Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΤΕΛΙΚΟ - ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ- ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΤΕΛΙΚΟ - ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ- ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»


ΤΕΛΙΚΟ - ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ- ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ

Taxheaven
Αποφάσεις - αρθρογραφία
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ  ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

«ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»



Α. ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Η Ελληνική οικονομία στα τρία χρόνια εφαρμογής του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής έχει καταφέρει να επιτύχει αξιοθαύμαστα επιτεύγματα που έχουν διορθώσει στρεβλώσεις ετών και έχουν θέσει τις βάσεις για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας. Στο διάστημα αυτό επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ ταυτόχρονα προωθήθηκαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας, μείωσαν το μοναδιαίο κόστος εργασίας και εξάλειψαν το τεράστιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μέσω της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου.
Το σημαντικότερο επίτευγμα των τελευταίων τριών ετών είναι η πρωτοφανής για αναπτυγμένη χώρα δημοσιονομική προσαρμογή που επιτεύχθηκε σε ένα περιβάλλον βαθιάς ύφεσης. Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης από το 15,6% το 2009 έπεφτε σταθερά τα τρία τελευταία χρόνια και το 2012 μειώθηκε σε όρους καθαρής δημοσιονομικής επίδοσης στο 6,0% (το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης που ανακοινώθηκε από την Eurostat στις 22.4.2013 ανέρχεται στο 10% του ΑΕΠ, αλλά περιλαμβάνει μία εφάπαξ επίδραση της στήριξης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ύψους περίπου 4% του ΑΕΠ) έναντι στόχου για έλλειμμα 6,6% του ΑΕΠ στον Προϋπολογισμό του 2012. Το έλλειμμα μειώθηκε κατά 3,8% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2011 (9,8% του ΑΕΠ), ενώ το πρωτογενές έλλειμμα κατά το 2012 μειώθηκε στο 1% του ΑΕΠ έναντι 2,7% του ΑΕΠ που ήταν το 2011 και 10,5% του ΑΕΠ το 2009. Το κυκλικό προσαρμοσμένο αποτέλεσμα αναμένεται να μειωθεί από έλλειμμα -19,1% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα της τάξης του 0,2% το 2013 και σε πλεόνασμα της τάξης του 1,6% το 2016. Το κυκλικό προσαρμοσμένο πρωτογενές αποτέλεσμα αναμένεται να μειωθεί από έλλειμμα -13,6% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα της τάξης του 4,3% το 2013 και σε πλεόνασμα της τάξης του 6,1% το 2016..
Τον Μάρτιο του 2012, η Ελληνική Κυβέρνηση ολοκλήρωσε την εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων κατ’ εφαρμογή του ν. 4050/2012 (Α’ 36) και το Δεκέμβριο του 2012 την επαναγορά ομολόγων, με αποτέλεσμα τη σημαντική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Eurostat στις 22.4.2013, το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 355 δισ. ευρώ το 2011 σε περίπου 304 δισ. ευρώ το 2012, ή σε ποσοστό του ΑΕΠ, από 170,3% το 2011 σε 156,9% το 2012. Μακροπρόθεσμα προβλέπεται περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους, όπου το 2022 θα κατέλθει σε ποσοστό κάτω του 110% του ΑΕΠ.
Το 2013 αναμένεται να είναι το τελευταίο έτος της ύφεσης και από το τέλος του τρέχοντος έτους αναμένεται η μεταβολή του ΑΕΠ να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς. Η πρώτη εκτίμηση για το 2012 έδειξε ότι η ύφεση κινήθηκε στα επίπεδα του -6,4% παρόλη τη θετική επίδραση που είχε ο εξωτερικός τομέας. Για το 2013, το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί κατά 4,2% και το 2014 θα είναι η πρώτη χρονιά ανάπτυξης σε ποσοστό 0,6%, ενώ για τα επόμενα χρόνια το ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξάνεται σταθερά. Η απασχόληση προβλέπεται να ακολουθήσει την ίδια πορεία με το ΑΕΠ και από το επόμενο έτος το ποσοστό της ανεργίας αναμένεται ότι θα αρχίσει να μειώνεται από το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο που βρίσκεται τώρα (26,0% το τέταρτο τρίμηνο του 2012). Αναφορικά με το επίπεδο τιμών, η Ελλάδα είναι εδώ και αρκετούς μήνες η χώρα με τον χαμηλότερο εναρμονισμένο πληθωρισμό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ για το τρέχον και το επόμενο έτος η μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή προβλέπεται να είναι αρνητική.
Ο εξωτερικός τομέας της χώρας βελτιώνεται με γοργούς ρυθμούς, όπως καταγράφεται στο ισοζύγιο πληρωμών. Το 2012 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 5,6 δις € ή 2,9% του ΑΕΠ, έναντι 9,9% του ΑΕΠ το 2011 και 14,6% του ΑΕΠ το 2008. Το 2014 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να μηδενιστεί το 2014 και από το 2015 να περάσουμε σε πλεόνασμα.
Παράλληλα με τη δημοσιονομική εξυγίανση, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προωθήσει ένα ευρύ πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτών των αλλαγών στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στις τιμές των προϊόντων έχουν αρχίσει να γίνονται ήδη ορατά. Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν φέρει τα πρώτα αποτελέσματα και το μοναδιαίο κόστος εργασίας έχει μειωθεί κατά 10,9% για το σύνολο της οικονομίας και κατά 16,1% για τον επιχειρηματικό τομέα την τριετία 2010-2012, ενώ αναμένεται περαιτέρω βελτίωση αυτό και το επόμενο έτος.
Το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής περιλαμβάνει κατά το τρέχον και το επόμενο έτος παρεμβάσεις που συνήθως δεν έχουν άμεσα μετρήσιμα αποτελέσματα, συνεισφέρουν όμως μεσοπρόθεσμα στη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αφορούν την κοινωνική ασφάλιση, την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων, τις παρεμβάσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών, στις μεταρρυθμίσεις στον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης, την απελευθέρωση στον τομέα της ενέργειας, την απλοποίηση των διαδικασιών στην επιχειρηματικότητα και τη μείωση της γραφειοκρατίας, τις παρεμβάσεις στον κλάδο της υγείας (με σημαντικό δημοσιονομικό όφελος), τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος με σκοπό να γίνει δικαιότερο και πιο απλό, την αποτελεσματικότερη οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εξυγίανση των δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων. Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση προωθεί ένα ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, που όχι μόνο θα αποτελέσουν μία σημαντική πηγή εσόδων, αλλά και θα τονώσουν περαιτέρω τον ανταγωνισμό.

Στο παρόν σχέδιο νόμου περιλαμβάνονται σημαντικές παρεμβάσεις που αφορούν κυρίως:


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α’: Τροποποίηση διατάξεων Ν.Δ. 356/1974, ν. 2238/1994, ν. 2859/2000

Στόχος της παραγράφου Α. του νόμου είναι η εξυγίανση των φορολογικών διαδικασιών εν γένει και η αποφυγή της απόκλισης από τον τεθέντα στόχο για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η αποτελεσματικότερη είσπραξη των οφειλών, η επιτάχυνση των διαδικασιών και η προώθηση της οικειοθελούς συμμόρφωσης των φορολογουμένων συμβάλλουν αποφασιστικά στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων και στη δημιουργία μίας φορολογικής διοίκησης φιλικής προς τον πολίτη.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β’ : Οργανωτικές διατάξεις Υπουργείου Οικονομικών

Στόχος των υποπαραγράφων Β2-Β10, της Παραγράφου Β’ του νόμου, είναι η αναδιοργάνωση της πολιτικής και της διαχείρισης των Κρατικών ενισχύσεων με τη σύσταση Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων και δικτύου αποκεντρωμένων μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων στα Υπουργεία και στους Δημόσιους Φορείς.
Η Κεντρική Μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης εντάσσεται στο Υπουργείο Οικονομικών δεδομένου ότι, στο πλαίσιο του σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής, είναι αρμόδιο για τη μη διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς διαμέσου της τήρησης των κανόνων του δικαίου περί ανταγωνισμού της ΕΕ, αφού οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί είτε να συνιστούν κρατικές δαπάνες είτε να επηρεάζουν τα κρατικά έσοδα.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ’ - Ρύθμιση της παροχής εκτιμητικών υπηρεσιών

Με τις διατάξεις της παραγράφου Γ’, ρυθμίζεται η πρόσβαση και η άσκηση του επαγγέλματος του πιστοποιημένου εκτιμητή, σε εναρμόνιση προς τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3919/2011 (Α’ 32).
Οι συνθήκες διαμόρφωσης της ζήτησης και η ανάπτυξη των υπηρεσιών εκτίμησης αξιών σε νέα πεδία δεν συνάδουν με τη λειτουργία του Ειδικού Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (στο εξής: Σ.Ο.Ε.), υπό τη σημερινή του μορφή, το οποίο σχεδιάσθηκε και κλήθηκε να υπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό τη δεκαετία του ’70, ιδίως εν όψει και των νέων οικονομικών συνθηκών. Το εκτιμητικό έργο δεν ασκείται από το Σ.Ο.Ε. αυτό καθαυτό, αλλά από τους Ορκωτούς Εκτιμητές - φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι αποτελούν υποχρεωτικά μέλη του και οργανώνονται μέσω ενός ΝΠΙΔ σωματειακού χαρακτήρα. Ωστόσο, το Σ.Ο.Ε. επεμβαίνει καθοριστικά στην άσκηση των εργασιών των μελών του.
Όπως καταδεικνύει η διεθνής εμπειρία, οι εκτιμητικές υπηρεσίες διοργανώνονται βάσει ανοιχτών οργανωτικών σχημάτων με έμφαση κυρίως στην εξειδίκευση. Υπό τα ως άνω δεδομένα και τη διεθνή εμπειρία το προβλεπόμενο σήμερα καθεστώς πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα, η πρόσβαση στη συγκεκριμένη δραστηριότητα πρέπει να είναι ελεύθερη σε όλους όσοι έχουν τα κατάλληλα προσόντα και είναι πιστοποιημένοι για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος. 


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ’ : Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητος Υπουργείου Οικονομικών

Με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Δ.2. και Δ.3. ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την οριοθέτηση του πλαισίου εταιρειών ή δικαιωμάτων που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, ώστε να μπορέσει να υλοποιηθεί εντός των χρονοδιαγραμμάτων που έχουν προβλεφθεί για την υλοποίηση αυτών.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε’ - Διατάξεις εφαρμογής ν. 3919/2011

Με τις διατάξεις της παραγράφου Ε’ εξασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για τις περιπτώσεις επαγγελμάτων και οικονομικών δραστηριοτήτων, στις οποίες οι περιορισμοί πρόσβασης ή και άσκησης επαγγέλματος έχουν εισαχθεί με γνώμονα την εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να εισάγουν διακρίσεις και αποτελούν το πρόσφορο και αναγκαίο μέσο και ανάλογο προς τη σπουδαιότητα του σκοπού αυτού. Η τεκμηρίωση των ανωτέρω έχει προκύψει έπειτα από επιστημονική έρευνα νομικής και οικονομικής φύσης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ’: Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου ΣΤ’ επιτυγχάνεται η επίσπευση των πειθαρχικών διαδικασιών. Διασφαλίζεται η σύντομη κίνηση και ολοκλήρωση της διαδικασίας απονομής της πειθαρχικής ευθύνης προς όφελος τόσο της υπηρεσίας όσο και του πειθαρχικά υπόλογου υπαλλήλου. Τέλος, ρυθμίζονται θέματα της κινητικότητας των υπαλλήλων των ΝΠΙΔ, σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. 


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ’ - Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2011/7 της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές

Σκοπός της παραγράφου Ζ’ είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, αφενός μεταξύ επιχειρήσεων, αφετέρου μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνιστά και μία από τις δέκα αρχές στην Ανακοίνωση της Επιτροπής της 25ης Ιουνίου 2008 με τίτλο «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» (Small Business Act) για την Ευρώπη, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί, κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ειδικά των μικρών και μεσαίων.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι - Ρυθμίσεις  θεμάτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

Με τις εισαγόμενες διατάξεις, με τις οποίες συμπληρώνεται το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), επιδιώκεται η αντιμετώπιση τόσο τρεχόντων θεσμικών κατά βάση ζητημάτων που έχουν προκύψει από την έως τώρα εφαρμογή του, όσο και η βέλτιστη κατά το δυνατό διαχείριση μιας σύνθετης και κρίσιμης κατάστασης που περιλαμβάνει υποχρεώσεις, στις οποίες θα πρέπει άμεσα και με συνέπεια να ανταποκριθεί η χώρα συνολικά. Έτσι βασικός στόχος και επιδίωξη των εν λόγω ρυθμίσεων είναι η αύξηση των εισροών του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.ΑΓ.Η.Ε. Α.Ε. για την πληρωμή της ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α και η επιβράδυνση της περαιτέρω επιβάρυνσής του, καθώς και η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου ΑΠΕ. Η μη άμεση αντιμετώπιση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε. θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανυπολόγιστη ζημία τόσο στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, όσο και συνολικά στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και κατ΄επέκταση στην ίδια την εθνική Οικονομία.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ - Εθνικός Συντονιστής για την καταπολέμηση της διαφθοράς

Η καταπολέμηση της διαφθοράς αποτελεί καθοριστικής σημασίας παράγοντα  για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ Κράτους  και Πολιτών, για την αποτελεσματική και χρηστή λειτουργία των θεσμών καθώς και για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Για την Ελλάδα η διαφθορά συνιστά  ένα σοβαρό  και διαχρονικό  πρόβλημα  εξ αιτίας του οποίου, αφενός υποβαθμίζεται η αξιοπιστία των δημοσίων υπηρεσιών  και το επίπεδο εξυπηρέτησης που αυτές παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο και αφετέρου επιβαρύνεται η εθνική οικονομία. Μια συστημική προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος της διαφθοράς απαιτεί τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης δημόσιας πολιτικής, η οποία να επεμβαίνει τόσο στην πρόληψη, όσο και στην αντιμετώπιση του φαινομένου, μέσω συνεκτικών δράσεων, την αποτροπή των αιτιών της διαφθοράς (πρόληψη), τον εντοπισμό υφιστάμενων εστιών διαφθοράς και εξάλειψη αυτών, ποινική δίωξη και επιβολή κυρώσεων, ευαισθητοποίηση και αλλαγή της συμπεριφοράς και της αντίληψης στα σχετικά θέματα αλλά και ισχυρούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου. Στο  ευρύ φάσμα των ως άνω επεμβάσεων εμπλέκεται το σύνολο των Υπουργείων και το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων υπηρεσιών.


Β. Επί των άρθρων

Άρθρο πρώτο

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.:
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Ν.Δ. 356/1974, Ν.2238/1994, Ν.2859/2000


Υποπαράγραφος Α.1. - Διατάξεις για την πάγια ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών
Υποπαράγραφος Α.2. Διατάξεις για την πάγια ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών

Με τις προτεινόμενες στις υποπαραγράφους Α.1. και Α.2. για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών διατάξεις επιδιώκεται η αναμόρφωση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου ρυθμίσεων/διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα Τελωνεία του Κράτους με σκοπό τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού συστήματος ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής για την αποπληρωμή των ληξιπροθέσμων οφειλών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή δυσχερή οικονομική συγκυρία αλλά και την ανάγκη εδραίωσης μιας σύγχρονης αντίληψης φορολογικής συμμόρφωσης.
Σκοπός των νέων διατάξεων είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών είσπραξης ληξιπροθέσμων οφειλών από τη φορολογική διοίκηση, αλλά και η παροχή κινήτρων για την άμεση και συστηματική εξόφληση των ληξιπροθέσμων οφειλών.
Ειδικότερα για τις βεβαιωμένες έως και την 31.12.2012 οφειλές, παρέχεται η δυνατότητα στους οφειλέτες, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής ύφεσης, είτε να τις εξοφλήσουν εφάπαξ με έκπτωση κατά 50% στις μέχρι την 31.12.2012 προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ή να υπαχθούν σε προγράμματα τμηματικής καταβολής μέχρι σαράντα οκτώ (48) ισόποσων μηνιαίων δόσεων, με ταυτόχρονη απαλλαγή των εν λόγω προσαυξήσεων κατά ποσοστό που βαίνει μειούμενο, όσο αυξάνεται ο αριθμός των δόσεων .
Η ρύθμιση αυτή κρίνεται απαραίτητη, ως ύστατη ευκαιρία, αφ’ ενός λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας πολλών φορολογούμενων (φυσικών και νομικών προσώπων) να ανταποκριθούν άμεσα στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο και προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρμετρη επιβάρυνση των μικρών απαιτήσεων με δικαστικά έξοδα που δημιουργούνται με την εντατικοποίηση των ενεργειών αναγκαστικής είσπραξης και αφ’ ετέρου λόγω των επιτακτικών δημοσιονομικών αναγκών για άμεση αύξηση των εσόδων.
Επιπλέον, στα πλαίσια αντιμετώπισης των πολιτών και των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, οι μικροοφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μόνοι τους το ποσό της μηνιαίας δόσης που δύνανται να καταβάλουν, ενώ για τις μεγαλύτερες οφειλές, απαιτείται, ανάλογα με το ύψος αυτών, προσκόμιση επιχειρηματικού σχεδίου που να αποδεικνύει την οικονομική αδυναμία και τη βιωσιμότητα της ρύθμισης, ή και παροχή εγγυήσεων και εμπραγμάτων ασφαλειών για τη διασφάλιση της οφειλής, ως προϋπόθεση για την παροχή ρύθμισης.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις της ρύθμισης βοηθούν τους συνεπείς οφειλέτες που αντιμετωπίζουν πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους σε λίγες ή πολλές δόσεις ανάλογα με την οικονομική δυνατότητά τους και ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να δημιουργήσουν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη και γενικότερα από το να μην είναι συνεπείς στις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις τους.
Επίσης, η ρύθμιση είναι αρκετά ευέλικτη, ώστε ο οφειλέτης που για οποιοδήποτε λόγο δεν εντάχθηκε μέχρι την ημερομηνία λήξης της πρώτης δόσης, να δύναται να ενταχθεί μεταγενέστερα, σε λιγότερες δόσεις και με καταληκτική ημερομηνία ρύθμισης την 30.06.2017 και να τύχει των ευεργετημάτων της ρύθμισης.
Παράλληλα όμως με τα ευεργετήματα για τον οφειλέτη, το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβαίνει σε ενέργειες και μέτρα που διασφαλίζουν τα συμφέροντά του.
Πέραν της ανωτέρω ρύθμισης τελευταίας ευκαιρίας, παρέχεται η δυνατότητα στους οφειλέτες που είναι συνεπείς στις λοιπές υποχρεώσεις τους αλλά αδυνατούν να εξοφλήσουν εμπρόθεσμα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους να υπαχθούν σε πρόγραμμα τμηματικής καταβολής 12 δόσεων, που δύναται να ανέλθουν στις 24 σε περιπτώσεις έκτακτης και μη αναμενόμενης οφειλής.
Οι οφειλέτες δύνανται να ενημερώνονται για τις δυνατότητές τους, να υποβάλουν την αίτηση και να ολοκληρώνουν τη διαδικασία εν όλω ή εν μέρει ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτύου, ανάλογα με το ύψος της οφειλής, χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία στη Δ.Ο.Υ. ή στο Τελωνείο.
Μέχρι την οριστική εφαρμογή της πάγιας ρύθμισης, ορίζεται μεταβατικό στάδιο ισχύος των προηγούμενων ρυθμίσεων.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση, τα κριτήρια υπαγωγής στη ρύθμιση ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα και τη βιωσιμότητα της επιχείρησης,  η παροχή εγγυήσεων και διασφαλίσεων και οι εν γένει λεπτομέρειες εφαρμογής της όλης διαδικασίας μέσω διαδικτύου και στις Δ.Ο.Υ. και στα Τελωνεία θα καθοριστούν με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που του παρέχεται με την περίπτωση 15 της υποπαραγράφου Α.1. και την περίπτωση 16 της υποπαραγράφου Α.2.


Υποπαράγραφος Α.3. - Διάκριση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης
Υποπαράγραφος Α.4.  - Διαγραφή των οφειλών προς το Δημόσιο

Με τις προτεινόμενες υποπαραγράφους Α.3. και Α.4. επαναδιατυπώνονται τα άρθρο 82 και 82 Α του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, όπως το τελευταίο προστέθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3943/2011. Προηγούνται για λόγους συστηματικούς οι διατάξεις για τη διάκριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης και ακολουθούν οι διατάξεις για τη διαγραφή των οφειλών. 

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου Α.3. σκοπείται η επιτάχυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης των επί σειρά ετών σωρευμένων ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο από εκείνες που πραγματικά και εμπεριστατωμένα θεωρούνται επισφαλείς, προκειμένου  το Δημόσιο να διαθέτει μια ολοκληρωμένη, διαφανή, αποτελεσματική και ελέγξιμη διαδικασία είσπραξης των οφειλών, βάσει της οποίας θέτει στόχους και  λογοδοτεί, λαμβάνοντας υπόψη και τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα V_2_EΛΛ του ν. 4046/2012. Περαιτέρω οι διατάξεις αυτές εναρμονίζονται με τις νομοθετικές μεταβολές που επήλθαν μετά την ψήφιση των τροποποιούμενων διατάξεων, όπως η σύσταση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και η σύσταση της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, ως ειδικής αποκεντρωμένης υπηρεσίας, αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλών. 
Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις επέρχονται οι παρακάτω μεταβολές: απλουστεύεται η διαδικασία και εξοικονομείται χρόνος για την υποβολή της ανωτέρω πρότασης με την κατάργηση της σύνθετης και χρονοβόρου διαδικασίας ανάρτησης αυτής στο Διαδίκτυο, καθόσον κρίνεται σκόπιμη η διασφάλιση της μη γνωστοποίησης στον οφειλέτη των αποτελεσμάτων της κινηθείσας διαδικασίας, καθόσον η γνώση αυτής δύναται να αποτελέσει κίνητρο για τον οφειλέτη μεθοδευμένα να αποκρύψει περιουσιακά στοιχεία και την ενδεχόμενη επιχειρηματική του δραστηριότητα. Περαιτέρω, επιταχύνεται η διαδικασία εκκαθάρισης των σωρευμένων ληξιπροθέσμων οφειλών με την κατάργηση του προβλεπόμενου χρόνου της εικοσαετίας, που παρέτεινε τον ισχύοντα χρόνο παραγραφής αυτών.
Στην περίπτωση 2 ορίζεται η διαδικασία και το όργανο έκδοσης των πράξεων χαρακτηρισμού των οφειλών ως επιδεκτικών ή ανεπίδεκτων είσπραξης και η καταχώριση των απαιτήσεων αυτών μετά το χαρακτηρισμό τους σε ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης. Στις περιπτώσεις που η συνολική βασική οφειλή υπερβαίνει το ποσό του ενάμισυ εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ απαιτείται για το χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτων είσπραξης η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.  
Παρέχεται επίσης η δυνατότητα στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη Κλιμακίου ή Τμήματος ή Διεύθυνσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στις περιπτώσεις που η συνολική βασική οφειλή είναι μικρότερη του 1.500.000 ευρώ. 
Στην περίπτωση 3 ορίζονται οι συνέπειες της καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη  λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση και προβλέπεται ρητά ότι το Δημόσιο διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά του για την είσπραξη της οφειλής ή συμψηφισμού της και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.
Με την περίπτωση 4 ορίζεται ότι εντός της 10ετίας, μετά την παρέλευση της οποίας παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου, οφειλή που έχει καταχωρισθεί ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν διαπιστωθεί με νέα στοιχεία ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής ικανοποίησης της, είτε από τον οφειλέτη είτε από συνυπόχρεο πρόσωπο.
Στην περίπτωση 5 ορίζεται ότι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί με απόφασή του να εκχωρεί τις αρμοδιότητές του  και  να ορίζει άλλα όργανα των φοροελεγκτικών υπηρεσιών ως αρμόδια για την υποβολή της σύμφωνης γνώμης της υποπερίπτωσης α’ της περίπτωσης 2, να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και να ορίζει κάθε σχετικό θέμα  με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών. Επίσης, μπορεί με απόφασή του που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να ορίζονται τα θέματα της μεταβολής των κριτηρίων και των προϋποθέσεων καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης καθώς και του επαναχαρακτηρισμού τους ως εισπράξιμων και των λοιπών σχετικών θεμάτων. 

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου Α.4. σκοπείται ο επαναπροσδιορισμός της διαδικασίας για τη διαγραφή των οφειλών προς το Δημόσιο υπό συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις και όρους.
Ειδικότερα με την περίπτωση 1 ορίζεται, ότι όσες από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές  προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με τη διαδικασία της υποπαραγράφου αυτές μπορούν να κριθούν διαγραπτέες και να διαγραφούν πριν από την παρέλευση της δεκαετίας εάν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες στην ίδια περίπτωση προϋποθέσεις, δηλαδή εάν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι κατά νόμο οριζόμενες ενέργειες της Φορολογικής Διοίκησης στην ημεδαπή και την αλλοδαπή και δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή απαιτήσεων αυτού έναντι τρίτων και έχει ολοκληρωθεί ήδη η ποινική διαδικασία σε βάρος των οφειλετών κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43).

Στην περίπτωση 2 ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες κατ’ εξαίρεση χωρεί  διαγραφή χωρίς να απαιτείται η ολοκλήρωση των διαδικασιών της περίπτωσης 1. Αυτές οι περιπτώσεις αφορούν αποκλειστικά και μόνο οφειλές αποβιωσάντων που δεν καταλείπουν περιουσιακό στοιχείο και των οποίων οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά καθώς και οφειλές ανά φορολογούμενο μικρότερες του ποσού του εκάστοτε ελάχιστου ποσού φόρου από την καταβολή του οποίου απαλλάσσεται ο φορολογούμενος.

Στην περίπτωση 3 ορίζονται η διαδικασία και το όργανο έκδοσης των αποφάσεων διαγραφής των απαιτήσεων. Για τη διαγραφή των οφειλών αρμόδιο όργανο είναι το Ελεγκτικό Συνέδριο εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της προηγούμενης περίπτωσης 2 ή των περιπτώσεων που υπάρχει παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου. 

Στην περίπτωση 4 προβλέπεται η δυνατότητα εκκαθάρισης του χαρτοφυλακίου μέχρι το τέλος του 2013 με τη διαγραφή μικρών βασικών οφειλών που έχουν γεννηθεί πριν από το 1993 ύψους μέχρι 200 ευρώ ανά φορολογούμενο με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. 
Τέλος, στην περίπτωση 5 παρέχεται εξουσιοδότηση στο Γενικό Γραμματέα  Δημοσίων Εσόδων για τη ρύθμιση των ειδικότερων θεμάτων για τον τρόπο, τη  διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών και λοιπών, ενώ ορίζεται ότι για τη μεταβολή των κριτηρίων και των προϋποθέσεων καταχώρισή τους πρέπει να έχει διατυπωθεί πριν από την έκδοση της απόφασής τους η σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 


Υποπαράγραφος Α.5.: Τροποποίηση διατάξεων σχετικά με τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών

Με την αντικατάσταση του άρθρου 70 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος επιδιώκεται, κατά τα διεθνή πρότυπα, η κατά το δυνατόν αποφόρτιση των διοικητικών δικαστηρίων από υποθέσεις που μπορεί να επιλυθούν σε επίπεδο φορολογικής διοίκησης και, μάλιστα, σε σύντομες προθεσμίες. Γι αυτόν το λόγο προβλέπεται η αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκειμένου να αποφαίνεται επί αιτήσεων των φορολογουμένων από την 1.8.2013 και εφεξής. Η προσφυγή των φορολογουμένων στην εν λόγω υπηρεσία καθίσταται υποχρεωτική δια της υποβολής αιτήσεως στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη, η οποία και έχει τη νομική μορφή της ενδικοφανούς προσφυγής.
Το υποχρεωτικό της καταθέσεως ενδικοφανούς προσφυγής εξυπηρετεί δύο σκοπούς: πρώτον, επιλύει όσες υποθέσεις επιδέχονται άμεσης επιλύσεως και, δεύτερον, λειτουργεί ως στάδιο προελέγχου για εκείνες τις υποθέσεις που πρόκειται να εισαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης, έτσι ώστε να έχουν ήδη αναδειχθεί τα βασικά νομικά ζητήματα και να έχουν τεθεί υπό επεξεργασία τα πραγματικά ζητήματα, που χρήζουν τεχνικών αναλύσεων και παρατηρήσεων.
Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης στη φορολογική αρχή, η οποία, εν συνεχεία, διαβιβάζεται μαζί με τις απόψεις της και όλα τα σχετικά έγραφα στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης. Η απόφαση της Υπηρεσίας οφείλει να εκδοθεί ή να κοινοποιηθεί στο φορολογούμενο εντός εξήντα (60) ημερών, άλλως τεκμαίρεται, ότι έχει απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση του φορολογούμενου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου που εξέδωσε η Φορολογική Αρχή είναι απαράδεκτη. Ως παραδεκτή νοείται μόνον η άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης ή της σιωπηρής απόρριψης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Περαιτέρω, επιδίωξη της ως άνω διατάξεως συνιστά η είσπραξη δημοσίων εσόδων, τα οποία μέχρι τούδε έχει κατασταθεί άκρως δυσχερές να εισπραχθούν ή - πάντως - εισπράττονται με μεγάλες καθυστερήσεις. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με την άμεση βεβαίωση της οφειλής σε ποσοστό 50% επί του αμφισβητούμενου από το φορολογούμενο ποσού που αναγράφεται στην πράξη, το οποίο και εισπράττεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Η βεβαίωση και είσπραξη του ως άνω οφειλόμενου ποσού δεν θέτει εκποδών το δικαίωμα του φορολογούμενου να καταθέσει ενώπιον της Υπηρεσίας αίτημα αναστολής της πληρωμής που έχει βεβαιωθεί και οφείλεται, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Αρχή, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3 επιδιώκεται η τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του ισχύοντος άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., προκειμένου κατά βάση να επιτευχθεί η ομαλή μετάβαση από την Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, η οποία διατηρείται σε ισχύ μέχρι τις 31.7.2013, στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης η οποία τίθεται σε ισχύ από την 1.8.2013. Επιπλέον, το ως άνω άρθρο υπόκειται σε τροποποιήσεις που αφορούν την οριακή βελτίωση των ήδη ισχυουσών διαδικασιών καθώς και τη νομοτεχνική τακτοποίηση των διατάξεων αυτών για συστηματικούς λόγους.


Υποπαράγραφος Α.6. : Τροποποίηση των διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής επιδιώκεται η προώθηση της οικειοθελούς συμμόρφωσης των υποκείμενων στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Για το σκοπό αυτό ορίζεται ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλλουν ορθές περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, ακόμη και στην περίπτωση που αδυνατούν να καταβάλλουν το σύνολο του οφειλόμενου φόρου, καταβάλλοντας μόνο το συμβολικό ποσό των δέκα (10) ευρώ. Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό στην περίπτωση της εμπρόθεσμης δήλωσης θα βεβαιώνεται και θα καταβάλλεται σε δύο δόσεις στο τέλος του ίδιου και επόμενου αντίστοιχα μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η δήλωση. Το ποσό της δεύτερης δόσης επιβαρύνεται κατά δύο τοις εκατό (2%). Για την καταβολή του ποσού αυτού θα ακολουθούνται οι υφιστάμενες διαδικασίες για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών. Στην περίπτωση της εκπρόθεσμης δήλωσης το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό καταβάλλεται στο τέλος του μήνα για τον οποίο υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος.
Παράλληλα προβλέπεται ότι σε περίπτωση ελέγχου, δεν θα μειώνεται ο πρόσθετος φόρος κατά το συμβιβασμό, καθώς και ότι δεν θα παρέχεται η δυνατότητα καταβολής σε δόσεις του κύριου και πρόσθετου φόρου, τόσο στην περίπτωση επίτευξης συμβιβασμού μετά την καταβολή του 1/5, όσο και στην περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή, ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής. Επίσης προβλέπεται ότι ο φόρος που βεβαιώνεται με βάση έλεγχο δεν είναι δυνατόν να υπαχθεί σε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σύμφωνα με το ν. 2648/1998 περί διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων βεβαιωμένων οφειλών και κάθε άλλης ισχύουσας σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.
Με τον τρόπο αυτό κάθε επιχείρηση έχει όφελος να υποβάλλει ειλικρινείς περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, εκμεταλλευόμενη τις σχετικές διατάξεις για τμηματική καταβολή των ποσών που αδυνατεί να καταβάλλει με την υποβολή της δήλωσης. Παράλληλα η φορολογική διοίκηση θα γνωρίζει με περισσότερη ακρίβεια τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων και θα είναι σε θέση να επιδιώξει την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών με ασφαλέστερο τρόπο και ο ελεγκτικός μηχανισμός θα έχει τη δυνατότητα να επικεντρώσει τις προσπάθειές του στην καταπολέμηση της πραγματικής φοροδιαφυγής.

Ειδικότερα
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1, δίνεται η δυνατότητα υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ με την καταβολή τουλάχιστον δέκα (10) ευρώ, με ταυτόχρονη βεβαίωση και υποχρέωση καταβολής του υπόλοιπου οφειλόμενου φόρου σε δύο δόσεις στην περίπτωση εμπρόθεσμης δήλωσης μέχρι το τέλος του ίδιου και του επόμενου αντίστοιχα μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η δήλωση και στην περίπτωση εκπρόθεσμης δήλωσης στο τέλος του μήνα για τον οποίο υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος.  Η δεύτερη δόση επιβαρύνεται κατά δύο τοις εκατό (2%).  Με την διάταξη αυτή διασφαλίζεται η εκούσια συμμόρφωση των φορολογουμένων σχετικά με την υποχρέωσή τους για υποβολή περιοδικής δήλωσης. Παράλληλα επιτυγχάνεται ο προσδιορισμός των οφειλόμενων ποσών με μεγαλύτερη ακρίβεια γεγονός που διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την εισπραξιμότητα του φόρου και τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων. 
Οι διατάξεις της περίπτωσης 2 είναι νομοτεχνικού χαρακτήρα και με αυτές ορίζεται ότι οι υποκείμενοι στο φόρο, οι οποίοι ενεργούν αποκλειστικά πράξεις για τις οποίες δεν τους παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης, τα νομικά πρόσωπα που δεν υπάγονται στο φόρο, καθώς και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ, έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν περιοδική δήλωση μόνο στις φορολογικές περιόδους κατά τις οποίες πραγματοποιούν ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών ή λήψη υπηρεσιών.  Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής εκκαθαριστικής δήλωσης.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3, τροποποιούνται οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 38 του Κώδικα ΦΠΑ και δίδεται η δυνατότητα με υπουργική απόφαση να ορίζεται μεγαλύτερη ή μικρότερη φορολογική περίοδος η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός, για την υποβολή της περιοδικής δήλωσης.  Επίσης ορίζεται ότι η χορηγούμενη παράταση, της καταληκτικής προθεσμίας υποβολής των περιοδικών ή εκκαθαριστικών δηλώσεων ή ανακεφαλαιωτικών πινάκων στις περιπτώσεις ειδικών συνθηκών, εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας και ισχύει από το χρόνο έκδοσής της.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 4 καταργείται η δυνατότητα μείωσης του πρόσθετου φόρου στην περίπτωση διοικητικού η δικαστικού συμβιβασμού καθώς και η υπαγωγή σε οποιαδήποτε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στην περίπτωση πράξεων  προσδιορισμού του φόρου (που αφορούν σε τακτικό έλεγχο). Στόχος των διατάξεων αυτών είναι η παροχή κινήτρου για την υποβολή ειλικρινών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 5 καταργείται η δυνατότητα μείωσης του πρόσθετου φόρου στην περίπτωση διοικητικού η δικαστικού συμβιβασμού καθώς και η υπαγωγή σε οποιαδήποτε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στην περίπτωση προσωρινών πράξεων  προσδιορισμού του φόρου. Στόχος των διατάξεων αυτών είναι η παροχή κινήτρου για την υποβολή ειλικρινών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 6 καταργείται η παράγραφος 2 του άρθρου 53 του Κώδικα ΦΠΑ και αυτή ενσωματώνεται, τροποποιημένη, στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση 7.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 7 τροποποιούνται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 53 του Κώδικα ΦΠΑ, ως απόρροια της δυνατότητας υποβολής περιοδικής δήλωσης με καταβολή ελάχιστου ποσού 10 ευρώ.  Επίσης με τις διατάξεις αυτές ορίζεται, ότι στην περίπτωση προσωρινής πράξης προσδιορισμού, αν δεν επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκηθεί από τον υπόχρεο εμπρόθεσμη προσφυγή, βεβαιώνεται το σύνολο του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα και στην παράγραφο 4 του άρθρου 50 του Κώδικα ΦΠΑ.  Επίσης ορίζεται ότι στην περίπτωση πράξης προσδιορισμού που αφορά τακτικό έλεγχο και εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 49 του Κώδικα ΦΠΑ, βεβαιώνεται το σύνολο του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου, ωστόσο στην περίπτωση αυτή, η είσπραξη του 50% του ποσού που βεβαιώθηκε αναστέλλεται έως την κοινοποίηση στη Δ.Ο.Υ. της οριστική πρωτόδικης απόφασης.  Με την διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα συνολικής βεβαίωσης του φόρου ακόμα και στην περίπτωση άσκησης της προσφυγής.
Οι διατάξεις της περίπτωσης 8 τροποποιούν τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του Κώδικα ΦΠΑ και με αυτές ορίζεται ότι και στην αναστολή του φόρου που προβλέπεται στην περίπτωση β) της παραγράφου 1 του άρθρου 53, όπως τροποποιείται με την περίπτωση 7 της παρούσας υποπαραγράφου, βεβαιώνεται ταμειακά το ποσό αυτό.
Οι διατάξεις της περίπτωσης 9 είναι νομοτεχνικού χαρακτήρα και με αυτές ορίζεται ότι φόρος που έχει ήδη βεβαιωθεί, κατά το ποσό που δεν οφείλεται με βάση οριστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, εκπίπτεται ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 10 που αφορούν το άρθρο 54 του Κώδικα ΦΠΑ, καταργούνται οι διατάξεις που αφορούν την τμηματική καταβολή του φόρου στην περιοδική δήλωση, όπως ισχύει σήμερα. Περαιτέρω με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του Κώδικα ΦΠΑ καταργείται η δυνατότητα καταβολής του φόρου με δόσεις, στην περίπτωση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή δικαστικού συμβιβασμού ή λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης προσφυγής που αφορούν πράξεις προσδιορισμού του φόρου.  Με τη διάταξη αυτή οι ειλικρινείς φορολογούμενοι αντιμετωπίζονται με ευνοϊκότερο τρόπο από τα πρόσωπα που δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν ανακριβείς περιοδικές δηλώσεις.
Με την περίπτωση 11 ρυθμίζονται ζητήματα εφαρμογής κατά τη μεταβατική περίοδο εφαμρογής των διατάξεων της υποπαραγράφου αυτής.


Υποπαράγραφος Α7: Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Α.)

Για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος, που συνίστανται στην αποφυγή της απόκλισης από τον τεθέντα στόχο για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την εξ αυτής ενεργοποίηση των ρητρών αυτόματης διόρθωσης, αποφασίστηκε από την Κυβέρνηση, αποκλειστικά για το έτος 2013, η επιβολή έκτακτου ειδικού τέλους υπέρ του Δημόσιου στις ηλεκτροδοτούμενες επιφάνειες ακινήτων (ΕΕΤΑ).
Η επιβολή του ανωτέρω έκτακτου και κατεπείγοντος χαρακτήρα μέτρου δημοσιονομικής εξυγίανσης αποφασίστηκε με κριτήριο την καθολικότητα, την αναλογικότητα και την προσφορότητα, ως το λιγότερο επαχθές, δεδομένων των δημοσιονομικών του κράτους στη συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία και ως επιβαλλόμενο σε περιουσία, της οποίας η πραγματική αξία εξαρτάται απολύτως από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και από την εθνική δημοσιονομική ανεξαρτησία της χώρας.  
Ειδικότερα :
- με τις περ. 1 και 2, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 78 του Συντάγματος, ορίζεται η φύση του ΕΕΤΑ, ο χρόνος και το αντικείμενο επιβολής αυτού, και ορίζεται συγκεκριμένα ότι αντικείμενο του τέλους είναι οι ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες ακινήτων οποιασδήποτε μορφής, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι αποπερατωμένες ή μη και ανεξάρτητα από την ορθή αναγραφή τους στους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος.
- με τις περ. 3 και 4 καθορίζεται το υποκείμενο του ΕΕΤΑ, το οποίο είναι ο κύριος ή ο επικαρπωτής του ακινήτου, ενώ υπόχρεος για την καταβολή του καθίσταται ο χρήστης αυτού κατά την ημερομηνία έκδοσης του λογαριασμού κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος που περιλαμβάνει ΕΕΤΑ. Αν ο χρήστης είναι μισθωτής, με την καταβολή του τέλους επέρχεται αυτοδικαίως συμψηφισμός με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Η διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και κατισχύει κάθε άλλης αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, με εξαίρεση τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986, στις οποίες ο μισθωτής έχει το δικαίωμα αγοράς του ακινήτου κατά τη λήξη της μίσθωσης.
- με την περ. 5 ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ΕΕΤΑ, ο οποίος είναι προοδευτικός, με την εφαρμογή 10 συντελεστών από 0,5 έως και 16 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την τιμή ζώνης στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, και με συντελεστή προσαύξησης για τα νεόδμητα κτίρια της τελευταίας 25ετίας. Τα στοιχεία υπολογισμού του τέλους, ήτοι το εμβαδό της δομημένης επιφάνειας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, όπως αυτά αναγράφονται στη βάση πληροφοριών του ΔΕΔΔΗΕ, σύμφωνα με τα οποία υπολογίζεται το τέλος ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) της παρ. 24 του ν. 2130/1993. Επιπλέον ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ΕΕΤΑ σε περίπτωση μη αναγραφής τιμής ζώνης στη βάση πληροφοριών του ΔΕΔΔΗΕ και αναγραφής μηδενικής τιμής στα τετραγωνικά μέτρα του ΤΑΠ, καθώς και η περίπτωση που τα τετραγωνικά μέτρα του ΤΑΠ είναι υπερδιπλάσια εκείνων που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών ή δημοτικών φόρων. 
Περαιτέρω προβλέπεται αποκλειστική προθεσμία, μέσα στην οποία τυχόν λάθη στα στοιχεία υπολογισμού του τέλους μπορούν να διορθωθούν από τους πολίτες στον αρμόδιο Δήμο. Σε διαφορετική περίπτωση τεκμαίρεται ότι οι πολίτες αποδέχονται τα στοιχεία ως ακριβή. Επιπλέον ορίζεται προθεσμία, μέσα στην οποία όλοι οι δήμοι  οφείλουν να ελέγξουν εάν τα τετραγωνικά μέτρα είναι συμπληρωμένα και οι τιμές ζώνης είναι οι ορθές και  να αποστείλουν στο ΔΕΔΔΗΕ  τις καταστάσεις αυτές.
Επίσης, ορίζεται ότι στην περίπτωση που δεν επιβλήθηκε ΕΕΤΑ ή εάν αυτό υπολογίστηκε μειωμένο, διενεργείται βεβαίωση αυτού στον κατά περίπτωση υπόχρεο στο τέλος.
Τέλος, περιλαμβάνεται ειδική ρύθμιση για υπολογισμό των ακινήτων που δεν έχουν οικιακή χρήση, με μειωμένους συντελεστές 30% και 60%, για το εμβαδόν τους που υπερβαίνει τα 1.000 και τα 2.000 τ.μ. αντίστοιχα.
- Στην περ. 6 ορίζεται ρητά ο τρόπος υπολογισμού του ΕΕΤΑ.
- Στην περ. 7 καθορίζονται οι υποκειμενικές και αντικειμενικές απαλλαγές από το ΕΕΤΑ. Συγκεκριμένα, στο τέλος δεν υπόκεινται τα ακίνητα που ανήκουν :
α) στο Ελληνικό Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλην των οριζόμενων στην υποπερ. β' νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οργανισμούς  τοπικής αυτοδιοίκησης, και τις δημοτικές επιχειρήσεις,
β) στα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα της περ. ιγ της παρ. 1 του άρθρου 129 του ν. 3842/2010, στα  οποία περιλαμβάνονται και όσα έχουν περιβληθεί τον τύπο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αποκλειστικά για τα ακίνητα ιδιοχρησιμοποιούν για να επιτελούν το λατρευτικό, εκπαιδευτικό, θρησκευτικό και κοινωφελές έργο τους. 
γ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης στ’ της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των θρησκευτικών, εκκλησιαστικών, φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή κοινωφελών σκοπών τους. 
δ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης στ’ της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως γήπεδα ή χώροι αθλητικών εγκαταστάσεων για την πραγματοποίηση των αθλητικών τους σκοπών και
ε) σε ξένα κράτη, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση πρεσβειών και προξενείων,  υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
- Στην περ. 8 ορίζονται επιπλέον απαλλαγές για :
α) τους κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικιών, τους κοινόχρηστους χώρους των κύριων τουριστικών καταλυμάτων.
β) τα διατηρητέα ακίνητα, που δε χρησιμοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο (ιδιοχρησιμοποίηση, μίσθωση, δωρεάν παραχώρηση κ.λπ.)
γ) τα αρχαία μνημεία, τα ιστορικά διατηρητέα μνημεία ή έργα τέχνης και οι χώροι ιστορικών ή αρχαιολογικών μνημείων, ανεξάρτητα από το εάν αυτά ιδιοχρησιμοποιούνται, μισθώνονται, παραχωρούνται δωρεάν ή είναι κενά.
δ) τα ακίνητα που αφορούν σε γεωργική ή βιομηχανική χρήση, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται αποκλειστικά από το εάν στο πεδίο χρήσης του συστήματος «ΕΡΜΗΣ» του ΔΕΔΔΗΕ αναγράφονται οι κωδικοί αριθμοί χρήσης 3 και 4 αντίστοιχα.
- Στις περ. 9, 10 και 11 λαμβάνεται ειδική πρόνοια, απαλλαγή ή χρήση μειωμένου συντελεστή για τον υπολογισμό του τέλους, για τις ευπαθείς κοινωνικά ομάδες, ήτοι τους άνεργους, τους πολύτεκνους και τα άτομα με αναπηρία και ορίζονται οι ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν ανά περίπτωση.
- Στην περ. 12 ορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης του τέλους, η αρμόδια Δ.Ο.Υ για θέματα ΕΕΤΑ, το πρόσωπο στο οποίο αυτό βεβαιώνεται καθώς και η διαδικασία επιστροφής τυχόν μη οφειλόμενου καταβληθέντος τέλους.
- Στην περ. 13 ορίζεται ότι το ΕΕΤΑ εισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις στους λογαριασμούς που εκδίδονται  από αυτούς από τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους μέχρι το Φεβρουάριο του 2014  και καθορίζεται η τύχη του ΕΕΤΑ  σε περιπτώσεις διακανονισμού ή ρύθμισης των οφειλών ηλεκτρικού ρεύματος.
- Στην περ. 14 ορίζεται ο χρόνος απόδοσης του ΕΕΤΑ στο Ελληνικό Δημόσιο και οι συνέπειες τυχόν καθυστέρησης απόδοσής του, θεσπίζεται η δυνατότητα του Ελληνικού Δημοσίου να ζητά χρηματικές προκαταβολές από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και μέχρι 25% του προς είσπραξη ποσού, καθορίζεται ποσοστό παρακράτησης 0,25% επί των εισπράξεων υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι είναι επιπλέον υποχρεωμένοι να  θέτουν στη διάθεση του Υπουργείου Οικονομικών προκειμένου να ελέγχεται η ορθή επιβολή του ΕΕΤΑ.
- Στην περ. 15 καθορίζεται ο χρόνος διαγραφής των υπόχρεων καταναλωτών  ως προς το ΕΕΤΑ καθώς και ο τρόπος της βεβαίωσης του ΕΕΤΑ στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.
Επίσης ορίζεται ρητά η δυνατότητα αποκοπής, οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο, του ΕΕΤΑ από το λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος,  καθώς και οι προϋποθέσεις για τη βεβαίωση του τέλους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. 
- Στην περ. 16 λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τους οικονομικά αδύναμους πολίτες, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις περ. 9, 10 και 11  του εν λόγω άρθρου. Συγκεκριμένα δίνεται η δυνατότητα στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., εφόσον ο υπόχρεος σε ΕΕΤΑ, ο οποίος πρέπει να  είναι και χρήστης του ακινήτου, δεν έχει άλλα ακίνητα στην κυριότητά του και διαβιεί υπό μειονεκτικά κοινωνικά συνθήκες, να αποφασίσει είτε την καταβολή του τέλους σε περισσότερες από τις προβλεπόμενες δόσεις είτε και τον περιορισμό αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, κατά της εν λόγω απόφασης παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ένστασης στην τριμελή επιτροπή που ορίζεται στις διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011.
 - Στην περ. 17 προβλέπεται ότι με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία για την είσπραξη του ΕΕΤΑ μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία επιστροφής του τέλους, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων των περ. 9, 10 και 11 της υποπαραγράφου Α.7., καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου.


Υποπαράγραφος Α.8.: Ρυθμίσεις Φόρου Ακίνητης Περιουσίας

περίπτωση 1: Θεωρήθηκε απαραίτητο, για λόγους ισότητας και χρηστής διοίκησης, να καταργηθεί η διάταξη της περ. ε της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία, ως προς τα νομικά πρόσωπα, φορολογείται με μικρότερο συντελεστή (1‰) η αξία των κτιρίων, τα οποία είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία ή ως έργα τέχνης, που χρήζουν ειδικής προστασίας, από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Η συγκεκριμένη διάταξη, που εισάγει διαφοροποίηση σε σχέση με το συντελεστή φορολόγησης και θέτει σε δυσμενέστερη θέση τα  λοιπά νομικά πρόσωπα που έχουν διατηρητέα κτίρια ή κτίρια που χρήζουν ειδικής προστασίας από άλλα Υπουργεία, αφορά ελάχιστες περιπτώσεις που δε δικαιολογούν τη διαφορική νομοθετική αντιμετώπιση.
περίπτωση 2: Με την προτεινόμενη διάταξη παρατείνεται και για το έτος 2013 ο υπολογισμός του ΦΑΠ με συντελεστή 0,33‰ για τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων – νομικών προσώπων και η μη εφαρμογή του ελάχιστου ορίου του ενός  ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο των κτισμάτων.
περίπτωση 3: Για λόγους χρηστής διοίκησης και για να μπορέσουν οι φορολογούμενοι να αντεπεξέλθουν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, κρίθηκε απαραίτητο να οριστούν επτά (7) μηνιαίες δόσεις καταβολής του Φ.Α.Π. για τα έτη 2011 και 2012, η εκκαθάριση των οποίων αναμένεται να πραγματοποιηθεί μέσα στο έτος 2013, και τέσσερις (4) μηνιαίες δόσεις για την καταβολή του ΦΑΠ  έτους 2013.
περίπτωση 4: Με την προσθήκη της διαδικαστικού περιερχομένου διάταξης, διευκρινίζεται ο συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου (ΣΑΟ) που λαμβάνεται για τον υπολογισμό της αξίας οικοπέδου, στις δηλώσεις ΦΑΠ φυσικών προσώπων.



ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β΄
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ


Υποπαράγραφος Β.1. Μεταφορά αρμοδιοτήτων στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων

Η εξασφάλιση μιας ευέλικτης και αποτελεσματικής φορολογικής διοίκησης συνιστά τον αναμφίλεκτο και συστηματικά επιδιωκόμενο σκοπό μιας σειράς νομοθετικών παρεμβάσεων που έχουν λάβει χώρα τα τελευταία χρόνια στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία και η αποδοτικότητα στον ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των δημοσίων εσόδων, μεταβιβάζονται επιπλέον αρμοδιότητες στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Οι νέες διατάξεις συμβάλλουν στην ενίσχυση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, η οποία είναι απαραίτητη για την επιτάχυνση των οργανωτικών αλλαγών, τη βελτίωση της ποιότητας του προσωπικού και των λειτουργικών διαδικασιών, ενώ παράλληλα επιδιώκεται και η αντιμετώπιση ενδεχόμενων πολιτικών επιρροών, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
Συγκεκριμένα, με την περίπτωση 3α, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) μεταφέρονται οι αρμοδιότητες, το προσωπικό και οι διαθέσιμοι πόροι των ακόλουθων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) που αφορούν στην άσκηση της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης:
i.    Διεύθυνση Εφαρμογών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ 30), με την εξαίρεση των Τμημάτων Προϋπολογισμού και Δημοσίων Δαπανών, Μισθοδοσίας και Συντάξεων
ii.    Διεύθυνση Εισαγωγής και Ελέγχου στοιχείων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ 32).
Με αυτόν τον τρόπο, όλες οι αρμοδιότητες της ΓΓΠΣ που σχετίζονται με είσπραξη εσόδων μεταφέρονται στη ΓΓΔΕ και ως εκ τούτου ενοποιείται ο τομέας των δημοσίων εσόδων και, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις, επιδιώκεται η ημιαυτονομία της ΓΓΔΕ.
Περαιτέρω, με την υποπερίπτωση β’ της περίπτωσης 3 που προστίθεται στην υποπαράγραφο Ε.2. του ν. 4093/2012 (Α’ 222) μεταφέρονται οι αρμοδιότητες προληπτικού ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και προσωρινού φορολογικού ελέγχου, ο έλεγχος εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και το προσωπικό και οι πόροι που είναι αναγκαίοι για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Στόχος της διάταξης είναι η μεταφορά όλων των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με είσπραξη δημοσίων εσόδων υπό μία ενιαία διοίκηση, τη ΓΓΔΕ. Με το ίδιο σκεπτικό επιτρέπεται στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΓΓΔΕ να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες κατά την άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με τη νέα περίπτωση 3γ. Εξίσου δε συμβάλλει στην αυτονομία της ΓΓΔΕ η προβλεπόμενη μεταφορά σε αυτήν της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Οικονομικών (περίπτωση 3δ).
Περίπτωση 2: Επίσης, με την υποπερίπτωση (9) μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα να αποφασίζει ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων τις προϋποθέσεις πρόσληψης προσωπικού, πάντοτε υπό την απαραίτητη εγγύηση και τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.. Σκοπός της ως άνω διάταξης είναι η διασφάλιση της αυτονομίας του ΓΓΔΕ και της αποδοτικότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πάντοτε υπό την αίρεση διασφαλίσεως της διαφάνειας των αποφάσεων της διοίκησης.
Προς την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η υποπερίπτωση (10) βάσει της οποίας παρέχεται στον ΓΓΔΕ η δυνατότητα να καθορίζει ειδικό σύστημα προαγωγών, βαθμολογικής και υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαλλήλων της ΓΓΔΕ κατά παρέκκλιση των κριτηρίων και της διαδικασίας του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) και κάθε άλλης διάταξης. Η κρίση του ΓΓΔΕ δεν είναι ανέλεγκτη, καθότι το εν λόγω ειδικό σύστημα καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται μετά από πρόταση του ΓΓΔΕ. Η νέα διάταξη επιτρέπει στον Γενικό Γραμματέα να αποφασίζει με γνώμονα τις ικανότητες των προσώπων την προαγωγή και εξέλιξη τους, χωρίς αναγκαστικά να απαιτείται η πλήρωση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας.
Εν συνεχεία στην περίπτωση 3 συστήνεται Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της ΓΓΔΕ, το οποίο αναφέρεται στον Υπουργό Οικονομικών (στοιχείο δ). Στόχος της ρύθμισης αυτής είναι η δημιουργία ενός συμβουλευτικού οργάνου, το οποίο συμβουλεύει σε σημαντικά ζητήματα φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης, ελέγχει την επίδοση της φορολογικής διοίκησης, την υποστηρίζει στις σχέσεις της με άλλους φορείς και επιβεβαιώνει ότι ο ΓΓΔΕ ασκεί τις εξουσίες του δεόντως.
Τέλος, ορίζεται στην περίπτωση 4 ότι με αποφάσεις του ΓΓΔΕ, ύστερα από γνώμη του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που διατυπώνεται εντός δεκατεσσάρων ημερών, μπορεί να καθορίζεται ή να ανακαθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση, ειδικά, των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και να συστήνονται ή να καταργούνται ή να συγχωνεύονται ή να αναστέλλεται η λειτουργία οργανικών μονάδων επιπέδου αυτοτελούς γραφείου ή αυτοτελούς τμήματος ή τμήματος ή υποδιεύθυνσης ή διεύθυνσης. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο ΓΓΔΕ να καθορίζει την εσωτερική διάρθρωση της ΓΓΔΕ ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες, βελτιώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την αποτελεσματικότητα της ΓΓΔΕ.


Υποπαράγραφοι Β.2. – Β.10. - Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων

Βασικός ρόλος της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων, είναι να ανταποκριθεί επιτυχώς στις προκλήσεις που θέτει η ποικιλομορφία των νομοθετημάτων και των διοικητικών πράξεων που δύναται να εμπεριέχουν μέτρα κρατικών ενισχύσεων, καθώς και στην επιταγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για πληρέστερο έλεγχο από Ελληνικής πλευράς των κρατικών ενισχύσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές στοχεύουν στην αποδοτικότερη εφαρμογή του πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων, ώστε να προληφθούν οι συνέπειες από την χορήγηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων τόσο για τους αποδέκτες αυτών όσο και για τη Χώρα.
Παράλληλα συστήνεται δίκτυο συνεργαζόμενων φορέων μεταξύ των Υπουργείων προκειμένου να δημιουργηθεί αποτελεσματικότερο πλαίσιο συνεργασίας, το οποίο θα διευκολύνει τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων.

Υποπαράγραφος Β.2. Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων

Στην περίπτωση 1 καταγράφονται επιγραμματικά και αναλύονται, οι αρμοδιότητες της υπό σύσταση μονάδας.
Η μονάδα αναλαμβάνει στο σύνολο τους τις αρμοδιότητες που σχετίζονται με την εφαρμογή των κανόνων δικαίου περί ανταγωνισμού της ΕΕ όσον αφορά στις κρατικές ενισχύσεις, λαμβάνοντας υπόψη  το δημόσιο συμφέρον και τις εκτιμώμενες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, αποτελώντας παράλληλα το κεντρικό σημείο επαφής με την ΕΕ για θέματα κρατικών ενισχύσεων.
Πιο συγκεκριμένα συμμετέχει στη διαμόρφωση και τον έλεγχο της πολιτικής των κρατικών ενισχύσεων κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 106, 107 και 108 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ. Επίσης, συνεργάζεται με τους αρμόδιους φορείς προκειμένου να ελέγξει και να συντονίσει το σύνολο των ενεργειών τους ως προς την από πλευράς τους διατύπωση τεκμηριωμένων και εμπρόθεσμων απαντήσεων προς την ΕΕ. Επιπρόσθετα μεριμνά σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, για την κοινοποίηση προς την ΕΕ όλων των μέτρων που ενδέχεται να συνιστούν κρατική ενίσχυση. Τέλος δύναται να παρέχει εκπαίδευση και τεχνογνωσία καθώς και πάσης φύσεως κατευθυντήριες γραμμές, σε θέματα κρατικών ενισχύσεων.

Υποπαράγραφος Β.3. : Στελέχωση της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.3. θεσπίζεται ρύθμιση για την οργάνωση και το προσωπικό της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων.
Συστήνεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών. Η μονάδα απαρτίζεται από Προϊστάμενο – Διευθυντή και υπαλλήλους όλων των κλάδων κατηγοριών και ειδικοτήτων του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και αποσπασμένους σε αυτό από τον δημόσιο ή ευρύτερο Δημόσιο τομέα και τις Ανεξάρτητες Αρχές. Επίσης δύναται να απασχολεί  δικηγόρους με έμμισθη εντολή προσληφθέντες στο Υπουργείο Οικονομικών. Ανάλογα με τις ανάγκες που θα προκύπτουν η μονάδα θα μεριμνά για την πρόσληψη μέσω της Διεύθυνσης Διοικητικού του Υπουργείου Οικονομικών μέσω ΑΣΕΠ Ειδικών Επιστημόνων οι οποίοι θα διορίζονται ως υπάλληλοι κατηγορίας Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού. Σε περίπτωση που οι κενές οργανικές θέσεις του Φορέα για τον συγκεκριμένο κλάδο δεν επαρκούν η μονάδα εισηγείται στην Διεύθυνση Οργάνωσης να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη σύσταση νέων θέσεων.
Ο αριθμός των υπαλλήλων που απαιτούνται για τις ανάγκες στελέχωσης της Υπηρεσίας ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, τα ειδικότερα ή πρόσθετα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα καθώς και η διαδικασία επιλογής αυτών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

 Υποπαράγραφος Β.4.: - Δίκτυο Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων

Με την υποπαράγραφο Β.4. : συστήνεται δίκτυο αποκεντρωμένων μονάδων κρατικών ενισχύσεων σε όλα τα Υπουργεία, αντικείμενο των οποίων είναι η προετοιμασία και η προώθηση σχεδίων για γνωμοδότηση ή και έγκριση από την μονάδα κρατικών ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Με τον τρόπο αυτό αξιοποιούνται και εντάσσονται στον συνολικό εθνικό σχεδιασμό, οι υφιστάμενες υπηρεσίες στα Υπουργεία. Η σύσταση του δικτύου κρατικών ενισχύσεων κρίθηκε απαραίτητη λόγω της πολυπλοκότητας  και της ιδιαιτερότητας των εκάστοτε μέτρων που αφορούν κρατικές ενισχύσεις. Το κάθε Υπουργείο οφείλει να μεριμνά για την τήρηση της διαδικασίας έγκρισης των μέτρων των κρατικών ενισχύσεων τα οποία θεσπίζει και των οποίων είναι αρμόδιο.
Η μορφή και η στελέχωση των ανωτέρω αποκεντρωμένων Μονάδων εξαρτάται από τον όγκο των υποθέσεων των κρατικών ενισχύσεων που ενίοτε διαχειρίζεται το κάθε Υπουργείο και οι εποπτευόμενοι φορείς του, σε περίπτωση δε, που δεν υφίσταται σχετική υπηρεσία, αποφασίζεται η σύστασή της με Κοινή Υπουργική Απόφαση του καθ΄ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση των αρμοδίων υπηρεσιών. 

Υποπαράγραφος Β.5. :Διυπουργική Επιτροπή Κρατικών Ενισχύσεων

Με την υποπαράγραφο Β.5. συγκροτείται διυπουργική  επιτροπή  κρατικών ενισχύσεων όπως προβλέπεται από το αρ. 15 παρ. 2β’ και το αρ. 16 παρ.6 του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (Α’ 98). Ως Πρόεδρος αυτής ορίζεται ο Υπουργός Οικονομικών και μέλη της οι Υπουργοί Εξωτερικών και Ανάπτυξης, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και από τους κατά περίπτωση Υπουργούς αναλόγως με το προς συζήτηση θέμα.
Αντικείμενο της επιτροπής είναι η λήψη αποφάσεων επί μείζονος σημασίας θεμάτων κρατικών ενισχύσεων και η διαπραγμάτευση αυτών με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και η  επίλυση διαφωνιών, κατά περίπτωση, μεταξύ των αρμόδιων φορέων και της μονάδας.
Η επιτροπή συνεδριάζει κατόπιν πρόσκλησης του προϊστάμενου της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του ΥΠΟΙΚ ο οποίος συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις αυτής ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι αποφάσεις της ανωτέρω επιτροπής είναι δεσμευτικές για όλους τους εμπλεκόμενους στο εκάστοτε υπό συζήτηση θέμα φορείς.

Υποπαράγραφος Β.6. : - Διαδικασία Γνωμοδότησης από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.6. περιγράφεται και αναλύεται, η διαδικασία αξιολόγησης των μέτρων που δύνανται  να περιέχουν μεταφορά και διάθεση κρατικών πόρων οποιασδήποτε μορφής για παράδειγμα δανείων, εγγυήσεων, χορηγήσεων, φορολογικών και άλλων απαλλαγών, αποκρατικοποιήσεων, επενδύσεων, προς δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, οπότε και συνιστούν πιθανά μέτρα κρατικών ενισχύσεων. Για το σύνολο των μέτρων αυτών γνωμοδοτεί η μονάδα κρατικών ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών χωρίς τη θετική γνώμη της οποίας κανένα μέτρο δεν μπορεί να υλοποιηθεί.

Υποπαράγραφος Β.7.: Υποστήριξη από ΚΔΕΟΔ

Με την υποπαράγραφο Β.7. παρέχεται τεχνική υποστήριξη από τη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ΚΔΕΟΔ, ως νπιδ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η οποία υποχρεούται να εξετάζει κατά προτεραιότητα τα θέματα που της υποβάλλονται από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων και τις Αποκεντρωμένες Μονάδες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας των υποπαραγράφων Β.2., Β.4. και Β.5.
Ειδικότερα η Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ΚΔΕΟΔ παρέχει εξειδικευμένες νομικές συμβουλές στην Κεντρική Μονάδα και στις Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων που χορηγούν ή που δύνανται να χορηγήσουν ενισχύσεις, προς τον σκοπό της πλήρους συμμόρφωσής τους με τους κοινοτικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται επαρκώς υπόψη, αφενός, οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, αφετέρου, η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.

Υποπαράγραφος Β.8. - Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων

Με την υποπαράγραφο Β.8. δημιουργείται Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων, στο οποίο θα συνδεθούν όλα τα υφιστάμενα καθώς και τα υπό προκήρυξη περιφερειακά συστήματα του δικτύου των Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων.
Το εν λόγω Σύστημα περιλαμβάνει όλες τι κρατικές ενισχύσεις που έχουν δοθεί στην Ελληνική Επικράτεια κατόπιν εγκριτικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις ενισχύσεις που έχουν δοθεί βάσει του Κανονισμού 1998/2006 (L 379/5 EL της 28.12.2006), καθώς και αυτές του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού 800/2008 (L 214/3 EL της 09.08.2008).
Ο σκοπός του Κεντρικού αυτού Πληροφοριακού Συστήματος είναι ιδιαίτερης σημασίας λόγω του ότι θα καταγράφονται ανά πάσα στιγμή όλες οι κρατικές ενισχύσεις που έχει λάβει η Ελλάδα (ad hoc και καθεστώτα), θα παρακολουθείται το μέγεθος των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί, η πορεία των κρατικών ενισχύσεων, όπως για παράδειγμα  η έναρξη ή η λήξη ενός καθεστώτος και  η σώρευση.

Υποπαράγραφος Β.9. - Εφαρμογή της υποχρέωσης ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.9.  περιγράφεται η διαδικασία σύμφωνα με την οποία πραγματοποιείται η ανάκτηση παράνομων και ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων.
Η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, σε συνεργασία με τις Αποκεντρωμένες Μονάδες, είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν την ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων.
Η ανάκτηση γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού 659/1999 «για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της Συνθήκης».
Σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις περιπτώσεις κρατικών ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να επιδιώκεται η επαναφορά της κατάστασης που υπήρχε στην αγορά πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης. Αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλιστεί ότι τηρούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού.
Η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση επιτυγχάνεται εφόσον οι επίμαχες ενισχύσεις επιστραφούν από τον αποδέκτη, ο οποίος χάνει το πλεονέκτημα που απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του. Για  το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων. Η ανάκτηση διέπεται από το εθνικό δίκαιο –δικονομική αυτοτέλεια, και η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της  απόφασης της Επιτροπής .
Σε περίπτωση που η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων δεν προσδιορίζει τους αποδέκτες της ενίσχυσης (π.χ. στην περίπτωση καθεστώτων ενισχύσεων που οι αποδέκτες είναι πολλοί), ο προσδιορισμός γίνεται από την Κεντρική Μονάδα σε συνεργασία με τις αποκεντρωμένες Μονάδες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 48 της υπ΄ αριθμ. 2007/C272/05 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αποτελεσματική εφαρμογή των ανακτήσεων (υποπερ. α’).
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων, οι Αποκεντρωμένες Μονάδες παρέχουν στην Κεντρική Μονάδα τις απαραίτητες πληροφορίες για τον  προσδιορισμό των τελικών αποδεκτών και υπολογίζουν το ποσό προς ανάκτηση (αρχικό ποσό και τόκους) καθώς και παίρνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της ανάκτησης σε συνεργασία και σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Μονάδας.

Υποπαράγραφος Β.10. : - Διαδικασία ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.10. περιγράφεται η διαδικασία της ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων από την Κεντρική Μονάδα σε συνεργασία με τις Αποκεντρωμένες Μονάδες.
Η απόφαση της Επιτροπής για ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων είναι δεσμευτική για όλα τα όργανα του κράτους, περιλαμβανομένων και των δικαστηρίων του. Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε όργανο που συμμετέχει στην εφαρμογή της απόφασης ανάκτησης πρέπει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης αυτής.
Η Κεντρική Μονάδα μόλις ενημερωθεί για την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων  προσδιορίζει τις ενέργειες που θα οδηγήσουν στην ανάκτηση και ζητεί από τις Αποκεντρωμένες Μονάδες να τις υιοθετήσουν άμεσα (περ. 2). Οι αποκεντρωμένες Μονάδες υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις ενέργειες αυτές μέσα στην οριζόμενη προθεσμία και να αναφέρουν τα αποτελέσματα στην Κεντρική Μονάδα. Η Κεντρική Μονάδα ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις ενέργειες της και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενίσχυσης και συνεχίζει την τακτική ενημέρωση για την πορεία της ανάκτησης.
Οι ωφελούμενοι από την παράνομη κρατική ενίσχυση είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν το ποσό με τους αναλογούντες τόκους, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 22 του ν. 4002/2011, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού 659/1999 (περ. 3).
Η Κεντρική Μονάδα (περ. 4) επισημαίνει στις αποκεντρωμένες μονάδες ότι οφείλουν να αναστείλουν την πληρωμή νέας συμβιβάσιμης ενίσχυσης σε οποιονδήποτε αποδέκτη οφείλει να επιστρέψει παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση που υπόκειται σε προηγούμενη απόφαση ανάκτησης μέχρις ότου ο εν λόγω αποδέκτης έχει επιστρέψει την παλαιά παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση (νομολογία Deggendorf).
Εφαρμόζεται η Εθνική πτωχευτική νομοθεσία (περ. 5), σύμφωνα με την οποία οι απαιτήσεις ανάκτησης πρέπει να έχουν την ίδια σειρά προτεραιότητας (κατάταξη) με τις εθνικές απαιτήσεις. Ασκούνται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι διαχειριστές της πτώχευσης σε περίπτωση που οι τελευταίοι αρνούνται α εγγράψουν τις απαιτήσεις ανάκτησης ή τις εγγράφουν με εσφαλμένη σειρά προτεραιότητας.
Η εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών δεν θα πρέπει να παρεμποδίζει την αποκατάσταση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού παρεμποδίζοντας την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής (περ. 6).
Οι εθνικές διαδικασίες οι οποίες παρεμποδίζουν την άμεση επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και παρατείνουν το πλεονέκτημα αθέμιτου ανταγωνισμού που προκύπτει από την παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του διαδικαστικού κανονισμού 659/1999.
Ο αποδέκτης της ενίσχυσης, ο οποίος έχει αναμφίβολα το δικαίωμα προσβολής της απόφασης ανάκτησης της Επιτροπής ενώπιον κοινοτικών δικαστηρίων δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων με το σκεπτικό, ότι η απόφαση ήταν παράνομη, αλλά πρέπει να έχει προηγουμένως ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφ’ όσον και καθ’ ο μέρος αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης αυτής. Απόρροια της απόφασης αυτής είναι, ότι ο αποδέκτης της ενίσχυσης, ο οποίος θα μπορούσε να είχε ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων από κοινοτικά δικαστήρια και δεν το έπραξε δεν μπορεί να ζητήσει την αναστολή των μέτρων που έχουν ληφθεί από εθνικές αρχές για την εφαρμογή της απόφασης αυτής για λόγους που συνδέονται με το κύρος της εν λόγω απόφασης.
Ωστόσο, στις περιπτώσεις που δεν είναι αυτονόητο, ότι μία προσφυγή ακύρωσης που υποβάλλεται από τον αποδέκτη κατά της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν παραδεκτή, πρέπει να χορηγηθεί η δέουσα νομική προστασία στον αποδέκτη της ενίσχυσης. 
Στην περίπτωση που ο αποδέκτης ζητά επίσης τη λήψη προσωρινών μέτρων όσον αφορά τα εθνικά μέτρα που εκδόθηκαν για την εφαρμογή της απόφασης ανάκτησης λόγω της εικαζόμενης έλλειψης νομιμότητας της απόφασης ανάκτησης της Επιτροπής, ο εθνικός δικαστής θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσο η εξεταζόμενη υπόθεση πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίστηκαν από το ΔΕΚ στις υποθέσεις Zuckerfabrik και Atlanta. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, προσωρινά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από το εθνικό δικαστήριο μόνο:
α) Εφόσον το δικαστήριο αυτό έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και εφόσον, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλλει σχετικό ερώτημα
β) Εφόσον συντρέχει περίπτωση επείγοντος υπό την έννοια ότι τα προσωρινά μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να μην υποστεί ο αιτών σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημιά
γ) Εφόσον το εν λόγω δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας και
δ) Εφόσον, κατά την εκτίμηση όλων αυτών των προϋποθέσεων, το εθνικό δικαστήριο σέβεται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της νομιμότητας της κοινοτικής πράξης  ή διάταξη εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για τη λήψη, στο κοινοτικό επίπεδο παρομοίων προσωρινών μέτρων.
Με την περίπτωση 7, στη δυνατότητα ανάκλησης ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, με ασκηθείσα αίτηση αναστολής στηριζόμενη σε νέα στοιχεία προστίθεται δυνατότητα ανάκλησης στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε., ύστερα από αίτηση δικαστικής προστασίας κατά απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την οποία έχει διαταχθεί η ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης.
Η προτεινόμενη στην περίπτωση 8 τροποποίηση κρίθηκε απαραίτητη προκειμένου να υλοποιηθεί η κοινοτική επιταγή του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού «βασικοί κανόνες ανάκτησης» 659/1999, το οποίο ρητά ορίζει ότι: «η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον αυτές εξασφαλίζουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Διασφαλίζεται, ότι η ανάκτηση διενεργείται σε κάθε περίπτωση εντός της προθεσμίας που θέτει η απόφαση της Επιτροπής, χωρίς δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να παρεκκλίνουν από αυτή.».
Επιπλέον διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που με την ίδια απόφαση ανάκτησης έχουν κριθεί ως μη συμβατές με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις που αφορούν διαφορετικές δραστηριότητες του ίδιου νομικού προσώπου, οι οποίες από τη φύση τους εμπίπτουν στην εποπτεία και αρμοδιότητα διαφορετικών υπηρεσιών (π.χ. φορολογικές ρυθμίσεις, ασφαλιστικές, παραγωγικές), αρμόδια υπηρεσία για την πρόσκληση προς καταβολή και στη συνέχεια τη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου είναι η υπηρεσία που εποπτεύει την κύρια δραστηριότητα του νομικού προσώπου (ανεξαρτήτως του ύψους του ανακτητέου ποσού). Οι υπηρεσίες στην αρμοδιότητα των οποίων εμπίπτουν οι λοιπές δραστηριότητες του νομικού προσώπου υποχρεούνται να προσδιορίσουν εγκαίρως και να ενημερώσουν την κατά τα ανωτέρω αρμόδια υπηρεσία για τα ανακτητέα ποσά που αφορούν τις εποπτευόμενες από αυτές δραστηριότητες.
Στην υποπαράγραφο Β.11. ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το μεταβατικό στάδιο των υφισταμένων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών μέχρι την πλήρη λειτουργίας της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ΄-
ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΚΤΙΜΗΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Σκοπός της παραγράφου Γ είναι η ρύθμιση της πρόσβασης και άσκησης του επαγγέλματος του πιστοποιημένου εκτιμητή, σε εναρμόνιση προς τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3919/2011.

Η αγορά παροχής υπηρεσιών εκτίμησης αξιών διευρύνεται συνεχώς, καθώς πέραν των κλασικών εργασιών εκτίμησης (ενδεικτικά ακινήτων, νησιών, νοσηλευτηρίων και κλινικών, τεχνικών έργων πάσης φύσεως, ξενοδοχείων, τουριστικών επιχειρήσεων, κέντρων εστίασης - διασκέδασης, πλοίων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων και μηχανολογικού εξοπλισμού, επιχειρήσεων των οποίων οι μετοχές δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ειδικών λογαριασμών, ισολογισμών, έργων τέχνης, συλλογών και τιμαλφών, αποθεμάτων μεταλλείων, αντικειμένων φορολογίας γενικώς, ζημιών από τρομοκρατικές ενέργειες, ακινήτων Εταιριών Επενδύσεων Αμοιβαίων Κεφαλαίων) το πεδίο παροχής υπηρεσιών εκτίμησης περιλαμβάνει πλέον και εκτιμήσεις της αξίας ορυκτών αποθεμάτων μεταλλείων, της αξίας της αγροτικής γης, της αξίας γης για επενδύσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, της συνολικής αξίας κτιρίων συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής αποδοτικότητας κτιρίων, της αξίας έργων παραγωγής ενέργειας καθώς και εκτιμήσεις σχετικές με δραστηριότητες πώλησης έργων υποδομών (αεροδρόμια, λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι κτλ). Σε αυτές τις υπηρεσίες πρέπει να προστεθούν και εκτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων για τη διερεύνηση χρηματοοικονομικών εγκλημάτων - ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Εξάλλου, πέραν των νέων αντικειμένων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και που απαιτούν εξειδίκευση, καθώς και των νέων αναγκών που αναφύονται, εξελίσσεται συνεχώς και ο τρόπος διεξαγωγής εκτιμήσεων με την ανάπτυξη νέων προτύπων ανά είδος συναλλαγής και εκτιμώμενης αξίας.
Με τον καθορισμό συγκεκριμένου κλειστού αριθμού ατόμων που μπορούν να ασκήσουν την υπό εξέταση επαγγελματική δραστηριότητα και τη θέσπιση πρόσθετων αντικειμενικών περιορισμών πρόσβασης σε αυτή, το κράτος διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσφοράς των υπηρεσιών του ορκωτού εκτιμητή.
Η εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, όπως της εξασφάλισης της αντικειμενικότητας, της ενότητας, της διαφάνειας και της αρτιότητας της εκτίμησης προστατεύεται με τη θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων πρόσβασης στο επάγγελμα, πιστοποίησης και αξιολόγησης των παρόχων των σχετικών υπηρεσιών καθώς και των κατάλληλων εγγυήσεων για την ορθή άσκηση του επαγγέλματος και όχι με περιορισμούς που οδηγούν στην απαγόρευση πρόσβασης σε αυτό.
Επίσης, επιβάλλεται η πρόσβαση στο επάγγελμα του πιστοποιημένου εκτιμητή και επαγγελματιών άλλων κρατών μελών, καθώς και τρίτων κρατών.
Οι προκαθορισμένες τιμές αποτελούν κανονιστικά μέσα που έχουν τις βαρύτερες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό καθώς περιορίζουν δραστικά τα οφέλη που προσφέρουν στους καταναλωτές οι ανταγωνιστικές αγορές. Για το λόγο αυτό θεσπίζεται ο καθορισμός της αμοιβής του πιστοποιημένου εκτιμητή με ελεύθερη συμφωνία των μερών, ρύθμιση, άλλωστε, που ήδη περιλαμβάνεται στο ν. 4093/2012.
Συμπερασματικά, η απελευθέρωση του επαγγέλματος του εκτιμητή είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Το δημόσιο και κοινωνικό όφελος είναι μεγαλύτερο του πιθανού κόστους, καθώς η απελευθέρωση συμβάλλει θετικά στην καλύτερη απόδοση της μακροοικονομίας, της μικροοικονομίας και των Δημόσιων οικονομικών, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη διαπίστωση της καθαρής οικονομικής θέσης των Ελλήνων πολιτών. Παράλληλα, ενισχύεται η διαφάνεια και επιταχύνονται οι διαδικασίες ενώπιον της δικαιοσύνης, ενώ η αγορά λειτουργεί υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, με την απρόσκοπτη άσκηση του επαγγέλματος και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών.

Ειδικότερα:
Υποπαράγραφος Γ.1. - Ορισμοί
Η υποπαράγραφος Γ.1. ορίζει την εκτίμηση ως επαγγελματική υπηρεσία, δηλαδή ως μια διαδικασία, η οποία διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες – τα εκτιμητικά πρότυπα - και παρέχεται έναντι αμοιβής. Στη συνέχεια ορίζεται ο πιστοποιημένος εκτιμητής, ο οποίος διαφέρει από τον απλό εκτιμητή ως προς το ότι διαθέτει επαγγελματική πιστοποίηση από την αρμόδια Διοικητική Αρχή, και είναι καταχωρημένος στο σχετικό μητρώο που τηρεί η εν λόγω Αρχή  από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Ως Αρμόδια Διοικητική Αρχή ορίζεται η Γενική Δ/νση Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.
Σημειώνεται  ότι στον ορισμό του πιστοποιημένου εκτιμητή γίνεται αναφορά σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οποιασδήποτε μορφής, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ν. 3919/2011.

Υποπαράγραφος Γ.2. - Εγγραφή στο μητρώο
Η υποπαράγραφος Γ.2. προβλέπει την ελεύθερη πλέον πρόσβαση στο επάγγελμα του πιστοποιημένου εκτιμητή, για την άσκηση του οποίου απαιτείται μόνο η αναγγελία, συνοδευόμενη από τα νόμιμα δικαιολογητικά στην αρμόδια Διοικητική Αρχή και η εγγραφή του ενδιαφερόμενου στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών. Παράλληλα καταγράφονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται και τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλονται από  φυσικά και νομικά πρόσωπα. Η αρμόδια Διοικητική Αρχή εξετάζει το φάκελο υποχρεωτικά εντός τριών μηνών από την πλήρη υποβολή όλων των προβλεπόμενων δικαιολογητικών και στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, η Αρμόδια Διοικητική Αρχή ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο για την απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος
Η αποκλειστική προθεσμία των τριών μηνών λειτουργεί προς όφελος του ενδιαφερόμενου, ώστε να μην καθυστερεί υπερβολικά η έναρξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεδομένου ότι μετά την παρέλευση τριμήνου ο ενδιαφερόμενος ασκεί τη δραστηριότητα ελεύθερα, χωρίς άλλη ειδοποίηση ή ενέργεια από τον ίδιο. Η υποχρέωση της διοίκησης για εξέταση του φακέλου εντός προθεσμίας τριών μηνών ξεκινάει από την ημερομηνία παραλαβής όλων των προβλεπόμενων δικαιολογητικών.

Υποπαράγραφος Γ.3. - Διενέργεια εξετάσεων
Η υποπαράγραφος Γ.3.  προβλέπει τη διενέργεια εξετάσεων υπό την εποπτεία της αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να πιστοποιηθούν ως εκτιμητές στον κλάδο ή στους κλάδους που τους ενδιαφέρει και να εγγραφούν στο Μητρώο. Με τη διαδικασία αυτή παρέχεται πλέον η δυνατότητα απόκτησης πιστοποίησης και σε νέους εκτιμητές που δεν είναι μέλη κάποιου αναγνωρισμένου εθνικού ή διεθνούς φορέα. Οι εξετάσεις διενεργούνται δύο φορές τον χρόνο προς διευκόλυνση των υποψηφίων, τα δε ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διαδικασία, την εξεταστέα ύλη, το παράβολο συμμετοχής και κάθε άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Υποπαράγραφος Γ.4. - Κλάδοι πιστοποιημένων εκτιμητών
Η υποπαράγραφος Γ.4. ορίζει τους κλάδους στους οποίους δύνανται να δραστηριοποιούνται οι πιστοποιημένοι εκτιμητές. Ο ορισμός των κλάδων θα συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς των εκτιμητικών υπηρεσιών και στην παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών λόγω της δυνατότητας εξειδίκευσης.

Υποπαράγραφος Γ.5. - Αντικείμενο εργασιών πιστοποιημένων εκτιμητών
Η υποπαράγραφος Γ.5. ορίζει τις κατηγορίες ενσώματων ή άυλων αγαθών, που αποτελούν αντικείμενο εκτιμήσεων. Καθώς το φάσμα των αντικειμένων των εκτιμήσεων είναι ευρύ και το πεδίο παροχής εκτιμητικών υπηρεσιών διευρύνεται συνεχώς, προσδιορίζονται, ενδεικτικά, οι κυριότερες κατηγορίες αντικειμένων.
Στις εν λόγω κατηγορίες δεν περιλαμβάνονται ειδικές διαδικασίες εκτιμήσεων συγκεκριμένων αγαθών, που καθορίζονται με ειδικότερες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Για παράδειγμα δεν περιλαμβάνονται οι ειδικές διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 73 του ν. 3028/2002, για τον τρόπο εκτίμησης των έργων τέχνης που έχουν κηρυχθεί μνημεία, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ του άρθρου 2 του προαναφερθέντος νόμου.

Υποπαράγραφος Γ.6. - Αμοιβή 
Η υποπαράγραφος Γ.6. καθορίζει ότι η αμοιβή για την παροχή εκτιμητικών υπηρεσιών γίνεται ελεύθερα με κοινή συμφωνία των μερών. Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιτυγχάνεται η συμμόρφωση προς τις επιταγές της διάταξης της περίπτωσης θ’ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 και η διαμόρφωση χαμηλότερων αμοιβών στις παρεχόμενες εκτιμητικές υπηρεσίες για τους αποδέκτες των εν λόγω υπηρεσιών μέσω της λειτουργίας του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Υποπαράγραφος Γ.7. - Κανόνες εκτιμήσεων  
Η υποπαράγραφος Γ.7. ορίζει ότι οι διενεργούμενες εκτιμήσεις καταρτίζονται σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα και τον Κώδικα Δεοντολογίας που προβλέπεται στο υποπαράγραφο Γ.8. του παρόντος νόμου. Η εν λόγω υποχρέωση αποβλέπει στη διασφάλιση της εγκυρότητας και αξιοπιστίας των εκτιμητικών εκθέσεων.

Υποπαράγραφος Γ.8. - Υποχρεώσεις πιστοποιημένων εκτιμητών  
Η υποπαράγραφος Γ.8. προβλέπει τη θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας των πιστοποιημένων εκτιμητών, με την έκδοση σχετικής Υπουργικής Απόφασης.
Παράλληλα, με την περίπτωση 2, προβλέπεται η εύλογη και αυτονόητη υποχρέωση των πιστοποιημένων εκτιμητών για συμμόρφωση με τις διατάξεις του νόμου αλλά και του Κώδικα Δεοντολογίας.
Ειδική αναφορά γίνεται στην περίπτωση 3, αναφορικά με την υποχρέωση των πιστοποιημένων εκτιμητών περί της προσκόμισης εκ μέρους τους ετησίως στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή σχετικής βεβαίωσης, επαγγελματικής ταυτότητας ή άλλου πρόσφατου - πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου, από το οποίο να προκύπτει η διαρκής συμμόρφωσή τους με τις προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων αα) και ββ) της περιπτώσεως στ΄ της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.2. του παρόντος νόμου. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν την διατήρηση της ιδιότητας του πιστοποιημένου εκτιμητή φορέα διαπιστευμένο από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ) ή από επαγγελματική ένωση ή οργανισμό που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παρ. 2 του π.δ. 38/2010, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ή σε αντίθετη περίπτωση αποδεικτικό του ότι ασκεί νόμιμα το επάγγελμα του εκτιμητή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτο κράτος. Η ανωτέρω υποχρέωση αφορά ουσιαστικά στον έλεγχο της διατήρησης των τυπικών προσόντων των πιστοποιημένων εκτιμητών, από την εγγραφή τους στο ειδικό Μητρώο.
Τέλος, με την περίπτωση 4, προβλέπεται ότι αν διαπιστωθεί η μη πλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων, ο Υπουργός Οικονομικών, μετά από σχετική πρόταση της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, μπορεί να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της πιστοποίησης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ’ υποτροπή συμπεριφορά του πιστοποιημένου εκτιμητή, αφού θέσει στον ενδιαφερόμενο εύλογη προθεσμία για την υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων της περίπτωσης 3 της παρούσας υποπαραγράφου και αυτή παρέλθει άπρακτη.

Υποπαράγραφος Γ.9. - Πειθαρχικό συμβούλιο
Στην υποπαράγραφο Γ.9. προβλέπονται η σύσταση και οι αρμοδιότητες του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο αριθμός των μελών του, ο ορισμός τους με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η θητεία τους και η γραμματεία. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας και ο ρόλος του είναι να διασφαλίσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την τήρηση των κανόνων, που περιλαμβάνονται  στον Κώδικα Δεοντολογίας. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ορίζεται ως Πρόεδρος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ένας Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία των Σωμάτων όπου υπηρετούν, προκειμένου να διασφαλίζονται αποτελεσματικότερα τα εχέγγυα δίκαιης και ανεξάρτητης κρίσης του οργάνου.
Επίσης, μέλη του Συμβουλίου ορίζονται ο προϊστάμενος και ένας υπάλληλος της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, λόγω συνάφειας του αντικειμένου, αλλά και δύο πιστοποιημένοι εκτιμητές με ελάχιστη εκτιμητική εμπειρία 10 ετών, ως γνώστες του αντικειμένου. Τα ως άνω μέλη και οι αναπληρωτές ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Στις περιπτώσεις 2 και 3 περιγράφονται αναλυτικά οι αρμοδιότητες του πειθαρχικού οργάνου και οι κυρώσεις τις οποίες μπορεί να επιβάλλει. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται υποθέσεων πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του πιστοποιημένου εκτιμητή, κακής συμπεριφοράς, παραβάσεων του κώδικα δεοντολογίας ή προδήλως εσφαλμένων εκτιμήσεων και έχει τη δυνατότητα επιβολής επίπληξης, προστίμου ως και διαγραφής από το μητρώο. Επίσης αναφέρονται αναλυτικά τα κριτήρια, τα οποία λαμβάνει υπόψη του το πειθαρχικό συμβούλιο προκειμένου να εκτιμήσει την βαρύτητα της παράβασης και να αποφανθεί επί της ποινής.

Υποπαράγραφος Γ.10. : Εξουσίες Πειθαρχικού Συμβουλίου 
Στην περίπτωση 1 προβλέπονται ειδικές και σαφείς εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά τη διεξαγωγή των ερευνών, καθώς και η κατ’ ιδίαν διαδικασία διεξαγωγής τους. Επίσης, προβλέπεται αναλυτικά η διαδικασία κλήτευσης μαρτύρων.
Οι προβλεπόμενες διατάξεις των υποπαραγράφων Γ8 και Γ9 έχουν στόχο να θεσπιστεί μια διαφανής και αξιόπιστη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου, αποτελεσματική και αποτρεπτική για την τέλεση ή την επανάληψη πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Απώτερος σκοπός είναι η προστασία του αποδέκτη και η διασφάλιση της υψηλής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και του κύρους του επαγγέλματος.
Με τις περίπτωση 2 ορίζεται η διαδικασία της προσφυγής κατά της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου.
Με την  περίπτωση 3 ορίζεται ο τρόπος είσπραξης των προστίμων.
Στην περίπτωση 4 ορίζεται ο τρόπος διερεύνησης των υποθέσεων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Στις περιπτώσεις 5-7 ρυθμίζεται η διαδικασία λήψης μαρτυρικών καταθέσεων ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Υποπαράγραφος Γ.11. - Καταργούμενες διατάξεις
Στην υποπαράγραφο Γ.11. ορίζονται οι καταργούμενες διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο Γ’ του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι ο ιδρυτικός νόμος του Σ.Ο.Ε. (ν. 820/1978, Α’ 174), καθώς και το π.δ. 279/1979 (Α’ 81) και ο ν. 2515/1997 (Α’ 154), που ρυθμίζουν τον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας του Σ.Ο.Ε. Με την υποπαράγραφο Γ.11. αφενός δίνεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να  διεκπεραιωθούν όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις εκτιμήσεων, που έχει αναλάβει το Σ.Ο.Ε. και αφετέρου, ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου, το Σ.Ο.Ε. παύει να αναλαμβάνει νέες υποθέσεις εκτιμήσεων.

Υποπαράγραφος Γ.12. - Τελικές μεταβατικές διατάξεις
Στην υποπαράγραφο Γ.12. περιέχονται τελικές - μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με την κατάργηση του Σ.Ο.Ε., όπως θέματα κατάστασης προσωπικού, εκκρεμών δικών, τύχης των αρχείων, ζητήματα κινητής και ακίνητης περιουσίας, τρόπου διάθεσης των ταμειακών υπολοίπων κ.λπ. Σημειώνεται συναφώς ότι, κατ’ άρθρο 77 Α.Κ. «Η περιουσία νομικού προσώπου που διαλύθηκε, αν ο  νόμος  ή  η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, ή το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε διαφορετικά, περιέρχεται στο δημόσιο. Το δημόσιο έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει το σκοπό του νομικού προσώπου με την περιουσία αυτή.». Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ο ιδρυτικός νόμος του Σ.Ο.Ε. (ν. 820/1978) ούτε κάποιο άλλο σχετικό με το Σ.Ο.Ε. νομοθέτημα περιέχει πρόβλεψη για την τύχη της περιουσίας του σε περίπτωση διάλυσης ή κατάργησης. Επισημαίνεται, επίσης, ότι το Σ.Ο.Ε., έχει λάβει σημαντικές επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό.



ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ’ : ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Υποπαράγραφος Δ.1. : Συμπλήρωση διατάξεων του άρθρου 34 του ν.4141/2013

Με τις προτεινόμενες διατάξεις συμπληρώνονται οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν.4141/2013 όσον αφορά την ελεγκτική αρμοδιότητα  του Κέντρου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου, του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων και Διαπεριφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων και διευκρινίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής αυτού.


Υποπαράγραφος Δ.2. : Κατάργηση φορολογικών προνομίων των εταιρειών Ο.Λ.Π. και Ο.Λ.Θ. και λοιπές διατάξεις

Στόχος της περίπτωσης 1 είναι η κατάργηση φορολογικών προνομίων που απολαμβάνουν οι εταιρείες ΟΛΠ Α.Ε. και ΟΛΘ Α.Ε. Οι εν λόγω εταιρείες περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Η εν λόγω ειδική φορολογική μεταχείριση κρίθηκε ότι αποτελεί κρατική ενίσχυση προσφέροντας επιλεκτικά προνόμια στις δύο αυτές εταιρείες και απαιτείται η κατάργησή της.
Ειδικότερα, προβλέπεται η κατάργηση:
α) της παραγράφου 2 του αρ. δεύτερου του ν. 2688/1999 (Α’40), με το οποίο οριζόταν ότι η εταιρεία ΟΛΠ Α.Ε. υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος και ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε φόρου ή τέλους για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου, ή βοηθήματος ή τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης.
β) Της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας ΟΛΠ Α.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.2688/1999. Μετά την κατάργηση, τυχόν υπεραξία που προκύψει από αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Λ.Π. Α.Ε., και κατά το μέτρο που η εν λόγω υπεραξία έχει απεικονιστεί σε ειδικό αποθεματικό, θα φορολογείται υπό τις προϋποθέσεις και στο μέτρο που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις.
γ) Της παραγράφου 2 του άρθρου εβδόμου του ν. 2688/1999 με το οποίο οριζόταν ότι η εταιρεία ΟΛΘ Α.Ε. υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος και ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε φόρου ή τέλους για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου, ή βοηθήματος ή τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης.
δ) Της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας ΟΛΘ Α.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο όγδοο του ν.2688/1999 (Α' 40). Μετά την κατάργηση, τυχόν υπεραξία που προκύψει από συντελεσθείσες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Λ.Θ. Α.Ε., και κατά το μέτρο που η εν λόγω υπεραξία έχει απεικονιστεί σε ειδικό αποθεματικό, θα φορολογείται υπό τις προϋποθέσεις και στο μέτρο που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις.
ε) Της παραγράφου 10 του άρθρου δεύτερου του ν.3755/2009 (Α΄52).

Σκοπός της διάταξης της περίπτωσης 2 είναι η διασφάλιση ότι μελλοντικές απαιτήσεις υπάγονται στο νέο καθεστώς που προκύπτει μετά και την κατάργηση των διατάξεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου.

Σκοπός της διάταξης της περίπτωσης 3 είναι να διασφαλιστεί ότι υπάρχουσες ή εκκρεμείς δίκες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν επηρεάζονται από την κατάργηση των εν λόγω διατάξεων. 

περίπτωση 4: Η εταιρία «Ελληνικό Α.Ε.», ως δημόσια εταιρία ειδικού σκοπού, απολαμβάνει, μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), των φορολογικών προνομίων και ατελειών του Δημοσίου για λόγους εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος (παρ. 13 του άρθρου 2 του ν. 3986/2011). Με την προτεινόμενη διάταξη, παρατείνεται η πρώτη εταιρική χρήση της «Ελληνικό Α.Ε.» έως 31.12.2013, προκειμένου να μην διακυβευθεί η έκβαση του εν εξελίξει διαγωνισμού για την αποκρατικοποίηση της εταιρίας.

Με την περίπτωση 5 εξαιρούνται οι ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες, που έχουν εγκαταστήσει γραφείο ή υποκατάστημα δυνάμει του άρθρου 25 του ν.27/1975 και ασχολούνται με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, καθώς και με τις λοιπές εργασίες που προβλέπονται από την εγκριτική πράξη εγκατάστασή τους από την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 43 του ν. 4111/2013 (Α’ 18).

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης 6 εναρμονίζεται το καθεστώς αποσβέσεων των εταιριών ΟΛΠ ΑΕ και ΟΛΘ ΑΕ με το γενικό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον πρόσφατο ν.4110/2013.

Περίπτωση 8: Με την προτεινόμενη διάταξη διευκρινίζεται ότι ο υπόχρεος σε δήλωση φορολογίας εισοδήματος είναι κάθε φυσικό πρόσωπο κάτοικος Ελλάδας που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και δεν αποτελεί προστατευόμενο πρόσωπο του άρθρου 7 του ΚΦΕ.

Με την υποπερίπτωση α της περίπτωσης 9 ορίζεται ότι ο φόρος υπεραξίας  που προκύπτει από τη μεταβίβαση ακινήτων, καταβάλλεται με την υποβολή  δήλωσης  και πριν από την κατάρτιση του μεταβιβαστικού συμβολαίου.
Περίπτωση 9 υποπερίπτωση β: Η διάταξη αυτή τακτοποιεί νομοτεχνικά τη φορολόγηση των κερδών του άρθρου 33 του ΚΦΕ για το διάστημα που μεσολαβεί από 1.1.2013 έως την δημοσίευση του παρόντος, προκειμένου να αποδοθεί ο φόρος αναδρομικά.

Περίπτωση 10 υποπεριπτώσεις α και β: Με τις διατάξεις αυτές προστίθεται η υποχρέωση των συμβολαιογράφων να μνημονεύουν στις  πράξεις μεταβίβασης ακινήτων το κέρδος που προκύπτει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 33.
Οι συμβολαιογράφοι εξαιρούνται της υποχρέωσης της παραγράφου 8 του άρθρου 81 σε περιπτώσεις που οι μεταβιβάσεις ακινήτων στις οποίες προέκυψε κέρδος σύμφωνα με το άρθρο 33 έγιναν από 1.1.2013 έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθόσον δεν  γινόταν μνεία του άρθρου 33 στην παράγραφο 8 του άρθρου 81

Περίπτωση 11 υποπερίπτωση α: Η προσθήκη έγινε λόγω της ίδιας φορολογικής αντιμετώπισης της ανταλλαγής και της συνένωσης  ακινήτων από τη φορολογία μεταβίβασης  ακινήτων.
Περίπτωση 11 υποπερίπτωση β: Η αντικατάσταση γίνεται για λόγους νομοτεχνικής ρύθμισης, καθώς η αναφορά στα «έντυπα» παραπέμπει στα έντυπα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων και όχι στις δηλώσεις φόρου υπεραξίας.
 
Με την προτεινόμενη περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Δ.2. εισάγεται όλως εξαιρετική ρύθμιση, με την οποία καθίσταται επιτρεπτή, στο πλαίσιο της αξιοποίησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης του αυτοκινητοδρόμου της Εγνατίας Οδού και των καθέτων αυτής αξόνων από το ΤΑΙΠΕΔ, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της υπ’ αριθ. 215/2012 απόφασης της Διϋπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, η ανάληψη, από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης, οφειλών της Εγνατία Οδός Α.Ε. από δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα και για την εξασφάλιση των οποίων είχαν συσταθεί εμπράγματα δικαιώματα επί του δικαιώματος εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού. Προς τον σκοπό, δε, αυτόν παρέχεται η ευχέρεια στο ΤΑΙΠΕΔ να συνάπτει κάθε είδους απαιτούμενες συμβάσεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται, προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος,  η  αξιοποίηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού από το ΤΑΙΠΕΔ καθώς και η αποφυγή μακροχρόνιων δικαστικών διενέξεων με τους δανειστές της εταιρείας «Εγνατία Οδός Α.Ε.» οι οποίες θα δυσχέραιναν την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Κυρίως, μέσω της ανάληψης των συγκεκριμένων οφειλών από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης, ενισχύεται η ελκυστικότητα του προς αξιοποίηση περιουσιακού στοιχείου, δεδομένης της έλλειψης ρευστότητας στην αγορά και των περιορισμένων δυνατοτήτων τραπεζικής χρηματοδότησης, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσεται η εταιρεία Εγνατία Οδός Α.Ε. από την υποχρέωση εξυπηρέτησης των συγκεκριμένων δανειακών υποχρεώσεων, υποχρέωση για την εξυπηρέτηση της οποίας δεν διαθέτει  τους απαιτούμενους πόρους, και αίρεται ο κίνδυνος σχετικής επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού.
Περαιτέρω προβλέπεται η απόσβεση κάθε είδους (εμπραγμάτων και προσωπικών) εξασφαλίσεων των οφειλών αυτών,  από την ανάληψη τους από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης και η απαλλαγή της ανάληψης αυτής από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή άλλο τέλος και εισφορά ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή οποιουδήποτε τρίτου.


Υποπαράγραφος Δ3 - Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Στην περίπτωση 1 διευκρινίζεται ότι το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) δεν εμπίπτει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Στην περίπτωση 2, προβλέπεται η ενδυνάμωση της διοίκησης του Ταμείου, με την συμμετοχή δύο (2) επιπλέον προσώπων μη εκτελεστικών, με διεθνή τραπεζική εμπειρία. Τα μέλη αυτά ως μη εκτελεστικά δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3213/2003, πλην του Προέδρου αυτού.
Στην περίπτωση 4 διευκρινίζεται ότι το ΤΧΣ εμπίπτει στο ΠΔ 60/2007, ή άλλως στον Κανονισμό προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών.
Στην περίπτωση 5 διευκρινίζεται ότι ο νόμος ορίζει μόνον ενδεικτικά τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Επιτροπής και διευκρινίζονται θέματα εξουσιοδοτήσεων.
Στις περιπτώσεις 6 – 12 δίδονται διευκρινιστικές διατάξεις για θέματα προθεσμιών ειδοποίησης των μελών διοίκησης, αναπλήρωσης του Διευθύνοντος Συμβούλου σε περίπτωση απουσίας του, θέμα