Αποτελέσματα live αναζήτησης

Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

Δημοσιεύθηκε στις : [ 08-06-2011 ]
Κατηγορία: Επενδύσεις - Αναπτυξιακά κίνητρα

Οδηγία 2011/61/ΕΕ
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [1],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [2],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία [3],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση ενός σημαντικού ποσού επενδυμένων περιουσιακών στοιχείων στην Ένωση, καθώς και για σημαντικά ποσά εμπορικών συναλλαγών σε αγορές για χρηματοοικονομικά μέσα, και μπορούν να ασκήσουν σημαντική επιρροή σε αγορές και εταιρείες στις οποίες επενδύουν.

(2) Η επίδραση των ΔΟΕΕ στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται είναι πολύ θετική, αλλά οι πρόσφατες χρηματοοικονομικές δυσχέρειες τόνισαν τον τρόπο με τον οποίο οι δραστηριότητες των ΔΟΕΕ μπορούν επίσης να χρησιμεύσουν για την εξάπλωση ή την ενίσχυση των κινδύνων μέσω του χρηματοοικονομικού συστήματος. Οι μη συντονισμένες εθνικές ανταποκρίσεις καθιστούν δύσκολη την αποδοτική διαχείριση αυτών των κινδύνων. Κατά συνέπεια, η παρούσα οδηγία επιδιώκει τη θέσπιση κοινών απαιτήσεων οι οποίες θα διέπουν την έγκριση και την εποπτεία των ΔΟΕΕ, προκειμένου να προβλεφθεί συνεκτική προσέγγιση για τους συναφείς κινδύνους και τις επιπτώσεις τους στους επενδυτές και στις αγορές στην Ένωση.

(3) Οι πρόσφατες δυσχέρειες στις χρηματοοικονομικές αγορές υπογράμμισαν την ευπάθεια πολλών στρατηγικών των ΔΟΕΕ σε ορισμένους ή πολλούς σημαντικούς κινδύνους σε σχέση με επενδυτές, με άλλους συμμετέχοντες στις αγορές και με τις αγορές. Η θέσπιση ενός πλαισίου ικανού να αντιμετωπίσει τους εν λόγω κινδύνους, λαμβάνοντας υπόψη το πολυσχιδές φάσμα επενδυτικών στρατηγικών και τεχνικών που χρησιμοποιούν οι ΔΟΕΕ, είναι απαραίτητη για την πρόβλεψη ολοκληρωμένων και κοινών ρυθμίσεων εποπτείας. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ για ΔΟΕΕ οι οποίοι διαχειρίζονται όλους τους τύπους οργανισμών οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) [4], ανεξαρτήτως του νομικού ή συμβατικού τρόπου με τον οποίο ανατίθεται αυτή η ευθύνη στους ΔΟΕΕ. Οι ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να δικαιούνται να διαχειρίζονται ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 2009/65/ΕΚ βάσει άδειας δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(4) Η παρούσα οδηγία επιδιώκει τη διαμόρφωση εσωτερικής αγοράς για τους ΔΟΕΕ και εναρμονισμένου και αυστηρού ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου για τις δραστηριότητες όλων των ΔΟΕΕ στο εσωτερικό της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος μέλος (ΔΟΕΕ της ΕΕ) και αυτών που έχουν την καταστατική τους έδρα σε τρίτη χώρα (ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ). Δεδομένου ότι οι πρακτικές συνέπειες και οι ενδεχόμενες δυσκολίες του εναρμονισμένου ρυθμιστικού πλαισίου και της εσωτερικής αγοράς για τους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που αναπτύσσουν δραστηριότητες διαχείρισης και/ή εμπορίας εντός της Ένωσης και για τους ΔΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζονται οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) εκτός ΕΕ είναι αβέβαιες και εν πολλοίς απρόβλεπτες λόγω της έλλειψης προηγούμενων εμπειριών στον τομέα αυτό, θα πρέπει να προβλεφθεί μηχανισμός επανεξέτασης. Σκοπός είναι, ύστερα από διετή μεταβατική περίοδο, να εφαρμόζεται εναρμονισμένο καθεστώς διαβατηρίου για τους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που αναπτύσσουν δραστηριότητες διαχείρισης και/ή εμπορίας εντός της Ένωσης και για τους ΔΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ εκτός ΕΕ μετά την έναρξη ισχύος σχετικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής. Σκοπός είναι το εν λόγω εναρμονισμένο καθεστώς να συνυπάρχει, για μια επιπλέον μεταβατική περίοδο τριών ετών, με τα εθνικά καθεστώτα των κρατών μελών, με την επιφύλαξη ορισμένων ελάχιστων εναρμονισμένων προϋποθέσεων. Ύστερα από αυτήν την τριετή περίοδο συνύπαρξης, σκοπός είναι τα εθνικά καθεστώτα να πάψουν να ισχύουν, μόλις τεθεί σε ισχύ περαιτέρω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη της Επιτροπής.

(5) Τέσσερα έτη από την καταληκτική ημερομηνία για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την εφαρμογή και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της, και θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η ενωσιακή εναρμονισμένη προσέγγιση προκάλεσε ή όχι οποιαδήποτε συνεχιζόμενη μείζονα διατάραξη της αγοράς και κατά πόσο η παρούσα οδηγία λειτουργεί ή όχι αποτελεσματικά υπό το πρίσμα των αρχών της εσωτερικής αγοράς και των ισότιμων όρων ανταγωνισμού.

(6) Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορίζεται στις οντότητες που έχουν συνήθη δραστηριότητα τη διαχείριση ΟΕΕ – είτε οι ΟΕΕ είναι ανοικτού είτε κλειστού τύπου και ασχέτως της νομικής μορφής των ΟΕΕ και του αν είναι εισηγμένοι ή μη – και οι οποίες συγκεντρώνουν κεφάλαια από σειρά επενδυτών με σκοπό την επένδυσή τους σύμφωνα με καθορισμένη επενδυτική πολιτική προς όφελος των εν λόγω επενδυτών.

(7) Οι επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως οι φορείς διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας, οι οποίες επενδύουν τον ιδιωτικό πλούτο επενδυτών χωρίς να αντλούν εξωτερικά κεφάλαια, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ΟΕΕ κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(8) Οι οντότητες οι οποίες δεν θεωρούνται ΔΟΕΕ κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Κατά συνέπεια, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε εταιρείες χαρτοφυλακίου, όπως αυτές ορίζονται σε αυτήν. Ωστόσο, οι διαχειριστές οργανισμών κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών ή οι ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ και οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά δεν θα πρέπει να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής της. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στη διαχείριση συνταξιοδοτικών ταμείων, σε καθεστώτα συμμετοχής ή αποταμίευσης των εργαζομένων, σε υπερεθνικά ιδρύματα, σε εθνικές κεντρικές τράπεζες, σε εθνικές, περιφερειακές και τοπικές κυβερνήσεις και φορείς ή ιδρύματα οι οποίοι διαχειρίζονται ταμεία που υποστηρίζουν συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και συνταξιοδότησης, σε οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης ή σε ασφαλιστικές συμβάσεις και κοινές επιχειρήσεις.

(9) Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων [5] και τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων [6] δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας βάσει της παρούσας οδηγίας προκειμένου να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες όπως η ατομική διαχείριση χαρτοφυλακίου σε σχέση με ΟΕΕ. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να μπορούν, ωστόσο, άμεσα ή έμμεσα, να προσφέρουν ή να διαθέτουν μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ σε επενδυτές εντός Ένωσης, μόνο στον βαθμό που τα εν λόγω μερίδια ή μετοχές μπορούν να προωθηθούν εμπορικά σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον ρυθμιστικό σκοπό της εν λόγω απαίτησης και να μεριμνούν ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απαίτησης και οι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, δυνάμει του σχετικού εθνικού δικαίου, μπορούν να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε σχέση με ΟΕΕ. Η παροχή υπηρεσιών επενδύσεων από τις εν λόγω οντότητες σε σχέση με ΟΕΕ δεν θα πρέπει να αποτελέσει ποτέ de facto καταστρατήγηση της παρούσας οδηγίας μέσω μετατροπής του ΔΟΕΕ σε οντότητα χωρίς ουσιαστική αρμοδιότητα, ανεξαρτήτως του αν ο ΔΟΕΕ είναι εγκατεστημένος εντός της Ένωσης ή σε τρίτη χώρα.

(10) Η παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζει τους ΟΕΕ. Οι ΟΕΕ θα πρέπει να μπορούν, επομένως, να εξακολουθήσουν να υπόκεινται σε εθνική ρύθμιση και εποπτεία. Η κανονιστική ρύθμιση της διάρθρωσης ή της σύνθεσης των χαρτοφυλακίων των ΟΕΕ που διαχειρίζονται οι ΔΟΕΕ δεν θα ήταν αναλογική σε ενωσιακό επίπεδο και θα ήταν δύσκολο να προβλεφθεί τόσο εκτενής εναρμόνιση λόγω των πολύ διαφορετικών τύπων ΟΕΕ που διαχειρίζονται οι ΔΟΕΕ. Η παρούσα οδηγία, επομένως, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να εξακολουθούν να εφαρμόζουν εθνικές απαιτήσεις αναφορικά με τους ΟΕΕ που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά τους. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δύναται να επιβάλλει επιπρόσθετες απαιτήσεις πέραν των απαιτήσεων που εφαρμόζονται σε άλλα κράτη μέλη στους ΟΕΕ που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά του δεν θα πρέπει να εμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων των ΔΟΕΕ οι οποίοι έχουν λάβει άδεια σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία να προωθούν εμπορικά σε επαγγελματίες επενδυτές στην Ένωση ορισμένους ΟΕΕ εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος που επιβάλλει επιπρόσθετες απαιτήσεις και οι οποίοι, άρα, δεν υπόκεινται στις εν λόγω επιπρόσθετες απαιτήσεις, ούτε οφείλουν να συμμορφώνονται προς αυτές.

(11) Διάφορες διατάξεις της παρούσας οδηγίας υποχρεώνουν τους ΔΟΕΕ να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για τις οποίες, σε μερικές δομές ταμείων, οι ΔΟΕΕ δεν είναι υπεύθυνοι. Παράδειγμα τέτοιων δομών ταμείων αποτελεί η περίπτωση στην οποία την ευθύνη διορισμού του θεματοφύλακα έχει ο ΟΕΕ ή άλλη οντότητα που ενεργεί εξ ονόματος του ΟΕΕ. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ΔΟΕΕ δεν έχει τελικό έλεγχο για το αν πραγματικά διορίζεται θεματοφύλακας, εκτός αν ο ΟΕΕ διαθέτει σύστημα εσωτερικής διαχείρισης. Καθώς η παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζει τους ΟΕΕ, δεν είναι δυνατόν να περιέχει υποχρέωση του ΟΕΕ να διορίζει θεματοφύλακα. Σε περιπτώσεις αποτυχίας ενός ΔΟΕΕ να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τις οποίες είναι υπεύθυνος ο ΟΕΕ ή άλλη οντότητα εξ ονόματός του, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να απαιτούν από τον ΔΟΕΕ να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς θεραπεία της κατάστασης. Εάν, παρά τις ενέργειες αυτές, συνεχίζεται η απουσία συμμόρφωσης και στον βαθμό που αφορά έναν ΔΟΕΕ της ΕΕ ή έναν αδειοδοτημένο ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ, ο οποίος διαχειρίζεται έναν ΟΕΕ της ΕΕ, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να παραιτείται από τη διαχείριση του εν λόγω ΟΕΕ. Εάν ο ΔΟΕΕ δεν παραιτηθεί, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του θα πρέπει να απαιτούν την παραίτησή του και θα πρέπει να μην επιτρέπεται πλέον να προωθείται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο σχετικός ΟΕΕ. Η ίδια απαγόρευση θα πρέπει να ισχύει σε αδειοδοτημένο ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ που προωθεί εμπορικά έναν ΟΕΕ εκτός ΕΕ στην Ένωση.

(12) Εκτός αν άλλως ορίζεται ρητά, οι αναφορές της παρούσας οδηγίας στα συμφέροντα των επενδυτών του ΟΕΕ αφορούν τα συμφέροντα των επενδυτών υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά τους ως επενδυτών του ΟΕΕ και όχι τα ατομικά συμφέροντά τους.

(13) Με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων εξαιρέσεων και περιορισμών, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλους τους ΔΟΕΕ της ΕΕ οι οποίοι διαχειρίζονται ΟΕΕ εγκατεστημένους στην ΕΕ ή εκτός ΕΕ, ανεξαρτήτως αν οι εν λόγω ΟΕΕ προωθούνται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή όχι, στους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ οι οποίοι διαχειρίζονται ΟΕΕ της ΕΕ, ανεξαρτήτως αν οι εν λόγω ΟΕΕ προωθούνται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή όχι, και στους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ οι οποίοι προωθούν εμπορικά ΟΕΕ της ΕΕ ή ΟΕΕ εκτός ΕΕ στο εσωτερικό της Ένωσης.

(14) Στην παρούσα οδηγία διατυπώνονται απαιτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να διαχειρίζονται ΟΕΕ τους οποίους έχουν υπό την ευθύνη τους. Για τους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, αυτό περιορίζεται στη διαχείριση των ΟΕΕ της ΕΕ και άλλων ΟΕΕ των οποίων τα μερίδια ή οι μετοχές επίσης προωθούνται εμπορικά σε επαγγελματίες επενδυτές στο εσωτερικό της Ένωσης.

(15) Η χορήγηση άδειας σε ΔΟΕΕ της ΕΕ δυνάμει της παρούσας οδηγίας αφορά τη διαχείριση των ΟΕΕ της ΕΕ οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ. Με την επιφύλαξη επιπρόσθετων απαιτήσεων γνωστοποίησης, αυτό περιλαμβάνει επίσης την εμπορική προώθηση σε επαγγελματίες επενδυτές στο εσωτερικό της Ένωσης ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ της ΕΕ, καθώς και τη διαχείριση ΟΕΕ της ΕΕ που είναι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη άλλα από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ. Η παρούσα οδηγία ορίζει επίσης τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αδειοδοτημένοι ΔΟΕΕ της ΕΕ δικαιούνται να προωθούν εμπορικώς ΟΕΕ εκτός ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές στο εσωτερικό της Ένωσης και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ μπορεί να λάβει άδεια να διαχειρίζεται ΟΕΕ της ΕΕ και/ή να προωθεί εμπορικώς ΟΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές στο εσωτερικό της Ένωσης μέσω ενός διαβατηρίου. Κατά τη διάρκεια περιόδου η οποία υπάρχει πρόθεση να είναι μεταβατική, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν επίσης να επιτρέπουν σε ΔΟΕΕ της ΕΕ να διαθέτουν εμπορικώς ΟΕΕ εκτός ΕΕ στο έδαφός τους μόνο και/ή να επιτρέπουν σε ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ να διαχειρίζονται ΟΕΕ της ΕΕ και/ή να προωθούν εμπορικά ΟΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές στο έδαφός τους μόνο, με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, στον βαθμό που διαπιστώνεται συμμόρφωση προς ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(16) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να ισχύει για ΔΟΕΕ εφόσον διαχειρίζονται ΟΕΕ του οποίου οι μόνοι επενδυτές είναι οι ίδιοι οι ΔΟΕΕ ή οι μητρικές επιχειρήσεις τους, οι θυγατρικές επιχειρήσεις τους ή άλλες θυγατρικές της μητρικής επιχείρησής τους και εφόσον οι εν λόγω επενδυτές δεν είναι οι ίδιοι ΟΕΕ.

(17) Περαιτέρω, η παρούσα οδηγία προβλέπει λιγότερο απαιτητικό καθεστώς για ΔΟΕΕ, εφόσον οι υπό διαχείριση ΟΕΕ ευρίσκονται αθροιστικά κάτω από το όριο των 100 εκατ. EUR, και για ΔΟΕΕ οι οποίοι διαχειρίζονται μόνο ΟΕΕ χωρίς μόχλευση που δεν παρέχουν στους επενδυτές δικαιώματα εξαγοράς μεριδίου επί πενταετία, εφόσον οι υπό διαχείριση ΟΕΕ βρίσκονται αθροιστικά κάτω από το όριο των 500 εκατ. EUR. Μολονότι οι δραστηριότητες των συγκεκριμένων ΔΟΕΕ δεν είναι πιθανόν να έχουν μεμονωμένα σημαντικές συνέπειες για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, οι δραστηριότητές τους θα ήταν δυνατόν σωρευτικά να προκαλέσουν συστημικούς κινδύνους. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε χορήγηση πλήρους άδειας, αλλά σε εγγραφή στα κράτη μέλη καταγωγής τους και, μεταξύ άλλων, να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τους τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τα κυριότερα μέσα στα οποία πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές και όσον αφορά τις βασικές εκθέσεις σε κινδύνους και τις σημαντικότερες συγκεντρώσεις των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται. Ωστόσο, προκειμένου να είναι σε θέση να απολαύουν των δικαιωμάτων που τους χορηγούνται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να επιτρέπεται στους εν λόγω μικρότερους ΔΟΕΕ να αντιμετωπίζονται ως ΔΟΕΕ υποκείμενοι στη διαδικασία προαιρετικής υπαγωγής στο καθεστώς της παρούσας οδηγίας. Η εξαίρεση αυτή δεν θα πρέπει να περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν αυστηρότερες απαιτήσεις σε όσους ΔΟΕΕ δεν έχουν υπαχθεί προαιρετικά στο εν λόγω καθεστώς.

(18) Κανένας ΔΟΕΕ της ΕΕ δεν θα πρέπει να δικαιούται να διαχειρίζεται και/ή να διαθέτει εμπορικά ΟΕΕ της ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές στο εσωτερικό της Ένωσης, αν δεν έχει λάβει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Ο ΔΟΕΕ που λαμβάνει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να συμμορφώνεται διαρκώς προς τους όρους χορήγησης άδειας κατά την παρούσα οδηγία.

(19) Μόλις επιτραπεί τούτο δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που προτίθεται να διαχειρισθεί ΟΕΕ της ΕΕ και/ή να προωθήσει εμπορικώς ΟΕΕ στην Ένωση μέσω διαβατηρίου ή ο ΔΟΕΕ της ΕΕ που προτίθεται να προωθήσει εμπορικώς ΟΕΕ εκτός ΕΕ στην Ένωση μέσω διαβατηρίου θα πρέπει επίσης να λαμβάνει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Τουλάχιστον κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, ένα κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να επιτρέπει σε ΔΟΕΕ της ΕΕ να διαθέτει εμπορικώς ΟΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος και να δίνουν άδεια σε ΔΟΕΕ της ΕΕ να διαθέτει εμπορικώς ΟΕΕ εκτός ΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος, στο βαθμό που πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(20) Ανάλογα με τη νομική μορφή του, ο ΟΕΕ θα πρέπει να μπορεί να έχει είτε εξωτερική είτε εσωτερική διαχείριση. Ο ΟΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει εσωτερική διαχείριση όταν οι λειτουργίες διαχείρισης εκτελούνται από το διευθυντικό όργανο ή οποιοδήποτε άλλο εσωτερικό μέσο του ΟΕΕ. Εφόσον η νομική μορφή του ΟΕΕ επιτρέπει εσωτερική διαχείριση και εφόσον το διευθυντικό όργανο του ΟΕΕ επιλέγει να μη διορίσει εξωτερικό ΔΟΕΕ, ο ΟΕΕ είναι επίσης ΔΟΕΕ και θα πρέπει, συνεπώς, να συμμορφώνεται προς όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία για τους ΔΟΕΕ και να λαμβάνει άδεια ως ΔΟΕΕ. Ένας ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ δεν θα πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνει άδεια εξωτερικού διαχειριστή άλλων ΟΕΕ. Ο ΟΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει εξωτερική διαχείριση όταν εξωτερικό νομικό πρόσωπο έχει διορισθεί διαχειριστής από τον ΟΕΕ ή εξ ονόματος του ΟΕΕ· το εν λόγω πρόσωπο μέσω του διορισμού του καθίσταται αρμόδιο για τη διαχείριση του ΟΕΕ. Εφόσον διορισθεί εξωτερικός ΔΟΕΕ για να διαχειρίζεται συγκεκριμένο ΟΕΕ, ο εν λόγω ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι παρέχει την επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, αλλά τουναντίον ότι παρέχει διαχείριση συλλογικών χαρτοφυλακίων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(21) Ως διαχείριση ΟΕΕ θα πρέπει να νοείται η παροχή τουλάχιστον υπηρεσιών διαχείρισης επενδύσεων. O ενιαίος ΔΟΕΕ που διορίζεται βάσει της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να λαμβάνει άδεια για να παρέχει διαχείριση χαρτοφυλακίου χωρίς να παρέχει επίσης διαχείριση κινδύνου ή αντιστρόφως. Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζει η παρούσα οδηγία, ο εγκεκριμένος ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει ωστόσο να αποτρέπεται από τη συμμετοχή και σε δραστηριότητες διοίκησης και εμπορίας ΟΕΕ ή από τη συμμετοχή σε δραστηριότητες σχετικές με τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ. Ο εξωτερικός ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να αποτρέπεται από την παροχή επίσης της υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων επενδύσεων βάσει εντολών που παρέχονται από επενδυτές επιλεκτικά και για κάθε πελάτη χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των χαρτοφυλακίων που ανήκουν σε συνταξιοδοτικά ταμεία και ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και εμπίπτουν στην οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών [7], ή από την παροχή των παρεπόμενων υπηρεσιών των επενδυτικών συμβουλών, της φύλαξης και της διαχείρισης μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, καθώς και της λήψης και της διαβίβασης εντολών. Βάσει άδειας δυνάμει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, ο εξωτερικός ΔΟΕΕ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διαχειρίζεται και ΟΣΕΚΑ.

(22) Είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί ότι η δραστηριότητα των ΔΟΕΕ υπόκειται σε αυστηρούς ελέγχους διακυβέρνησης. Η διαχείριση και η οργάνωση των ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ελαχιστοποιούνται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Οι οργανωτικές απαιτήσεις που θεσπίζει η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζονται τηρουμένων των συστημάτων και ελέγχων που προβλέπει το εθνικό δίκαιο όσον αφορά την καταχώριση ατόμων που εργάζονται εντός του ΔΟΕΕ ή για λογαριασμό του.

(23) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η εφαρμογή απαιτήσεων ελάχιστου κεφαλαίου για τη διασφάλιση της συνέχισης και της ομαλότητας της διαχείρισης του ΟΕΕ που παρέχουν οι ΔΟΕΕ και για την κάλυψη πιθανής έκθεσης των ΔΟΕΕ σε επαγγελματική ευθύνη αναφορικά με όλες τις δραστηριότητές τους, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης ΟΕΕ βάσει ανατεθείσας εντολής. Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να έχουν ευχέρεια επιλογής ως προς την κάλυψη των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης, είτε με πρόσθετα ίδια κεφάλαια, είτε με κατάλληλη ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

(24) Προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες των κακοσχεδιασμένων δομών αμοιβών στη χρηστή διαχείριση του κινδύνου και στον έλεγχο της διακινδυνευτικής συμπεριφοράς των ατόμων, θα πρέπει να θεσπισθεί η ρητή υποχρέωση των ΔΟΕΕ να καταρτίζουν και να διατηρούν, για τις κατηγορίες του προσωπικού τους των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των ΟΕΕ που διαχειρίζονται, πολιτικές και πρακτικές αμοιβών που είναι συμβατές με τις αρχές της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνου. Στις εν λόγω κατηγορίες προσωπικού θα πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα στελέχη που ασκούν διαχείριση κινδύνων, τα στελέχη που ασκούν λειτουργίες ελέγχου και οποιοσδήποτε υπάλληλος του οποίου οι συνολικές αμοιβές τον τοποθετούν στην ίδια κατηγορία αμοιβών με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα στελέχη που ασκούν διαχείριση κινδύνων.

(25) Οι αρχές που διέπουν τις πολιτικές αποδοχών θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι οι ΔΟΕΕ έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις εν λόγω πολιτικές με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το μέγεθός τους και το μέγεθος του ΟΕΕ που διαχειρίζονται, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, την κλίμακα και τον πολύπλοκο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων τους.

(26) Οι αρχές που αφορούν τις ορθές πολιτικές αποδοχών που προβλέπονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών [8] συνάδουν με τις αρχές της παρούσας οδηγίας και τις συμπληρώνουν.

(27) Προκειμένου να προωθηθεί εποπτική σύγκλιση στην εκτίμηση των πολιτικών και των πρακτικών σχετικά με τις αμοιβές, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [9] (ΕΑΚΑΑ), θα πρέπει να εξασφαλίσει την ύπαρξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις χρηστές πολιτικές αμοιβών στον τομέα των ΔΟΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [10], θα πρέπει να συμβάλει στην εκπόνηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.

(28) Οι διατάξεις που αφορούν τις αποδοχές δεν θα πρέπει να θίγουν την πλήρη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τις Συνθήκες, ιδίως του άρθρου 153 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ, τις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου περί συμβάσεων και εργατικού δικαίου, την εφαρμοστέα νομοθεσία για τα δικαιώματα και τη συμμετοχή των μετόχων και τις γενικές αρμοδιότητες των διοικητικών και εποπτικών οργάνων του οικείου ιδρύματος, καθώς και το δικαίωμα, οσάκις συντρέχει τέτοια περίπτωση, των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν και να επιβάλλουν τις συλλογικές συμβάσεις, σύμφωνα με τα εθνικά δίκαια και παραδόσεις.

(29) Η αξιόπιστη και αντικειμενική αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων είναι πολύ σημαντική για την προστασία των συμφερόντων των επενδυτών. Οι ΔΟΕΕ χρησιμοποιούν διάφορες μεθοδολογίες και συστήματα αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων, αναλόγως με τα περιουσιακά στοιχεία και τις αγορές στις οποίες επενδύουν κατά κύριο λόγο. Είναι σκόπιμο να αναγνωρισθούν οι εν λόγω διαφορές αλλά, ωστόσο, να απαιτηθεί, σε όλες τις περιπτώσεις, να εφαρμόζουν οι ΔΟΕΕ διαδικασίες αποτίμησης προκειμένου να γίνεται ορθή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των ΟΕΕ. Η διαδικασία αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και υπολογισμού της καθαρής αξίας ενεργητικού θα πρέπει να είναι λειτουργικά ανεξάρτητη από τη διαχείριση χαρτοφυλακίου και η πολιτική αμοιβών των ΔΟΕΕ και άλλα μέτρα θα πρέπει να εξασφαλίζουν την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων και άσκησης αθέμιτης επιρροής στους υπαλλήλους. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορούν να διορίζουν εξωτερικό εκτιμητή για να διενεργεί τη διαδικασία αποτίμησης.

(30) Με την επιφύλαξη αυστηρών περιορισμών και απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης αντικειμενικών λόγων, ένας ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορεί να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα άσκησης ορισμένων λειτουργιών του εξ ονόματός του βάσει της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να αυξάνεται η αποτελεσματικότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Με την επιφύλαξη των ίδιων προϋποθέσεων, θα πρέπει να επιτρέπεται και η περαιτέρω ανάθεση. Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να εξακολουθούν, ωστόσο, ανά πάσα στιγμή, να είναι υπεύθυνοι για την ορθή εκτέλεση των ανατεθεισών λειτουργιών τους και τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία.

(31) Οι τιθέμενοι αυστηροί περιορισμοί και απαιτήσεις για την ανάθεση καθηκόντων εκ μέρους του ΔΟΕΕ θα πρέπει να ισχύουν και για την ανάθεση των διαχειριστικών λειτουργιών που ορίζονται στο παράρτημα I. Η ανάθεση υποστηρικτικών καθηκόντων, όπως διοικητικών ή τεχνικών λειτουργιών που εκτελούνται από τον ΔΟΕΕ ως μέρος των διαχειριστικών του καθηκόντων, δεν θα πρέπει να υπόκειται στους ειδικούς περιορισμούς και απαιτήσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

(32) Οι πρόσφατες εξελίξεις υπογραμμίζουν την επιτακτική ανάγκη διαχωρισμού των λειτουργιών φύλαξης και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων των επενδυτών από αυτά του διαχειριστή. Αν και ΔΟΕΕ διαχειρίζονται ΟΕΕ με διαφορετικά επιχειρηματικά πρότυπα και ρυθμίσεις, μεταξύ άλλων για τη φύλαξη περιουσιακών στοιχείων, είναι πολύ σημαντικό να διορισθεί θεματοφύλακας χωριστός από τον ΔΟΕΕ, ο οποίος να ασκεί τη λειτουργία θεματοφύλακα όσον αφορά τους ΟΕΕ.

(33) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τον διορισμό και τα καθήκοντα του θεματοφύλακα θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους ΟΕΕ που τελούν υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ υποκείμενου στην παρούσα οδηγία και, κατά συνέπεια, σε όλα τα επιχειρηματικά μοντέλα των ΟΕΕ. Εντούτοις, οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να προσαρμόζονται στις ιδιομορφίες των διάφορων επιχειρηματικών προτύπων. Σε κάποια επιχειρηματικά πρότυπα, ορισμένα καθήκοντα θεματοφύλακα έχουν μεγαλύτερη σπουδαιότητα απ’ ό,τι σε άλλα, ανάλογα με τον τύπο των περιουσιακών στοιχείων στα οποία επενδύουν οι ΟΕΕ και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.

(34) Για ορισμένους ΟΕΕ οι οποίοι δεν διαθέτουν δικαιώματα εξαγοράς που να μπορούν να ασκηθούν εντός πέντε ετών από την ημερομηνία των αρχικών επενδύσεων και κατά κανόνα, σύμφωνα με τη βασική επενδυτική τους πολιτική, δεν επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία που χρειάζεται να τεθούν σε θεματοφυλακή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή κατά κανόνα επενδύουν σε εκδότες ή σε μη εισηγμένες εταιρείες με την προοπτική απόκτησης ελέγχου επί των εταιρειών αυτών σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παρούσα οδηγία, όπως τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, τα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων και τα κεφάλαια ακινήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιτρέπουν τον διορισμό συμβολαιογράφου, δικηγόρου, φορέα τήρησης μητρώων ή άλλης οντότητας για την επιτέλεση λειτουργιών θεματοφύλακα. Στις περιπτώσεις αυτές, οι λειτουργίες του θεματοφύλακα θα πρέπει να αποτελούν μέρος επαγγελματικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, για την άσκηση των οποίων η διορισθείσα οντότητα υπόκειται σε νομικά αναγνωρισμένη υποχρεωτική επαγγελματική καταχώριση ή σε νομικές ή κανονιστικές διατάξεις ή κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς και μπορεί να παράσχει επαρκείς χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές εγγυήσεις, ώστε να είναι σε θέση να επιτελέσει με ουσιαστικό τρόπο τις βασικές λειτουργίες του θεματοφύλακα και να αντεπεξέλθει στις δεσμεύσεις που ενέχουν οι λειτουργίες αυτές. Τα ανωτέρω λαμβάνουν υπόψη την τρέχουσα πρακτική για ορισμένα είδη οργανισμών κλειστού τύπου. Εντούτοις, για όλους τους άλλους ΟΕΕ, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο πλαίσιο της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, λόγω της σπουδαιότητας των λειτουργιών φύλαξης. Για τους ΟΕΕ εκτός ΕΕ και μόνο για αυτούς, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να μπορεί επίσης να είναι πιστωτικό ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα ίδιας φύσης με τις προαναφερθείσες στην παρούσα αιτιολογική σκέψη, ενόσω υπόκειται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση και εποπτεία ισοδύναμου αποτελέσματος με το ενωσιακό δίκαιο που επιβάλλεται αποτελεσματικά.

(35) Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να έχει την καταστατική του έδρα ή υποκατάστημα στην ίδια χώρα με τον ΟΕΕ. Για τους εκτός ΕΕ ΟΕΕ, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να μπορεί να είναι εγκατεστημένος στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα μόνο εφόσον πληρούνται ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις. Με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα με τα οποία δηλώνεται ότι η προληπτική ρύθμιση και εποπτεία μιας τρίτης χώρας είναι ισοδύναμου αποτελέσματος με το ενωσιακό δίκαιο και τυγχάνουν αποτελεσματικής επιβολής της εφαρμογής. Επιπλέον, η διαδικασία μεσολάβησης του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 θα πρέπει να εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές διαφωνούν όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των άλλων πρόσθετων προϋποθέσεων. Ως εναλλακτική λύση για τους εκτός ΕΕ ΟΕΕ, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να μπορεί επίσης να είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος καταγωγής ή, κατά περίπτωση, στο κράτος μέλος αναφοράς του ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται τον ΟΕΕ.

(36) Η Επιτροπή καλείται να εξετάσει το ενδεχόμενο να υποβάλει κατάλληλη οριζόντια νομοθετική πρόταση που να διευκρινίζει τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις των θεματοφυλάκων και να διέπει το δικαίωμα των θεματοφυλάκων ενός κράτους μέλους να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε άλλο κράτος μέλος.

(37) Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την κατάλληλη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΕΕ και, ιδίως, για τη διασφάλιση ότι τα χρήματα των επενδυτών και τα μετρητά που ανήκουν στον ΟΕΕ ή στον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ καταχωρίζονται σωστά σε λογαριασμούς που ανοίγονται στο όνομα του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΔΟΕΕ. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι επίσης υπεύθυνος για τη φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της θεματοφυλακής χρηματοοικονομικών μέσων που μπορούν να καταχωρισθούν σε λογαριασμό χρηματοοικονομικών μέσων που ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα και όλων των χρηματοοικονομικών μέσων που μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα, και για την επαλήθευση τού εάν ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ έχει αποκτήσει την κυριότητα όλων των λοιπών περιουσιακών στοιχείων. Όταν μεριμνά για την καταχώριση των χρημάτων των επενδυτών σε λογαριασμούς μετρητών, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας [11].

(38) Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να ενεργεί με ειλικρίνεια, δικαιοσύνη, επαγγελματισμό, ανεξαρτησία, και προς το συμφέρον του ΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ.

(39) Η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να μπορεί να μεταβιβασθεί από τον θεματοφύλακα σε τρίτο, ο οποίος θα πρέπει να μπορεί, με τη σειρά του, να μεταβιβάσει την εν λόγω λειτουργία. Εντούτοις, η ανάθεση και η περαιτέρω ανάθεση θα πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικά και να υπόκεινται σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την καταλληλότητα του τρίτου στον οποίο ανατίθεται η λειτουργία αυτή, καθώς και όσον αφορά την ενδεδειγμένη ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια που θα πρέπει να επιδεικνύει ο θεματοφύλακας κατά την επιλογή, τον διορισμό και τον έλεγχο του εν λόγω τρίτου.

(40) Ο τρίτος στον οποίο ανατίθεται η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να μπορεί να διατηρεί κοινό, εσωτερικά διαχωρισμένο λογαριασμό για πολλαπλούς ΟΕΕ, τον λεγόμενο "λογαριασμό omnibus".

(41) Η ανάθεση της θεματοφυλακής περιουσιακών στοιχείων στον διαχειριστή συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζεται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων [12], ή η παροχή παρόμοιων υπηρεσιών από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τρίτων χωρών δεν θα πρέπει να θεωρούνται ανάθεση λειτουργιών θεματοφυλακής.

(42) Οι αυστηροί περιορισμοί και απαιτήσεις στους οποίους υπόκειται η ανάθεση καθηκόντων εκ μέρους του θεματοφύλακα θα πρέπει να εφαρμόζονται για την ανάθεση των ειδικών λειτουργιών του ως θεματοφύλακα, δηλαδή της παρακολούθησης της ταμειακής ροής, της φύλαξης περιουσιακών στοιχείων και των λειτουργιών επίβλεψης. Η ανάθεση υποστηρικτικών καθηκόντων που συνδέονται με τα καθήκοντά του ως θεματοφύλακα, όπως διοικητικών ή τεχνικών λειτουργιών που εκτελούνται από τον θεματοφύλακα ως μέρος των καθηκόντων θεματοφυλακής, δεν υπόκειται στους ειδικούς περιορισμούς και απαιτήσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

(43) Η οδηγία λαμβάνει επίσης υπόψη το γεγονός ότι πολλοί ΟΕΕ, και ιδίως τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, χρησιμοποιούν σήμερα βασικό μεσίτη. Η παρούσα οδηγία διασφαλίζει ότι οι ΟΕΕ μπορούν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ή περισσότερων βασικών μεσιτών. Εντούτοις, εάν αυτός δεν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την άσκηση των λειτουργιών του θεματοφυλακής από τα καθήκοντά του ως βασικού μεσίτη και εάν οι περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων δεν έχουν προσδιοριστεί, αντιμετωπιστεί και γνωστοποιηθεί καταλλήλως στους επενδυτές του ΟΕΕ, κανείς βασικός μεσίτης δεν θα πρέπει να διορίζεται θεματοφύλακας, δεδομένου ότι οι βασικοί μεσίτες ενεργούν ως αντισυμβαλλόμενοι του ΟΕΕ και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να ενεργούν ταυτόχρονα προς το συμφέρον του ΟΕΕ, όπως οφείλει να κάνει ο θεματοφύλακας. Οι θεματοφύλακες θα πρέπει να μπορούν να αναθέτουν καθήκοντα θεματοφυλακής σε έναν ή περισσότερους βασικούς μεσίτες ή άλλους τρίτους. Πέραν των ανατιθέμενων καθηκόντων θεματοφυλακής, οι βασικοί μεσίτες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν υπηρεσίες βασικής μεσιτείας στον ΟΕΕ. Οι εν λόγω υπηρεσίες βασικής μεσιτείας δεν θα πρέπει να αποτελούν μέρος της συμφωνίας ανάθεσης.

(44) Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υπέχει ευθύνη για τις απώλειες που υφίστανται ο ΔΟΕΕ, ο ΟΕΕ και οι επενδυτές. Η παρούσα οδηγία διακρίνει ανάμεσα στην απώλεια χρηματοοικονομικών μέσων που τελούν υπό θεματοφυλακή και οποιαδήποτε άλλη απώλεια. Στην περίπτωση απώλειας άλλης από την απώλεια χρηματοοικονομικών μέσων που τελούν υπό θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υπέχει ευθύνη σε περίπτωση δόλου ή αμέλειας. Εάν ο θεματοφύλακας έχει υπό θεματοφυλακή περιουσιακά στοιχεία και σημειώνεται απώλειά τους, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υπέχει ευθύνη, εκτός εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις προσπάθειες περί του αντιθέτου. Στο πλαίσιο αυτό, παραδείγματος χάριν, ο θεματοφύλακας δεν θα πρέπει να μπορεί να βασιστεί σε εσωτερικές καταστάσεις, όπως δόλια ενέργεια υπαλλήλου του, για να αποποιηθεί την ευθύνη του.

(45) Εάν ο θεματοφύλακας έχει αναθέσει καθήκοντα θεματοφυλακής και απολεσθούν τα χρηματοοικονομικά μέσα που τελούν υπό τη θεματοφυλακή τρίτου, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υπέχει ευθύνη. Εντούτοις, εάν ο θεματοφύλακας έχει ρητά τη δυνατότητα απαλλαγής από την ευθύνη του υπό την προϋπόθεση ότι έχει συντελεσθεί συμβατική μεταβίβαση της ευθύνης αυτής στον εν λόγω τρίτο, βάσει γραπτής σύμβασης μεταξύ του θεματοφύλακα και του ΟΕΕ ή, κατά περίπτωση, του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, στην οποία η απαλλαγή αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά, και ο τρίτος είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την απώλεια βάσει σύμβασης μεταξύ του θεματοφύλακα και του εν λόγω τρίτου, τότε ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την ευθύνη του, εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι επέδειξε τη δέουσα προσοχή, φροντίδα και επιμέλεια και ότι πληρούνται οι ειδικές απαιτήσεις για την ανάθεση. Η παρούσα οδηγία, επιβάλλοντας την απαίτηση συμβατικής μεταβίβασης της ευθύνης στον τρίτο, επιδιώκει να καταστήσει ισχυρή τη σύμβαση αυτή έναντι τρίτων, καθιστώντας τον τρίτο άμεσα υπεύθυνο έναντι του ΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ για την απώλεια των χρηματοοικονομικών μέσων που τελούσαν υπό θεματοφυλακή.

(46) Επιπλέον, εάν το δίκαιο τρίτης χώρας απαιτεί για ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα να τίθενται σε θεματοφυλακή από τοπικό φορέα και δεν υπάρχουν τοπικοί φορείς που να ανταποκρίνονται σε όλες τις απαιτήσεις για την ανάθεση εκ μέρους του θεματοφύλακα, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του, υπό την προϋπόθεση ότι: οι κανόνες του επενδυτικού κεφαλαίου ή το καταστατικό του σχετικού ΟΕΕ επιτρέπουν ρητά μια τέτοια απαλλαγή, οι επενδυτές έχουν ενημερωθεί δεόντως για την απαλλαγή αυτή και τις περιστάσεις που τη δικαιολογούν πριν από την επένδυσή τους, ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ εξ ονόματος του ΟΕΕ παρήγγειλε στον θεματοφύλακα να αναθέσει τη θεματοφυλακή των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων σε τοπική οντότητα, υπάρχει γραπτή σύμβαση μεταξύ του θεματοφύλακα και του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, η οποία επιτρέπει ρητά τέτοια απαλλαγή, και υπάρχει γραπτή σύμβαση μεταξύ του θεματοφύλακα και του τρίτου η οποία μεταβιβάζει ρητά την ευθύνη του θεματοφύλακα στον εν λόγω τρίτο και καθιστά δυνατόν για τον ΟΕΕ ή για τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ να προβάλει αξίωση κατά του τρίτου για την απώλεια των χρηματοοικονομικών μέσων ή για τον θεματοφύλακα να προβάλει τέτοια αξίωση για λογαριασμό τους.

(47) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει οποιαδήποτε μελλοντικά νομοθετικά μέτρα όσον αφορά τον θεματοφύλακα κατά την οδηγία 2009/65/ΕΚ, καθώς ο ΟΣΕΚΑ και ο ΟΕΕ είναι διαφορετικοί τόσο στις επενδυτικές στρατηγικές που ακολουθούν, όσο και στον τύπο επενδυτών για τους οποίους προορίζονται.

(48) Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει, για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται και για κάθε ΟΕΕ τον οποίο προωθεί εμπορικά στην Ένωση, να καταρτίζει ετήσια έκθεση για κάθε οικονομικό έτος το αργότερο έξι μήνες μετά τη λήξη του οικονομικού έτους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα οδηγία. Η προθεσμία των έξι μηνών θα πρέπει να νοείται με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να τάσσουν βραχύτερη προθεσμία.

(49) Δεδομένου ότι υπάρχει η δυνατότητα για ένα ΔΟΕΕ να χρησιμοποιήσει μόχλευση και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνεισφέρει στην αύξηση συστημικού κινδύνου ή στην αποδιοργάνωση των αγορών, θα πρέπει να επιβληθούν ειδικές απαιτήσεις στους ΔΟΕΕ που χρησιμοποιούν μόχλευση. Οι απαραίτητες πληροφορίες για τον εντοπισμό, την παρακολούθηση και την ανταπόκριση στους εν λόγω κινδύνους δεν έχουν συλλεχθεί με ενιαίο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση και δεν έχει πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή τους με όλα τα κράτη μέλη, ώστε να προσδιορισθούν οι πιθανές πηγές κινδύνου για τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών της Ένωσης. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ ειδικές απαιτήσεις για τους ΔΟΕΕ, οι οποίοι χρησιμοποιούν μόχλευση σε επίπεδο ΟΕΕ σε σημαντικό βαθμό. Θα πρέπει να απαιτηθεί από τους εν λόγω ΔΟΕΕ να κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με το συνολικό επίπεδο μόχλευσης που χρησιμοποιούν, τη μόχλευση που προκύπτει από τη δανειοληψία μετρητών ή κινητών αξιών και τη μόχλευση που προκύπτει από επενδύσεις σε παράγωγα, την επανάκτηση περιουσιακών στοιχείων και τις κυριότερες πηγές μόχλευσης στον ΟΕΕ τους. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνουν οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανταλλάσσονται με άλλες αρχές της Ένωσης, με την ΕΑΚΑΑ και με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου [13], ώστε να διευκολύνεται η συλλογική ανάλυση του αντικτύπου της μόχλευσης των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται ΔΟΕΕ στο χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης, καθώς και η κοινή αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων. Εάν ένας ή περισσότεροι ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται ΔΟΕΕ μπορούν, ενδεχομένως, να αποτελούν σημαντική πηγή κινδύνου αντισυμβαλλομένων για πιστωτικό ίδρυμα ή άλλα συστημικώς σημαντικά ιδρύματα σε άλλα κράτη μέλη, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει επίσης να ανταλλάσσονται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές.

(50) Προκειμένου να εξασφαλίζεται κατάλληλη εκτίμηση των κινδύνων που προκαλεί η χρήση μόχλευσης από ΔΟΕΕ σε σχέση με τον ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να αποδεικνύει ότι τα όρια της μόχλευσης για κάθε ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται είναι εύλογα και ότι συμμορφώνεται ανά πάσα στιγμή προς τα όρια αυτά. Οσάκις απειλείται η σταθερότητα και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν όρια στο επίπεδο μόχλευσης που ο ΔΟΕΕ μπορεί να χρησιμοποιήσει σε ΟΕΕ υπό τη διαχείρισή του. Η ΕΑΚΑΑ και το ΕΣΣΚ θα πρέπει να ενημερώνονται για οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται στον τομέα αυτό.

(51) Κρίνεται επίσης αναγκαίο να έχει η ΕΑΚΑΑ τη δυνατότητα, αφού λάβει υπόψη τη συμβουλή του ΕΣΣΚ, να αποφαίνεται εάν η μόχλευση που χρησιμοποιείται από ΔΟΕΕ ή ομάδα ΔΟΕΕ προκαλεί ουσιώδη κίνδυνο για τη σταθερότητα και ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και να εκδίδει συμβουλή προς τις αρμόδιες αρχές προσδιορίζοντας τα ενδεικνυόμενα διορθωτικά μέτρα.

(52) Είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής του ΔΟΕΕ, οι εταιρείες στις οποίες ο ΟΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση του ΔΟΕΕ ασκεί έλεγχο και οι υπάλληλοι των εταιρειών αυτών λαμβάνουν ορισμένες πληροφορίες, αναγκαίες προκειμένου οι εν λόγω εταιρείες να εκτιμήσουν τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω έλεγχος θα επηρεάσει την κατάστασή τους.

(53) Όταν οι ΔΟΕΕ διαχειρίζονται ΟΕΕ που ασκούν έλεγχο σε εκδότη του οποίου οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, οι πληροφορίες θα πρέπει κατά κανόνα να δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς [14] και την οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά [15]. Θα πρέπει να εφαρμοστούν ειδικές διατάξεις για τους ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ οι οποίοι ασκούν έλεγχο σε μη εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρεία. Θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ αυξημένες απαιτήσεις διαφάνειας, γνωστοποίησης και υποβολής εκθέσεων για τη διασφάλιση διαφάνειας σε σχέση με την ελεγχόμενη εταιρεία. Επιπλέον, οι ετήσιες εκθέσεις των σχετικών ΟΕΕ θα πρέπει να συμπληρώνονται όσον αφορά την ελεγχόμενη εταιρεία ή οι πρόσθετες αυτές πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση της ελεγχόμενης εταιρείας. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει εν συνεχεία να διατίθενται στους εκπροσώπους των εργαζομένων ή, ελλείψει αυτών, στους ίδιους τους εργαζομένους, καθώς και στους επενδυτές των σχετικών ΟΕΕ.

(54) Οι ειδικές απαιτήσεις πληροφόρησης των εργαζομένων ορισμένων εταιρειών εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου ΟΕΕ έχουν αποκτήσει έλεγχο επί των εταιρειών αυτών σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Εντούτοις, ο ΔΟΕΕ, στις περισσότερες περιπτώσεις, εκτός εάν είναι ΟΕΕ υπό εσωτερική διαχείριση, δεν έχει έλεγχο επί του ΟΕΕ. Περαιτέρω, δεν υπάρχει, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του εταιρικού δικαίου, άμεση σχέση ανάμεσα στους μετόχους και στους εκπροσώπους των εργαζομένων ή, ελλείψει αυτών, στους ίδιους τους εργαζομένους. Για τους λόγους αυτούς, δεν θα πρέπει να επιβληθούν δυνάμει της παρούσας οδηγίας απαιτήσεις άμεσης πληροφόρησης των εκπροσώπων των εργαζομένων ή, ελλείψει αυτών, των ίδιων των εργαζομένων σε μέτοχο ή σε διαχειριστή μετόχου, δηλαδή στον ΟΕΕ και τον ΔΟΕΕ. Όσον αφορά τις απαιτήσεις πληροφόρησης των εκπροσώπων των εργαζομένων ή, ελλείψει αυτών, των ίδιων των εργαζομένων, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέψει υποχρέωση προσπάθειας του σχετικού ΔΟΕΕ να αξιώνει από το διοικητικό συμβούλιο της σχετικής εταιρείας να αποκαλύπτει τις εν λόγω πληροφορίες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, στους εκπροσώπους των εργαζομένων ή, ελλείψει αυτών, στους ίδιους τους εργαζομένους.

(55) Η Επιτροπή καλείται να εξετάσει την ανάγκη και τις δυνατότητες τροποποίησης των απαιτήσεων πληροφόρησης και κοινολόγησης που ισχύουν για τον έλεγχο σε μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες ή εκδότες τίτλων που καθορίζονται, σε γενικό επίπεδο, στην παρούσα οδηγία, ανεξάρτητα από τον τύπο επενδυτή.

(56) Όταν ΔΟΕΕ διαχειρίζεται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ που αποκτούν τον έλεγχο σε μη εισηγμένη εταιρεία, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να υποχρεούται να παρέχει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του πληροφορίες για τη χρηματοδότηση της εξαγοράς. Η εν λόγω υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τη χρηματοδότηση θα πρέπει να ισχύει και όταν ΔΟΕΕ διαχειρίζεται ΟΕΕ που αποκτούν τον έλεγχο σε εκδότη μετοχών που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.

(57) Όταν ΔΟΕΕ διαχειρίζεται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ που αποκτούν τον έλεγχο επί μη εισηγμένης εταιρείας ή εκδότη, ο ΔΟΕΕ αυτός, για χρονικό διάστημα 24 μηνών από την απόκτηση του ελέγχου της εταιρείας από τους ΟΕΕ, πρώτον, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να διευκολύνει, υποστηρίζει ή παραγγέλλει οποιαδήποτε διανομή, μείωση κεφαλαίου, εξαγορά μετοχών και/ή απόκτηση ιδίων μετοχών από την εταιρεία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία· δεύτερον, εάν ο ΔΟΕΕ είναι εξουσιοδοτημένος να ψηφίζει εξ ονόματος των ΟΕΕ στα ιθύνοντα όργανα της εταιρείας, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να ψηφίζει υπέρ διανομής, μείωσης κεφαλαίου, εξαγοράς μετοχών και/ή απόκτησης ιδίων μετοχών από την εταιρεία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία· και τρίτον, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να παρεμποδίσει διανομές, μειώσεις κεφαλαίου, εξαγορές μετοχών και/ή απόκτηση ιδίων μετοχών από την εταιρεία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία. Κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στην εθνική νομοθεσία τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη τον κανονιστικό χαρακτήρα των διατάξεων του τμήματος 2 κεφάλαιο V της παρούσας οδηγίας και να λάβουν δεόντως υπόψη στο πλαίσιο αυτό την ανάγκη ύπαρξης ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των ΟΕΕ της ΕΕ και των εκτός ΕΕ ΟΕΕ κατά την απόκτηση ελέγχου σε εταιρείες εγκατεστημένες στην Ένωση.

(58) Οι απαιτήσεις γνωστοποίησης και κοινολόγησης και οι ειδικές διασφαλίσεις κατά της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων στην περίπτωση ελέγχου επί μη εισηγμένης εταιρείας ή, κατά περίπτωση, εκδότη θα πρέπει να υπόκεινται σε γενική εξαίρεση όσον αφορά τον έλεγχο επί μικρομεσαίων επιχειρήσεων και φορέων ειδικού σκοπού με σκοπό την αγορά, διατήρηση ή διαχείριση ακινήτων. Επιπλέον, οι εν λόγω απαιτήσεις δεν αποσκοπούν στη δημοσιοποίηση πληροφοριών που θα έθεταν τον ΔΟΕΕ σε μειονεκτική θέση έναντι άλλων πιθανών ανταγωνιστών, όπως κρατικών επενδυτικών ταμείων ή ανταγωνιστών οι οποίοι ενδεχομένως επιθυμούν την εκδίωξη της εταιρείας-στόχου από την αγορά με τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών προς όφελός τους. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης και κοινολόγησης θα πρέπει να ισχύουν υπό την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών σχετικά με τις εμπιστευτικές πληροφορίες της οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα [16] και υπό την επιφύλαξη των οδηγιών 2004/25/ΕΚ και 2004/109/ΕΚ. Τούτο συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε, εντός των ορίων και τηρουμένων των προϋποθέσεων που ορίζει το εθνικό δίκαιο, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οποιοσδήποτε τούς επικουρεί να μην έχουν άδεια να αποκαλύπτουν στους εργαζομένους ή σε τρίτους πληροφορίες για τις οποίες η εταιρεία έχει νόμιμο συμφέρον και τους τις έχει παράσχει εμπιστευτικά. Τα κράτη μέλη, ωστόσο, θα πρέπει να μπορούν να εξουσιοδοτούν τους εκπροσώπους των εργαζομένων και οποιουσδήποτε τούς επικουρούν να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες σε εργαζομένους και σε τρίτους που δεσμεύονται από υποχρέωση εμπιστευτικότητας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν ότι ο σχετικός ΔΟΕΕ δεν ζητεί γνωστοποίηση πληροφοριών από το διοικητικό συμβούλιο προς τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή όταν αυτοί δεν υπάρχουν, προς τους ίδιους τους εργαζομένους, εάν η φύση των εν λόγω πληροφοριών είναι τέτοια ώστε, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, θα ζημίωναν σοβαρά τη λειτουργία της συγκεκριμένης εταιρείας ή θα ήταν επιβλαβείς για αυτήν. Οι απαιτήσεις γνωστοποίησης και κοινολόγησης και οι ειδικές διασφαλίσεις κατά της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη της θέσπισης αυστηρότερων κανόνων από τα κράτη μέλη.

(59) Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ΔΟΕΕ της ΕΕ μπορούν να προωθούν εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ της ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές εντός της Ένωσης. Η εν λόγω εμπορική προώθηση εκ μέρους ΔΟΕΕ της ΕΕ θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο εφόσον ο ΔΟΕΕ συμμορφώνεται προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και η εμπορική προώθηση πραγματοποιείται μέσω διαβατηρίου, χωρίς αυτό να θίγει την εμπορική προώθηση ΟΕΕ από ΔΟΕΕ που ευρίσκονται κάτω από τα όρια που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Θα πρέπει να είναι δυνατόν να επιτρέπεται από τα κράτη μέλη η εμπορική προώθηση των εν λόγω ΟΕΕ από ΔΟΕΕ που ευρίσκονται κάτω από τα εν λόγω όρια σύμφωνα με τις εθνικές τους διατάξεις.

(60) Τα μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ θα πρέπει να μπορούν να εισαχθούν σε ρυθμιζόμενη αγορά της Ένωσης ή να προσφερθούν ή τοποθετηθούν από τρίτους που ενεργούν για λογαριασμό του ΔΟΕΕ σε δεδομένο κράτος μέλος, μόνο εφόσον επιτρέπεται στον ίδιο τον ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται τον ΟΕΕ να προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές του ΟΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος. Επιπροσθέτως, η διανομή ΟΕΕ σε επενδυτές εντός της ΕΕ ενδέχεται επίσης να ρυθμίζεται από άλλο εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο, όπως η οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση [17] και η οδηγία 2004/39/ΕΚ.

(61) Πολλοί ΔΟΕΕ της ΕΕ διαχειρίζονται σήμερα ΟΕΕ εκτός ΕΕ. Είναι σκόπιμο να επιτραπεί σε ΔΟΕΕ της ΕΕ να διαχειρίζονται ΟΕΕ εκτός ΕΕ τους οποίους δεν διαθέτουν εμπορικά στην Ένωση, χωρίς να τους επιβάλλονται οι αυστηρές απαιτήσεις θεματοφυλακής και οι απαιτήσεις για την ετήσια έκθεση που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις αυτές συμπεριλήφθηκαν για την προστασία των ενωσιακών επενδυτών.

(62) Μετά την έναρξη ισχύος κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής επί του θέματος, η οποία, καταρχήν, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική συμβουλή της ΕΑΚΑΑ, θα συμβεί δύο έτη από το πέρας της προθεσμίας μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, οι εγκεκριμένοι ΔΟΕΕ της ΕΕ που προτίθενται να προωθήσουν εμπορικά ΟΕΕ εκτός ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές στο κράτος μέλος καταγωγής τους και/ή σε άλλα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να το πράττουν μέσω διαβατηρίου, εφόσον συμμορφώνονται προς την παρούσα οδηγία. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να υπόκειται σε διαδικασίες γνωστοποίησης και σε προϋποθέσεις σχετιζόμενες με την τρίτη χώρα του εκτός ΕΕ ΟΕΕ.

(63) Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, η οποία, καταρχήν, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική συμβουλή της ΕΚΑΑ, θα περατωθεί με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη τρία έτη από τη θέσπιση του ευρωπαϊκού διαβατηρίου για ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ, οι ΔΟΕΕ της ΕΕ που προτίθενται να προωθήσουν εμπορικά ΟΕΕ εκτός ΕΕ σε ορισμένα κράτη μέλη, αλλά χωρίς διαβατήριο, θα πρέπει επίσης να έχουν τη σχετική άδεια των ενδιαφερομένων κρατών μελών, αλλά μόνο εφόσον συμμορφώνονται προς την παρούσα οδηγία με την εξαίρεση των απαιτήσεων θεματοφυλακής. Εντούτοις, οι εν λόγω ΔΟΕΕ της ΕΕ θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι μία ή περισσότερες οντότητες έχουν διορισθεί για την εκτέλεση των καθηκόντων θεματοφύλακα. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας, για τους σκοπούς της επίβλεψης συστημικών κινδύνων και σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και των εποπτικών αρχών της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο εκτός ΕΕ ΟΕΕ, ώστε να εξασφαλίζεται επαρκής ανταλλαγή πληροφοριών που να δίνει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ να εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως φραγμός για να εμποδίζεται η εμπορική προώθηση των ΟΕΕ εκτός ΕΕ σε κράτος μέλος. Επιπλέον, η τρίτη χώρα όπου είναι εγκατεστημένος ο εκτός ΕΕ ΟΕΕ δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στις μη συνεργάσιμες χώρες και εδάφη από την ειδική ομάδα χρηματοοικονομικής δράσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΕΟΧΔ).

(64) Βασική αρχή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να είναι ότι, μετά την έναρξη ισχύος κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής επί του θέματος, η οποία, καταρχήν, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική συμβουλή γνώμη της ΕΑΚΑΑ, θα συμβεί δύο έτη από το πέρας της προθεσμίας μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ θα πρέπει να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχει η παρούσα οδηγία, όπως η εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ σε ολόκληρη την Ένωση μέσω διαβατηρίου, υπό την επιφύλαξη της συμμόρφωσής του με την παρούσα οδηγία. Τούτο θα πρέπει να διασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ΔΟΕΕ της ΕΕ και των ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ. Η παρούσα οδηγία προβλέπει, συνεπώς, διαδικασία χορήγησης άδειας σε εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, που θα τεθεί σε εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής για το θέμα αυτό. Για να διασφαλιστεί η επιβολή της εν λόγω συμμόρφωσης, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους θα πρέπει να επιβάλλουν τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία. Για τους ανωτέρω εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναφοράς, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(65) Κατά συνέπεια, εφόσον ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ προτίθεται να διαχειρισθεί ΟΕΕ της ΕΕ και/ή να προωθήσει εμπορικά ΟΕΕ στην Ένωση, μέσω διαβατηρίου, θα πρέπει να υποχρεούται επίσης να συμμορφώνεται προς την παρούσα οδηγία, ώστε να υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις με τους ΔΟΕΕ της ΕΕ. Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις, εάν και στον βαθμό που η συμμόρφωση προς διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν συμβιβάζεται με τη συμμόρφωση προς το δίκαιο που διέπει τον εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ ή τον εκτός ΕΕ ΟΕΕ που προωθείται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι δυνατόν να εξαιρείται από τη συμμόρφωση προς τη διάταξη αυτή της παρούσας οδηγίας, εάν μπορεί να αποδείξει ότι: είναι αδύνατον να συνδυάσει τη συμμόρφωση προς διάταξη της παρούσας οδηγίας με τη συμμόρφωση προς υποχρεωτική διάταξη του δικαίου που διέπει τον εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ ή τον εκτός ΕΕ ΟΕΕ που προωθείται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το δίκαιο που διέπει τον εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ ή τον εκτός ΕΕ ΟΕΕ περιέχει ισοδύναμο κανόνα που έχει τον ίδιο ρυθμιστικό σκοπό και παρέχει το ίδιο επίπεδο προστασίας στους επενδυτές του σχετικού ΟΕΕ και ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ ή ο εκτός ΕΕ ΟΕΕ συμμορφώνεται προς τον ισοδύναμο αυτόν κανόνα.

(66) Επιπλέον, ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που προτίθεται να διαχειρισθεί ΟΕΕ της ΕΕ και/ή να εμπορευθεί ΟΕΕ στην Ένωση με διαβατήριο, θα πρέπει να συμμορφώνεται προς ειδική διαδικασία χορήγησης άδειας, ενώ θα πρέπει να πληρούνται και ορισμένες ειδικές απαιτήσεις σχετιζόμενες με την τρίτη χώρα του εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, την τρίτη χώρα του εκτός ΕΕ ΟΕΕ.

(67) Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διατυπώνει συμβουλή σχετικά με τον προσδιορισμό του κράτους μέλους αναφοράς και, κατά περίπτωση, την εξαίρεση σε περίπτωση ασυμβατότητας με έναν ισοδύναμο κανόνα. Θα πρέπει να ισχύουν, εν προκειμένω, οι απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους αναφοράς και των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ. Περαιτέρω, η διαδικασία μεσολάβησης του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών των κρατών μελών όσον αφορά τον προσδιορισμό του κράτους μέλους αναφοράς, την εφαρμογή της εξαίρεσης σε περίπτωση ασυμβατότητας μεταξύ συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία και τήρησης των ισοδύναμων κανόνων τρίτης χώρας και την εκτίμηση της εκπλήρωσης των ειδικών απαιτήσεων που σχετίζονται με την τρίτη χώρα του εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, την τρίτη χώρα του εκτός ΕΕ ΟΕΕ.

(68) Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να πραγματοποιεί, σε ετήσια βάση, ανάλυση με αξιολόγηση από ομοτίμους των εποπτικών δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών σε σχέση με την αδειοδότηση και την εποπτεία των εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(69) Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, η οποία, καταρχήν, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική συμβουλή της ΕΚΑΑ, θα περατωθεί με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη τρία έτη από τη θέσπιση του ευρωπαϊκού διαβατηρίου για τους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ΟΕΕ σε ορισμένα μόνο κράτη μέλη της Ένωσης, αλλά χωρίς διαβατήριο, θα πρέπει επίσης να έχει τη σχετική άδεια των ενδιαφερομένων κρατών μελών, αλλά μόνο εφόσον πληρούνται ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις. Οι συγκεκριμένοι εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ θα πρέπει να υπόκεινται τουλάχιστον σε κανόνες παρόμοιους με τους εφαρμοστέους στους ΔΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ της ΕΕ όσον αφορά την πληροφόρηση των επενδυτών. Προκειμένου να διευκολυνθεί η παρακολούθηση του συστημικού κινδύνου, οι εν λόγω ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ θα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε υποχρεώσεις αναφοράς έναντι των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους εντός του οποίου εμπορεύονται ΟΕΕ. Επομένως, οι εν λόγω ΔΟΕΕ θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις διαφάνειας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία και προς τις υποχρεώσεις των ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ και οι οποίοι αποκτούν τον έλεγχο μη εισηγμένων εταιρειών και εκδοτών. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας, για τους σκοπούς της εποπτείας των συστημικών κινδύνων και σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στα οποία προωθούνται εμπορικά οι ΟΕΕ, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, των αρμόδιων αρχών των οικείων ΟΕΕ της ΕΕ και των εποπτικών αρχών της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ και, ενδεχομένως, των εποπτικών αρχών της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εκτός ΕΕ ΟΕΕ, ώστε να εξασφαλίζεται επαρκής ανταλλαγή πληροφοριών που να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των σχετικών κρατών μελών να εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως φραγμός για να εμποδίζεται η εμπορική προώθηση των κεφαλαίων τρίτων χωρών σε κράτος μέλος. Τέλος, η τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ο εκτός ΕΕ ΟΕΕ, δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στις μη συνεργάσιμες χώρες και εδάφη από την ΕΟΧΔ.

(70) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την παρούσα κατάσταση, κατά την οποία οι επαγγελματίες επενδυτές που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση μπορούν να επενδύουν σε ΟΕΕ με δική τους πρωτοβουλία, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης του ΔΟΕΕ και/ή του ΟΕΕ.

(71) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιτρέπουν την εμπορική προώθηση όλων ή ορισμένων τύπων ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται οι ΔΟΕΕ στο ευρύ επενδυτικό κοινό στην επικράτειά τους. Εάν κράτος μέλος επιτρέπει την εμπορική προώθηση ορισμένων τύπων ΟΕΕ, το κράτος μέλος θα πρέπει να προβαίνει σε κατά περίπτωση εκτίμηση προκειμένου να καθορίσει εάν συγκεκριμένος ΟΕΕ θα πρέπει να θεωρηθεί τύπος ΟΕΕ που μπορεί να προωθείται εμπορικά στο ευρύ επενδυτικό κοινό εντός της επικράτειάς του. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων πράξεων του ενωσιακού δικαίου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν, στις περιπτώσεις αυτές, να επιβάλλουν αυστηρότερες απαιτήσεις στους ΟΕΕ και ΔΟΕΕ, ως προϋπόθεση για την εμπορική προώθηση στο ευρύ επενδυτικό κοινό, από τις ισχύουσες για τους ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε επαγγελματίες επενδυτές στην επικράτειά τους, ανεξαρτήτως του αν οι ΟΕΕ προωθούνται εμπορικά σε εγχώρια ή διασυνοριακή βάση. Εφόσον κράτος μέλος επιτρέπει την εμπορική προώθηση των ΟΕΕ στο ευρύ επενδυτικό κοινό στην επικράτειά του, τότε αυτή η δυνατότητα θα πρέπει να είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται τους ΟΕΕ, και τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να επιβάλουν αυστηρότερες επιπρόσθετες απαιτήσεις στους ΟΕΕ της ΕΕ που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και προωθούνται εμπορικά σε διασυνοριακή βάση απ’ ό,τι στους ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε εγχώρια βάση. Προσέτι, οι ΔΟΕΕ, οι επενδυτικές εταιρείες οι οποίες έχουν λάβει άδεια δυνάμει της οδηγίας 2004/39/ΕΚ και τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια δυνάμει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και παρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων σε ιδιώτες πελάτες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τυχόν επιπλέον απαιτήσεις κατά την εκτίμηση της καταλληλότητας ενός ΟΕΕ για μεμονωμένο ιδιώτη πελάτη ή αν πρόκειται για σύνθετο ή μη χρηματοοικονομικό μέσο.

(72) Πρέπει να αποσαφηνισθούν οι εξουσίες και τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, και να ενισχυθούν οι απαραίτητοι μηχανισμοί για τη διασφάλιση αποτελεσματικής διασυνοριακής εποπτικής συνεργασίας. Σε ορισμένες περιστάσεις, θα πρέπει να είναι δυνατόν για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής ΔΟΕΕ να μπορούν να αναλαμβάνουν άμεσα δράση για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τις διατάξεις που τελούν υπό την ευθύνη τους. Για τις άλλες διατάξεις, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής θα πρέπει να μπορούν, σε ορισμένες περιστάσεις, να ζητούν ανάληψη δράσης από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και να επεμβαίνουν αν δεν αναλαμβάνεται τέτοια δράση.

(73) Η παρούσα οδηγία προβλέπει γενικό συντονιστικό ρόλο για την ΕΑΚΑΑ, καθώς και τη δυνατότητα δεσμευτικών διαδικασιών μεσολάβησης υπό την προεδρία της ΕΑΚΑΑ για την επίλυση διαφορών μεταξύ αρμόδιων αρχών.

(74) Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αναπτύσσει τεχνικά κανονιστικά πρότυπα για το περιεχόμενο των ρυθμίσεων συνεργασίας, τα οποία θα πρέπει να συνάπτονται από το κράτος μέλος καταγωγής, ή από το κράτος μέλος αναφοράς του ΔΟΕΕ και τις σχετικές αρχές εποπτείας τρίτων χωρών, και για τις διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών. Τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας, παρέχονται στις αρμόδιες αρχές, τόσο του κράτους μέλους καταγωγής όσο και του κράτους μέλους υποδοχής, όλες οι αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να μπορούν να ασκούν τις εξουσίες εποπτείας και ελέγχου που τους αναθέτει η παρούσα οδηγία. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει επίσης ρόλο διευκόλυνσης της διαπραγμάτευσης και της σύναψης των συμφωνιών συνεργασίας. Παραδείγματος χάριν, ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί τον ρόλο διευκόλυνσης που της ανατίθεται, για τον καθορισμό τυποποιημένου μορφοτύπου τέτοιων συμφωνιών συνεργασίας.

(75) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις επιβλητέες κυρώσεις για τυχόν παραβάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(76) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ειδικότερα, με τη ΣΛΕΕ και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων που αναγνωρίζεται με το άρθρο 16 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 8 του Χάρτη. Οιαδήποτε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες για τη διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [18]. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από την ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους κανόνες για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων, όπως ορίζονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [19], οι οποίοι θα πρέπει να ισχύουν πλήρως για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(77) Προκειμένου να εξασφαλισθούν ομοιόμορφοι όροι για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή [20].

(78) Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όποτε ρητά προβλέπεται στην παρούσα οδηγία. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση για τον καθορισμό των μεθόδων μόχλευσης, όπως ορίζονται με την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε χρηματοοικονομικών και/ή νομικών δομών με συμμετοχή τρίτων υπό τον έλεγχο του σχετικού ΟΕΕ, εφόσον οι εν λόγω δομές δημιουργούνται ειδικά για την άμεση ή έμμεση επίτευξη μόχλευσης στο επίπεδο του ΟΕΕ. Όσον αφορά ειδικότερα τους οργανισμούς κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και τα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων, αυτό σημαίνει ότι η μόχλευση που υφίσταται σε επίπεδο εταιρείας χαρτοφυλακίου δεν προορίζεται να συμπεριλαμβάνεται όταν γίνεται μνεία τέτοιων χρηματοοικονομικών ή νομικών δομών.

(79) Πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για την εξειδίκευση του τρόπου υπολογισμού των ορίων για το επιεικέστερο καθεστώς και του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται ΔΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων όσων περιουσιακών στοιχείων αποκτώνται με χρήση μόχλευσης, σε ένα και το αυτό ημερολογιακό έτος, υπερβαίνουν περιστασιακά και/ή υπολείπονται του σχετικού ορίου, για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων καταχώρισης για ΔΟΕΕ που υπολείπονται των ορίων, παροχής πληροφοριών για την αποτελεσματική παρακολούθηση του συστημικού κινδύνου, καθώς και των υποχρεώσεων γνωστοποίησης από τους ΔΟΕΕ στις σχετικές αρμόδιες αρχές, οσάκις δεν πληρούν πλέον τους όρους για την εφαρμογή του επιεικέστερου καθεστώτος.

(80) Θα πρέπει επίσης να εκδδοναι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για την αποσαφήνιση των μεθόδων μόχλευσης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε χρηματοοικονομικών και/ή νομικών δομών με συμμετοχή τρίτων υπό τον έλεγχο του σχετικού ΟΕΕ και των τρόπων υπολογισμού της μόχλευσης, για την εξειδίκευση των κινδύνων που πρέπει να καλύπτουν τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια ή η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, των προϋποθέσεων για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των πρόσθετων ίδιων κεφαλαίων ή της κάλυψης που παρέχει η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης και του τρόπου για τον προσδιορισμό των υπό εξέλιξη προσαρμογών των πρόσθετων ίδιων κεφαλαίων ή της κάλυψης που παρέχει η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης. Θα πρέπει επίσης να εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές για την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι ΔΟΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τις υποχρεώσεις τους να ενεργούν προς το συμφέρον του ΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζονται και της ακεραιότητας της αγοράς, για να διαθέτουν και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη σωστή άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, για να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων και, όταν αυτές δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν, για τον εντοπισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση, και κατά περίπτωση τη γνωστοποίηση, των εν λόγω συγκρούσεων συμφερόντων, προκειμένου να αποτρέπεται η βλαπτική επίδρασή τους στα συμφέροντα του ΟΕΕ και των επενδυτών του και να εξασφαλίζεται η δίκαιη μεταχείριση των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται, για να συμμορφώνονται προς όλες τις κανονιστικές απαιτήσεις που διέπουν την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, με στόχο να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του ΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζονται και η ακεραιότητα της αγοράς και για να εξασφαλίζουν δίκαιη μεταχείριση σε όλους τους επενδυτές των ΟΕΕ.

(81) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό του είδους σύγκρουσης συμφερόντων που οι ΔΟΕΕ πρέπει να προσδιορίσουν, καθώς και τα εύλογα μέτρα που αναμένεται να λάβουν οι ΔΟΕΕ αναφορικά με τις δομές και με τις οργανωτικές και διοικητικές διαδικασίες για τον προσδιορισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον προσδιορισμό των λειτουργιών διαχείρισης κινδύνων που πρέπει να χρησιμοποιούνται, της κατάλληλης συχνότητας επανεξέτασης του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, του τρόπου λειτουργικού και ιεραρχικού διαχωρισμού της λειτουργίας διαχείρισης των κινδύνων από τις επιχειρησιακές μονάδες, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων, των ειδικών διασφαλίσεων κατά των συγκρούσεων συμφερόντων, και των απαιτήσεων διαχείρισης κινδύνων που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους ΔΟΕΕ. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό των συστημάτων και διαδικασιών διαχείρισης ρευστότητας που πρέπει να χρησιμοποιεί ο ΔΟΕΕ και την ευθυγράμμιση της επενδυτικής στρατηγικής, του προφίλ ρευστότητας και της πολιτικής εξαγοράς μεριδίων. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό των απαιτήσεων στις οποίες χρειάζεται να ανταποκρίνονται τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα, οι ανάδοχοι ή οι αρχικοί δανειστές μέσων τιτλοποίησης, προκειμένου να επιτρέπεται σε κάποιον ΔΟΕΕ να επενδύει στα μέσα αυτού του τύπου που εκδίδονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2011.

(82) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι ΔΟΕΕ όταν επενδύουν στα εν λόγω μέσα τιτλοποίησης, για τον καθορισμό των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, των ρυθμίσεων ελέγχου και διασφάλισης για την ηλεκτρονική επεξεργασία δεδομένων και επαρκών μηχανισμών εσωτερικής επαλήθευσης και για τον καθορισμό των διαδικασιών για την κατάλληλη αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και τον υπολογισμό της καθαρής αξίας της μετοχής ή του μεριδίου του ΟΕΕ, των επαγγελματικών εχεγγύων που πρέπει να είναι σε θέση να παράσχει ο εξωτερικός εκτιμητής και της συχνότητας της αποτίμησης που είναι κατάλληλη για τους ΟΕΕ ανοικτού τύπου.

(83) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα πρέπει να εγκρίνεται η ανάθεση των λειτουργιών των ΔΟΕΕ και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο ΔΟΕΕ έχει μεταβιβάσει τις λειτουργίες του σε σημείο ώστε γίνεται οντότητα-γραμματοθυρίδα και δεν μπορεί να θεωρείται πλέον ως ο διαχειριστής του ΟΕΕ· όσον αφορά τους θεματοφύλακες, θα πρέπει να εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων θα εκτιμηθεί αν η κανονιστική ρύθμιση και η προληπτική εποπτεία τρίτων χωρών όπου είναι εγκατεστημένοι οι θεματοφύλακες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με το ενωσιακό δίκαιο και εφαρμόζονται αποτελεσματικά, και των λεπτομερειών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην κανονική συμφωνία, των προϋποθέσεων για την ανάληψη λειτουργίας θεματοφύλακα, συμπεριλαμβανομένου του τύπου των χρηματοοικονομικών μέσων που εντάσσονται στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοοικονομικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό αποθετήριο και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας θα πρέπει να φυλάσσει τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκδόθηκαν ονομαστικά και καταχωρίσθηκαν σε εκδότη ή φορέα τήρησης μητρώου, των καθηκόντων δέουσας επιμέλειας του θεματοφύλακα, της υποχρέωσης διαχωρισμού, τις προϋποθέσεις και περιστάσεις υπό τις οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοοικονομικά μέσα θεωρούνται απολεσθέντα, της έννοιας των εξωτερικών γεγονότων που ευλόγως εκφεύγουν των δυνατοτήτων ελέγχου, των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά τις προσπάθειες που θα ήταν ευλόγως δυνατόν να καταβληθούν για την αποτροπή τους· και των προϋποθέσεων και περιστάσεων υπό τις οποίες υφίσταται αντικειμενικός λόγος συμβατικής απαλλαγής από την ευθύνη. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό του περιεχομένου και της μορφής της ετήσιας έκθεσης που πρέπει να διαθέτουν οι ΔΟΕΕ για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται και τον καθορισμό των υποχρεώσεων που έχουν οι ΔΟΕΕ αναφορικά με τη γνωστοποίηση προς τους επενδυτές και την υποβολή εκθέσεων στις αρμόδιες αρχές, καθώς και με τη συχνότητά τους.

(84) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου κατά το οποίο η μόχλευση θεωρείται ότι χρησιμοποιείται σε σημαντικό βαθμό, καθώς και για τον καθορισμό των αρχών τις οποίες θα πρέπει να χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές όταν σκέπτονται να επιβάλουν όρια στο επίπεδο μόχλευσης που μπορεί να εφαρμόσει ένας ΔΟΕΕ. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό των ρυθμίσεων συνεργασίας σε σχέση με εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ και/ή εκτός ΕΕ ΟΕΕ, με στόχο τον σχεδιασμό κοινού πλαισίου για τη διευκόλυνση της σύναψης συμφωνιών συνεργασίας με τρίτες χώρες. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να εκδίδονται για τον καθορισμό του περιεχομένου της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τους ΔΟΕΕ μεταξύ των αρμόδιων αρχών και για την παροχή ορισμένων πληροφοριών στην ΕΑΚΑΑ.

(85) Ανάλογα με τη σχετική συμβουλή της ΕΚΑΑ και τα κριτήρια που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να εκδοθεί επίσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την επέκταση της εφαρμογής του ευρωπαϊκού διαβατηρίου στους ΔΟΕΕ της ΕΕ που προωθούν εμπορικά ΟΕΕ εκτός ΕΕ στην Ένωση και στους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται και/ή προωθούν εμπορικά ΟΕΕ στην Ένωση και θα πρέπει να εκδοθεί άλλη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την περάτωση της εφαρμογής των εθνικών καθεστώτων ιδιωτικής τοποθέτησης στον τομέα αυτό.

(86) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τρεις μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης για να διατυπώσουν αντίρρηση σε πράξη κατ’ εξουσιοδότηση. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, το διάστημα αυτό θα πρέπει να μπορεί να παρατείνεται κατά τρεις μήνες σε σημαντικούς τομείς που προκαλούν προβληματισμό. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να μπορούν να ενημερώσουν τα άλλα θεσμικά όργανα για την πρόθεσή τους να μη διατυπώσουν αντιρρήσεις. Η ταχεία αυτή έγκριση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν πρέπει να τηρηθούν προθεσμίες, όπως, λόγου χάρη, για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εντός της περιόδου μεταφοράς που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

(87) Με τη δήλωση για το άρθρο 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσαρτάται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης, η οποία εξέδωσε τη συνθήκη της Λισαβόνας, που υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου 2007, η διάσκεψη έλαβε υπόψη την πρόθεση της Επιτροπής να διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από τα κράτη μέλη κατά την προετοιμασία των σχεδίων πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της.

(88) Δύο έτη μετά την καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκδώσει γνώμη σχετικά με τη λειτουργία του ευρωπαϊκού διαβατηρίου που θα ισχύει εκείνη τη χρονική στιγμή και σχετικά με τη λειτουργία των εθνικών καθεστώτων ιδιωτικής τοποθέτησης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκδώσει επίσης συμβουλή σχετικά με την επέκταση του ευρωπαϊκού διαβατηρίου στους ΔΟΕΕ της ΕΕ που προωθούν εμπορικά ΟΕΕ εκτός ΕΕ στην Ένωση και στους ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ που διαχειρίζονται και/ή προωθούν εμπορικά ΟΕΕ στην Ένωση. Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός τριών μηνών από τη λήψη της συμβουλής και συμβουλής της ΕΑΚΑΑ και λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία και τους στόχους της, όπως μεταξύ άλλων την εσωτερική αγορά, την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματική παρακολούθηση του συστημικού κινδύνου, προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία οι κανόνες σχετικά με την επέκταση του ευρωπαϊκού διαβατηρίου που καθορίζει η παρούσα οδηγία θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη.

(89) Στη διάσκεψη κορυφής του Απριλίου του 2009 στο Λονδίνο, οι ηγέτες της G20 συμφώνησαν ότι τα αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου ή οι διαχειριστές τους θα πρέπει να καταχωρίζονται και να υποχρεώνονται να παρέχουν σε διαρκή βάση τις απαιτούμενες πληροφορίες στους φορείς εποπτείας ή ρύθμισης. Θα πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι διαθέτουν επαρκή διαχείριση κινδύνου. Τον Ιούνιο του 2010, οι ηγέτες της G20 επανέλαβαν στο Τορόντο την προσήλωσή τους και δεσμεύτηκαν να επισπεύσουν την εφαρμογή αυστηρών μέτρων για την αύξηση της διαφάνειας και της ρυθμιστικής εποπτείας των αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου με τρόπο συνεπή και χωρίς διακρίσεις, σε διεθνές επίπεδο. Προκειμένου να υποστηριχθούν οι στόχοι της G20, ο διεθνής οργανισμός επιτροπών κινητών αξιών (IOSCO) εξέδωσε, τον Ιούνιο του 2009, αρχές υψηλού επιπέδου για την εποπτεία των αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης, ως κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη ενιαίας ρύθμισης του τομέα σε διεθνές επίπεδο. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2010, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε ότι η Ευρώπη πρέπει να προάγει σθεναρότερα και με πνεύμα αμοιβαιότητας και κοινού οφέλους τα συμφέροντα και τις αξίες της στο πλαίσιο των εξωτερικών της σχέσεων και ότι πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα ώστε, μεταξύ άλλων, να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην αγορά και να ενισχυθεί η ρυθμιστική συνεργασία με τους μείζονες εμπορικούς εταίρους. Η Επιτροπή θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσει ότι εφαρμόζονται οι δεσμεύσεις αυτές από τους διεθνείς εταίρους της Ένωσης κατά παρεμφερή τρόπο.

(90) Τρία έτη από την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού διαβατηρίου σε όλους τους ΔΟΕΕ, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκδώσει γνώμη σχετικά με τη λειτουργία του ευρωπαϊκού διαβατηρίου που θα ισχύει εκείνη τη χρονική στιγμή και σχετικά με τη λειτουργία των εθνικών καθεστώτων ιδιωτικής τοποθέτησης. Θα πρέπει να προσφέρει επίσης συμβουλή σχετικά με τον τερματισμό αυτών των εθνικών καθεστώτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός τριών μηνών από τη λήψη της γνώμης και συμβουλής της ΕΑΚΑΑ και λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία και τους στόχους της, όπως μεταξύ άλλων την εσωτερική αγορά, την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματική παρακολούθηση του συστημικού κινδύνου, προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία τα εθνικά καθεστώτα στα οποία αναφέρεται η παρούσα οδηγία θα πρέπει να περατωθούν σε όλα τα κράτη μέλη.

(91) Τέσσερα έτη από την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, η Επιτροπή, βάσει δημόσιας διαβούλευσης και υπό το πρίσμα των συζητήσεων με τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να αρχίσει επανεξέταση της εφαρμογής και του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Η επανεξέταση αυτή θα πρέπει να αναλύσει την πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή της οδηγίας, τον αντίκτυπό της στους επενδυτές, στους ΟΕΕ και στους ΔΟΕΕ, τόσο μέσα στην Ένωση όσο και έξω από αυτήν, και σε ποιο βαθμό επιτεύχθηκαν οι στόχοι της παρούσας οδηγίας και, εφόσον υφίσταται ανάγκη, να προτείνει κατάλληλες τροποποιήσεις. Η επανεξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει γενική επισκόπηση της λειτουργίας των κανόνων της παρούσας οδηγίας, καθώς και της πείρας που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή τους. Στην επανεξέτασή της, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τη λειτουργία της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών της Ένωσης όσον αφορά την αποτελεσματική εποπτεία όλων των ΔΟΕΕ που δραστηριοποιούνται στις αγορές της Ένωσης, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων –σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010– της ανάθεσης στην ΕΑΚΑΑ περαιτέρω αρμοδιοτήτων εποπτείας στον τομέα της αδειοδότησης και της εποπτείας εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να εκτιμήσει το κόστος και το όφελος από την ανάθεση των καθηκόντων αυτών στην ΕΑΚΑΑ.

(92) Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στη διαμόρφωση πλαισίου ικανού να αντιμετωπίσει τους ενδεχόμενους κινδύνους από τις δραστηριότητες των ΔΟΕΕ και στην εξασφάλιση αποτελεσματικής παρακολούθησης των κινδύνων αυτών από τις αρμόδιες αρχές στο εσωτερικό της Ένωσης. Είναι απαραίτητο να προβλεφθεί αυστηρό κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο χωρίς κενά στη χρηματοοικονομική ρύθμιση. Εν προκειμένω, γίνεται αναφορά στις ήδη υπάρχουσες απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας που ισχύουν για τους επαγγελματίες επενδυτές σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό που εφαρμόζεται στους επενδυτές αυτούς. Η Επιτροπή καλείται να επανεξετάσει τη σχετική νομοθεσία για τους επαγγελματίες επενδυτές προκειμένου να εκτιμηθεί η ανάγκη να επιβληθούν αυστηρότερες απαιτήσεις για τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας στις οποίες πρέπει να υπόκεινται οι επαγγελματίες επενδυτές της Ένωσης όταν επενδύουν με δική τους πρωτοβουλία σε μη ενωσιακά χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως σε εκτός ΕΕ ΟΕΕ.

(93) Κατά το πέρας της επανεξέτασης, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση, που θα συμπεριλαμβάνει, ενδεχομένως, προτεινόμενες τροποποιήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της παρούσας οδηγίας και τον δυνητικό αντίκτυπο στους επενδυτές, στους ΟΕΕ και στους ΔΟΕΕ, τόσο εντός της Ένωσης όσο και σε τρίτες χώρες.

(94) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών μέσω της θέσπισης κοινού πλαισίου για τη χορήγηση αδείας και την εποπτεία των ΔΟΕΕ, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, όπως καταδεικνύουν οι ελλείψεις υφιστάμενων εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων και εποπτείας των εν λόγω φορέων, και δύναται, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(95) Οι οδηγίες 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας [21] και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τους κανόνες χορήγησης αδείας, διαρκούς λειτουργίας και διαφάνειας των διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) που διαχειρίζονται και/ή προωθούν εμπορικά τέτοιους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) στην Ένωση.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

α) σε ΔΟΕΕ της ΕΕ, οι οποίοι διαχειρίζονται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ, ασχέτως εάν οι εν λόγω ΟΕΕ είναι ΟΕΕ της ΕΕ ή ΟΕΕ εκτός ΕΕ,

β) σε εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, οι οποίοι διαχειρίζονται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ της ΕΕ, και

γ) σε εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, οι οποίοι προωθούν εμπορικά έναν ή περισσότερους ΟΕΕ στην Ένωση, ασχέτως εάν οι εν λόγω ΟΕΕ είναι ΟΕΕ της ΕΕ ή ΟΕΕ εκτός ΕΕ.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, είναι άνευ σημασίας τα εξής:

α) εάν ο ΟΕΕ είναι ανοικτού ή κλειστού τύπου,

β) εάν ο ΟΕΕ έχει συμβατική μορφή, τραστ, καταστατική μορφή ή έχει οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή,

γ) η νομική δομή του ΔΟΕΕ.

3. Η παρούσα οδηγία δεν έχει εφαρμογή στις ακόλουθες οντότητες:

α) εταιρείες χαρτοφυλακίου,

β) ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/41/ΕΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ενδεχομένως, οι εξουσιοδοτημένους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση τέτοιων ιδρυμάτων και ενεργούν για λογαριασμό τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας ή οι διαχειριστές επενδύσεων οι οποίοι ορίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας, εφόσον δεν διαχειρίζονται ΟΕΕ,

γ) υπερεθνικά όργανα, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, οι ευρωπαϊκοί αναπτυξιακοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί (DFI) και οι διμερείς αναπτυξιακές τράπεζες, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλα υπερεθνικά όργανα και παρεμφερείς διεθνείς οργανισμοί, σε περίπτωση που τα εν λόγω όργανα ή οργανισμοί διαχειρίζονται ΟΕΕ και εφόσον οι εν λόγω ΟΕΕ ενεργούν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος,

δ) εθνικές κεντρικές τράπεζες,

ε) εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές και οργανισμοί ή άλλα ιδρύματα που διαχειρίζονται ταμεία στήριξης καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων,

στ) καθεστώτα συμμετοχής εργαζομένων ή καθεστώτα αποταμίευσης εργαζομένων,

ζ) οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης.

4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι ΔΟΕΕ της παραγράφου 1 συμμορφώνονται προς την παρούσα οδηγία σε συνεχή βάση.

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις

1. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε ΔΟΕΕ, εφόσον διαχειρίζονται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ των οποίων οι μόνοι επενδυτές είναι οι ίδιοι οι ΔΟΕΕ ή οι μητρικές τους επιχειρήσεις ή οι θυγατρικές επιχειρήσεις των ΔΟΕΕ ή άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις αυτών των μητρικών επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι κανένας από αυτούς τους επενδυτές δεν αποτελεί ο ίδιος ΟΕΕ.

2. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 46, μόνον οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στους ακόλουθους ΔΟΕΕ:

α) ΔΟΕΕ οι οποίοι, άμεσα ή έμμεσα, μέσω εταιρείας με την οποία ο ΔΟΕΕ συνδέεται μέσω κοινής διαχείρισης ή ελέγχου, ή μέσω ουσιαστικής άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής, διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια των ΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αποκτήθηκαν μέσω της χρήσης μόχλευσης, δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανώτατο όριο των 100 εκατ. EUR, ή

β) ΔΟΕΕ οι οποίοι, άμεσα ή έμμεσα, μέσω εταιρείας με την οποία ο ΔΟΕΕ συνδέεται μέσω κοινής διαχείρισης ή ελέγχου, ή μέσω ουσιαστικής άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής, διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια των ΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανώτατο όριο των 500 εκατ. EUR, εφόσον τα χαρτοφυλάκια των ΟΕΕ αποτελούνται από ΟΕΕ χωρίς μόχλευση και που δεν έχουν δικαιώματα εξαγοράς που να μπορούν να ασκηθούν κατά τη διάρκεια πέντε ετών από την ημερομηνία αρχικής επένδυσης σε κάθε ΟΕΕ.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατ’ ελάχιστο όριο, οι ΔΟΕΕ της παραγράφου 2:

α) υπόκεινται σε καταχώριση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους,

β) τη στιγμή της καταχώρισης γνωστοποιούνται οι ίδιοι και οι ΟΕΕ που τελούν υπό τη διαχείρισή τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους,

γ) τη στιγμή της καταχώρισης παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις επενδυτικές στρατηγικές των ΟΕΕ που τελούν υπό τη διαχείρισή τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους,

δ) παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους τις πληροφορίες σχετικά με τα κύρια μέσα με τα οποία πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές και τις βασικές εκθέσεις σε κινδύνους των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται, ώστε να είναι σε θέση οι αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν αποτελεσματικά τους συστημικούς κινδύνους, και

ε) ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους στην περίπτωση που δεν πληρούν πλέον τους όρους της παραγράφου 2.

Οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της υιοθέτησης αυστηρότερων κανόνων από τα κράτη μέλη όσον αφορά τους ΔΟΕΕ που εμπίπτουν σε μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, εάν έχουν παύσει να τηρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2, οι συγκεκριμένοι ΔΟΕΕ να ζητούν άδεια εντός 30 ημερολογιακών ημερών, σύμφωνα με τις σχετικές διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

4. Οι ΔΟΕΕ της παραγράφου 2 δεν απολαμβάνουν κανένα από τα δικαιώματα που χορηγούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εκτός αν επιλέξουν την υπαγωγή στο καθεστώς της παρούσας οδηγίας. Εφόσον οι ΔΟΕΕ επιλέξουν την εν λόγω υπαγωγή, η παρούσα οδηγία καθίσταται εφαρμοστέα στο σύνολό της.

5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που αποσκοπούν στον προσδιορισμό των διαδικασιών για τους ΔΟΕΕ που επιλέγουν την υπαγωγή στην παρούσα οδηγία σύμφωνα με την παράγραφο 4. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 2.

6. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα που καθορίζουν:

α) τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται τα κατά την παράγραφο 2 όρια και την αντιμετώπιση των ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων όσων περιουσιακών στοιχείων αποκτώνται κάνοντας χρήση της μόχλευσης, σε ένα και το αυτό ημερολογιακό έτος υπερβαίνουν περιστασιακά ή/και κατεβαίνουν κάτω από το σχετικό όριο,

β) τις υποχρεώσεις καταχώρισης για τις οντότητες της παραγράφου 2 και παροχής πληροφοριών για τους σκοπούς της αποτελεσματικής παρακολούθησης των συστημικών κινδύνων, όπως προβλέπει η παράγραφος 3, και

γ) την υποχρέωση κοινοποίησης προς τις αρμόδιες αρχές κατά την παράγραφο 3.

Άρθρο 4

Ορισμοί

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α) ως "ΟΕΕ" νοείται οποιοσδήποτε οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων επενδύσεών του, ο οποίος:

i) συγκεντρώνει κεφάλαια από σειρά επενδυτών με σκοπό την επένδυσή τους σύμφωνα με καθορισμένη επενδυτική πολιτική προς όφελος των εν λόγω επενδυτών, και

ii) δεν χρειάζεται άδεια σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

β) ως "ΔΟΕΕ" νοείται κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου η συνήθης δραστηριότητα είναι η διαχείριση ενός ή περισσότερων ΟΕΕ·

γ) ως "υποκατάστημα" νοείται έδρα εκμετάλλευσης που, στην περίπτωση ενός ΔΟΕΕ, αποτελεί τμήμα του ΔΟΕΕ, στερείται νομικής προσωπικότητας και, στην περίπτωση ενός ΔΟΕΕ, παρέχει τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει λάβει άδεια ο ΔΟΕΕ· όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας με εγκατάσταση στο ίδιο κράτος μέλος από έναν ΔΟΕΕ με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα θεωρούνται ένα και μόνο υποκατάστημα·

δ) ως "συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας" νοείται μερίδιο των κερδών του ΟΕΕ που περιέρχεται στον ΔΟΕΕ ως αντιστάθμιση για τη διαχείριση του ΔΟΕΕ, αποκλειομένου κάθε μεριδίου στα κέρδη του ΟΕΕ που περιέρχεται στον ΔΟΕΕ ως απόδοση επένδυσης του ΔΟΕΕ στον ΟΕΕ·

ε) ως "στενοί δεσμοί" νοείται η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:

i) σχέση συμμετοχής, δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

ii) σχέση ελέγχου, κυρίως σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 της έβδομης οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς [22], ή παρόμοια σχέση μεταξύ ενός φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης αυτών των θυγατρικών.

Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά "στενό δεσμό" μεταξύ αυτών των προσώπων·

στ) ως "αρμόδιες αρχές" νοούνται οι εθνικές αρχές των κρατών μελών οι οποίες εξουσιοδοτούνται, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να επιτηρούν τους ΔΟΕΕ·

ζ) ως "αρμόδιες αρχές" σε σχέση με τον θεματοφύλακα, νοούνται:

i) εάν ο θεματοφύλακας είναι πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια στο πλαίσιο της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές κατά το άρθρο 4 παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας,

ii) εάν ο θεματοφύλακας είναι επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22) της εν λόγω οδηγίας,

iii) εάν ο θεματοφύλακας εμπίπτει σε κατηγορία ιδρύματος που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 21 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους του οι οποίες είναι αρμόδιες διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης να επιτηρούν αυτές τις κατηγορίες ιδρυμάτων,

iv) εάν ο θεματοφύλακας είναι οντότητα στην οποία αναφέρεται το τρίτο εδάφιο του άρθρου 21 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο η οντότητα αυτή έχει την καταστατική της έδρα, οι οποίες είναι αρμόδιες διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης να εποπτεύουν αυτές τις οντότητες, ή, κατά περίπτωση, το επίσημο όργανο που είναι αρμόδιο να καταχωρίζει ή να εποπτεύει την οντότητα σύμφωνα με τους εφαρμοστέους σε αυτήν κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς,

v) αν ο θεματοφύλακας διορίζεται ως θεματοφύλακας για εκτός ΕΕ ΟΕΕ σύμφωνα με το στοιχείο β) του άρθρου 21 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας, και δεν είναι μία από τις προαναφερθείσες οντότητες, οι σχετικές εθνικές αρχές της τρίτης χώρας στην οποία ο θεματοφύλακας έχει την καταστατική του έδρα·

η) ως "αρμόδιες αρχές ΟΕΕ της ΕΕ" νοούνται οι εθνικές αρχές κράτους μέλους, οι οποίες εξουσιοδοτούνται, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν τον ΟΕΕ·

θ) ως "έλεγχος" νοείται ο έλεγχος κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΚ·

ι) ως "εγκατεστημένος" νοείται:

i) προκειμένου περί ΔΟΕΕ, "που έχει την καταστατική του έδρα",

ii) προκειμένου περί ΟΕΕ, "που έχει λάβει άδεια ή καταχωρισθεί" ή, κατά περίπτωση, εάν ο ΟΕΕ δεν έχει λάβει άδεια ούτε έχει καταχωρισθεί, "που έχει την καταστατική του έδρα",

iii) προκειμένου περί θεματοφύλακα, "που έχει την καταστατική του έδρα ή υποκατάστημα",

iv) προκειμένου περί νομικών εκπροσώπων οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα, "που έχει την καταστατική του έδρα ή υποκατάστημα",

v) προκειμένου περί νομικών εκπροσώπων, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα, "που έχει τον τόπο κατοικίας του"·

ια) ως "ΟΕΕ της ΕΕ" νοείται:

i) κάθε ΟΕΕ που έχει λάβει άδεια ή έχει καταχωρισθεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα προς την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, ή

ii) κάθε ΟΕΕ που δεν έχει λάβει άδεια ούτε έχει καταχωρισθεί σε κράτος μέλος, αλλά έχει την καταστατική του έδρα και/ή τα κεντρικά γραφεία του σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ιβ) ως "ΔΟΕΕ της ΕΕ" νοείται κάθε ΔΟΕΕ που έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ιγ) ως "τροφοδοτικός ΟΕΕ" νοείται κάθε ΟΕΕ ο οποίος:

i) επενδύει τουλάχιστον 85 % των περιουσιακών του στοιχείων σε μερίδια ή μετοχές άλλου ΟΕΕ (του "κύριου ΟΕΕ"), ή

ii) επενδύει τουλάχιστον 85 % των περιουσιακών του στοιχείων σε περισσότερους του ενός κύριους ΟΕΕ, εφόσον οι εν λόγω κύριοι ΟΕΕ έχουν ταυτόσημες επενδυτικές στρατηγικές, ή

iii) έχει κατ’ άλλον τρόπο έκθεση ύψους τουλάχιστον 85 % των περιουσιακών του στοιχείων σε έναν ή περισσότερους κύριους ΟΕΕ·

ιδ) ως "χρηματοοικονομικό μέσο" νοείται ένα μέσο, όπως καθορίζεται στο παράρτημα I τμήμα Γ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

ιε) ως "εταιρεία χαρτοφυλακίου" νοείται εταιρεία με συμμετοχή σε μία ή περισσότερες άλλες εταιρείες, εμπορικός σκοπός της οποίας είναι η εφαρμογή επιχειρηματικής στρατηγικής ή στρατηγικών μέσω των θυγατρικών ή συνδεδεμένων εταιρειών της ή των συμμετοχών της, προκειμένου να αυξηθεί η μακροπρόθεσμη αξία τους, και η οποία είναι εταιρεία που είτε:

i) λειτουργεί για λογαριασμό της και της οποίας οι μετοχές έχουν εισαχθεί σε ευρωπαϊκή ρυθμιζόμενη αγορά και η οποία λειτουργεί για δικό της λογαριασμό, ή

ii) δεν έχει συσταθεί με κύριο σκοπό την εξασφάλιση κέρδους για τους επενδυτές της μέσω εκποίησης των θυγατρικών ή των συνδεδεμένων εταιρειών της, όπως προκύπτει από την ετήσια έκθεση της εταιρείας ή άλλα επίσημα έγγραφα·

ιστ) ως "κράτος μέλος καταγωγής ενός ΟΕΕ" νοείται:

i) το κράτος μέλος στο οποίο ο ΟΕΕ έχει λάβει άδεια ή έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ή, σε περίπτωση πολλαπλών αδειών ή καταχωρίσεων, το κράτος μέλος στο οποίο ο ΟΕΕ έχει λάβει άδεια ή έχει καταχωρισθεί για πρώτη φορά, ή

ii) εάν ο ΟΕΕ δεν έχει λάβει άδεια ή δεν έχει καταχωρισθεί στο κράτος μέλος, το κράτος μέλος στο οποίο ο ΟΕΕ έχει την καταστατική του έδρα και/ή τα κεντρικά γραφεία του·

ιζ) ως "κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ" νοείται το κράτος μέλος στο οποίο ο ΔΟΕΕ έχει την καταστατική του έδρα· για τους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, κάθε παραπομπή στο "κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ" στην παρούσα οδηγία νοείται ως παραπομπή στο "κράτος μέλος αναφοράς", όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VΙΙ·

ιη) ως "κράτος μέλος υποδοχής του ΔΟΕΕ" νοείται, κατά περίπτωση:

i) το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ διαχειρίζεται ΟΕΕ της ΕΕ,

ii) το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ της ΕΕ,

iii) το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ εκτός ΕΕ,

iv) το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ διαχειρίζεται ΟΕΕ της ΕΕ,

v) το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους αναφοράς, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ προωθεί εμπορικά μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ της ΕΕ, ή

vi) το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους αναφοράς, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ προωθεί εμπορικά μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ εκτός ΕΕ·

ιθ) ως "αρχικό κεφάλαιο" νοούνται τα κεφάλαια κατά το άρθρο 57 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

κ) ως "εκδότης" νοείται κάθε εκδότης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, ο οποίος έχει την καταστατική του έδρα στην Ένωση και του οποίου οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

κα) ως "νόμιμος εκπρόσωπος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει, αν είναι φυσικό πρόσωπο, τον τόπο κατοικίας του και, αν είναι νομικό πρόσωπο, την καταστατική του έδρα στην Ένωση, το οποίο, ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση ενός ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ, ενεργεί εξ ονόματος του εν λόγω ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ και στο οποίο μπορούν να απευθύνονται οι αρχές, οι πελάτες, τα όργανα και οι αντισυμβαλλόμενοι του εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ στην Ένωση, αντί να απευθύνονται στον ίδιο τον εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, όσον αφορά τις υποχρεώσεις του εν λόγω εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας·

κβ) ως "μόχλευση" νοείται κάθε μέθοδος διά της οποίας ο ΔΟΕΕ αυξάνει την έκθεση σε κινδύνους ενός ΟΕΕ που διαχειρίζεται είτε μέσω δανειοληψίας μετρητών ή κινητών αξιών, είτε μέσω ενσωματωμένης μόχλευσης σε θέσεις παραγώγων ή μέσω οιωνδήποτε άλλων μέσων·

κγ) ως "διαχείριση ΟΕΕ" νοείται η επιτέλεση τουλάχιστον των λειτουργιών διαχείρισης επενδύσεων που αναφέρονται στο σημείο 1 στοιχεία α) ή β) του παραρτήματος I για έναν ή περισσότερους ΟΕΕ·

κδ) ως "εμπορία" ή "εμπορική προώθηση" νοείται κάθε άμεση ή έμμεση προσφορά ή τοποθέτηση, με πρωτοβουλία του ΔΟΕΕ ή εξ ονόματος του ΔΟΕΕ, μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται σε επενδυτές εγκατεστημένους ή με εγκατεστημένο γραφείο στην Ένωση·

κε) ως "κύριος ΟΕΕ" νοείται κάθε ΟΕΕ στον οποίο επενδύει ή έχει έκθεση ένας άλλος ΟΕΕ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ανωτέρω στοιχείο ιγ)·

κστ) ως "κράτος μέλος αναφοράς" νοείται το κράτος μέλος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 4·

κζ) ως "ΟΕΕ εκτός ΕΕ" ή "εκτός ΕΕ ΟΕΕ" νοείται κάθε ΟΕΕ που δεν είναι ΟΕΕ της ΕΕ·

κη) ως "ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ" ή "εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ" νοείται κάθε ΔΟΕΕ που δεν είναι ΔΟΕΕ της ΕΕ·

κθ) ως "μη εισηγμένη εταιρεία" νοείται κάθε εταιρεία η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Ένωση και της οποίας οι μετοχές δεν έχουν εισαχθεί σε ρυθμιζόμενη αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

λ) ως "ίδια κεφάλαια" νοούνται τα ίδια κεφάλαια κατά τα άρθρα 56 έως 67 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

λα) ως "μητρική επιχείρηση" νοείται η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

λβ) ως "βασικός μεσίτης" νοείται ένα πιστωτικό ίδρυμα, μια ρυθμιζόμενη επιχείρηση επενδύσεων ή μια άλλη οντότητα που υπόκειται σε προληπτική ρύθμιση και συνεχή εποπτεία και προσφέρει μία ή περισσότερες υπηρεσίες σε επαγγελματίες επενδυτές, πρωτίστως για τη χρηματοδότηση ή πραγματοποίηση συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα ως αντισυμβαλλόμενο μέρος, και μπορεί επίσης να παρέχει άλλες υπηρεσίες, όπως εκκαθάριση και διακανονισμό συναλλαγών, υπηρεσίες θεματοφυλακής, δανειοδοσία τίτλων, ειδικά προσαρμοσμένη τεχνολογία, και μέσα και εγκαταστάσεις επιχειρησιακής υποστήριξης·

λγ) ως "επαγγελματίας επενδυτής" νοείται κάθε επενδυτής που θεωρείται επαγγελματίας πελάτης ή μπορεί προαιρετικά να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια του παραρτήματος II της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

λδ) ως "ειδική συμμετοχή" νοείται κάθε άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ΔΟΕΕ η οποία αντιπροσωπεύει το 10 % τουλάχιστον του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας, ή η οποία επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση του ΔΟΕΕ στον οποίο υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή·

λε) ως "εκπρόσωποι των εργαζομένων" νοούνται οι εκπρόσωποι των εργαζομένων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2002/14/ΕΚ·

λστ) ως "ευρύ επενδυτικό κοινό" νοείται επενδυτής ο οποίος δεν είναι επαγγελματίας επενδυτής·

λζ) ως "θυγατρική επιχείρηση" νοείται η θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

λη) ως "εποπτικές αρχές" σε σχέση με έναν εκτός ΕΕ ΟΕΕ νοούνται οι εθνικές αρχές τρίτης χώρας οι οποίες έχουν εξουσιοδοτηθεί, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν τον ΟΕΕ·

λθ) ως "εποπτικές αρχές" σε σχέση με έναν εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ νοούνται οι εθνικές αρχές τρίτης χώρας οι οποίες έχουν εξουσιοδοτηθεί, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν τον ΔΟΕΕ·

μ) ως "οντότητα ειδικού σκοπού τιτλοποίησης" νοείται, για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο ζ) του άρθρου 2, μια οντότητα μόνος σκοπός της οποίας είναι να διεξάγει τιτλοποίηση ή τιτλοποιήσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 24/2009 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 19ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με στατιστικά στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού των χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού οι οποίες μετέχουν σε συναλλαγές τιτλοποίησης [23] και άλλες δραστηριότητες κατάλληλες για την εκπλήρωση αυτού του σκοπού·

μα) ως "ΟΣΕΚΑ" νοούνται οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

2. Για τους σκοπούς του στοιχείου λ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, τα άρθρα 13 έως 16 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων [24].

3. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα που καθορίζουν:

α) τις μεθόδους μόχλευσης, όπως ορίζονται στο στοιχείο κβ) της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων οιωνδήποτε χρηματοοικονομικών και/ή νομικών δομών με συμμετοχή τρίτων οι οποίες ελέγχονται από τον σχετικό ΟΕΕ, και

β) τον τρόπο υπολογισμού της μόχλευσης.

4. Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών κανόνων για τον προσδιορισμό, οσάκις ενδείκνυται κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και προς εξασφάλιση ομοιόμορφων όρων εφαρμογής, των τύπων των ΔΟΕΕ.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα σχέδια κανονιστικών τεχνικών κανόνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5

Προσδιορισμός του ΔΟΕΕ

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε ΟΕΕ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας έχει έναν και μόνον ΔΟΕΕ, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία. Ο ΔΟΕΕ είναι είτε:

α) εξωτερικός διαχειριστής ο οποίος είναι το νομικό πρόσωπο που διορίζεται από τον ΟΕΕ ή εξ ονόματος του ΟΕΕ και ο οποίος μέσω του διορισμού αυτού είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση του ΟΕΕ·(εξωτερικός ΔΟΕΕ), ή

β) εφόσον η νομική μορφή του ΟΕΕ επιτρέπει εσωτερική διαχείριση και εφόσον το διευθυντικό όργανο του ΟΕΕ επιλέγει να μη διορίσει εξωτερικό ΔΟΕΕ, ο ίδιος ο ΟΕΕ, που λαμβάνει, εν τοιαύτη περιπτώσει, άδεια ως ΔΟΕΕ.

2. Σε περιπτώσεις που ο εξωτερικός ΔΟΕΕ αδυνατεί να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία για την οποία είναι υπεύθυνος ο ΟΕΕ ή άλλη οντότητα εξ ονόματός του, ο ΔΟΕΕ ενημερώνει πάραυτα τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του και, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές του σχετικού ΟΕΕ της ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ καλούν τον ΔΟΕΕ να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης.

3. Εάν, παρά τις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, συνεχίζεται η απουσία συμμόρφωσης, και στον βαθμό που αφορά έναν ΔΟΕΕ της ΕΕ ή έναν ΟΕΕ της ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ απαιτούν από τον ΔΟΕΕ να παραιτηθεί από ΔΟΕΕ του συγκεκριμένου ΟΕΕ. Σε αυτή την περίπτωση, ο ΟΕΕ δεν μπορεί πλέον να προωθείται εμπορικά στην Ένωση. Εάν η μη συμμόρφωση αφορά έναν εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται έναν εκτός ΕΕ ΟΕΕ, ο ΟΕΕ πλέον δεν θα προωθείται εμπορικά στην Ένωση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΕ ΔΟΕΕ

Άρθρο 6

Προϋποθέσεις για την ανάληψη δραστηριοτήτων ΔΟΕΕ

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κανένας ΔΟΕΕ δεν διαχειρίζεται ΟΕΕ εκτός αν έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Ο ΔΟΕΕ που λαμβάνει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας συμμορφώνεται διαρκώς προς τους όρους χορήγησης αδείας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κανείς εξωτερικός ΔΟΕΕ δεν αναπτύσσει δραστηριότητες άλλες από τις αναφερόμενες στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας και επιπροσθέτως της διαχείριση ΟΣΕΚΑ, υπό τον όρο της χορήγησης αδείας βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κανείς ΟΕΕ με εσωτερική διαχείριση δεν αναπτύσσει δραστηριότητες άλλες από την εσωτερική διαχείριση του συγκεκριμένου ΟΕΕ σύμφωνα με το παράρτημα I.

4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν σε εξωτερικό ΔΟΕΕ να παρέχει τις ακόλουθες υπηρεσίες:

α) διαχείριση χαρτοφυλακίων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν σε συνταξιοδοτικά ταμεία και σε ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, βάσει εντολών που παρέχονται από επενδυτές, με διακριτική ευχέρεια και για κάθε πελάτη χωριστά·

β) ως παρεπόμενες υπηρεσίες:

i) επενδυτικές συμβουλές,

ii) φύλαξη και διοικητική διαχείριση μετοχών ή μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων,

iii) λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με χρηματοοικονομικά μέσα.

5. Οι ΔΟΕΕ δεν επιτρέπεται, με βάση την παρούσα οδηγία, να παρέχουν:

α) μόνο τις υπηρεσίες που σημειώνονται στην παράγραφο 4,

β) τις παρεπόμενες υπηρεσίες του στοιχείου β) της παραγράφου 4 χωρίς επίσης να έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες του στοιχείου α) της παραγράφου 4,

γ) να αναλαμβάνουν μόνο τις δραστηριότητες του σημείου 2 του παραρτήματος I,

δ) τις υπηρεσίες του σημείου 1 στοιχείο α) του παραρτήματος I χωρίς να παρέχουν τις υπηρεσίες του σημείου 1 στοιχείο β) του παραρτήματος I ή αντιστρόφως.

6. Το άρθρο 2 παράγραφος 2 και τα άρθρα 12, 13 και 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ εφαρμόζονται στην παροχή από τον ΔΟΕΕ των υπηρεσιών της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

7. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ΔΟΕΕ να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους τις πληροφορίες τις οποίες χρειάζονται για την παρακολούθηση της συνεχούς συμμόρφωσης με τους όρους που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία.

8. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ, και τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ δεν υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας βάσει της παρούσας οδηγίας προκειμένου να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, όπως ατομική διαχείριση χαρτοφυλακίου σε σχέση με ΟΕΕ. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν, άμεσα ή έμμεσα, να προσφέρουν ή να διαθέτουν μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ σε επενδυτές εντός της Ένωσης, μόνον στον βαθμό κατά τον οποίο τα μερίδια ή οι μετοχές μπορούν να προωθηθούν εμπορικά σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 7

Αίτηση για τη χορήγηση αδείας

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο ΔΟΕΕ υποχρεούται να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση αδείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του.

2. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι ο ΔΟΕΕ που αιτείται τη χορήγηση αδείας παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τον ΔΟΕΕ στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του:

α) πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία πραγματικά διεξάγουν τις συναλλαγές του ΔΟΕΕ,

β) πληροφορίες σχετικά με τις ταυτότητες των μετόχων ή των μελών του ΔΟΕΕ, άμεσων ή έμμεσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι έχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα ποσά των εν λόγω συμμετοχών,

γ) πρόγραμμα δραστηριοτήτων που καθορίζει την οργανωτική δομή του ΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ΔΟΕΕ σκοπεύει να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του δυνάμει των κεφαλαίων ΙΙ, III, IV και, οσάκις ενδείκνυται, των κεφαλαίων V, VI και VII και VIII,

δ) πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές και πρακτικές αμοιβών σύμφωνα με το άρθρο 13,

ε) πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις οι οποίες πραγματοποιούνται για την ανάθεση και τη δευτερεύουσα ανάθεση λειτουργιών σε τρίτα μέρη, κατά το άρθρο 20.

3. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι ο ΔΟΕΕ που αιτείται τη χορήγηση αδείας παρέχει επιπλέον τις ακόλουθες πληροφορίες, σχετικά με τον ΟΕΕ τον οποίο προτίθεται να διαχειριστεί, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του:

α) πληροφορίες σχετικά με τις στρατηγικές επενδύσεων, περιλαμβανομένων των τύπων των υποκείμενων αμοιβαίων κεφαλαίων αν ο ΟΕΕ είναι αμοιβαίο κεφάλαιο που επενδύει σε αμοιβαία κεφάλαια και της πολιτικής του ΔΟΕΕ όσον αφορά τη χρήση μόχλευσης και τα προφίλ κινδύνου και άλλα χαρακτηριστικά των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή σκοπεύει να διαχειρισθεί, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τα κράτη μέλη ή τις τρίτες χώρες στα οποία είναι εγκατεστημένοι ή αναμένεται να εγκατασταθούν,

β) πληροφορίες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του κύριου ΟΕΕ αν ο ΟΕΕ είναι τροφοδοτικός ΟΕΕ,

γ) τους κανονισμούς του κεφαλαίου ή τα καταστατικά έγγραφα κάθε ΟΕΕ που σκοπεύει να διαχειρισθεί ο ΔΟΕΕ,

δ) πληροφορίες σχετικά με τις διευθετήσεις που έγιναν για τον διορισμό θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 21, για κάθε ΟΕΕ που σκοπεύει να διαχειρισθεί ο ΔΟΕΕ,

ε) οποιεσδήποτε επιπλέον πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή προτίθεται να διαχειρισθεί ο ΔΟΕΕ.

4. Εάν εταιρεία διαχείρισης έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ (εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ) και ζητήσει άδεια ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές δεν απαιτούν από την εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ να παράσχει πληροφορίες ή έγγραφα τα οποία η εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ είχε ήδη παράσχει όταν ζήτησε άδεια βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληροφορίες ή έγγραφα εξακολουθούν να είναι ενήμερα.

5. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σε τριμηνιαία βάση για τις άδειες που χορηγήθηκαν ή ανακλήθηκαν σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

Η ΕΑΚΑΑ τηρεί κεντρικό δημόσιο μητρώο στο οποίο προσδιορίζονται οι ΔΟΕΕ που έχουν λάβει άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας, ένας κατάλογος των ΟΕΕ που τελούν υπό διαχείριση και/ή προωθούνται εμπορικά στην Ένωση από τους ΔΟΕΕ αυτούς και η αρμόδια αρχή για κάθε ΔΟΕΕ. Το μητρώο διατίθεται σε ηλεκτρονική μορφή.

6. Για να διασφαλισθεί η συνεπής εναρμόνιση του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών κανόνων προκειμένου να καθορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της αίτησης για τη χορήγηση αδείας στον ΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τους κανονιστικούς τεχνικούς κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

7. Για να διασφαλισθούν ομοιόμορφοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια τεχνικών κανόνων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένους μορφότυπους, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή πληροφοριών που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τους εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 8

Προϋποθέσεις χορήγησης αδείας

1. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ΔΟΕΕ δεν χορηγούν άδεια, εκτός αν:

α) βεβαιωθούν ότι ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας,

β) ο ΔΟΕΕ έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο και επαρκή ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 9,

γ) τα πρόσωπα που πραγματικά διεξάγουν την επιχειρηματική δραστηριότητα ενός ΔΟΕΕ έχουν επαρκώς καλή φήμη και εμπειρία σε σχέση και με τις επενδυτικές στρατηγικές που ακολουθεί ο ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, ενώ τα ονόματα των προσώπων αυτών και κάθε προσώπου που τα διαδέχεται στη θέση τους κοινοποιούνται αμέσως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και η διεξαγωγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ΔΟΕΕ αποφασίζεται από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που πληρούν αυτούς τους όρους,

δ) οι μέτοχοι ή τα μέλη του ΔΟΕΕ που έχουν ειδικές συμμετοχές είναι κατάλληλοι να λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να εξασφαλισθεί η χρηστή και συνετή διαχείριση του ΔΟΕΕ, και

ε) τα κεντρικά γραφεία και η καταστατική έδρα του ΔΟΕΕ ευρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος.

Η άδεια είναι έγκυρη για όλα τα κράτη μέλη.

2. Ζητείται προηγουμένως η γνώμη των αρμόδιων αρχών των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στους ακόλουθους ΔΟΕΕ:

α) θυγατρική άλλου ΔΟΕΕ, εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, επιχείρησης επενδύσεων, πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος,

β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης άλλου ΔΟΕΕ, εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, επιχείρησης επενδύσεων, πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής εταιρείας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, και

γ) εταιρεία που ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα με αυτά που ελέγχουν άλλο ΔΟΕΕ, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, επιχείρηση επενδύσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική εταιρεία που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

3. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ αρνούνται τη χορήγηση αδείας σε περίπτωση που παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών τους λειτουργιών σε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) από στενούς δεσμούς μεταξύ του ΔΟΕΕ και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων,

β) από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας, οι οποίες διέπουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία ο ΔΟΕΕ έχει στενές σχέσεις,

γ) από δυσκολίες στην επιβολή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.

4. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ δύνανται να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής της άδειας, ιδίως όσον αφορά τις επενδυτικές στρατηγικές των ΟΕΕ που επιτρέπεται στον ΔΟΕΕ να διαχειρισθεί.

5. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν τον αιτούντα γραπτώς, εντός τριών μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, για τη χορήγηση ή μη της άδειας. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν την προθεσμία αυτή έως τρεις ακόμη μήνες, αν το θεωρήσουν αναγκαίο λόγω των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης και αφού απευθύνουν σχετική κοινοποίηση στον ΔΟΕΕ.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, μια αίτηση κρίνεται πλήρης, εάν ο ΔΟΕΕ έχει υποβάλει τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ) και στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β).

Ο ΔΟΕΕ μπορεί να αρχίσει τη διαχείριση ΟΕΕ με τις επενδυτικές στρατηγικές που περιγράφονται στην αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο α) στο κράτος μέλος καταγωγής αμέσως μετά τη χορήγηση αδείας, αλλά όχι ενωρίτερα από ένα μήνα μετά την υποβολή πληροφοριών που τυχόν έλειπαν και αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο ε) και στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχεία γ), δ) και ε).

6. Για να διασφαλισθεί η συνεπής εναρμόνιση του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών κανόνων προκειμένου να προσδιορίσει:

α) τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στους ΔΟΕΕ στο πλαίσιο της παραγράφου 3,

β) τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται για τους μετόχους και τα μέλη με ειδικές συμμετοχές, κατά την παράγραφο 1 στοιχείο δ),

γ) τα εμπόδια που ενδέχεται να παρακωλύσουν την ουσιαστική άσκηση των εποπτικών λειτουργιών των αρμόδιων αρχών.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τους κανονιστικούς τεχνικούς κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 9

Αρχικό κεφάλαιο και ίδια κεφάλαια

1. Τα κράτη μέλη επιβάλλουν στους ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενοι ΟΕΕ να διαθέτουν αρχικά κεφάλαια τουλάχιστον 300000 EUR.

2. Όταν ΔΟΕΕ ορίζεται εξωτερικός διαχειριστής ΟΕΕ, ο εν λόγω ΔΟΕΕ διαθέτει αρχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον 125000 EUR.

3. Στην περίπτωση που η αξία των χαρτοφυλακίων των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ υπερβαίνει τα 250 εκατ. EUR, ο ΔΟΕΕ παρέχει πρόσθετο ποσό ιδίων κεφαλαίων. Το εν λόγω πρόσθετο ποσό ιδίων κεφαλαίων αντιστοιχεί στο 0,02 % του ποσού κατά το οποίο η αξία των χαρτοφυλακίων του ΔΟΕΕ υπερβαίνει τα 250 εκατ. EUR, αλλά το απαιτούμενο σύνολο του αρχικού κεφαλαίου και του πρόσθετου ποσού, εντούτοις, να μη ξεπερνά τα 10 εκατ. EUR.

4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3, ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ΟΕΕ για τους οποίους ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει λειτουργίες σύμφωνα με το άρθρο 20, αλλά εξαιρουμένων των χαρτοφυλακίων ΟΕΕ τα οποία ο ΔΟΕΕ διαχειρίζεται υπό ανάθεση, θεωρούνται ως χαρτοφυλάκια του ΔΟΕΕ.

5. Ανεξαρτήτως της παραγράφου 3, τα ίδια κεφάλαια του ΔΟΕΕ δεν είναι ποτέ ολιγότερα από το ποσό που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 21 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

6. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους ΔΟΕΕ να μην παρέχουν μέχρι και το 50 % του πρόσθετου ποσού ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εφόσον οι ΔΟΕΕ διαθέτουν εγγύηση του ιδίου ύψους από πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος μέλος, ή και σε τρίτη χώρα όπου υπόκειται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ισοδύναμοι με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας του κοινοτικού δικαίου.

7. Για την κάλυψη ενδεχόμενων κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης που προκύπτουν από δραστηριότητες του ΔΟΕΕ κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τόσο οι ΟΕΕ με εσωτερική διαχείριση όσο και οι εξωτερικοί ΔΟΕΕ είτε:

α) διαθέτουν πρόσθετα ίδια κεφάλαια που επαρκούν για την κάλυψη ενδεχόμενων κινδύνων αστικής ευθύνης προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, ή

β) διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης για την κάλυψη της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια.

8. Τα ίδια κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων κατά την έννοια της παραγράφου 7 στοιχείο α), επενδύονται σε ρευστά ή βραχυχρονίως ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία και δεν περιλαμβάνουν κερδοσκοπικές θέσεις.

9. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα σχετικά με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου που καθορίζουν:

α) τους κινδύνους που πρέπει να καλύπτουν τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια ή η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης,

β) τις προϋποθέσεις για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ή της κάλυψης που παρέχει η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, και

γ) τον τρόπο προσδιορισμού των υπό εξέλιξη προσαρμογών των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ή της κάλυψης που παρέχει η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

10. Με την εξαίρεση των παραγράφων 7 και 8 και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται κατά την παράγραφο 9, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε ΔΟΕΕ που είναι ταυτοχρόνως εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ.

Άρθρο 10

Αλλαγές στο πεδίο εφαρμογής της άδειας

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ΔΟΕΕ να γνωστοποιήσουν, πριν από την εφαρμογή, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, κάθε ουσιαστική αλλαγή στις προϋποθέσεις για την αρχική άδεια, και ιδίως τις ουσιαστικές αλλαγές στις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 7.

2. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής αποφασίσουν να επιβάλουν περιορισμούς ή να απορρίψουν τις εν λόγω αλλαγές, ενημερώσουν τον ΔΟΕΕ, εντός ενός μηνός από τη λήψη της εν λόγω κοινοποίησης. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν την προθεσμία αυτή έως έναν ακόμη μήνα, αν το θεωρήσουν αναγκαίο λόγω των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης και αφού ενημερώσουν σχετικά τον ΔΟΕΕ. Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν στις αλλαγές εντός της σχετικής περιόδου εκτίμησης, οι αλλαγές αυτές τίθενται σε ισχύ.

Άρθρο 11

Ανάκληση αδείας

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ δύνανται να ανακαλέσουν την άδεια η οποία έχει χορηγηθεί σε έναν ΔΟΟΕ, σε περίπτωση που ο εν λόγω ΔΟΕΕ:

α) δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δώδεκα μηνών, παραιτηθεί ρητά από αυτήν ή έχει παύσει να ασκεί τη δραστηριότητα που εμπίπτει στην παρούσα οδηγία για τους έξι μήνες που έχουν προηγηθεί, εκτός εάν το οικείο κράτος μέλος έχει προβλέψει ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας καθίσταται ανίσχυρη,

β) λάβει άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο,

γ) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια,

δ) δεν συμμορφώνεται πλέον με την οδηγία 2006/49/ΕΚ, εάν η άδεια λειτουργίας του καλύπτει και την επιλεκτική υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχείο α) της εν λόγω οδηγίας,

ε) έχει παραβεί σοβαρά ή συστηματικά τις διατάξεις που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας, ή

στ) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες το εθνικό δίκαιο με το οποίο ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΉΤΩΝ ΑΠΟ ΔΟΕΕ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές απαιτήσεις

Άρθρο 12

Γενικές αρχές

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επί μονίμου βάσεως ότι οι ΔΟΕΕ:

α) ενεργούν εντίμως, με τη δέουσα προσοχή, φροντίδα και επιμέλεια και νομίμως κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους,

β) ενεργούν προς το συμφέρον των ΟΕΕ ή των επενδυτών των ΟΕΕ που διαχειρίζονται και της ακεραιότητας της αγοράς,

γ) διαθέτουν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη δέουσα διεξαγωγή των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων,

δ) λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων και, όταν αυτές δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν, για τον εντοπισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση, και κατά περίπτωση τη γνωστοποίηση, των εν λόγω συγκρούσεων συμφερόντων, προκειμένου να αποτρέπεται η βλαπτική επίδρασή τους στα συμφέροντα του ΟΕΕ και των επενδυτών τους και να εξασφαλίζεται η δίκαιη μεταχείριση των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται,

ε) τηρούν όλες τις ρυθμιστικές απαιτήσεις που διέπουν την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, έτσι ώστε να προωθούνται κατά τον πλέον επωφελή τρόπο τα συμφέροντα του ΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ που διαχειρίζονται και η ακεραιότητα της αγοράς,

στ) μεριμνούν ώστε όλοι οι επενδυτές των ΟΕΕ να τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης.

Κανένας επενδυτής ΟΕΕ δεν μπορεί να τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης, εάν αυτό δεν γνωστοποιείται στους κανόνες ή στα καταστατικά έγγραφα του συγκεκριμένου ΟΕΕ.

2. Κάθε ΔΟΕΕ, η άδεια λειτουργίας του οποίου καλύπτει και την επιλεκτική υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχείο α):

α) απαγορεύεται να επενδύει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του πελάτη σε μερίδια ή μετοχές του ΟΕΕ που διαχειρίζεται, εκτός εάν λάβει προηγούμενη γενική έγκριση από τον πελάτη,

β) όσον αφορά τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 4, υπόκειται στην οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών [25].

3. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των όρων των άρθρων 57 και 58, μέτρα που καθορίζουν τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούν οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι ΔΟΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της παραγράφου 1.

Άρθρο 13

Αποδοχές

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ΔΟΕΕ να έχουν, όσον αφορά τις κατηγορίες υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρων διοικητικών στελεχών, των στελεχών που ασκούν διαχείριση κινδύνων, των στελεχών που ασκούν λειτουργίες ελέγχου και οποιωνδήποτε υπαλλήλων των οποίων οι συνολικές αμοιβές τούς τοποθετούν στην ίδια κατηγορία αμοιβών με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα στελέχη που ασκούν διαχείριση κινδύνων και των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στα προφίλ κινδύνου των ΔΟΕΕ ή των ΟΕΕ που διαχειρίζονται, μισθολογικές πολιτικές και πρακτικές συμβατές προς τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων, και που δεν ενθαρρύνουν την ανάληψη κινδύνων ασύμβατων προς τα προφίλ κινδύνου, τους κανονισμούς του επενδυτικού κεφαλαίου ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΕΕ που διαχειρίζονται.

Οι ΔΟΕΕ προσδιορίζουν τις μισθολογικές πολιτικές και πρακτικές του σύμφωνα με το παράρτημα II.

2. Η ΕΑΚΑΑ μεριμνά για την ύπαρξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις ορθές μισθολογικές πολιτικές οι οποίες συνάδουν προς το παράρτημα II. Οι κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τις αρχές ορθών πολιτικών στον τομέα των αμοιβών που διατυπώνονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ, καθώς και το μέγεθος του ΔΟΕΕ και το μέγεθος των ΟΕΕ που διαχειρίζεται, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ).

Άρθρο 14

Σύγκρουση συμφερόντων

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ΔΟΕΕ να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν κατά τη διαχείριση ΟΕΕ,

α) μεταξύ των ΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών τους, των υπαλλήλων τους ή οποιουδήποτε προσώπου συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τους ΔΟΕΕ διά ελέγχο, και του ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζονται οι ΔΟΕΕ ή των επενδυτών αυτού του ΟΕΕ,

β) μεταξύ ενός ΟΕΕ ή των επενδυτών του και ενός άλλου ΟΕΕ ή των επενδυτών του,

γ) μεταξύ του ΟΕΕ ή των επενδυτών του και άλλου πελάτη του ΔΟΕΕ,

δ) μεταξύ του ΟΕΕ ή των επενδυτών του και ενός ΟΣΕΚΑ τον οποίο διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ ή των επενδυτών αυτού του ΟΣΕΚΑ, ή

ε) μεταξύ δύο πελατών του ΔΟΕΕ.

Οι ΔΟΕΕ διατηρούν και εφαρμόζουν οργανωτικούς και διοικητικούς διακανονισμούς με σκοπό τη λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την αναγνώριση, την πρόληψη, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων, προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των ΟΕΕ και των επενδυτών.

Οι ΔΟΕΕ διαχωρίζουν, εντός του ιδίου τους του λειτουργικού περιβάλλοντος, καθήκοντα και ευθύνες που μπορούν να θεωρηθούν ασυμβίβαστα μεταξύ τους ή που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν συστηματικές συγκρούσεις συμφερόντων. Οι ΔΟΕΕ εκτιμούν τον βαθμό στον οποίο οι λειτουργικές τους συνθήκες μπορεί να συνεπάγονται οποιεσδήποτε άλλες ουσιώδεις συγκρούσεις συμφερόντων και τις γνωστοποιούν στους επενδυτές των ΟΕΕ.

2. Εφόσον οι οργανωτικοί διακανονισμοί τους οποίους πραγματοποιούν οι ΔΟΕΕ για την αναγνώριση, την πρόληψη, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων δεν επαρκούν για να εξασφαλισθεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κινδύνων να επηρεασθούν αρνητικά τα συμφέροντα των επενδυτών, τότε οι ΔΟΕΕ γνωστοποιούν σαφώς τη γενική φύση ή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων στους επενδυτές πριν αναλάβουν να ασκήσουν δραστηριότητες για λογαριασμό τους, και αναπτύσσουν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες.

3. Όταν ο ΔΟΕΕ προσφεύγει εκ μέρους του ΟΕΕ στις υπηρεσίες βασικού μεσίτη, οι όροι της συνεργασίας εκτίθενται σε γραπτή σύμβαση. Ειδικότερα, η δυνατότητα μεταφοράς και επαναχρησιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ προβλέπεται στην εν λόγω σύμβαση και συνάδει με τους κανόνες του ΟΕΕ. Η σύμβαση προβλέπει ότι ο θεματοφύλακας ενημερώνεται σχετικά με τη σύμβαση.

Οι ΔΟΕΕ επιδεικνύουν τη δέουσα επιδεξιότητα, μέριμνα και επιμέλεια στην επιλογή και στον διορισμό των βασικών μεσιτών με τους οποίους πρόκειται να συναφθεί η σύμβαση.

4. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα με τα οποία καθορίζονται:

α) οι τύποι συγκρούσεων συμφερόντων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1,

β) τα εύλογα μέτρα τα οποία αναμένεται να λάβουν οι ΔΟΕΕ αναφορικά με δομές και οργανωτικές και διοικητικές διαδικασίες για την αναγνώριση, την πρόληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων.

Άρθρο 15

Διαχείριση των κινδύνων

1. Οι ΔΟΕΕ διαχωρίζουν, λειτουργικά και ιεραρχικά, τις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων από τις επιχειρησιακές μονάδες, καθώς και από τις λειτουργίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ εποπτεύουν τον λειτουργικό και ιεραρχικό διαχωρισμό των λειτουργιών διαχείρισης κινδύνων, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, στη βάση της αρχής της αναλογικότητας και θεωρώντας ότι οι ΔΟΕΕ πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι σε θέση να αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένες διασφαλίσεις απέναντι στις συγκρούσεις συμφερόντων επιτρέπουν την ανεξάρτητη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων διαχείρισης κινδύνων και ότι η διαδικασία διαχείρισης κινδύνων ικανοποιεί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και είναι σταθερά αποτελεσματική.

2. Οι ΔΟΕΕ εφαρμόζουν επαρκή συστήματα διαχείρισης κινδύνων για την κατάλληλη αναγνώριση, μέτρηση, διαχείριση και παρακολούθηση όλων των κινδύνων οι οποίοι είναι σημαντικοί για κάθε επενδυτική στρατηγική ΟΕΕ και στους οποίους είναι εκτεθειμένος ή μπορεί να εκτεθεί κάθε ΟΕΕ.

Οι ΔΟΕΕ επανεξετάζουν τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων με τη δέουσα συχνότητα, τουλάχιστον μία φορά ετησίως και την αναπροσαρμόζουν, όποτε είναι αναγκαίο.

3. Οι ΔΟΕΕ πρέπει τουλάχιστον να:

α) εφαρμόζουν κατάλληλη, τεκμηριωμένη και τακτικά επικαιροποιημένη διαδικασία δέουσας επιμέλειας κατά τη διεξαγωγή ερευνών εκ μέρους του ΟΕΕ, σύμφωνα με την επενδυτική στρατηγική, τους στόχους και το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ,

β) εξασφαλίζουν ότι οι κίνδυνοι οι οποίοι συνδέονται με κάθε επενδυτική θέση του ΟΕΕ και η συνολική τους επίδραση στο χαρτοφυλάκιο του ΟΕΕ μπορούν να εντοπίζονται, να μετρώνται, να τίθενται υπό διαχείριση και να παρακολουθούνται κατάλληλα σε συνεχή βάση, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης κατάλληλων διαδικασιών μέτρησης κινδύνων σε ακραίες καταστάσεις (stress testing),

γ) εξασφαλίζουν ότι το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ ανταποκρίνεται στο μέγεθος, τη διάρθρωση χαρτοφυλακίου και τις επενδυτικές στρατηγικές και στόχους του ΟΕΕ, όπως διατυπώνονται στους κανόνες ή στα καταστατικά έγγραφα, στα φυλλάδια και τα έγγραφα προσφορών του ΟΕΕ.

4. Οι ΔΟΕΕ ορίζουν ένα ανώτατο επίπεδο μόχλευσης το οποίο μπορούν να χρησιμοποιούν εκ μέρους ενός ΟΕΕ που διαχειρίζονται, καθώς και το εύρος του δικαιώματος εκ νέου χρήσης πρόσθετης ασφάλειας ή εγγύησης που θα μπορούσε να παρασχεθεί δυνάμει του διακανονισμού μόχλευσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων:

α) το είδος του ΟΕΕ·

β) τη στρατηγική επενδύσεων του ΟΕΕ·

γ) τις πηγές μόχλευσης του ΟΕΕ·

δ) κάθε άλλη διασύνδεση ή σχέση με άλλα ιδρύματα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο·

ε) την ανάγκη περιορισμού της έκθεσης έναντι κάθε επιμέρους αντισυμβαλλομένου·

στ) τον βαθμό στον οποίο η μόχλευση συνοδεύεται από ασφάλειες·

ζ) τον λόγο ενεργητικού/παθητικού·

η) την κλίμακα, τη φύση και την έκταση της δραστηριότητας του ΔΟΕΕ στις σχετικές αγορές.

5. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα για τον καθορισμό:

α) των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους ΔΟΕΕ συναρτήσει των κινδύνων τους οποίους διατρέχουν οι ΔΟΕΕ εκ μέρους των ΟΕΕ που διαχειρίζονται,

β) της κατάλληλης συχνότητας επανεξέτασης του συστήματος διαχείρισης κινδύνων,

γ) του τρόπου λειτουργικού και ιεραρχικού διαχωρισμού της λειτουργίας διαχείρισης των κινδύνων από τις επιχειρησιακές μονάδες, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων,

δ) των ειδικών διασφαλίσεων κατά των συγκρούσεων συμφερόντων, στις οποίες αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1,

ε) των απαιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 16

Διαχείριση ρευστότητας

1. Ο ΔΟΕΕ, για κάθε ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται, ο οποίος δεν είναι ΟΕΕ χωρίς μόχλευση και κλειστού τύπου, εφαρμόζει κατάλληλο σύστημα διαχείρισης ρευστότητας και καθορίζει διαδικασίες που του επιτρέπουν να παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας του ΟΕΕ και να διασφαλίζει τη συμμόρφωση του προφίλ ρευστότητας των επενδύσεων του ΟΕΕ με τις υποκείμενες υποχρεώσεις του.

Ο ΔΟΕΕ διεξάγει τακτικά μετρήσεις κινδύνων σε ακραίες καταστάσεις (stress tests), υπό κανονικές και υπό έκτακτες συνθήκες ρευστότητας που του επιτρέπουν να εκτιμά τον κίνδυνο ρευστότητας του ΟΕΕ και να παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας του ΟΕΕ αναλόγως.

2. Ο ΔΟΕΕ εξασφαλίζει ότι, για κάθε ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται, η επενδυτική στρατηγική, το προφίλ ρευστότητας και η πολιτική εξαγορών παρουσιάζουν συνοχή.

3. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα για τον καθορισμό:

α) των συστημάτων και διαδικασιών διαχείρισης ρευστότητας, και

β) της ευθυγράμμισης της επενδυτικής στρατηγικής, του προφίλ ρευστότητας και της πολιτικής εξαγορών που καθορίζονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 17

Επενδύσεις σε θέσεις τιτλοποίησης

Προκειμένου να διασφαλισθεί η διατομεακή συνέπεια και να καταργηθεί η απόκλιση συμφερόντων μεταξύ εταιρειών που "επανασυσκευάζουν" δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και μεταβιβάζοντα ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 41 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και ΔΟΕΕ που επενδύουν σε αυτούς τους τίτλους ή αυτά τα άλλα χρηματοοικονομικά μέσα εκ μέρους ΟΕΕ, η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα για τον καθορισμό των απαιτήσεων στους ακόλουθους τομείς:

α) τις απαιτήσεις στις οποίες χρειάζεται να ανταποκρίνεται το μεταβιβάζον ίδρυμα, ο ανάδοχος ή ο αρχικός δανειστής, προκειμένου να επιτρέπεται σε έναν ΔΟΕΕ να επενδύει, εκ μέρους ΟΕΕ, σε τίτλους ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα αυτού του τύπου που εκδίδονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που εξασφαλίζουν ότι το μεταβιβάζον ίδρυμα, ο ανάδοχος ή ο αρχικός δανειστής διατηρεί καθαρή οικονομική συμμετοχή όχι κατώτερη του 5 %,

β) των ποιοτικών απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι ΔΟΕΕ που επενδύουν στους εν λόγω τίτλους ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα εκ μέρους ενός ή περισσότερων ΟΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 2

Οργανωτικές απαιτήσεις

Άρθρο 18

Γενικές αρχές

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ΔΟΕΕ να χρησιμοποιούν πάντα επαρκείς και κατάλληλους ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την ορθή διαχείριση των ΟΕΕ.

Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, έχοντας επίσης υπόψη τη φύση των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, επιβάλλουν στον ΔΟΕΕ να διαθέτει ορθές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, ρυθμίσεις ελέγχου και ασφάλειας για την επεξεργασία των ηλεκτρονικών δεδομένων, καθώς και κατάλληλους εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου που περιλαμβάνουν, ιδίως, κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των υπαλλήλων του ή για την κατοχή ή διαχείριση επενδύσεων με σκοπό την επένδυση για ίδιο λογαριασμό και που εξασφαλίζουν τουλάχιστον ότι για κάθε συναλλαγή στην οποία συμμετέχουν οι ΟΕΕ είναι δυνατή η εξακρίβωση της προέλευσής της, των συναλλασσομένων, του χαρακτήρα της, καθώς και του τόπου και χρόνου πραγματοποίησής της, και ότι τα στοιχεία του ενεργητικού των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ επενδύονται σύμφωνα με τον κανονισμό των ΟΕΕ ή τα καταστατικά τους έγγραφα, καθώς και με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις.

2. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 57 και 58, μέτρα που καθορίζουν τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 19

Αποτίμηση

1. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι, για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται, έχουν θεσπισθεί κατάλληλες και συνεπείς διαδικασίες, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κατάλληλη και ανεξάρτητη αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ.

2. Οι εφαρμοστέοι κανόνες για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων και ο υπολογισμός της καθαρής αξίας περιουσιακού στοιχείου ανά μερίδιο ή μετοχή του ΟΕΕ, καθορίζονται στο δίκαιο της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο ΟΕΕ και/ή στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ.

3. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει επίσης ότι η καθαρή αξία περιουσιακού στοιχείου ανά μερίδιο ή μετοχή του ΟΕΕ υπολογίζεται και γνωστοποιείται στους επενδυτές σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ.

Οι χρησιμοποιούμενες διαδικασίες αποτίμησης εξασφαλίζουν ότι τα στοιχεία ενεργητικού αποτιμώνται και η καθαρή αξία ενεργητικού ανά μερίδιο ή μετοχή υπολογίζονται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Εάν ο ΟΕΕ είναι ανοικτού τύπου, αυτές οι αποτιμήσεις και υπολογισμοί διενεργούνται επίσης με συχνότητα η οποία είναι η αρμόζουσα για τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον ΟΕΕ και για τη συχνότητα έκδοσης και εξόφλησής τους.

Εάν ο ΟΕΕ είναι κλειστού τύπου, οι αποτιμήσεις και οι υπολογισμοί αυτοί πραγματοποιούνται επίσης σε περιπτώσεις αύξησης ή μείωσης του κεφαλαίου του ΟΕΕ.

Οι επενδυτές ενημερώνονται για τις αποτιμήσεις και τους υπολογισμούς με τον τρόπο που ορίζεται στους κανονισμούς ή στα καταστατικά έγγραφα του κάθε συγκεκριμένου ΟΕΕ.

4. Οι ΔΟΕΕ εξασφαλίζουν ότι η λειτουργία της αποτίμησης εκτελείται είτε:

α) από έναν εξωτερικό εκτιμητή, ο οποίος είναι νομικό ή φυσικό πρόσωπο ανεξάρτητο από τον ΟΕΕ, τον ΔΟΕΕ ή οποιοδήποτε πρόσωπο που διατηρεί στενούς δεσμούς με τον ΟΕΕ ή τον ΔΟΕΕ, ή

β) από τον ίδιο τον ΔΟΕΕ, εάν το καθήκον της αποτίμησης είναι λειτουργικά ανεξάρτητο από τη διαχείριση χαρτοφυλακίου, ενώ η πολιτική αμοιβών και άλλα μέτρα εξασφαλίζουν την άμβλυνση των συγκρούσεων συμφερόντων και την αποτροπή της άσκησης αθέμιτης επιρροής στους υπαλλήλους.

Εκείνος που έχει διορισθεί θεματοφύλακας ενός ΟΕΕ δεν ορίζεται εξωτερικός εκτιμητής του ίδιου ΟΕΕ, εκτός εάν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την επιτέλεση των λειτουργιών του θεματοφύλακα από τα καθήκοντά του ως εξωτερικού εκτιμητή και έχει προσδιορίσει, διαχειρισθεί, παρακολουθήσει και γνωστοποιήσει κατάλληλα στους επενδυτές του ΟΕΕ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.

5. Όταν ένας εξωτερικός εκτιμητής επιτελεί τη λειτουργία της αποτίμησης, ο ΔΟΕΕ αποδεικνύει ότι:

α) ο εξωτερικός εκτιμητής υπόκειται σε υποχρεωτική επαγγελματική καταχώριση αναγνωρισμένη διά νόμου, ή σε νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς, και

β) ο εξωτερικός εκτιμητής είναι σε θέση να προσφέρει επαρκείς επαγγελματικές εγγυήσεις ότι μπορεί να φέρει αποτελεσματικά σε πέρας τη συγκεκριμένη λειτουργία αποτίμησης σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, και

γ) ο διορισμός του εξωτερικού εκτιμητή είναι συμβατός με τις απαιτήσεις του άρθρου 20 παράγραφοι 1 και 2 και με τα μέτρα εφαρμογής τους μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 7.

6. Ο διορισμένος εξωτερικός εκτιμητής δεν αναθέτει τη λειτουργία της αποτίμησης σε τρίτους.

7. Οι ΔΟΕΕ κοινοποιούν τον διορισμό του εξωτερικού εκτιμητή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, οι οποίες μπορούν να απαιτήσουν να διορισθεί αντ’ αυτού άλλος εξωτερικός εκτιμητής, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5.

8. Η αποτίμηση πραγματοποιείται με αμεροληψία και με την απαιτούμενη επιδεξιότητα, μέριμνα και επιμέλεια.

9. Όταν η λειτουργία αποτίμησης δεν πραγματοποιείται από ανεξάρτητο εξωτερικό εκτιμητή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ μπορούν να απαιτούν από τον ΔΟΕΕ να υποβάλει τις διαδικασίες αποτίμησης που εφαρμόζει, και/ή τις αποτιμήσεις στις οποίες καταλήγει, προς επαλήθευση από εξωτερικό εκτιμητή ή, εάν κρίνεται σκόπιμο, από λογιστικό ελεγκτή.

10. Οι ΔΟΕΕ φέρουν την ευθύνη για την ορθή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, για τον υπολογισμό της καθαρής αξίας του ενεργητικού του ΟΕΕ και για τη δημοσίευση αυτής της καθαρής αξίας ενεργητικού. Συνεπώς, η ευθύνη του ΔΟΕΕ απέναντι στον ΟΕΕ και τους επενδυτές του ΟΕΕ δεν επηρεάζεται ποτέ από το γεγονός ότι ο ΔΟΕΕ έχει διορίσει έναν εξωτερικό εκτιμητή.

Ωστόσο, παρά το πρώτο εδάφιο και ανεξαρτήτως τυχόν συμβατικών ρυθμίσεων που ορίζουν άλλως, ο εξωτερικός εκτιμητής υπέχει ευθύνη απέναντι στον ΔΟΕΕ για ζημίες που ενδέχεται να υποστεί ο ΔΟΕΕ, ως συνέπεια αμέλειας ή σκόπιμης μη εκπλήρωσης των καθηκόντων του.

11. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα για τον καθορισμό:

α) των κριτηρίων που αφορούν τις διαδικασίες για την ορθή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και τον υπολογισμό της καθαρής αξίας των μεριδίων ή μετοχών,

β) των επαγγελματικών εγγυήσεων που πρέπει να είναι σε θέση να παράσχει ο εξωτερικός εκτιμητής ότι μπορεί να εκτελέσει αποτελεσματικά τη λειτουργία της αποτίμησης,

γ) της συχνότητας με την οποία διενεργείται η εκτίμηση από ΟΕΕ ανοικτού τύπου και η οποία είναι η αρμόζουσα τόσο για τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον ΟΕΕ, όσο και για την πολιτική έκδοσης και εξόφλησής τους.

ΤΜΗΜΑ 3

Ανάθεση των λειτουργιών του ΔΟΕΕ

Άρθρο 20

Ανάθεση καθηκόντων

1. Οι ΔΟΕΕ, οι οποίοι σκοπεύουν να αναθέσουν σε τρίτα μέρη το καθήκον εκτέλεσης λειτουργιών εκ μέρους τους, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους πριν να τεθούν σε ισχύ οι ρυθμίσεις σχετικά με την ανάθεση. Πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο ΔΟΕΕ πρέπει να είναι σε θέση να αιτιολογεί ολόκληρη τη δομή ανάθεσης με αντικειμενικούς λόγους,

β) ο ανάδοχος πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων και τα πρόσωπα τα οποία πραγματικά διεξάγουν τις συναλλαγές πρέπει να παρέχουν εχέγγυα ήθους και να διαθέτουν επαρκή πείρα,

γ) σε περίπτωση που η ανάθεση αφορά διαχείριση χαρτοφυλακίου ή διαχείριση κινδύνων, εντολή πρέπει να δίδεται μόνο σε επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια ή έχουν αναγνωρισθεί για τη διαχείριση κεφαλαίων και υπόκεινται σε εποπτεία ή, εφόσον δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί αυτή η προϋπόθεση, υπόκεινται μόνο σε προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ,

δ) όταν η ανάθεση αφορά διαχείριση χαρτοφυλακίου ή διαχείριση κινδύνου και πραγματοποιείται προς επιχείρηση τρίτης χώρας, πέραν των προϋποθέσεων του στοιχείου γ) εξασφαλίζεται η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και της αρχής που ασκεί εποπτεία στην επιχείρηση,

ε) η ανάθεση δεν αποτελεί εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα της εποπτείας του ΔΟΕΕ και, συγκεκριμένα, δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην άσκηση της δραστηριότητας του ΔΟΕΕ ή της διαχείρισης του ΟΕΕ, ούτως ώστε να εξυπηρετούνται κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των επενδυτών του ΟΕΕ,

στ) ο ΔΟΕΕ πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύει ότι ο ανάδοχος είναι εξειδικευμένος και ικανός για την ανάληψη των εν λόγω λειτουργιών, ότι η επιλογή του πραγματοποιήθηκε με τη δέουσα προσοχή και ότι ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να παρακολουθεί αποτελεσματικά ανά πάσα στιγμή την ανατεθείσα δραστηριότητα, να παρέχει ανά πάσα στιγμή περαιτέρω οδηγίες στον ανάδοχο και να ανακαλεί την ανάθεση με άμεση ισχύ, όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των επενδυτών.

Ο ΔΟΕΕ επανεξετάζει επί μονίμου βάσεως τις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται από κάθε ανάδοχο.

2. Δεν πραγματοποιείται καμία ανάθεση της διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή της διαχείρισης κινδύνου:

α) στο θεματοφύλακα ή σε ανάδοχο του θεματοφύλακα, ή

β) σε οποιονδήποτε άλλο φορέα τα συμφέροντα του οποίου μπορεί να συγκρούονται με αυτά του ΔΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ, εκτός εάν ο φορέας αυτός έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την επιτέλεση των καθηκόντων διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή διαχείρισης κινδύνων από τα άλλα καθήκοντά του που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων και εφόσον έχει προσδιορίσει, διαχειρισθεί, παρακολουθήσει και γνωστοποιήσει κατάλληλα στους επενδυτές του ΟΕΕ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.

3. Η ευθύνη του ΔΟΕΕ απέναντι στον ΟΕΕ και τους επενδυτές του δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει λειτουργίες σε ένα τρίτο μέρος, ούτε και από καμία περαιτέρω ανάθεση ούτε από το ότι ο ΔΟΕΕ δεν αναθέτει τις λειτουργίες του σε τέτοια έκταση που, κατ’ ουσίαν, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ο διαχειριστής του ΟΕΕ και σε βαθμό ώστε να μετατρέπεται σε οντότητα-γραμματοθυρίδα.

4. Το τρίτο μέρος δύναται να πραγματοποιεί περαιτέρω ανάθεση των λειτουργιών που του έχουν ανατεθεί, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο ΔΟΕΕ έχει συγκατατεθεί πριν από την περαιτέρω ανάθεση,

β) ο ΔΟΕΕ έχει ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του πριν να τεθούν σε ισχύ οι ρυθμίσεις σχετικά με την περαιτέρω ανάθεση,

γ) πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στην παράγραφο 1, εξυπακουομένου ότι όλες οι αναφορές στον "ανάδοχο" νοούνται ως αναφορές στον "υπεργολαβικά ανάδοχο".

5. Δεν πραγματοποιείται καμία περαιτέρω ανάθεση της διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή της διαχείρισης κινδύνου:

α) στο θεματοφύλακα ή σε ανάδοχο του θεματοφύλακα, ή

β) σε οποιαδήποτε άλλη οντότητα της οποίας τα συμφέροντα μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση με αυτά του ΔΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ, εκτός εάν ο φορέας αυτός έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την επιτέλεση των καθηκόντων διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή διαχείρισης κινδύνων από τα άλλα καθήκοντά του που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων και εφόσον έχει προσδιορίσει, διαχειρισθεί, παρακολουθήσει και γνωστοποιήσει κατάλληλα στους επενδυτές του ΟΕΕ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.

Ο αντίστοιχος ανάδοχος επανεξετάζει επί μονίμου βάσεως τις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται από κάθε υπεργολαβικά ανάδοχο.

6. Όταν ένας υπεργολαβικά ανάδοχος αναθέτει περαιτέρω κάποιες από τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι όροι της παραγράφου 4.

7. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα για τον καθορισμό:

α) των όρων εκπλήρωσης των απαιτήσεων που εκτίθενται στις παραγράφους 1, 2, 4 και 5,

β) των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο διαχειριστής έχει αναθέσει τις λειτουργίες του σε σημείο ώστε να μετατρέπεται σε οντότητα-γραμματοθυρίδα και δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ότι είναι ο διαχειριστής του ΟΕΕ, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 3.

ΤΜΗΜΑ 4

Θεματοφύλακας

Άρθρο 21

Θεματοφύλακας

1. Για κάθε ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται, ο ΔΟΕΕ εξασφαλίζει ότι διορίζεται ένας μόνον θεματοφύλακας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2. Ο διορισμός του θεματοφύλακα αποδεικνύεται με γραπτή σύμβαση. Η σύμβαση ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη ροή των πληροφοριών που κρίνονται απαραίτητες προκειμένου αυτός να επιτελέσει τις λειτουργίες του για τον ΟΕΕ για τις οποίες ορίσθηκε θεματοφύλακας, όπως περιγράφονται στην παρούσα οδηγία και σε άλλες σχετικές νομοθετικές πράξεις, κανονισμούς ή διοικητικές ρυθμίσεις.

3. Ο θεματοφύλακας είναι:

α) πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει την καταστατική του έδρα στην Ένωση και έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ,

β) επιχείρηση επενδύσεων που έχει την καταστατική έδρα της στην Ένωση και υπόκειται σε απαιτήσεις επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους και που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ και παρέχει επίσης τη βοηθητική υπηρεσία φύλαξης και διαχείρισης χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών σύμφωνα με το τμήμα Β σημείο 1 του παραρτήματος I της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν, σε κάθε περίπτωση, ίδια κεφάλαια όχι μικρότερα από το αρχικό κεφάλαιο που αναφέρεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, ή

γ) άλλη κατηγορία ιδρύματος που υπόκειται στην προληπτική ρύθμιση και διαρκή εποπτεία και που, στις 21 Ιουλίου 2011, εμπίπτει στις κατηγορίες ιδρυμάτων που ορίζονται από τα κράτη μέλη ως επιλέξιμα για θεματοφύλακες σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Για τους εκτός ΕΕ ΟΕΕ μόνον, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 στοιχείο β), ο θεματοφύλακας μπορεί επίσης να είναι πιστωτικό ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα ίδιας φύσης με τις προαναφερθείσες στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου οντότητες, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 6 στοιχείο β).

Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν, σε σχέση με ΟΕΕ οι οποίοι δεν διαθέτουν δικαιώματα εξαγοράς που να μπορούν να ασκηθούν εντός περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία των αρχικών επενδύσεων και οι οποίοι, κατά κανόνα, σύμφωνα με τη βασική επενδυτική τους πολιτική, δεν επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία που χρειάζεται να τεθούν σε θεματοφυλακή σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 8 ή, κατά κανόνα, επενδύουν σε εκδότες ή σε μη εισηγμένες εταιρείες με την προοπτική απόκτησης ελέγχου επί των εταιρειών αυτών σύμφωνα με το άρθρο 26, ο θεματοφύλακας να μπορεί να είναι μια οντότητα που επιτελεί λειτουργίες θεματοφύλακα στο πλαίσιο επαγγελματικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, για την άσκηση των οποίων η οντότητα αυτή υπόκειται σε υποχρεωτική επαγγελματική καταχώριση αναγνωρισμένη από τον νόμο ή από νομικές ή κανονιστικές διατάξεις ή κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς και που μπορεί να παράσχει επαρκείς χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές εγγυήσεις ώστε να είναι σε θέση να επιτελέσει με ουσιαστικό τρόπο τις βασικές λειτουργίες του θεματοφύλακα και να αντεπεξέλθει στις δεσμεύσεις που ενέχουν οι λειτουργίες αυτές.

4. Για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ του θεματοφύλακα, το ΔΟΕΕ και/ή του ΟΕΕ και/ή των επενδυτών του:

α) οι ΔΟΕΕ δεν επιτρέπεται να δρουν ως θεματοφύλακες·

β) βασικός μεσίτης που ενεργεί ως αντισυμβαλλόμενο μέρος ενός ΟΕΕ δεν ενεργεί ως θεματοφύλακας του ίδιου ΟΕΕ, εκτός εάν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την επιτέλεση των λειτουργιών του θεματοφύλακα από τα καθήκοντά του ως βασικού μεσίτη και έχει προσδιορίσει, διαχειρισθεί, παρακολουθήσει και γνωστοποιήσει κατάλληλα στους επενδυτές του ΟΕΕ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων. Η ανάθεση από τον θεματοφύλακα σε έναν τέτοιον βασικό μεσίτη των καθηκόντων θεματοφυλακής, σύμφωνα με την παράγραφο 10, επιτρέπεται αν τηρούνται οι σχετικοί όροι.

5. Ο θεματοφύλακας είναι εγκατεστημένος σε ένα από τα ακόλουθα μέρη:

α) για ΟΕΕ της ΕΕ, στο κράτος μέλος καταγωγής του ΟΕΕ·

β) για εκτός ΕΕ ΟΕΕ, στην τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος και ο ΟΕΕ ή στο κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται τον ΟΕΕ ή στο κράτος μέλος αναφοράς του ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται τον ΟΕΕ.

6. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ορίζονται στην παράγραφο 3, ο διορισμός θεματοφύλακα που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα υπόκειται πάντοτε στις εξής προϋποθέσεις:

α) οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία πρόκειται να προωθηθούν εμπορικά τα μερίδια ή οι μετοχές του ΟΕΕ εκτός ΕΕ και οι αντίστοιχες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, εφόσον αυτό είναι διαφορετικό, έχουν υπογράψει ρυθμίσεις συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές του θεματοφύλακα,

β) στην τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος ο θεματοφύλακας, οι θεματοφύλακες υπόκεινται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση, συμπεριλαμβανομένων ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, και εποπτεία, που είναι ισοδύναμου αποτελέσματος με το ενωσιακό δίκαιο Ένωσης και τυγχάνουν αποτελεσματικής επιβολής της εφαρμογής,

γ) η τρίτη χώρα όπου είναι εγκατεστημένος ο θεματοφύλακας δεν συμπεριλαμβάνεται στις μη συνεργάσιμες χώρες και εδάφη από την ΕΟΧΔ,

δ) τα κράτη μέλη στα οποία πρόκειται να προωθηθούν εμπορικά τα μερίδια ή οι μετοχές του ΟΕΕ εκτός ΕΕ και οι αντίστοιχες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, εφόσον αυτό είναι διαφορετικό, έχουν υπογράψει συμφωνία με την τρίτη χώρα όπου είναι εγκατεστημένος ο θεματοφύλακας, η οποία είναι απολύτως σύμφωνη με τα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 26 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο και εξασφαλίζει αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πολυμερών φορολογικών συμφωνιών,

ε) ο θεματοφύλακας επέχει συμβατική ευθύνη έναντι του ΟΕΕ ή των επενδυτών του ΟΕΕ, σύμφωνα με τις παραγράφους 12 και 13 και συμφωνεί ρητά να συμμορφώνεται προς την παράγραφο 11.

Όταν η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους διαφωνεί με την εκτίμηση που έχει γίνει όσον αφορά την εφαρμογή των στοιχείων α), γ) ή ε) του πρώτου εδαφίου από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, μπορεί να φέρει το θέμα ενώπιον της ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 17 στοιχείο β), η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες δηλώνεται ότι η προληπτική ρύθμιση και εποπτεία μιας τρίτης χώρας είναι ισοδύναμου αποτελέσματος με τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και εφαρμόζεται αποτελεσματικά. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 2.

7. Ο θεματοφύλακας εξασφαλίζει γενικά την κατάλληλη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΕΕ και ειδικότερα ότι όλες οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από επενδυτές ή για λογαριασμό επενδυτών κατά την εγγραφή μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ έχουν εισπραχθεί και ότι όλα τα μετρητά του ΟΕΕ καταλογίζονται με ορθό τρόπο σε λογαριασμούς που ανοίγονται στο όνομα του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) της οδηγίας 2006/73/ΕΚ ή σε άλλη οντότητα της ίδιας φύσης, στην αντίστοιχη αγορά όπου απαιτούνται λογαριασμοί μετρητών, εάν η οντότητα αυτή υπόκειται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση και εποπτεία η οποία είναι ισοδύναμου αποτελέσματος με τις διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης και υλοποιείται με ουσιαστικό τρόπο και σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ.

Εάν οι λογαριασμοί μετρητών ανοίγονται στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, δεν μπορούν να καταλογίζονται στους λογαριασμούς αυτούς μετρητά της οντότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ούτε μετρητά που ανήκουν στον θεματοφύλακα.

8. Η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό ενός ΟΕΕ ανατίθεται στον θεματοφύλακα ως εξής:

α) για χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή:

i) ο θεματοφύλακας θέτει σε θεματοφυλακή όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να καταχωρισθούν σε λογαριασμό χρηματοοικονομικών μέσων ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα, καθώς και όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα,

ii) προς τον σκοπό αυτόν, ο θεματοφύλακας εξασφαλίζει ότι όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να καταχωρισθούν σε λογαριασμό χρηματοοικονομικών μέσων ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα καταχωρίζονται πράγματι στα βιβλία του θεματοφύλακα σε χωριστούς λογαριασμούς, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, οι οποίοι ανοίγονται στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, ούτως ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναγνωρισθούν με σαφή τρόπο ως ανήκοντες στον ΟΕΕ, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία·

β) για άλλα στοιχεία ενεργητικού:

i) ο θεματοφύλακας επαληθεύει ότι βρίσκονται στην κυριότητα του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού και τηρεί αρχείο των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία έχει βεβαιωθεί ότι βρίσκονται στην κυριότητα του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ,

ii) η εκτίμηση του κατά πόσο ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, έχει την κυριότητα αυτών των περιουσιακών στοιχείων βασίζεται σε πληροφορίες ή έγγραφα που προμηθεύει ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ και, όποτε αυτές είναι διαθέσιμες, σε εξωτερικές αποδείξεις,

iii) ο θεματοφύλακας έχει το αρχείο του πάντοτε ενημερωμένο.

9. Πέραν των καθηκόντων κατά τις παραγράφους 7 και 8, ο θεματοφύλακας:

α) εξασφαλίζει ότι η πώληση, η έκδοση, η επαναγορά, η εξαγορά και η ακύρωση μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ πραγματοποιούνται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά του έγγραφα του ΟΕΕ,

β) εξασφαλίζει ότι η αξία των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ υπολογίζεται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο, τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ και με τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 19,

γ) εκτελεί τις εντολές του ΔΟΕΕ, εκτός αν είναι αντίθετες προς το ισχύον εθνικό δίκαιο ή προς τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ,

δ) εξασφαλίζει ότι κατά τις συναλλαγές που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ, του καταβάλλεται το αντίτιμο μέσα στις συνήθεις προθεσμίες,

ε) εξασφαλίζει ότι τα κέρδη του ΟΕΕ διατίθενται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό του ΟΕΕ ή τα καταστατικά του έγγραφα.

10. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων ρόλων τους, ο ΔΟΕΕ και ο θεματοφύλακας οφείλουν να ενεργούν με ειλικρίνεια, εντιμότητα, επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και προς το συμφέρον του ΟΕΕ και των επενδυτών του ΟΕΕ.

Ο θεματοφύλακας δεν προβαίνει σε ενέργειες σε σχέση με τον ΟΕΕ ή με τον ΔΟΕΕ για λογαριασμό του ΟΕΕ, που ενδέχεται να προκαλέσουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ΟΕΕ, των επενδυτών του ΟΕΕ, του ΔΟΕΕ και αυτού του ιδίου, εκτός αν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την επιτέλεση των καθηκόντων του θεματοφύλακα από τα άλλα καθήκοντά του που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων και εφόσον έχει προσδιορίσει, διαχειρισθεί, παρακολουθήσει και γνωστοποιήσει κατάλληλα στους επενδυτές του ΟΕΕ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.

Τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 8 δεν επαναχρησιμοποιούνται από τον θεματοφύλακα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ.

11. Ο θεματοφύλακας δεν αναθέτει σε τρίτους καμία από τις λειτουργίες του, όπως περιγράφονται στο παρόν άρθρο, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 8.

Ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει σε τρίτους μόνο τις λειτουργίες που αναφέρονται στην παράγραφο 8, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα καθήκοντα αυτά δεν ανατίθενται με σκοπό την παράκαμψη των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας·

β) ο θεματοφύλακας μπορεί να αποδείξει ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την ανάθεση αυτή·

γ) ο θεματοφύλακας έχει επιδείξει κάθε αρμόζουσα ικανότητα, προσοχή και επιμέλεια για την επιλογή και το διορισμό κάθε τρίτου στον οποίο προτίθεται να αναθέσει μέρος των καθηκόντων του και συνεχίζει να επιδεικνύει κάθε αρμόζουσα ικανότητα, προσοχή και επιμέλεια για την περιοδική επανεξέταση και τον συνεχή έλεγχο κάθε τρίτου στον οποίο έχει αναθέσει μέρος των καθηκόντων του και των ρυθμίσεων εκ μέρους του τρίτου σε σχέση με τα ζητήματα που του έχουν ανατεθεί, και

δ) ο θεματοφύλακας διασφαλίζει ότι ο τρίτος πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις, σε συνεχή βάση ενόσω εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί:

i) ο τρίτος διαθέτει τις δομές και την πείρα που είναι κατάλληλες και ανάλογες προς τη φύση και την πολυπλοκότητα των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, τα οποία του έχουν ανατεθεί,

ii) όσον αφορά την ανάθεση καθηκόντων θεματοφυλακής, στα οποία αναφέρεται το στοιχείο α) της παραγράφου 8, ο τρίτος υπόκειται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση, συμπεριλαμβανομένων ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, και εποπτεία στη σχετική δικαιοδοσία και ο τρίτος υπόκειται σε εξωτερικό περιοδικό έλεγχο προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα είναι στην κατοχή του,

iii) ο τρίτος διαχωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των πελατών του θεματοφύλακα από τα δικά του και από τα περιουσιακά στοιχεία του θεματοφύλακα, ούτως ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναγνωρισθούν ως ανήκοντα σε πελάτες ενός συγκεκριμένου θεματοφύλακα,

iv) ο τρίτος δεν χρησιμοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του θεματοφύλακα και

v) ο τρίτος συμμορφώνεται προς τις γενικές υποχρεώσεις και απαγορεύσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 8 και 10.

Παρά το στοιχείο δ) σημείο ii) του δευτέρου εδαφίου, εάν το δίκαιο τρίτης χώρας απαιτεί, ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα να τίθενται σε θεματοφυλακή από τοπικό φορέα και δεν υπάρχουν τοπικοί φορείς ανταποκρινόμενοι στις κατά το εν λόγω σημείο απαιτήσεις για την ανάθεση, ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τις λειτουργίες του σε τέτοιον τοπικό φορέα, μόνο στον βαθμό που απαιτείται από τη νομοθεσία της τρίτης χώρας και μόνον εφόσον δεν υπάρχουν τοπικές οντότητες που ικανοποιούν τις απαιτήσεις για ανάθεση, υποκείμενος στις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) οι επενδυτές του σχετικού ΟΕΕ πρέπει να έχουν ενημερωθεί δεόντως για την εν λόγω ανάθεση, η οποία απαιτείται λόγω νομικών περιορισμών που επιβάλλει η νομοθεσία της τρίτης χώρας, και για τις περιστάσεις που τη δικαιολογούν, πριν από την επένδυσή τους, και

β) ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ εξ ονόματος του ΟΕΕ πρέπει να παραγγείλει στον θεματοφύλακα να αναθέσει τη θεματοφυλακή αυτών των χρηματοοικονομικών μέσων σε τέτοιο τοπικό φορέα.

Ο τρίτος μπορεί με τη σειρά του να αναθέσει υπεργολαβικά τις λειτουργίες αυτές, με την προϋπόθεση της τήρησης των ίδιων όρων. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις της παραγράφου 13 στα αντίστοιχα μέρη.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η παροχή των υπηρεσιών που περιγράφονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζεται για τους σκοπούς της ίδιας οδηγίας, ή η παροχή παρόμοιων υπηρεσιών από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τρίτων χωρών, δεν θεωρούνται ανάθεση λειτουργιών θεματοφυλακής.

12. Ο θεματοφύλακας είναι υπεύθυνος έναντι του ΟΕΕ ή, κατά περίπτωση, έναντι των επενδυτών του ΟΕΕ, για την απώλεια, από τον θεματοφύλακα ή, κατά περίπτωση, από τρίτον στον οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή τους, χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται σε θεματοφυλακή σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 8.

Σε περίπτωση απωλείας χρηματοοικονομικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας επιστρέφει, χωρίς περιττή καθυστέρηση, χρηματοοικονομικό μέσο του ίδιου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, στον ΟΕΕ ή στον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ. Ο θεματοφύλακας δεν υπέχει ευθύνη εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του και οι συνέπειες του οποίου δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όσες προσπάθειες κι αν ήταν ευλόγως δυνατόν να καταβληθούν για την αποτροπή τους.

Ο θεματοφύλακας είναι επίσης υπεύθυνος έναντι του ΟΕΕ ή έναντι των επενδυτών του ΟΕΕ, για οποιεσδήποτε ζημίες υποστούν ως αποτέλεσμα της εκ προθέσεως ή εξ αμελείας μη ορθής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

13. Η ευθύνη του θεματοφύλακα δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε ανάθεση της οποίας γίνεται μνεία στην παράγραφο 11.

Παρά το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην περίπτωση απώλειας χρηματοοικονομικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή από τρίτο σύμφωνα με την παράγραφο 11, τότε ο θεματοφύλακας είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την ευθύνη του εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι:

α) πληρούνται όλοι οι όροι για την εκ μέρους του ανάθεση των καθηκόντων θεματοφυλακής, όπως αυτοί αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 11·

β) υπάρχει γραπτή σύμβαση μεταξύ του θεματοφύλακα και του τρίτου η οποία μεταβιβάζει ρητά την ευθύνη του θεματοφύλακα στον εν λόγω τρίτο και καθιστά δυνατόν για τον ΟΕΕ ή για τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, να προβάλει αξίωση κατά του τρίτου για την απώλεια των χρηματοοικονομικών μέσων, ή για τον θεματοφύλακα να προβάλει μια τέτοια αξίωση για λογαριασμό τους· και

γ) υπάρχει γραπτή σύμβαση μεταξύ του θεματοφύλακα και ΟΕΕ ή ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, ρητά επιτρέπει απαλλαγή της ευθύνης του θεματοφύλακα και ορίζει τον αντικειμενικό λόγο για τη σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης απαλλαγής.

14. Επιπλέον, εάν το δίκαιο τρίτης χώρας απαιτεί για ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα να τίθενται σε θεματοφυλακή από τοπικό φορέα και δεν υπάρχουν τοπικοί φορείς ανταποκρινόμενοι στις κατά την παράγραφο 11 στοιχείο δ) σημείο ii) απαιτήσεις για την ανάθεση ο θεματοφύλακας μπορεί να απαλλάσσεται από την ευθύνη του, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) οι κανόνες ή το καταστατικό του σχετικού ΟΕΕ επιτρέπουν ρητά την απαλλαγή, υπό τους όρους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο·

β) οι επενδυτές του σχετικού ΟΕΕ έχουν ενημερωθεί δεόντως για την απαλλαγή αυτή και τις περιστάσεις που τη δικαιολογούν, πριν από την επένδυσή τους·

γ) ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ εξ ονόματος του ΟΕΕ παρήγγειλε στον θεματοφύλακα να αναθέσει τη θεματοφυλακή των χρηματοοικονομικών μέσων σε τοπική οντότητα·

δ) υπάρχει γραπτή σύμβαση μεταξύ του θεματοφύλακα και του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, η οποία επιτρέπει ρητά μια τέτοια απαλλαγή· και

ε) υπάρχει γραπτή σύμβαση μεταξύ του θεματοφύλακα και του τρίτου η οποία μεταβιβάζει ρητά την ευθύνη του θεματοφύλακα στην εν λόγω τοπική οντότητα και καθιστά δυνατόν για τον ΟΕΕ ή για τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, να προβάλει αξίωση κατά της τοπικής οντότητας για την απώλεια των χρηματοοικονομικών μέσων, ή για τον θεματοφύλακα να προβάλει μια τέτοια αξίωση για λογαριασμό τους.

15. Επίκληση της ευθύνης έναντι των επενδυτών του ΟΕΕ μπορεί να πραγματοποιηθεί, άμεσα ή έμμεσα, μέσω του ΔΟΕΕ, ανάλογα με τη νομική φύση της σχέσης ανάμεσα σε θεματοφύλακα, ΔΟΕΕ και επενδυτές.

16. Κατόπιν αιτήματος, ο θεματοφύλακας θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του όλες τις πληροφορίες που απέκτησε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων του και οι οποίες είναι ενδεχομένως αναγκαίες για τις αρμόδιες αρχές του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ. Αν οι αρμόδιες αρχές του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ είναι διαφορετικές εκείνων του θεματοφύλακα, οι αρμόδιες αρχές του θεματοφύλακα ανταλλάσσουν χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που λαμβάνουν με τις αρμόδιες αρχές του ΟΕΕ και του ΔΟΕΕ.

17. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 57 και 58, μέτρα με τα οποία καθορίζονται:

α) τα στοιχεία που χρειάζεται να περιλαμβάνονται στη γραπτή σύμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2·

β) τα γενικά κριτήρια εκτίμησης τού κατά πόσον η προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των τρίτων χωρών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 στοιχείο β), είναι ισοδύναμου αποτελέσματος με τις διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης και υλοποιούνται με ουσιαστικό τρόπο·

γ) οι όροι άσκησης των λειτουργιών του θεματοφύλακα σύμφωνα με τις παραγράφους 7, 8 και 9, στους οποίους περιλαμβάνονται:

i) ο τύπος των χρηματοοικονομικών μέσων που θα ενταχθούν στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 8,

ii) οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοοικονομικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό αποθετήριο, και

iii) οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας θα φυλάξει, σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 8, τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκδόθηκαν ονομαστικά και καταχωρίσθηκαν σε εκδότη ή φορέα τήρησης μητρώου·

δ) τα καθήκοντα δέουσας επιμέλειας του θεματοφύλακα, σύμφωνα με την παράγραφο 11 στοιχείο γ)·

ε) η υποχρέωση διαχωρισμού που ορίζεται στην παράγραφο 11 στοιχείο δ) σημείο iii)·

στ) οι προϋποθέσεις και περιστάσεις υπό τις οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοοικονομικά μέσα θεωρούνται απολεσθέντα·

ζ) η έννοια των εξωτερικών γεγονότων που ευλόγως εκφεύγουν των δυνατοτήτων ελέγχου, των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όσες προσπάθειες κι αν ήταν ευλόγως δυνατόν να καταβληθούν για την αποτροπή τους, σύμφωνα με την παράγραφο 12·

η) οι προϋποθέσεις και περιστάσεις υπό τις οποίες υφίσταται αντικειμενικός λόγος συμβατικής απαλλαγής από την ευθύνη, σύμφωνα με την παράγραφο 13.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Άρθρο 22

Ετήσια έκθεση

1. Ο ΔΟΕΕ διαθέτει, για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζεται και για κάθε ΟΕΕ τον οποίο προωθεί εμπορικά στην Ένωση, ετήσια έκθεση για κάθε οικονομικό έτος, το αργότερο έξι μήνες μετά τη λήξη του οικονομικού έτους. Η ετήσια έκθεση παρέχεται στους επενδυτές κατ αίτησή τους. Η ετήσια έκθεση διατίθεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ.

Οσάκις ο ΟΕΕ υποχρεούται να δημοσιοποιήσει ετήσια οικονομική έκθεση σύμφωνα με την οδηγία 2004/109/ΕΚ, μόνο οι πρόσθετες πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρέπει να παρέχονται στους επενδυτές κατ’ αίτησή τους, είτε χωριστά είτε ως πρόσθετο τμήμα της ετήσιας οικονομικής έκθεσης. Στην τελευταία περίπτωση, η ετήσια οικονομική έκθεση δημοσιοποιείται το αργότερο τέσσερις μήνες μετά τη λήξη του οικονομικού έτους.

2. Η ετήσια έκθεση περιέχει τουλάχιστον τα εξής:

α) ισολογισμό ή περιουσιακή κατάσταση,

β) λογαριασμό των εσόδων και των δαπανών του οικονομικού έτους,

γ) έκθεση για τις δραστηριότητες του οικονομικού έτους,

δ) τυχόν ουσιαστικές αλλαγές στις πληροφορίες του άρθρου 23 κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους που καλύπτει η έκθεση,

ε) το συνολικό ποσό αμοιβών για το οικονομικό έτος, με διάκριση μεταξύ πάγιας και μεταβλητής αμοιβής που καταβάλλει ο ΔΟΕΕ στο προσωπικό του, και τον αριθμό των δικαιούχων και, κατά περίπτωση, τα κέρδη πάνω από κάποιο όριο (carried interests) τα οποία καταβάλλει ο ΟΕΕ,

στ) το συνολικό ποσό αμοιβής ανά ανώτερο στέλεχος και μέλος του προσωπικού του ΔΟΕΕ, των οποίων οι ενέργειες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ΟΕΕ.

3. Τα λογιστικά στοιχεία τα οποία περιέχονται στην ετήσια έκθεση συντάσσονται βάσει των λογιστικών προτύπων του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ ή βάσει των λογιστικών προτύπων της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο ΟΕΕ, και βάσει των λογιστικών κανόνων που επιβάλλει ο κανονισμός του κεφαλαίου ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ.

Τα λογιστικά στοιχεία τα οποία περιέχονται στην ετήσια έκθεση ελέγχονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από το νόμο να διενεργούν λογιστικούς ελέγχους σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών [26]. Η έκθεση ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν παρατηρήσεων, δημοσιεύεται εν όλω στην ετήσια έκθεση.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε ένα ΔΟΕΕ που προωθεί εμπορικά έναν εκτός ΕΕ ΟΕΕ να υποβάλει τις ετήσιες εκθέσεις του εν λόγω ΟΕΕ σε έλεγχο που πληροί τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που ισχύουν στη χώρα στην οποία έχει την καταστατική έδρα του ο ΟΕΕ.

4. Η Επιτροπή εκδίδει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 56 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στα άρθρα 57 και 58, μέτρα που καθορίζουν το περιεχόμενο και τη μορφή της ετήσιας έκθεσης. Τα εν λόγω μέτρα προσαρμόζονται στον τύπο του ΟΕΕ στον οποίο εφαρμόζονται.

Άρθρο 23

Πληροφόρηση των επενδυτών

1. Ο ΔΟΕΕ διαθέτει στους επενδυτές των ΟΕΕ, για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζεται και για κάθε ΟΕΕ τον οποίο προωθεί εμπορικά στην Ένωση, με τον τρόπο που ορίζεται στον κανονισμό ή το καταστατικό των οργανισμών, τις ακόλουθες πληροφορίες πριν από την πραγματοποίηση επενδύσεων στους ΟΕΕ, καθώς και τις όποιες ουσιαστικές αλλαγές τους:

α) περιγραφή της επενδυτικής στρατηγικής και των στόχων του ΟΕΕ, πληροφορίες σχετικά με τον τόπο σύστασης κύριου ΟΕΕ και τον τόπο σύστασης των υποκείμενων κεφαλαίων αν ο ΟΕΕ εντάσσεται σε άλλο αμοιβαίο κεφάλαιο, περιγραφή των τύπων όλων των περιουσιακών στοιχείων στα οποία μπορεί να επενδύσει ο ΟΕΕ, τις τεχνικές που μπορεί να χρησιμοποιήσει και όλους τους παρεπόμενους κινδύνους, τις περιστάσεις στις οποίες ο ΟΕΕ μπορεί να κάνει χρήση της μόχλευσης, τους τύπους και τις πηγές μόχλευσης που επιτρέπονται και τους παρεπόμενους κινδύνους, κάθε περιορισμό σχετικά με τη χρήση μόχλευσης και τυχόν πρόσθετες ασφάλειες και ρυθμίσεις επαναχρησιμοποίησης κεφαλαίων, καθώς και το μέγιστο επίπεδο μόχλευσης που έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει ο ΔΟΕΕ εξ ονόματος του ΟΕΕ,

β) περιγραφή των διαδικασιών με τις οποίες ο ΟΕΕ μπορεί να αλλάζει την επενδυτική στρατηγική του ή την επενδυτική πολιτική του ή και τις δύο,

γ) περιγραφή των κύριων νομικών συνεπειών της συμβατικής σχέσης που συνάπτεται για τους σκοπούς της επένδυσης, όπου συμπεριλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με τη δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο και σχετικά με την ύπαρξη, ή όχι, νομικών πράξεων που προβλέπουν την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων στο έδαφος όπου είναι εγκατεστημένος ο ΟΕΕ,

δ) την ταυτότητα του ΔΟΕΕ, του θεματοφύλακα του ΟΕΕ, του ελεγκτή και οποιωνδήποτε άλλων παρόχων υπηρεσιών, καθώς και περιγραφή των καθηκόντων τους και των δικαιωμάτων των επενδυτών,

ε) περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο ΔΟΕΕ συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 7,

στ) περιγραφή κάθε ανατεθειμένης λειτουργίας διαχείρισης όπως αναφέρεται στο παράρτημα I από τον ΔΟΕΕ και κάθε λειτουργίας φύλαξης που ανατίθεται από τον θεματοφύλακα, του φορέα στον οποίο γίνεται η ανάθεση και τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων που μπορεί να ανακύψουν από τέτοιες αναθέσεις,

ζ) περιγραφή της διαδικασίας αποτίμησης του ΟΕΕ και της μεθοδολογίας καθορισμού των τιμών για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δύσκολα αποτιμώνται, σύμφωνα με το άρθρο 19,

η) περιγραφή της διαχείρισης κινδύνων ρευστότητας του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων εξαγοράς τόσο σε κανονικές όσο και σε έκτακτες περιστάσεις, και των υφιστάμενων διακανονισμών εξαγοράς με επενδυτές,

θ) περιγραφή όλων των αμοιβών, των χρεώσεων και των δαπανών καθώς και των ανώτατων ποσών τους με τα οποία οι επενδυτές επιβαρύνονται άμεσα ή έμμεσα,

ι) περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των επενδυτών και, κάθε φορά που ένας επενδυτής τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης ή λαμβάνει το δικαίωμα προνομιακής μεταχείρισης, περιγραφή της εν λόγω προνομιακής μεταχείρισης, τον τύπο των επενδυτών που τυγχάνουν επίσης τέτοιας προνομιακής μεταχείρισης και, όπου είναι σκόπιμο, τη νομική ή οικονομική σχέση τους με τον ΟΕΕ ή τον ΔΟΕΕ,

ια) την τελευταία ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 22,

ιβ) τη διαδικασία και τους όρους έκδοσης και διάθεσης των μεριδίων ή μετοχών,

ιγ) την τελευταία καθαρή αξία ενεργητικού του ΟΕΕ ή την τελευταία αγοραία τιμή του μεριδίου ή της μετοχής του ΟΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 19,

ιδ) εφόσον είναι διαθέσιμες, τις ιστορικές επιδόσεις του ΟΕΕ,

ιε) την ταυτότητα του βασικού μεσίτη και περιγραφή των ουσιαστικών ρυθμίσεων του ΟΕΕ με τους βασικούς μεσίτες του και του τρόπου διαχείρισης των αντίστοιχων συγκρούσεων συμφερόντων και τον όρο της σύμβασης με τον θεματοφύλακα σχετικά με τη δυνατότητα μεταφοράς και επαναχρησιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενη μεταφορά ευθύνης στον βασικό μεσίτη,

ιστ) περιγραφή του τρόπου και τ