Άρειος Πάγος 797/2013 Ίση μεταχείρηση μεταξύ των εργαζομένων. Απόλυση εγγύου και σπουδαίος λόγος | Taxheaven

Αποτελέσματα live αναζήτησης

Άρειος Πάγος 797/2013

Δημοσιεύθηκε στις : [ 09-09-2013 ]
Άρειος Πάγος 797/2013
Ίση μεταχείρηση μεταξύ των εργαζομένων. Απόλυση εγγύου και σπουδαίος λόγος

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη
Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από τα άρθρα 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος, 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της ίδιας εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ή απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου, και ότι με βάση την εν λόγω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς οικειοθελείς μισθολογικές και άλλες εργασιακές παροχές.


Επειδή, κατά το άρθρου 15 του Ν. 1483/1984 "1.Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ...". Εξάλλου, κατά το άρθρ.10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/ 85 ΕΟΚ":
"1.Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2,σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984.
2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών(που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφενός, αφετέρου δε ότι, η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής.

Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με τον λόγο, που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κριθεί σπουδαίος.

Ως σπουδαίος δε λόγος κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων για την ως άνω καταγγελία, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο αυτής που κοινοποιείται από τον εργοδότη στην εργαζόμενη έγκυο, όταν αυτός, τελώντας σε γνώση της εγκυμοσύνης της, επιθυμεί την λύση της σύμβασης με αυτόν, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη, στη συγκεκριμένη περίπτωση και ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών, τη περαιτέρω εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος της εργαζομένης, τέτοιο δε γεγονός συνιστά και η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της εγκύου εργαζομένης ή η μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η συμπεριφορά της αυτή δεν είναι απότοκος της κατάστασης της εγκυμοσύνης της.




ΑΠ  797/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "......................" και το διακριτικό τίτλο "Ο.Κ.Α.Α. Α.Ε." που προήλθε από τη συγχώνευση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....................." και της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "........................." δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη εξ αυτών, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .............. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/10/2007 και 3/12/2007 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4751/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/10/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 8/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια των κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.

Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που είχε προβάλει προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, περί του ότι κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση της από 3-12-2007 δεύτερης αγωγής της, με την οποία η τελευταία αμφισβήτησε το κύρος της από 7-11-2007 επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής που συνέδεε τις διαδίκους, εκ νέου την ανωτέρω επικουρική καταγγελία την 28-12-2007, το κύρος της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, με συνέπεια να αρθεί η υπερημερία της και να μην οφείλει πλέον αποδοχές υπερημερίας από 28-12-2007 και μετά. Όμως, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ του πράγματος με το να δεχθεί, απορρίπτοντας ως αλυσιτελή σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί αμφισβήτησης του κύρους της νέας κοινοποίησης της ανωτέρω επικουρικής καταγγελίας, ότι αυτή (ως άνω νέα κοινοποίηση της εκτεθείσας καταγγελίας), που έλαβε χώρα με θυροκόλληση, έγινε ως εκ περισσού, αφού επρόκειτο για την ίδια ακριβώς καταγγελία με αυτή που έγινε στις 7-11-2007. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, επί της ιδιόρρυθμης σχέσης της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 656 εδ.β ΑΚ, η οποία προβλέπει την έκπτωση της ωφέλειας που αποκόμισε ο μισθωτός από την σε άλλο εργοδότη παροχή της εργασίας του ή της απασχόλησής του για ίδιο λογαριασμό κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη του.
Κατ'ακολουθία, εφόσον το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση με σχετικό λόγο η αναιρεσείουσα, περί έκπτωσης από τις επιδικασθησόμενες αντιμισθίες υπερημερίας της ωφέλειας που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από 1000 ευρώ μηνιαίως, από την απασχόλησή της στο δικηγορικό της γραφείο, με την αιτιολογία ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, που έχει ιδιόρρυθμο χαρακτήρα ως σύμβαση, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 656 εδ.β ΑΚ, δεν παρεβίασε, με τη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 656 εδ.β ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος.

Επειδή, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από τα άρθρα 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος, 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της ίδιας εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ή απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου, και ότι με βάση την εν λόγω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς οικειοθελείς μισθολογικές και άλλες εργασιακές παροχές.

Στη προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχτηκε με τη προβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη υπήρξε δικηγόρος της αναιρεσείουσας, προσληφθείσα απ' αυτή την 1-9-2006 με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος, αμειβόμενη με πάγια αντιμισθία καθώς και με όλα εν γένει τα προβλεπόμενα από το νόμο επιδόματα, αυξήσεις, παροχές και εν γένει αποζημιώσεις κ.λ.π.

Ότι, η αναιρεσείουσα με την υπ' αριθμ. 79/20-11-2002 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της χορήγησε από 1-1-2002 ως μηνιαία πρόσθετη παροχή, σε όλο το προσωπικό της, που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2457/1997 και στους δικηγόρους που υπηρετούσαν σ' αυτή με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 των 176 ευρώ το μήνα, καθώς και το επίδομα ειδικών λογαριασμών που προβλέφθηκε με την υπ' αριθμ. 50908/31-7-2008 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Γεωργίας, όπως αυτή έχει ήδη τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, με την υπ' αριθμ. 20/27-2-2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της, με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή κάθε μήνα σ' όλο το ανωτέρω προσωπικό αυτής της διαφοράς μεταξύ των επιδομάτων των ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, του έτους 2002 και για κάθε έτος, αφαιρουμένης της πρόσθετης μηνιαίας παροχής των 176 ευρώ, η οποία για μεν το προσωπικό που ανήκει στη κατηγορία ΠΕ, όπως η αναιρεσίβλητη, ανερχόταν με βάση την υπ' αριθ. 2/16068/0022/14-7-2005 ΚΥΑ στο ποσό των 302 (478-176) ευρώ.

Ότι αν και η αναιρεσείουσα κατέβαλε τα προαναφερθέντα ποσά σ' όλο το προσωπικό της, μεταξύ των οποίων και στους υπηρετούντες σ' αυτή, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, δικηγόρους, αρνήθηκε να τα καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενώ συνέτρεχαν και στο πρόσωπό της όλες οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα αυτή η συμπεριφορά της να συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτής έναντι τουλάχιστον του υπηρετούντος σήμερα, ως προϊσταμένου των νομικών υπηρεσιών της, Γ. Π. και να οδηγεί σε ευθεία παραβίαση του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ισότητας των Ελλήνων πολιτών, έκφανση της οποίας αποτελεί και η αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία.

Ακολούθως το Εφετείο με βάση τα προαναφερθέντα, επικύρωσε τη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 163/ 2008 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ της αναιρεσίβλητης οι ανωτέρω παροχές, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό λόγο (όγδοο) που πρόβαλε η αναιρεσείουσα με την έφεση που άσκησε κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά τη διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία επικυρώθηκε η άνω πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία επιδίκασε υπέρ της αναιρεσίβλητης την προεκτεθείσα παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως, και ως προς αυτή(διάταξη της)με την οποία επιδικάσθηκε σ' αυτή και το επίδομα των ειδικών λογαριασμών των 203 ευρώ που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ.1, 22 παρ.1 εδ.β του ισχύοντος Συντάγματος, 141(πρώην 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ενόψει του ότι δεν υπήρχε ειδικός λόγος εξαίρεσης της αναιρεσίβλητης από την καταβολή των ανωτέρω παροχών, τις οποίες αποφάσισε το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας αφού το λάμβαναν πριν από τη πρόσληψή της και άλλοι δικηγόροι που υπηρετούσαν στην αναιρεσείουσα με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, εξακολουθεί δε να το λαμβάνει ο επίσης συνάδελφός της δικηγόρος, Γ. Π., η καταβολή δε αυτών αποφασίσθηκε πολύ μετά τη μετατροπή της αναιρεσείουσας από ΝΠΔΔ σε ανώνυμη εταιρεία, που έγινε το έτος 1998 και μέχρι σήμερα δεν έχει σταματήσει με νεώτερη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο, προβάλλεται η κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος.

Επειδή, κατά το άρθρ.15 του Ν. 1483/1984 "1.Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.

Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ...". Εξάλλου, κατά το άρθρ.10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/ 85 ΕΟΚ":
"1.Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2,σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984.
2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών(που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφενός, αφετέρου δε ότι, η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής.

Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με τον λόγο, που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κριθεί σπουδαίος.

Ως σπουδαίος δε λόγος κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων για την ως άνω καταγγελία, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο αυτής που κοινοποιείται από τον εργοδότη στην εργαζόμενη έγκυο, όταν αυτός, τελώντας σε γνώση της εγκυμοσύνης της, επιθυμεί την λύση της σύμβασης με αυτόν, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη, στη συγκεκριμένη περίπτωση και ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών, τη περαιτέρω εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος της εργαζομένης, τέτοιο δε γεγονός συνιστά και η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της εγκύου εργαζομένης ή η μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η συμπεριφορά της αυτή δεν είναι απότοκος της κατάστασης της εγκυμοσύνης της.

Εξάλλου, ο λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με το ζήτημα του εάν η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης έγινε από σπουδαίο λόγο ή όχι, δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφασή του, τα ακόλουθα: "... Τη Δευτέρα 20-8-2007,κατά την οποία έληξε η κανονική της άδεια και όφειλε να επιστρέψει στην υπηρεσία της, η ενάγουσα, η οποία ήταν έγκυος δύο περίπου μηνών στο πρώτο τέκνο της, δεν επέστρεψε στην υπηρεσία της, διότι αντιμετώπιζε επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της και διέτρεχε κίνδυνο αποβολής λόγω βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού, ιδιαίτερα δε στο πρώτο κρίσιμο τρίμηνο της εγκυμοσύνης της και συγκεκριμένα εξετασθείσα στις 20-8-2007 από το θεράποντα ιατρό της διαπιστώθηκε ότι έπασχε από επαπειλούμενη εκβολή πρώτου τριμήνου (κολπική αιμόροια - υπογαστραλγία) και της συνεστήθη αναρρωτική άδεια 30 ημερών, όπως αποδεικνύεται από την από 20-8-2007 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού - γυναικολόγου - μαιευτήρα, Α. Γ., ο οποίος την εξέτασε καθ' ον χρόνο η ενάγουσα βρισκόταν στο πατρικό της σπίτι στην ..., την οποία και απέστειλε ταχυδρομικώς στην εναγομένη στις 30-8-2007. Το άνω πρόβλημα υγείας εξακολούθησε να εμφανίζει η ενάγουσα και στις 6-9-2007, που εξετάσθηκε από τον ιατρό του ΙΑΣΩ, Κ. Χ., ο οποίος με το με ίδια ημερομηνία ιατρικό σημείωμα, βεβαιώνει ότι η ενάγουσα διανύει τη 14η εβδομάδα της κυήσεως και εμφανίζει αιμόρροια. Εδόθη φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη απόλυτη ανάπαυση επί ένα μήνα και επανεξέταση. Περαιτέρω, ...

Συνεπώς, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης έγινε από το ως άνω όργανο της εν αγομένης εταιρείας, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, η καταγγελία αυτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη νομική σκέψη, είναι ανυπόστατη. Η ενάγουσα και μετά την άνω ανυπόστατη καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη εταιρεία, η οποία όμως τις απέκρουσε. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι, μετά την ως άνω ανυπόστατη καταγγελία, η ενάγουσα με την από 5-10-2007 εξώδικη απάντησή της προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης εταιρείας που του επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στις 8-10-2007, καθώς και με την από 5-10-2007 "Εξώδικη Δήλωση μετ' επιφυλάξεως δικαιώματος", προς την εναγομένη εταιρεία που επιδόθηκε σ' αυτή με δικαστικό επιμελητή, επίσης την ίδια ημέρα (8-10-2007), δήλωσε ρητά ότι συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη. Την ίδια ημέρα (8-10-2007) και παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να διατρέχει κίνδυνο η εγκυμοσύνη της, μετέβη στην έδρα της εναγομένης, προκειμένου να καταθέσει την παραπάνω από 6-9-2007 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Κ. Χ., ως και την επ' αυτής από 8-10-2007 ιατρική βεβαίωση του Αρχιάτρου και Προϊσταμένου της Υγειονομικής του ΤΠΔΑ, Γ. Τ., τις οποίες η εναγομένη αρνήθηκε να παραλάβει και έτσι αναγκάσθηκε να τις στείλει με φαξ την επομένη και με δικαστικό επιμελητή στις 11-10-2007. Στη συνέχεια η ενάγουσα ζήτησε και συναντήθηκε με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο στο γραφείο του, ο οποίος, παρουσία του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας, Γ. Π. και του Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών της εναγομένης, Λ. Ε., επανέλαβε σε αυτή τους λόγους της καταγγελίας της σύμβασης, στη συνέχεια δε ενεχείρισαν σε αυτή έγγραφο του ως άνω Διευθυντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών, με το οποίο ζητούσε να αποχωρήσει και να παραδώσει τα κλειδιά του γραφείου της και τυχόν φακέλους ή έγγραφα που είχε στη κατοχή της και αφορούν εκκρεμείς υποθέσεις του εναγομένου Οργανισμού. Η ενάγουσα αρνήθηκε και επανέλαβε ότι συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες της. Όμως, την επομένη ημέρα 9 -10-2007,που η ενάγουσα προσήλθε στο γραφείο της, διαπίστωσε ότι είχε αλλαχθεί η κλειδαριά της πόρτας και ότι είχε μεταφερθεί το γραφείο και ο υπολογιστής της. Επομένως, εφόσον μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία η ενάγουσα δικηγόρος προσέφερε τις υπηρεσίες της και η εναγομένη εταιρεία τις απέκρουσε, περιέρχεται πλέον σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει σε αυτήν τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες ... . Περαιτέρω, στην από 7-11-2007 γενόμενη νομότυπα εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, αλλά και στη προηγούμενη από 2-10-2007 ανυπόστατη καταγγελία, αναφέρονται αναλυτικώς οι λόγοι της καταγγελίας της σύμβασης, οι οποίοι επιγραμματικά έχουν ως εξής: α) πλημμελής παρουσία της ενάγουσας στον Οργανισμό καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας της με την ΟΚΑΑ ΑΕ, β)α προθυμία αυτής να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία για τη λήψη αναρρωτικής άδειας παρά τις επανειλημμένες σχετικές συστάσεις των εκπροσώπων της ΟΚΑΑ ΑΕ, γ)αδικαιολόγητη απουσία της ενάγουσας μετά τη παρέλευση του χρόνου της αναρρωτικής άδειας της, δ)ανομιμοποίητη και εν αγνοία της ΟΚΑΑ ΑΕ παραλαβή εγγράφου από την ενάγουσα, που απευθυνόταν στην ΟΚΑΑ ΑΕ, ε)απροθυμία αυτής να επικοινωνήσει με τους υπαλλήλους του Οργανισμού προς ενημέρωση για το λόγο και τη διάρκεια της απουσίας της και στ)το απαράδεκτο ύφος που επέλεξε για να επικοινωνήσει με τον οργανισμό και δη της από 26-9-2007 αίτησης που υπέβαλε στην εναγομένη ΟΚΑΑ ΑΕ. Σχετικά με τους λόγους αυτούς από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα από την αρχή της πρόσληψής της στην εναγομένη δεν μετέβαινε καθημερινά στα γραφεία της εναγομένης στη περιοχή ... και δεν παρείχε τις συμφωνημένες δικηγορικές υπηρεσίες μέσα στα γραφεία του ΟΚΑΑ στη περιοχή ..., καθ' όλες τις εργάσιμες ώρες αυτής, όπως είχε αναλάβει την υποχρέωση με το παραπάνω από 1-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι μεταξύ των καθηκόντων της περιλαμβάνονταν πολλές δικηγορικές εργασίες που έπρεπε να γίνουν εκτός των γραφείων της εταιρείας, όπως η εκπροσώπηση της εναγομένης ενώπιον των δικαστηρίων, η κατάθεση αγωγών, αιτήσεων, λήψη δικογράφων, έκδοση πιστοποιητικών, νομική έρευνα για οφειλέτες της εταιρείας και άλλες δικαστικές και εξώδικες εργασίες, τις οποίες η ενάγουσα εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να παρέχει μέσα στα γραφεία της εναγομένης. Επειδή, όμως της έγιναν προφορικές συστάσεις από τον τότε Πρόεδρο του ΔΣ Π. Κ. και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Α. Γ., για καθημερινή προσέλευση της ενάγουσας στα γραφεία της εταιρείας στον ... ή για τον εκ των προτέρων καθορισμό των ημερών προσέλευσης της και για να βρίσκεται πάντοτε ένας δικηγόρος στα γραφεία της εντολέα, ώστε να εξυπηρετούνται πλήρως οι ανάγκες της, σε συνεννόηση και σε συνεργασία με τον Προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας της εταιρείας Γ. Π., κατάρτιζαν έκτοτε και κατέθεταν εβδομαδιαίο πρόγραμμα Νομικής Υπηρεσίας, βάσει του ο ποίου η ενάγουσα προσερχόταν στα γραφεία της εναγομένης μέρα παρά μέρα (Τις άλλες ημέρες της εβδομάδας στα γραφεία της εταιρείας μετέβαινε ο Γ. Π.), ενώ μια ημέρα της εβδομάδας κανόνιζαν να βρίσκονται στα γραφεία της εταιρείας και οι δύο οι δικηγόροι, για τη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων. Έκτοτε, δεν έγινε καμία άλλη προφορική ή έγγραφη σύσταση, όχληση ή διαμαρτυρία στην ενάγουσα από την πλευρά της εναγομένης για το θέμα της παρουσίας της στα γραφεία της εταιρείας ή για τον τρόπο παροχής από αυτήν των δικηγορικών της υπηρεσιών και γενικότερα για τον τρόπο συνεργασίας της με τον προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας. Επομένως, ο περιλαμβανόμενος στην από 7-11-2007 καταγγελία ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν τήρησε την παραπάνω υποχρέωσή της και δημιούργησε προβλήματα με την άρνησή της για τακτική και συνεπή παρουσία και ότι παρά τις συστάσεις της Διοίκησης του Οργανισμού προς αυτή, μέχρι και τη λήψη της καλοκαιρινής κανονικής άδειας της, δεν είχε συμμορφωθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε. ... Αμέσως επικοινώνησε τηλεφωνικώς (η αναιρεσίβλητη) με την εναγομένη, αναζητώντας τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας, προκειμένου να τους ενημερώσει ότι είναι έγκυος και ότι αντιμετωπίζει επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της και ως εκ τούτου αδυνατεί να επιστρέψει στην υπηρεσία της. Επειδή, απουσίαζαν, ενημέρωσε σχετικώς τη γραμματέα του Διευθύνοντος Συμβούλου, την επομένη δε ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικώς (στο κινητό του τηλέφωνο) με το προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας Γ. Π., τον οποίο ενημέρωσε για την εγκυμοσύνη της και το πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Μετά από μερικές ημέρες επικοινώνησε εκ μέρους της εναγομένης τηλεφωνικώς με την ενάγουσα η υπάλληλος του Τμήματος Προσωπικού, Χ. Ν. και της ζήτησε να αποστείλει ιατρική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με την εγκυμοσύνη της. Πράγματι, στις 30-8-2007 η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη, μέσω των ΕΛΤΑ με συστημένη επιστολή, την από 20-8-2007 ιατρική γνωμάτευση του άνω χειρούργου - γυναικολόγου - μαιευτήρα, Α. Γ., στην οποία βεβαιώνεται ότι η εν άγουσα έπασχε από επαπειλούμενη εκβολή πρώτου τριμήνου (κολπική αιμόρροια - υπογαστραλγία) και της συνεστήθη αναρρωτική άδεια 30 ημερών. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, που περιέχεται στο έγγραφο της από 7-11-2007 καταγγελίας (ο ίδιος ισχυρισμός περιέχεται και στην από 2-10-2007 ανυπόστατη καταγγελία), ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με την ενάγουσα την πληροφόρησε ότι η γνωμάτευση του ιδιώτη ιατρού που της απέστειλε δεν επαρκεί και πρέπει να περάσει από πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ασφαλιστικού της φορέα, δηλαδή του Ταμείου Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών και, ελλείψει τέτοιας από το εν λόγω Ταμείο, από πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι στον Οργανισμό και ότι αυτή (ενάγουσα) αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση της, δεν αποδείχθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.1γ του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης για τη χορήγηση στον υπάλληλο αναρρωτικής άδειας λόγω ασθενείας πέραν των 15 συνολικά ημερών, απαιτείται απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΙΚΑ ή Δημοσίου) μετά από σχετική παραπομπή του υπαλλήλου για εξέταση από τη Διεύθυνση Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων. Όμως, παραπομπή της ενάγουσας για εξέταση δεν έγινε, ούτε της εστάλη έγγραφο της έγγραφο της άνω Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων της εναγομένης, που να την καλεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 15 παρ.1γ του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της, να περάσει από πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών ή από πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ. Σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί να εξετασθεί και να λάβει αναρρωτική άδεια από το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, το οποίο χορηγεί και εγκρίνει αναρρωτική άδεια σε δικηγόρο-μέλος του, μετά από αίτηση της υπηρεσίας που απασχολεί το δικηγόρο με έμμισθη εντολή (βλ. το 2728/4-10-2007 έγγραφο του εν λόγω Ταμείου προς την εναγομένη), αφού το ως άνω πρόβλημα υγείας της ενάγουσας, ήταν υπαρκτό και σοβαρό, όπως αποδεικνύεται από την παραπάνω από 20-8-2007 ιατρική γνωμάτευση του άνω χειρουργού - γυναικολόγου - μαιευτήρα, Α. Γ., καθώς και από το από 6-9-2007 ιατρικό σημείωμα του ΙΑΣΩ, μαιευτήρα χειρουργού γυναικολόγου, Κ. Χ., ο οποίος εξέτασε την ενάγουσα και διαπίστωσε ότι διανύει την 14η εβδομάδα κυήσεως και εμφανίζει αιμόρροια και της εδόθη φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη απόλυτη ανάπαυση για ένα ακόμη μήνα και επανεξέταση. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου 2007 η ενάγουσα επικοινώνησε ξανά με την παραπάνω υπάλληλο της εναγομένης, Χ. Ν. και ενημερώθηκε από την τελευταία ότι αφενός μεν έχουν λάβει την ως άνω από 20-8-2007 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Α. Γ. και αφετέρου ότι θα απευθύνουν ερώτημα προς τη νομική υπηρεσία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, προκειμένου να ενημερωθούν για τη διαδικασία χορήγησης αδειών και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τις έγκυες δικηγόρους, καθώς δεν υπήρχε αντίστοιχο προηγούμενο με έγκυο δικηγόρο στον Οργανισμό και δεν γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν. Πράγματι η εναγομένη απηύθυνε σχετικό ερώτημα στο ΔΣΑ με το 2264 /3-9-2007 έγγραφο της και ο τελευταίος απάντησε σε αυτή με το 1227/10-9-2007 έγγραφο του, απευθυνόμενο συγκεκριμένα προς τον Οργανισμό Κεντρικής Αγοράς Αθηνών ΑΕ, Τμήμα Διοικητικού και Ανθρωπίνων Πόρων, υπόψη Λ. Ε.. Αντίγραφο του εγγράφου αυτού ζήτησε και έλαβε η ενάγουσα από το ΔΣΑ στις 21-9-2007,το οποίο απέστειλε στην εναγομένη στις 24-9-2007 με φαξ και στις 26-9-2007 ταχυδρομικώς, μαζί με το από 21-9-2007 σημείωμα της, στο οποίο αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Σας στέλνω τη γνωμοδότηση (αριθμ. πρωτ. 1227) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σχετικά με το θέμα μου, σε περίπτωση που δεν την έχετε πάρει ακόμη. Επειδή δεν ρωτήσατε, όπως με είχατε ενημερώσει σχετικώς για τα παραστατικά που χρειάζονται για τις άδειες όπως επίσης και για την άδεια μετ' αποδοχών που δικαιούμαι λόγω της κατάστασης μου, ζήτησα διευκρινίσεις από τη Νομική Υπηρεσία και τον συντάξαντα τη γνωμοδότηση δικηγόρο κ. Κ., όπως επίσης και τον ασφαλιστικό μου φορέα Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών, οι οποίοι με διαβεβαίωσαν τα εξής: Α)Οι βεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού μου είναι αρκετές για την χορήγηση αδειών. Δεν απαιτούνται άλλα έγγραφα. Β)Σε περίπτωση επιπλοκών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου, που βεβαιώνονται από τον ιατρό μου, δικαιούμαι άδεια μετ' αποδοχών, δεν καταβάλλεται σε μένα κανένα ποσό από το Ταμείο Πρόνοιας. Όλα τα παραπάνω μπορείτε να τα διευκρινίσετε με τους ανωτέρω αρμοδίους για τα θέματα αυτά". Ο περιεχόμενος στα παραπάνω από 2-10-2007 και 7-11-2007 έγγραφα καταγγελίας της σύμβασης ισχυρισμός της εναγομένης ότι στις 19-9-2007 (οπότε και έληξε ο πρώτος μήνας της αναρρωτικής άδειας της ενάγουσας) και ενώ ανέμενε να επιστρέψει η ενάγουσα στην εργασία της, δεν εμφανίσθηκε, ούτε την ενημέρωσε για τη λήψη νέας αναρρωτικής άδειας, αλλά σίγησε πλήρως, απαξιώνοντας να την ενημερώσει στο ελάχιστο και ότι η προσπάθεια των αρμοδίων υπαλλήλων του Οργανισμού να επικοινωνήσουν μαζί της δεν επέφεραν καρπούς, γιατί δεν απαντούσε στις κλήσεις τους, μέχρι και την 2-10-2007, οπότε κοινοποίησε στην ενάγουσα την με ίδια ημερομηνία (2-10-2007) καταγγελία της σύμβασης, δεν αληθεύει, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την αρμόδια υπάλληλο της εναγομένης, καθώς και με τον προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας, τους ο ποίους ενημέρωσε για τη συνέχιση των επιπλοκών στην εγκυμοσύνη της και ότι θα απέστελλε ταχυδρομικώς νέα βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της στην Αθήνα. Ανέμενε δε από την εναγομένη, μετά την απάντηση που θα ελάμβανε από το ΔΣΑ επί του ερωτήματος που είχε υποβάλει σε αυτόν με το παραπάνω από 2264/3-9-2009 έγγραφο της, να την ενημερώσει για τη διαδικασία που θα ακολουθούσε τελικά για την περίπτωση της και ποιες ενέργειες έπρεπε να γίνουν εκ μέρους της, για να λάβει την αναρρωτική άδεια που δικαιούνταν. Για το σκοπό δε αυτό (δηλαδή να λάβει την αναρρωτική άδεια που δικαιούνταν) και επειδή δεν είχε καμία ενημέρωση μέχρι εκείνη τη στιγμή από την εναγομένη, δικαιολογημένα, αναζήτησε και έλαβε από το ΔΣΑ αντίγραφο του 1227/10-9-2007 εγγράφου που απευθυνόταν προς την εναγομένη και το οποίο απέστειλε σε αυτήν, όπως προαναφέρθηκε, μαζί με το από 21-9-2007 σημείωμα της στις 24-9-2007 με φαξ και στις 26-9-2007 ταχυδρομικώς, αναγράφοντας στο εν λόγω σημείωμα και τα τηλέφωνα των αρμοδίων προσώπων (στο ΤΠΔΑ και στον ΔΣΑ) για να επικοινωνήσουν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης μαζί τους, προκειμένου να λυθεί πλέον το θέμα σχετικά με τον τρόπο χορήγησης των αναρρωτικών αδειών σε έγκυο δικηγόρο, που παρουσιάζει επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της και των δικαιολογητικών που απαιτούνταν εκ μέρους της ενάγουσας προκειμένου να της χορηγηθεί η αιτουμένη αναρρωτική άδεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την αίτηση της ενάγουσας για τον διορισμό της ως δικαστικής αντιπροσώπου στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 κατέθεσε μέσα Αυγούστου 2007 ο σύζυγός της, Χ. Σ., επίσης, δικηγόρος, μαζί με τη δική του, ελπίζοντας ότι μέχρι τότε θα μπορούσε να ασκήσει καθήκοντα. Όμως, επειδή το πρόβλημα της εγκυμοσύνης της υφίστατο και κατά το χρόνο της επίδοσης του διορισμού της (9-9-2007), αρνήθηκε τη παραλαβή του για λόγους υγείας και αντικαταστάθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου από τη δικηγόρο Αθηνών Μαρία-Τερέζα Πέπα, όπως προκύπτει από τη 1477/10-10-2007 βεβαίωση της γραμματέα του Αρείου Πάγου. Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, με τη 288/25-1-2007 αίτησή της προς την εναγομένη, ζήτησε να καταβάλει σε αυτήν τα δύο επιδόματα που καταβάλει σε όλο το προσωπικό του Οργανισμού και συγκεκριμένα: α) το επίδομα ειδικής παροχής ποσού 176 ευρώ μηνιαίως και β) το επίδομα ειδικών λογαριασμών ποσού 302 ευρώ μηνιαίως. Επειδή η εναγομένη δεν έλαβε απόφαση επί της αίτησης αυτής, η ενάγουσα επανήλθε με την 1193/24-4-2007 αίτησή της, απευθυνόμενη προς τη Διεύθυνση Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών της ΟΚΑΑ ΑΕ, με κοινοποίηση το γραφείο του Διευθύνοντος Συμβούλου Χ. Λ., ζητώντας να καταβληθούν και σε αυτή τα ως άνω δύο επιδόματα από την ημερομηνία πρόσληψής της. Η ενάγουσα, επειδή και μετά την υποβολή και της δεύτερης αίτησης δεν έλαβε απάντηση από την εναγομένη, επανήλθε με την από 24-9-2007 τρίτη κατά σειρά αίτηση για το ίδιο θέμα. Στην αίτηση αυτή η ενάγουσα, αφού αναφέρεται στο λόγο για τον οποίο δικαιούται να λάβει και αυτή τα άνω δύο επιδόματα, καταλήγει κατά λέξη ως εξής: "Εν όψει αυτών σας καλώ και πάλι να απαντήσετε άμεσα στο εν λόγω αίτημά μου και να με ενημερώσετε για τις ενέργειες στις οποί ες έχετε προβεί σχετικά με το θέμα αυτό καθώς και αν υπάρχει έγγραφη εισήγηση του Οικονομικού Διευθυντή του Οργανισμού, καθώς εξ όσων γνωρίζω έχει απαντήσει αρνητικά-τουλάχιστον προφορικά. Τέλος, σας δηλώνω ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει απάντηση εντός 10 ημερών, θα θεωρήσω την άρνησή σας αυτή ως σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός μου και ούτω θα προσφύγω προς προάσπιση των δικαιωμάτων μου κατά παντός υπευθύνου ενώπιον κάθε αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής και με κάθε νόμιμη διαδικασία, αστική, πειθαρχική και ποινική". Επί της αιτήσεως αυτής της ενάγουσας, η εναγομένη απάντησε με το από 1-10-2007 έγγραφό της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών που υπογράφεται από το Διευθυντή Λ. Ε., που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 10-10-2007, δηλαδή μετά την παραπάνω από 2-10-2007 ανυπόστατη καταγγελία της σύμβασης, με το οποίο κοινοποιήθηκε σε αυτήν η 2420/1-10-2007 αρνητική γνωμοδότηση του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της ΟΚΑΑ ΑΕ, Γ. Π. την οποία η εναγομένη έκανε αποδεκτή. Στην παραπάνω από 2-10-2007 ανυπόστατη καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, καθώς και στην από 7-11-2007 καταγγελία αυτής, που επακολούθησε, η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, ως σπουδαίους λόγους επικαλέστηκε: α) τη πλημμελή παρουσία της ενάγουσας στον Οργανισμό καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας της με την ΟΚΑΑ ΑΕ, β) την απροθυμία αυτής να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία και για τη λήψη αναρρωτικής άδειας παρά τις επανειλημμένες σχετικές συστάσεις των εκπροσώπων της ΟΚΑΑ ΑΕ, γ) την αδικαιολόγητη απουσία της ενάγουσας μετά την παρέλευση του χρόνου της αναρρωτικής άδειας της, δ) την ανομιμοποίητη και εν αγνοία της ΟΚΑΑ ΑΕ παραλαβή εγγράφου από την ενάγουσα, που απευθυνόταν στην ΟΚΑΑ ΑΕ, ε) την απροθυμία αυτής να επικοινωνήσει με τους υπαλλήλους του Οργανισμού προς ενημέρωση για το λόγο και τη διάρκεια της απουσίας της και στ) το απαράδεκτο ύφος που επέλεξε για να επικοινωνεί με τον οργανισμό και δη της από 26-9-2007 αίτησης που υπέβαλε στην εναγομένη ΟΚΑΑ ΑΕ, με την οποία, όπως αναφέρεται στη καταγγελία, υπερέβη κατά πολύ τα εσκαμμένα και με ύφος ιταμό, απείλησε ότι θα προσφύγει όχι κατά του Οργανισμού, αλλά ατομικά κατά παντός υπευθύνου, ακόμη και αστικά ή και ποινικά, ότι τέτοιου ύφους και έντασης εξώδικο δεν έχει λάβει ποτέ ο Οργανισμός, πολύ περισσότερο ως αίτηση υπαλλήλου του, ότι η ενάγουσα στρέφεται ευθέως κατά του Διευθυντή Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών Λ. Ε., γιατί απάντησε αρνητικά στο αίτημα της και ότι κατά αυτόν τον τρόπο, δεν προασπίζει τα δικαιώματά της, αλλά απειλεί ευθέως τους αρμοδίους, ώστε να ικανοποιήσουν το αίτημά της, και βεβαίως καθιστά προδήλως αδύνατη τη συνεργασία σε καλό και ομαδικό πνεύμα που πρέπει να διέπει τον Οργανισμό. Από τους λόγους αυτούς οι με στοιχεία α, β, γ, δ και ε λόγοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία. Εξάλλου, από το άνω ιδιαίτερα αυστηρό ύφος της από 26-9-2007 αίτησης της ενάγουσας, το οποίο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, αφού, η εναγομένη δεν είχε απαντήσει στις δύο προηγούμενες αιτήσεις της ενάγουσας, με τις οποίες επεδίωξε την ικανοποίηση ιδιωτικών της δικαιωμάτων, τα οποία κρίθηκαν βάσιμα, όπως αναφέρεται κατωτέρω στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι από το γεγονός αυτό δεν έχει οπωσδήποτε αντικειμενικά κλονισθεί η σχέση εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας ως δικηγόρου της, ώστε να καθίσταται, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από την εναγομένη, στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις,η περαιτέρω εξακολούθηση της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Υπό τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, οι ως άνω υπό στοιχεί αα έως και στ περιεχόμενες στη καταγγελία αιτιάσεις της εναγομένης είναι αβάσιμες και δεν συνιστούν σπουδαίους λόγους για την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Αντίθετα από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείχθηκε ό τι η καταγγελία της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής, αποφασίσθηκε από τους υπευθύνους της εναγομένης ενόψει της εγκυμοσύνης της ενάγουσας και των επιπλοκών που παρουσίασε, για να μη επιβαρυνθεί η εταιρεία με την αμοιβή άλλου δικηγόρου για τον χειρισμό των υποθέσεών της κατά το διάστημα που η ενάγουσα θα απουσίαζε με αμειβόμενη άδεια κύησης ή λοχείας. Επομένως η ως άνω από 7-11-2007 (κοινοποιηθείσα στην ενάγουσα στις 14-11-2007) καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της συνδέουσας αυτή με την ενάγουσα δικηγόρο, έγκυο γυναίκα, σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, είναι, σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιθέμενες διατάξεις των άρθρων 15 του ν. 1483/1984 και 10 του π.δ 176/1997,απόλυτα άκυρη, εφόσον έγινε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο που πρόβαλε με έφεση η αναιρεσίβλητη, ως κατ' ουσία βάσιμο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας για τον εκτεθέντα λόγο, επιδίκασε υπέρ της αναιρεσίβλητης αντιμισθίες υπερημερίας από 14-11-2007 μέχρι 8-1-2008. Έτσι που έκρινε το ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο), διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων. Δεν ήταν δε ανάγκη να εξετάσει το Εφετείο αν όλες μαζί οι αποδιδόμενες εκ μέρους της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη αιτιάσεις, συνδυαζόμενες και μεταξύ τους, συνιστούσαν σπουδαίους λόγους καταγγελίας της σύμβασης της έμμισθης εντολής, και αυτό γιατί, προεχόντως όλες οι ως άνω αιτιάσεις πλην της τελευταίας, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν βάσιμες, ώστε να τίθεται τέτοιο ζήτημα από κοινού έρευνας αυτών για το αν αποτελούν ή όχι σπουδαίους λόγους καταγγελίας της εκτεθείσας σύμβασης, ως προς δε τη τελευταία αιτίαση το Εφετείο έκρινε με πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι το επιδειχθέν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ύφος κατά τη διεκδίκηση των αιτημάτων της, δεν μπορούσε να οδηγήσει στη κρίση ότι εκλόνισε αντικειμενικά τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, αφού ληφθεί υπόψη και η αδιαφορία που επέδειξε πρώτη να απαντήσει στη δεύτερη στο κατά πόσο ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει αυτά. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, καθώς και αυτή στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ,

Απορρίπτει την από 22-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 4751/ 2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.

Δείτε επίσης τη μεγάλη εορταστική προσφορά του κόμβου.

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.

Δείτε επίσης τη μεγάλη εορταστική προσφορά του κόμβου.

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.

Δείτε επίσης τη μεγάλη εορταστική προσφορά του κόμβου.

Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.

Δείτε επίσης τη μεγάλη εορταστική προσφορά του κόμβου.

Πρόσφατες αποφάσεις στην κατηγορία Εργατικά - Απασχόληση

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.

Δείτε επίσης τη μεγάλη εορταστική προσφορά του κόμβου.


Σχετικές ειδήσεις άρθρα


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.

Δείτε επίσης τη μεγάλη εορταστική προσφορά του κόμβου.

Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης



Word!

export to word

Add to library!

click here to add to library

Clip!

Clippy clip

Revisions!

this circ has revisions

Email!

email to a friend

PDF!

print to pdf

First tab!

the first tab

second tab!

the second tab

third tab!

the third tab

fourth tab!

the fourth tab

sixth tab!

the sixth tab

seventh tab!

the seventh tab

eighth tab!

the eighth tab