Αποτελέσματα live αναζήτησης

Άρειος Πάγος 1001/2012 Δικαιώματα, νομική φύση, χαρακτηριστικά και λειτουργία σύμβασης κατάθεσης χρημάτων σε κοινό λογαριασμό τράπεζας

Δημοσιεύθηκε στις : [ 07-06-2012 ]
Κατηγορία: Λοιπά

Άρειος Πάγος 1001/2012
Δικαιώματα, νομική φύση, χαρακτηριστικά και λειτουργία σύμβασης κατάθεσης χρημάτων σε κοινό λογαριασμό τράπεζας

Αριθμός 1001/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Καρσαμπά.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Α. του Π., συζ. Π. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χαρά Καζαντζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Νοεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 167/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 558/2008). Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ)ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 εδ.α' και β' του Ν. 5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως το πρώτο αντικ. από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του κατά τη σύναψη της καταβαλλόμενου απ' αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί (ΑΠ 467/1991, ΑΠ 432/1990). Η λειτουργία όμως της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε με τη βούληση του καταθέτη. Περαιτέρω, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών είτε ένας είτε μερικοί είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξη τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μία ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου; μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000). Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν. Κατ' αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 27-11-2005 (αρ.εκθ.κατ.467/2005) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η ενάγουσα εκθέτει ότι με τον εναγόμενο σύζυγό της, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση από 10-8-2005, διατηρούσαν τον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό στη .............. Τράπεζα. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2005 μέχρι 23-8-2005, ο εναγόμενος ανέλαβε τμηματικά ολόκληρη τη χρηματική κατάθεση του ως άνω λογαριασμού, ποσού 608.396,21 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζητεί, μετά την παραδεκτή μετατροπή σε αναγνωριστικό του καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί, με βάση και τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και αδικαιολογήτου πλουτισμού, ότι ο εναγόμενος της οφείλει (α) το ήμισυ του ως άνω αναληφθέντος ποσού, ήτοι 304,198,10 ευρώ και (β) το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από τις 23-9-2005 άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται από τις προδιαληφθείσες διατάξεις και είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη. Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.14 (και όχι 8), αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο τρίτος και ο ένατος από τους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, η παραδοχή ή η απόρριψη αιτήματος επαναλήψεως της συζητήσεως, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν έκαμε χρήση της δυνατότητας αυτής δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ. Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, γιατί η κατανομή του βάρους αποδείξεως γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 344/2007). Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση της υποθέσεως ήταν προφορική και οι διάδικοι προσκόμισαν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά τους μέσα, με βάση τα οποία, αλλά και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.1 και 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν. 2995/2001 και ισχύει από 1-1-2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 2543/2001.

Συνεπώς, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολομ.ΑΠ 2/2008, Ολομ.ΑΠ 14/2005). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (ΑΠ 1851/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε την υπ' αριθμό .../15-11-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξανθίππης Λέντζαρη-Μόσχου. Όπως δέχεται το Εφετείο η ένορκη αυτή βεβαίωση μάρτυρα δόθηκε χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας, ώστε είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (άρθρα 270 παρ.1 και 3, 336 παρ.3, 339, 395 και 524 ΚΠολΔ - ΑΠ 405/2008, ΑΠ 691/2007, ΑΠ 1379/2006, ΑΠ 1628/2003, ΑΠ 205/2008, ΑΠ 329/2008, ΑΠ 691/2007). Περαιτέρω το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ' επικλήσεως" και μόνον αυτά. Περαιτέρω "η δήλωση στοιχείων για το άνοιγμα λογαριασμών καταθέσεων" αποτέλεσε κοινό αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς ο τέταρτος και ο όγδοος, εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και αντίγραφο βιβλιαρίου καταθέσεων του τηρουμένου στην Τράπεζα ................. λογαριασμού με αριθμό EUR ... που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων δεν στήριξε σε αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Επομένως, ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην ..., στις 16-7-1994, από τον οποίο απέκτησαν τέσσερα (4) ανήλικα τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε οριστικά στις 10-8-2005, με τη μετοίκηση της ενάγουσας από τη συζυγική οικία και την εγκατάστασή της, μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, σε ιδιόκτητη οικία της στην ..., δυνάμει της 1821/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία, επιπλέον, αυτή ανέλαβε και την αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων. Με τη 220/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων. Η ενάγουσα, υπάλληλος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αποσπάσθηκε την 1-9-1998 στη Δ.Ο.Υ. ..., όπου και η συζυγική οικία, ενώ από την 1-8-2005 υπηρετεί πλέον στη Β' Δ.Ο.Υ ... . Ο εναγόμενος διατηρεί από ετών επικερδή επιχείρηση "internet cafe" στην .... Πλέον των μηνιαίων αποδοχών της, η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια: μιας οικίας, εμβαδού 117 τ.μ. στην ..., την οποία αρχικά εκμίσθωνε, ήδη όμως από τις 10-8-2004 διαμένει σ' αυτήν μετά των τέκνων της, ενός καταστήματος στη ..., το οποίο επίσης εκμισθώνει, ενώ, δυνάμει του .../20-12-2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Τζοϊτη, ενός διαμερίσματος στο Λουτράκι Κορινθίας, εμβαδού 33,40 τ.μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με τον εναγόμενο. Διατηρεί επίσης έναν τραπεζικό λογαριασμό στην .......... ΤΡΑΠΕΖΑ, στον οποίο κατατίθεται η μισθοδοσία της. Ο εναγόμενος, είναι, επιπλέον, κύριος, νομέας, και κάτοχος των κάτωθι ακινήτων: (α) ενός αγροτεμαχίου, στη θέση "Δένδρα" της Ανατολής Ιωαννίνων, εμβαδού 2.074 τ.μ., δυνάμει της .../23-12-1996 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως του Συμβολαιογράφου Ιωάννη Λέντζαρη, (β) ενός αγροτεμαχίου, στη θέση "Γραβιά" Κόνιτσας, εμβαδού 8.940,13 τ.μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει .../22-9-1998 άγοραπωλητήριου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κόνιτσας Παρασκευής Χαλιαμάνη, (γ) ενός διαμερίσματος, ευρισκομένου στην Αθήνα και επί της οδού Ηπείρου αριθμ. 32, εμβαδού 92,60 τ.μ., δυνάμει του .../23-2-2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιφιγένειας Χριστιά, (δ) ενός διαμερίσματος με υπόγειο χώρο στάθμευσης, εμβαδού 76,30 τ.μ. και 14,70 τ.μ., αντίστοιχα, σε πολυόροφη οικοδομή που βρίσκεται στα Ιωάννινα και επί της οδού ..., δυνάμει του .../21-5-2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη και (ε) δύο διαμερισμάτων, εμβαδού 50,50 τ.μ. και 35 τ.μ., σε πολυώροφη οικοδομή που βρίσκεται στα Ιωάννινα, στη συμβολή των οδών ... και..., δυνάμει του .../4-11-2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 2004, ο εναγόμενος, πλην των ως άνω περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε στο όνομα του, προέβαινε σε ενέργειες, με σκοπό την ενίσχυση της με την ενάγουσα κοινής περιουσίας, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να βελτιωθεί η διαβίωση των ιδίων και των ανηλίκων τέκνων τους. Στα πλαίσια του σκοπού αυτού, δυνάμει του .../25-5-1998 συμβολαιογραφικού εγγράφου της Συμβολαιογράφου Κόνιτσας Παρασκευής Χαλιαμάνη, η ενάγουσα χορήγησε στον εναγόμενο-σύζυγό της ειδική πληρεξουσιότητα και εντολή, προκειμένου αυτός να προβεί, για λογαριασμό της, στην πώληση των παραπάνω περιουσιακών της στοιχείων, ήτοι του διαμερίσματος στην ... και του καταστήματος στη ... . Περαιτέρω, στις 31-8-1995, ο εναγόμενος προσήλθε στο κατάστημα της ".................. ΕΛΛΑΔΟΣ" στα Ιωάννινα και κατήρτισε σύμβαση κοινού λογαριασμού και συγκεκριμένα του ..., δηλώνοντας ως συνδικαιούχους τον ίδιο και τη σύζυγο του, έτσι ώστε να μπορεί να κινείται ο συγκεκριμένος λογαριασμός από οποιονδήποτε απ' αυτούς, χωρίς τη σύμπραξη του άλλου. Κατά το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού συμπληρώθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας η από 31-8-1995 έντυπη "δήλωση στοιχείων για το άνοιγμα λογαριασμών καταθέσεων", με τους αντίστοιχους κωδικούς των δύο συνδικαιούχων, ήτοι ... και ... για τον εναγόμενο και την ενάγουσα, αντίστοιχα και εκδόθηκε το οικείο βιβλιάριο κατάθεσης ταμιευτηρίου, το οποίο παρέλαβε ο εναγόμενος και πραγματοποιούσε με αυτό όλες τις συναλλαγές μέχρι το κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού.

Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι τα χρήματα του κοινού αυτού λογαριασμού χρησιμοποιούνταν κυρίως για επενδυτικές ενέργειες που σκοπούσαν στην επαύξηση της κοινής περιουσίας και συγκεκριμένα για την τροφοδότηση του επίσης κοινού επενδυτικού λογαριασμού στη "................ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ", με συνδικαιούχους τους διαδίκους και τη θυγατέρα τους Β. και για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, στο όνομα αμφοτέρων των διαδίκων. Χαρακτηριστικά, στις 12-1-2005, ο εναγόμενος προέβη σε ανάληψη του ποσού των 591.000 ευρώ από τον επίδικο λογαριασμό, το οποίο αυθημερόν κατέθεσε στον παραπάνω κοινό επενδυτικό λογαριασμό. Ενόψει των ανωτέρω, τυγχάνει ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επαναφέρει προς κρίση στη δευτεροβάθμια δίκη με την υπό κρίση έφεσή του, ότι αυτός και η σύζυγός του (ενάγουσα) είχαν, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, πλήρη οικονομική αυτοτέλεια, κυρίως με απαίτηση και πρωτοβουλία της τελευταίας. Στη συνέχεια, οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να επιδεινώνονται, με αποκορύφωμα το σοβαρό επεισόδιο της 27ης-3-2005, το οποίο είχε ως συνέπεια την οριστική ρήξη στην έγγαμη συμβίωσή τους. Ενόψει της διαφαινόμενης πλέον λύσεως του γάμου τους, ο εναγόμενος άρχισε να μεθοδεύει την ανάληψη των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς. Ειδικότερα, στις 29-3-2005, προέβη σε ολική εξαγορά του προαναφερθέντος επενδυτικού λογαριασμού, ύψους 593.057,03 ευρώ και στην κατάθεση του ποσού αυτού, την επόμενη (30-3-2005), στον επίδικο λογαριασμό. Στις 31-3-2005, ο ίδιος προέβη σε ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό συνολικού ποσού 600.000 ευρώ σε έξι (6) επιταγές, ύψους 84.000 ευρώ, 116.000 ευρώ, 128.000 ευρώ, 72.000 ευρώ, 110.000 και 90.000 ευρώ; με συνέπεια να απομείνει υπόλοιπο 8.396,21 ευρώ. Στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2005 μέχρι 8-7-2005, προέβη σε καταθέσεις μικροποσών και συγκεκριμένα, 1.157,48 ευρώ, 34,61 ευρώ, 3,46 ευρώ, 15,86 ευρώ, 15,86 ευρώ και 15,86 ευρώ, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2005 μέχρι 23-8-2008, ανέλαβε όλο το απόμειναν υπόλοιπο, ύψους 9.648.28 ευρώ, κλείνοντας τον επίδικο λογαριασμό. Στις 27-9-2005, ο εναγόμενος κατέθεσε τις πέντε από τις έξι παραπάνω επιταγές, ύψους 110.000 ευρώ, 72.000, 128.000 ευρώ, 84.000 ευρώ και 116.000 ευρώ, σε ατομικό του λογαριασμό με αριθμό ΕUR ... που τηρούσε στην Τράπεζα ................. Την ίδια ημέρα μάλιστα κατάρτισε με την εν λόγω Τράπεζα την .../27-9-2005 σύμβαση ανοιχτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης και χρηματοδότηση της επιχείρησής του. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τα χρήματα του επιδίκου λογαριασμού προέρχονταν από τις επενδυτικές κινήσεις, στις οποίες προέβαινε κυρίως ο εναγόμενος, με χρήματα αμφοτέρων των διαδίκων. Αντίθετα, αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επίσης επαναφέρει με την έφεση, ότι ο επίδικος λογαριασμός περιείχε αποκλειστικά χρήματα του θείου του, Χ. Χ., ανοίχθηκε από τον εναγόμενο, κατά παράκληση τούτου (Χ. Χ.) και προς διευκόλυνσή του, λόγω της εμπλοκής του σε αντιδικία με την οικογένειά του και εκινείτο αποκλειστικά απ' αυτόν τον τελευταίο. Το γεγονός δε ότι ο εναγόμενος είχε χορηγήσει στον θείο του ανέκκλητη ειδική πληρεξουσιότητα και εντολή να προβαίνει σε οποιαδήποτε τραπεζική συναλλαγή σε οποιαδήποτε τράπεζα στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, δυνάμει του .../27-11-2001 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιφιγένειας Χριστιά-Μπάη, το οποίο (ο εναγόμενος) επικαλείται και προσκομίζει, αποδίδεται στις στενές συγγενικές τους σχέσεις και στα αισθήματα αγάπης, σεβασμού και εμπιστοσύνης που ο εναγόμενος έτρεφε για το θείο του. Εξάλλου, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα, ο Χ. Χ. δεν ενήργησε οποιαδήποτε συναλλαγή αφορώσα στον επίδικο λογαριασμό. Αντίθετα, από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος και συγκεκριμένα από τα αντίγραφα ενταλμάτων πληρωμής, δύο (2) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ενός της Τράπεζας .............., αποδεικνύεται ότι, στις 10-12-2007, ο Χ. Χ., με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο, προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις χρημάτων από άλλους, πλην του επιδίκου (ο οποίος, άλλωστε, είχε κλείσει από τις 23-8-2005), λογαριασμούς, ήτοι των ποσών 40 ευρώ και 5.000 ευρώ από τον ... κοινό λογαριασμό (με συνδικαιούχους τους διαδίκους) στην πρώτη των άνω Τραπεζών και του ποσού των 4.500 ευρώ από τον προαναφερθέντα ατομικό λογαριασμό του εναγομένου στην δεύτερη Τράπεζα. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο εναγόμενος, έχοντας την πρωτοβουλία του χειρισμού. των οικονομικών της οικογένειας, λόγω και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, προέβαινε, ενεργώντας και για λογαριασμό της συζύγου του (ενάγουσας), σε τραπεζικές και άλλες επενδυτικές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων και σε καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό, τελικά δε, μετά την οριστική ρήξη των σχέσεών τους, ανέλαβε το σύνολο των κατατεθειμένων στον επίδικο λογαριασμό χρημάτων, ύψους 608.396,21 ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατέθεσε μάλιστα εκ των υστέρων σε ατομικό του λογαριασμό. Περαιτέρω, ο εναγόμενος-εκκαλών δεν απέδειξε, ως έχων το σχετικό βάρος αποδείξεως, τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα να μην έχει αυτή οποιοδήποτε δικαίωμα επί των χρημάτων του επιδίκου λογαριασμού και επομένως ούτε δικαίωμα αναλήψεως, παρά μόνον μετά από σχετική εντολή τούτου ή του θείου του, στους οποίους και όφειλε να τα αποδίδει, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος-εκκαλών. Το γεγονός και μόνον ότι η ενάγουσα δεν προέβη η ίδια σε πράξη κατάθεσης ή ανάληψης ή άλλη πράξη συναλλαγής ως προς τον επίδικο λογαριασμό δεν καταδεικνύει από μόνο του ότι αυτή δεν είχε δικαίωμα στο λογαριασμό αυτό και ότι είχε ορισθεί ως συνδικαιούχος απλώς και μόνον προς διευκόλυνση του συζύγου της. Εξάλλου, ο αδελφός του εναγομένου, Κ. Χ., ο οποίος εξετάσθηκε πρωτοδίκως ως μάρτυρας, ουδέν περί τούτου εισέφερε, δεδομένου ότι αγνοούσε ακόμη και την ύπαρξη του κοινού, λογαριασμού. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε επί λέξει: "δεν γνώριζα ότι είχαν κοινό λογαριασμό με τη νύφη μου μέσα", ενώ σε σχετική ερώτηση αν γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε ενημερώσει τη σύζυγο του ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού ανήκουν μόνον στο θείο του, απήντησε ότι "αυτό δεν το γνωρίζω". Ελλείψει, λοιπόν, συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ή άλλης εσωτερικής σχέσεως, δυνάμει της οποίας να κατανέμεται άλλως ο κοινός λογαριασμός, η ενάγουσα, ασκώντας δικαίωμα αναγωγής κατά του εναγομένου, δικαιούται το ήμισυ τούτου, όπως κατ' ορθή κρίση δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου-εκκαλούντος τυγχάνουν αβάσιμες. Ακολούθως απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο έβδομος και ο δέκατος, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2010 αίτηση του Π. Σ. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 167/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Want to see comments? Unfortunately this feature requires cookies currently not allowed by your settings. You may click here to change them if you wish to use this feature.

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.



Σχετικές ειδήσεις άρθρα


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης