Live Search Results

ΣτΕ 399/2015

Δημοσιεύθηκε στις : [ 17-06-2015 ]
ΣτΕ 399/2015
Η αναστολή του απόρρητου των καταθέσεων καθώς και τα άλλα μέτρα που επιβάλλονται στους παραβάτες του άρθρου 14 παρ 1 του ν.2523/1997 έχουν επείγοντα χαρακτήρα και σκοπούν στην διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου

Κατηγορία: Έλεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

Περίληψη

Όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 (παρ. 6 και 7) του ν. 2992/2002, σε περίπτωση διαπίστωσης από τη φορολογική αρχή, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, φορολογικής παράβασης συνιστάμενης, μεταξύ άλλων, στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη υπόψη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το οριζόμενο στο νόμο ποσό, επιβάλλονται στους παραβάτες τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 14 μέτρα, τα οποία αίρονται κατά τους όρους του πέμπτου εδαφίου της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.

Όπως δε προκύπτει τόσο από τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου 14, όσο και από το περιεχόμενο των μέτρων αυτών και την άρση τους στις οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις, αλλά και τα αναφερόμενα στην οικεία εισηγητική έκθεση, τα εν λόγω μέτρα έχουν επείγοντα χαρακτήρα, σκοπούν στην διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, λαμβάνονται δε προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικού περιεχομένου αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, προτού ο ίδιος προλάβει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία και να αποσύρει τις καταθέσεις του, πριν από τα στάδιο οριστικοποίησης των φορολογικών εγγραφών (πρβλ. ΣτΕ 2797/2009 7μ., ΣτΕ 5/2014, ΣτΕ 1372/2014).

Κατά συνέπεια, ο διασφαλιστικός του δημοσίου συμφέροντος ως άνω σκοπός των μέτρων αυτών θα διέτρεχε άμεσο κίνδυνο ματαιώσεως, αν ο ενδιαφερόμενος εκαλείτο και ελάμβανε γνώση των σχεδιαζομένων σε βάρος του μέτρων. Εξάλλου, τα ανωτέρω μέτρα, παρά το νομοθετικό χαρακτηρισμό τους ως κυρώσεων, δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα ούτε, άλλωστε, προσλαμβάνουν τέτοιο χαρακτήρα, λόγω του ότι ενδέχεται να κατατείνουν και στη συμμόρφωση των παραβατών προς τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος τους (ΣτΕ 1372/2014, ΣτΕ 2024/2010).

ΣτΕ  399/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α.- Γ. Βώρος, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 8 Ιουλίου 2013 αίτηση:
της Εταιρείας με την επωνυμία ".. ...", η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στις Σέρρες (οδός .. αρ. ..), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Ελένη Μπερτσεκά (Α.Μ. 21271), που την διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 409/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και

την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο


1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 3647516, 1303973-4/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α), ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 409/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατ’ αποδοχήν έφεσης του Δημοσίου, αφού εξαφανίστηκε η υπ’ αριθμ. 2329/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια, δικάστηκε και απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά των: α) υπ’ αριθμ. 1094060/13553/ΔΕ-Γ/18.11.2003 πράξης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία λήφθηκαν σε βάρος της τα προβλεπόμενα από την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 απαγορευτικά - διασφαλιστικά μέτρα, β) σιωπηρής απόρριψης από τον Υπουργό των Οικονομικών της από 30.4.2003 αίτησής της για άρση των ληφθέντων σε βάρος της με την πιο πάνω πράξη μέτρων.

2. Επειδή, με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, ή η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την δικονομική υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία ερμηνεία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου ζητήματος είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία -επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητος για την διάγνωση των σχετικών υποθέσεων - του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 4987/2012, 3933/2012). Επομένως, σε περίπτωση επικλήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος ελλείψεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα πρέπει η έλλειψη αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά να αφορά αποκλειστικά στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης (ΣτΕ 1015 - 6/2014, πρβλ. ΣτΕ 3008, 3010 - 11/2013).

3. Επειδή, με το εισαγωγικό δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, προβάλλεται καταρχήν προς θεμελίωση του παραδεκτού ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με την παραπεμπτική στην Ολομέλεια υπ’ αριθμ. 1032/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Λαμβανομένου υπόψη ότι με την υπ’ αριθμ. 1032/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως και με την υπ’ αριθμ. 3316/2014 σχετική απόφαση της Ολομελείας, επιλύθηκε νομικό ζήτημα καθ’ ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε του ν. 3296/2004, με την οποία προβλέπεται το μέτρο της δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, και όχι της εφαρμοσθείσης εν προκειμένω από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διάταξης του άρθρου 14 του ν. 2523/1997. Κατά συνέπεια, ο σχετικός, προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως, λόγος περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε νομολογία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΣτΕ 2954/2014, 3598-9/2012 εν Συμβουλίω).

4. Επειδή, στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 «Περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία...» (ΦΕΚ Α΄179), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ποσό πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές (150.000 ευρώ κατά το άρθρο 21 του ν. 2948/2001, ΦΕΚ Α΄ 242) από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων.

Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογουμένου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών... Το παραπάνω ποσό μπορεί να αυξομειώνεται... Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σ’ αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη κατά το χρόνο της διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.

Για τον προσδιορισμό του ορίου του προηγούμενου εδαφίου από παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι 31.12.2001 τα ποσά που εμφανίζονται στα πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία σε δραχμές μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δραχμής και ευρώ, στρογγυλοποιούμενα στην πλησιέστερη προς τα κάτω μονάδα (τα δύο τελευταία εδάφια προστέθηκαν με την παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 2992/2002, ΦΕΚ Α΄54/20.3.2002) ... 2. Αντίγραφο της πιο πάνω ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται από την αρχή που τη συνέταξε στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία υποχρεώνεται να ενημερώσει με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Οι ανωτέρω υπηρεσίες και φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεώνονται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία ή διατύπωση.

3. Η ενέργεια αυτή της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων κοινοποιείται συγχρόνως και στο φορολογούμενο με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί μέσα σε ένα (1) μήνα από την ειδοποίησή του να ζητήσει με αίτησή του στον Υπουργό των Οικονομικών την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων.

Ο Υπουργός Οικονομικών αποφαίνεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η κατά τον Κ.Φ.Δ. προσφυγή 4. Κατ’ εξαίρεση των όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προς απόδοση στο Δημόσιο ποσών από Φ.Π.Α.... και των νομίμων προσαυξήσεων αυτών και προστίμων...

Ειδικά για τις περιπτώσεις του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει το 100% του τελικού ποσού του οικείου προστίμου που επιβλήθηκε σ’ αυτόν κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 9 του ν. 2523/1997 (το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 16 του ν. 2992/2002, ΦΕΚ Α΄54/20.3.2002)».

Όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 (παρ. 6 και 7) του ν. 2992/2002, σε περίπτωση διαπίστωσης από τη φορολογική αρχή, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, φορολογικής παράβασης συνιστάμενης, μεταξύ άλλων, στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη υπόψη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το οριζόμενο στο νόμο ποσό, επιβάλλονται στους παραβάτες τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 14 μέτρα, τα οποία αίρονται κατά τους όρους του πέμπτου εδαφίου της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.

Όπως δε προκύπτει τόσο από τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου 14, όσο και από το περιεχόμενο των μέτρων αυτών και την άρση τους στις οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις, αλλά και τα αναφερόμενα στην οικεία εισηγητική έκθεση, τα εν λόγω μέτρα έχουν επείγοντα χαρακτήρα, σκοπούν στην διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, λαμβάνονται δε προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικού περιεχομένου αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, προτού ο ίδιος προλάβει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία και να αποσύρει τις καταθέσεις του, πριν από τα στάδιο οριστικοποίησης των φορολογικών εγγραφών (πρβλ. ΣτΕ 2797/2009 7μ., ΣτΕ 5/2014, ΣτΕ 1372/2014).

Κατά συνέπεια, ο διασφαλιστικός του δημοσίου συμφέροντος ως άνω σκοπός των μέτρων αυτών θα διέτρεχε άμεσο κίνδυνο ματαιώσεως, αν ο ενδιαφερόμενος εκαλείτο και ελάμβανε γνώση των σχεδιαζομένων σε βάρος του μέτρων. Εξάλλου, τα ανωτέρω μέτρα, παρά το νομοθετικό χαρακτηρισμό τους ως κυρώσεων, δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα ούτε, άλλωστε, προσλαμβάνουν τέτοιο χαρακτήρα, λόγω του ότι ενδέχεται να κατατείνουν και στη συμμόρφωση των παραβατών προς τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος τους (ΣτΕ 1372/2014, ΣτΕ 2024/2010).

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, η οποία από 20.6.2001 τελεί υπό εκκαθάριση, είχε, κατά το έτος 2000, αντικείμενο εργασιών την εμπορία και διάθεση αγροτικών προϊόντων με σκοπό το κέρδος. Από διασταυρωτικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν από τα αρμόδια φορολογικά όργανα τόσο στα βιβλία και στοιχεία της, όσο και σε αυτά άλλων εμπλεκόμενων επιτηδευματιών, προέκυψε ότι φορολογικά στοιχεία, τα οποία φέρεται ότι εξέδωσε κατά το έτος 2000 ο ....., συνολικής αξίας 270.213,85 ευρώ, δεν εκδόθηκαν από αυτόν, αλλά από την υποκρυπτόμενη αναιρεσείουσα εταιρία και για το λόγο αυτό τα συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία χαρακτηρίστηκαν ως εικονικά. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές και ενόψει του ότι η συνολική καθαρή αξία των πιο πάνω εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 2992/2002, συντάχθηκε η από 3-7-2003 ειδική έκθεση ελέγχου, ακολούθως δε, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1094060/13553/ΔΕ - Γ/18.11.2003 πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία ορίστηκαν ως άμεσα εφαρμοστέα σε βάρος της αναιρεσείουσας τα μέτρα του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2523/1997. Ακολούθως αυτή με την από 13.5.2004 αίτησή της προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ζήτησε την άρση των μέτρων αυτών, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρώς. Κατά της σιωπηρής απόρριψης της αίτησής της αυτής, καθώς και κατά της προαναφερόμενης πράξης, με την οποία ορίστηκαν ως άμεσα εφαρμοστέα σε βάρος της τα ένδικα μέτρα, αυτή άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή. Έφεση που άσκησε το Δημόσιο κατά της πρωτόδικης απόφασης έγινε ομοίως δεκτή και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια, δικάστηκε η προσφυγή της αναιρεσείουσας.

6. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η προαναφερθείσα πράξη με την οποία λήφθηκαν σε βάρος της τα ένδικα μέτρα, εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, καθόσον δεν κλήθηκε, πριν από τη λήψη τους, να εκθέσει τις απόψεις της, κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2960/1999, ΦΕΚ Α΄45), με την αιτιολογία ότι τα μέτρα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 έχουν προσωρινό χαρακτήρα και αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των φερόμενων ως οφειλετών του Δημοσίου να ματαιώσουν την εκπλήρωση των διαπιστωθεισών φορολογικών τους υποχρεώσεων με την μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων και την απόσυρση των καταθέσεών τους, ως εκ τούτου, ο διασφαλιστικός του δημοσίου συμφέροντος σκοπός τους θα διέτρεχε άμεσο κίνδυνο ματαιώσεως αν ο ενδιαφερόμενος εκαλείτο και ελάμβανε γνώση των σχεδιαζόμενων σε βάρος του μέτρων, ενώ, εξάλλου, η επιβολή των ένδικων μέτρων αποτελεί δέσμια αρμοδιότητα για τη διοίκηση, οπότε και εξ αυτού του λόγου δεν απαιτείται πριν από την επιβολή των μέτρων αυτών να κληθεί ο ενδιαφερόμενος να εκθέσει τις απόψεις του. Με την κρινόμενη αίτηση, πλήσσεται ως μη νόμιμη η ανωτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προς θεμελίωση δε του παραδεκτού του σχετικού λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο επαναλαμβάνεται ο ως άνω λόγος της προσφυγής, προβάλλεται έλλειψη νομολογίας επί του ανωτέρω τεθέντος σχετικού ζητήματος και, καθ’ ερμηνεία του λόγου, αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τις υπ’ αριθμ. 3710-3711/2006 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ο λόγος αυτός ο οποίος κατά το πρώτο σκέλος (περί ελλείψεως νομολογίας) είναι παραδεκτός, διότι, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως (9-7-2013) δεν υπήρχε, πράγματι, νομολογία επί του ζητήματος αυτού είναι, όμως, απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 4, τα μέτρα αυτά δεν έχουν χαρακτήρα γνήσιας κύρωσης, ούτως ώστε να επιβάλλεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας επιβολής τους η προηγούμενη τήρηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του φορολογουμένου (ΣτΕ 1372/2014, πρβλ. ΣτΕ 5/2014). Εξάλλου, ως προς το δεύτερο σκέλος του ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, με τις ως άνω δυο αποφάσεις, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλείται ως αντίθετες με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό ότι η έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων προϋποθέτει και την υποκειμενική εμπλοκή του φερόμενου ως εκδότη και αποτελεί αντικείμενο απόδειξης και ουσιαστικής εκτίμησης των γεγονότων προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η έννοια της εικονικότητας αυτών, με συνέπεια να επιβάλλεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας επιβολής τους η τήρηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, δηλαδή, κρίθηκε διαφορετικό νομικό ζήτημα (ΣτΕ 1372/2014).

7. Επειδή, περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι μη νόμιμα ελήφθησαν με την ένδικη πράξη για δεύτερη φορά σε βάρος της τα ένδικα μέτρα, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ενόψει του ότι με την υπ’ αριθμ. 1040317/11333/ΔΕ-Γ/28.5.2003 πράξη του Προϊσταμένου της ίδιας Διεύθυνσης είχαν ληφθεί σε βάρος της τα ίδια μέτρα, με την αιτιολογία ότι η υπ’ αριθμ. 1094060/1133/ΔΕ-Γ/18.11.2003 πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία ελήφθησαν τα ένδικα μέτρα, εκδόθηκε κατά δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, με την οποία ορίζεται ότι τα ένδικα μέτρα επιβάλλονται κάθε φορά που διαπιστώνονται φορολογικές παραβάσεις, μεταξύ άλλων, έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και, συνεπώς, δεν καταλείπεται στην προκείμενη περίπτωση έδαφος εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοίκησης.

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση πλήσσεται η ανωτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως μη νόμιμη, προς δε θεμελίωση του παραδεκτού της αιτήσεως προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομολογία επί του ζητήματος της αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 στην κατοχυρούμενη στο άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας από την άποψη ότι με αυτήν επιβάλλονται υπέρμετροι περιορισμοί επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και οικονομικής ελευθερίας των ελεγχομένων, χωρίς, όμως, να υφίσταται α) ούτε συσχετισμός του ύψους των αποδιδόμενων παραβάσεων με το ύψος των δεσμευόμενων καταθέσεων και την αξία των περιουσιακών στοιχείων που πρόκειται να δεσμευθούν και ιι) ούτε περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να δεσμευθούν, ούτε ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως, ενόψει και του ότι δεν τίθεται κανένας περιορισμός στην εξουσία της Διοίκησης να επιβάλλει τα μέτρα αυτά σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της εν λόγω διάταξης σε περισσότερους του ενός διενεργούμενους φορολογικούς ελέγχους. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, εν προκειμένω, έχει δεσμευθεί όχι το 50% των καταθέσεών της, αλλά το 75% αυτών, δεδομένου ότι η φορολογική αρχή δεν εντόπισε με τον πρώτο διενεργηθέντα έλεγχο, ο οποίος απέληξε στην έκδοση της υπ’ αριθμ. 1040317/11333/ΔΕ- Γ/28-5-2003 (πρώτης) πράξης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία το πρώτον λήφθησαν σε βάρος τα μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, τα φερόμενα στην από 3-7-2003 ειδική έκθεση ελέγχου επί της οποίας ερείδεται η αναφερόμενη στη σκέψη 1 πράξη του ιδίου Προϊσταμένου ως εικονικά τιμολόγια, αλλά επανήλθε με την (χρονολογικά) δεύτερη αυτή πράξη, επαναδεσμεύοντας το εναπομείναν ήμισυ, των ήδη κατά το ήμισυ δεσμευθεισών τραπεζικών καταθέσεών της.

9. Επειδή, επί του πρώτου σκέλους του αναφερόμενου στην προηγούμενη σκέψη λόγου, πράγματι, δεν υπήρχε, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως, νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με συνέπεια, κατά το σκέλος αυτό, ο σχετικός λόγος να προβάλλεται, καταρχήν, παραδεκτώς. Πλην, όμως, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει θέση υπόψη των δικαστηρίων της ουσίας πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις συντρέχουσες εν προκειμένω ειδικότερες προϋποθέσεις επιβολής των μέτρων του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (ιδίως σε ότι αφορά το ύψος των δεσμευθεισών καταθέσεών της, καθώς και το σύνολο αυτών), ούτως ώστε να μπορεί να διακριβωθεί εάν η επιβολή των μέτρων υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις έχει οδηγήσει στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της προδήλως δυσανάλογου ύψους σε σχέση με το ύψος των αποδοθεισών σε αυτήν φορολογικών παραβάσεων, είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΣτΕ 1372/2014). Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αναφερόμενου στην προηγούμενη σκέψη λόγου δεν τίθεται εν τοις πράγμασι νομικό ζήτημα, διότι η προβολή του συναρτάται με πραγματικό που δεν προκύπτει απ’ την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ούτε προβάλλεται ή προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ότι αυτό είχε τεθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ενώ, εξάλλου, ούτε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι, όπως προβάλλεται, η για δεύτερη φορά λήψη των αυτών μέτρων του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 με την ένδικη πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, έχει οδηγήσει σε δέσμευση του 75% των καταθέσεών της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια, ο προαναφερθείς λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

10. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 2015.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος

Η Γραμματέας
Σχόλια:
Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.
Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.
Σχετικές επίκαιρες αποφάσεις
Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.
Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.

Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.

Πρόσφατες αποφάσεις στην κατηγορία Έλεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.

Σχετικές ειδήσεις άρθρα

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.

Related from Links


Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες
ή σε μη μέλη που έχουν δικαίωμα προβολής του αντικειμένου που αφορά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο Πατήστε εδώ για περισσότερα.

Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες Πατηστε ΕΔΩ.
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories