Live Search Results

Οδηγία 2014/91/EE

Σχόλια: Όπως τροποποιήθηκε με το διορθωτικό.


Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-07-2014 ]
Οδηγία 2014/91/EE
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τις λειτουργίες θεματοφύλακα, τις πολιτικές αποδοχών και τις κυρώσεις

Κατηγορία: Επενδύσεις - Αναπτυξιακά κίνητρα

ΟΔΗΓΊΑ 2014/91/EE ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Ιουλίου 2014

για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τις λειτουργίες θεματοφύλακα, τις πολιτικές αποδοχών και τις κυρώσεις

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στην αγορά και η ως τώρα πείρα των φορέων της αγοράς και των εποπτικών αρχών, ειδικότερα με σκοπό την εξάλειψη των αποκλίσεων μεταξύ των εθνικών διατάξεων όσον αφορά τα καθήκοντα και την ευθύνη των θεματοφυλάκων, την πολιτική αποδοχών και τις κυρώσεις.

(2)

Για να αντιμετωπιστούν οι ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες των ελλιπώς σχεδιασμένων δομών αποδοχών στην ορθή διαχείριση των κινδύνων και στον έλεγχο της ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς των ατόμων, θα πρέπει να θεσπιστεί ρητή υποχρέωση των εταιρειών διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) να καταρτίζουν και να διατηρούν, για τις κατηγορίες του προσωπικού τους των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, πολιτικές και πρακτικές αποδοχών συμβατές με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνου. Στις εν λόγω κατηγορίες προσωπικού θα πρέπει να περιλαμβάνονται υπάλληλοι και άλλα μέλη του προσωπικού σε επίπεδο αμοιβαίου κεφαλαίου ή κατώτερο, τα οποία λαμβάνουν αποφάσεις, διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων και πρόσωπα που λαμβάνουν πραγματικές επενδυτικές αποφάσεις, πρόσωπα με εξουσία να ασκούν επιρροή στους ανωτέρω υπαλλήλους ή μέλη του προσωπικού, περιλαμβανομένων των επενδυτικών συμβούλων και των αναλυτών, ανώτερα διοικητικά στελέχη, καθώς και οποιοσδήποτε υπάλληλος λαμβάνει συνολικές αποδοχές που τον τοποθετούν στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα άτομα που λαμβάνουν αποφάσεις. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται και σε εταιρείες επενδύσεων που δεν ορίζουν εταιρεία διαχείρισης εγκεκριμένη σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ. Αυτές οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών θα πρέπει να εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, σε οποιονδήποτε τρίτο λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις που επηρεάζουν το προφίλ κινδύνου του ΟΣΕΚΑ, λόγω των λειτουργιών που του έχουν ανατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

(3)

Εφόσον οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και οι εταιρείες επενδύσεων εφαρμόζουν όλες τις αρχές που διέπουν τις πολιτικές αποδοχών θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν τις εν λόγω πολιτικές με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το μέγεθός τους, το μέγεθος των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

(4)

Ενώ ορισμένες ενέργειες προβλέπεται να γίνονται από το διοικητικό όργανο, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η εταιρεία διαχείρισης ή η εταιρεία επενδύσεων διαθέτουν διαφορετικά όργανα στα οποία έχουν αναθέσει ειδικές αρμοδιότητες, οι απαιτήσεις που αφορούν το διοικητικό όργανο ή το διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των εποπτικών του λειτουργιών θα πρέπει να βαρύνουν και τα εν λόγω όργανα ή τα όργανα αυτά αντί άλλων, όπως, για παράδειγμα, τη γενική συνέλευση.

(5)

Κατά την εφαρμογή των αρχών της παρούσης οδηγίας που αφορούν τις ορθές πολιτικές και πρακτικές αποδοχών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις αρχές που ετέθησαν με τη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής (4), καθώς και το έργο του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και τις δεσμεύσεις σε επίπεδο G-20 για τον μετριασμό των κινδύνων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

(6)

Οι εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές θα πρέπει να αποτελούν εξαίρεση, επειδή δεν συνάδουν προς την ορθή διαχείριση κινδύνων ή την αρχή της αμοιβής βάσει επιδόσεων, και να περιορίζονται στο πρώτο έτος δέσμευσης.

(7)

Οι αρχές που αφορούν τις ορθές πολιτικές αποδοχών θα πρέπει να ισχύουν και για τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον ίδιο τον ΟΣΕΚΑ στις εταιρείες διαχείρισης ή στις εταιρείες επενδύσεων.

(8)

Καλείται η Επιτροπή να αναλύσει ποιο είναι το κοινό κόστος και οι δαπάνες των επενδυτικών προϊόντων για μικροεπενδυτές στα κράτη μέλη και κατά πόσον είναι αναγκαία η περαιτέρω εναρμόνιση σχετικά με το κόστος και τις δαπάνες αυτές, και να υποβάλει τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(9)

Προκειμένου να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση σχετικά με την αξιολόγηση των πολιτικών και των πρακτικών σχετικά με τις αποδοχές, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή, (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ΕΑΚΑΑ»), η οποία ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), θα πρέπει να διασφαλίσει ότι υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ορθές πολιτικές και πρακτικές αποδοχών στον τομέα της διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού. Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ»), η οποία ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), θα πρέπει να συνδράμει την ΕΑΚΑΑ κατά την εκπόνηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών. Προκειμένου να αποτραπεί η καταστρατήγηση των σχετικών με τις αποδοχές διατάξεων, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει επίσης να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τα πρόσωπα έναντι των οποίων εφαρμόζονται οι πολιτικές και οι πρακτικές αποδοχών, και με την προσαρμογή των σχετικών με τις αποδοχές αρχών στο μέγεθος της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων, στο μέγεθος των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, στην εσωτερική τους οργάνωση και στη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών θα πρέπει, όπου αρμόζει, να ευθυγραμμίζονται στο μέτρο του δυνατού με τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους οργανισμούς που ρυθμίζονται από την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(10)

Οι διατάξεις που αφορούν τις αποδοχές δεν θα πρέπει να θίγουν την πλήρη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), τις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου περί συμβάσεων και του εργατικού δικαίου, την εφαρμοστέα νομοθεσία για τα δικαιώματα και τη συμμετοχή των μετόχων και τις γενικές αρμοδιότητες των διοικητικών και εποπτικών οργάνων των σχετικών εταιρειών, καθώς και το δικαίωμα, οσάκις συντρέχει τέτοια περίπτωση, των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν και να επιβάλλουν τις συλλογικές συμφωνίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και την πρακτική.

(11)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ο αναγκαίος βαθμός εναρμόνισης των σχετικών ρυθμιστικών απαιτήσεων στα διάφορα κράτη μέλη, θα πρέπει να θεσπιστούν πρόσθετοι κανόνες που θα καθορίζουν τις εργασίες και τα καθήκοντα των θεματοφυλάκων, θα καθορίζουν τις νομικές οντότητες που θα μπορούν να ορίζονται ως θεματοφύλακες και θα αποσαφηνίζουν την ευθύνη των θεματοφυλάκων σε περιπτώσεις που περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ που τελούν υπό θεματοφυλακή απολεσθούν ή σε περίπτωση κακής εκτέλεσης των καθηκόντων επίβλεψης που αναλαμβάνουν οι θεματοφύλακες. Μια κακή εκτέλεση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια περιουσιακών στοιχείων, αλλά και σε απώλεια της αξίας των εν λόγω στοιχείων, αν, για παράδειγμα, ο θεματοφύλακας παραλείψει να ενεργήσει σχετικά με επενδύσεις που δεν τηρούν τους κανόνες του κεφαλαίου.

(12)

Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι ο ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να ορίζει έναν θεματοφύλακα, ο οποίος θα έχει τη γενική επίβλεψη των περιουσιακών στοιχείων του ΟΣΕΚΑ. Η απαίτηση για ύπαρξη ενός μόνο θεματοφύλακα θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο θεματοφύλακας έχει εικόνα για όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ και ότι τόσο οι διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων όσο και οι επενδυτές έχουν ενιαίο σημείο αναφοράς, εάν προκύψουν προβλήματα όσον αφορά τη φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων ή την εκτέλεση των λειτουργιών επίβλεψης. Η φύλαξη περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνει τη διατήρηση περιουσιακών στοιχείων υπό θεματοφυλακή ή, σε περίπτωση περιουσιακών στοιχείων που η φύση τους δεν επιτρέπει να τεθούν υπό θεματοφυλακή, την επαλήθευση της κυριότητάς τους, καθώς και την τήρηση αρχείων για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.

(13)

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να ενεργεί με έντιμο και θεμιτό τρόπο, με επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και προς το συμφέρον του ΟΣΕΚΑ και των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ.

(14)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί εναρμονισμένη προσέγγιση ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων των θεματοφυλάκων σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής των ΟΣΕΚΑ, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ενιαίος κατάλογος καθηκόντων επίβλεψης που να ισχύουν για τους θεματοφύλακες τόσο σε ό,τι αφορά τους ΟΣΕΚΑ που έχουν εταιρική μορφή (εταιρείες επενδύσεων) όσο και σε ό,τι αφορά τους ΟΣΕΚΑ που έχουν συμβατική μορφή.

(15)

Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την κατάλληλη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΣΕΚΑ και, ιδίως, να διασφαλίζει ότι τα χρήματα των επενδυτών και τα ρευστά διαθέσιμα που ανήκουν στον ΟΣΕΚΑ καταχωρίζονται με ορθό τρόπο σε λογαριασμούς που ανοίγονται στο όνομα του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, σε μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο α), β) ή γ) της οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής (8). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την παρακολούθηση των ταμειακών ροών, ώστε να υπάρχει αποτελεσματική και ενιαία προστασία για τους επενδυτές. Όταν μεριμνά για την καταχώριση των χρημάτων των επενδυτών σε λογαριασμούς μετρητών, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της εν λόγω οδηγίας.

(16)

Προκειμένου να αποτρέπεται η δόλια μεταφορά μετρητών, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται το άνοιγμα λογαριασμού μετρητών που σχετίζεται με τις συναλλαγές των ΟΣΕΚΑ χωρίς να το γνωρίζει ο θεματοφύλακας.

(17)

Κάθε περιουσιακό στοιχείο που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή για λογαριασμό ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να είναι διακριτό από τα ίδια περιουσιακά στοιχεία του θεματοφύλακα, όπως και θα πρέπει να μπορεί οποτεδήποτε να προσδιοριστεί ως ανήκον στον εν λόγω ΟΣΕΚΑ. Η εν λόγω απαίτηση αναμένεται να προσθέσει ένα ακόμη επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του θεματοφύλακα.

(18)

Πέραν του υφιστάμενου καθήκοντος φύλαξης των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον ΟΣΕΚΑ, θα πρέπει να γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή και εκείνων που δεν μπορούν. Για τα δεύτερα, αντί του καθήκοντος φύλαξης, ισχύει απαίτηση τήρησης σχετικών αρχείων και επαλήθευσης της κυριότητάς τους. Η κατηγορία των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή θα πρέπει να οριοθετείται με σαφήνεια, δεδομένου ότι η υποχρέωση επιστροφής των περιουσιακών στοιχείων που έχουν απολεσθεί θα πρέπει να ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων.

(19)

Τα περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα δεν θα πρέπει επαναχρησιμοποιούνται από τον θεματοφύλακα ή τρίτο στον οποίο έχει ανατεθεί η λειτουργία θεματοφύλακα, για δικό τους λογαριασμό. Θα πρέπει να τεθούν ορισμένες προϋποθέσεις για την επαναχρησιμοποίηση περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ.

(20)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για την ανάθεση των καθηκόντων φύλαξης από τον θεματοφύλακα σε τρίτον. Η ανάθεση και η περαιτέρω ανάθεση θα πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικά και να υπόκεινται σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την καταλληλότητα του τρίτου στον οποίο ανατίθεται η λειτουργία αυτή, καθώς και όσον αφορά την ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια που θα πρέπει να επιδεικνύει ο θεματοφύλακας κατά την επιλογή, τον ορισμό και τον έλεγχο του εν λόγω τρίτου. Με γνώμονα την εξασφάλιση ομοιόμορφων όρων στην αγορά και εξίσου υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, οι προϋποθέσεις αυτές θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις ισχύουσες στο πλαίσιο της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να διασφαλίζουν ότι οι τρίτοι που αναλαμβάνουν καθήκοντα θεματοφύλακα διαθέτουν τα απαιτούμενα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους μέσα και ότι προβαίνουν σε διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων των ΟΣΕΚΑ.

(21)

Όταν Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων (ΚΑΤ), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), ή ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες λειτουργίας συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, καθώς και, τουλάχιστον είτε αρχική καταχώριση αξιογράφων σε σύστημα λογιστικής εγγραφής μέσω αρχικής πίστωσης είτε παροχή και τήρηση λογαριασμών κινητών αξιών σε ανώτατο επίπεδο, όπως εξειδικεύεται στο τμήμα Α του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, η παροχή των υπηρεσιών αυτών από το εν λόγω ΚΑΤ, σε ό,τι αφορά τις κινητές αξίες του ΟΣΕΚΑ οι οποίες έχουν καταχωριστεί αρχικά σε σύστημα λογιστικής εγγραφής μέσω αρχικής πίστωσης από το εν λόγω ΚΑΤ, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συνιστούν ανάθεση λειτουργιών θεματοφύλακα. Εντούτοις, η ανάθεση της φύλαξης των κινητών αξιών του ΟΣΕΚΑ σε ΚΑΤ, ή σε ΚΑΤ τρίτης χώρας θα πρέπει να θεωρείται ανάθεση λειτουργίας θεματοφύλακα.

(22)

Ο τρίτος στον οποίο ανατίθεται η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να μπορεί να διατηρεί συλλογικό λογαριασμό ως κοινό, εσωτερικά διαχωρισμένο λογαριασμό για πολλαπλούς ΟΣΕΚΑ.

(23)

Όταν η θεματοφυλακή ανατίθεται σε τρίτον, είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι ο τρίτος υπόκειται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς την τήρηση αποτελεσματικών κανόνων προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας. Επίσης, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα βρίσκονται στην κατοχή του τρίτου στον οποίο ανατέθηκε η θεματοφυλακή, θα πρέπει να διενεργούνται περιοδικοί εξωτερικοί έλεγχοι.

(24)

Για να εξασφαλίζεται σταθερά υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών, θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με τη δεοντολογία και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων ανάθεσης των καθηκόντων φύλαξης. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει ειδικότερα να εξασφαλίζουν σαφή διαχωρισμό των καθηκόντων και των λειτουργιών μεταξύ του θεματοφύλακα, του ΟΣΕΚΑ και της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων.

(25)

Για να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές και να κατοχυρώνεται κατάλληλο επίπεδο κανόνων προληπτικής ρύθμισης και συνεχούς ελέγχου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί εξαντλητικός κατάλογος των οντοτήτων που είναι επιλέξιμες να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα. Οι οντότητες αυτές θα πρέπει να περιορίζονται στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, στα πιστωτικά ιδρύματα και σε άλλες νομικές οντότητες στις οποίες έχει επιτραπεί, βάσει του δικαίου των κρατών μελών, να ασκούν δραστηριότητες θεματοφύλακα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι οποίες υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και κεφαλαιακής επάρκειας που δεν υπολείπονται των απαιτήσεων που υπολογίζονται ανάλογα με την επιλεγείσα προσέγγιση, σύμφωνα με το άρθρο 315 ή 317 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) και οι οποίες διαθέτουν ίδια κεφάλαια όχι κατώτερα από το ύψος του αρχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) και έχουν την καταστατική τους έδρα ή διαθέτουν υποκατάστημα στο κράτος μέλος καταγωγής του ΟΣΕΚΑ.

(26)

Είναι αναγκαίο να οριοθετηθεί και να αποσαφηνιστεί η ευθύνη του θεματοφύλακα ενός ΟΣΕΚΑ σε περίπτωση απώλειας χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή. Εάν απολεσθεί χρηματοπιστωτικό μέσο που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υποχρεούται να επιστρέψει στον ΟΣΕΚΑ χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου τύπου ή το αντίστοιχο ποσό. Δεν θα πρέπει να προβλέπεται περαιτέρω απαλλαγή από ευθύνη στην περίπτωση απώλειας περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν ο θεματοφύλακας είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε «εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις προσπάθειες περί του αντιθέτου». Στο πλαίσιο αυτό, ο θεματοφύλακας δεν θα πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικές καταστάσεις, όπως δόλια ενέργεια υπαλλήλου του, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του.

(27)

Εάν ο θεματοφύλακας έχει αναθέσει τα καθήκοντα θεματοφυλακής και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που φυλάσσονται από τρίτον απολεσθούν, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υπέχει ευθύνη. Στην περίπτωση απώλειας μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υποχρεούται να επιστρέψει χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, ακόμη κι αν η απώλεια συνέβη κατά τη φύλαξή του από τρίτο μέρος στο οποίο ανετέθη η φύλαξη. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να απαλλάσσεται από την ευθύνη αυτή μόνον εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του και οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις προσπάθειες περί του αντιθέτου. Στο πλαίσιο αυτό, ο θεματοφύλακας δεν θα πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικές καταστάσεις, όπως δόλια ενέργεια υπαλλήλου του, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του. Δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η απαλλαγή από ευθύνη, είτε δυνάμει ρύθμισης είτε δυνάμει σύμβασης, σε περίπτωση απώλειας περιουσιακών στοιχείων από θεματοφύλακα ή από τρίτο μέρος στο οποίο ανετέθη η φύλαξη.

(28)

Κάθε επενδυτής σε αμοιβαίο κεφάλαιο ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εγείρει αξιώσεις σε σχέση με την ευθύνη του θεματοφύλακά του, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων. Η προσφυγή κατά του θεματοφύλακα δεν θα πρέπει να εξαρτάται από τη νομική μορφή του ΟΣΕΚΑ (εταιρική ή συμβατική μορφή) ούτε από τη νομική φύση της σχέσης μεταξύ του θεματοφύλακα, της εταιρείας διαχείρισης και των μεριδιούχων. Το δικαίωμα των μεριδιούχων να επικαλεστούν την ευθύνη του θεματοφύλακα δεν θα πρέπει να οδηγεί σε αλληλεπικαλυπτόμενες προσφυγές ή σε άνιση μεταχείριση των μεριδιούχων.

(29)

Με την επιφύλαξη της παρούσας οδηγίας, ο θεματοφύλακας δεν θα πρέπει να εμποδίζεται να προβαίνει σε διευθετήσεις για την κάλυψη των ζημιών και των απωλειών του ΟΣΕΚΑ ή των μεριδιούχων του ΟΣΕΚΑ. Ειδικότερα, οι διευθετήσεις αυτές δεν θα πρέπει να οδηγούν σε απαλλαγή του θεματοφύλακα από την ευθύνη ή σε μετάθεση ή οποιαδήποτε μεταβολή της ευθύνης του θεματοφύλακα, ούτε θα πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα των επενδυτών, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων προσφυγής.

(30)

Στις 12 Ιουλίου 2010, η Επιτροπή πρότεινε ορισμένες τροποποιήσεις της οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), ώστε να παρέχεται υψηλό επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές ΟΣΕΚΑ όταν ο θεματοφύλακας δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η πρόταση συμπληρώνεται διά της παρούσης οδηγίας με την αποσαφήνιση των υποχρεώσεων και του πεδίου της ευθύνης του θεματοφύλακα και του τρίτου στον οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα φύλαξης.

(31)

Καλείται η Επιτροπή να αναλύσει τις καταστάσεις στις οποίες η αθέτηση υποχρέωσης θεματοφύλακα ή τρίτου στον οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα φύλαξης θα μπορούσε να οδηγήσει σε ζημίες τους μεριδιούχους του ΟΣΕΚΑ, οι οποίες δεν μπορούν να αποκατασταθούν δυνάμει της παρούσας οδηγίας, να αναλύσει περαιτέρω τι είδους μέτρα θα ήταν κατάλληλα για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για τους επενδυτές, ανεξαρτήτως της αλυσίδας της μεσολάβησης μεταξύ του επενδυτή και των κινητών αξιών που επηρεάζονται από την αθέτηση υποχρέωσης, καθώς και να υποβάλει τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(32)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ισχύουν οι ίδιες απαιτήσεις για τους θεματοφύλακες, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής που λαμβάνουν οι ΟΣΕΚΑ. Η συνοχή των απαιτήσεων θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, θα αυξήσει την προστασία των επενδυτών και θα συμβάλει στη διαμόρφωση ομοιόμορφων όρων στην αγορά. Η Επιτροπή δεν έχει λάβει καμία κοινοποίηση ότι έχει γίνει χρήση, από εταιρεία επενδύσεων, της παρέκκλισης από τη γενική υποχρέωση της ανάθεσης της θεματοφυλακής περιουσιακών στοιχείων σε θεματοφύλακα. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2009/65/ΕΚ σχετικά με τον θεματοφύλακα μιας εταιρείας επενδύσεων θα πρέπει να θεωρούνται περιττές.

(33)

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστη δέσμη εξουσιών που θα πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές. Οι εξουσίες αυτές ωστόσο πρέπει να ασκούνται εντός του ολοκληρωμένου συστήματος της εθνικής νομοθεσίας, το οποίο εγγυάται τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Για την άσκηση των εν λόγω εξουσιών που ενδέχεται να συνεπάγονται σοβαρές παρεμβάσεις στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν κατάλληλες και αποτελεσματικές εγγυήσεις εναντίον κάθε κατάχρησης περιλαμβανομένης της προηγούμενης άδειας από τις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους, όπου αρμόζει. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να ασκούν αυτές τις παρεμβατικές εξουσίες στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την κατάλληλη διερεύνηση σοβαρών περιπτώσεων, στις οποίες δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέσα για την αποτελεσματική επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος.

(34)

Οι υπάρχουσες καταγραφές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και τα υπάρχοντα αρχεία κίνησης δεδομένων από ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων, θεματοφύλακες ή οποιεσδήποτε άλλες οντότητες που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, καθώς και τα υπάρχοντα αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και κίνησης δεδομένων από παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών είναι κρίσιμης σημασίας, και συχνά τα μόνα, αποδεικτικά στοιχεία για τον εντοπισμό και την απόδειξη των παραβάσεων της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει την παρούσα οδηγία στο εθνικό δίκαιο, όπως επίσης και για να ελεγχθεί η συμμόρφωση των ΟΣΕΚΑ, των εταιρειών διαχείρισης, των εταιρειών επενδύσεων, των θεματοφυλάκων και οποιωνδήποτε άλλων οντοτήτων ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία προς τις απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των επενδυτών και προς τις λοιπές απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τα εφαρμοστικά μέτρα που εκδίδονται δυνάμει αυτής. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν υπάρχοντα αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ηλεκτρονικών επικοινωνιών και αρχεία κίνησης δεδομένων, τα οποία τηρούνται από ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων, θεματοφύλακες ή άλλες οντότητες που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία.

Η πρόσβαση σε αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και δεδομένα είναι αναγκαία για τον εντοπισμό παραβάσεων και την επιβολή κυρώσεων σχετικά με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ή τα εκτελεστικά της μέτρα. Προκειμένου να καθιερωθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην Ένωση σε σχέση με την πρόσβαση σε αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και σε υπάρχοντα αρχεία κίνησης δεδομένων που τηρούνται από πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ή στα υπάρχοντα αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και κίνησης δεδομένων που τηρούνται από ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων, θεματοφύλακες ή άλλες οντότητες που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να μπορούν να ζητούν υπάρχοντα αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και κίνησης δεδομένων που τηρούνται από πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας, καθώς και υπάρχοντα αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και κίνησης δεδομένων που τηρούνται από ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων, θεματοφύλακες ή άλλες οντότητες που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι τέτοια αρχεία σχετιζόμενα με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή έρευνας, αποτελούν ενδεχομένως κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη παραβιάσεων των απαιτήσεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία ή στα εκτελεστικά της μέτρα. Η πρόσβαση σε αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και κίνησης δεδομένων που τηρούνται από πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει το περιεχόμενο των φωνητικών συνδιαλέξεων μέσω τηλεφώνου.

(35)

Ένα άρτιο δεοντολογικό και εποπτικό πλαίσιο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα θα πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρά καθεστώτα εποπτείας, έρευνας και κυρώσεων. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξοπλιστούν με επαρκείς αρμοδιότητες για να δράσουν και θα πρέπει να μπορούν να στηρίζονται σε ισότιμα, ισχυρά και αποτρεπτικά καθεστώτα κυρώσεων για τις παραβιάσεις της παρούσας οδηγίας. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με την ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, πραγματοποιήθηκε επανεξέταση των υφιστάμενων εξουσιών επιβολής κυρώσεων και της πρακτικής εφαρμογής τους με στόχο την προώθηση της σύγκλισης των ποινών σε όλο το εύρος των εποπτικών δραστηριοτήτων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλουν χρηματικές ποινές επαρκώς υψηλές, ώστε να είναι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές, προκειμένου να αντισταθμίσουν τα προσδοκώμενα οφέλη από παραβάσεις των απαιτήσεων της παρούσης οδηγίας.

(36)

Παρά το γεγονός πως τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες με διοικητικές αλλά και ποινικές κυρώσεις για τις ίδιες παραβάσεις, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις για τις παραβάσεις της παρούσας οδηγίας που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να επιβάλουν τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις για το ίδιο αδίκημα, αλλά θα μπορούσαν να το πράξουν εφόσον το επιτρέπει το εθνικό τους δίκαιο. Ωστόσο, η διατήρηση ποινικών αντί διοικητικών κυρώσεων για τις παραβάσεις της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να μειώνει ή να θίγει με άλλον τρόπο την ικανότητα των αρμόδιων αρχών, για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας, για συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών ή για την πρόσβαση και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές αυτές, ακόμη και έπειτα από τυχόν παραπομπή των σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν να μην θεσπίζουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις ως προς παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Η δυνατότητα των κρατών μελών να επιλέξουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων, αντί των διοικητικών κυρώσεων ή σε συνδυασμό με αυτές, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να καταστρατηγηθεί το καθεστώς κυρώσεων της παρούσας οδηγίας.

(37)

Για να διασφαλίζεται συνεπής εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών ποινών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές τους να λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις.

(38)

Για να ενισχυθεί ο αποτρεπτικός αντίκτυπος στο ευρύ κοινό και για την ενημέρωσή του σχετικά με παραβιάσεις κανόνων που ενδέχεται να είναι επιζήμιες για την προστασία των επενδυτών, οι κυρώσεις θα πρέπει να δημοσιεύονται, εξαιρουμένων ορισμένων σαφώς καθορισμένων περιπτώσεων. Για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας, οι κυρώσεις θα πρέπει να δημοσιεύονται ανώνυμα, στις περιπτώσεις όπου η δημοσίευση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

(39)

Προκειμένου να μπορέσει η ΕΑΚΑΑ να ενισχύσει περαιτέρω τη συνέπεια στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όλες οι δημοσιευμένες κυρώσεις θα πρέπει να κοινοποιούνται ταυτόχρονα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία θα πρέπει επίσης να δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με όλες τις επιβληθείσες κυρώσεις.

(40)

Θα πρέπει να ανατεθούν στις αρμόδιες αρχές οι αναγκαίες εξουσίες έρευνας και θα πρέπει να καθιερωθούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί ώστε να ενθαρρυνθεί η καταγγελία ενδεχόμενων ή πραγματικών παραβιάσεων. Οι πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες ή πραγματικές παραβάσεις θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καθιερώνονται και από την ΕΑΚΑΑ δίαυλοι επικοινωνίας για την καταγγελία των εν λόγω ενδεχόμενων ή πραγματικών παραβιάσεων. Οι πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες ή πραγματικές παραβάσεις που κοινοποιούνται στην ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον για την εκπλήρωση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(41)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στη ΣΛΕΕ.

(42)

Για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση για να εξειδικευθούν οι λεπτομέρειες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην τυποποιημένη συμφωνία μεταξύ του θεματοφύλακα και της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων, οι προϋποθέσεις για την άσκηση των λειτουργιών του θεματοφύλακα, συμπεριλαμβανομένου του είδους των χρηματοπιστωτικών μέσων που θα πρέπει να εντάσσονται στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοπιστωτικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό θεματοφύλακα και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας θα πρέπει να φυλάσσει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδόθηκαν σε ονομαστική μορφή και καταχωρίστηκαν σε εκδότη ή φορέα τήρησης μητρώου, τα καθήκοντα δέουσας επιμέλειας του θεματοφύλακα, η υποχρέωση διαχωρισμού, οι προϋποθέσεις και οι περιστάσεις υπό τις οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει να θεωρούνται απολεσθέντα, η έννοια των εξωτερικών γεγονότων που εκφεύγουν των εύλογων δυνατοτήτων ελέγχου, των οποίων οι συνέπειες θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες περί του αντιθέτου. Το επίπεδο προστασίας του επενδυτή που παρέχεται από αυτές τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που παρέχεται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξαγάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και αρμόζουσα διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(43)

Στα πλαίσια της συνολικής επανεξέτασης της λειτουργίας της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, η Επιτροπή, αφού λάβει υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), θα επανεξετάσει τα όρια της έκθεσης έναντι αντισυμβαλλομένου που ισχύουν για τις συναλλαγές σε παράγωγα, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη καθιέρωσης κατάλληλων κατηγοριοποιήσεων για τα όρια αυτά, ούτως ώστε να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο τα παράγωγα με παρόμοια χαρακτηριστικά κινδύνου.

(44)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (14), τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, να συνοδεύουν την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα, στα οποία επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(45)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στους ΟΣΕΚΑ, διευρύνοντας τις απαιτήσεις που αφορούν τα καθήκοντα και την ευθύνη των θεματοφυλάκων, τις πολιτικές αποδοχών των εταιρειών διαχείρισης και των εταιρειών επενδύσεων και καθιερώνοντας κοινά πρότυπα για τις κυρώσεις που επιβάλλονται στις κυριότερες παραβιάσεις της παρούσας οδηγίας, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει τα μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(46)

Έχει ζητηθεί η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15), ο οποίος και γνωμοδότησε στις 23 Νοεμβρίου 2012 (16).

(47)

Θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθεί αναλόγως η οδηγία 2009/65/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η οδηγία 2009/65/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ιθ)   “διοικητικό όργανο”: το όργανο που διαθέτει την τελική εξουσία λήψης αποφάσεων εντός εταιρείας διαχείρισης, εταιρείας επενδύσεων ή θεματοφύλακα, περιλαμβανομένων των εποπτικών και διαχειριστικών λειτουργιών ή μόνον της διαχειριστικής λειτουργίας, όταν οι δύο λειτουργίες έχουν διαχωριστεί. Όταν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η εταιρεία διαχείρισης, η εταιρεία επενδύσεων ή ο θεματοφύλακας διαθέτουν διαφορετικά όργανα με ειδικές λειτουργίες, οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που αναφέρονται στο “διοικητικό όργανο” ή στο “διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των λειτουργιών εποπτείας που επιτελεί” ισχύουν πέραν ή αντί του οργάνου αυτού και για τα μέλη άλλων οργάνων της εταιρείας διαχείρισης, της εταιρείας επενδύσεων ή του θεματοφύλακα στα οποία το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο αναθέτει την αντίστοιχη ευθύνη·

ιη)   “χρηματοπιστωτικά μέσα”: χρηματοπιστωτικά μέσα όπως ορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17).

(17)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).»."

2)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 14α

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εταιρείες διαχείρισης να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που συνάδουν με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και την προάγουν, ενώ δεν ενθαρρύνουν την ανάληψη κινδύνων που είναι ασύμβατη προς το προφίλ κινδύνου, τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται ούτε εμποδίζουν τη συμμόρφωση προς το καθήκον της εταιρείας διαχείρισης να ενεργεί προς το συμφέρον του ΟΣΕΚΑ.

2.   Οι πολιτικές και οι πρακτικές αποδοχών περιλαμβάνουν τη σταθερή και τη μεταβλητή συνιστώσα των μισθών και των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών.

3.   Οι πολιτικές και οι πρακτικές αποδοχών εφαρμόζονται στις κατηγορίες υπαλλήλων, οι οποίες περιλαμβάνουν ανώτερα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους και πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, όπως και οποιονδήποτε υπάλληλο που λαμβάνει συνολικές αποδοχές που τον τοποθετούν στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των εταιρειών διαχείρισης ή των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τις αρμόδιες αρχές ή τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο παράγραφος 3 και με την εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 14β. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τις αρχές ορθών πολιτικών στον τομέα των αποδοχών που διατυπώνονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής (18), καθώς και το μέγεθος των εταιρειών διαχείρισης και το μέγεθος των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Στο πλαίσιο της εκπόνησης των κατευθυντηρίων γραμμών, η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ») του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19), προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια με τις απαιτήσεις που έχουν θεσπισθεί για άλλους τομείς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ιδίως δε για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Άρθρο 14β

1.   Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και πρακτικών αποδοχών που αναφέρονται στο άρθρο 14α, οι εταιρείες διαχείρισης συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές, κατά τρόπο και σε βαθμό ενδεδειγμένο για το μέγεθός τους, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:

α)

η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και την προωθεί, ενώ δεν ενθαρρύνει ανάληψη κινδύνων ασύμβατη προς το προφίλ κινδύνου, τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται η εταιρεία διαχείρισης·

β)

η πολιτική αποδοχών ευθυγραμμίζεται με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα συμφέροντα της εταιρείας διαχείρισης και των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται και των επενδυτών στους εν λόγω ΟΣΕΚΑ και περιλαμβάνει μέτρα για την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων·

γ)

η πολιτική αποδοχών αποφασίζεται από το διοικητικό όργανο της εταιρείας διαχείρισης στο πλαίσιο των λειτουργιών εποπτείας που επιτελεί, το οποίο και εγκρίνει, και επανεξετάζει τουλάχιστον μια φορά κατ’ έτος, τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών και είναι υπεύθυνο και επιβλέπει την εφαρμογή της· τα καθήκοντα που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο αναλαμβάνονται μόνον από μέλη του διοικητικού οργάνου τα οποία δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες στην οικεία εταιρεία διαχείρισης και τα οποία έχουν εμπειρογνωμοσύνη στη διαχείριση κινδύνων και στις αποδοχές·

δ)

η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο ως προς τη συμμόρφωση προς την πολιτική και τις διαδικασίες αποδοχών που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των λειτουργιών εποπτείας που επιτελεί·

ε)

τα μέλη του προσωπικού που έχουν αναλάβει τη διενέργεια ελέγχων αποζημιώνονται σε συνάρτηση με την επίτευξη ή μη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν·

στ)

σε περίπτωση που υπάρχει επιτροπή αποδοχών, οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στα τμήματα διαχείρισης κινδύνου και συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αυτή·

ζ)

όπου οι αποδοχές συναρτώνται προς τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των αποδοχών στηρίζεται σε συνδυασμό της αξιολογούμενης επίδοσης του ατόμου και της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας ή του σχετικού ΟΣΕΚΑ και των κινδύνων τους με τα συνολικά αποτελέσματα της εταιρείας διαχείρισης κατά την αξιολόγηση της ατομικής επίδοσης, ενώ λαμβάνονται υπόψη τόσο χρηματοοικονομικά όσο και μη χρηματοοικονομικά κριτήρια·

η)

η αξιολόγηση των επιδόσεων εγγράφεται σε πολυετές πλαίσιο προσαρμοσμένο στην περίοδο διακράτησης που συνιστάται στους επενδυτές του ΟΣΕΚΑ τον οποίο διαχειρίζεται η εταιρεία διαχείρισης, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία αξιολόγησης βασίζεται σε πιο μακροπρόθεσμες επιδόσεις του ΟΣΕΚΑ και στους επενδυτικούς κινδύνους του και ότι η πραγματική πληρωμή αποδοχών κατά το σκέλος που εξαρτάται από το στοιχείο της επίδοσης καλύπτει την ίδια χρονική περίοδο·

θ)

οι εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές αποτελούν εξαίρεση και ισχύουν μόνο στο πλαίσιο της μισθοδοσίας νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων και μόνο για το πρώτο έτος προσλήψεως·

ι)

οι σταθερές και οι μεταβλητές συνιστώσες των συνολικών αποδοχών εξισορροπούνται κατάλληλα· το σταθερό στοιχείο αντιπροσωπεύει επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής κατά το σκέλος των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθεί μεταβλητό στοιχείο των αποδοχών·

ια)

οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν σε βάθος χρόνου και είναι σχεδιασμένες κατά τρόπο ώστε να μην ανταμείβουν την αποτυχία·

ιβ)

οι μετρήσεις των επιδόσεων που διενεργούνται για τον υπολογισμό των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών ή των ομάδων από μεταβλητά στοιχεία αποδοχών περιλαμβάνουν αναλυτικό μηχανισμό προσαρμογής, για την ενσωμάτωση όλων των σχετικών τύπων τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων·

ιγ)

με βάση τη νομική δομή του ΟΣΕΚΑ και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου του, σημαντικό μέρος, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 50 %, οποιασδήποτε μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών αποτελείται από μερίδια του σχετικού ΟΣΕΚΑ ή από ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας ή χρηματοπιστωτικά μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ρευστά μέσα με εξίσου αποτελεσματικά κίνητρα όπως τα μέσα του παρόντος στοιχείου, εκτός εάν η διαχείριση ΟΣΕΚΑ ισοδυναμεί με λιγότερο από 50 % του συνόλου του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζεται η εταιρεία διαχείρισης, οπότε δεν ισχύει το ελάχιστο ποσοστό 50 %.

Τα μέσα που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων προς τα συμφέροντα της εταιρείας διαχείρισης και των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζεται και των επενδυτών στους εν λόγω ΟΣΕΚΑ. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να θέτουν περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύουν ορισμένα μέσα, όπως αρμόζει. Το παρόν στοιχείο εφαρμόζεται τόσο στο τμήμα της υπό αναβολή μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών σύμφωνα με το στοιχείο ιδ) όσο και στο μέρος της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών που δεν τελεί υπό αναβολή·

ιδ)

η καταβολή σημαντικού τμήματος και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον 40 % της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών, αναβάλλεται για περίοδο αρμόζουσας διάρκειας, λαμβανομένης υπόψη της περιόδου διακράτησης που συνιστάται στους επενδυτές του οικείου ΟΣΕΚΑ και ευθυγραμμίζεται ορθά με τη φύση των κινδύνων του εν λόγω ΟΣΕΚΑ·

Η περίοδος που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο έχει διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών· το δικαίωμα της αμοιβής που υπάγεται στις ρυθμίσεις περί αναβολής κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου· όσον αφορά τη μεταβλητή συνιστώσα αμοιβής ιδιαίτερα υψηλού ποσού, αναβάλλεται η καταβολή τουλάχιστον του 60 % του ποσού·

ιε)

οι μεταβλητές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένου του υπό αναβολή τμήματός τους, καταβάλλονται ή κατοχυρώνονται μόνο εάν είναι βιώσιμες βάσει της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας διαχείρισης συνολικά, και εφόσον είναι δικαιολογημένες βάσει των επιδόσεων της επιχειρησιακής μονάδας, του ΟΣΕΚΑ και του συγκεκριμένου ατόμου.

Το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών σε γενικές γραμμές συρρικνώνεται σημαντικά όταν η σχετική εταιρεία διαχείρισης ή ο σχετικός ΟΣΕΚΑ παρουσιάζει υποτονικές ή αρνητικές χρηματοοικονομικές επιδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις τρέχουσες αποδοχές όσο και τις μειώσεις σε ποσά που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί, μεταξύ άλλων μέσω αρνητικού μπόνους (μάλους) ή διατάξεων περί επιστροφής ποσών·

ιστ)

η συνταξιοδοτική πολιτική είναι σύμφωνη προς την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εταιρείας διαχείρισης και του ΟΣΕΚΑ τον οποίο διαχειρίζεται.

Εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την εταιρεία διαχείρισης πριν από τη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την εταιρεία διαχείρισης για χρονικό διάστημα πέντε ετών με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ιγ). Στη περίπτωση υπαλλήλου που φθάνει στη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ιγ), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης·

ιζ)

το προσωπικό υποχρεούται να μη χρησιμοποιεί προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη προς καταστρατήγηση των μηχανισμών ευθυγράμμισης προς τον κίνδυνο που περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις περί αποδοχών·

ιη)

οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω φορέων ή μεθόδων που διευκολύνουν την αποφυγή τήρησης των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.

2.   Σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ΕΑΚΑΑ δύναται να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που αναφέρονται στο άρθρο 14α της παρούσας οδηγίας.

Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, περιλαμβάνει στις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών διατάξεις για τον τρόπο εφαρμογής διαφορετικών τομεακών αρχών περί αποδοχών, όπως είναι οι αρχές της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20) και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21), εάν οι υπάλληλοι ή άλλες κατηγορίες προσωπικού παρέχουν υπηρεσίες που υπάγονται σε διαφορετικές τομεακές αρχές περί αποδοχών.

3.   Οι αρχές της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε παροχή οποιουδήποτε είδους καταβάλλει η εταιρεία διαχείρισης, σε οποιοδήποτε ποσό καταβάλλεται άμεσα από τον ίδιο τον ΟΣΕΚΑ, περιλαμβανομένων των αμοιβών απόδοσης, καθώς και σε οποιαδήποτε μεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών των ΟΣΕΚΑ προς όφελος εκείνων των κατηγοριών υπαλλήλων, που περιλαμβάνουν ανώτερα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους και πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα ελέγχου και οποιονδήποτε υπάλληλο ο οποίος λαμβάνει συνολική αμοιβή που εμπίπτει στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου τους ή στο προφίλ κινδύνου του ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται.

4.   Οι εταιρείες διαχείρισης που είναι σημαντικές από την άποψη του μεγέθους τους ή του μεγέθους των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται, της εσωτερικής τους οργάνωσης και της φύσης, του πεδίου και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συγκροτούν μια επιτροπή αποδοχών. Η επιτροπή αποδοχών συγκροτείται κατά τρόπο που της επιτρέπει να εκφέρει εμπεριστατωμένη και ανεξάρτητη κρίση για τις πολιτικές και τις πρακτικές σε θέματα αποδοχών και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση κινδύνων.

Η επιτροπή αποδοχών που συνιστάται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο άρθρο 14α παράγραφος 4 κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για την προπαρασκευή αποφάσεων που αφορούν τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν επιπτώσεις όσον αφορά τους κινδύνους και τη διαχείριση κινδύνων της συγκεκριμένης εταιρείας διαχείρισης ή του ΟΣΕΚΑ, και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των εποπτικών του λειτουργιών. Της επιτροπής αποδοχών προεδρεύει μέλος του διοικητικού οργάνου που δεν ασκεί εκτελεστικές λειτουργίες στη συγκεκριμένη εταιρεία διαχείρισης. Τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν καμία εκτελεστική λειτουργία στη συγκεκριμένη εταιρεία διαχείρισης.

Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων της, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το μακροπρόθεσμο συμφέρον των επενδυτών και των λοιπών ενδιαφερομένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον.

(18)  Σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22)."

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12)."

(20)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1)."

(21)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).»."

3)

Στο άρθρο 20 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

την κατά το άρθρο 22 παράγραφος 2 γραπτή σύμβαση με τον θεματοφύλακα·».

4)

Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

1.   Η εταιρεία επενδύσεων και, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, η εταιρεία διαχείρισης μεριμνούν για τον ορισμό ενός μόνον θεματοφύλακα σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

2.   Ο διορισμός του θεματοφύλακα αποδεικνύεται με γραπτή σύμβαση.

Η σύμβαση ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη ροή των πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου ο θεματοφύλακας να επιτελέσει τις λειτουργίες του για τον ΟΣΕΚΑ για τον οποίο έχει οριστεί θεματοφύλακας, όπως καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και σε άλλες σχετικές νομοθετικές πράξεις, κανονισμούς και διοικητικές διατάξεις.

3.   Ο θεματοφύλακας:

α)

εξασφαλίζει ότι η πώληση, η έκδοση, η επαναγορά, η εξαγορά και η ακύρωση μεριδίων του ΟΣΕΚΑ πραγματοποιούνται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου·

β)

διασφαλίζει ότι ο υπολογισμός της αξίας των μεριδίων του ΟΣΕΚΑ διενεργείται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου·

γ)

εκτελεί τις εντολές της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων, εκτός αν είναι αντίθετες προς το ισχύον εθνικό δίκαιο, τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου·

δ)

διασφαλίζει ότι, κατά τις συναλλαγές που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ, του καταβάλλεται το σχετικό αντίτιμο μέσα στις συνήθεις προθεσμίες·

ε)

διασφαλίζει ότι τα κέρδη του ΟΣΕΚΑ διατίθενται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου.

4.   Ο θεματοφύλακας εξασφαλίζει την κατάλληλη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΣΕΚΑ και, ιδίως, ότι όλες οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από επενδυτές ή για λογαριασμό επενδυτών κατά την εγγραφή μεριδίων του ΟΣΕΚΑ έχουν εισπραχθεί και ότι όλα τα μετρητά του ΟΣΕΚΑ καταχωρίζονται σε λογαριασμούς μετρητών οι οποίοι:

α)

ανοίγονται στο όνομα του ΟΣΕΚΑ, της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, ή του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ·

β)

ανοίγονται σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) της οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής (22)· και

γ)

τηρούνται σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ.

Εάν οι λογαριασμοί μετρητών ανοίγονται στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, δεν μπορούν να καταχωρίζονται στους λογαριασμούς αυτούς μετρητά της οντότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ούτε μετρητά που ανήκουν στον θεματοφύλακα.

5.   Η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων ενός ΟΣΕΚΑ ανατίθεται σε θεματοφύλακα ως εξής:

α)

για χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας:

i)

θέτει σε θεματοφυλακή όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων, ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα, καθώς και όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να παραδοθούν σε υλική μορφή στον θεματοφύλακα·

ii)

διασφαλίζει ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων, ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα, καταχωρίζονται πράγματι στα βιβλία του θεματοφύλακα σε χωριστούς λογαριασμούς, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, οι οποίοι ανοίγονται στο όνομα του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, ούτως ώστε να μπορούν να αναγνωριστούν με σαφή τρόπο ως ανήκοντα στον ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία ανά πάσα στιγμή·

β)

για άλλα περιουσιακά στοιχεία, ο θεματοφύλακας:

i)

επαληθεύει ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται στην κυριότητα του ΟΣΕΚΑ, ή της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, προβαίνοντας σε εκτίμηση του κατά πόσον ο ΟΣΕΚΑ ή η εταιρεία διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ έχει την κυριότητα· η εκτίμηση βασίζεται σε πληροφορίες ή έγγραφα που παρέχει ο ΟΣΕΚΑ ή η εταιρεία διαχείρισης και, όποτε είναι διαθέσιμες, σε εξωτερικές αποδείξεις·

ii)

τηρεί αρχείο των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων για τα οποία έχει βεβαιωθεί ότι βρίσκονται στην κυριότητα του ΟΣΕΚΑ ή της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, το οποίο και έχει πάντοτε ενημερωμένο.

6.   Ο θεματοφύλακας παρέχει τακτικά στην εταιρεία διαχείρισης ή στην εταιρεία επενδύσεων συνολικό κατάλογο όλων των περιουσιακών στοιχείων του ΟΣΕΚΑ.

7.   Τα περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα δεν επαναχρησιμοποιούνται από τον θεματοφύλακα ή οποιονδήποτε τρίτο στον οποίο έχει ανατεθεί η λειτουργία θεματοφυλακής για δικό τους λογαριασμό. Η επαναχρησιμοποίηση περιλαμβάνει οποιαδήποτε συναλλαγή σε φυλασσόμενα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων, της μεταβίβασης, της ενεχύρασης, της πώλησης και του δανείου.

Επιτρέπεται η επαναχρησιμοποίηση περιουσιακών στοιχείων που φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα μόνον όταν:

α)

η επαναχρησιμοποίηση διενεργείται για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ,

β)

ο θεματοφύλακας εκτελεί τις εντολές της εταιρείας διαχείρισης για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ,

γ)

η επαναχρησιμοποίηση είναι προς όφελος του ΟΣΕΚΑ και προς το συμφέρον των μεριδιούχων, και

δ)

η συναλλαγή καλύπτεται από ρευστοποιήσιμη ασφάλεια υψηλής ποιότητας, την οποία λαμβάνει ο ΟΣΕΚΑ στα πλαίσια συμφωνίας μεταβίβασης τίτλων.

Η αγοραία αξία της ασφάλειας ανέρχεται πάντοτε τουλάχιστον στην αγοραία αξία των επαναχρησιμοποιούμενων περιουσιακών στοιχείων, επαυξημένη κατά ορισμένο ποσό (“premium”).

8.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του θεματοφύλακα και/ή οποιουδήποτε τρίτου εγκατεστημένου στην Ένωση στον οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή περιουσιακών στοιχείων του ΟΣΕΚΑ, τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ που φυλάσσονται να μην είναι διαθέσιμα προς διανομή μεταξύ των πιστωτών του εν λόγω θεματοφύλακα και/ή του εν λόγω τρίτου ή προς ρευστοποίηση επ’ ωφελεία τους.

(22)  Οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (ΕΕ L 241 της 2.9.2006, σ. 26).»."

5)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 22α

1.   Ο θεματοφύλακας δεν αναθέτει σε τρίτους τις λειτουργίες του που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφοι 3 και 4.

2.   Ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει σε τρίτους τις λειτουργίες που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 5, μόνον εφόσον:

α)

τα καθήκοντα αυτά δεν ανατίθενται με σκοπό την παράκαμψη των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας·

β)

ο θεματοφύλακας μπορεί να αποδείξει ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την ανάθεση αυτή·

γ)

ο θεματοφύλακας έχει επιδείξει τη δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια κατά την επιλογή και τον ορισμό κάθε τρίτου, στον οποίο προτίθεται να αναθέσει μέρος των καθηκόντων του, συνεχίζει δε να επιδεικνύει τη δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια για την περιοδική επανεξέταση και τον συνεχή έλεγχο κάθε τρίτου στον οποίο έχει αναθέσει μέρος των καθηκόντων του, καθώς και των διευθετήσεων στις οποίες έχει προβεί ο τρίτος σε σχέση με τα θέματα που του έχουν ανατεθεί.

3.   Οι λειτουργίες που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 5 μπορούν να ανατεθούν από τον θεματοφύλακα σε τρίτο μόνον όταν ο τρίτος, ανά πάσα στιγμή κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων καθηκόντων:

α)

διαθέτει τις δομές και την πείρα που είναι κατάλληλες και ανάλογες προς τη φύση και την πολυπλοκότητα των περιουσιακών στοιχείων του ΟΣΕΚΑ, ή της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, τα οποία του έχουν ανατεθεί·

β)

όσον αφορά τα καθήκοντα θεματοφύλακα που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο α), υπόκειται σε

i)

αποτελεσματικούς κανόνες προληπτικής ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, και σε εποπτεία στην οικεία επικράτεια·

ii)

εξωτερικό περιοδικό έλεγχο, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι στην κατοχή του·

γ)

διαχωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των πελατών του θεματοφύλακα από τα δικά του και από τα περιουσιακά στοιχεία του θεματοφύλακα, ούτως ώστε να μπορούν, οποτεδήποτε, να αναγνωριστούν ως ανήκοντα σε πελάτες ενός συγκεκριμένου θεματοφύλακα·

δ)

λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του τρίτου, τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ που φυλάσσονται από τον τρίτο να μην είναι διαθέσιμα προς διανομή μεταξύ των πιστωτών του τρίτου ή προς ρευστοποίηση επ’ ωφελεία τους· και

ε)

συμμορφώνεται προς τις γενικές υποχρεώσεις και απαγορεύσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 5 και 7 του άρθρου 22 και στο άρθρο 25.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β) σημείο i) του πρώτου εδαφίου, εάν το δίκαιο τρίτης χώρας απαιτεί να τίθενται ορισμένα χρηματοπιστωτικά μέσα σε θεματοφυλακή από τοπική οντότητα και δεν υπάρχουν τοπικές οντότητες ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις του ανωτέρω σημείου σχετικά με την ανάθεση, ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τις λειτουργίες του σε τέτοια τοπική οντότητα, μόνον εφόσον απαιτείται από τη νομοθεσία της προαναφερθείσας τρίτης χώρας και μόνον εφόσον δεν υπάρχουν τοπικές οντότητες που πληρούν τις απαιτήσεις για ανάθεση, και μόνον όταν:

α)

οι επενδυτές του σχετικού ΟΣΕΚΑ έχουν ενημερωθεί δεόντως, πριν από την επένδυσή τους, σχετικά με το γεγονός ότι η εν λόγω ανάθεση είναι αναγκαία λόγω νομικών περιορισμών που επιβάλλει το δίκαιο της τρίτης χώρας, σχετικά με τις περιστάσεις που δικαιολογούν την ανάθεση και σχετικά με τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται·

β)

η εταιρεία επενδύσεων ή η εταιρεία διαχείρισης εξ ονόματος του ΟΣΕΚΑ παρήγγειλε στον θεματοφύλακα να αναθέσει τη θεματοφυλακή των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων σε τοπική οντότητα.

Ο τρίτος μπορεί, με τη σειρά του, να προβεί σε περαιτέρω ανάθεση των λειτουργιών αυτών, με την προϋπόθεση της τήρησης των ιδίων απαιτήσεων. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 24 παράγραφος 2 στα αντίστοιχα μέρη.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23) από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζονται για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, ή η παροχή παρόμοιων υπηρεσιών από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τρίτων χωρών δεν θεωρείται ανάθεση λειτουργιών θεματοφυλακής.

(23)  Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45).»."

6)

Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο θεματοφύλακας είναι:

α)

κεντρική τράπεζα κράτους·

β)

πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ, ή

γ)

άλλη νομική οντότητα η οποία έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους να ασκεί καθήκοντα θεματοφύλακα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και η οποία υπόκειται σε απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας που δεν υπολείπονται των απαιτήσεων που υπολογίζονται ανάλογα με την επιλεγείσα προσέγγιση, σύμφωνα με τα άρθρα 315 ή 317 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24), και διαθέτει ίδια κεφάλαια όχι κατώτερα από το ύψος του αρχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η νομική οντότητα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) υπόκειται στις ρυθμίσεις προληπτικής ρύθμισης και σε συνεχή εποπτεία και πληροί τις ακόλουθες ελάχιστες απαιτήσεις:

α)

έχει την αναγκαία υποδομή για να φυλάσσει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων που ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα·

β)

θεσπίζει πολιτικές και διαδικασίες κατάλληλες να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση της οντότητας, των διαχειριστών και των υπαλλήλων της προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία·

γ)

διαθέτει άρτιες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας πληροφοριών·

δ)

διατηρεί και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις, με σκοπό τη λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων·

ε)

μεριμνά ώστε να καταγράφονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχει, οι δραστηριότητες που ασκεί και οι συναλλαγές που εκτελεί, κατά τρόπο που να επιτρέπει στην αρμόδια αρχή να ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα και να προβαίνει σε πράξεις επιβολής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία·

στ)

λαμβάνει εύλογα μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η συνεχής και εύρυθμη εκτέλεση των σχετικών με τη θεματοφυλακή λειτουργιών της εφαρμόζοντας κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, μέσα και διαδικασίες, μεταξύ άλλων για την εκτέλεση των σχετικών με τη θεματοφυλακή δραστηριοτήτων της·

ζ)

όλα τα μέλη του διοικητικού οργάνου και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της νομικής οντότητας διαθέτουν πάντοτε τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους, καθώς και επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα·,

η)

το διοικητικό όργανο διαθέτει ως σύνολο επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του θεματοφύλακα, συμπεριλαμβανομένων των κυριότερων κινδύνων·

θ)

κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ασκούν τα καθήκοντά τους με εντιμότητα και ακεραιότητα.

3.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν ποιες από τις κατηγορίες ιδρυμάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 είναι επιλέξιμες για τη λειτουργία του θεματοφύλακα.

4.   Οι εταιρείες επενδύσεων ή οι εταιρείες διαχείρισης που ενεργούν για λογαριασμό των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται, οι οποίες, πριν από τις 18 Μαρτίου 2016, έχουν ορίσει ως θεματοφύλακα ίδρυμα που δεν πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2, ορίζουν θεματοφύλακα που πληροί τις απαιτήσεις αυτές πριν από τις 18 Μαρτίου 2018.

(24)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).»·"

β)

οι παράγραφοι 5 και 6 διαγράφονται.

7)

Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 24

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο θεματοφύλακας να ευθύνεται έναντι του ΟΣΕΚΑ και των μεριδιούχων του ΟΣΕΚΑ για την απώλεια, από τον θεματοφύλακα ή από τρίτον στον οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή τους, χρηματοπιστωτικών μέσων που τελούν υπό θεματοφυλακή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο α).

Στην περίπτωση απώλειας χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο θεματοφύλακας να επιστρέφει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, στον ΟΣΕΚΑ ή στην εταιρεία διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ. Ο θεματοφύλακας δεν υπέχει ευθύνη, εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες περί του αντιθέτου.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο θεματοφύλακας να ευθύνεται επίσης έναντι του ΟΣΕΚΑ και των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ για οιεσδήποτε άλλες ζημίες υποστούν οι ανωτέρω, ως αποτέλεσμα της εκ προθέσεως ή εξ αμελείας μη ορθής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.   Η κατά την παράγραφο 1 ευθύνη του θεματοφύλακα δεν επηρεάζεται από οιαδήποτε ανάθεση που αναφέρεται στο άρθρο 22α.

3.   Η ευθύνη του θεματοφύλακα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν αποκλείεται ούτε περιορίζεται βάσει συμφωνίας.

4.   Κάθε συμφωνία που αντίκειται στην παράγραφο 3 είναι άκυρη.

5.   Οι μεριδιούχοι του ΟΣΕΚΑ δύνανται να επικαλούνται την ευθύνη του θεματοφύλακα άμεσα ή έμμεσα μέσω της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν οδηγεί σε αλληλεπικαλύψεις στις προσφυγές ή σε άνιση μεταχείριση των μεριδιούχων.».

8)

Το άρθρο 25 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 25

1.   Καμία εταιρεία δεν δύναται να λειτουργεί συγχρόνως ως εταιρεία διαχείρισης και ως θεματοφύλακας. Καμία εταιρεία δεν δύναται να λειτουργεί συγχρόνως ως εταιρεία επενδύσεων και ως θεματοφύλακας.

2.   Στο πλαίσιο των αντίστοιχων λειτουργιών τους, η εταιρεία διαχείρισης και ο θεματοφύλακας ενεργούν με έντιμο και θεμιτό τρόπο, με επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και μόνον προς το συμφέρον του ΟΣΕΚΑ και των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων λειτουργιών τους, η εταιρεία διαχείρισης και ο θεματοφύλακας ενεργούν με έντιμο και θεμιτό τρόπο, με επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και μόνον προς το συμφέρον των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ.

Ο θεματοφύλακας δεν προβαίνει σε ενέργειες σε σχέση με τον ΟΣΕΚΑ ή με την εταιρεία διαχείρισης για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ΟΣΕΚΑ, των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ, της εταιρείας διαχείρισης και αυτού του ιδίου, εκτός αν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την εκτέλεση των καθηκόντων του θεματοφύλακα από τα άλλα καθήκοντά του, που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων, και εφόσον εντοπίζει, διαχειρίζεται, παρακολουθεί και γνωστοποιεί με τον αρμόζοντα τρόπο στους επενδυτές του ΟΣΕΚΑ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.».

9)

Το άρθρο 26 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 26

1.   Ο νόμος ή ο κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου καθορίζουν τους όρους αντικατάστασης της εταιρείας διαχείρισης και του θεματοφύλακα και θέτουν τους κανόνες με τους οποίους εξασφαλίζεται η προστασία των μεριδιούχων σε περίπτωση τέτοιας αντικατάστασης.

2.   Ο νόμος ή τα καταστατικά έγγραφα της εταιρείας επενδύσεων καθορίζουν τους όρους αντικατάστασης της εταιρείας διαχείρισης και του θεματοφύλακα και θέτουν τους κανόνες με τους οποίους εξασφαλίζεται η προστασία των μεριδιούχων σε περίπτωση τέτοιας αντικατάστασης.».

10)

Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 26α

Κατόπιν αιτήματος, ο θεματοφύλακας θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του όλες τις πληροφορίες που απέκτησε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και οι οποίες είναι ενδεχομένως αναγκαίες για τις αρμόδιες αρχές του ή για τις αρμόδιες αρχές του ΟΣΕΚΑ ή της εταιρείας διαχείρισης.

Εάν οι αρμόδιες αρχές του ΟΣΕΚΑ ή της εταιρείας διαχείρισης είναι άλλες από τις αρμόδιες αρχές του θεματοφύλακα, οι αρμόδιες αρχές του θεματοφύλακα διαβιβάζουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν, χωρίς καθυστέρηση, στις αρμόδιες αρχές του ΟΣΕΚΑ και της εταιρείας διαχείρισης.

Άρθρο 26β

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 112α, οι οποίες καθορίζουν:

α)

τα στοιχεία που χρειάζεται να περιλαμβάνονται στη γραπτή σύμβαση που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2·

β)

τους όρους άσκησης των λειτουργιών του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφοι 3, 4 και 5, στους οποίους περιλαμβάνονται:

i)

το είδος των χρηματοπιστωτικών μέσων που θα εντάσσονται στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο α),

ii)

οι προϋποθέσεις υπό τους οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοπιστωτικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό αποθετήριο,

iii)

οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας θα φυλάσσει, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο β), τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδόθηκαν σε ονομαστική μορφή και καταχωρίστηκαν στον εκδότη ή σε φορέα τήρησης μητρώου·

γ)

τα καθήκοντα δέουσας επιμέλειας του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 22α παράγραφος 2 στοιχείο γ) ·

δ)

την υποχρέωση διαχωρισμού που προβλέπεται στο άρθρο 22α παράγραφος 3 στοιχείο γ) ·

ε)

τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τον τρίτο σύμφωνα με το άρθρο 22α παράγραφος 3 στοιχείο δ) ·

στ)

τις προϋποθέσεις και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει να θεωρούνται απολεσθέντα για τους σκοπούς του άρθρου 24·

ζ)

την έννοια των εξωτερικών γεγονότων που ευλόγως εκφεύγουν των δυνατοτήτων ελέγχου, οι συνέπειες του οποίων θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες περί του αντιθέτου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1·

η)

τις προϋποθέσεις για την εκπλήρωση της απαίτησης ανεξαρτησίας που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2.».

11)

Στο άρθρο 30, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα άρθρα 13 έως 14β εφαρμόζονται αναλόγως στις εταιρείες επενδύσεων που δεν έχουν ορίσει εταιρεία διαχείρισης εγκεκριμένη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.».

12)

Το τμήμα 3 του κεφαλαίου V διαγράφεται.

13)

Το άρθρο 69 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Στο φυλλάδιο περιέχονται:

α)

είτε οι λεπτομέρειες της επικαιροποιημένης πολιτικής αποδοχών, όπου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, περιγραφή του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονται οι αποδοχές και παροχές, η ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη χορήγηση των αποδοχών και παροχών, περιλαμβανομένης της σύνθεσης της επιτροπής αποδοχών, εφόσον αυτή υπάρχει, είτε

β)

περίληψη της πολιτικής αποδοχών και δήλωση ότι οι λεπτομέρειες της επικαιροποιημένης πολιτικής αποδοχών, όπου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, περιγραφή του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονται οι αποδοχές και παροχές, η ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη χορήγηση των αποδοχών και παροχών, περιλαμβανομένης της σύνθεσης της επιτροπής αποδοχών, εφόσον αυτή υπάρχει, είναι διαθέσιμες μέσω ιστότοπου (με παραπομπή στον εν λόγω ιστότοπο) και ότι μπορεί να διατεθεί, κατόπιν αιτήματος και χωρίς επιβάρυνση, αντίγραφο σε έντυπη μορφή.»·

β)

στην παράγραφο 3 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει επίσης τα εξής:

α)

το συνολικό ύψος των αποδοχών για το οικονομικό έτος, με διάκριση μεταξύ σταθερών και μεταβλητών αποδοχών που καταβάλλει η εταιρεία διαχείρισης και η εταιρεία επενδύσεων στο προσωπικό της, καθώς και τον αριθμό των δικαιούχων και, κατά περίπτωση, οποιοδήποτε άλλο ποσό που καταβάλλεται άμεσα από τον ίδιο τον ΟΣΕΚΑ, περιλαμβανομένης της αμοιβής απόδοσης·,

β)

το συνολικό ποσό αποδοχών, με ανάλυση κατά κατηγορίες υπαλλήλων ή άλλων μελών του προσωπικού, όπως αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφος 3·

γ)

περιγραφή του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονται οι αποδοχές και παροχές·

δ)

τα αποτελέσματα των επανεξετάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 14β παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ), περιλαμβανομένων των τυχόν παρατυπιών που έχουν σημειωθεί·

ε)

τις ουσιώδεις τροποποιήσεις της ακολουθούμενης πολιτικής αποδοχών.».

14)

Το άρθρο 78 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

προσδιορισμός του ΟΣΕΚΑ και της αρμόδιας αρχής του ΟΣΕΚΑ»·

β)

στην παράγραφο 4, προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο:

«Οι βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές περιλαμβάνουν επίσης και δήλωση ότι οι λεπτομέρειες της επικαιροποιημένης πολιτικής αποδοχών, όπου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, περιγραφή του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονται οι αποδοχές και παροχές, η ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη χορήγηση των αποδοχών και παροχών, περιλαμβανομένης της σύνθεσης της επιτροπής αποδοχών, εφόσον αυτή υπάρχει, είναι διαθέσιμες μέσω ιστότοπου (με παραπομπή στον εν λόγω ιστότοπο) και ότι μπορεί να διατεθεί, κατόπιν αιτήματος και χωρίς επιβάρυνση, αντίγραφο σε έντυπη μορφή.».

15)

Στο άρθρο 98 παράγραφος 2, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

να απαιτούν:

i)

στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, τα υπάρχοντα αρχεία κίνησης δεδομένων που τηρούνται από πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όταν υπάρχει εύλογη υπόνοια παράβασης και όταν τα εν λόγω αρχεία μπορεί να είναι κρίσιμα για τη διερεύνηση παραβιάσεων της παρούσας οδηγίας,

ii)

τις υπάρχουσες καταγραφές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλα αρχεία κίνησης δεδομένων, τα οποία τηρούνται από ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων, θεματοφύλακες ή άλλες οντότητες που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία·».

16)

Το άρθρο 99 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 99

1.   Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 98 και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σε εταιρείες και πρόσωπα για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, λαμβάνουν δε όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους.

Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να μην θεσπίσουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις σχετικά με τις παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο, γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις σχετικές διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά και να έχουν αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

Μέχρι τις 18 Μαρτίου 2016, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται για τη μεταφορά του παρόντος άρθρου στην εθνική νομοθεσία, περιλαμβανομένων τυχόν σχετικών διατάξεων του ποινικού δικαίου. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

2.   Στις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν επιλέξει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, διασφαλίζουν ότι έχουν τεθεί σε εφαρμογή κατάλληλα μέτρα ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εξουσίες για να συνεργάζονται με τις δικαστικές αρχές εντός της περιοχής δικαιοδοσίας τους, όσον αφορά τη λήψη συγκεκριμένων πληροφοριών που σχετίζονται με έρευνες ή διαδικασίες ποινικής φύσης που έχουν κινηθεί για πιθανές παραβιάσεις της παρούσας οδηγίας και να τις θέτουν στη διάθεση των υπόλοιπων αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, ώστε να εκπληρώσουν την υποχρέωση αμοιβαίας συνεργασίας και συνεργασίας με την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών όσον αφορά τη διευκόλυνση της είσπραξης χρηματικών ποινών.

3.   Στα πλαίσια της συνολικής επανεξέτασης της λειτουργίας της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή επανεξετάζει, το αργότερο τρία έτη από τις 18 Σεπτεμβρίου 2017, την εφαρμογή των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων, ιδίως δε την ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισης των διοικητικών κυρώσεων που θεσπίζονται για τις παραβάσεις των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.

4.   Μια αρμόδια αρχή μπορεί να αρνηθεί να ανταποκριθεί σε αίτημα ενημέρωσης ή συνεργασίας σε έρευνα μόνον εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι:

α)

η κοινοποίηση των σχετικών πληροφοριών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, ιδίως δε σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών εγκλημάτων·

β)

η συμμόρφωση προς το αίτημα ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά δική του έρευνα ή δράσεις επιβολής του νόμου ή, κατά περίπτωση, ποινική έρευνα·

γ)

έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τις ίδιες ενέργειες και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των αρχών του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή

δ)

έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση κατά των ιδίων προσώπων και για τις ίδιες ενέργειες στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν επιβάλλονται υποχρεώσεις σε ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων ή θεματοφύλακες, σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, είναι δυνατή η επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο, στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπέχουν ευθύνη για την παράβαση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

6.   Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

δημόσια δήλωση που κατονομάζει τον υπεύθυνο και προσδιορίζει τη φύση της παράβασης·

β)

διαταγή προς το υπεύθυνο πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψή της στο μέλλον·,

γ)

σε περίπτωση ΟΣΕΚΑ ή εταιρείας διαχείρισης, αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ΟΣΕΚΑ ή της εταιρείας διαχείρισης·

δ)

επιβολή σε μέλος του διοικητικού οργάνου της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων ή σε κάθε άλλο υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο προσωρινής απαγόρευσης ή, σε περίπτωση επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, οριστικής απαγόρευσης να ασκεί καθήκοντα διαχείρισης σε αυτές ή σε άλλες τέτοιες εταιρείες·

ε)

όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται σε τουλάχιστον 5 000 000 ευρώ ή, για τα κράτη μέλη των οποίων το εθνικό νόμισμα δεν είναι το ευρώ, στην αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την 17η Σεπτεμβρίου 2014 ή στο 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο· όταν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης, η οποία πρέπει να υποβάλλει ενοποιημένους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ (25) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος, σύμφωνα με την οικεία ενωσιακή νομοθεσία περί λογιστικής και σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της ανώτερης μητρικής επιχείρησης·

στ)

όταν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται σε τουλάχιστον 5 000 000 ευρώ ή, στα κράτη μέλη όπου το ευρώ δεν είναι το επίσημο νόμισμα, στην αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την 17η Σεπτεμβρίου 2014·

ζ)

ως εναλλακτική προς τις περιπτώσεις των στοιχείων ε) και στ), ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται τουλάχιστον στο διπλάσιο του ποσού του οφέλους που απέφερε η παράβαση, όταν το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και αν υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που αναφέρονται στα στοιχεία ε) και στ).

7.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο, να επιβάλλουν και άλλες μορφές κυρώσεων, πέραν αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ή να επιβάλλουν χρηματικές κυρώσεις που υπερβαίνουν τα ποσά που αναφέρονται στα στοιχεία ε), στ) και ζ) της παραγράφου 6.

(25)  Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).»."

17)

Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 99α

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο προβλέπουν κυρώσεις, ιδίως δε όταν:

α)

οι δραστηριότητες ενός ΟΣΕΚΑ ασκούνται χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση του άρθρου 5·

β)

οι δραστηριότητες μιας εταιρείας διαχείρισης αναλαμβάνονται χωρίς προηγούμενη άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 6·

γ)

οι δραστηριότητες μιας εταιρείας επενδύσεων αναλαμβάνονται χωρίς προηγούμενη άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 27·

δ)

αποκτάται, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε εταιρεία διαχείρισης ή αυξάνεται περαιτέρω η ειδική συμμετοχή σε εταιρεία διαχείρισης, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του 20 %, του 30 % ή του 50 % ή ώστε η εταιρεία διαχείρισης να καταστεί θυγατρική επιχείρηση (“προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής”), χωρίς να απευθυνθεί κοινοποίηση εγγράφως στις εποπτικές αρχές της εταιρείας διαχείρισης, στην οποία επιδιώκει ο αποκτών είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να την αυξήσει, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

ε)

διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε εταιρεία διαχείρισης ή μειώνεται ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχεται να μειωθεί σε λιγότερο από 20 %, 30 % ή 50 % ή ώστε η εταιρεία διαχείρισης να παύσει να είναι θυγατρική, χωρίς να απευθυνθεί κοινοποίηση εγγράφως στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

στ)

εταιρεία διαχείρισης αποκτά άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο β) ·

ζ)

εταιρεία επενδύσεων αποκτά άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 29 παράγραφος 4 στοιχείο β) ·

η)

εταιρεία διαχείρισης, μόλις ενημερωθεί για αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό της, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, δεν γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές τις εν λόγω αποκτήσεις ή εκποιήσεις, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας·

θ)

εταιρεία διαχείρισης δεν γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, τα ονόματα των μετόχων και εταίρων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

ι)

εταιρεία διαχείρισης δεν συμμορφώνεται με διαδικασίες και ρυθμίσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) ·

ια)

εταιρεία διαχείρισης δεν συμμορφώνεται με απαιτήσεις σε επίπεδο δομής και οργάνωσης που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) ·

ιβ)

εταιρεία επενδύσεων δεν συμμορφώνεται με διαδικασίες και ρυθμίσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 31·

ιγ)

εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων δεν συμμορφώνεται με απαιτήσεις σχετικά με την ανάθεση λειτουργιών της σε τρίτους, που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 και 30·

ιδ)

εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων δεν συμμορφώνεται με κανόνες δεοντολογίας που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 14 και 30·

ιε)

θεματοφύλακας δεν εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφοι 3 έως 7·

ιστ)

εταιρεία επενδύσεων ή, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, εταιρεία διαχείρισης επανειλημμένως δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της σχετικά με τις επενδυτικές πολιτικές των ΟΣΕΚΑ, τις οποίες προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του κεφαλαίου VII·

ιζ)

εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων δεν χρησιμοποιεί διαδικασία διαχείρισης των κινδύνων ή διαδικασία για την ακριβή και αμερόληπτη αποτίμηση της αξίας των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, όπως προβλέπεται στις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 51 παράγραφος 1·

ιη)

εταιρεία επενδύσεων ή, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, εταιρεία διαχείρισης επανειλημμένως αθετεί τις υποχρεώσεις της σχετικά με την πληροφόρηση των επενδυτών, τις οποίες προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 68 έως 82·

ιθ)

εταιρεία επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης που διαθέτει στην αγορά μερίδια ΟΣΕΚΑ που τελεί υπό τη διαχείρισή της, σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής του ΟΣΕΚΑ, δεν τηρεί την απαίτηση κοινοποίησης κατά το άρθρο 93 παράγραφος 1.

Άρθρο 99β

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιεύουν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο τις αποφάσεις κατά των οποίων δεν χωρεί προσφυγή και οι οποίες επιβάλλουν διοικητική κύρωση ή μέτρο για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αφού ενημερώσουν το πρόσωπο στο οποίο έχει επιβληθεί η κύρωση ή το μέτρο σχετικά με την εν λόγω απόφαση. Η δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον στοιχεία για το είδος και τον χαρακτήρα της παράβασης και την ταυτότητα των υπαιτίων. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις αποφάσεις που επιβάλλουν μέτρα διερευνητικού χαρακτήρα.

Ωστόσο, εάν η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων κρίνεται από την αρμόδια αρχή ως δυσανάλογη, κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης αυτών των δεδομένων, ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή διεξαγόμενη έρευνα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές πράττουν ένα από τα ακόλουθα:

α)

καθυστερούν τη δημοσίευση της απόφασης για την επιβολή κύρωσης ή μέτρου έως να παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσίευση·

β)

δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου χωρίς ονόματα, κατά τρόπο σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο, εφόσον η ανώνυμη αυτή δημοσίευση εξασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ή

γ)

δεν δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου, στην περίπτωση που θεωρείται ότι οι επιλογές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί:

i)

ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών,

ii)

η αναλογικότητα της δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών στην περίπτωση μέτρων που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

Στην περίπτωση απόφασης για δημοσίευση χωρίς ονόματα της κύρωσης ή του μέτρου, η δημοσίευση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, αν προβλέπεται ότι μέσα στο διάστημα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν τη δημοσίευση χωρίς ονόματα.

2.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις που επεβλήθησαν χωρίς να δημοσιευτούν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ), συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προσφυγών και της έκβασής τους. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν πληροφορίες και την τελική απόφαση για κάθε επιβαλλόμενη ποινική κύρωση, και τις υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις κυρώσεις που κοινοποιούνται σε αυτήν, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Μόνον οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στην εν λόγω βάση δεδομένων, η οποία ενημερώνεται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές.

3.   Στην περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης επιβολής κύρωσης ή μέτρου ενώπιον των οικείων δικαστικών ή άλλων αρχών, οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν επίσης άμεσα στον επίσημο δικτυακό τόπο τους τα στοιχεία αυτά και τυχόν επακόλουθα στοιχεία σχετικά με την έκβαση της διαδικασίας προσφυγής. Δημοσιεύεται κάθε απόφαση που ακυρώνει προηγούμενη απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου.

4.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι κάθε δημοσίευση κατά το παρόν άρθρο θα παραμείνει στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για πέντε τουλάχιστον έτη από τη δημοσίευση. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσίευση διατηρούνται μόνο στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

Άρθρο 99γ

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών ποινών ή μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών ποινών, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω ποινές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και ότι λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:

α)

η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης·

β)

ο βαθμός ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

γ)

η οικονομική ισχύς του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή από το ετήσιο εισόδημα του όταν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο·

δ)

το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, καθώς και της ζημίας που προκλήθηκε σε άλλα πρόσωπα και, κατά περίπτωση, στη λειτουργία των αγορών ή στην οικονομία συνολικά, στο βαθμό που τα ανωτέρω μπορούν να προσδιορισθούν·

ε)

ο βαθμός συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την αρμόδια αρχή·

στ)

προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ζ)

τα μέτρα που έλαβε μετά την παράβαση το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, ώστε να αποτραπεί η επανάληψη της παράβασης.

2.   Κατά την άσκηση των εξουσιών τους σχετικά με την επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 99, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά, ώστε να διασφαλίζουν ότι οι αρμοδιότητες εποπτείας και έρευνας, καθώς και οι διοικητικές κυρώσεις επιφέρουν τα υπό της παρούσης οδηγίας επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Επιπλέον, συντονίζουν τις ενέργειές τους ώστε να αποφεύγονται πιθανές επαναλήψεις και αλληλεπικαλύψεις κατά την άσκηση των εξουσιών εποπτείας και έρευνας και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 101.

Άρθρο 99δ

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για να ενθαρρύνουν την καταγγελία προς τις αρμόδιες αρχές, όσον αφορά ενδεχόμενες ή πραγματικές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, στους οποίους περιλαμβάνονται ασφαλείς δίαυλοι επικοινωνίας για την καταγγελία των εν λόγω παραβάσεων.

2.   Οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)

ειδικές διαδικασίες για τη λήψη καταγγελιών για παραβάσεις και τη συνέχεια που δίδεται στις καταγγελίες αυτές·

β)

κατάλληλη προστασία τουλάχιστον έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης, για εργαζομένους εταιρειών επενδύσεων, εταιρειών διαχείρισης και θεματοφυλάκων, οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός των εν λόγω οντοτήτων·

γ)

προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει τις παραβάσεις, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε παράβαση, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26)·

δ)

σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει παράβαση, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επιγενόμενης δικαστικής διαδικασίας.

3.   Η ΕΑΚΑΑ παρέχει έναν ή περισσότερους ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας για την καταγγελία παραβάσεων των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι οι εν λόγω δίαυλοι επικοινωνίας συμμορφώνονται με την παράγραφο 2 στοιχεία α) έως δ).

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η καταγγελία από υπαλλήλους των εταιρειών επενδύσεων, των εταιρειών διαχείρισης και των θεματοφυλάκων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 δεν θεωρείται παράβαση περιορισμού σχετικά με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών, επιβαλλόμενου από σύμβαση ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, καθώς και ότι δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για το πρόσωπο που προβαίνει στην εν λόγω γνωστοποίηση.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εταιρείες διαχείρισης, τις εταιρείες επενδύσεων και τους θεματοφύλακες να θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοί τους να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και αυτόνομου διαύλου.

Άρθρο 99ε

1.   Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν ετησίως στην ΕΑΚΑΑ συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με όλες τις κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 99. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια έκθεσή της.

2.   Όταν η αρμόδια αρχή δημοσιεύει διοικητικές κυρώσεις ή μέτρα, αναφέρει συγχρόνως τις εν λόγω κυρώσεις ή μέτρα στην ΕΑΚΑΑ. Εάν η δημοσιευμένη κύρωση ή μέτρο αφορά εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων, η ΕΑΚΑΑ προσθέτει στον κατάλογο των εταιρειών διαχείρισης που δημοσιεύεται βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 1, αναφορά στην εν λόγω δημοσιευμένη κύρωση ή μέτρο.

3.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των διαδικασιών και των εντύπων σχετικά με την υποβολή πληροφοριών, όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή εντός της 18ης Σεπτεμβρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(26)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).»."

18)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 104α

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την οδηγία 95/46/ΕΚ κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στα κράτη μέλη δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

2.   Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργεί η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παρούσα οδηγία διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27).

(27)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).»."

19)

Στο άρθρο 12 παράγραφος 3, άρθρο 14 παράγραφος 2, άρθρο 43 παράγραφος 5, άρθρο 51 παράγραφος 4, άρθρο 60 παράγραφος 6, άρθρο 61 παράγραφος 3, άρθρο 62 παράγραφος 4, άρθρο 64 παράγραφος 4, άρθρο 75 παράγραφος 4, άρθρο 78 παράγραφος 7, άρθρο 81 παράγραφος 2, άρθρο 95 παράγραφος 1 και άρθρο 111, η φράση: «σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφοι 2, 3 και 4, και υπό τους όρους των άρθρων 112α και 112β» αντικαθίσταται από τη φράση: «σύμφωνα με το άρθρο 112α».

20)

Στο άρθρο 50α, η φράση: «σύμφωνα με το άρθρο 112α και υπό την επιφύλαξη των όρων των άρθρων 112β και 112γ» αντικαθίσταται από τη φράση: «σύμφωνα με το άρθρο 112α».

21)

Στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 52 παράγραφος 4, η παραπομπή στο «άρθρο 112 παράγραφος 1» αντικαθίσταται από την παραπομπή στο «άρθρο 112».

22)

Το άρθρο 112 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 112

Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών που ιδρύθηκε με την απόφαση 2001/528/ΕΚ της Επιτροπής (28).

(28)  Απόφαση 2001/528/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2001, για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής κινητών αξιών (ΕΕ L 191 της 13.7.2001, σ. 45).»."

23)

Το άρθρο 112α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 112α

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά τα άρθρα 12, 14, 43, 60, 61, 62, 64, 75, 78, 81, 95 και 111 ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από την 4η Ιανουαρίου 2011.

Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 26β ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από τις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 50α ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από την 21η Ιουλίου 2011.

Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 51 ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από την 20ή Ιουνίου 2013.

Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της ανατέθηκαν το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη κάθε τετραετούς περιόδου. Η ανάθεση εξουσιών παρατείνεται σιωπηρώς για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο διαφωνήσουν το αργότερο εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στα άρθρα 12, 14, 26β, 43, 50α, 51, 60, 61, 62, 64, 75, 78, 81, 95 και 111 μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 12, 14, 26β, 43, 50α, 51, 60, 61, 62, 64, 75, 78, 81, 95 και 111 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρείς μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

24)

Το άρθρο 112β διαγράφεται.

25)

Στο παράρτημα I, το σημείο 2 του Σχεδίου Α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.

Πληροφορίες σχετικά με τον θεματοφύλακα:

2.1.

Ταυτότητα του θεματοφύλακα του ΟΣΕΚΑ και περιγραφή των καθηκόντων του και των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων

2.2.

Περιγραφή τυχόν καθηκόντων φύλαξης που έχουν ανατεθεί στον θεματοφύλακα, κατάλογος των εξουσιοδοτημένων και υπεξουσιοδοτημένων και μνεία των πιθανών εκ της εξουσιοδοτήσεως συγκρούσεων συμφερόντων

2.3.

Δήλωση κατά την οποία θα δοθούν στους επενδυτές ενημερωμένες πληροφορίες για τα σημεία 2.1 και 2.2, αν τις ζητήσουν.».

Άρθρο 2

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 18 Μαρτίου 2016, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.

Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο από 18 Μαρτίου 2016. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα ανωτέρω μέτρα, αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 23 Ιουλίου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

S. GOZI


(1)  ΕΕ C 96 της 4.4.2013, σ. 18.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Απριλίου 2014 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014.

(3)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

(4)  Σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(7)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

(8)  Οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (ΕΕ L 241 της 2.9.2006, σ. 26).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(11)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(12)  Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).

(14)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(16)  ΕΕ C 100 της 6.4.2013, σ. 12.

Σχετικές επίκαιρες αποφάσεις

Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Πρόσφατες αποφάσεις στην κατηγορία Επενδύσεις - Αναπτυξιακά κίνητρα

Σχετικές ειδήσεις άρθρα

Related from Links


Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories