) καθορίζουν αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών, (γ) διαθέτουν μηχανισμούς που επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, και ιδίως αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων,
(δ) θεσπίζουν διαφανείς κανόνες σχετικά με τα κριτήρια προσδιορισμού των χρηματοπιστωτικών μέσων των οποίων η διαπραγμάτευση επιτρέπεται στα συστήματά τους,
(ε) παρέχουν, όπου συντρέχει η περίπτωση, επαρκείς πληροφορίες, δημόσια διαθέσιμες ή διασφαλίζουν ότι υπάρχει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, ώστε να μπορούν οι χρήστες να διαμορφώνουν επενδυτική κρίση, ανάλογα με τη φύση των χρηστών και τα είδη των χρηματοπιστωτικών μέσων υπό διαπραγμάτευση,
(στ) καταρτίζουν, δημοσιεύουν, διατηρούν και εφαρμόζουν διαφανείς και μη μεροληπτικούς, βάσει αντικειμενικών κριτήριων, κανόνες, οι οποίοι διέπουν την πρόσβαση στα συστήματά τους,
(ζ) διαθέτουν μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που μπορεί να έχει για τη λειτουργία του ΠΜΔ ή ΜΟΔ, ή για τα μέλη ή τους συμμετέχοντες και χρήστες του, κάθε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ, αφενός, του ΠΜΔ, του ΜΟΔ, των ιδιοκτητών τους ή της ΑΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ και, αφετέρου, της ορθής λειτουργίας του ΠΜΔ ή ΜΟΔ.
(η) διαθέτουν όλα τα απαραίτητα αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις προκειμένου να συμμορφώνονται με τα άρθρα 48 και 49,
(θ) ενημερώνουν με σαφήνεια τα μέλη τους ή τους συμμετέχοντες για τις αντίστοιχες ευθύνες τους όσον αφορά το διακανονισμό των συναλλαγών που εκτελούνται εντός του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ,
(ι) διαθέτουν τους απαραίτητους μηχανισμούς για τη διευκόλυνση του αποτελεσματικού διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στο πλαίσιο των συστημάτων του ΠΜΔ ή ΜΟΔ,
(ια) έχουν τουλάχιστον τρία ουσιωδώς ενεργά μέλη ή χρήστες, καθένας από τους οποίους έχει τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με όλους τους υπόλοιπους όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ σε πιστωτικό ίδρυμα εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Το πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την πρόθεσή του να λειτουργεί ΠΜΔ ή ΜΟΔ ταυτόχρονα με την υποβολή σχετικής αίτησης στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαπιστώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των περιπτώσεων α' έως η' της παρ. 1 και ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος.
Εάν κινητή αξία που έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά αποτελέσει επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη της, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση σε σχέση με τον ΠΜΔ ή τον ΜΟΔ ως προς την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών.
Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ συμμορφώνονται αμέσως με κάθε απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 67, για την αναστολή της διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου.
Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ, περιλαμβανομένων, με την επιφύλαξη των παρα. 1, 4 και 5 του άρθρου 20, κάθε είδους δεσμού με ή συμμετοχής από ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ ή συστηματικό εσωτερικοποιητή που ανήκει στην ίδια ΑΕΠΕΥ ή διαχειριστή αγοράς, καθώς και κατάλογο των μελών, των συμμετεχόντων /ή των χρηστών τους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα καθιστά διαθέσιμη, μετά από σχετικό αίτημα, την πληροφόρηση αυτή στην ΕΑΚΑΑ. Κάθε χορήγηση άδειας λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ σε ΑΕΠΕΥ ή διαχειριστή της αγοράς γνωστοποιείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην ΕΑΚΑΑ.

6. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ή της Τράπεζας της Ελλάδος, μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία και να καθορίζονται ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ και να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις του άρθρου αυτού που οφείλουν να τηρούν οι ΑΕΠΕΥ, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

Άρθρο 19 Ειδικές απαιτήσεις για τους ΠΜΔ (Άρθρο 19 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ, επιπροσθέτως των απαιτήσεων των άρθρων 16 και 18, θεσπίζουν και εφαρμόζουν διαφανείς κανόνες, οι οποίοι δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια για την εκτέλεση εντολών στο σύστημα.

2. Οι κανόνες που προβλέπονται στην περίπτωση στ) της παρ. 1 του άρθρου 18 και διέπουν την πρόσβαση σε ΠΜΔ πρέπει να είναι συμβατοί με τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 53.

3. Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ οφείλουν:
(α) να έχουν κατάλληλους μηχανισμούς για τη διαχείριση των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένοι, και κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών για τη λειτουργία τους κινδύνων και να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων,
(β) να έχουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής και έγκαιρης οριστικοποίησης των συναλλαγών που εκτελούνται εντός των συστημάτων τους και
(γ) να διαθέτουν, κατά το χρόνο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας τους και σε διαρκή βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στην αγορά, καθώς και του εύρους και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτές είναι εκτεθειμένες.

4. Τα άρθρα 24 και 25, οι παράγραφοι 1 και 2 και 4 έως 10 του άρθρου 27 και το άρθρο 28 δεν εφαρμόζονται στις συναλλαγές που συνάπτονται βάσει των κανόνων που διέπουν έναν ΠΜΔ, μεταξύ των μελών του ΠΜΔ ή των συμμετεχόντων σε αυτόν, ή μεταξύ του ΠΜΔ και των μελών του ή των συμμετεχόντων σε αυτόν σε σχέση με τη χρήση του. Τα μέλη ενός ΠΜΔ ή οι συμμετέχοντες σε αυτόν συμμορφώνονται προς τις προβλεπόμενες στα άρθρα 24, 25, 27 και 28 υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό των πελατών τους, εκτελούν εντολές τους μέσω των συστημάτων ενός ΠΜΔ.

5. Οι ΑΕΠΕΥ ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ δεν επιτρέπεται να εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ή να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό (matched principal trading).

Άρθρο 20 Ειδικές απαιτήσεις για τους ΜΟΔ (Άρθρο 20 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η ΑΕΠΕΥ και ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ διαθέτουν μηχανισμούς που αποτρέπουν την εκτέλεση εντολών πελατών σε ένα ΜΟΔ έναντι των ιδίων κεφαλαίων της ΑΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ ή οποιασδήποτε οντότητας αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου ή νομικού προσώπου με την ΑΕΠΕΥ ή τον διαχειριστή αγοράς.

2. Η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ επιτρέπεται να διενεργεί αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε ομόλογα, δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, δικαιώματα εκπομπής και ορισμένα παράγωγα μόνο εφόσον ο πελάτης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για την εν λόγω διαδικασία.
Η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ δεν επιτρέπεται για την εκτέλεση εντολών πελατών στο πλαίσιο του ΜΟΔ να διενεργεί αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό επί παραγώγων που ανήκουν σε κατηγορία παραγώγων η οποία υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012.
Η ΑΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ διαθέτει ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες συναλλαγές πληρούν τις προϋποθέσεις της αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό, όπως ορίζεται στην περίπτωση 38 της παρ. 1 του άρθρου 4.

3. Η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ επιτρέπεται να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, εκτός της διενέργειας αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό, μόνο όσον αφορά κρατικούς χρεωστικούς τίτλους για τους οποίους δεν υπάρχει ρευστή αγορά.

4. Η λειτουργία ΜΟΔ και συστηματικού εσωτερικοποιητή εντός της ίδιας νομικής οντότητας δεν επιτρέπεται. Ένας ΜΟΔ δεν επιτρέπεται να συνδέεται με συστηματικό εσωτερικοποιητή κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εντολών στον ΜΟΔ και των εντολών ή των προσφορών στον συστηματικό εσωτερικοποιητή. Ένας ΜΟΔ δεν επιτρέπεται να συνδέεται με άλλον ΜΟΔ κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ εντολών σε διαφορετικούς ΜΟΔ.

5. Η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ δύναται να αναθέτει σε άλλη επιχείρηση επενδύσεων την παροχή ειδικής διαπραγμάτευσης στον ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η επιχείρηση επενδύσεων δεν θεωρείται ότι παρέχει ειδική διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση εάν έχει στενούς δεσμούς με την ΑΕΠΕΥ ή το διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ.

6. Η εκτέλεση εντολών σε ΜΟΔ διεξάγεται με άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Ειδικότερα, η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ ασκεί διακριτική ευχέρεια μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) όταν αποφασίζει την εισαγωγή ή ανάκληση εντολής στον ΜΟΔ που διαχειρίζεται, ή (β) όταν αποφασίζει να μην ταυτίσει συγκεκριμένη εντολή πελάτη με άλλες εντολές που είναι διαθέσιμες στα συστήματα σε δεδομένη στιγμή, με την προϋπόθεση ότι συμμορφώνεται με συγκεκριμένες οδηγίες που έχει λάβει από τον πελάτη και με τις υποχρεώσεις του άρθρου 27.
Για το σύστημα που διασταυρώνει εντολές πελατών, η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ μπορεί να αποφασίζει εάν, πότε και τι τμήμα δύο ή περισσότερων εντολών επιθυμεί να ταυτίσει εντός του συστήματος. Σύμφωνα με τις παρ. 1, 2, 4 και 5 και με την επιφύλαξη της παρ. 3, για σύστημα που διευκολύνει τη διευθέτηση συναλλαγών σε μη μετοχικές αξίες, η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ μπορεί να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση μεταξύ πελατών προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση δύο ή περισσοτέρων δυνητικά συμβατών συναλλακτικών συμφερόντων σε μια συναλλαγή.
Η υποχρέωση αυτή τελεί υπό την επιφύλαξη των άρθρων 18 και 27.

7. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί, είτε όταν μια ΑΕΠΕΥ ή ένας διαχειριστής αγοράς αιτείται άδεια για τη λειτουργία ΜΟΔ είτε κατά περίπτωση, λεπτομερή αιτιολόγηση των λόγων για τους οποίους το σύστημα δεν αντιστοιχεί σε και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή συστηματικός εσωτερικοποιητής, καθώς και λεπτομερή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα ασκείται η διακριτική ευχέρεια, και ιδίως πότε μια εντολή στον ΜΟΔ μπορεί να ανακληθεί και πότε και με ποιον τρόπο δύο ή περισσότερες εντολές πελατών θα ταυτίζονται στο πλαίσιο του ΜΟΔ. Επιπλέον, η ΑΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς ενός ΜΟΔ παρέχει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διενεργεί αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό που διενεργούνται από την ΑΕΠΕΥ ή το διαχειριστή αγοράς, που διαχειρίζεται ΜΟΔ ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούται ο ορισμός της αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό και ότι η κατάρτισή τους δεν προκαλεί συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της ΑΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς και των πελατών τους.

8. Τα άρθρα 24, 25, 27 και 28 εφαρμόζονται στις συναλλαγές που συνάπτονται σε έναν ΜΟΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Όροι λειτουργίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων

Τμήμα 1
Γενικές διατάξεις

Άρθρο 21
Τακτική επανεξέταση των όρων χορήγησης της αρχικής άδειας (Άρθρο 21 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ που έχουν αδειοδοτηθεί στην Ελλάδα συμμορφώνονται σε διαρκή βάση με τους όρους που τίθενται στο κεφάλαιο I για τη χορήγηση της αρχικής άδειας.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει κατά πόσον οι ΑΕΠΕΥ συμμορφώνονται με την κατά την παράγραφο 1 υποχρέωσή τους με βάση κατάλληλες μεθόδους που καταρτίζει και απαιτεί από τις ΑΕΠΕΥ να της γνωστοποιούν κάθε ουσιώδη μεταβολή στους όρους χορήγησης της αρχικής άδειας.

Άρθρο 22
Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία (Άρθρο 22 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις δραστηριότητες των ΑΕΠΕΥ προκειμένου να αξιολογεί τη συμμόρφωσή τους με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον παρόντα νόμο. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο απαιτείται ώστε να λαμβάνει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να αξιολογεί τη συμμόρφωση των ΑΕΠΕΥ με αυτές τις υποχρεώσεις.

Άρθρο 23 Συγκρούσεις συμφερόντων (Άρθρο 23 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό και την πρόληψη ή τη διαχείριση των καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών, περιλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών, των υπαλλήλων τους, των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους και κάθε προσώπου που συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την ΑΕΠΕΥ με σχέση ελέγχου και των πελατών τους, ή μεταξύ πελατών τους, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών, περιλαμβανομένων αυτών που προκύπτουν λόγω της λήψης αντιπαροχών από τρίτους ή λόγω της πολιτικής αποδοχών της ΑΕΠΕΥ ή παροχής κινήτρων.

2. Εάν οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 16 η ΑΕΠΕΥ για να προληφθούν οι αρνητικές συνέπειες των συγκρούσεων συμφερόντων στα συμφέροντα του πελάτη της δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί με εύλογη βεβαιότητα η αποτροπή του κινδύνου βλάβης των συμφερόντων των πελατών, η ΑΕΠΕΥ γνωστοποιεί με σαφήνεια στον πελάτη τη γενική φύσηή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τον περιορισμό τους, προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό του.

3. Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2: α) πραγματοποιείται σε σταθερό μέσο, και
β) περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του πελάτη, ώστε να μπορεί ο πελάτης να λάβει εμπεριστατωμένη απόφαση για την υπηρεσία στο πλαίσιο της οποίας ανακύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.

Τμήμα 2
Διατάξεις για την προστασία των επενδυτών

Άρθρο 24
Γενικές αρχές και πληροφόρηση των πελατών (Άρθρο 24 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία και επαγγελματισμό κατά την παροχή επενδυτικών ή, κατά περίπτωση, παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ιδίως να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 25.

2. ΑΕΠΕΥ που δημιουργούν χρηματοπιστωτικά μέσα προς πώληση σε πελάτες, διασφαλίζουν ότι αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας προσδιορισμένης αγοράς-στόχου τελικών πελατών εντός της αντίστοιχης κατηγορίας πελατών, ότι η στρατηγική για τη διάθεση των χρηματοπιστωτικών μέσων είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο και ότι η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα διατίθενται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο.
Οι ΑΕΠΕΥ κατανοούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προσφέρουν ή συνιστούν, αξιολογούν τη συμβατότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων με τις ανάγκες των πελατών, στους οποίους παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την αναφερόμενη στην παράγραφο 3 του άρθρου 16 προσδιορισμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών και εξασφαλίζουν ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα προσφέρονται ή συνιστώνται, μόνο όταν αυτό είναι προς το συμφέρον του πελάτη.

3. Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να είναι δυνατό να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.

4. Η ΑΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες εγκαίρως κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με την ίδια και τις υπηρεσίες της, τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, τους τόπους εκτέλεσης και το κόστος και τις συναφείς επιβαρύνσεις. Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει τα εξής:
α) κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η ΑΕΠΕΥ πρέπει, εγκαίρως πριν από την παροχή των επενδυτικών συμβουλών, να ενημερώνει τον πελάτη για τα ακόλουθα:
i) αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση ή όχι,
ii) αν οι συμβουλές βασίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση των διαφόρων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων και, ιδίως, αν το εύρος αυτό περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή διατίθενται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με την ΑΕΠΕΥ ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως συμβατικές σχέσεις, που είναι τόσο στενές, ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία των παρεχομένων συμβουλών,
ίίί)αν η ΑΕΠΕΥ πρόκειται να παρέχει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων που προτείνονται στον πελάτη,
β) οι πληροφορίες για τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές περιλαμβάνουν κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα χρηματοπιστωτικά μέσα ή με τις συγκεκριμένες επενδυτικές στρατηγικές και αναφορά για το αν το χρηματοπιστωτικό μέσο απευθύνεται σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες, λαμβανομένης υπόψη της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου σύμφωνα με την παράγραφο 2,
γ) η πληροφόρηση για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις περιλαμβάνει πληροφορίες σχετιζόμενες τόσο με τις επενδυτικές όσο και με τις παρεπόμενες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του κόστους που σχετίζεται με την παροχή των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, του κόστους του χρηματοπιστωτικού μέσου που συνιστάται ή διαφημίζεται στον πελάτη και των δυνατών τρόπων πληρωμής του από τον πελάτη, περιλαμβανομένων επίσης όλων των πληρωμών προς τρίτους.
Οι πληροφορίες σχετικά με όλα τα κόστη και τις επιβαρύνσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την επενδυτική υπηρεσία και το χρηματοπιστωτικό μέσο, που δεν οφείλονται στην επέλευση υποκείμενου κινδύνου της αγοράς, παρέχονται συγκεντρωτικά για να επιτρέψουν στον πελάτη να κατανοήσει το συνολικό κόστος, καθώς και το αθροιστικό αποτέλεσμα του στην απόδοση της επένδυσης και, αν το ζητήσει ο πελάτης, συνοδεύονται από αναλυτική καταγραφή του κόστους. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στον πελάτη σε τακτική βάση, τουλάχιστον ετήσια, καθ' όλη τη διάρκεια της επένδυσης.

5. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παρ. 4 και 9 παρέχονται σε κατανοητή μορφή κατά τρόπο, ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου είδους του προσφερόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν ενημερωμένοι επενδυτικές αποφάσεις. Οι πληροφορίες αυτές είναι δυνατό να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή.

6. Όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη, όσον αφορά στις απαιτήσεις πληροφόρησης, η εν λόγω υπηρεσία δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με τις παρ. 3, 4 και 5.

7. Όταν η ΑΕΠΕΥ ενημερώνει τον πελάτη ότι παρέχονται επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση, η ΑΕΠΕΥ:
α) αξιολογεί ένα επαρκώς ευρύ φάσμα διαθέσιμων στην αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, τα οποία πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένα ως προς το είδος και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι επενδυτικοί στόχοι του πελάτη μπορούν να επιτευχθούν με κατάλληλο τρόπο και δεν πρέπει να περιορίζονται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή παρέχονται από:
i) την ίδια την ΑΕΠΕΥ ή από οντότητες που συνδέονται με στενούς δεσμούς με την ΑΕΠΕΥ ή
ii) άλλες οντότητες, με τις οποίες η ΑΕΠΕΥ έχει τόσο στενές νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως συμβατικές σχέσεις, ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία των παρεχομένων συμβουλών,
β) δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες. Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης, ώστε να μην είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι εμποδίζουν τη συμμόρφωση της ΑΕΠΕΥ με την υποχρέωσή της να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς και εξαιρούνται από την παρούσα περίπτωση β).

8. Κατά την παροχή της υπηρεσίας της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η ΑΕΠΕΥ δεν αποδέχεται ούτε παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο μέρος ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου μέρους σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες.
Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης, ώστε να μην είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι εμποδίζουν τη συμμόρφωση της ΑΕΠΕΥ με την υποχρέωσή της να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς και εξαιρούνται από την παρούσα παράγραφο.

9. Οι ΑΕΠΕΥ δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 23 ή δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, όταν καταβάλλουν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια ή παρέχουν ή λαμβάνουν οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος σε σχέση με την παροχή επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας προς ή από οιοδήποτε μέρος πλην του πελάτη ή προσώπου ενεργούντος για λογαριασμό του πελάτη, εκτός αν η πληρωμή ή το όφελος:
α) έχει σχεδιαστεί για τη βελτίωση της ποιότητας της υπηρεσίας προς τον πελάτη και
β) δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση της ΑΕΠΕΥ με την υποχρέωσή της να ενεργεί με τρόπο έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό, σύμφωνα με τα συμφέροντα των πελατών της.
Η ύπαρξη, η φύση και το ποσό της αμοιβής ή της προμήθειας που καταβάλλεται ή εισπράττεται ή του οφέλους που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ή, εφόσον το ποσό δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η μέθοδος υπολογισμού του, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς στον πελάτη, με περιεκτικό, ακριβή και κατανοητό τρόπο, πριν από την παροχή της σχετικής επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας. Αν συντρέχει περίπτωση, η ΑΕΠΕΥ ενημερώνει επίσης τον πελάτη σχετικά με τους μηχανισμούς για την απόδοση στον πελάτη της αμοιβής, της προμήθειας ή του χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους που η ΑΕΠΕΥ έχει λάβει σε σχέση με την παροχή της επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας.
Οι αμοιβές ή οι προμήθειες που καταβάλλονται ή εισπράττονται ή το όφελος, που επιτρέπουν ή είναι αναγκαία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, όπως έξοδα θεματοφυλακής, έξοδα συναλλαγών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, τα θεσμοθετημένα τέλη ή αμοιβές νομικής φύσης και τα οποία δεν μπορούν από τη φύση τους να οδηγήσουν σε σύγκρουση με την υποχρέωση της ΑΕΠΕΥ να ενεργεί με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών της, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

10. ΑΕΠΕΥ που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες σε πελάτες, διασφαλίζει ότι δεν ανταμείβει ούτε αξιολογεί την απόδοση του προσωπικού της κατά τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με την υποχρέωσή της να ενεργεί προς το συμφέρον των πελατών της. Ιδίως, δεν υιοθετεί πολιτικές αμοιβών, στόχων πωλήσεων ή άλλης μορφής, που θα αποτελούσαν κίνητρο για το προσωπικό της να συστήσει ένα συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο σε ιδιώτη πελάτη, ενώ η ΑΕΠΕΥ θα μπορούσε να προσφέρει διαφορετικό χρηματοπιστωτικό μέσο, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

11. Εφόσον μια επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται μαζί με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως μέρος πακέτου ή ως όρος για την ίδια συμφωνία ή πακέτο, η ΑΕΠΕΥ ενημερώνει τον πελάτη για το αν υπάρχει ή όχι δυνατότητα αγοράς των επιμέρους στοιχείων του πακέτου ξεχωριστά και παρέχει χωριστή τεκμηρίωση για το κόστος και τις επιβαρύνσεις κάθε στοιχείου.
Όταν οι κίνδυνοι που απορρέουν από μια τέτοια συμφωνία ή πακέτο που προσφέρεται σε ιδιώτη πελάτη είναι πιθανόν να διαφέρουν από τους κινδύνους που σχετίζονται με κάθε στοιχείο χωριστά, η ΑΕΠΕΥ παρέχει επαρκή περιγραφή των επιμέρους στοιχείων της συμφωνίας ή του πακέτου και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τους κινδύνους.

12. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιβάλλει σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπονται στην παράγραφο 12 του άρθρου 24 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, πρόσθετες απαιτήσεις στις ΑΕΠΕΥ, σε σχέση με θέματα που καλύπτονται από το παρόν άρθρο, οι οποίες πρέπει να μπορούν να αιτιολογηθούν αντικειμενικά και να είναι αναλογικές, με στόχο να αντιμετωπίζονται ορισμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή για την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς. Οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο τα δικαιώματα των ΑΕΠΕΥ, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 34 και 35.
Η Επιτροπή γνωστοποιεί στα κράτη μέλη και δημοσιεύει στο δικτυακό της τόπο τις πρόσθετες απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

13. Mε απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, σύμφωνα με την κατ' εξουσιοδότηση Οδηγία (ΕΕ) 2017/593 της Επιτροπής (ΕΕ L 87/31.3.2017).

Άρθρο 25
Αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας και ενημέρωση προς πελάτες
(Άρθρο 25 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 93 οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν και, όταν τους ζητηθεί, αποδεικνύουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ότι τα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή πληροφόρηση σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα, επενδυτικές υπηρεσίες ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες για λογαριασμό των ΑΕΠΕΥ, διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρου 24 και του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει και δημοσιεύει τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων λαμβάνοντας υπόψη και τις κατευθυντήριες οδηγίες που εκδίδονται από την ΕΑΚΑΑ.

2. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με το συγκεκριμένο τύπο προϊόντος ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική του κατάσταση, περιλαμβανομένης της δυνατότητάς του να υποστεί ζημίες, και τους επενδυτικούς στόχους του, περιλαμβανομένου του επιπέδου ανοχής κινδύνου, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να του συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του και, ιδίως, είναι σύμφωνα με το επίπεδο ανοχής κινδύνου και τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές, στο πλαίσιο των οποίων συστήνουν πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 24, το συνολικό πακέτο πρέπει να είναι κατάλληλο για τον πελάτη.

3 Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των μνημονευόμενων στην παράγραφο 2, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με το συγκεκριμένο τύπο του προσφερόμενου ή ζητούμενου προϊόντος ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προϊόν ενδείκνυται για τον πελάτη. Όταν πρόκειται για πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 24, στην αξιολόγηση εξετάζεται κατά πόσο το συνολικό πακέτο είναι ενδεδειγμένο για τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη.
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, τον προειδοποιούν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.
Αν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ τον προειδοποιούν ότι δεν είναι σε θέση να κρίνουν κατά πόσον η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή προϊόν είναι ενδεδειγμένα γι' αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

4. Οι ΑΕΠΕΥ, όταν παρέχουν στους πελάτες τους επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση ή στη λήψη και διαβίβαση εντολών πελατών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, πλην της χορήγησης δανείων ή πιστώσεων, όπως ορίζονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος I, που δεν περιλαμβάνουν υφιστάμενα πιστωτικά όρια δανείων, τρεχούμενων λογαριασμών και πιστωτικών διευκολύνσεων πελατών, μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες ούτε να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπονται στην παράγραφο 3, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α) Οι υπηρεσίες αφορούν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα χρηματοπιστωτικά μέσα:
i) μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας ή σε ΠΜΔ, εφόσον πρόκειται για μετοχές εταιρειών, με την εξαίρεση των μετοχών οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που δεν είναι ΟΣΕΚΑ και μετοχών, οι οποίες ενσωματώνουν παράγωγα,
ii) ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας ή σε ΠΜΔ, με την εξαίρεση εκείνων που ενσωματώνουν παράγωγα ή έχουν δομές που καθιστούν την κατανόηση του συναφούς κινδύνου δύσκολη για τον πελάτη,
iii) μέσα χρηματαγοράς, με την εξαίρεση εκείνων που ενσωματώνουν παράγωγα ή έχουν δομές που καθιστούν την κατανόηση του συναφούς κινδύνου δύσκολη για τον πελάτη,
iv) μετοχές ή μερίδια ΟΣΕΚΑ, με την εξαίρεση των δομημένων ΟΣΕΚΑ που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του Κανονισμού (ΕΕ) 583/2010,
v) δομημένες καταθέσεις, με την εξαίρεση εκείνων που έχουν δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του κινδύνου ως προς την απόδοση ή το κόστος της εξόδου από το προϊόν πριν από τη λήξη του,
vi) άλλα μη πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.
Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου α), μια αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά, αν έχει εκδοθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετική απόφαση ισοδυναμίας υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπονται στο τρίτο και τέταρτο εδάφιο του στοιχείου α) της παρ. 4 του άρθρου 25 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον θεωρεί σχετικά με μια αγορά τρίτης χώρας ότι το νομικό και εποπτικό πλαίσιο αυτής της τρίτης χώρας θα πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμο, μπορεί να υποβάλει αίτηση προς την Επιτροπή για την έκδοση από την τελευταία απόφασης ισοδυναμίας σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης της παρ. 2 του άρθρου 89α της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναφέρει στην αίτησή της τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το νομικό και
εποπτικό πλαίσιο της σχετικής τρίτης χώρας θα πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμο και παρέχει σχετικές πληροφορίες προς τον σκοπό αυτό.
Ένα τέτοιο νομικό και εποπτικό πλαίσιο τρίτης χώρας μπορεί να θεωρείται ισοδύναμο, εφόσον πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i) οι αγορές υπόκεινται σε αδειοδότηση και σε συνεχή αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή της τήρησης των υποχρεώσεων,
ii) οι αγορές διαθέτουν σαφείς και διαφανείς κανόνες για την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση, ούτως ώστε αυτές οι κινητές αξίες να αποτελούν αντικείμενο δίκαιης, ομαλής και αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης και να είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες,
iii) οι εκδότες κινητών αξιών υπόκεινται σε υποχρεώσεις περιοδικής και διαρκούς πληροφόρησης, εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών, και
iv) διασφαλίζονται η διαφάνεια και η ακεραιότητα της αγοράς με την πρόληψη της κατάχρησης της αγοράς υπό τη μορφή πράξεων προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεων χειραγώγησης της αγοράς.
β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη.
γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της υπηρεσίας η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την καταλληλότητα του προσφερόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή της παρεχόμενης υπηρεσίας και ότι επομένως ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία που παρέχουν οι σχετικοί κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.
δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 23 υποχρεώσεις της.

5. Η ΑΕΠΕΥ τηρεί αρχείο με τα έγγραφα που καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους, υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.

6. Η ΑΕΠΕΥ παρέχει στον πελάτη επαρκή ενημέρωση, σε σταθερό μέσο, σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει περιοδικές αναφορές προς τον πελάτη, ανάλογα με τον τύπο και την πολυπλοκότητα των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων και τη φύση της υπηρεσίας που παρέχεται στον πελάτη και συμπεριλαμβάνει, όπου συντρέχει περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών που διενεργούνται και των υπηρεσιών που παρέχονται για λογαριασμό του.
Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών η ΑΕΠΕΥ, πριν από την κατάρτιση της συναλλαγής, παρέχει σε σταθερό μέσο στον πελάτη δήλωση καταλληλότητας, με την οποία προσδιορίζονται οι παρασχεθείσες συμβουλές και ο τρόπος με τον οποίο αυτές ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις, τους στόχους και τα λοιπά χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη.
Αν η συμφωνία για αγορά ή πώληση χρηματοπιστωτικού μέσου έχει συναφθεί με χρήση μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως που δεν επιτρέπει την εκ των προτέρων παροχή της δήλωσης καταλληλότητας, η ΑΕΠΕΥ παρέχει την έγγραφη δήλωση καταλληλότητας σε σταθερό μέσο, αμέσως μόλις ο πελάτης δεσμευθεί με οποιαδήποτε συμφωνία, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ο πελάτης έχει συγκατατεθεί να παραλάβει τη δήλωση καταλληλότητας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής και
β) η ΑΕΠΕΥ έχει προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει τη συναλλαγή, προκειμένου να λάβει προηγουμένως τη δήλωση καταλληλότητας.
Όταν η ΑΕΠΕΥ παρέχει την υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή έχει ενημερώσει τον πελάτη ότι θα πραγματοποιεί περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας, η περιοδική ενημέρωση περιέχει επικαιροποιημένη δήλωση σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο η επένδυση ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις, τους στόχους και τα λοιπά χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη.

7. Αν σύμβαση πίστωσης για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, η οποία υπάγεται στις διατάξεις σχετικά με την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας καταναλωτών που προβλέπεται στο ν. 4438/2016 (Α' 220), έχει ως προϋπόθεση την παροχή στον ίδιο καταναλωτή μιας επενδυτικής υπηρεσίας σε σχέση με ενυπόθηκες ομολογίες που εκδίδονται ειδικά για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της εν λόγω σύμβασης πίστωσης και έχουν τους ίδιους όρους με αυτήν η οποία σχετίζεται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, προκειμένου το δάνειο να είναι πληρωτέο, να αναχρηματοδοτείται ή να εξοφλείται, η παροχή της υπηρεσίας αυτής δεν υπόκειται στις επιβαλλόμενες με το παρόν άρθρο υποχρεώσεις.

Άρθρο 26
Παροχή υπηρεσιών μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων (Άρθρο 26 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. ΑΕΠΕΥ που λαμβάνει μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων οδηγίες για την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών για λογαριασμό πελάτη, μπορεί να βασίζεται στις σχετικές με τον πελάτη πληροφορίες που της γνωστοποιεί η τελευταία αυτή επιχείρηση επενδύσεων. Η επιχείρηση επενδύσεων, μέσω της οποίας παρέχονται οι οδηγίες, παραμένει υπεύθυνη για την πληρότητα και την ακρίβεια των διαβιβαζόμενων πληροφοριών.

2. ΑΕΠΕΥ που λαμβάνει οδηγίες για την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό πελάτη μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων, μπορεί να βασίζεται σε οποιεσδήποτε συστάσεις έχουν δοθεί στον πελάτη από την άλλη αυτή επιχείρηση επενδύσεων σχετικά με την υπηρεσία ή τη συναλλαγή. Η επιχείρηση επενδύσεων, μέσω της οποίας παρέχονται οι οδηγίες, παραμένει υπεύθυνη για την καταλληλότητα των παρεχόμενων συστάσεων ή συμβουλών για το συγκεκριμένο πελάτη.

3. ΑΕΠΕΥ που λαμβάνει οδηγίες ή εντολές πελάτη μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων, παραμένει υπεύθυνη για την παροχή της υπηρεσίας ή την ολοκλήρωση της συναλλαγής, βάσει αυτών των πληροφοριών ή συστάσεων, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 27
Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους
(Άρθρο 27 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν επαρκή μέτρα, ώστε να επιτυγχάνουν, κατά την εκτέλεση εντολών, το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή, το κόστος, την ταχύτητα, την πιθανότητα εκτέλεσης και διακανονισμού, τον όγκο, τη φύση και οποιοδήποτε άλλο παράγοντα που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση που ο πελάτης έχει δώσει συγκεκριμένες οδηγίες, η ΑΕΠΕΥ εκτελεί την εντολή σύμφωνα με αυτές τις οδηγίες.
Όταν ΑΕΠΕΥ εκτελεί εντολή για λογαριασμό ιδιώτη πελάτη, το βέλτιστο αποτέλεσμα προσδιορίζεται με βάση το συνολικό τίμημα, το οποίο αντιστοιχεί στην τιμή του
χρηματοπιστωτικού μέσου και στο κόστος που σχετίζεται με την εκτέλεση, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που βαρύνουν τον πελάτη και συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση της εντολής, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών του τόπου εκτέλεσης, των εξόδων εκκαθάρισης και διακανονισμού και όλων των λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται σε τρίτους που συμμετέχουν στην εκτέλεση της εντολής.
Για την επίτευξη του βέλτιστου αποτελέσματος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, σε περίπτωση ανταγωνιστικών τόπων εκτέλεσης μιας εντολής επί χρηματοπιστωτικού μέσου, η ΑΕΠΕΥ αξιολογεί και συγκρίνει τα αποτελέσματα που θα επιτυγχάνονταν για τον πελάτη με την εκτέλεση της εντολής σε καθέναν από τους τόπους εκτέλεσης που περιλαμβάνονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών της ΑΕΠΕΥ και στους οποίους μπορεί να εκτελεστεί η σχετική εντολή, λαμβάνοντας κατά την αξιολόγηση αυτή υπόψη τις προμήθειες που εισπράττει η ίδια η ΑΕΠΕΥ και τα κόστη που βαρύνουν τον πελάτη για την εκτέλεση της εντολής σε καθέναν από τους επιλέξιμους τόπους εκτέλεσης.

2. Η ΑΕΠΕΥ δεν λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή, έκπτωση ή μη χρηματικό όφελος για να κατευθύνει εντολές πελατών σε συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης ή εκτέλεσης κατά παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων ή τις αντιπαροχές, που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στην παράγραφο 3 του άρθρου 16 και στα άρθρα 23 και 24.

3. Για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που υπόκεινται στη σχετική με την κατάρτιση συναλλαγών υποχρέωση των άρθρων 23 και 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, κάθε τόπος διαπραγμάτευσης και κάθε συστηματικός εσωτερικοποιητής και, για τα λοιπά χρηματοπιστωτικά μέσα, κάθε τόπος εκτέλεσης, διαθέτει στο κοινό, ατελώς, δεδομένα σχετικά με την ποιότητα της εκτέλεσης των συναλλαγών που διενεργούνται στο συγκεκριμένο τόπο τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Μετά την εκτέλεση συναλλαγής για λογαριασμό πελάτη, η ΑΕΠΕΥ πληροφορεί τον πελάτη σε ποιον τόπο εκτελέστηκε η εντολή. Οι περιοδικές εκθέσεις περιλαμβάνουν λεπτομέρειες σχετικά με την τιμή, τα κόστη, την ταχύτητα και την πιθανότητα εκτέλεσης για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο.

4. Οι ΑΕΠΕΥ θεσπίζουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς, προκειμένου να συμμορφώνονται με την παράγραφο 1. Οι ΑΕΠΕΥ θεσπίζουν και εφαρμόζουν πολιτική εκτέλεσης εντολών που να τους επιτρέπει να επιτυγχάνουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τις εντολές των πελατών τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

5. Η πολιτική εκτέλεσης εντολών περιέχει, για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, πληροφορίες σχετικά με τους διάφορους τόπους όπου η ΑΕΠΕΥ εκτελεί τις εντολές των πελατών της και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του τόπου εκτέλεσης. Περιλαμβάνει τουλάχιστον τους τόπους εκείνους, οι οποίοι επιτρέπουν στην ΑΕΠΕΥ να επιτυγχάνει συστηματικά το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση των εντολών πελατών.
Η ΑΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί. Οι πληροφορίες επεξηγούν σαφώς, με επαρκείς λεπτομέρειες και με τρόπο εύκολα κατανοητό από τους πελάτες, τον τρόπο με τον οποίο η ΑΕΠΕΥ θα εκτελέσει τις εντολές για λογαριασμό του πελάτη. Η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει την προηγούμενη συναίνεση των πελατών της σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών.
Όταν η ακολουθούμενη πολιτική εκτέλεσης εντολών προβλέπει τη δυνατότητα εκτέλεσης εντολών πελατών εκτός τόπου διαπραγμάτευσης, η ΑΕΠΕΥ ιδίως ενημερώνει τους πελάτες της σχετικά με τη δυνατότητα αυτή. Η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει εκ των προτέρων τη ρητή συναίνεση των πελατών της, προτού προβεί στην εκτέλεση εντολών πελατών εκτός τόπου διαπραγμάτευσης. Η ΑΕΠΕΥ μπορεί να λαμβάνει τη συναίνεση υπό μορφή γενικής συμφωνίας ή για συγκεκριμένες συναλλαγές.

6. Οι ΑΕΠΕΥ που εκτελούν εντολές πελατών συνοψίζουν και δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση, για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, τους πέντε πρώτους τόπους εκτέλεσης από άποψη όγκου συναλλαγών ("trading volumes"), στους οποίους εκτέλεσαν εντολές πελατών κατά το προηγούμενο έτος, καθώς και στοιχεία για την ποιότητα εκτέλεσης που επιτεύχθηκε.

7. Οι ΑΕΠΕΥ που εκτελούν εντολές πελατών, παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών και της πολιτικής εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν, ώστε να εντοπίζουν και να διορθώνουν, όπου απαιτείται, τυχόν ελλείψεις. Ιδίως, οι ΑΕΠΕΥ εξετάζουν σε τακτική βάση, κατά πόσο οι τόποι εκτέλεσης που περιλαμβάνονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών, επιτυγχάνουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τον πελάτη και τροποποιούν αναλόγως τους μηχανισμούς εκτέλεσης εντολών που εφαρμόζουν, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6. Οι ΑΕΠΕΥ γνωστοποιούν στους πελάτες, με τους οποίους συνεχίζουν να έχουν πελατειακή σχέση, κάθε ουσιαστική αλλαγή των μηχανισμών και της πολιτικής εκτέλεσης εντολών που εφαρμόζουν.

8. Η ΑΕΠΕΥ είναι σε θέση να τεκμηριώσει στους πελάτες της, κατόπιν αιτήματός τους, ότι έχει εκτελέσει τις εντολές τους σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί, καθώς και να τεκμηριώσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν αιτήματός της, τη συμμόρφωσή της με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 28 Κανόνες χειρισμού εντολών πελατών (Άρθρο 28 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. ΑΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια να εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών, εφαρμόζει διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών πελατών σε σχέση με τις εντολές άλλων πελατών ή τις θέσεις διαπραγμάτευσης της ίδιας της ΑΕΠΕΥ και επιτρέπουν την εκτέλεση συγκρίσιμων κατά τα λοιπά εντολών πελατών με βάση τον χρόνο λήψης τους από την ΑΕΠΕΥ.

2. Σε περίπτωση οριακής εντολής πελάτη επί μετοχών που είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης, η οποία δεν εκτελείται αμέσως υπό τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς, η ΑΕΠΕΥ, εκτός αν ο πελάτης δώσει ρητά άλλες οδηγίες, λαμβάνει μέτρα για να διευκολύνει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της εντολής, ανακοινώνοντάς την αμέσως δημόσια με τρόπο ευπρόσιτο στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Η ΑΕΠΕΥ εκπληρώνει την υποχρέωσή της αυτή, διαβιβάζοντας την οριακή εντολή του πελάτη σε τόπο διαπραγμάτευσης. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αίρεται η υποχρέωση δημοσιοποίησης οριακής εντολής, η οποία είναι μεγάλου μεγέθους σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.

Άρθρο 29
Υποχρεώσεις των ΑΕΠΕΥ όταν ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους (Άρθρο 29 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η ΑΕΠΕΥ μπορεί να ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο της παρ. 4 του παρόντος άρθρου και κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι μπορούν να προβαίνουν σε προώθηση των υπηρεσιών της ΑΕΠΕΥ, την οποία αντιπροσωπεύουν, σε προσέλκυση πελατείας ή σε λήψη και διαβίβαση εντολών πελατών ή δυνητικών πελατών, σε τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων και σε παροχή συμβουλών σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις υπηρεσίες που προσφέρει η ΑΕΠΕΥ. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι δεν επιτρέπεται να κατέχουν χρήματα ή χρηματοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό πελατών.

2. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι ενεργούν για λογαριασμό μιας και μόνο ΑΕΠΕΥ. Η ΑΕΠΕΥ ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που έχει ορίσει, όταν αυτοί ενεργούν για λογαριασμό της.

3. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποί της γνωστοποιούν ότι ενεργούν ως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι της συγκεκριμένης ΑΕΠΕΥ, όποτε επικοινωνούν με πελάτη ή δυνητικό πελάτη ή προτού προωθήσουν ή παράσχουν σε αυτόν τις υπηρεσίες της παρ. 1 .. Η ΑΕΠΕΥ ελέγχει τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, ώστε να διασφαλίζει ότι εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τον παρόντα νόμο, όταν ενεργεί μέσω αυτών. Η ΑΕΠΕΥ που ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους λαμβάνει επαρκή μέτρα, ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στον παρόντα νόμο δραστηριοτήτων των συνδεδεμένων αντιπροσώπων στις δραστηριότητες που ασκούν αυτοί για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ.

4. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα εγγράφονται από την ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που αντιπροσωπεύουν σε μητρώο συνδεδεμένων αντιπροσώπων που τηρείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος, αντίστοιχα. Το μητρώο αυτό επικαιροποιείται τακτικά και είναι ελεύθερα προσβάσιμο στο κοινό. Οι ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα που προτείνουν την εγγραφή συνδεδεμένου αντιπροσώπου στο μητρώο, βεβαιώνουν ότι αυτός διαθέτει επαρκώς καλή φήμη και κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες που του επιτρέπουν να παρέχει την επενδυτική υπηρεσία ή την παρεπόμενη υπηρεσία και να ανακοινώνουν με ακρίβεια στον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προτεινόμενη υπηρεσία.

5. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το λόγο της αρμοδιότητας τους , καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την εγγραφή των συνδεδεμένων αντιπροσώπων στο μητρώο, το οποίο τηρείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος, αντίστοιχα, καθώς και οι τεχνικές λεπτομέρειες για την τήρηση και ενημέρωση του μητρώου και την πρόσβαση του επενδυτικού κοινού σε αυτό. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι οργανωτικές απαιτήσεις των ΑΕΠΕΥ και των πιστωτικών ιδρυμάτων, αντίστοιχα, που χρησιμοποιούν συνδεδεμένους αντιπροσώπους, καθώς και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικά με τη λειτουργία των συνδεδεμένων αντιπροσώπων.

Άρθρο 30
Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους (Άρθρο 30 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών ή να διαπραγματεύονται για ίδιο λογαριασμό ή να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές, πριν ή κατά τη διενέργεια συναλλαγών με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους, δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις του άρθρου 24 με εξαίρεση τις παρ. 4 και 5, του άρθρου 25 με εξαίρεση την παράγραφο 6, του άρθρου 27 και της παρ. 1 του άρθρου 28, όσον αφορά τις συναλλαγές αυτές ή οποιαδήποτε παρεπόμενη υπηρεσία άμεσα σχετιζόμενη με αυτές τις συναλλαγές.
Στις συναλλαγές τους με τους επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους, οι ΑΕΠΕΥ ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία και επαγγελματισμό και επικοινωνούν με τρόπο που είναι ορθός,
σαφής και μη παραπλανητικός, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επιλέξιμου αντισυμβαλλόμενου και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

2. Ως επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι νοούνται οι επιχειρήσεις επενδύσεων, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και οι εταιρείες διαχείρισής τους, τα ταμεία συντάξεων και οι εταιρείες διαχείρισής τους, άλλοι οργανισμοί του χρηματοπιστωτικού τομέα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή ρυθμίζονται με βάση το δίκαιο της Ένωσης ή εθνικό δίκαιο κράτους μέλους, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι αντίστοιχες υπηρεσίες τους, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος σε εθνικό επίπεδο, οι κεντρικές τράπεζες και οι υπερεθνικοί οργανισμοί.
Η κατηγοριοποίηση ως επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου βάσει του πρώτου εδαφίου δεν θίγει το δικαίωμα των οντοτήτων αυτών να ζητήσουν να αντιμετωπιστούν, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες συναλλαγές, ως πελάτες των οποίων οι σχέσεις με την ΑΕΠΕΥ υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 24, 25, 27 και 28.

3. Σε περίπτωση συναλλαγής, στην οποία ο δυνητικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, η ΑΕΠΕΥ αποδέχεται το καθεστώς του αντισυμβαλλομένου, όπως αυτό καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκατάστασής του.

4. Οι ΑΕΠΕΥ, πριν διενεργήσουν συναλλαγές της παραγράφου 1, λαμβάνουν από τον αντισυμβαλλόμενο ρητή επιβεβαίωση ότι δέχεται να αντιμετωπιστεί ως επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνεται είτε με μορφή γενικής συμφωνίας είτε για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή.

Τμήμα 3
Διαφάνεια και ακεραιότητα της αγοράς

Άρθρο 31
,Παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ και με άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις (Άρθρο 31 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ ορίζουν και διατηρούν ως προς τους συγκεκριμένους ΠΜΔ ή ΜΟΔ, αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μελών, συμμετεχόντων ή χρηστών τους με τους κανόνες τους. Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρακολουθούν τις εντολές που αποστέλλονται, περιλαμβανομένων των ακυρώσεων, και τις συναλλαγές που καταρτίζουν τα μέλη, οι συμμετέχοντες ή οι χρήστες τους μέσω των συστημάτων τους, προκειμένου να εντοπίζονται παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών, ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, και χρησιμοποιούν τους αναγκαίους πόρους ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα αυτού του ελέγχου.
Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για σημαντικές παραβάσεις των κανόνων τους, για συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή για ενέργειες που ενδέχεται να
υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 ή για δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Όσον αφορά ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ειδοποιεί τις αρμόδιες αρχές των υπόλοιπων κρατών μελών και την ΕΑΚΑΑ, εφόσον είναι πεπεισμένη ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί τέτοια συμπεριφορά.

3. Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ διαβιβάζουν επίσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σε κάθε αρμόδια για τη διερεύνηση και δίωξη της κατάχρησης της αγοράς αρχή βοηθώντας τις στη διερεύνηση και δίωξη της κατάχρησης αγοράς που διαπράττεται στα συστήματά τους ή μέσω αυτών.

Άρθρο 32
Αναστολή διαπραγμάτευσης και διαγραφή χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ (Άρθρο 32 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να απαιτεί την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση, οι ΑΕΠΕΥ ή διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ μπορούν να αναστείλουν τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψουν χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο δεν πληροί πλέον τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ, εκτός εάν η αναστολή ή διαγραφή αυτή ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

2. ΑΕΠΕΥ ή διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, όταν αναστέλλουν τη διαπραγμάτευση ή διαγράφουν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, αναστέλλουν τη διαπραγμάτευση ή διαγράφουν και τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του Τμήματος Γ του Παραρτήματος I, τα οποία σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των στόχων της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της διαγραφής του υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου. Οι ΑΕΠΕΥ ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, δημοσιοποιούν την απόφαση αυτή σχετικά με την αναστολή ή τη διαγραφή του χρηματοπιστωτικού μέσου και κάθε σχετικού παραγώγου, και την κοινοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε περίπτωση αναστολής διαπραγμάτευσης ή διαγραφής χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγου σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω παρ. 1 και 2, απαιτεί από ρυθμιζόμενες αγορές, άλλους ΠΜΔ ή ΜΟΔ και συστηματικούς εσωτερικοποιητές που υπάγονται στην αρμοδιότητά της και όπου διαπραγματεύεται αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο ή παράγωγο κατά τα παραπάνω, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγου εφόσον η αρχική αναστολή διαπραγμάτευσης ή η διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια πρόταση ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοπιστωτικό μέσο κατά παράβαση των άρθρων 7 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014, εκτός αν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιοποιεί και κοινοποιεί, αμέσως, στην ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών την απόφαση αυτή.

4. Τα οριζόμενα στην παρ. 3 εφαρμόζονται αντίστοιχα και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όταν λαμβάνει κοινοποίηση από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, σχετικά με την αναστολή ή τη διαγραφή χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγου σύμφωνα με τις διατάξεις του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 32 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν λάβει την κοινοποίηση του προηγούμενου εδαφίου, διαβιβάζει τη σχετική απόφασή της στην ΕΑΚΑΑ και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές. Εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφάσισε να μην προβεί σε αναστολή, διαπραγμάτευσης ή διαγραφή του χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγου, η κοινοποίηση συνοδεύεται και από την αντίστοιχη αιτιολογία.

5. Τα οριζόμενα στις παρ. 2 έως 4 ισχύουν και όταν αίρεται η αναστολή της διαπραγμάτευσης του χρηματοπιστωτικού μέσου ή του αναφερόμενου στα σημεία 4 έως 10 του τμήματος Γ του παραρτήματος I παραγώγου που σχετίζεται ή έχει ως σημείο αναφοράς το χρηματοπιστωτικό αυτό μέσο.

6. Η διαδικασία κοινοποίησης των παραπάνω παραγράφων ισχύει επίσης στην περίπτωση που η απόφαση για αναστολή διαπραγμάτευσης ή διαγραφή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή του αναφερόμενου στα σημεία 4 έως 10 του τμήματος Γ του παραρτήματος I παραγώγου που σχετίζεται ή έχει ως σημείο αναφοράς το χρηματοπιστωτικό αυτό μέσο λαμβάνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Τμήμα 4 Αγορές ανάπτυξης ΜμΕ

Άρθρο 33 Αγορές ανάπτυξης ΜμΕ (Άρθρο 33 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Ο διαχειριστής ΠΜΔ μπορεί να υποβάλλει στην αρμόδια, κατά τις παρ. 1 και 2του άρθρου 18 , αρχή αίτηση καταχώρισης του ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜμΕ.

2. Η αρμόδια σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο αρχή δύναται, με απόφασή της, να καταχωρίσει τον ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜμΕ εφόσον κρίνει ότι ο ΠΜΔ πληροί τις απαιτήσεις της παρ. 3 και έχει τηρηθεί η διαδικασία της παρ.2 του άρθρου 18. .

3. Ο ΠΜΔ διαθέτει αποτελεσματικούς κανόνες, συστήματα και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι πληρούνται τα εξής:
α) τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) των εκδοτών των οποίων τα χρηματοπιστωτικά μέσα εντάσσονται προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ είναι ΜμΕ κατά τον χρόνο που ο ΠΜΔ καταχωρίζεται ως αγορά ανάπτυξης ΜμΕ και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, β) ορίζονται κατάλληλα κριτήρια για την αρχική ένταξη σε διαπραγμάτευση και τη μετέπειτα παραμονή των χρηματοπιστωτικών μέσων των εκδοτών στην αγορά,
γ) κατά την αρχική ένταξη σε διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων στην αγορά, διατίθενται επαρκείς δημοσιευμένες πληροφορίες που επιτρέπουν στους επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένη απόφαση για το αν θα επενδύσουν ή όχι στα χρηματοπιστωτικά μέσα, είτε μέσω κατάλληλου πληροφοριακού δελτίου για την ένταξη σε διαπραγμάτευση είτε μέσω ενημερωτικού δελτίου, εφόσον ισχύουν οι απαιτήσεις του ν. 3401/2005 (Α'257) ή της
Οδηγίας 2003/71/ΕΚ σχετικά με τη δημόσια προσφορά που πραγματοποιείται σε συνδυασμό με την αρχική ένταξη του χρηματοπιστωτικού μέσου σε διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ. δ) υπάρχει κατάλληλη περιοδική χρηματοοικονομική πληροφόρηση από ή για λογαριασμό ενός εκδότη στην αγορά, όπως, ενδεικτικά, ελεγμένες ετήσιες οικονομικές εκθέσεις, ε) οι εκδότες στην αγορά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014, τα πρόσωπα που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα σε εκδότη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 25) του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 και οι έχοντες στενό δεσμό με αυτά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 26) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις που ισχύουν για αυτούς βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014,
στ) η προβλεπόμενη στο νομοθετικό πλαίσιο πληροφόρηση σχετικά με τους εκδότες στην αγορά αποθηκεύεται και διαχέεται στο κοινό,
ζ) υπάρχουν αποτελεσματικά συστήματα και έλεγχοι με στόχο την αποτροπή και τον εντοπισμό κατάχρησης αγοράς για τη συγκεκριμένη αγορά, όπως απαιτείται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 596/2014.

4. Τα κριτήρια της παρ. 3 δε θίγουν τη συμμόρφωση του διαχειριστή ΠΜΔ με άλλες υποχρεώσεις βάσει του παρόντος νόμου σχετικά με τη λειτουργία των ΠΜΔ. Ο διαχειριστής ΠΜΔ δύναται να επιβάλει πρόσθετες υποχρεώσεις εκτός των καθοριζόμενων στην εν λόγω παράγραφο.

5. Η αρμόδια, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αρχή μπορεί να διαγράψει από το μητρώο της έναν ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜμΕ, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ.2 του άρθρου 18 σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:
α) μετά από αίτηση διαγραφής του διαχειριστή ΠΜΔ ,
β) εφόσον δεν πληρούνται πλέον όσον αφορά τον ΠΜΔ οι απαιτήσεις της παρ. 3.

6. Σε περίπτωση που η αρμόδια , σύμφωνα με την παράγραφο 1, αρχή καταχωρίσει ή διαγράψει έναν ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜμΕ βάσει του παρόντος άρθρου, ενημερώνει όσο το δυνατόν συντομότερα την ΕΑΚΑΑ σχετικά με την εν λόγω καταχώριση ή διαγραφή. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αγορών ανάπτυξης ΜμΕ, τον οποίο και επικαιροποιεί.

7. Το χρηματοπιστωτικό μέσο ενός εκδότη που έχει ενταχθεί προς διαπραγμάτευση σε αγορά ανάπτυξης ΜμΕ μπορεί να διαπραγματεύεται και σε άλλη αγορά ανάπτυξης ΜμΕ μόνον εφόσον ο εκδότης έχει ενημερωθεί και δεν έχει φέρει αντίρρηση. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση ή την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση, ως προς την εν λόγω αγορά ΜμΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Δικαιώματα των επιχειρήσεων επενδύσεων

Άρθρο 34
Ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων σε άλλο κράτος μέλος
(Άρθρο 34 της Οδηγίας 2014/65/EE)

1. ΑΕΠΕΥ, ή πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας με βάση τον ν. 4261/2014, μπορεί να παρέχει ελεύθερα επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες καθώς και να παρέχει παρεπόμενες υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι αυτές οι υπηρεσίες και δραστηριότητες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας τους. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα.

2. ΑΕΠΕΥ που επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες ή να ασκήσει δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για πρώτη φορά ή να τροποποιήσει το φάσμα των υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που ήδη παρέχει με τον τρόπο αυτό, ανακοινώνει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς:
α) το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να δραστηριοποιηθεί,
β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο δηλώνονται ιδίως οι επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες, που προτίθεται να παρέχει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και κατά πόσον προτίθεται να το πράξει μέσω της χρήσης συνδεδεμένων αντιπροσώπων, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα. Εάν η ΑΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους, κοινοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων.
Εάν η ΑΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, στο έδαφος των κρατών μελών στα οποία προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί, εντός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει ορισθεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που η ΑΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εντός μηνός από τη λήψη των πληροφοριών αυτών, τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει ορισθεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Κατόπιν αυτού, η ΑΕΠΕΥ μπορεί να αρχίσει να παρέχει την ή τις σχετικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής.

4. Πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, καθώς επίσης παρεπόμενες υπηρεσίες, σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων.
Εάν το πιστωτικό ίδρυμα σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, στο έδαφος των κρατών μελών στα οποία προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες, η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί, εντός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει ορισθεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που το πιστωτικό ίδρυμα σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για την παροχή υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής.

5. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2, η ΑΕΠΕΥ γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για τη μεταβολή.

6. Οι ΑΕΠΕΥ, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ και ΜΟΔ κατόπιν άδειας λειτουργίας που έλαβαν στην Ελλάδα, γνωστοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, το κράτος μέλος στο οποίο προτίθενται να εγκαταστήσουν κατάλληλες υποδομές για να διευκολύνουν την πρόσβαση και τη διαπραγμάτευση στις αγορές αυτές από εξ αποστάσεως χρήστες, μέλη ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, κοινοποιεί εντός μηνός την πληροφορία αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου πρόκειται να εγκατασταθούν οι υποδομές ΠΜΔ ή ΜΟΔ.
H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση γνωστοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής του ΠΜΔ, την ταυτότητα των εξ αποστάσεως μελών ή συμμετεχόντων στον ΠΜΔ που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρο 34α
Ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων στην Ελλάδα
(Άρθρο 34 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Κάθε επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, ή, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, μπορεί να παρέχει ελεύθερα επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες καθώς και να παρέχει παρεπόμενες υπηρεσίες στην Ελλάδα, υπό τον όρο ότι αυτές οι υπηρεσίες και δραστηριότητες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα.

2. Εάν η επιχείρηση επενδύσεων σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για την παροχή στην Ελλάδα επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και παρεπόμενων υπηρεσιών, συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναρτά στην ιστοσελίδα της πληροφορίες για την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων, αφού λάβει σχετική κοινοποίηση για την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων.

3. Μετά τη διαβίβαση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του προγράμματος δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων και των λοιπών πληροφοριών της παρ. 2 του άρθρου 34 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να αρχίσει να παρέχει την ή τις σχετικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στην Ελλάδα.

4. Εάν πιστωτικό ίδρυμα σκοπεύει να χρησιμοποιήσει, για την παροχή στην Ελλάδα επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και παρεπόμενων υπηρεσιών, συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής του, η Τράπεζα της Ελλάδος αναρτά στην ιστοσελίδα της πληροφορίες για την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων, αφού λάβει σχετική κοινοποίηση για την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος.

5. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς άλλων κρατών μελών που διαχειρίζονται ΠΜΔ και ΜΟΔ επιτρέπεται να εγκαθιστούν στην Ελλάδα κατάλληλες υποδομές για να διευκολύνουν την πρόσβαση και τη διαπραγμάτευση στις αγορές αυτές από εξ αποστάσεως χρήστες, μέλη ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, δύναται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς, η οποία της έχει γνωστοποιήσει την εγκατάσταση υποδομών σύμφωνα με την παράγραφο 5, να της γνωστοποιήσει την ταυτότητα των εξ αποστάσεως μελών ή συμμετεχόντων στον ΠΜΔ που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα.

Άρθρο 35
Εγκατάσταση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος (Άρθρο 35 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. ΑΕΠΕΥ, καθώς και πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας με βάση το ν. 4261/2014, την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, μπορούν να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες καθώς και παρεπόμενες υπηρεσίες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2014/65/ΕΕ και σύμφωνα με το ν. 4261/2014 και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ μέσω της άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης, και ειδικότερα είτε με την εγκατάσταση υποκαταστήματος είτε μέσω συνδεδεμένου αντιπροσώπου εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην ΑΕΠΕΥ ή στο πιστωτικό ίδρυμα. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα.

2. Κάθε ΑΕΠΕΥ που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα πρέπει πρώτα να το γνωστοποιήσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και να της παράσχει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων προτίθεται να εγκαταστήσει υποκατάστημα ή τα κράτη μέλη στα οποία δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα αλλά σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι σε αυτά, β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων οι επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες που θα προσφέρονται, γ) στην περίπτωση υποκαταστήματος, την οργανωτική διάρθρωση του υποκαταστήματος, καθώς και αν το υποκατάστημα προτίθεται να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους και την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, δ) στην περίπτωση συνδεδεμένων αντιπροσώπων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η ΑΕΠΕΥ δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα, περιγραφή της προβλεπόμενης χρήσης των συνδεδεμένων αντιπροσώπων και την οργανωτική δομή, περιλαμβανομένων των διαδικασιών αναφοράς, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εντάσσεται στην εταιρική δομή της ΑΕΠΕΥ, ε) τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία είναι δυνατόν να ζητούνται και να παραλαμβάνονται έγγραφα, και
στ) τα ονόματα των υπευθύνων διαχείρισης του υποκαταστήματος ή του συνδεδεμένου αντιπροσώπου.
Εάν η ΑΕΠΕΥ χρησιμοποιεί συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εξομοιώνεται προς υποκατάστημα στο άλλο κράτος μέλος, και υπόκειται σε κάθε περίπτωση στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

3. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΑΕΠΕΥ, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που προτίθεται να ασκήσει, εντός τριών (3) μηνών αφότου λάβει όλες αυτές τις πληροφορίες, τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και ενημερώνει σχετικά την ΑΕΠΕΥ.

4. Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει επίσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής διευκρινίσεις σχετικά με το εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης του οποίου η ΑΕΠΕΥ είναι μέλος σύμφωνα με το ν. 2533/1997. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

5. Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρνηθεί να ανακοινώσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στην ενδιαφερόμενη ΑΕΠΕΥ εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

6. Μόλις λάβει ανακοίνωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή ελλείψει ανακοίνωσης, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της ανακοίνωσης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του.

7. Πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και παρεπόμενων υπηρεσιών σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος και της διαβιβάζει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Αν η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της διοικητικής δομής ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος, εντός τριών (3) μηνών αφότου λάβει όλες αυτές τις πληροφορίες, τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και ενημερώνει σχετικά το πιστωτικό ίδρυμα. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος αρνηθεί να ανακοινώσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών. Μόλις λάβει ανακοίνωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή ελλείψει ανακοίνωσης, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της διαβίβασης της ανακοίνωσης από την Τράπεζα της Ελλάδος, ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του. Ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα υποκαταστήματα.

8. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα ΑΕΠΕΥ στο κράτος μέλος υποδοχής.

9. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2, η ΑΕΠΕΥ ενημερώνει γραπτώς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για τη μεταβολή αυτή, ένα (1) μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει επίσης την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για τη σχετική μεταβολή.

Άρθρο 35α
Εγκατάσταση υποκαταστήματος στην Ελλάδα (Άρθρο 35 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται στην Ελλάδα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και την οδηγία 2014/65/ΕΕ και σύμφωνα με το ν. 4261/2014 και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, μέσω της άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης, είτε με την εγκατάσταση υποκαταστήματος είτε μέσω συνδεδεμένου αντιπροσώπου εγκατεστημένου στην Ελλάδα, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην επιχείρηση επενδύσεων ή στο πιστωτικό ίδρυμα στο κράτος μέλος καταγωγής. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα.

2. Εάν η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στην Ελλάδα, ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εξομοιώνεται προς υποκατάστημα στην Ελλάδα, και υπόκειται σε κάθε περίπτωση στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

3. Μόλις λάβει ανακοίνωση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, ή ελλείψει ανακοίνωσης, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του προγράμματος δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων και των λοιπών πληροφοριών της παρ. 2 του άρθρου 35 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του.

4. Πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στην Ελλάδα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και παρεπόμενων υπηρεσιών, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, μόλις λάβει ανακοίνωση από την Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, ή ελλείψει ανακοίνωσης, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της διαβίβασης της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος στην Τράπεζα της Ελλάδος του προγράμματος δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος και των λοιπών πληροφοριών της παρ. 2 του άρθρου 35 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του. Ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα υποκαταστήματα.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες που παρέχει το υποκατάστημα στην Ελλάδα συνάδουν με τις υποχρεώσεις των άρθρων 24, 25, 27 και 28 του παρόντος νόμου και των άρθρων 14 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 καθώς και της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 24 .
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει το δικαίωμα να εξετάζει τις ρυθμίσεις του υποκαταστήματος και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απολύτως απαραίτητες ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να επιβάλλει την τήρηση των υποχρεώσεων των άρθρων 24, 25, 27 και 28 του παρόντος νόμου και των άρθρων 14 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και των μέτρων που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή τους, όσον αφορά τις υπηρεσίες ή δραστηριότητες που παρέχει στην Ελλάδα το υποκατάστημα.

6. Αν επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα αυτό.

Άρθρο 36 Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές (Άρθρο 36 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων άλλου κράτους μέλους που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών ή να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό έχουν δικαίωμα να γίνουν μέλη των ρυθμιζόμενων αγορών που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα ή έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε αυτές, με κάποιον από τους ακόλουθους τρόπους: α) άμεσα, με την εγκατάσταση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα,
β) αποκτώντας την ιδιότητα του εξ αποστάσεως μέλους ρυθμιζόμενης αγοράς ή το δικαίωμα εξ αποστάσεως πρόσβασης στη ρυθμιζόμενη αγορά, χωρίς υποχρέωση εγκατάστασης στην Ελλάδα, εάν οι διαδικασίες και τα συστήματα διαπραγμάτευσης της αγοράς αυτής δεν απαιτούν φυσική παρουσία για τη διενέργεια συναλλαγών στην αγορά.

Άρθρο 37
Πρόσβαση στα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού και δικαίωμα επιλογής του συστήματος διακανονισμού
(Άρθρο 37 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη των τίτλων III, IV ή V του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, οι επιχειρήσεις επενδύσεων από άλλα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού που λειτουργούν στην Ελλάδα για την οριστικοποίηση ή την τακτοποίηση της οριστικοποίησης συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα.
Η άμεση ή έμμεση πρόσβαση αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων στα εν λόγω συστήματα υπόκειται στα ίδια διαφανή, αντικειμενικά χωρίς διακρίσεις κριτήρια, που εφαρμόζονται στα τοπικά μέλη ή τους συμμετέχοντές τους.

2. Οι ρυθμιζόμενες αγορές που λειτουργούν στην Ελλάδα παρέχουν σε όλα τα μέλη και τους συμμετέχοντες το δικαίωμα να επιλέγουν το σύστημα διακανονισμού των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διενεργούνται σε αυτές, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) υπάρχουν όσοι σύνδεσμοι και συμφωνίες μεταξύ του επιλεγόμενου συστήματος διακανονισμού και κάθε άλλου συστήματος ή υποδομής απαιτούνται για την εξασφάλιση αποτελεσματικού και οικονομικού διακανονισμού της συγκεκριμένης συναλλαγής,
β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συμφωνεί ότι οι τεχνικές προϋποθέσεις για το διακανονισμό των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά μέσω συστήματος διακανονισμού άλλου από εκείνο που έχει ορίσει η ρυθμιζόμενη αγορά επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Η εν λόγω εκτίμηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν θίγει τις αρμοδιότητες των εθνικών κεντρικών τραπεζών ως επιβλεπουσών τα συστήματα διακανονισμού ή των άλλων εποπτικών
αρχών που έχουν αρμοδιότητα για αυτά τα συστήματα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη την επίβλεψη και εποπτεία που ήδη ασκούν αυτοί οι φορείς ώστε να μην υπάρχει αδικαιολόγητη επικάλυψη της εποπτείας.

Άρθρο 38
Διατάξεις για τη χρήση συστημάτων κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού άλλου κράτους μέλους από ΠΜΔ
(Άρθρο 38 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ μπορούν να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού άλλου κράτους μέλους κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν τα μέλη ή οι συμμετέχοντες στο πλαίσιο των συστημάτων τους.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν μπορεί να αντιταχθεί στη χρήση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, φορέα εκκαθάρισης ή συστήματος διακανονισμού άλλου κράτους μέλους, εκτός εάν αυτό είναι αποδεδειγμένα αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συγκεκριμένου ΠΜΔ, και λαμβανομένων υπόψη των οριζόμενων στο άρθρο 37 παράγραφος 2 προϋποθέσεων για τα συστήματα διακανονισμού.
Για την αποφυγή αδικαιολόγητης επικάλυψης των ελέγχων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη την επίβλεψη και εποπτεία του συστήματος εκκαθάρισης και διακανονισμού που ήδη ασκούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ως επιβλέπουσες τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού ή άλλες εποπτικές αρχές που διαθέτουν σχετική αρμοδιότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών

Τμήμα 1
Παροχή υπηρεσιών ή άσκηση δραστηριοτήτων μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος

Άρθρο 39 Εγκατάσταση υποκαταστήματος (Άρθρο 39 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Eπιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να παρέχει στην Ελλάδα επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες προς ιδιώτες πελάτες ή προς επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του Τμήματος II του Παραρτήματος II, υποχρεούται να εγκαταστήσει για τον σκοπό αυτό υποκατάστημα στην Ελλάδα.

2. Το υποκατάστημα λαμβάνει προηγούμενη άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η παροχή των υπηρεσιών για τις οποίες η επιχείρηση τρίτης χώρας ζητά άδεια λειτουργίας προϋποθέτει τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και εποπτεύεται στην τρίτη χώρα όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση και η αιτούσα επιχείρηση έχει λάβει σχετική άδεια λειτουργίας, για τη χορήγηση της οποίας η αρμόδια αρχή έχει λάβει δεόντως υπόψη τυχόν συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (Financial Action Task Force, FATF),
β) έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος και της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση ρυθμίσεις συνεργασίας, που περιλαμβάνουν ρυθμίσεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών για τον σκοπό της διατήρησης της ακεραιότητας της αγοράς και της προστασίας των επενδυτών,
γ) το υποκατάστημα έχει στη διάθεσή του επαρκές αρχικό κεφάλαιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος νόμου ή σύμφωνα με το άρθρο 12 (1) (β) του ν. 4261/2014, εφόσον πρόκειται για υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα,
δ) ορίζονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα υπεύθυνα για τη διαχείριση του υποκαταστήματος, και συμμορφώνονται όλα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1,
ε) η τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση της τρίτης χώρας έχει συνάψει συμφωνία με την Ελλάδα, η οποία είναι απολύτως σύμφωνη με τα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 26 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο και εξασφαλίζει αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πολυμερών φορολογικών συμφωνιών,
στ) η επιχείρηση συμμετέχει σε σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που έχει συσταθεί ή αναγνωρισθεί σύμφωνα με τον ν. 2533/1997 ή το ν. 4370/2016, εφόσον πρόκειται για υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας όπου είναι πιστωτικό ίδρυμα .

3. Η επιχείρηση τρίτης χώρας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υποβάλλει την αίτησή της στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση.

4. Εφόσον πρόκειται για υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που είναι πιστωτικό ίδρυμα , εφαρμόζονται επίσης οι οικείες διατάξεις του ν. 4261/2014 και οι σχετικές κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.

Άρθρο 40 Υποχρέωση ενημέρωσης (Άρθρο 40 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Μια επιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να λάβει άδεια λειτουργίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, παρέχει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το λόγο της αρμοδιότητας τους, τα εξής:
α) την επωνυμία της αρμόδιας εποπτικής αρχής στην οικεία τρίτη χώρα. Όταν για την εποπτεία είναι αρμόδιες περισσότερες από μία αρχές, παρέχονται λεπτομέρειες για τα αντίστοιχα πεδία αρμοδιοτήτων, β) όλα τα σχετικά στοιχεία της επιχείρησης (επωνυμία, νομική μορφή, έδρα και διεύθυνση, μέλη του διοικητικού οργάνου, μέτοχοι) και επιχειρησιακό πρόγραμμα με τις επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, καθώς και τις παρεπόμενες υπηρεσίες που θα παρέχονται, και την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής οιασδήποτε εξωτερικής ανάθεσης σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών σε τρίτους,
γ) τα ονόματα των υπευθύνων για τη διοίκηση του υποκαταστήματος και τα σχετικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει η τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 9 παράγραφος 1, δ) πληροφορίες σχετικά με το αρχικό κεφάλαιο που έχει στη διάθεσή του το υποκατάστημα.

Άρθρο 41 Χορήγηση της άδειας λειτουργίας (Άρθρο 41 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο όταν έχει πειστεί:
α) ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 39 και
β) ότι το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας θα μπορεί να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας, εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας.
Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16 έως 20, στα άρθρα 23, 24, 25 και 27, στην παρ. 1 του άρθρου 28 και στα άρθρα 30, 31 και 32, όπως επίσης στα άρθρα 3 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και στα μέτρα που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή τους, και υπόκειται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή προκειμένου περί υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας που είναι πιστωτικό ίδρυμα στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά το λόγο της αρμοδιότητας τους, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 67.

Άρθρο 42
Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη (Άρθρο 42 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Όταν, με αποκλειστική πρωτοβουλία ιδιώτη πελάτη ή επαγγελματία πελάτη υπό την έννοια του τμήματος II του παραρτήματος II εγκατεστημένου ή ευρισκόμενου στην Ελλάδα, παρέχεται σε αυτόν επενδυτική υπηρεσία ή ασκείται επενδυτική δραστηριότητα από επιχείρηση τρίτης χώρας, η προϋπόθεση της χορήγησης άδειας δυνάμει του άρθρου 39 δεν ισχύει για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή δραστηριότητας από την επιχείρηση της τρίτης χώρας στο πρόσωπο αυτό, συμπεριλαμβανομένης τυχόν υφιστάμενης σχέσης που αφορά την παροχή της υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας. Η πρωτοβουλία των πελατών αυτών δε δίδει στην επιχείρηση της τρίτης χώρας το δικαίωμα να διαθέτει στον συγκεκριμένο πελάτη νέες κατηγορίες επενδυτικών προϊόντων ή επενδυτικών υπηρεσιών με άλλον τρόπο πέραν του υποκαταστήματος.

Τμήμα 2 Ανάκληση άδειας λειτουργίας

Άρθρο 43 Ανάκληση άδειας λειτουργίας (Άρθρο 43 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση μπορεί να ανακαλέσει, εν όλω ή εν μέρει, την άδεια λειτουργίας, εάν η επιχείρηση της τρίτης χώρας στην οποία χορήγησε άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 41:
α) δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δώδεκα (12) μηνών, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά το προηγούμενο εξάμηνο,
β) έλαβε την άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, δ) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των σχετικών με τη λειτουργία των ΑΕΠΕΥ διατάξεων του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, και κάθε άλλης διάταξης της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ρυθμιζόμενες αγορές

Άρθρο 44
Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς και εφαρμοστέο δίκαιο (Άρθρο 44 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς στην Ελλάδα επιτρέπεται ύστερα από προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, εφόσον η τελευταία έχει πεισθεί ότι τόσο ο διαχειριστής όσο και τα συστήματα της ρυθμιζόμενης αγοράς πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις και τους όρους που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

2. Με την επιφύλαξη των οικείων διατάξεων του ν. 4443/2016, του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 και της Οδηγίας 2014/57/ΕΕ, οι συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς, η άδεια λειτουργίας της οποίας έχει χορηγηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο.

3. Ο διαχειριστής αγοράς ασκεί τα καθήκοντά του σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως προς τη συμμόρφωση αυτής και του διαχειριστή της προς τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Οι ρυθμιζόμενες αγορές οφείλουν να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις προϋποθέσεις για την αρχική χορήγηση άδειας λειτουργίας που καθορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε ρυθμιζόμενη αγορά, αν:
α) Ο διαχειριστής δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτηθεί ρητώς απ' αυτήν ή η ρυθμιζόμενη αγορά δεν έχει λειτουργήσει κατά τους προηγούμενους έξι (6)
μήνες,
β) η άδεια λειτουργίας αποκτήθηκε βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,
γ) η ρυθμιζόμενη αγορά δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,
δ)ο διαχειριστής της αγοράς κατά τη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014,
ε) ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του διαχειριστή της ρυθμιζόμενης αγοράς.

5. Κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 45 Άδεια λειτουργίας διαχειριστή αγοράς (Άρθρο 46 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Ο διαχειριστής αγοράς λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ύστερα από άδεια λειτουργίας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο διαχειριστής ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό της ρυθμιζόμενης αγοράς που διαχειρίζεται και ευθύνεται για τη συμμόρφωσή της με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία.

2. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο του διαχειριστή αγοράς ανέρχεται τουλάχιστον σε είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ. Για τη χορήγηση άδειας σύστασης απαιτείται να έχει κατατεθεί προηγουμένως το μετοχικό κεφάλαιο σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα. Άδεια λειτουργίας μπορεί να χορηγείται και σε υφιστάμενες ανώνυμες εταιρίες, εφόσον έχουν ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ και πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος Κεφαλαίου . Τα ίδια κεφάλαια του διαχειριστή αγοράς δεν μπορεί να υπολείπονται του ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Οι μετοχές του διαχειριστή αγοράς είναι ονομαστικές.

3. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου όσον αφορά την καταλληλότητα των μελών του διοικητικού οργάνου και των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη λειτουργία του διαχειριστή αγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει επίσης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις καταλληλότητας, των προσώπων που κατέχουν ειδική συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο του διαχειριστή κατά την έννοια της περιπτώσεως 31 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου καθώς και των προσώπων που είναι σε θέση να ασκήσουν άμεσα ή έμμεσα ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς. Από τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου εξαιρείται η Τράπεζα της Ελλάδος όταν έχει την ιδιότητα του διαχειριστή αγοράς.

4. Έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απαιτείται για κάθε αλλαγή των μελών του διοικητικού οργάνου, των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τη δραστηριότητα του και των προσώπων που είναι σε θέση να ασκούν άμεσα ή έμμεσα ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν εγκρίνει τις προτεινόμενες αλλαγές εάν έχει αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι αλλαγές αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς. Από τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου εξαιρείται η Τράπεζα της Ελλάδος όταν έχει την ιδιότητα του διαχειριστή αγοράς

5. Προκειμένου για τη μεταβίβαση μετοχών του διαχειριστή αγοράς συνεπεία της οποίας το ποσοστό συμμετοχής μετόχου φθάνει ή υπερβαίνει το 20%, 1/3, 50% ή 2/3 του μετοχικού κεφαλαίου του απαιτείται προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει την καταλληλότητα του προσώπου που αποκτά τις μετοχές σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η απόκτηση μετοχών χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έχει ως συνέπεια τη στέρηση των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση.

6. Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς οφείλει:
α) να παρέχει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και να ανακοινώνει στο κοινό πληροφορίες σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ρυθμιζόμενης αγοράς ή του διαχειριστή της και ιδίως την ταυτότητα και την έκταση των συμφερόντων κάθε προσώπου που είναι σε θέση να ασκήσει ουσιαστική επιρροή στη διαχείρισή της,
β) να γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και να ανακοινώνει στο κοινό κάθε μεταβίβαση κυριότητας που επιφέρει μεταβολή στην ταυτότητα των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς,
γ) να κοινοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την ταυτότητα όλων των μελών του διοικητικού του οργάνου και κάθε μεταβολή αυτών, καθώς και όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του διαχειριστή αγοράς με τις παρ. 1 έως 4 του επόμενου άρθρου.

7. Ο τακτικός και έκτακτος έλεγχος του διαχειριστή αγοράς, ο οποίος προβλέπεται από τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες, ασκείται από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές. Οι καταχωρήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες γίνονται στο Μητρώο της παρ. 8 του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920.

8. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας διαχειριστή αγοράς εάν:
α) ο διαχειριστής δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγηση της, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή δεν έχει λειτουργήσει καμία ρυθμιζόμενη αγορά για συνεχόμενο διάστημα έξι (6) μηνών,
β) η άδεια λειτουργίας αποκτήθηκε με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο,
γ) ο διαχειριστής δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,
δ) Ο διαχειριστής της αγοράς κατά τη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων του νόμου αυτού, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.

9. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία και να καθορίζονται ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας λειτουργίας διαχειριστή αγοράς, περιλαμβανομένων των όρων και προϋποθέσεων για την έγκριση της καταλληλότητας των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τη δραστηριότητα του, των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς και των μετόχων του, και κάθε άλλο τεχνικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 46
Απαιτήσεις που αφορούν το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς
(Άρθρο 45 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Τα μέλη του διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς πρέπει να έχουν σε διαρκή βάση επαρκώς καλή φήμη και να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η συνολική σύνθεση του διοικητικού οργάνου αποτυπώνει ένα επαρκώς ευρύ φάσμα πείρας.

2. Tα μέλη του διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς πληρούν ειδικότερα τα εξής κριτήρια:
α) Όλα τα μέλη αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του διαχειριστή αγοράς. Ο αριθμός των θέσεων μέλους διοικητικού συμβουλίου που μπορεί ταυτόχρονα να κατέχει ένα μέλος διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς, σε οιαδήποτε νομική οντότητα, συναρτάται με τις ειδικότερες περιστάσεις, τη φύση, το μέγεθος και τη πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αγοράς.
β) Με την εξαίρεση των μελών που εκπροσωπούν το κράτος στο διοικητικό όργανο, τα μέλη του διοικητικού οργάνου διαχειριστή αγοράς που είναι σημαντικός από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης, φύσεως, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, δεν μπορούν να κατέχουν ταυτόχρονα περισσότερες θέσεις από αυτές που αντιστοιχούν στους παρακάτω συνδυασμούς:
αα) είτε μία θέση εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου και δύο (2) θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου,
ββ)είτε τέσσερις (4) θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου.
Θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου σε επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου ή στις οποίες ο διαχειριστής αγοράς έχει ειδική συμμετοχή θεωρούνται ως μία θέση μέλους διοικητικού συμβουλίου.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιτρέπει σε μέλη του διοικητικού οργάνου να διατηρούν μία πρόσθετη θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει τακτικά την ΕΑΚΑΑ για την παροχή τέτοιων αδειών.
Για την εφαρμογή των περιορισμών της παρούσας περίπτωσης δεν συνυπολογίζεται η συμμετοχή σε θέσεις διοικητικού συμβουλίου οργανισμών που δεν ασκούν κατά κύριο λόγο εμπορική δραστηριότητα.
γ) Το διοικητικό όργανο διαθέτει συλλογικά επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του διαχειριστή αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των βασικών κινδύνων.
δ) Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση ώστε να αξιολογεί αποτελεσματικά και να θέτει υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις των ανώτατων διοικητικών στελεχών όποτε αυτό χρειάζεται, καθώς και να επιβλέπει αποτελεσματικά και να παρακολουθεί τη λήψη των αποφάσεων.

3. Οι διαχειριστές αγοράς διαθέτουν επαρκείς ανθρώπινους και χρηματικούς πόρους για τον ορισμό και την εκπαίδευση μελών του διοικητικού οργάνου.

4. Οι διαχειριστές αγοράς που είναι σημαντικοί από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, συγκροτούν επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν έχουν καμία εκτελεστική λειτουργία στο διαχειριστή αγοράς. Η επιτροπή αξιολόγησης έχει τις εξής αρμοδιότητες:
α) εντοπίζει και προτείνει, προς έγκριση από το διοικητικό όργανο ή προς έγκριση κατά τη γενική συνέλευση, υποψηφίους για την κάλυψη των θέσεων του διοικητικού οργάνου. Για αυτόν το σκοπό, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων αξιολογεί συνδυαστικά την επάρκεια των γνώσεων, των δεξιοτήτων, της διαφοροποίησης και της πείρας των μελών του διοικητικού οργάνου. Περαιτέρω, η επιτροπή συντάσσει περιγραφή των ρόλων και των ικανοτήτων για συγκεκριμένο διορισμό και υπολογίζει τον αναμενόμενο χρόνο απασχόλησης. Επιπλέον, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων θέτει τον στόχο όσον αφορά την επαρκή εκπροσώπηση και των δύο φύλων στο διοικητικό όργανο, και επεξεργάζεται πολιτική για το πώς θα αυξηθεί ο αριθμός των ατόμων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός,
β) αξιολογεί περιοδικά και τουλάχιστον ετησίως τη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του διοικητικού οργάνου, και απευθύνει συστάσεις σε αυτό σχετικά με τυχόν μεταβολές,
γ) αξιολογεί περιοδικά και τουλάχιστον ετησίως τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την πείρα σε ατομικό επίπεδο των μελών του διοικητικού οργάνου και αυτού ως συνόλου, και ενημερώνει σχετικά το διοικητικό όργανο.
δ) επανεξετάζει περιοδικά την πολιτική που εφαρμόζει το διοικητικό όργανο για την επιλογή και τον διορισμό ανώτερων στελεχών και κάνει συστάσεις προς αυτό.

5. Η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων λαμβάνει υπόψη, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, στον βαθμό που είναι δυνατόν και σε διαρκή βάση, την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η λήψη αποφάσεων από το διοικητικό όργανο δεν καθορίζεται από ένα άτομο ή μικρή ομάδα ατόμων κατά τρόπο που να θίγει τα συμφέροντα του διαχειριστή αγοράς στο σύνολό του.

6. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων μπορεί να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων.

7. Οι διαχειριστές αγοράς και οι αντίστοιχες επιτροπές αξιολόγησης υποψηφίων οφείλουν να εξασφαλίζουν ευρύ φάσμα προσόντων και δεξιοτήτων κατά την επιλογή μελών στο διοικητικό όργανο και να εφαρμόζουν προς τον σκοπό αυτό μια πολιτική που να προωθεί την διαφοροποίηση στο διοικητικό όργανο.

8. Το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς ορίζει και εποπτεύει την εφαρμογή ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων, του διαχωρισμού των καθηκόντων, της αποτροπής των συγκρούσεων συμφερόντων, προωθώντας την ακεραιότητα της αγοράς. Το διοικητικό όργανο παρακολουθεί και αξιολογεί περιοδικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης του διαχειριστή αγοράς και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών. Τα μέλη του διοικητικού οργάνου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης.

9. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια λειτουργίας αν δεν έχει πειστεί ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς διαθέτουν την απαιτούμενη φήμη, έχουν επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και πείρα, και αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ή αν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς μπορεί να αποτελέσει απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διαχείριση καθώς και την επαρκή εξέταση της ακεραιότητας της αγοράς.

10. Κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας στη ρυθμιζόμενη αγορά, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τεκμαίρεται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1.

Άρθρο 47 Οργανωτικές απαιτήσεις (Άρθρο 47 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η ρυθμιζόμενη αγορά πρέπει κατ' ελάχιστο:
α) να διαθέτει μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που θα μπορούσε να συνεπάγεται για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή για τα μέλη της ή τους συμμετέχοντες σε αυτήν, κάθε σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων της ρυθμιζόμενης αγοράς, των μετόχων ή του διαχειριστή της αγοράς και της εύρυθμης λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς, ιδίως αν αυτές οι συγκρούσεις συμφερόντων ενδέχεται να βλάψουν την επιτέλεση λειτουργιών που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει αναθέσει στη ρυθμιζόμενη αγορά,
β) να διαθέτει κατάλληλα μέσα που να της επιτρέπουν να διαχειρίζεται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, να εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών κινδύνων για τη λειτουργία της και να έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων,
γ) να διαθέτει μηχανισμούς που να επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, και ιδίως αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων,
δ)να εφαρμόζει διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν τη δίκαιη και εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών, και να έχει υιοθετήσει αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών, ε)να διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την αποτελεσματική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στο πλαίσιο των συστημάτων της, στ) να διαθέτει, τόσο κατά το χρόνο της χορηγήσεως της άδειας λειτουργίας της όσο και σε μόνιμη βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένη,
ζ)να διαθέτει Κανονισμό λειτουργίας με τον οποίο να ρυθμίζονται ιδίως θέματα των περιπτώσεων α έως στ, καθώς και σχετικά με τις υποχρεώσεις των μελών και των συμμετεχόντων της ρυθμιζόμενης αγοράς, τους κανόνες πρόσβασης στη ρυθμιζόμενη αγορά, τους κανόνες για την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων για διαπραγμάτευση, τους κανόνες διαπραγμάτευσης καθώς και τους κανόνες σχετικά με την αναστολή και τη διαγραφή των χρηματοπιστωτικών μέσων τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 51 έως 53.

2. Οι διαχειριστές αγοράς δεν επιτρέπεται να εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ή να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε ρυθμιζόμενες αγορές που διαχειρίζονται.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς εφόσον διαπιστώσει ότι πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις των άρθρων 47 έως 54..Ταυτόχρονα με τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει τον Κανονισμό της ρυθμιζόμενης αγοράς ως προς τη νομιμότητα του. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει και κάθε τροποποίηση του Κανονισμού. Οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός και οι τροποποιήσεις του δεσμεύουν, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τα μέλη της ρυθμιζόμενης αγοράς, τους συμμετέχοντες σε αυτήν, τους εκδότες των κινητών αξιών που έχουν εισαχθεί ή έχουν υποβάλει αίτηση για την εισαγωγή τους στην ρυθμιζόμενη αγορά και εν γένει τα πρόσωπα τα οποία αφορά ο Κανονισμός.

4. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία και να καθορίζονται ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση και ανάκληση της άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς. Με την ίδια απόφαση μπορεί να εξειδικεύεται το περιεχόμενο του Κανονισμού λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς και να καθορίζεται η διαδικασία δημοσιοποίησης του.

Άρθρο 48
Ανθεκτικότητα των συστημάτων, μέτρα διακοπής διαπραγμάτευσης και ηλεκτρονική διαπραγμάτευση (Άρθρο 48 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα συστήματα συναλλαγών της είναι ανθεκτικά, έχουν επαρκή χωρητικότητα για την εξυπηρέτηση μεγάλων όγκων εντολών και μηνυμάτων, μπορούν να διασφαλίσουν την εύρυθμη διεξαγωγή συναλλαγών υπό συνθήκες έντονης πίεσης στην αγορά, ελέγχονται πλήρως για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των όρων αυτών και διαθέτουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις για την αδιάλειπτη επιχειρησιακή λειτουργία που διασφαλίζουν τη συνέχιση των υπηρεσιών της σε περίπτωση αστοχίας των συστημάτων συναλλαγών.

2. Η ρυθμιζόμενη αγορά:
α) συνάπτει γραπτή συμφωνία με όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ακολουθούν στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης στη ρυθμιζόμενη αγορά,
β) διαθέτει πλαίσιο το οποίο εξασφαλίζει τη συμμετοχή επαρκούς αριθμού επιχειρήσεων επενδύσεων στις συμφωνίες αυτές, οι οποίες απαιτούν την υποβολή δεσμευτικών προσφορών σε ανταγωνιστικές τιμές έτσι ώστε να παρέχεται ρευστότητα στην αγορά σε τακτική και
προβλέψιμη βάση, όπου ενδείκνυται τέτοια απαίτηση με βάση τη φύση και την κλίμακα των συναλλαγών στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά.

3. Η γραπτή συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 καθορίζει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
α) τις υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων σε σχέση με την παροχή ρευστότητας και, όπου έχει εφαρμογή, οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που απορρέει από τη συμμετοχή στο πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), β) οποιαδήποτε κίνητρα, με τη μορφή εκπτώσεων ή σε άλλη μορφή, που προσφέρει η ρυθμιζόμενη αγορά σε μια επιχείρηση επενδύσεων για την παροχή ρευστότητας στην αγορά σε τακτική και προβλέψιμη βάση και, όπου έχει εφαρμογή, οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα που απορρέουν για την επιχείρηση επενδύσεων από τη συμμετοχή της στο πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).
Η ρυθμιζόμενη αγορά παρακολουθεί και επιβάλλει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις απαιτήσεις των ανωτέρω γραπτών συμφωνιών. Η ρυθμιζόμενη αγορά ενημερώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας και παρέχει, κατόπιν αιτήματος, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε πρόσθετη πληροφορία που είναι απαραίτητη για την τεκμηρίωση της συμμόρφωσης της ρυθμιζόμενης αγοράς προς την παρούσα παράγραφο.

4. Η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς για την απόρριψη εντολών που υπερβαίνουν τα προκαθορισμένα όρια όγκου και τιμών ή είναι σαφώς εσφαλμένες.

5. Η ρυθμιζόμενη αγορά είναι σε θέση να διακόψει ή να περιορίσει προσωρινά τη διαπραγμάτευση σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής σε σύντομο χρονικό διάστημα της τιμής ενός χρηματοπιστωτικού μέσου στην αγορά αυτή ή σε συναφή αγορά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να είναι σε θέση να προβεί σε ακύρωση, τροποποίηση ή διόρθωση οιασδήποτε συναλλαγής. Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να εξασφαλίζει ότι οι παράμετροι για τη διακοπή των συναλλαγών έχουν καθοριστεί κατάλληλα, κατά τρόπο που λαμβάνει υπόψη τη ρευστότητα των διάφορων κατηγοριών και υποκατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων, τη φύση του μοντέλου της αγοράς και τις κατηγορίες των χρηστών και επαρκεί για την αποτροπή σημαντικών διαταράξεων στην εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών.
Η ρυθμιζόμενη αγορά γνωστοποιεί τις παραμέτρους για τη διακοπή της διαπραγμάτευσης και οιαδήποτε σημαντική μεταβολή τους στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με τρόπο συνεπή και συγκρίσιμο. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί τις παραπάνω παραμέτρους και μεταβολές στην ΕΑΚΑΑ. Εφόσον ρυθμιζόμενη αγορά είναι σημαντική από πλευράς ρευστότητας για συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο οφείλει να διαθέτει τα αναγκαία συστήματα και διαδικασίες προκειμένου, σε περίπτωση που διακόψει τη διαπραγμάτευση στο εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, να ενημερώσει τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, έτσι ώστε αυτές να συντονίσουν την αντιμετώπιση για το σύνολο της αγοράς και να καθορίσουν κατά πόσο ενδείκνυται να διακόψουν τις συναλλαγές σε άλλους τόπους στους οποίους το χρηματοπιστωτικό μέσο διαπραγματεύεται μέχρι να αρχίσει εκ νέου η διαπραγμάτευση στην αρχική αγορά.

6. Η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις, που περιλαμβάνουν την απαίτηση από τα μέλη ή τους συμμετέχοντες να εφαρμόζουν τις κατάλληλες διαδικασίες δοκιμαστικής λειτουργίας των αλγορίθμων και την παροχή περιβάλλοντος για τη διευκόλυνση της πραγματοποίησης των δοκιμών αυτών, οι οποίες να εξασφαλίζουν ότι τα συστήματα διενέργειας αλγοριθμικών συναλλαγών δεν μπορούν να δημιουργήσουν ή να συμβάλουν στη διαμόρφωση συνθηκών μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών στην αγορά και να διαχειρίζονται τις συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών που ανακύπτουν από αυτά τα συστήματα διενέργειας αλγοριθμικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων για τον περιορισμό της αναλογίας ανεκτέλεστων εντολών που μπορούν να εισαχθούν στο σύστημα από μέλος ή συμμετέχοντα, προς τις συναλλαγές, συστημάτων για την επιβράδυνση της ροής των εντολών αν υπάρχει κίνδυνος για εξάντληση της χωρητικότητας του συστήματος, και συστημάτων για τον περιορισμό και την εφαρμογή του ελάχιστου βήματος τιμής με το οποίο μπορούν να εκτελεστούν οι συναλλαγές στην αγορά.

7. Εφόσον η ρυθμιζόμενη αγορά επιτρέπει την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα μέλη ή οι συμμετέχοντες επιτρέπεται να παρέχουν την υπηρεσία αυτή μόνο αν είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του ν. 4261/2014, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ότι ορίζονται και εφαρμόζονται κατάλληλα κριτήρια ως προς την καταλληλότητα των προσώπων στα οποία μπορεί να δοθεί τέτοια πρόσβαση, και ότι το μέλος ή ο συμμετέχων φέρει την ευθύνη των εντολών και των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω της υπηρεσίας αυτής σε σχέση με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου.
Η ρυθμιζόμενη αγορά ορίζει κατάλληλα πρότυπα σχετικά με τους ελέγχους κινδύνου και τα όρια για τις συναλλαγές μέσω της πρόσβασης αυτής και μπορεί να διακρίνει τις εντολές ή τις συναλλαγές προσώπου που χρησιμοποιεί άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, και, όταν είναι αναγκαίο, να σταματάει την εισαγωγή τέτοιων εντολών ή τη διενέργεια τέτοιων συναλλαγών ξεχωριστά από άλλες εντολές ή συναλλαγές του μέλους ή του συμμετέχοντα. Η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει ρυθμίσεις για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχή