Αποτελέσματα live αναζήτησης

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα

Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-10-2013 ]
Κατηγορία: Τελωνεία - Ειδικ. φόροι

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα

(αναδιατύπωση)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τα άρθρα 33, 114 και 207,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [1],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία [2],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Κρίνεται σκόπιμο να επέλθουν ορισμένες τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) [3]. Για λόγους σαφήνειας, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να αναδιατυπωθεί.

(2) Είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 450/2008 είναι συνεπής με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και ιδίως με τα άρθρα 290 και 291. Είναι επίσης σκόπιμο ο κανονισμός να λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου και να αναπροσαρμοστούν ορισμένες από τις διατάξεις του, ώστε να διευκολυνθεί η εφαρμογή τους.

(3) Για τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ. Έχει ιδιαίτερη σημασία να προβαίνει η Επιτροπή σε κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, μεταξύ άλλων με εμπειρογνώμονες. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(4) Ειδικότερα, κατά την επεξεργασία και την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει την έγκαιρη διενέργεια διαφανούς διαβούλευσης με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και την επιχειρηματική κοινότητα.

(5) Προκειμένου να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά: τον ορισμό του μορφότυπου και του κώδικα των κοινών απαιτήσεων περί δεδομένων για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των τελωνειακών αρχών και μεταξύ των οικονομικών φορέων και των τελωνειακών αρχών και τη διατήρηση των πληροφοριών αυτών και των διαδικαστικών κανόνων για την ανταλλαγή και διατήρηση πληροφοριών που μπορούν να πραγματοποιούνται με μέσα διαφορετικά από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων· την έκδοση των αποφάσεων που παρέχουν τη δυνατότητα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν μέσα για την ανταλλαγή και διατήρηση πληροφοριών διαφορετικά από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων· τον ορισμό της τελωνειακής αρχής που είναι αρμόδια για την καταχώριση οικονομικών φορέων και λοιπών προσώπων· τον ορισμό των τεχνικών ρυθμίσεων για την ανάπτυξη, διατήρηση και χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων· τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την ανάθεση και την απόδειξη του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών από τους τελωνειακούς αντιπροσώπους σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος εγκατάστασης· των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή και την αποδοχή της αίτησης απόφασης, τη λήψη της απόφασης και την παρακολούθηση της απόφασης· τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την ακύρωση, ανάκληση και τροποποίηση ευνοϊκών αποφάσεων· των διαδικαστικών κανόνων για τη χρήση απόφασης που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες μετά τη λήξη της ισχύος της ή την ανάκλησή της· των διαδικαστικών κανόνων για την ενημέρωση των τελωνειακών αρχών για την αναστολή της λήψης αποφάσεων που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες και την ανάκληση της αναστολής αυτής· την έκδοση των αποφάσεων με τις οποίες ζητείται από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν απόφαση που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες· τον ορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των κριτηρίων για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα, τα μέτρα για τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής τελωνειακών ελέγχων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών και αναλύσεων όσον αφορά τους κινδύνους,

κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου, μέτρων ελέγχου και τομέων ελέγχου με προτεραιότητα· τον ορισμό του καταλόγου των λιμένων ή των αερολιμένων όπου θα διενεργούνται οι τελωνειακοί έλεγχοι και διατυπώσεις στις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές· τον ορισμό κανόνων συναλλαγματικών ισοτιμιών· τη θέσπιση μέτρων για την ενιαία διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων και των ανωτάτων δασμολογικών ορίων και για τη διαχείριση της επιτήρησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή την εξαγωγή εμπορευμάτων· τη θέσπιση μέτρων για τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων· · τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την παροχή και την επαλήθευση αποδείξεων για τη μη προτιμησιακή καταγωγή· των διαδικαστικών κανόνων για τη διευκόλυνση του προσδιορισμού της προτιμησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων στην Ένωση· τη θέσπιση μέτρων για τον προσδιορισμό της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων· τη χορήγηση προσωρινής παρέκκλισης από τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που θεσπίζονται μονομερώς από την Ένωση· τον καθορισμό της προέλευσης συγκεκριμένων αγαθών· τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων· τον ορισμό διαδικαστικών κανόνων για την παροχή εγγύησης, τον καθορισμό του ποσού της, την παρακολούθηση και αποδέσμευσή της και την ανάκληση της εγγύησης και υπαναχώρηση του τριτεγγυητή από τις υποχρεώσεις του· τον καθορισμό διαδικαστικών κανόνων για τις προσωρινές απαγορεύσεις χρησιμοποίησης συνολικών εγγυήσεων· τη θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ τελωνειακών αρχών σε περίπτωση που γεννάται τελωνειακή οφειλή· τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την επιστροφή ή τη διαγραφή ενός ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στην Επιτροπή· την έκδοση των αποφάσεων της Επιτροπής για την επιστροφή ή τη διαγραφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού· τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή, τροποποίηση και ακύρωση της συνοπτικής διασάφησης εισόδου· της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να διεξάγεται ανάλυση κινδύνων βάσει της συνοπτικής διασάφησης εισόδου· τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για τη γνωστοποίηση της άφιξης ποντοπόρου πλοίου ή αεροσκάφους και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στον κατάλληλο τόπο·

τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο· των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή, τροποποίηση και ακύρωση της διασάφησης προσωρινής εναπόθεσης και για τη διακίνηση εμπορευμάτων σε προσωρινή εναπόθεση· τους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την προσκόμιση και την επαλήθευση της απόδειξης του τελωνειακού χαρακτήρα εμπορευμάτων ως ενωσιακών εμπορευμάτων· των διαδικαστικών κανόνων για τον καθορισμό των αρμόδιων τελωνείων και την υποβολή τελωνειακής διασάφησης όταν χρησιμοποιούνται μέσα διαφορετικά από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων· των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή της συνήθους τελωνειακής διασάφησης και για τη διαθεσιμότητα των συνοδευτικών εγγράφων· των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή απλουστευμένης διασάφησης και συμπληρωματικής διασάφησης· των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή τελωνειακής διασάφησης πριν από την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο, την αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης και την τροποποίηση της τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων· τη θέσπιση μέτρων για τον προσδιορισμό της δασμολογικής διάκρισης των εμπορευμάτων που υπάγονται στο υψηλότερο ποσοστό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού σε περίπτωση αποστολής αποτελούμενης από εμπορεύματα τα οποία υπάγονται σε διαφορετικές δασμολογικές διακρίσεις· τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για τον κεντρικό τελωνισμό και την απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης των εμπορευμάτων στο πλαίσιο του κεντρικού τελωνισμού· των διαδικαστικών κανόνων για την εγγραφή στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή· των διαδικαστικών κανόνων για τις τελωνειακές διατυπώσεις και τους ελέγχους στους οποίους μπορεί να προβαίνει ο κάτοχος της άδειας στο πλαίσιο της αυτοαξιολόγησης· τη θέσπιση μέτρων για την επαλήθευση της τελωνειακής διασάφησης, την εξέταση και τη δειγματοληψία των εμπορευμάτων και τα αποτελέσματα της επαλήθευσης·

τους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την καταστροφή των εμπορευμάτων, τους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την παροχή των πληροφοριών που να αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι όροι για την απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό για επανεισαγόμενα εμπορεύματα και σχετικά με την παροχή των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι όροι για την απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό για προϊόντα της αλιείας και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από τη θάλασσα, τους διαδικαστικούς κανόνες για την εξέταση των οικονομικών όρων στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων, τους διαδικαστικούς κανόνες για την εκκαθάριση ειδικού καθεστώτος, τους διαδικαστικούς κανόνες για τη μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και τη μετακίνηση εμπορευμάτων στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων, τους διαδικαστικούς κανόνες για τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων, τους διαδικαστικούς κανόνες για την εφαρμογή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των διατάξεων διαμετακόμισης που θεσπίζονται από Διεθνή Όργανα, τους διαδικαστικούς κανόνες για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης και για τη λήξη του καθεστώτος αυτού, για τη λειτουργία των απλουστεύσεων του εν λόγω καθεστώτος και για την τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων που διέρχονται από το έδαφος χώρας ή έδαφος εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης, τους διαδικαστικούς κανόνες για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή στο καθεστώς ελεύθερης ζώνης, τον ορισμό της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να διενεργείται ανάλυση κινδύνων βάσει διασάφησης πριν από την αναχώρηση, τον ορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την έξοδο των εμπορευμάτων, τους διαδικαστικούς κανόνες για την υποβολή, τροποποίηση και ακύρωση της συνοπτικής διασάφησης εξόδου,

τους διαδικαστικούς κανόνες για την υποβολή, τροποποίηση και ακύρωση της γνωστοποίηση επανεξαγωγής, τη θέσπιση, εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του κώδικα, προγράμματος εργασιών για τη στήριξη της ανάπτυξης σχετικών ηλεκτρονικών συστημάτων και τον καθορισμό μεταβατικών περιόδων, τη θέσπιση των αποφάσεων με τις οποίες εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να δοκιμάζουν απλουστεύσεις στην εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, ιδίως όταν οι εν λόγω απλουστεύσεις αφορούν τις τεχνολογίες πληροφορίας (ΤΠ). Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή [4].

(6) Λαμβανομένης υπόψη της συνεργασίας που είναι απαραίτητη μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για την ανάπτυξη, τη διατήρηση και τη χρήση των ηλεκτρονικών συστημάτων που απαιτούνται για την εφαρμογή του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ο κώδικας), η Επιτροπή δεν θα πρέπει να εγκρίνει το πρόγραμμα εργασιών που στηρίζει την εν λόγω ανάπτυξη και ρυθμίζει τον καθορισμό μεταβατικών περιόδων, σε περίπτωση που δεν διατυπωθεί γνώμη από την επιτροπή που εξετάζει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης.

(7) Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η συμβουλευτική διαδικασία για την έκδοση: αποφάσεων που παρέχουν τη δυνατότητα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν μέσα για την ανταλλαγή και διατήρηση των πληροφοριών άλλα από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων, εφόσον οι εν λόγω αποφάσεις δεν αφορούν όλα τα κράτη μέλη, αποφάσεων με τις οποίες ζητείται από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν αποφάσεις που σχετίζονται με δεσμευτικές πληροφορίες, δεδομένου ότι οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν μόνον ένα κράτος μέλος και αποσκοπούν στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία, αποφάσεων για την επιστροφή ή διαγραφή ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, δεδομένου ότι οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν άμεσα τον αιτούντα την επιστροφή ή τη διαγραφή.

(8) Σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, όταν το επιβάλλουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή όσον αφορά: τα μέτρα για τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής τελωνειακών ελέγχων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών και αναλύσεων όσον αφορά τους κινδύνους, κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου, μέτρων ελέγχου και τομέων ελέγχου με προτεραιότητα, τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων, τον προσδιορισμό της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων· τα μέτρα για την προσωρινή απαγόρευση της χρησιμοποίησης συνολικών εγγυήσεων.

(9) Η Ένωση βασίζεται σε τελωνειακή ένωση. Ενδείκνυται, προς όφελος τόσο των οικονομικών φορέων όσο και των τελωνειακών αρχών της Ένωσης, να συγκεντρωθεί η ισχύουσα τελωνειακή νομοθεσία σε κώδικα. Βασιζόμενος στην έννοια της εσωτερικής αγοράς, ο κώδικας αυτός θα πρέπει να περιέχει τους γενικούς κανόνες και τα καθεστώτα που εξασφαλίζουν την εφαρμογή του δασμολογίου και άλλων μέτρων κοινής πολιτικής που θεσπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο σχετικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές μεταξύ της Ένωσης και χωρών ή εδαφών εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων των εν λόγω κοινών πολιτικών. Η τελωνειακή νομοθεσία θα πρέπει να εναρμονισθεί περισσότερο με τις διατάξεις σχετικά με την είσπραξη των επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή, χωρίς να μεταβληθεί το πεδίο εφαρμογής των ισχυουσών φορολογικών διατάξεων.

(10) Για να εξασφαλίζεται ο διοικητικός εκσυγχρονισμός, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι απόψεις των οικονομικών φορέων κατά τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό της τελωνειακής νομοθεσίας.

(11) Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 9ης Αυγούστου 2004, με τίτλο "Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων - Καταπολέμηση της απάτης - Σχέδιο δράσης 2004-2005", είναι σκόπιμο να αναπροσαρμοσθεί το νομικό πλαίσιο για την προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

(12) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [5] βασίστηκε στην ενοποίηση των τελωνειακών καθεστώτων που εφαρμόζονταν χωριστά στο εκάστοτε κράτος μέλος, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Ο εν λόγω κανονισμός υπέστη επανειλημμένες και ουσιώδεις τροποποιήσεις μετά τη θέσπισή του, με στόχο τη διευθέτηση ειδικών προβλημάτων, όπως η προστασία της καλής πίστης ή ο συνυπολογισμός απαιτήσεων ασφαλείας. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Απριλίου 2005 [6] και στη συνέχεια με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 450/2008 επήλθαν περαιτέρω τροποποιήσεις στον κανονισμό αυτό, λόγω σημαντικών νομικών μεταβολών που σημειώθηκαν κατά τα τελευταία έτη, τόσο σε ενωσιακό όσο και σε διεθνές επίπεδο, όπως η λήξη ισχύος της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και η έναρξη ισχύος των πράξεων προσχώρησης του 2003, του 2005 και του 2011, καθώς και η τροποποίηση της διεθνούς σύμβασης για την απλούστευση και την εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων ("αναθεωρημένη σύμβαση του Κιότο"), στην οποία εγκρίθηκε η προσχώρηση της Ένωσης με την απόφαση 2003/231/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαρτίου 2003 [7].

(13) Είναι σκόπιμο να εισαχθεί στον κώδικα ένα νομικό πλαίσιο για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων μεταξύ τμημάτων του τελωνειακού εδάφους στα οποία ισχύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας [8] ή της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης [9], και τμημάτων του τελωνειακού εδάφους στα οποία δεν ισχύουν οι εν λόγω διατάξεις, ή στις εμπορευματικές συναλλαγές μεταξύ τμημάτων στα οποία δεν ισχύουν οι εν λόγω διατάξεις. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα σχετικά εμπορεύματα είναι ενωσιακά εμπορεύματα, καθώς και του δημοσιονομικού χαρακτήρα των σχετικών μέτρων σε αυτό το ενδοενωσιακό εμπόριο, είναι δικαιολογημένο να θεσπίζονται κατάλληλες απλουστεύσεις των τελωνειακών διατυπώσεων που θα ισχύουν για αυτά τα εμπορεύματα.

(14) Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το ειδικό φορολογικό καθεστώς ορισμένων τμημάτων του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τις τελωνειακές διατυπώσεις και τους τελωνειακούς ελέγχους που θα πρέπει να πραγματοποιούνται στις εμπορικές συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων μεταξύ των εν λόγω τμημάτων και του υπόλοιπου τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.

(15) Η διευκόλυνση του νόμιμου εμπορίου και η καταπολέμηση της απάτης απαιτούν απλές, ταχείες και τυποποιημένες διαδικασίες και καθεστώτα. Συνεπώς, είναι σκόπιμο, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2003 με τίτλο "Ένα απλό περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις", να απλουστευθεί η τελωνειακή νομοθεσία, ώστε να καταστεί δυνατή η χρησιμοποίηση σύγχρονων μέσων και τεχνολογίας, και να προωθηθεί περισσότερο η ομοιόμορφη εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και σύγχρονες προσεγγίσεις όσον αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους, ώστε να ενισχυθεί η εξασφάλιση της βάσης για αποτελεσματικές και απλές διαδικασίες τελωνισμού. Τα τελωνειακά καθεστώτα θα πρέπει να συγχωνευθούν ή να ευθυγραμμισθούν και ο αριθμός των καθεστώτων να μειωθεί σε αυτά που δικαιολογούνται από οικονομική άποψη, με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

(16) Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, η μείωση των φραγμών στο διεθνές εμπόριο και στις επενδύσεις και η ενισχυμένη ανάγκη διαφύλαξης της ασφάλειας και της προστασίας στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης μετέβαλαν τον ρόλο των τελωνειακών αρχών, οι οποίες αναλαμβάνουν πλέον ηγετικό ρόλο όσον αφορά την αλυσίδα εφοδιασμού και, όσον αφορά την εποπτεία και τη διαχείριση του διεθνούς εμπορίου, καθίστανται καταλυτικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα των χωρών και των επιχειρήσεων. Συνεπώς, η τελωνειακή νομοθεσία θα πρέπει να αντανακλά τη νέα οικονομική πραγματικότητα, καθώς και τον νέο ρόλο και αποστολή των τελωνειακών αρχών.

(17) Η χρήση των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 70/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 για ένα περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις [10], αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών και, συγχρόνως, για την αποτελεσματικότητα των τελωνειακών ελέγχων, δεδομένου ότι μειώνει το κόστος για τις επιχειρήσεις και τους κινδύνους για την κοινωνία. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να θεσπισθεί στον κώδικα το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορεί να εφαρμοσθεί η εν λόγω απόφαση, ιδίως η νομική αρχή ότι όλες οι τελωνειακές και εμπορικές συναλλαγές θα διεξάγονται ηλεκτρονικά και ότι τα συστήματα τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών για τις τελωνειακές λειτουργίες πρέπει να παρέχουν, σε κάθε κράτος μέλος, τις ίδιες διευκολύνσεις στους οικονομικούς φορείς.

(18) Για να εξασφαλιστεί ένα περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τις κοινές απαιτήσεις περί δεδομένων για την ανταλλαγή και τη διατήρηση πληροφοριών με τη χρήση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων, τις περιπτώσεις όπου μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλα μέσα για τις εν λόγω ανταλλαγές και τη διατήρηση και την καταχώριση των προσώπων. Η χρησιμοποίηση μέσων άλλων από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο σε προσωρινή βάση, σε περίπτωση που τα αναγκαία ηλεκτρονικά συστήματα δεν έχουν ακόμη αρχίσει να λειτουργούν, αλλά όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2020. Όσον αφορά τον κεντρικό τελωνισμό, τα εν λόγω μεταβατικά μέτρα θα πρέπει να συνίσταται, ωσότου τεθούν σε λειτουργία τα αναγκαία ηλεκτρονικά συστήματα, στη διατήρηση της διαδικασίας που είναι γνωστή ως "ενιαία άδεια απλουστευμένων διαδικασιών".

(19) Η χρήση των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών θα πρέπει να συνοδεύεται από εναρμονισμένη και τυποποιημένη εφαρμογή των τελωνειακών ελέγχων από τα κράτη μέλη, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμο επίπεδο τελωνειακών ελέγχων σε ολόκληρη την Ένωση και να αποφεύγονται αντιανταγωνιστικές συμπεριφορές στα διάφορα σημεία εισόδου και εξόδου από την Ένωση.

(20) Για να διευκολυνθεί η επιχειρηματική δραστηριότητα, εξασφαλίζοντας παράλληλα τα κατάλληλα επίπεδα ελέγχου των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξέρχονται από αυτό, είναι ευκταίο να ανταλλάσσονται οι πληροφορίες που παρέχουν οι οικονομικοί φορείς, με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων για την προστασία των δεδομένων, μεταξύ των τελωνειακών αρχών καθώς και με άλλες υπηρεσίες που διενεργούν ελέγχους. Οι εν λόγω έλεγχοι θα πρέπει να εναρμονισθούν, ούτως ώστε ο οικονομικός φορέας να μπορεί να παρέχει τις πληροφορίες μόνο μία φορά και τα εμπορεύματα να ελέγχονται από τις εν λόγω αρχές συγχρόνως και στο ίδιο μέρος.

(21) Για τη διευκόλυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οιοδήποτε πρόσωπο θα πρέπει να εξακολουθήσει να έχει το δικαίωμα να ορίζει αντιπρόσωπο για τις συναλλαγές του με τις τελωνειακές αρχές. Εντούτοις, δεν θα είναι πλέον δυνατόν το εν λόγω δικαίωμα εκπροσώπησης να περιορίζεται βάσει νόμου εκδιδομένου από ένα εκ των κρατών μελών. Επιπλέον, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος που πληροί τα κριτήρια για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα με άδεια για τελωνειακές απλουστεύσεις θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παρέχει τις υπηρεσίες του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος της εγκατάστασής του. Κατά γενικό κανόνα, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος θα πρέπει να είναι εγκατεστημένος εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να αίρεται εάν ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί για λογαριασμό προσώπων τα οποία δεν υποχρεούνται να είναι εγκατεστημένα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή σε άλλες δικαιολογημένες περιπτώσεις.

(22) Όλες οι αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των δεσμευτικών πληροφοριών, θα πρέπει να καλύπτονται από τους ίδιους κανόνες. Οι εν λόγω αποφάσεις θα πρέπει να ισχύουν σε όλη την Ένωση και να μπορούν να ακυρώνονται, να τροποποιούνται, εκτός εάν ορίζεται άλλως, ή να ανακαλούνται, εάν δεν είναι σύμφωνες με την τελωνειακή νομοθεσία ή την ερμηνεία της.

(23) Ο εξορθολογισμός των τελωνειακών καθεστώτων σε ένα ηλεκτρονικό περιβάλλον απαιτεί τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ των τελωνειακών αρχών διαφόρων κρατών μελών. Είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί το κατάλληλο επίπεδο αποτελεσματικών, αποτρεπτικών και αναλογικών κυρώσεων, σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά.

(24) Οι συμμορφούμενοι προς τους κανόνες και αξιόπιστοι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να απολαύουν της ιδιότητας του "εγκεκριμένου οικονομικού φορέα", στη βάση της χορήγησης πιστοποιητικού για σκοπούς τελωνειακών απλουστεύσεων ή ασφάλειας και προστασίας ή αμφοτέρων. Ανάλογα με το είδος του χορηγούμενου πιστοποιητικού, οι εγκεκριμένοι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να μπορούν να αντλούν τα μέγιστα οφέλη από τη χρήση εκτεταμένων τελωνειακών απλουστεύσεων ή να επωφελούνται από διευκολύνσεις στον τομέα της ασφάλειας και της προστασίας. Θα πρέπει επίσης να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης όσον αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους, παραδείγματος χάριν υποβαλλόμενοι σε λιγότερους φυσικούς ελέγχους και ελέγχους βάσει εγγράφων.

(25) Οι συμμορφούμενοι προς τους κανόνες και αξιόπιστοι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να απολαύουν διεθνούς αμοιβαίας αναγνώρισης της ιδιότητας του "εγκεκριμένου οικονομικού φορέα".

(26) Για να εξασφαλισθεί ισορροπία μεταξύ, αφενός, της ανάγκης να εξασφαλίζουν οι τελωνειακές αρχές την ορθή τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας, και, αφετέρου, του δικαιώματος των οικονομικών φορέων να τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης, θα πρέπει να χορηγηθούν στις τελωνειακές αρχές εκτεταμένες εξουσίες ελέγχου και στους οικονομικούς φορείς δικαίωμα άσκησης προσφυγής.

(27) Σύμφωνα με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απαραίτητο, επιπλέον του δικαιώματος άσκησης προσφυγής κατά οποιασδήποτε απόφασης που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές, να προβλεφθεί το δικαίωμα κάθε ατόμου για ακρόαση προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση που θα μπορούσε να το επηρεάσει αρνητικά. Ωστόσο, είναι δυνατόν να δικαιολογούνται περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, ιδίως εάν επιβάλλονται από τη φύση ή το επίπεδο της απειλής για την ασφάλεια και την προστασία της Ένωσης και των κατοίκων της, για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για το περιβάλλον ή για τους καταναλωτές.

(28) Για να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι για την Ένωση, τους πολίτες και τους εμπορικούς εταίρους της, η εναρμονισμένη εφαρμογή των τελωνειακών ελέγχων από τα κράτη μέλη θα πρέπει να βασίζεται σε κοινό πλαίσιο διαχείρισης των κινδύνων και σε ηλεκτρονικό σύστημα εφαρμογής του. Η θέσπιση ενός πλαισίου διαχείρισης των κινδύνων, κοινού για όλα τα κράτη μέλη, δεν θα πρέπει να τα εμποδίζει να πραγματοποιούν δειγματοληπτικούς ελέγχους στα εμπορεύματα.

(29) Για να εξασφαλισθεί η συνεπής και ίση μεταχείριση των προσώπων τα οποία αφορούν οι τελωνειακές διατυπώσεις και οι τελωνειακοί έλεγχοι, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό των λοιπών περιπτώσεων κατά τις οποίες ο τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι εγκατεστημένος εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και των κανόνων για τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων σχετικά με τις δεσμευτικές πληροφορίες, τον εγκεκριμένο οικονομικό φορέα και τις απλουστεύσεις.

(30) Είναι απαραίτητο να προσδιορισθούν τα στοιχεία βάσει των οποίων εφαρμόζονται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός και άλλα μέτρα όσον αφορά τις εμπορευματικές συναλλαγές. Είναι επίσης σκόπιμο να θεσπισθούν λεπτομερέστερες διατάξεις για την έκδοση αποδεικτικών στοιχείων ενωσιακής καταγωγής, εφόσον το απαιτούν οι εμπορικές συναλλαγές.

(31) Για τη συμπλήρωση των στοιχείων βάσει των οποίων εφαρμόζονται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός και άλλα μέτρα, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τους κανόνες για την καταγωγή των εμπορευμάτων.

(32) Είναι επιθυμητό να συγκεντρωθούν όλες οι περιπτώσεις όπου γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή, εκτός από αυτές που γεννώνται μετά την υποβολή τελωνειακής διασάφησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή την προσωρινή εισαγωγή με μερική απαλλαγή, ώστε να αποφευχθούν οι δυσκολίες προσδιορισμού της νομικής βάσης για τη γένεση τελωνειακής οφειλής. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει σε περίπτωση που γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή.

(33) Είναι σκόπιμο να προσδιορισθεί ο τόπος όπου γεννάται τελωνειακή οφειλή και όπου θα πρέπει να εισπραχθεί ο εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός.

(34) Οι κανόνες για τα ειδικά καθεστώτα θα πρέπει να προβλέπουν τη χρησιμοποίηση ενιαίας εγγύησης για όλες τις κατηγορίες ειδικών καθεστώτων, η οποία θα είναι συνολική και θα καλύπτει πλήθος συναλλαγών.

(35) Υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση συνολικής εγγύησης μειωμένου ποσού, μεταξύ άλλων για τελωνειακές οφειλές και λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν γεννηθεί ή η απαλλαγή από την υποχρέωση σύστασης εγγύησης. Η συνολική εγγύηση μειωμένου ποσού για τελωνειακές οφειλές και λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν προκύψει θα πρέπει να είναι ισοδύναμη με την παροχή εγγύησης για το συνολικό καταβλητέο ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, ιδίως για την παράδοση των σχετικών εμπορευμάτων και τον καταλογισμό.

(36) Για να εξασφαλισθεί καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών, η εγγύηση θα πρέπει να καλύπτει εμπορεύματα που δεν δηλώθηκαν ή δηλώθηκαν εσφαλμένα, και τα οποία περιλαμβάνονται σε αποστολή ή διασάφηση για την οποία παρέχεται η εν λόγω εγγύηση. Για τον ίδιο λόγο, η ανάληψη υποχρέωσης από τον εγγυητή θα πρέπει επίσης να καλύπτει ποσά εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που πρέπει να καταβληθούν μετά από εκ των υστέρων έλεγχο.

(37) Για να διασφαλισθούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και των κρατών μελών και να αποφευχθούν πρακτικές απάτης, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η λήψη σταδιακών μέτρων για την εφαρμογή της συνολικής εγγύησης. Εάν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος απάτης, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να απαγορευθεί προσωρινά η εφαρμογή της συνολικής εγγύησης, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης των οικονομικών φορέων.

(38) Είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η καλή πίστη του ενδιαφερομένου σε περιπτώσεις κατά τις οποίες γεννάται τελωνειακή οφειλή λόγω μη συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία και να ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις της αμέλειας εκ μέρους του οφειλέτη.

(39) Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών και τη συμπλήρωση των κανόνων σχετικά με την τελωνειακή οφειλή και τις εγγυήσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον τόπο γένεσης τελωνειακής οφειλής, τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού και εξαγωγικού δασμού, την εγγύηση του εν λόγω ποσού και την είσπραξη, επιστροφή, διαγραφή και απόσβεση της τελωνειακής οφειλής.

(40) Είναι απαραίτητο να θεσπισθεί η αρχή του τρόπου προσδιορισμού του τελωνειακού χαρακτήρα των ενωσιακών εμπορευμάτων και των περιστάσεων που σχετίζονται με την απώλεια του εν λόγω χαρακτήρα, καθώς και να προβλεφθεί η βάση για τον προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες ο εν λόγω χαρακτήρας διατηρείται σε περιπτώσεις που τα εμπορεύματα εξέρχονται προσωρινά από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.

(41) Για να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και η τελωνειακή μεταχείριση των μη ενωσιακών εμπορευμάτων που εισέρχονται στο εν λόγω έδαφος, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον προσδιορισμό του τελωνειακού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, την απώλεια του τελωνειακού χαρακτήρα των ενωσιακών εμπορευμάτων, τη διατήρηση του εν λόγω χαρακτήρα για εμπορεύματα που εγκαταλείπουν προσωρινά το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και τη χορήγηση της απαλλαγής από δασμούς για τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα.

(42) Είναι σκόπιμο, στις περιπτώσεις που ένας οικονομικός φορέας έχει υποβάλει, εκ των προτέρων, τις απαραίτητες πληροφορίες για τους βασισμένους στην ανάλυση των κινδύνων ελέγχους του θεμιτού της εισόδου των εμπορευμάτων, να εξασφαλισθεί ότι η ταχεία παράδοση των εμπορευμάτων αποτελεί τον κανόνα. Οι έλεγχοι για τη φορολογική και εμπορική πολιτική θα πρέπει να διεξάγονται καταρχήν από το τελωνείο που είναι αρμόδιο για τις εγκαταστάσεις του οικονομικού φορέα.

(43) Οι ρυθμίσεις για τις τελωνειακές διασαφήσεις και για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς θα πρέπει να εκσυγχρονισθούν και να εξορθολογιστούν, ιδίως με την απαίτηση, κατά κανόνα, οι τελωνειακές διασαφήσεις να καταρτίζονται ηλεκτρονικά και με την πρόβλεψη ενός μόνο είδους απλουστευμένης διασάφησης και της δυνατότητας υποβολής τελωνειακής διασάφησης υπό τη μορφή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή.

(44) Δεδομένου ότι η αναθεωρημένη σύμβαση του Κιότο ευνοεί την υποβολή, την καταχώριση και την εξέταση της τελωνειακής διασάφησης πριν από την άφιξη των εμπορευμάτων και, επιπλέον, την αποσύνδεση του τόπου υποβολής της διασάφησης από τον τόπο στον οποίο βρίσκονται πραγματικά τα εμπορεύματα, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί κεντρικός τελωνισμός στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας.

(45) Είναι σκόπιμο να θεσπισθούν, σε ενωσιακό επίπεδο, οι κανόνες που διέπουν την καταστροφή ή την κατ’ άλλο τρόπο διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές, εφόσον τούτα αποτελούν ζητήματα για τα οποία απαιτούταν προηγουμένως εθνική νομοθεσία.

(46) Για τη συμπλήρωση των κανόνων που αφορούν την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς και την εξασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των ενδιαφερόμενων προσώπων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τους κανόνες για την τελωνειακή διασάφηση και την παράδοση των εμπορευμάτων.

(47) Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν κοινοί και απλοί κανόνες για τα ειδικά καθεστώτα, που θα συνοδεύονται από μια σύντομη σειρά κανόνων για κάθε κατηγορία ειδικού καθεστώτος, με σκοπό να απλουστευθεί η επιλογή του ορθού καθεστώτος εκ μέρους του οικονομικού φορέα, να αποφεύγονται τα σφάλματα και να μειωθεί ο αριθμός των εκ των υστέρων εισπράξεων και επιστροφών.

(48) Θα πρέπει να διευκολυνθεί η χορήγηση αδειών για διάφορα ειδικά καθεστώτα με ενιαία εγγύηση και ενιαίο τελωνείο ελέγχου και θα πρέπει να ισχύουν απλοί κανόνες σχετικά με τη γένεση τελωνειακής οφειλής σε αυτές τις περιπτώσεις. Η βασική αρχή θα πρέπει να είναι ότι τα εμπορεύματα που υπάγονται σε ειδικό καθεστώς, ή τα προϊόντα που παράγονται από αυτά, εξετάζονται κατά τη στιγμή της γένεσης τελωνειακής οφειλής. Εντούτοις, θα πρέπει επίσης να υπάρχει η δυνατότητα, εάν δικαιολογείται από οικονομική άποψη, να εξετάζονται τα εμπορεύματα κατά τη στιγμή της υπαγωγής τους σε ειδικό καθεστώς. Οι ίδιες αρχές θα πρέπει να ισχύουν για τη διενέργεια συνήθων εργασιών.

(49) Λόγω των αυξημένων μέτρων ασφαλείας, η τοποθέτηση των εμπορευμάτων σε ελεύθερες ζώνες θα πρέπει να καταστεί τελωνειακό καθεστώς, με αποτέλεσμα τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων τόσο στα εμπορεύματα κατά την είσοδό τους σ’ αυτές, όσο και στα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία.

(50) Δεδομένου ότι η πρόθεση επανεξαγωγής δεν είναι πλέον απαραίτητη προϋπόθεση, θα πρέπει το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή με αναστολή δασμών να συγχωνευθεί με το καθεστώς μεταποίησης υπό τελωνειακό έλεγχο και να εγκαταλειφθεί το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή με επιστροφή δασμών. Αυτό το ενιαίο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή θα πρέπει επίσης να καλύπτει την καταστροφή των εμπορευμάτων, εκτός εάν αυτή πραγματοποιείται από τις τελωνειακές αρχές ή υπό την επιτήρηση των εν λόγω αρχών.

(51) Για τη συμπλήρωση των κανόνων σχετικά με ειδικά καθεστώτα και την εξασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των ενδιαφερόμενων προσώπων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τους κανόνες για τις περιπτώσεις όπου τα εμπορεύματα υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα, τις διακινήσεις, τις συνήθεις εργασίες και την ισοδυναμία των εμπορευμάτων αυτών, καθώς και την εκκαθάριση των εν λόγω καθεστώτων.

(52) Τα μέτρα ασφαλείας σχετικά με τα ενωσιακά εμπορεύματα που εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης για την επανεξαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων. Οι ίδιοι κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους τύπους εμπορευμάτων, ενδεχομένως με εξαιρέσεις, π.χ. για εμπορεύματα τα οποία απλώς διασχίζουν υπό καθεστώς διαμετακόμισης το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.

(53) Για να εξασφαλισθεί η τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό και η εφαρμογή μέτρων ασφαλείας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με τη συνοπτική διασάφηση εισόδου και τη διασάφηση πριν από την αναχώρηση.

(54) Για τη διερεύνηση περαιτέρω τελωνειακών και εμπορικών διευκολύνσεων, ιδίως με τη χρήση των πιο πρόσφατων εργαλείων και τεχνολογιών, θα πρέπει να χορηγείται άδεια στα κράτη μέλη, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και κατόπιν αίτησης, να δοκιμάζουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα απλουστεύσεις στη εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ούτε να δημιουργεί νέες υποχρεώσεις για τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι θα μπορούν να συμμετέχουν στις δοκιμές αυτές σε αποκλειστικά εθελοντική βάση.

(55) Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), για την επίτευξη των βασικών στόχων που συνίστανται στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας της τελωνειακής ένωσης και στην εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής, είναι αναγκαίο και σκόπιμο να θεσπιστούν οι γενικοί κανόνες και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο ΣΕΕ, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(56) Για να απλουστευθεί και να εξορθολογιστεί η τελωνειακή νομοθεσία, ορισμένες διατάξεις που περιέχονται σε αυτόνομες ενωσιακές πράξεις ενσωματώθηκαν, για λόγους διαφάνειας, στον κώδικα. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, για την κατάργηση των ελέγχων και διατυπώσεων που εφαρμόζονται στις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικές πτήσεις καθώς και στις αποσκευές των προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικό θαλάσσιο ταξίδι [11], ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1207/2001 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2001, σχετικά με τις διαδικασίες διευκόλυνσης της έκδοσης ή της σύνταξης στην Κοινότητα αποδεικτικών καταγωγής και της έκδοσης ορισμένων αδειών εγκεκριμένου εξαγωγέα, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τις προτιμησιακές εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένων χωρών [12] και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 450/2008 θα πρέπει, συνεπώς, να καταργηθούν.

(57) Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού που θεσπίζουν την εξουσιοδότηση και την ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων και οι διατάξεις σχετικά με τις επιβαρύνσεις και τα έξοδα θα πρέπει να εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Οι λοιπές διατάξεις θα πρέπει να εφαρμόζονται από 1ης Ιουνίου 2016.

(58) Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τους ενωσιακούς κανόνες περί πρόσβασης στα έγγραφα οι οποίοι έχουν θεσπιστεί ή πρόκειται να θεσπιστούν στο μέλλον σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να θίγει ούτε τους εθνικούς κανόνες περί πρόσβασης στα έγγραφα.

(59) Η Επιτροπή θα πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε διασφαλιστεί ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό να τεθούν σε ισχύ αρκετά πιο νωρίς από την ημερομηνία εφαρμογής του κώδικα, ώστε να καταστεί δυνατή η έγκαιρη εφαρμογή του από τα κράτη μέλη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΤΙΤΛΟΣ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Πεδίο της τελωνειακής νομοθεσίας, αποστολή των τελωνειακών αρχών και ορισμοί

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Δικαιώματα και υποχρεώσεις προσώπων όσον αφορά την τελωνειακή νομοθεσία

Τμήμα 1 Παροχή πληροφοριών

Τμήμα 2 Τελωνειακή αντιπροσώπευση

Τμήμα 3 Αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας

Τμήμα 4 Εγκεκριμένος οικονομικός φορέας

Τμήμα 5 Κυρώσεις

Τμήμα 6 Προσφυγές

Τμήμα 7 Έλεγχος εμπορευμάτων

Τμήμα 8 Φύλαξη εγγράφων και άλλων πληροφοριών και επιβαρύνσεις και έξοδα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Μετατροπή νομισμάτων και προθεσμίες

ΤΙΤΛΟΣ II ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ Ή ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΣ ΔΑΣΜΟΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Κοινό δασμολόγιο και δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Καταγωγή των εμπορευμάτων

Τμήμα 1 Μη προτιμησιακή καταγωγή

Τμήμα 2 Προτιμησιακή καταγωγή

Τμήμα 3 Προσδιορισμός της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΟΦΕΙΛΗ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Γένεση τελωνειακής οφειλής

Τμήμα 1 Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή

Τμήμα 2 Τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή

Τμήμα 3 Κοινές διατάξεις για τις τελωνειακές οφειλές που γεννώνται κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Εγγύηση για ενδεχόμενη ή υπάρχουσα τελωνειακή οφειλή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Είσπραξη, καταβολή, επιστροφή και διαγραφή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού

Τμήμα 1 Καθορισμός του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, γνωστοποίηση και καταλογισμός της τελωνειακής οφειλής

Τμήμα 2 Καταβολή του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών

Τμήμα 3 Επιστροφή και διαγραφή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Απόσβεση τελωνειακής οφειλής

ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Συνοπτική διασάφηση εισόδου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Άφιξη των εμπορευμάτων

Τμήμα 1 Είσοδος των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης

Τμήμα 2 Προσκόμιση, εκφόρτωση και εξέταση των εμπορευμάτων

Τμήμα 3 Προσωρινή εναπόθεση εμπορευμάτων

ΤΙΤΛΟΣ V ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ, ΤΗΝ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΣΕ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ, ΤΗΝ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Τελωνειακός χαρακτήρας των εμπορευμάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς

Τμήμα 1 Γενικές διατάξεις

Τμήμα 2 Συνήθεις τελωνειακές διασαφήσεις

Τμήμα 3 Απλουστευμένη τελωνειακή διασάφηση

Τμήμα 4 Διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλες τις τελωνειακές διασαφήσεις

Τμήμα 5 Άλλες απλουστεύσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Επαλήθευση και παράδοση των εμπορευμάτων

Τμήμα 1 Επαλήθευση

Τμήμα 2 Παράδοση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Διάθεση των εμπορευμάτων

ΤΙΤΛΟΣ VI ΘΕΣΗ ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΑΣΜΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς

Τμήμα 1 Επανεισαγόμενα εμπορεύματα

Τμήμα 2 Προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από τη θάλασσα

ΤΙΤΛΟΣ VII ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Γενικές διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διαμετακόμιση

Τμήμα 1 Εξωτερική και εσωτερική διαμετακόμιση

Τμήμα 2 Ενωσιακή διαμετακόμιση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Αποθήκευση

Τμήμα 1 Κοινές διατάξεις

Τμήμα 2 Τελωνειακή αποταμίευση

Τμήμα 3 Ελεύθερες ζώνες

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Ειδικές χρήσεις

Τμήμα 1 Προσωρινή εισαγωγή

Τμήμα 2 Ειδικός προορισμός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Τελειοποίηση

Τμήμα 1 Γενικές διατάξεις

Τμήμα 2 Τελειοποίηση προς επανεξαγωγή

Τμήμα 3 Τελειοποίηση προς επανεισαγωγή

ΤΙΤΛΟΣ VIII ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΞΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Διατυπώσεις πριν από την έξοδο των εμπορευμάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διατυπώσεις κατά την έξοδο των εμπορευμάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Εξαγωγή και επανεξαγωγή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Συνοπτική διασάφηση εξόδου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Γνωστοποίηση επανεξαγωγής

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Απαλλαγή από εξαγωγικούς δασμούς

ΤΙΤΛΟΣ IX ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΕΙΣ, ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ανάπτυξη ηλεκτρονικών συστημάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Απλουστεύσεις στην εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Εξουσιοδότηση και διαδικασία επιτροπής

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Τελικές διατάξεις

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Πεδίο της τελωνειακής νομοθεσίας, αποστολή των τελωνειακών αρχών και ορισμοί

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα (ο κώδικας), ο οποίος καθορίζει τους γενικούς κανόνες και τα καθεστώτα που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό.

Με την επιφύλαξη του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων καθώς και της ενωσιακής νομοθεσίας που ισχύει σε άλλους τομείς, ο κώδικας εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.

2. Ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας μπορούν επίσης να εφαρμόζονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, δυνάμει νομοθεσίας που διέπει ειδικούς τομείς ή βάσει διεθνών συμβάσεων.

3. Ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των απλουστεύσεων τις οποίες προβλέπει, εφαρμόζονται στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων μεταξύ τμημάτων του ενωσιακού τελωνειακού εδάφους όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ ή της οδηγίας 2008/118/ΕΚ και τμημάτων του εδάφους αυτού όπου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, ή στις συναλλαγές μεταξύ τμημάτων του εδάφους αυτού όπου δεν ισχύουν οι εν λόγω διατάξεις.

Άρθρο 2

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας και των απλουστεύσεών της όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση, την απόδειξη του τελωνειακού χαρακτήρα και τη χρήση του καθεστώτος εσωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης, εφόσον δεν θίγει την ορθή εφαρμογή των σχετικών φορολογικών μέτρων, οι οποίες εφαρμόζονται στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3. Οι εν λόγω πράξεις μπορεί να αφορούν τις ιδιαίτερες περιστάσεις που σχετίζονται με εμπορικές συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων στις οποίες εμπλέκεται ένα μόνο κράτος μέλος.

Άρθρο 3

Αποστολή των τελωνειακών αρχών

Οι τελωνειακές αρχές είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνες για την εποπτεία του διεθνούς εμπορίου της Ένωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συμβάλλουν στο δίκαιο και ανοικτό εμπόριο, στην εφαρμογή των εξωτερικών πτυχών της εσωτερικής αγοράς, στην εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής και των λοιπών κοινών πολιτικών της Ένωσης που έχουν σχέση με το εμπόριο καθώς και στη συνολική ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού. Οι τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν μέτρα που αποσκοπούν ιδίως στα ακόλουθα:

α) την προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών της·

β) την προστασία της Ένωσης από το αθέμιτο και παράνομο εμπόριο, με παράλληλη υποστήριξη των νόμιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων·

γ) τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της προστασίας της Ένωσης και των κατοίκων της, καθώς και της προστασίας του περιβάλλοντος, σε στενή συνεργασία ενδεχομένως με άλλες αρχές· και

δ) τη διατήρηση κατάλληλης ισορροπίας ανάμεσα στους τελωνειακούς ελέγχους και τη διευκόλυνση του θεμιτού εμπορίου.

Άρθρο 4

Τελωνειακό έδαφος

1. Το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης περιλαμβάνει τα ακόλουθα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, των εσωτερικών υδάτων και του εναέριου χώρου τους:

- το έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας,

- το έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας,

- το έδαφος του Βασιλείου της Δανίας, πλην των Φερόων Νήσων και της Γροιλανδίας,

- το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πλην της νήσου Ελιγολάνδης και του Büsingen (συνθήκη της 23ης Νοεμβρίου 1964 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας),

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Εσθονίας,

- το έδαφος της Ιρλανδίας,

- το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας,

- το έδαφος του Βασιλείου της Ισπανίας, εκτός από τη Θέουτα και τη Μελίλια,

- το έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκτός από τις γαλλικές υπερπόντιες χώρες και εδάφη στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου μέρους της ΣΛΕΕ,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Κροατίας,

- το έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκτός από τους δήμους Livigno και Campione d’Italia και τα εθνικά ύδατα της λίμνης Λουγκάνο που βρίσκονται μεταξύ της όχθης και των πολιτικών συνόρων της περιοχής μεταξύ Ponte Tresa και Porto Ceresio,

- το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της πράξης προσχώρησης του 2003,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Λεττονίας,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Λιθουανίας,

- το έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου,

- το έδαφος της Ουγγαρίας,

- το έδαφος της Μάλτας,

- το ευρωπαϊκό έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Αυστρίας,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Πολωνίας,

- το έδαφος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας,

- το έδαφος της Ρουμανίας,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας,

- το έδαφος της Σλοβακικής Δημοκρατίας,

- το έδαφος της Δημοκρατίας της Φινλανδίας,

- το έδαφος του Βασιλείου της Σουηδίας, και

- το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, των νήσων της Μάγχης και της νήσου του Μαν.

2. Τα ακόλουθα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, των εσωτερικών υδάτων και του εναέριου χώρου τους, που βρίσκονται εκτός του εδάφους των κρατών μελών, θεωρούνται, λόγω των συμβάσεων και συνθηκών που ισχύουν γι’ αυτά, μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης:

α) ΓΑΛΛΙΑ

Το έδαφος του Μονακό, όπως καθορίζεται από την τελωνειακή σύμβαση που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 18 Μαΐου 1963 (Journal Officiel de la République française - Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 27ης Σεπτεμβρίου 1963, σ. 8679),

β) ΚΥΠΡΟΣ

Το έδαφος της περιοχής των κυρίαρχων βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, όπως ορίζεται από τη Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, που υπεγράφη στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου 1960 (United Kingdom Treaty Series αριθ. 4 (1961) Cmnd. 1252).

Άρθρο 5

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του κώδικα, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) "τελωνειακές αρχές" : οι τελωνειακές διοικήσεις των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και άλλες αρχές εξουσιοδοτημένες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να εφαρμόζουν ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας·

2) "τελωνειακή νομοθεσία" :

το σύνολο νομικών διατάξεων που απαρτίζεται από όλα τα ακόλουθα:

α) τον κώδικα και τις διατάξεις που τον συμπληρώνουν ή τις διατάξεις εφαρμογής του που θεσπίζονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο,

β) το κοινό δασμολόγιο,

γ) τη νομοθεσία για τη θέσπιση ενωσιακού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών,

δ) διεθνείς συμφωνίες που περιέχουν τελωνειακές διατάξεις, εφόσον αυτές εφαρμόζονται στην Ένωση·

3) "τελωνειακοί έλεγχοι" : συγκεκριμένες πράξεις των τελωνειακών αρχών με σκοπό την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς την τελωνειακή και λοιπή νομοθεσία που διέπει την είσοδο, την έξοδο, τη διαμετακόμιση, τη διακίνηση, την αποθήκευση και τον ειδικό προορισμό εμπορευμάτων που μεταφέρονται μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και χωρών ή εδαφών εκτός αυτού του εδάφους, καθώς και την προσκόμιση και διακίνηση εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης μη ενωσιακών εμπορευμάτων και εμπορευμάτων υπό το καθεστώς του ειδικού προορισμού·

4) "πρόσωπο" : φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα αλλά οι οποίες αναγνωρίζονται, σύμφωνα με το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο, ότι διαθέτουν δικαιοπρακτική ικανότητα·

5) "οικονομικός φορέας" : πρόσωπο που, στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματός του, συμμετέχει σε δραστηριότητες που καλύπτονται από την τελωνειακή νομοθεσία·

6) "τελωνειακός αντιπρόσωπος" : οιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ορίζεται από άλλο πρόσωπο με σκοπό τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τις τελωνειακές αρχές·

7) "κίνδυνος" :

η πιθανότητα και ο αντίκτυπος συμβάντος όσον αφορά την είσοδο, έξοδο, διαμετακόμιση, διακίνηση ή ειδικό προορισμό των εμπορευμάτων που διακινούνται μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και των χωρών ή εδαφών εκτός του εν λόγω εδάφους, καθώς και σε σχέση με την παρουσία εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης μη ενωσιακών εμπορευμάτων, οι οποίοι:

α) θα παρεμπόδιζαν την ορθή εφαρμογή των ενωσιακών ή εθνικών μέτρων,

β) θα έθεταν σε κίνδυνο τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Ένωσης και των κρατών μελών της, ή

γ) θα αποτελούσαν απειλή για την ασφάλεια και προστασία της Ένωσης και των κατοίκων της, για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για το περιβάλλον ή τους καταναλωτές·

8) "τελωνειακές διατυπώσεις" : το σύνολο των ενεργειών στις οποίες οφείλουν να προβαίνουν ένα πρόσωπο και οι τελωνειακές αρχές για τη συμμόρφωση προς την τελωνειακή νομοθεσία·

9) "συνοπτική διασάφηση εισόδου" : η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ότι πρόκειται να εισέλθουν τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·

10) "συνοπτική διασάφηση εξόδου" : η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ότι πρόκειται να εξέλθουν εμπορεύματα από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·

11) "διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης" : η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, ότι εμπορεύματα βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση·

12) "τελωνειακή διασάφηση" : πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει εμπορεύματα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς, με αναφορά, ενδεχομένως, τυχόν ειδικών ρυθμίσεων που θα πρέπει να εφαρμοσθούν·

13) "διασάφηση επανεξαγωγής" : πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να εξαγάγει, εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, μη ενωσιακά εμπορεύματα με εξαίρεση τα εμπορεύματα που τελούν υπό το καθεστώς ελεύθερης ζώνης ή σε προσωρινή εναπόθεση·

14) "γνωστοποίηση επανεξαγωγής" : πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να εξαγάγει μη ενωσιακά εμπορεύματα που τελούν υπό το καθεστώς ελεύθερης ζώνης ή σε προσωρινή εναπόθεση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·

15) "διασαφιστής" : πρόσωπο που καταθέτει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής στο όνομά του ή το πρόσωπο στο όνομα του οποίου υποβάλλεται η εν λόγω διασάφηση ή ανακοίνωση·

16) "τελωνειακό καθεστώς" :

οποιοδήποτε από τα ακόλουθα καθεστώτα στο οποίο μπορούν να υπαχθούν τα εμπορεύματα σύμφωνα με τον κώδικα:

α) θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία,

β) ειδικά καθεστώτα,

γ) εξαγωγή·

17) "προσωρινή εναπόθεση" : η κατάσταση μη ενωσιακών εμπορευμάτων τα οποία αποθηκεύονται προσωρινά υπό τελωνειακή επιτήρηση για το διάστημα μεταξύ της προσκόμισής τους στο τελωνείο και της υπαγωγής τους σε τελωνειακό καθεστώς ή της επανεξαγωγής τους·

18) "τελωνειακή οφειλή" : η υποχρέωση προσώπου να καταβάλει τον εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό που επιβάλλεται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με την ισχύουσα τελωνειακή νομοθεσία·

19) "οφειλέτης" : πρόσωπο υπόχρεο τελωνειακής οφειλής·

20) "εισαγωγικός δασμός" : ο καταβλητέος κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων δασμός·

21) "εξαγωγικός δασμός" : ο καταβλητέος κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων δασμός·

22) "τελωνειακός χαρακτήρας" : ο χαρακτήρας εμπορεύματος ως ενωσιακού ή μη ενωσιακού·

23) "ενωσιακά εμπορεύματα" :

τα εμπορεύματα που υπάγονται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α) εμπορεύματα που παράγονται εξ ολοκλήρου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτά εμπορεύματα που εισάγονται από χώρες ή εδάφη εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης,

β) εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης από χώρες ή εδάφη εκτός του εν λόγω εδάφους και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία,

γ) εμπορεύματα που παράγονται ή παράγονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, είτε αποκλειστικά από εμπορεύματα που αναφέρονται στο στοιχείο β) είτε από εμπορεύματα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β)·

24) "μη ενωσιακά εμπορεύματα" : εμπορεύματα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στο σημείο 23) ή που έχουν απολέσει τον τελωνειακό τους χαρακτήρα ως ενωσιακών εμπορευμάτων·

25) "διαχείριση των κινδύνων" : συστηματικός εντοπισμός των κινδύνων, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και δειγματοληπτικοί έλεγχοι, και εφαρμογή κάθε μέτρου που είναι αναγκαίο για να περιοριστεί η έκθεση σε κινδύνους·

26) "παράδοση εμπορευμάτων" : πράξη με την οποία οι τελωνειακές αρχές καθιστούν τα εμπορεύματα διαθέσιμα για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται·

27) "τελωνειακή επιτήρηση" : ενέργειες στις οποίες προβαίνουν γενικά οι τελωνειακές αρχές, ώστε να εξασφαλίζουν την τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας και, ενδεχομένως, άλλων διατάξεων που ισχύουν για τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτών των ενεργειών·

28) "επιστροφή" : η επιστροφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που έχει καταβληθεί·

29) "διαγραφή" : η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που δεν έχει καταβληθεί·

30) "μεταποιημένα προϊόντα" : προϊόντα που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελειοποίησης και έχουν υποβληθεί σε εργασίες τελειοποίησης·

31) "πρόσωπο εγκατεστημένο εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης" :

α) εάν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, κάθε πρόσωπο που έχει τη συνήθη κατοικία του στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης,

β) εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, κάθε πρόσωπο που έχει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση ή μόνιμη επιχειρηματική εγκατάσταση·

32) "μόνιμη επιχειρηματική εγκατάσταση" : σταθερός τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας στον οποίο βρίσκονται σε μόνιμη βάση οι αναγκαίοι ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι και μέσω του οποίου πραγματοποιούνται εν όλω ή εν μέρει οι σχετικές με τα τελωνεία πράξεις ενός προσώπου·

33) "προσκόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο" : γνωστοποίηση στις τελωνειακές αρχές σχετικά με την άφιξη εμπορευμάτων στο τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο έχει καθοριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές και θέση αυτών των εμπορευμάτων στη διάθεση των εν λόγω αρχών για τελωνειακό έλεγχο·

34) "κάτοχος των εμπορευμάτων" : το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων ή παρεμφερές δικαίωμα διάθεσής τους ή που ασκεί φυσικό έλεγχο επ’ αυτών·

35) "δικαιούχος του καθεστώτος" :

α) πρόσωπο που υποβάλλει την τελωνειακή διασάφηση ή για λογαριασμό του οποίου υποβάλλεται η εν λόγω διασάφηση, ή

β) πρόσωπο στο οποίο έχουν μεταβιβασθεί τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις σχετικά με ένα τελωνειακό καθεστώς·

36) "μέτρα εμπορικής πολιτικής" : μη δασμολογικά μέτρα που θεσπίζονται, στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής, υπό μορφή ενωσιακών διατάξεων που διέπουν το διεθνές εμπόριο εμπορευμάτων·

37) "εργασίες τελειοποίησης" :

μία από τις ακόλουθες:

α) κατεργασία εμπορευμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται η συναρμολόγηση, η συνένωση και η προσαρμογή τους σε άλλα εμπορεύματα,

β) μεταποίηση εμπορευμάτων,

γ) καταστροφή εμπορευμάτων,

δ) επισκευή εμπορευμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται η αποκατάσταση και η θέση τους σε λειτουργία,

ε) χρησιμοποίηση ορισμένων εμπορευμάτων, τα οποία δεν περιέχονται μεν στα μεταποιημένα προϊόντα, επιτρέπουν όμως ή διευκολύνουν την παραγωγή των προϊόντων αυτών, ακόμα και αν αναλίσκονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει κατά τη χρησιμοποίησή τους (βοηθήματα παραγωγής)·

38) "συντελεστής απόδοσης" : η ποσότητα ή το ποσοστό των μεταποιημένων προϊόντων που λαμβάνεται από την επεξεργασία ορισμένης ποσότητας εμπορευμάτων που έχει υπαχθεί σε καθεστώς τελειοποίησης·

39) "απόφαση" : κάθε πράξη των τελωνειακών αρχών που αφορά την τελωνειακή νομοθεσία και ρυθμίζει μια συγκεκριμένη υπόθεση και η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα·

40) "μεταφορέας" :

α) στο πλαίσιο της εισόδου, το πρόσωπο που μεταφέρει τα εμπορεύματα ή που φέρει την ευθύνη για τη μεταφορά των εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Ωστόσο:

i) στην περίπτωση συνδυασμένης μεταφοράς, ως "μεταφορέας" νοείται το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται το μέσο μεταφοράς το οποίο, αφού εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κυκλοφορεί αυτόνομα ως ενεργό μέσο μεταφοράς,

ii) σε περίπτωση θαλάσσιας ή αεροπορικής μεταφοράς στο πλαίσιο συμφωνίας καταμερισμού ή ναύλωσης πλοίου/αεροσκάφους, ως "μεταφορέας" νοείται το πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση και εκδίδει θαλάσσια ή αεροπορική φορτωτική για τη μεταφορά αυτή καθαυτήν των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης,

β) στο πλαίσιο της εξόδου, το πρόσωπο που μεταφέρει τα εμπορεύματα ή που φέρει την ευθύνη για τη μεταφορά των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Ωστόσο,

i) στην περίπτωση συνδυασμένης μεταφοράς, όταν το ενεργό μέσο μεταφοράς που εγκαταλείπει το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης απλώς μεταφέρει ένα άλλο μέσο μεταφοράς το οποίο, μετά την άφιξη του ενεργού μέσου μεταφοράς στον προορισμό του, θα κυκλοφορεί αυτοδύναμα ως ενεργό μέσο μεταφοράς, ως "μεταφορέας" νοείται το πρόσωπο που θα εκμεταλλεύεται το μέσο μεταφοράς το οποίο θα κυκλοφορεί αυτόνομα, αφότου το μέσο μεταφοράς που εγκαταλείπει το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης έχει φθάσει στον προορισμό του,

ii) σε περίπτωση θαλάσσιας ή αεροπορικής μεταφοράς στο πλαίσιο συμφωνίας καταμερισμού ή ναύλωσης πλοίου/αεροσκάφους, ως "μεταφορέας" νοείται το πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση και εκδίδει θαλάσσια ή αεροπορική φορτωτική για τη μεταφορά αυτή καθαυτήν των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·

41) "προμήθειες αγοράς" : τα ποσά που καταβάλλονται από εισαγωγέα σε αντιπρόσωπο για την εκπροσώπησή του στην αγορά υπό εκτίμηση εμπορευμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δικαιώματα και υποχρεώσεις προσώπων όσον αφορά την τελωνειακή νομοθεσία

Τμήμα 1

Παροχή πληροφοριών

Άρθρο 6

Μέσα για την ανταλλαγή και τη διατήρηση πληροφοριών και κοινές απαιτήσεις περί δεδομένων

1. Κάθε είδους ανταλλαγή πληροφοριών, όπως διασαφήσεων, αιτήσεων ή αποφάσεων, μεταξύ τελωνειακών αρχών και μεταξύ οικονομικών φορέων και τελωνειακών αρχών και η διατήρηση των πληροφοριών αυτών, όπως απαιτείται από την τελωνειακή νομοθεσία, πραγματοποιείται με τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων.

2. Ορίζονται κοινές απαιτήσεις περί δεδομένων για τους σκοπούς της ανταλλαγής και της διατήρησης των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3. Μέσα για την ανταλλαγή και τη διατήρηση πληροφοριών άλλα από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να χρησιμοποιούνται ως εξής:

α) σε μόνιμη βάση, όταν δικαιολογείται δεόντως από τον τρόπο διακίνησης ή όταν η χρήση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων δεν ενδείκνυται για τις συγκεκριμένες τελωνειακές διατυπώσεις,

β) σε προσωρινή βάση, σε περίπτωση προσωρινής βλάβης του ηλεκτρονικού συστήματος των τελωνειακών αρχών ή των οικονομικών φορέων.

4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει σε εξαιρετικές περιπτώσεις αποφάσεις που παρέχουν τη δυνατότητα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν μέσα ανταλλαγής και διατήρησης πληροφοριών εκτός από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων.

Η εν λόγω απόφαση για την παρέκκλιση δικαιολογείται από την ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία βρίσκεται στο κράτος που τη ζητά και η παρέκκλιση χορηγείται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η παρέκκλιση επανεξετάζεται περιοδικά και μπορεί να επεκταθεί για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα κατόπιν νέας αίτησης του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται. Ανακαλείται εφόσον δεν είναι πλέον δικαιολογημένη.

Η παρέκκλιση δεν θίγει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται και των λοιπών κρατών μελών ούτε και την ανταλλαγή και διατήρηση πληροφοριών σε άλλα κράτη μέλη για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας.

Άρθρο 7

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό:

α) των κοινών απαιτήσεων περί δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διεκπεραίωσης των τελωνειακών διατυπώσεων που ορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία καθώς και της φύσης και του σκοπού της ανταλλαγής και της διατήρησης πληροφοριών κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1,

β) των ειδικών περιπτώσεων όπου μπορούν να χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο α), μέσα για την ανταλλαγή και τη διατήρηση πληροφοριών άλλα από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων,

γ) του είδους των πληροφοριών και των λεπτομερειών που θα πρέπει να περιέχονται στις καταχωρίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 148 παράγραφος 4 και στο άρθρο 214 παράγραφος 1.

Άρθρο 8

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

1. Η Επιτροπή ορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων:

α) εφόσον απαιτείται, τον μορφότυπο και τον κώδικα των κοινών απαιτήσεων περί δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2,

β) τους διαδικαστικούς κανόνες για την ανταλλαγή και διατήρηση πληροφοριών που μπορούν να πραγματοποιούνται με μέσα άλλα από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων κατά το άρθρο 6 παράγραφος 3.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

2. Η Επιτροπή εκδίδει τις αποφάσεις για τις παρεκκλίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 μέσω εκτελεστικών πράξεων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 285 παράγραφος 2.

Άρθρο 9

Καταχώριση

1. Οι οικονομικοί φορείς που είναι εγκατεστημένοι εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές που είναι υπεύθυνες για τον τόπο όπου είναι εγκατεστημένοι.

2. Σε ειδικές περιπτώσεις, οικονομικοί φορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές που είναι υπεύθυνες για τον τόπο όπου καταθέτουν για πρώτη φορά διασάφηση ή αίτηση απόφασης.

3. Εκτός εάν ορίζεται άλλως, δεν απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές άλλα πρόσωπα πλην των οικονομικών φορέων.

Σε περίπτωση απαίτησης καταχώρισης προσώπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ισχύουν τα ακόλουθα:

α) εάν είναι εγκατεστημένα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές που είναι υπεύθυνες για τον τόπο όπου είναι εγκατεστημένα,

β) εάν δεν είναι εγκατεστημένα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές που είναι υπεύθυνες για τον τόπο όπου καταθέτουν για πρώτη φορά διασάφηση ή αίτηση απόφασης.

4. Σε ειδικές περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν την καταχώριση.

Άρθρο 10

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό:

α) των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, εφόσον απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές οι οικονομικοί φορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης,

β) των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, εφόσον απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές άλλα πρόσωπα πλην των οικονομικών φορέων,

γ) των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4, εφόσον οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν μια καταχώριση.

Άρθρο 11

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για την καταχώριση που προβλέπεται στο άρθρο 9.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Άρθρο 12

Ανακοίνωση πληροφοριών και προστασία δεδομένων

1. Όλες οι πληροφορίες που περιέρχονται στην κατοχή των τελωνειακών αρχών κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, οι οποίες είναι εκ φύσεως εμπιστευτικές ή παρέχονται εμπιστευτικά, καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απόρρητου. Οι πληροφορίες αυτές κοινολογούνται από τις αρμόδιες αρχές μόνον εάν το επιτρέψει ρητά το πρόσωπο ή η αρχή που τις παρέχει, με εξαίρεση τα οριζόμενα στο άρθρο 47 παράγραφος 2.

Εντούτοις, οι πληροφορίες αυτές δύνανται να κοινολογηθούν χωρίς άδεια, εφόσον οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται ή δικαιούνται να το πράξουν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, ιδίως όσον αφορά την προστασία των δεδομένων ή στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών.

2. Επιτρέπεται η ανακοίνωση των εμπιστευτικών πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στις τελωνειακές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές χωρών ή εδαφών εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης με σκοπό την τελωνειακή συνεργασία με τις χώρες ή τα εδάφη αυτά στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας ή ενωσιακής νομοθεσίας στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής.

3. Κάθε κοινολόγηση ή ανακοίνωση πληροφοριών κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 διασφαλίζει ενδεδειγμένο επίπεδο προστασίας των δεδομένων συμμορφούμενη πλήρως προς τις διατάξεις που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων.

Άρθρο 13

Ανταλλαγή πρόσθετων πληροφοριών μεταξύ τελωνειακών αρχών και οικονομικών φορέων

1. Οι τελωνειακές αρχές και οι οικονομικοί φορείς μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες που δεν απαιτούνται ρητά σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, ιδίως με σκοπό την αμοιβαία συνεργασία για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση των κινδύνων. Η ανταλλαγή μπορεί να πραγματοποιείται με γραπτή συμφωνία και μπορεί να περιλαμβάνει πρόσβαση των τελωνειακών αρχών στα ηλεκτρονικά συστήματα των οικονομικών φορέων.

2. Κάθε πληροφορία που παρέχεται από το ένα μέρος στο άλλο στο πλαίσιο της συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι εμπιστευτική, εκτός εάν συμφωνήσουν άλλως και τα δύο μέρη.

Άρθρο 14

Παροχή πληροφοριών από τις τελωνειακές αρχές

1. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Η αίτηση αυτή μπορεί να απορριφθεί, εάν δεν σχετίζεται με πράγματι προβλεπόμενη δραστηριότητα που αφορά διεθνείς εμπορευματικές συναλλαγές.

2. Οι τελωνειακές αρχές διατηρούν τακτικό διάλογο με τους οικονομικούς φορείς και άλλες αρχές που συμμετέχουν στις διεθνείς εμπορευματικές συναλλαγές. Προωθούν τη διαφάνεια παρέχοντας, εφόσον είναι εφικτό δωρεάν και μέσω του Διαδικτύου, την τελωνειακή νομοθεσία, τις γενικές διοικητικές ρυθμίσεις και τα έντυπα αιτήσεων.

Άρθρο 15

Παροχή πληροφοριών στις τελωνειακές αρχές

1. Κάθε πρόσωπο που συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διεκπεραίωση τελωνειακών διατυπώσεων ή σε τελωνειακούς ελέγχους παρέχει, μετά από αίτημα των τελωνειακών αρχών και εντός της εκάστοτε καθοριζόμενης προθεσμίας, στις αρχές αυτές, όλα τα απαραίτητα έγγραφα και πληροφορίες στην κατάλληλη μορφή, και όλη την απαιτούμενη βοήθεια για τη διεκπεραίωση αυτών των διατυπώσεων ή ελέγχων.

2. Η υποβολή τελωνειακής διασάφησης, διασάφησης για προσωρινή εναπόθεση, συνοπτικής διασάφησης εισόδου, συνοπτικής διασάφησης εξόδου, διασάφησης επανεξαγωγής ή γνωστοποίησης επανεξαγωγής από πρόσωπο στις τελωνειακές αρχές, ή η υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας ή για τη λήψη άλλης απόφασης, καθιστούν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπεύθυνο για όλα τα ακόλουθα:

α) την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται στη διασάφηση, τη γνωστοποίηση ή την αίτηση,

β) τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ κάθε εγγράφου που συνοδεύει τη διασάφηση, τη γνωστοποίηση ή την αίτηση,

γ) την εκπλήρωση, κατά περίπτωση, όλων των υποχρεώσεων σχετικά με την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εκάστοτε τελωνειακό καθεστώς ή σχετικά με την εκτέλεση των εγκεκριμένων πράξεων.

Το πρώτο εδάφιο ισχύει επίσης για την παροχή οιασδήποτε πληροφορίας υπό οιαδήποτε άλλη μορφή ζητείται από τις τελωνειακές αρχές ή παρέχεται σε αυτές.

Στην περίπτωση που υποβάλλεται διασάφηση ή γνωστοποίηση, υποβάλλεται αίτηση ή παρέχονται πληροφορίες από τελωνειακό αντιπρόσωπο του ενδιαφερομένου προσώπου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 18, ο εν λόγω τελωνειακός αντιπρόσωπος δεσμεύεται επίσης από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 16

Ηλεκτρονικά συστήματα

1. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή για τη δημιουργία, τη διατήρηση και τη χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των τελωνειακών αρχών και με την Επιτροπή και για τη διατήρηση των πληροφοριών αυτών σύμφωνα με τον κώδικα.

2. Τα κράτη μέλη στα οποία έχει χορηγηθεί παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 δεν υποχρεούνται να αναπτύσσουν, να διατηρούν ή να χρησιμοποιούν στο πλαίσιο της παρέκκλισης αυτής τα ηλεκτρονικά συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 17

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τις τεχνικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη, τη διατήρηση και τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών συστημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Τμήμα 2

Τελωνειακή αντιπροσώπευση

Άρθρο 18

Τελωνειακός αντιπρόσωπος

1. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίσει τελωνειακό αντιπρόσωπο.

Η εν λόγω αντιπροσώπευση μπορεί να είναι είτε άμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου προσώπου, είτε έμμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματός του, αλλά για λογαριασμό άλλου προσώπου.

2. Ο τελωνειακός αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.

Εκτός αν ορίζεται άλλως, η εν λόγω απαίτηση αίρεται εάν ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί για λογαριασμό προσώπων τα οποία δεν υποχρεούνται να είναι εγκατεστημένα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, τους όρους υπό τους οποίους ένας τελωνειακός αντιπρόσωπος μπορεί να παρέχει υπηρεσίες στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Εντούτοις, με την επιφύλαξη της εφαρμογής λιγότερο αυστηρών κριτηρίων από το σχετικό κράτος μέλος, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 39 στοιχεία α) έως δ) έχει το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες αυτού του είδους σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος της εγκατάστασής του.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους όρους που έχουν καθορίσει σύμφωνα με την πρώτη πρόταση της παραγράφου 3 στους τελωνειακούς αντιπροσώπους που δεν είναι εγκατεστημένοι εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.

Άρθρο 19

Εξουσιοδότηση για την αντιπροσώπευση

1. Κατά τις συναλλαγές του με τις τελωνειακές αρχές, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος αναφέρει ότι ενεργεί εξ ονόματος του προσώπου που εκπροσωπεί και διευκρινίζει κατά πόσον η αντιπροσώπευση είναι άμεση ή έμμεση.

Το πρόσωπο που δεν δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος ή που δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος χωρίς να έχει σχετική εξουσιοδότηση, θεωρείται ότι ενεργεί εξ ονόματός του και για λογαριασμό του.

2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητήσουν από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος, να παράσχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι διαθέτει εξουσιοδότηση του προσώπου που αντιπροσωπεύει.

Σε ειδικές περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές δεν απαιτούν την προσκόμιση τέτοιων αποδείξεων.

3. Οι τελωνειακές αρχές δεν ζητούν από πρόσωπο που ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος και διεκπεραιώνει τακτικά πράξεις και διατυπώσεις να προσκομίζει κάθε φορά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι διαθέτει εξουσιοδότηση, στον βαθμό που το εν λόγω πρόσωπο είναι σε θέση να προσκομίσει τα στοιχεία αυτά στις τελωνειακές αρχές εφόσον του ζητηθεί.

Άρθρο 20

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 243, για τον καθορισμό:

α) των περιπτώσεων όπου δεν εφαρμόζεται η άρση της υποχρέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

β) των περιπτώσεων όπου δεν απαιτούνται από τις τελωνειακές αρχές τα αποδεικτικά στοιχεία εξουσιοδότησης που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 21

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την εκχώρηση και την απόδειξη του δικαιώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 3.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Τμήμα 3

Αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας

Άρθρο 22

Αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως

1. Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, το πρόσωπο αυτό παρέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές για να μπορέσουν να λάβουν την απόφαση.

Μπορεί επίσης να υποβληθεί αίτηση να ληφθεί απόφαση σχετικά με περισσότερα από ένα πρόσωπα, στο πλαίσιο των προϋποθέσεων που ορίζει η τελωνειακή νομοθεσία.

Εκτός αν ορίζεται άλλως, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές είναι εκείνες του τόπου όπου τηρούνται ή είναι διαθέσιμες οι κύριες λογιστικές καταχωρίσεις του αιτούντος για τελωνειακούς σκοπούς, και όπου πρόκειται να διεξαχθεί τουλάχιστον ένα μέρος των δραστηριοτήτων που καλύπτει η απόφαση.

2. Οι τελωνειακές αρχές, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο 30 ημέρες από την παραλαβή της αίτησης απόφασης, επαληθεύουν αν πληρούνται οι όροι αποδοχής της αίτησης.

Σε περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι η αίτηση περιέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να μπορέσουν να λάβουν την απόφαση, κοινοποιούν την αποδοχή της στον αιτούντα εντός της περιόδου που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

3. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 και ενημερώνουν τον αιτούντα χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 120 ημερών από την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης, εκτός εάν ορίζεται άλλως.

Σε περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές δεν είναι σε θέση να τηρήσουν την προθεσμία για τη λήψη απόφασης, ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, αναφέροντας τους λόγους και την περαιτέρω χρονική περίοδο που θεωρούν αναγκαία για να λάβουν απόφαση. Εκτός αν ορίζεται άλλως, αυτή η περαιτέρω χρονική περίοδος δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες.

Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να παρατείνουν την προθεσμία για τη λήψη απόφασης, όπως ορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία, όταν η παράταση ζητείται από τον αιτούντα με σκοπό την πραγματοποίηση προσαρμογών για την εκπλήρωση των προϋποθέσεων και των κριτηρίων. Οι προσαρμογές αυτές και η περαιτέρω χρονική περίοδος που είναι απαραίτητη για την πραγματοποίησή τους κοινοποιούνται στις τελωνειακές αρχές, οι οποίες αποφασίζουν για την παράταση.

4. Η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει, ή θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση αυτής, εκτός εάν ορίζεται άλλως στην απόφαση ή στην τελωνειακή νομοθεσία. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45 παράγραφος 2, οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι εκτελεστές από τις τελωνειακές αρχές από την εν λόγω ημερομηνία.

5. Εκτός αν ορίζεται άλλως στην τελωνειακή νομοθεσία, η απόφαση ισχύει χωρίς χρονικό περιορισμό.

6. Πριν από τη λήψη απόφασης που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τον αιτούντα, οι τελωνειακές αρχές κοινοποιούν, στον αιτούντα, τους λόγους στους οποίους προτίθενται να βασίσουν την απόφασή τους και του παρέχουν τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του, εντός περιόδου που καθορίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει ή θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση της κοινοποίησης. Μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου, ο αιτών ενημερώνεται με τον κατάλληλο τρόπο σχετικά με την απόφαση.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν αφορά απόφαση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 33 παράγραφος 1,

β) σε περίπτωση άρνησης του οφέλους από δασμολογική ποσόστωση, εφόσον έχει συμπληρωθεί ο όγκος της συγκεκριμένης δασμολογικής ποσόστωσης, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 56 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο,

γ) εάν επιβάλλεται από τη φύση ή το επίπεδο της απειλής για την ασφάλεια και προστασία της Ένωσης και των κατοίκων της, για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για το περιβάλλον ή για τους καταναλωτές,

δ) εάν η απόφαση έχει σκοπό να διασφαλίσει την εφαρμογή άλλης απόφασης, για την οποία εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο, με την επιφύλαξη της νομοθεσίας του ενδιαφερομένου κράτους μέλους,

ε) σε περίπτωση που θα επιφέρει ζημία σε έρευνες που έχουν ξεκινήσει και αποσκοπούν στην καταπολέμηση της απάτης,

στ) σε άλλες ειδικές περιπτώσεις.

7. Απόφαση η οποία επηρεάζει αρνητικά τον αιτούντα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να αναφέρει τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 37.

Άρθρο 23

Διαχείριση αποφάσεων που λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως

1. Ο δικαιούχος της απόφασης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση.

2. Ο δικαιούχος της απόφασης κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στις τελωνειακές αρχές κάθε στοιχείο που ανακύπτει μετά τη λήψη της απόφασης και μπορεί να έχει επίπτωση στη διατήρηση ή το περιεχόμενό της.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται για άλλους τομείς, οι οποίες καθορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες οι αποφάσεις είναι άκυρες ή παύουν να παράγουν αποτελέσματα, οι τελωνειακές αρχές που έλαβαν απόφαση μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να την ακυρώσουν, να την τροποποιήσουν ή να την ανακαλέσουν, εφόσον δεν είναι σύμφωνη με την τελωνειακή νομοθεσία.

4. Σε ειδικές περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες:

α) επανεξέταση απόφασης,

β) αναστολή απόφασης η οποία δεν πρέπει να ακυρωθεί, να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί.

5. Οι τελωνειακές αρχές παρακολουθούν τους όρους και τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ο δικαιούχος της απόφασης. Παρακολουθούν επίσης τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση αυτή. Εάν δεν έχουν συμπληρωθεί τρία έτη από την εγκατάσταση του δικαιούχου της απόφασης, οι τελωνειακές αρχές διενεργούν αυστηρή παρακολούθηση αυτού κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά τη λήψη της απόφασης.

Άρθρο 24

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 243 για τον καθορισμό:

α) των εξαιρέσεων από το άρθρο 22 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο,

β) των όρων αποδοχής των αιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2,

γ) της προθεσμίας για τη λήψη μιας συγκεκριμένης απόφασης, περιλαμβανομένης της πιθανής επέκτασης της προθεσμίας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3,

δ) των αναφερόμενων στο άρθρο 22 παράγραφος 4 περιπτώσεων όπου η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση αυτής,

ε) των αναφερόμενων στο άρθρο 22 παράγραφος 5 περιπτώσεων όπου η ισχύς της απόφασης έχει χρονικό περιορισμό,

στ) της διάρκειας της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο,

ζ) των αναφερόμενων στο άρθρο 22 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο στ) ειδικών περιπτώσεων όπου δεν παρέχεται στον αιτούντα η δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του,

η) των περιπτώσεων και των κανόνων σχετικά με την παρακολούθηση και την επανεξέταση αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 4.

Άρθρο 25

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τους διαδικαστικούς κανόνες για:

α) την υποβολή και την αποδοχή της αίτησης απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2,

β) τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 22, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη,

γ) την παρακολούθηση των αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 5.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Άρθρο 26

Ισχύς των αποφάσεων σε ενωσιακή κλίμακα

Εκτός αν η ισχύς μιας απόφασης περιορίζεται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ισχύουν σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.

Άρθρο 27

Ακύρωση ευνοϊκών αποφάσεων

1. Οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν απόφαση ευνοϊκή για τον δικαιούχο της απόφασης, εάν πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α) η απόφαση λήφθηκε με βάση ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες,

β) ο δικαιούχος της απόφασης γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει ότι τα στοιχεία αυτά ήταν ανακριβή ή ελλιπή,

γ) εάν οι πληροφορίες ήταν ορθές και εμπεριστατωμένες, η απόφαση θα ήταν διαφορετική.

2. Η ακύρωση της απόφασης ανακοινώνεται στον δικαιούχο της απόφασης.

3. Η ακύρωση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε εφαρμογή η αρχική απόφαση, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στην απόφαση σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία.

Άρθρο 28

Ανάκληση και τροποποίηση ευνοϊκών αποφάσεων

1. Μια ευνοϊκή απόφαση ανακαλείται ή τροποποιείται όταν, σε περιπτώσεις εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 27:

α) ένας ή περισσότεροι από τους όρους λήψης αυτής της απόφασης δεν επληρούντο ή δεν πληρούνται πλέον, ή

β) ζητηθεί από τον δικαιούχο της απόφασης.

2. Ευνοϊκή απόφαση που απευθύνεται σε περισσότερα από ένα πρόσωπα μπορεί να ανακληθεί μόνον για το πρόσωπο που δεν τηρεί υποχρέωση που επιβλήθηκε δυνάμει αυτής της απόφασης, εκτός εάν ορίζεται άλλως.

3. Η ανάκληση ή τροποποίηση της απόφασης ανακοινώνεται στον δικαιούχο της απόφασης.

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 22 εφαρμόζεται στην ανάκληση ή την τροποποίηση της απόφασης.

Εντούτοις, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον το απαιτεί η προστασία των νόμιμων συμφερόντων του δικαιούχου της απόφασης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μεταθέτουν έως ένα έτος την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ανάκληση ή τροποποίηση. Η εν λόγω ημερομηνία αναγράφεται στην απόφαση ανάκλησης ή τροποποίησης.

Άρθρο 29

Αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς προηγούμενη αίτηση

Με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου μια τελωνειακή αρχή ενεργεί ως δικαστική αρχή, οι διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφοι 4, 5, 6 και 7, του άρθρου 23 παράγραφος 3 και των άρθρων 26, 27 και 28 ισχύουν επίσης για τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές χωρίς προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 30

Περιορισμοί που ισχύουν για τις αποφάσεις σχετικά με εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς ή βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση

Με εξαίρεση την περίπτωση που το ζητεί ο ενδιαφερόμενος, η ανάκληση, τροποποίηση ή αναστολή ευνοϊκής απόφασης δεν επηρεάζει εμπορεύματα τα οποία, τη στιγμή την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ανάκληση, τροποποίηση ή αναστολή, έχουν ήδη υπαχθεί και εξακολουθούν να υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς ή βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση δυνάμει της ανακληθείσας, τροποποιηθείσας ή ανασταλείσας απόφασης.

Άρθρο 31

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό:

α) των αναφερόμενων στο άρθρο 28 παράγραφος 2 περιπτώσεων όπου μια ευνοϊκή απόφαση που απευθύνεται σε περισσότερα από ένα πρόσωπα μπορεί να ανακληθεί και για άλλα πρόσωπα πέραν του προσώπου που δεν τηρεί υποχρέωση που επιβλήθηκε δυνάμει αυτής της απόφασης,

β) των εξαιρετικών περιπτώσεων όπου οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μεταθέτουν την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ανάκληση ή η τροποποίηση σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο.

Άρθρο 32

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την ακύρωση, την ανάκληση ή την τροποποίηση ευνοϊκών αποφάσεων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Άρθρο 33

Αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες

1. Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν, κατόπιν αιτήσεως, αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες (αποφάσεις ΔΔΠ), ή αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή (αποφάσεις ΔΠΚ).

Τέτοιου είδους αίτηση δεν γίνεται αποδεκτή σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν η αίτηση υποβάλλεται ή έχει ήδη υποβληθεί, στο ίδιο ή σε άλλο τελωνειακό γραφείο, από τον δικαιούχο της απόφασης ή για λογαριασμό του δικαιούχου της απόφασης για τα ίδια εμπορεύματα και, όσον αφορά τις αποφάσεις ΔΠΚ, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που καθορίζουν την απόκτηση καταγωγής,

β) εάν η αίτηση δεν σχετίζεται με οιαδήποτε προβλεπόμενη χρήση της απόφασης ΔΔΠ ή ΔΠΚ ή με οιαδήποτε προβλεπόμενη χρήση τελωνειακού καθεστώτος.

2. Οι αποφάσεις ΔΔΠ και ΔΠΚ είναι δεσμευτικές μόνο όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη ή τον προσδιορισμό της καταγωγής των εμπορευμάτων:

α) για τις τελωνειακές αρχές έναντι του δικαιούχου της απόφασης, μόνο όσον αφορά εμπορεύματα για τα οποία οι τελωνειακές διατυπώσεις ολοκληρώνονται μετά την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η απόφαση,

β) για τον δικαιούχο της απόφασης έναντι των τελωνειακών αρχών, μόνο από την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει την κοινοποίηση της απόφασης.

3. Οι αποφάσεις ΔΔΠ ή ΔΠΚ ισχύουν για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζουν να ισχύουν.

4. Για την εφαρμογή απόφασης ΔΔΠ ή ΔΠΚ στο πλαίσιο συγκεκριμένου τελωνειακού καθεστώτος, ο δικαιούχος της απόφασης πρέπει να μπορεί να αποδείξει τα ακόλουθα:

α) στην περίπτωση απόφασης ΔΔΠ, ότι τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο διασάφησης αντιστοιχούν από κάθε άποψη σε αυτά που περιγράφονται στην απόφαση,

β) στην περίπτωση απόφασης ΔΠΚ, ότι τα εμπορεύματα και οι καθοριστικές για την απόκτηση καταγωγής προϋποθέσεις αντιστοιχούν από κάθε άποψη στα εμπορεύματα και στις προϋποθέσεις που περιγράφονται στην απόφαση.

Άρθρο 34

Διαχείριση αποφάσεων που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες

1. Η απόφαση ΔΔΠ παύει να ισχύει πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 3 εφόσον δεν είναι πλέον συμβατή με το δίκαιο, λόγω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) τροποποίησης των ονοματολογιών που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β),

β) θέσπισης μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 57 παράγραφος 4,

με ισχύ από την ημερομηνία εφαρμογής της τροποποίησης ή των μέτρων.

2. Η απόφαση ΔΠΚ παύει να ισχύει πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 3 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν εκδίδεται κανονισμός ή συνάπτεται από την Ένωση και αρχίζει να εφαρμόζεται στην επικράτειά της συμφωνία με αποτέλεσμα η απόφαση ΔΠΚ να μην είναι πλέον συμβατή με το δίκαιο που θεσπίζεται με τον τρόπο αυτό, με ισχύ από την ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ή της εν λόγω συμφωνίας,

β) όταν δεν είναι πλέον συμβατή με τη συμφωνία για τους κανόνες καταγωγής της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εμπορίου (ΠΟΕ) ή με τις επεξηγηματικές σημειώσεις ή τις γνώμες για την καταγωγή που εκδίδονται για την ερμηνεία της συμφωνίας αυτής, με ισχύ από την ημερομηνία της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Η παύση ισχύος των αποφάσεων ΔΔΠ ή ΔΠΚ δεν έχει αναδρομική εφαρμογή.

4. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 23 παράγραφος 3 και το άρθρο 27, οι αποφάσεις ΔΔΠ και ΔΠΚ ακυρώνονται, εφόσον βασίζονται σε ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες από τους αιτούντες.

5. Οι αποφάσεις ΔΔΠ και ΔΠΚ ανακαλούνται σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3 και το άρθρο 28. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές δεν ανακαλούνται με αίτημα του δικαιούχου της απόφασης.

6. Οι αποφάσεις ΔΔΠ και ΔΠΚ δεν δύνανται να τροποποιηθούν.

7. Οι τελωνειακές αρχές ανακαλούν τις αποφάσεις ΔΔΠ:

α) εάν δεν είναι πλέον συμβατές με την ερμηνεία οποιασδήποτε από τις ονοματολογίες που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) λόγω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

i) επεξηγηματικών σημειώσεων αναφερόμενων στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο [13], με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ii) απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατακτικού της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

iii) αποφάσεων κατάταξης, γνωμών κατάταξης ή τροποποιήσεων των επεξηγηματικών σημειώσεων για την ονοματολογία του εναρμονισμένου συστήματος περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων που εγκρίθηκε από τον οργανισμό που συνεστήθη με τη Σύμβαση περί Συστάσεως Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950, με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης της Επιτροπής στη σειρά "C" της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή

β) σε άλλες ειδικές περιπτώσεις.

8. Οι αποφάσεις ΔΠΚ ανακαλούνται:

α) σε περίπτωση που δεν είναι πλέον συμβατές με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατακτικού της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή

β) σε άλλες ειδικές περιπτώσεις.

9. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχείο β) ή οι παράγραφοι 2, 7 ή 8, μια απόφαση ΔΔΠ ή ΔΠΚ μπορεί να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται όσον αφορά δεσμευτικές συμβάσεις που βασίζονταν στην εν λόγω απόφαση και είχαν συναφθεί πριν την παύση της ισχύος της ή την ανάκλησή της. Η εν λόγω παράταση της χρήσης δεν ισχύει σε περίπτωση λήψης απόφασης ΔΠΚ για εμπορεύματα προς εξαγωγή.

Η παράταση της χρήσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση ΔΔΠ ή ΔΠΚ παύει να ισχύει ή ανακαλείται. Ωστόσο, μέτρο που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 4 ή στο άρθρο 67 μπορεί να αποκλείει την εν λόγω παράταση χρήσης ή να ορίζει συντομότερη διάρκεια. Όταν πρόκειται για προϊόντα για τα οποία προσκομίζεται πιστοποιητικό εισαγωγής ή εξαγωγής κατά την διεξαγωγή των τελωνειακών διατυπώσεων, η διάρκεια των έξι μηνών αντικαθίσταται από την διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού.

Για να επωφεληθεί από την παράταση της χρήσης μιας απόφασης ΔΔΠ ή ΔΠΚ, ο δικαιούχος της απόφασης καταθέτει αίτηση στην τελωνειακή αρχή που έλαβε την απόφαση εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παύει να ισχύει ή ανακαλείται, αναφέροντας τις ποσότητες για τις οποίες ζητεί την παράταση της χρήσης και το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη όπου θα τελωνιστούν τα εμπορεύματα κατά την περίοδο που διαρκεί η παράταση της χρήσης. Η τελωνειακή αρχή λαμβάνει απόφαση για την παράταση της χρήσης και ενημερώνει τον δικαιούχο της απόφασης χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για να μπορέσει να λάβει την απόφαση.

10. Η Επιτροπή ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές όταν:

α) αναστέλλεται η λήψη αποφάσεων ΔΔΠ και ΔΠΚ, όσον αφορά εμπορεύματα των οποίων δεν εξασφαλίζεται ορθή και ενιαία δασμολογική κατάταξη ή ενιαίος προσδιορισμός της καταγωγής, ή

β) διακόπτεται η αναστολή που αναφέρεται στο στοιχείο α).

11. Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις με τις οποίες ζητεί από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν αποφάσεις ΔΔΠ ή ΔΠΚ, προκειμένου να εξασφαλιστεί ενιαία δασμολογική κατάταξη ή ορθός και ενιαίος προσδιορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων.

Άρθρο 35

Αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες σε σχέση με άλλους παράγοντες

Σε ειδικές περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν, κατόπιν αιτήσεως, αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες σε σχέση με άλλους παράγοντες που αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ, βάσει των οποίων εφαρμόζονται οι εισαγωγικοί και εξαγωγικοί δασμοί και άλλα μέτρα εμπορικής πολιτικής.

Άρθρο 36

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό:

α) των ειδικών περιπτώσεων ανάκλησης αποφάσεων ΔΔΠ και ΔΠΚ που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 7 στοιχείο β) και στο άρθρο 34 παράγραφος 8 στοιχείο β),

β) των αναφερόμενων στο άρθρο 35 περιπτώσεων όπου λαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες σε σχέση με άλλους παράγοντες, βάσει των οποίων εφαρμόζονται ο εξαγωγικός ή εισαγωγικός δασμός και άλλα μέτρα σχετικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές.

Άρθρο 37

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

1. Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τους διαδικαστικούς κανόνες για:

α) τη χρήση απόφασης ΔΔΠ ή ΔΠΚ αφού έχει παύσει να ισχύει ή έχει ανακληθεί σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 9,

β) την κοινοποίηση της Επιτροπής προς τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 10 στοιχεία α) και β),

γ) τη χρήση αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 35 και καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36 στοιχείο β) αφότου παύσουν να ισχύουν,

δ) την αναστολή αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 35 και καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36 στοιχείο β) και τη γνωστοποίηση της αναστολής ή της ανάκλησης της αναστολής στις τελωνειακές αρχές.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

2. Η Επιτροπή εκδίδει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τις αποφάσεις με τις οποίες ζητεί από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν:

α) αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 11,

β) αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35 και καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36 στοιχείο β).

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 285 παράγραφος 2.

Όταν η γνώμη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 1 λαμβάνεται με γραπτή διαδικασία, εφαρμόζεται το άρθρο 285 παράγραφος 6.

Τμήμα 4

Εγκεκριμένος οικονομικός φορέας

Άρθρο 38

Αίτηση και χορήγηση πιστοποιητικού

1. Οικονομικός φορέας που είναι εγκατεστημένος εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και πληροί τα κριτήρια του άρθρου 39 μπορεί να υποβάλει αίτηση για την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα.

Οι τελωνειακές αρχές, εάν χρειαστεί μετά από διαβουλεύσεις με άλλες αρμόδιες αρχές, χορηγούν την εν λόγω ιδιότητα, που υπόκειται σε παρακολούθηση.

2. Η ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα συνίσταται στα ακόλουθα είδη πιστοποιητικού:

α) αυτό του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα με πιστοποιητικό ως προς τις τελωνειακές απλουστεύσεις, το οποίο παρέχει στον κάτοχό του τη δυνατότητα να απολαύει ορισμένων απλουστεύσεων σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, ή

β) αυτό του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα με πιστοποιητικό ως προς την ασφάλεια και την προστασία, το οποίο παρέχει στον κάτοχό του διευκολύνσεις που αφορούν την ασφάλεια και την προστασία.

3. Είναι δυνατή η ταυτόχρονη κατοχή και των δύο ειδών πιστοποιητικών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

4. Η ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα αναγνωρίζεται, υπό τους όρους των άρθρων 39, 40 και 41, από τις τελωνειακές αρχές όλων των κρατών μελών.

5. Οι τελωνειακές αρχές, εφόσον αναγνωρίσουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα με πιστοποιητικό ως προς τις τελωνειακές απλουστεύσεις και υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι για ένα συγκεκριμένο είδος απλούστευσης που προβλέπεται στην τελωνειακή νομοθεσία, παρέχουν την άδεια στον οικονομικό φορέα να επωφεληθεί από την απλούστευση. Οι τελωνειακές αρχές δεν επανεξετάζουν τα κριτήρια που έχουν ήδη εξεταστεί κατά τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα.

6. Ο εγκεκριμένος οικονομικός φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 απολαύει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τους λοιπούς οικονομικούς φορείς όσον αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους, σύμφωνα με το είδος του πιστοποιητικού που του έχει χορηγηθεί, υποβαλλόμενος, μεταξύ άλλων, σε λιγότερους φυσικούς ελέγχους και ελέγχους εγγράφων.

7. Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα σε πρόσωπα εγκατεστημένα σε χώρες ή εδάφη εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης τα οποία πληρούν τους όρους και συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται από τη σχετική νομοθεσία των εν λόγω χωρών ή εδαφών, εφόσον οι όροι και οι υποχρεώσεις αυτές αναγνωρίζονται από την Ένωση ως ισοδύναμοι με τους όρους και τις υποχρεώσεις που ισχύουν για τους εγκεκριμένους οικονομικούς φορείς που είναι εγκατεστημένοι εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Η χορήγηση των πλεονεκτημάτων αυτών βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας, εκτός αν αποφασιστεί άλλως από την Ένωση, και στηρίζεται από διεθνή συμφωνία ή ενωσιακή συμφωνία στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής.

Άρθρο 39

Χορήγηση της ιδιότητας

Τα κριτήρια για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα είναι τα εξής:

α) η απουσία ιστορικού σοβαρής παράβασης ή επανειλημμένων παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας και των φορολογικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας ιστορικού σοβαρών ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με την οικονομική δραστηριότητα του αιτούντος,

β) η επίδειξη από τον αιτούντα υψηλού επιπέδου ελέγχου των δραστηριοτήτων του και της ροής των εμπορευμάτων μέσω ενός συστήματος διαχείρισης εμπορικών και, κατά περίπτωση, μεταφορικών καταχωρίσεων, το οποίο να επιτρέπει τη διεξαγωγή κατάλληλων τελωνειακών ελέγχων,

γ) η οικονομική φερεγγυότητα, η οποία τεκμαίρεται εάν ο αιτών διαθέτει ικανοποιητική οικονομική επιφάνεια που να του επιτρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, λαμβανομένων υπόψη δεόντως των χαρακτηριστικών του είδους της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας,

δ) όσον αφορά το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2 στοιχείο α), πρακτικά κριτήρια επάρκειας ή επαγγελματικών προσόντων που σχετίζονται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, και

ε) όσον αφορά το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2 στοιχείο β), ενδεδειγμένα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία, τα οποία θεωρείται ότι πληρούνται εάν ο αιτών αποδείξει ότι εφαρμόζει κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της διεθνούς αλυσίδας εφοδιασμού, μεταξύ άλλων στους τομείς της υλικής ακεραιότητας και των ελέγχων πρόσβασης, των υλικοτεχνικών διαδικασιών και της διαχείρισης συγκεκριμένων ειδών εμπορευμάτων, του προσωπικού και της ταυτοποίησης των επιχειρηματικών εταίρων του.

Άρθρο 40

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 243, για τον καθορισμό:

α) των απλουστεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2 στοιχείο α),

β) των διευκολύνσεων που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2 στοιχείο β),

γ) της ευνοϊκότερης διαχείρισης που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 6.

Άρθρο 41

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 39.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Τμήμα 5

Κυρώσεις

Άρθρο 42

Επιβολή κυρώσεων

1. Κάθε κράτος μέλος προβλέπει κυρώσεις για μη συμμόρφωση με την τελωνειακή νομοθεσία. Οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2. Εφόσον επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, μπορούν να λαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες μορφές:

α) χρηματική επιβάρυνση εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, συμπεριλαμβανομένου, όπου απαιτείται, διακανονισμού που επέχει θέση ποινικής κύρωσης,

β) ανάκληση, αναστολή ή τροποποίηση άδειας που κατέχει ο ενδιαφερόμενος.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή εντός 180 ημερών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος άρθρου, όπως υπολογίζεται βάσει του άρθρου 288 παράγραφος 2, τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και κοινοποιούν στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση οιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση που επηρεάζει τις εν λόγω διατάξεις.

Τμήμα 6

Προσφυγές

Άρθρο 43

Αποφάσεις δικαστικής αρχής

Τα άρθρα 44 και 45 δεν ισχύουν για προσφυγές που ασκούνται με στόχο την ακύρωση, την ανάκληση ή την τροποποίηση απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, που λαμβάνεται από δικαστική αρχή, ή από τελωνειακές αρχές που ενεργούν ως δικαστικές αρχές.

Άρθρο 44

Δικαίωμα προσφυγής

1. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να προσφεύγει κατά οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνεται από τις τελωνειακές αρχές σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και το αφορά άμεσα και ατομικά.

Κάθε πρόσωπο το οποίο υποβάλλει αίτηση για έκδοση απόφασης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή χωρίς να επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 έχει επίσης δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή.

2. Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί τουλάχιστον σε δύο στάδια:

α) σε πρώτο στάδιο, ενώπιον των τελωνειακών αρχών ή δικαστικής αρχής ή άλλου φορέα που έχει ορισθεί για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη,

β) σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον μιας ανώτερης ανεξάρτητης αρχής, η οποία μπορεί να είναι δικαστική αρχή ή ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη.

3. Η προσφυγή πρέπει να ασκείται στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υπεβλήθη η αίτηση για την έκδοσή της.

4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαδικασία προσφυγής καθιστά δυνατή την ταχεία επιβεβαίωση ή τροποποίηση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές.

Άρθρο 45

Αναστολή της εκτέλεσης

1. Η άσκηση προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

2. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης αυτής, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, εφόσον έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμβιβάζεται με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.

3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εξαρτάται από τη σύσταση εγγύησης, εκτός εάν στοιχειοθετείται βάσει τεκμηριωμένης αξιολόγησης, ότι εγγύηση αυτού του είδους ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα εις βάρος του οφειλέτη.

Τμήμα 7

Έλεγχος εμπορευμάτων

Άρθρο 46

Διαχείριση κινδύνων και τελωνειακοί έλεγχοι

1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να διεξάγουν οποιονδήποτε τελωνειακό έλεγχο θεωρούν απαραίτητο.

Οι τελωνειακοί έλεγχοι, μπορούν, ειδικότερα, να συνίστανται στην εξέταση εμπορευμάτων, στη δειγματοληψία, στην επαλήθευση της ακρίβειας και της πληρότητας των πληροφοριών που περιέχονται σε διασάφηση ή γνωστοποίηση και της ύπαρξης, της γνησιότητας, της ακρίβειας και της ισχύος εγγράφων, στην εξέταση των λογαριασμών οικονομικών φορέων και άλλων καταχωρίσεων, στον έλεγχο των μεταφορικών μέσων, στην επιθεώρηση των αποσκευών και άλλων εμπορευμάτων που μεταφέρονται ή φέρονται από πρόσωπα και στη διενέργεια επίσημων ερευνών και σε άλλες παρεμφερείς πράξεις.

2. Οι τελωνειακοί έλεγχοι, εκτός από τους δειγματοληπτικούς, βασίζονται κυρίως στην ανάλυση των κινδύνων με τη χρήση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων, με σκοπό τον προσδιορισμό και την εκτίμηση των κινδύνων και τη θέσπιση των απαραίτητων αντιμέτρων, με βάση κριτήρια που καθορίζονται σε εθνικό, ενωσιακό και, ενδεχομένως, διεθνές επίπεδο.

3. Οι τελωνειακοί έλεγχοι διεξάγονται εντός κοινού πλαισίου διαχείρισης κινδύνων που βασίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών και των αποτελεσμάτων αναλύσεων κινδύνων μεταξύ των τελωνειακών διοικήσεων και καθορίζει κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνων, μέτρα ελέγχου και τομείς ελέγχων με προτεραιότητα.

Οι έλεγχοι που βασίζονται σε πληροφορίες και σε κριτήρια αυτού του είδους διεξάγονται χωρίς να θίγονται άλλοι έλεγχοι που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή άλλες ισχύουσες διατάξεις.

4. Οι τελωνειακές αρχές αναλαμβάνουν τη διαχείριση κινδύνων, προκειμένου να διαφοροποιήσουν τα επίπεδα κινδύνου που συνδέονται με εμπορεύματα υπό τελωνειακό έλεγχο ή τελωνειακή επιτήρηση και να καθορίσουν εάν τα εμπορεύματα θα αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών τελωνειακών ελέγχων και, εάν ναι, πού.

Η διαχείριση κινδύνων περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως η συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, η ανάλυση και αξιολόγηση κινδύνου, η αίτηση για δράση και η ανάληψη δράσης και η τακτική παρακολούθηση και επανεξέταση της διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της, βάσει διεθνών, ενωσιακών και εθνικών πηγών και στρατηγικών.

5. Οι τελωνειακές αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά τους κινδύνους και ανάλυση των κινδύνων όταν:

α) μια τελωνειακή αρχή κρίνει ότι οι κίνδυνοι είναι σημαντικοί και ότι πρέπει να διενεργηθεί τελωνειακός έλεγχος, τα δε αποτελέσματα του ελέγχου αποδεικνύουν ότι έχει πράγματι συμβεί το γεγονός που επιφέρει τους κινδύνους, ή

β) τα αποτελέσματα του ελέγχου δεν αποδεικνύουν μεν ότι το γεγονός που επιφέρει τους κινδύνους έχει συμβεί, αλλά η οικεία τελωνειακή αρχή θεωρεί ότι η απειλή ενέχει υψηλό κίνδυνο αλλού στην Ένωση.

6. Για τον καθορισμό των κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνων, των μέτρων ελέγχου και των τομέων ελέγχων με προτεραιότητα που αναφέρονται στην παράγραφο 3, λαμβάνονται υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α) η αναλογικότητα προς τον κίνδυνο,

β) ο επείγων χαρακτήρας της αναγκαίας εφαρμογής των ελέγχων,

γ) οι πιθανές επιπτώσεις στη ροή του εμπορίου, στα επιμέρους κράτη μέλη και στους πόρους που προορίζονται για τους ελέγχους.

7. Τα κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 3 περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα:

α) περιγραφή των κινδύνων,

β) τους παράγοντες ή τους δείκτες κινδύνου βάσει των οποίων επιλέγονται τα εμπορεύματα ή οι οικονομικοί φορείς για τελωνειακό έλεγχο,

γ) τη φύση των τελωνειακών ελέγχων στους οποίους πρέπει να προβούν οι τελωνειακές αρχές,

δ) τη διάρκεια εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων που αναφέρονται στο στοιχείο γ).

8. Οι τομείς ελέγχων με προτεραιότητα καλύπτουν ιδιαίτερα τελωνειακά καθεστώτα, είδη εμπορευμάτων, οδούς διακίνησης, τρόπους μεταφοράς ή οικονομικούς φορείς, που υπόκεινται για ορισμένη χρονική περίοδο σε αυξημένα επίπεδα ανάλυσης κινδύνου και τελωνειακών ελέγχων, με την επιφύλαξη των άλλων ελέγχων που διενεργούνται συνήθως από τις τελωνειακές αρχές.

Άρθρο 47

Συνεργασία μεταξύ αρχών

1. Όταν, όσον αφορά τα ίδια εμπορεύματα, πρόκειται να διεξαχθούν έλεγχοι άλλοι από τους τελωνειακούς ελέγχους από αρμόδιες αρχές άλλες από τις τελωνειακές, οι τελωνειακές αρχές, σε στενή συνεργασία με τις ως άνω άλλες αρχές, καταβάλλουν προσπάθειες ώστε οι έλεγχοι αυτοί να διεξάγονται, ει δυνατόν, την ίδια χρονική στιγμή και στο ίδιο μέρος με τους τελωνειακούς ελέγχους (μονοαπευθυντική διαδικασία). Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, οι τελωνειακές αρχές έχουν συντονιστικό ρόλο.

2. Στο πλαίσιο των ελέγχων που αναφέρονται στο παρόν τμήμα, οι τελωνειακές και άλλες αρμόδιες αρχές μπορούν, εάν κρίνεται απαραίτητο για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων και για την καταπολέμηση της απάτης, να ανταλλάσσουν τόσο μεταξύ τους όσο και με την Επιτροπή, στοιχεία που λαμβάνουν σχετικά με την είσοδο, την έξοδο, τη διαμετακόμιση, τη διακίνηση, την αποθήκευση και τον ειδικό προορισμό εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ταχυδρομικής διακίνησης, που μεταφέρονται μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και χωρών ή εδαφών εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, καθώς και με την παρουσία και την κίνηση εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης μη ενωσιακών εμπορευμάτων και εμπορευμάτων υπό το καθεστώς ειδικού προορισμού και τα αποτελέσματα ενδεχόμενων ελέγχων. Οι τελωνειακές αρχές και η Επιτροπή μπορούν επίσης να ανταλλάσσουν στοιχεία μεταξύ τους με σκοπό να διασφαλίσουν την ενιαία εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας.

Άρθρο 48

Εκ των υστέρων έλεγχος

Για τους σκοπούς των τελωνειακών ελέγχων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επαληθεύουν την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται σε μια τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής, καθώς και την ύπαρξη, τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ όλων των δικαιολογητικών εγγράφων και να εξετάζουν τους λογαριασμούς του διασαφιστή και άλλες καταχωρίσεις που έχουν σχέση με πράξεις που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα, καθώς και με προγενέστερες ή μεταγενέστερες εμπορικές πράξεις που αφορούν τα ίδια εμπορεύματα μετά την παράδοσή τους. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν επίσης να εξετάζουν τα εμπορεύματα και/ή να λαμβάνουν δείγματα, εφόσον αυτό είναι ακόμα δυνατόν να γίνει.

Οι έλεγχοι αυτοί μπορεί να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις του κατόχου των εμπορευμάτων ή του αντιπροσώπου του κατόχου, κάθε άλλου προσώπου που εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα σε επαγγελματικό επίπεδο στις εν λόγω πράξεις, καθώς και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει στην κατοχή του για επαγγελματικούς λόγους τα εν λόγω έγγραφα και στοιχεία.

Άρθρο 49

Ενδοενωσιακές πτήσεις και θαλάσσια ταξίδια

1. Τελωνειακοί έλεγχοι ή διατυπώσεις σε παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές προσώπων τα οποία πραγματοποιούν είτε ενδοενωσιακές πτήσεις είτε ενδοενωσιακό θαλάσσιο ταξίδι, διεξάγονται μόνο εφόσον οι εν λόγω τελωνειακοί έλεγχοι ή διατυπώσεις προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία.

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των ακολούθων:

α) έλεγχοι για την ασφάλεια και προστασία,

β) έλεγχοι που σχετίζονται με απαγορεύσεις ή περιορισμούς.

Άρθρο 50

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

1. Η Επιτροπή θεσπίζει με εκτελεστικές πράξεις μέτρα για τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά τους κινδύνους και τα αποτελέσματα της ανάλυσης των κινδύνων, τα κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου, τα μέτρα ελέγχου και οι τομείς ελέγχων με προτεραιότητα που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 3.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης σχετικά με τα εν λόγω μέτρα, που δικαιολογούνται δεόντως από την ανάγκη για ταχεία επικαιροποίηση του κοινού πλαισίου διαχείρισης κινδύνων και για προσαρμογή της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και της ανάλυσης των κινδύνων, των κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου, των μέτρων ελέγχου και των τομέων ελέγχων με προτεραιότητα λόγω της εξέλιξης των κινδύνων, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 5.

Όταν η γνώμη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 1 λαμβάνεται με γραπτή διαδικασία, εφαρμόζεται το άρθρο 285 παράγραφος 6.

2. Η Επιτροπή ορίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τους λιμένες ή τους αερολιμένες όπου εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 49, τελωνειακοί έλεγχοι και τελωνειακές διατυπώσεις όσον αφορά τα εξής:

α) τις παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές:

i) προσώπων που πραγματοποιούν πτήση με αεροσκάφος που αναχωρεί από μη ενωσιακό αερολιμένα και το οποίο, μετά από σταθμό σε ενωσιακό αερολιμένα, κατευθύνεται σε άλλο ενωσιακό αερολιμένα,

ii) προσώπων που πραγματοποιούν πτήση με αεροσκάφος που κάνει στάση σε ενωσιακό αερολιμένα και εν συνεχεία κατευθύνεται σε μη ενωσιακό αερολιμένα,

iii) προσώπων που χρησιμοποιούν ναυτιλιακή υπηρεσία με το ίδιο σκάφος και η οποία περιλαμβάνει διαδοχικά δρομολόγια με αναχωρήσεις, αφίξεις και τελικούς προορισμούς σε μη ενωσιακούς λιμένες,

iv) προσώπων που βρίσκονται σε σκάφη αναψυχής και σε αεροσκάφη που διενεργούν πτήση για τουριστικούς ή επιχειρηματικούς σκοπούς,

β) τις παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές:

i) που φθάνουν σε κοινοτικό αερολιμένα με αεροσκάφος που προέρχεται από μη ενωσιακό αερολιμένα με σκοπό τη μεταφορά στον εν λόγω ενωσιακό αερολιμένα σε άλλο αεροσκάφος που πραγματοποιεί ενδοενωσιακή πτήση,

ii) που φορτώνονται σε ενωσιακό αερολιμένα σε αεροσκάφος που πραγματοποιεί ενδοενωσιακή πτήση και μεταφέρονται σε άλλον ενδοενωσιακό αερολιμένα σε αεροσκάφος με προορισμό μη ενωσιακό αερολιμένα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Τμήμα 8

Φύλαξη εγγράφων και άλλων πληροφοριών και επιβαρύνσεις και έξοδα

Άρθρο 51

Φύλαξη εγγράφων και άλλων πληροφοριών

1. Ο ενδιαφερόμενος φυλάσσει, για λόγους τελωνειακών ελέγχων, τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, επί τρία τουλάχιστον έτη, με κάθε τρόπο που είναι προσβάσιμος και αποδεκτός από τις τελωνειακές αρχές.

Εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία υπό περιστάσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο ή για εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο διασάφησης εξαγωγής, η εν λόγω περίοδος αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γίνονται αποδεκτές οι τελωνειακές διασαφήσεις για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή εξαγωγή.

Εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία με μειωμένο ή μηδενικό εισαγωγικό δασμό λόγω του τελικού τους προορισμού, η εν λόγω περίοδος αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο τα εν λόγω εμπορεύματα παύουν να υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση.

Εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε άλλο τελωνειακό καθεστώς ή εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση, η εν λόγω περίοδος αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο εκκαθαρίστηκε το σχετικό τελωνειακό καθεστώς ή έληξε η προσωρινή εναπόθεση.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 103 παράγραφος 4, εφόσον, ύστερα από τελωνειακό έλεγχο για την τελωνειακή οφειλή, κρίνεται αναγκαίο να διορθωθεί ο σχετικός καταλογισμός και να ενημερωθεί σχετικά ο ενδιαφερόμενος, τα έγγραφα και οι πληροφορίες φυλάσσονται επί τρία έτη από το πέρας της προθεσμίας που καθορίζει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου.

Σε περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή ή που έχει κινηθεί δικαστική διαδικασία, τα έγγραφα και οι πληροφορίες φυλάσσονται για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή μέχρις ότου περατωθεί η διαδικασία της προσφυγής ή η δικαστική διαδικασία, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

Άρθρο 52

Επιβαρύνσεις και έξοδα

1. Οι τελωνειακές αρχές δεν επιβάλλουν επιβαρύνσεις για τη διεξαγωγή τελωνειακών ελέγχων ή για οποιαδήποτε άλλη εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας κατά τις επίσημες ώρες λειτουργίας των αρμόδιων τελωνείων.

2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιβάλλουν επιβαρύνσεις ή να προβαίνουν στην είσπραξη του κόστους, εφόσον παρέχονται ειδικές υπηρεσίες, ιδίως οι εξής:

α) παρουσία, κατόπιν αιτήσεως, προσωπικού των τελωνείων εκτός των επίσημων ωρών λειτουργίας των τελωνείων ή σε εγκαταστάσεις άλλες από το τελωνειακό κατάστημα,

β) αναλύσεις ή εκθέσεις εμπειρογνωμόνων για τα εμπορεύματα και ταχυδρομικά τέλη για την επιστροφή των εμπορευμάτων στον αιτούντα, ιδίως όσον αφορά αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 33, ή παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1,

γ) εξέταση ή δειγματοληψία εμπορευμάτων για λόγους επαλήθευσης, ή καταστροφή εμπορευμάτων, εφόσον υπεισέρχονται άλλα έξοδα εκτός από αυτά που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού προσωπικού,

δ) έκτακτα μέτρα ελέγχου, εφόσον είναι απαραίτητα λόγω της φύσεως των εμπορευμάτων ή λόγω πιθανού κινδύνου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Μετατροπή νομισμάτων και προθεσμίες

Άρθρο 53

Μετατροπή νομισμάτων

1. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν και/ή κοινοποιούν μέσω του Διαδικτύου τις τιμές συναλλάγματος που εφαρμόζονται όταν η μετατροπή νομισμάτων είναι απαραίτητη για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α) τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων εκφράζονται σε νόμισμα άλλο από αυτό του κράτους μέλους στο οποίο προσδιορίζεται η δασμολογητέα αξία,

β) απαιτείται η ισοτιμία του ευρώ σε εθνικό νόμισμα για τον καθορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων και του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, συμπεριλαμβανομένων των κατώτατων αξιών των δασμών του κοινού δασμολογίου.

2. Εφόσον η μετατροπή του νομίσματος είναι απαραίτητη για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η ισοτιμία του ευρώ σε εθνικό νόμισμα που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας καθορίζεται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

Άρθρο 54

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, κανόνες συναλλαγματικών ισοτιμιών για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφοι 1 και 2.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Άρθρο 55

Προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες

1. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά, όταν στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας καθορίζεται προθεσμία, ημερομηνία ή διορία, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται ή να μειώνεται και η ημερομηνία ή η διορία να μετατίθεται ή να επισπεύδεται.

2. Οι κανόνες που ισχύουν για τις προθεσμίες, τις ημερομηνίες και τις διορίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 1971 περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες [14] εφαρμόζονται, εκτός αν ορίζεται άλλως στην τελωνειακή νομοθεσία.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ Ή ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΣ ΔΑΣΜΟΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κοινό δασμολόγιο και δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων

Άρθρο 56

Κοινό δασμολόγιο και επιτήρηση

1. Ο οφειλόμενος εισαγωγικός και εξαγωγικός δασμός βασίζεται στο κοινό δασμολόγιο.

Άλλα μέτρα που προβλέπονται από ενωσιακές διατάξεις που διέπουν συγκεκριμένους τομείς στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τη δασμολογική κατάταξη των εκάστοτε εμπορευμάτων.

2. Το κοινό δασμολόγιο περιέχει όλα τα ακόλουθα:

α) τη συνδυασμένη ονοματολογία εμπορευμάτων, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87,

β) κάθε άλλη ονοματολογία που βασίζεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στη συνδυασμένη ονοματολογία ή προσθέτει υποδιαιρέσεις, και η οποία θεσπίζεται με ενωσιακές διατάξεις που διέπουν συγκεκριμένους τομείς για την εφαρμογή δασμολογικών μέτρων στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών,

γ) τον συμβατικό ή κανονικό αυτόνομο δασμό που εφαρμόζεται σε εμπορεύματα που καλύπτονται από τη συνδυασμένη ονοματολογία,

δ) τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που περιλαμβάνονται στις συμφωνίες που έχει συνάψει η Ένωση με ορισμένες χώρες ή εδάφη εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή με ομάδες των εν λόγω χωρών ή εδαφών,

ε) προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που αποφασίζονται μονομερώς ή από την Ένωση υπέρ ορισμένων χωρών ή εδαφών εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή ομάδων των εν λόγω χωρών ή εδαφών,

στ) αυτόνομα μέτρα που προβλέπουν μειώσεις του δασμού ή απαλλαγές από τον δασμό που επιβάλλεται σε ορισμένα εμπορεύματα,

ζ) ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση για ορισμένα εμπορεύματα, λόγω της φύσεώς τους ή του ειδικού τους προορισμού, στο πλαίσιο των μέτρων που αναφέρονται στα στοιχεία γ) έως στ) ή η),

η) άλλα δασμολογικά μέτρα που προβλέπονται από την ενωσιακή νομοθεσία στον γεωργικό, εμπορικό ή άλλο τομέα.

3. Εφόσον τα εμπορεύματα πληρούν τους όρους που περιλαμβάνονται στα μέτρα που θεσπίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία δ) έως ζ), τα μέτρα που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται, μετά από αίτηση του διασαφιστή, στη θέση αυτών που προβλέπονται στο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί αναδρομικά, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι προθεσμίες και οι όροι που θεσπίζει το σχετικό μέτρο ή ο κώδικας.

4. Εφόσον η εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχεία δ) έως ζ), ή η απαλλαγή από τα μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο η) αυτής, περιορίζεται σε ορισμένο όγκο εισαγωγών ή εξαγωγών, η εφαρμογή ή η απαλλαγή, στην περίπτωση δασμολογικών ποσοστώσεων, παύει μόλις επιτευχθεί ο καθορισμένος όγκος εισαγωγών ή εξαγωγών.

Στην περίπτωση δασμολογικών ανωτάτων ορίων η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων παύει δυνάμει νομικής πράξης της Ένωσης.

5. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή η εξαγωγή εμπορευμάτων, στις οποίες εφαρμόζονται τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επιτήρησης.

Άρθρο 57

Δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων

1. Για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου, η δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων συνίσταται στον προσδιορισμό μιας από τις διακρίσεις ή περαιτέρω υποδιαιρέσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας στην οποία κατατάσσονται τα εν λόγω εμπορεύματα.

2. Για την εφαρμογή μη δασμολογικών μέτρων, η δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων συνίσταται στον προσδιορισμό μιας από τις διακρίσεις ή περαιτέρω υποδιαιρέσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας ή οποιασδήποτε άλλης ονοματολογίας θεσπίζουν οι ενωσιακές διατάξεις και η οποία βασίζεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στη συνδυασμένη ονοματολογία ή προβλέπει περαιτέρω υποδιαιρέσεις, στην οποία κατατάσσονται τα εν λόγω εμπορεύματα.

3. Η διάκριση ή περαιτέρω υποδιαίρεση που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, χρησιμοποιείται για την εφαρμογή των μέτρων που αφορούν την εν λόγω διάκριση.

4. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα για τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.

Άρθρο 58

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

1. Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, μέτρα για την ενιαία διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων και των ανωτάτων δασμολογικών ορίων, που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 4, και για τη διαχείριση της επιτήρησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή την εξαγωγή εμπορευμάτων, που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 5.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

2. Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 57 παράγραφος 4.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης σχετικά με τα μέτρα αυτά, που δικαιολογούνται δεόντως από την ανάγκη για ταχεία εξασφάλιση της ορθής και ενιαίας εφαρμογής της συνδυασμένης ονοματολογίας, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 5.

Όταν η γνώμη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 1 λαμβάνεται με γραπτή διαδικασία, εφαρμόζεται το άρθρο 285 παράγραφος 6.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Καταγωγή των εμπορευμάτων

Τμήμα 1

Μη προτιμησιακή καταγωγή

Άρθρο 59

Πεδίο εφαρμογής

Τα άρθρα 60 και 61 θεσπίζουν κανόνες για τον προσδιορισμό της μη προτιμησιακής καταγωγής εμπορευμάτων για την εφαρμογή των ακολούθων:

α) του κοινού δασμολογίου, με εξαίρεση τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχεία δ) και ε),

β) μέτρων, εκτός των δασμολογικών, που θεσπίζονται από ενωσιακές ρυθμίσεις που διέπουν ειδικούς τομείς σχετικούς με τις εμπορευματικές συναλλαγές, και

γ) άλλων ενωσιακών μέτρων που αφορούν την καταγωγή των εμπορευμάτων.

Άρθρο 60

Απόκτηση της καταγωγής

1. Τα εμπορεύματα που έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου σε μία μόνο χώρα ή έδαφος θεωρούνται ως καταγόμενα από την εν λόγω χώρα ή έδαφος.

2. Τα εμπορεύματα στην παραγωγή των οποίων συμμετέχουν μία ή περισσότερες χώρες ή εδάφη θεωρούνται ως καταγόμενα από τη χώρα ή το έδαφος στην οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία, ουσιαστική, οικονομικά δικαιολογημένη μεταποίηση ή επεξεργασία, σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό, η οποία κατέληξε στην παρασκευή ενός νέου προϊόντος ή αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο της παρασκευής.

Άρθρο 61

Απόδειξη της καταγωγής

1. Εφόσον η καταγωγή δηλώνεται στην τελωνειακή διασάφηση σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητήσουν από τον διασαφιστή να αποδείξει την καταγωγή των εμπορευμάτων.

2. Εφόσον προσκομίζεται απόδειξη της καταγωγής των εμπορευμάτων σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή άλλη ενωσιακή νομοθεσία που διέπει συγκεκριμένους τομείς, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, σε περίπτωση εύλογης αμφιβολίας, να ζητήσουν πρόσθετες αποδείξεις για να βεβαιωθούν ότι η καταγωγή συμβιβάζεται με τους κανόνες που θεσπίζει η σχετική ενωσιακή νομοθεσία.

3. Εφόσον το απαιτούν οι εμπορικές συναλλαγές, μπορεί να εκδοθεί στην Ένωση έγγραφο που αποδεικνύει την καταγωγή σύμφωνα με τους κανόνες καταγωγής που ισχύουν στην χώρα ή το έδαφος προορισμού ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο για τον προσδιορισμό της χώρας όπου τα εμπορεύματα παρήχθησαν εξ ολοκλήρου ή υπέστησαν την τελευταία ουσιώδη μεταποίησή τους.

Άρθρο 62

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους, εμπορεύματα των οποίων ο προσδιορισμός της μη προτιμησιακής καταγωγής είναι απαραίτητος για τους σκοπούς της εφαρμογής των ενωσιακών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 59, θεωρείται ότι έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου σε μία μόνο χώρα ή ένα μόνο έδαφος ή έχουν υποστεί την τελευταία, ουσιώδη, οικονομικά δικαιολογημένη μεταποίηση ή επεξεργασία, σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό, η οποία κατέληξε στην παρασκευή ενός νέου προϊόντος ή αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο παρασκευής σε μια χώρα ή ένα έδαφος, σύμφωνα με το άρθρο 60.

Άρθρο 63

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τους διαδικαστικούς κανόνες για την προσκόμιση και επαλήθευση της απόδειξης της καταγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 61.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Τμήμα 2

Προτιμησιακή καταγωγή

Άρθρο 64

Προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων

1. Για να επωφεληθούν από τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχεία δ) ή ε) ή από μη δασμολογικά προτιμησιακά μέτρα, τα εμπορεύματα πρέπει να πληρούν τους κανόνες για την προτιμησιακή καταγωγή που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 5 του παρόντος άρθρου.

2. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που περιέχονται σε συμφωνίες που συνήψε η Ένωση με ορισμένες χώρες ή εδάφη εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή ομάδες χωρών ή εδαφών, οι κανόνες προτιμησιακής καταγωγής θεσπίζονται με τις εν λόγω συμφωνίες.

3. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που θεσπίζονται μονομερώς από την Ένωση για ορισμένες χώρες ή εδάφη εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή ομάδες χωρών ή εδαφών, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 5, η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα που καθορίζουν τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής.

Οι κανόνες αυτοί βασίζονται είτε στο κριτήριο της εξ ολοκλήρου παραγωγής των εμπορευμάτων είτε στο κριτήριο της επαρκούς μεταποίησης ή επεξεργασίας.

4. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που προβλέπονται στο εμπόριο μεταξύ τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και της Θέουτας και Μελίλιας, που προσδιορίζονται στο πρωτόκολλο 2 της πράξης προσχώρησης του 1985, οι κανόνες προτιμησιακής καταγωγής θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω πρωτοκόλλου.

5. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που περιέχονται σε προτιμησιακές συμφωνίες υπέρ των υπερπόντιων χωρών και εδαφών που συνδέονται με την Ένωση, οι κανόνες προτιμησιακής καταγωγής θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 203 ΣΛΕΕ.

6. Με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση δικαιούχου χώρας ή εδάφους, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει στην εν λόγω χώρα ή το εν λόγω έδαφος, όσον αφορά ορισμένα εμπορεύματα, προσωρινή παρέκκλιση από τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Η προσωρινή παρέκκλιση αιτιολογείται βάσει ενός εκ των ακολούθων λόγων:

α) εσωτερικοί ή εξωτερικοί παράγοντες δεν επιτρέπουν προσωρινά στη δικαιούχο χώρα ή έδαφος να συμμορφωθεί με τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής,

β) η δικαιούχος χώρα ή έδαφος χρειάζεται χρόνο για να ετοιμασθεί ώστε να συμμορφωθεί με αυτούς τους κανόνες.

Η αίτηση παρέκκλισης υποβάλλεται γραπτώς στην Επιτροπή από τη συγκεκριμένη δικαιούχο χώρα ή έδαφος. Η εν λόγω αίτηση αναφέρει τους λόγους, όπως προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, για τους οποίους ζητείται παρέκκλιση, και περιλαμβάνει τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα.

Η προσωρινή παρέκκλιση περιορίζεται χρονικά όσο διαρκούν οι επιπτώσεις των εσωτερικών ή εξωτερικών παραγόντων που την προκαλούν ή στο χρονικό διάστημα που απαιτείται για να συμμορφωθεί η δικαιούχος χώρα ή έδαφος με τους κανόνες.

Όταν εγκρίνεται παρέκκλιση, η δικαιούχος χώρα ή έδαφος συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις που έχουν θεσπιστεί σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται στην Επιτροπή όσον αφορά τη χρήση της παρέκκλισης και τη διαχείριση των ποσοτήτων για τις οποίες αυτή εγκρίθηκε.

Άρθρο 65

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό των κανόνων προτιμησιακής καταγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 3.

Άρθρο 66

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή θεσπίζει μέσω εκτελεστικών πράξεων:

α) τους διαδικαστικούς κανόνες, που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 1, για τη διευκόλυνση της απόδειξης της προτιμησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων στην Ένωση,

β) μέτρο για τη χορήγηση σε δικαιούχο χώρα ή έδαφος της προσωρινής παρέκκλισης που αναφέρεται στο άρθρο 64 παράγραφος 6.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Τμήμα 3

Προσδιορισμός της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων

Άρθρο 67

Μέτρα που θεσπίζει η Επιτροπή

Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα για τον προσδιορισμό της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων σύμφωνα με τους κανόνες καταγωγής που εφαρμόζονται στα εν λόγω εμπορεύματα.

Άρθρο 68

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 67. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

Όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης σχετικά με τα εν λόγω μέτρα, που δικαιολογούνται δεόντως από την ανάγκη για ταχεία εξασφάλιση της ορθής και ενιαίας εφαρμογής των κανόνων καταγωγής, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 5.

Όταν η γνώμη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 285 παράγραφος 1 λαμβάνεται με γραπτή διαδικασία, εφαρμόζεται το άρθρο 285 παράγραφος 6.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων

Άρθρο 69

Πεδίο εφαρμογής

Η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου και των μη δασμολογικών μέτρων που θεσπίζουν οι ενωσιακές διατάξεις που διέπουν συγκεκριμένους τομείς των εμπορικών συναλλαγών, καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 74.

Άρθρο 70

Μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας

1. Η κύρια βάση της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων, είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής.

2. Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτο υπέρ του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως προϋπόθεση για την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων.

3. Η συναλλακτική αξία εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) δεν υφίστανται περιορισμοί όσον αφορά τη μεταβίβαση ή τη χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων από τον αγοραστή, εκτός των ακολούθων:

i) περιορισμοί που επιβάλλονται ή απαιτούνται από τον νόμο ή τις δημόσιες αρχές εντός της Ένωσης,

ii) περιορισμοί όσον αφορά τη γεωγραφική περιοχή στην οποία δύνανται να μεταπωληθούν τα εμπορεύματα,

iii) περιορισμοί που δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων,

β) η πώληση ή η τιμή δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ή παροχές των οποίων η αξία δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί όσον αφορά τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,

γ) κανένα μέρος των εσόδων από κάθε μεταγενέστερη μεταπώληση, μεταβίβαση ή χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων από τον αγοραστή δεν περιέρχεται αμέσως ή εμμέσως στον πωλητή, εκτός αν είναι δυνατόν να γίνει κατάλληλη αναπροσαρμογή,

δ) ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους ή η σχέση μεταξύ αγοραστή και πωλητή δεν επηρεάζει την τιμή.

Άρθρο 71

Στοιχεία της συναλλακτικής αξίας

1. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται:

α) τα ακόλουθα στοιχεία, στο μέτρο που βαρύνουν τον αγοραστή αλλά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή:

i) οι προμήθειες και τα μεσιτικά έξοδα, με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς,

ii) το κόστος των ειδών συσκευασίας τα οποία, από τελωνειακής πλευράς, θεωρείται ότι αποτελούν ένα σύνολο με το εμπόρευμα, και

iii) το κόστος της συσκευασίας, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τα εργατικά όσο και τα υλικά,

β) η αξία, επιμεριζόμενη με τον κατάλληλο τρόπο, των προϊόντων και υπηρεσιών που αναφέρονται κατωτέρω, εφόσον παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον αγοραστή, αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος, και χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων εφόσον η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή:

i) υλικά, συστατικά, μέρη και παρόμοια στοιχεία που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα,

ii) εργαλεία, μήτρες, καλούπια και παρόμοια είδη που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,

iii) υλικά που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων, και

iv) οι εργασίες μηχανικής ή μηχανολογίας, μελέτης, τέχνης, σχεδιασμού, σχεδίων και ιχνογραφημάτων, οι οποίες γίνονται εκτός της Ένωσης και είναι αναγκαίες για την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,

γ) τα πάσης φύσεως δικαιώματα και τέλη αδειοδότησης σχετικά με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα τα οποία, κατά τους όρους της πώλησης των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, υποχρεούται να καταβάλει ο αγοραστής, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στο μέτρο που τα δικαιώματα και τέλη αυτά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή,

δ) η αξία κάθε μέρους του προϊόντος μεταγενέστερης μεταπώλησης, μεταβίβασης ή χρησιμοποίησης των εισαγόμενων εμπορευμάτων που περιέρχεται άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή, και

ε) τα ακόλουθα έξοδα έως τον τόπο εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης:

i) τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης των εισαγόμενων εμπορευμάτων, και

ii) τα έξοδα φόρτωσης και των εργασιών φύλαξης των εμπορευμάτων που συνδέονται με τη μεταφορά των εισαγόμενων εμπορευμάτων.

2. Κάθε στοιχείο που προστίθεται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικά δεδομένα που είναι δυνατό να αποτιμηθούν.

3. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, κανένα στοιχείο δεν προστίθεται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, με εξαίρεση τα στοιχεία που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 72

Στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία

Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας δυνάμει του άρθρου 70, δεν περιλαμβάνεται κανένα από τα εξής:

α) έξοδα μεταφοράς των εισαγόμενων εμπορευμάτων μετά την είσοδό τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης,

β) έξοδα σχετικά με εργασίες κατασκευής, εγκατάστασης, συναρμολόγησης, συντήρησης ή τεχνικής βοήθειας, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μετά την είσοδο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των εισαγόμενων εμπορευμάτων, όπως εγκαταστάσεις, μηχανές ή εξοπλισμός,

γ) τα ποσά των τόκων που καταβάλλονται βάσει συμφωνίας χρηματοδότησης που έχει συνάψει ο αγοραστής και αφορά την αγορά εισαγόμενων εμπορευμάτων, ανεξάρτητα από το αν η χρηματοδότηση πραγματοποιείται από τον πωλητή ή άλλο πρόσωπο, εφόσον η σχετική συμφωνία χρηματοδότησης έχει συναφθεί εγγράφως και ο αγοραστής μπορεί να αποδείξει, αν του ζητηθεί, ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) τα εν λόγω εμπορεύματα πράγματι πωλούνται στην τιμή που δηλώθηκε ως πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα,

ii) τα αιτούμενο επιτόκιο δεν υπερβαίνει το επίπεδο που επικρατεί για τις συναλλαγές του είδους αυτού στη χώρα και κατά τη στιγμή που παρασχέθηκε η χρηματοδότηση,

δ) τα έξοδα για το δικαίωμα αναπαραγωγής των εισαγόμενων εμπορευμάτων στην Ένωση,

ε) τις προμήθειες αγοράς,

στ) τους εισαγωγικούς δασμούς και άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβληθούν εντός της Ένωσης λόγω της εισαγωγής ή της πώλησης των εμπορευμάτων,

ζ) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο γ), οι πληρωμές που καταβάλλονται από τον αγοραστή για το δικαίωμα διανομής ή μεταπώλησης των εισαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον οι πληρωμές αυτές δεν αποτελούν προϋπόθεση της πώλησης για την εξαγωγή των εμπορευμάτων στην Ένωση.

Άρθρο 73

Απλούστευση

Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατόπιν αιτήσεως, να επιτρέπουν τον καθορισμό των ακόλουθων ποσών βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, εφόσον αυτά δεν μπορούν να αποτιμηθούν την ημερομηνία κατά την οποία γίνεται δεκτή η τελωνειακή διασάφηση:

α) ποσά που δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 2, και

β) τα ποσά που αναφέρονται στα άρθρα 71 και 72.

Άρθρο 74

Βοηθητικές μέθοδοι υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας

1. Όταν η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να προσδιορισθεί βάσει του άρθρου 70, εφαρμόζονται διαδοχικά οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως δ), μέχρι την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη η οποία επιτρέπει τον προσδιορισμό της αξίας των εμπορευμάτων.

Η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ) της παραγράφου 2 αντιστρέφεται με αίτημα του διασαφιστή.

2. Η δασμολογητέα αξία, σύμφωνα με την παράγραφο 1, είναι:

α) η συναλλακτική αξία πανομοιότυπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,

β) η συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,

γ) η αξία που βασίζεται επί της τιμής μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των εισαγομένων εμπορευμάτων, ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγομένων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και πραγματοποιούνται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές, ή

δ) η υπολογιζόμενη αξία, που ισούται προς το άθροισμα:

i) του κόστους ή της αξίας των υλών και των εργασιών κατασκευής ή άλλων εργασιών που υπεισέρχονται στην παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,

ii) ποσού που αντιπροσωπεύει τα κέρδη και τα γενικά έξοδα, ίσου προς το ποσό που υπεισέρχεται γενικά στις πωλήσεις εμπορευμάτων της ίδιας φύσεως ή του ίδιου είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, οι οποίες γίνονται από παραγωγούς στη χώρα εξαγωγής για την εξαγωγή προς την Ένωση,

iii) του κόστους ή της αξίας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

3. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, καθορίζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις όλων των κατωτέρω:

α) της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου,

β) του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου,

γ) του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 75

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 73.

Άρθρο 76

Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τους διαδικαστικούς κανόνες για:

α) τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφοι 1 και 2 και τα άρθρα 71 και 72, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την προσαρμογή της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής,

β) την εφαρμογή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 70 παράγραφος 3,

γ) τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας που αναφέρεται στο άρθρο 74.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 285 παράγραφος 4.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΟΦΕΙΛΗ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γένεση τελωνειακής οφειλής

Τμήμα 1

Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή

Άρθρο 77

Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και προσωρινή εισαγωγή

1. Η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται με την υπαγωγή των μη ενωσιακών εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό σε ένα από τα ακόλουθα τελωνειακά καθεστώτα:

α) θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί ειδικού προορισμού,

β) προσωρινή εισαγωγή με μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό.

2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή αποδοχής της τελωνειακής διασάφησης.

3. Οφειλέτης είναι ο διασαφιστής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση.

Όταν η τελωνειακή διασάφηση για υπαγωγή σε ένα από τα καθεστώτα που ορίζονται στην παράγραφο 1 συντάσσεται βάσει πληροφοριών δυνάμει των οποίων δεν εισπράττεται το σύνολο ή μέρος του εισαγωγικού δασμού, το πρόσωπο που παρείχε τις αναγκαίες για τη συμπλήρωση της διασάφησης πληροφορίες θεωρείται επίσης οφειλέτης εφόσον γνώριζε, ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν εσφαλμένες.

Άρθρο 78

Ειδικές διατάξεις σχετικά με μη καταγόμενα εμπορεύματα

1. Όταν εφαρμόζεται απαγόρευση επιστροφής ή απαλλαγής από τον εισαγωγικό δασμό σε μη καταγόμενα εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή προϊόντων, για τα οποία εκδίδεται ή συντάσσεται αποδεικτικό καταγωγής στο πλαίσιο προτιμησιακού καθεστώτος μεταξύ της Ένωσης και ορισμένων χωρών ή εδαφών εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή ομάδων τέτοιων χωρών ή εδαφών, γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή αυτών των μη καταγόμενων εμπορευμάτων, με την αποδοχή της διασάφησης επανεξαγωγής των εν λόγω προϊόντων.

2. Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε αυτή την οφειλή καθορίζεται με τους ίδιους όρους όπως και στην περίπτωση τελωνειακής οφειλής που γεννάται από την αποδοχή, κατά την ίδια ημερομηνία, της τελωνειακής διασάφησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των μη καταγόμενων εμπορευμάτων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των εν λόγω προϊόντων, για τον σκοπό της λήξης του καθεστώτος της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.

3. Εφαρμόζεται το άρθρο 77 παράγραφοι 2 και 3. Ωστόσο, στην περίπτωση μη ενωσιακών εμπορευμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 270, οφειλέτης είναι το πρόσωπο που υποβάλλει τη διασάφηση επανεξαγωγής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου υποβάλλεται η διασάφηση.

Άρθρο 79

Τελωνειακή οφειλή που γεννάται λόγω μη τήρησης υποχρεώσεων και όρων

1. Για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή λόγω της μη τήρησης οποιουδήποτε από τα εξής:

α) μιας από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά την είσοδο μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, την απομάκρυνσή τους από την τελωνειακή επιτήρηση ή τη διακίνηση, μεταποίηση, αποθήκευση, προσωρινή εναπόθεση, προσωρινή εισαγωγή ή διάθεση των εμπορευμάτων αυτών εντός του εν λόγω εδάφους,

β) μιας από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με τον ειδικό προορισμό εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης,

γ) ενός όρου που έχει καθορισθεί για την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή τη χορήγηση, λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων, δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου συντελεστή εισαγωγικού δασμού.

2. Η στιγμή γένεσης της τελωνειακής οφειλής είναι μία από τις ακόλουθες:

α) η στιγμή κατά την οποία δεν τηρείται ή παύει να τηρείται υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής,

β) η στιγμή κατά την οποία γίνεται δεκτή τελωνειακή διασάφηση για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, στην περίπτωση που διαπιστώνεται εκ των υστέρων ότι ένας από τους όρους που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς αυτό ή τη χορήγηση δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου συντελεστή εισαγωγικού δασμού λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων στην πραγματικότητα δεν τηρείται.

3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), οφειλέτης είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

α) πρόσωπο που όφειλε να τηρήσει τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις,

β) πρόσωπο που γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει ότι δεν τηρήθηκε μια υποχρέωση που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία και που ενήργησε για λογαριασμό του προσώπου που ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει την υποχρέωση ή που έλαβε μέρος στην πράξη που οδήγησε στη μη τήρηση της υποχρέωσης,

γ) πρόσωπο που απέκτησε ή κατείχε τα εν λόγω εμπορεύματα και το οποίο γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής των εμπορευμάτων, ότι δεν είχε τηρηθεί υποχρέωση που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.

4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ο οφειλέτης είναι το πρόσωπο που οφείλει να τηρεί τους όρους που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή την τελωνειακή διασάφηση των εμπορευμάτων που υπάγονται στο εν λόγω τελωνειακό καθεστώς ή τη χορήγηση δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου εισαγωγικού δασμού λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων.

Όταν συντάσσεται τελωνειακή διασάφηση σχετικά με ένα από τα τελωνειακά καθεστώτα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) και όταν παρέχονται στις τελωνειακές αρχές στοιχεία που απαιτούνται από την τελωνειακή νομοθεσία για τους όρους που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εν λόγω τελωνειακό καθεστώς, και τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να μην εισπραχθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ο εισαγωγικός δασμός, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο που παρέσχε τα απαιτούμενα στοιχεία για τη σύνταξη της τελωνειακής διασάφησης και που γνώριζε, ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, ότι τα στοιχεία αυτά ήταν εσφαλμένα.

Άρθρο 80

Έκπτωση ποσού ήδη καταβληθέντος εισαγωγικού δασμού

1. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1, γεννάται τελωνειακή οφειλή για εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία με μειωμένο εισαγωγικό δασμό λόγω του ειδικού προορισμού τους, το ποσό του εισαγωγικού δασμού που καταβάλλεται τη στιγμή της θέσης τους σε ελεύθερη κυκλοφορία αφαιρείται από το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή για τα απορρίμματα και θραύσματα που προκύπτουν από την καταστροφή των εμπορευμάτων αυτών.

2. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1, γεννάται τελωνειακή οφειλή για εμπορεύματα που υπάγονται σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό, το ποσό του εισαγωγικού δασμού που καταβάλλεται δυνάμει της μερικής απαλλαγής αφαιρείται από το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή.

Τμήμα 2

Τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή

Άρθρο 81

Εξαγωγή και τελειοποίηση προς επανεισαγωγή

1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή γεννάται με την υπαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εξαγωγικό δασμό σε καθεστώς εξαγωγής ή σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.

2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή αποδοχής της τελωνειακής διασάφησης.

3. Οφειλέτης είναι ο διασαφιστής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση.

Όταν μια τελωνειακή διασάφηση συντάσσεται με βάση στοιχεία που έχουν ως αποτέλεσμα να μην εισπραχθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ο εξαγωγικός δασμός, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο που παρείχε τα απαιτούμενα στοιχεία για τη διασάφηση και το οποίο γνώριζε, ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, ότι τα στοιχεία αυτά ήταν εσφαλμένα.

Άρθρο 82

Τελωνειακή οφειλή που γεννάται λόγω μη τήρησης υποχρεώσεων και όρων

1. Για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε εξαγωγικό δασμό, τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή γεννάται λόγω της μη τήρησης οποιουδήποτε από τα εξής:

α) μιας από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία για την έξοδο των εμπορευμάτων,

β) των όρων που επέτρεψαν την έξοδο των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό.

2. Η στιγμή γένεσης της τελωνειακής οφειλής είναι μία από τις ακόλουθες:

α) η στιγμή της πραγματικής εξόδου των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης χωρίς τελωνειακή διασάφηση,

β) η στιγμή άφιξης των εμπορευμάτων σε προορισμό άλλον από εκείνον για τον οποίο επετράπη η έξοδός τους από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό,

γ) η λήξη της προθεσμίας που έχει καθορισθεί για την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων που βεβαιώνουν ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι για την παροχή της απαλλαγής αυτής όροι, εφόσον οι τελωνειακές αρχές δεν είναι σε θέση να καθορίσουν τη στιγμή που αναφέρεται στο στοιχείο β).

3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), ο οφειλέτης είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

α) πρόσωπο που όφειλε να τηρήσει τη συγκεκριμένη υποχρέωση,

β) πρόσωπο που γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει ότι δεν τηρήθηκε η συγκεκριμένη υποχρέωση και που ενήργησε για λογαριασμό του προσώπου που ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει την υποχρέωση,

γ) πρόσωπο που έλαβε μέρος στην πράξη που οδήγησε στη μη τήρηση της υποχρέωσης και το οποίο γνώριζε, ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, ότι δεν υποβλήθηκε τελωνειακή διασάφηση, ενώ έπρεπε να είχε υποβληθεί.

4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), ο οφειλέτης είναι το πρόσωπο που οφείλει να τηρεί τους όρους υπό τους οποίους επετράπη η έξοδος των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό.

Τμήμα 3

Κοινές διατάξεις για τις τελωνειακές οφειλές που γεννώνται κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή

Άρθρο 83

Απαγορεύσεις και περιορισμοί

1. Η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή γεννάται ακόμη και αν αφορά εμπορεύματα που υπόκεινται σε απαγορευτικά ή περιοριστικά μέτρα οιουδήποτε τύπου κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή.

2. Ωστόσο, δεν γεννάται τελωνειακή οφειλή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) κατά την παράνομη είσοδο πλαστού χρήματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης,

β) κατά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών που δεν εμπίπτουν στις αυστηρά εποπτευόμενες από τις αρμόδιες αρχές ουσίες ενόψει της χρήσης τους για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς.

3. Για τους σκοπούς, ωστόσο, των εφαρμοστέων στις τελωνειακές παραβάσεις κυρώσεων, η τελωνειακή οφειλή λογίζεται γεννηθείσα όταν, σύμφωνα με το δίκα