Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΣτΕ 1159/2012 Πλαστά και εικονικά στοιχεία. Προϋποθέσεις επιβολής των μέτρων του άρθρου 14 του ν.2523/1997. Ο φορολογούμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση περί άρσεως των μέτρων, κατά δε της απορριπτικής υπουργικής αποφάσεως ασκείται προσφυγή. Η αίτηση αυτή έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής και δεν καθίσταται απαράδεκτη η προσφυγή αν η Διοίκηση δεν ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την άσκησή της. Τα μέτρα δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα και δεν είναι δυσανάλογα προς το σκοπό τους, ενώ περιορίζουν θεμιτά την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθ’ ου και επιτρεπτώς επιβάλλονται αναδρομικά, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΣτΕ 1159/2012
Πλαστά και εικονικά στοιχεία. Προϋποθέσεις επιβολής των μέτρων του άρθρου 14 του ν.2523/1997. Ο φορολογούμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση περί άρσεως των μέτρων, κατά δε της απορριπτικής υπουργικής αποφάσεως ασκείται προσφυγή. Η αίτηση αυτή έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής και δεν καθίσταται απαράδεκτη η προσφυγή αν η Διοίκηση δεν ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την άσκησή της. Τα μέτρα δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα και δεν είναι δυσανάλογα προς το σκοπό τους, ενώ περιορίζουν θεμιτά την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθ’ ου και επιτρεπτώς επιβάλλονται αναδρομικά, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης


ΣτΕ 1159/2012 Πλαστά και εικονικά στοιχεία. Προϋποθέσεις επιβολής των μέτρων του άρθρου 14 του ν.2523/1997. Ο

Taxheaven
Αποφάσεις - αρθρογραφία
ΣτΕ 1159/2012  Πλαστά και εικονικά στοιχεία . Προϋποθέσεις επιβολής των μέτρων του άρθρου 14 του ν.2523/1997. Ο φορολογούμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση περί άρσεως  των μέτρων, κατά δε της απορριπτικής υπουργικής αποφάσεως ασκείται προσφυγή. Η αίτηση αυτή  έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής και δεν καθίσταται απαράδεκτη η προσφυγή αν η  Διοίκηση δεν ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την άσκησή της. Τα μέτρα δεν έχουν γνήσιο  κυρωτικό χαρακτήρα και δεν είναι δυσανάλογα προς το σκοπό τους, ενώ περιορίζουν θεμιτά την  οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθ' ου και επιτρεπτώς επιβάλλονται αναδρομικά,  χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
 
ΣτΕ  1159/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  ΤΜΗΜΑ Β΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2011 με την εξής σύνθεση: Δ.  Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του  Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Καλαντζή, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ε. Σκούρα, Κ. Λαζαράκη,  Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.
 Για να δικάσει την από 22 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση:
 του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού  Συμβουλίου του Κράτους,
 κατά του ....................................., ο  οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γρηγόριο Μεντή (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε στο ακροατήριο.
 Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3457/2008 απόφαση του  Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Eμμ. Κουσιουρή.
 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά  τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο  του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ  α ι
Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή  παραβόλου.

 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 3457/2008 αποφάσεως του Διοικητικού  Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Υπουργού Οικονομικών κατά της  2949/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση  ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχήν προσφυγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, προέδρου του διοικητικού  συμβουλίου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας/.............................................................., η υπ’ αριθμ. 1060087/12189/ΔΕ - Γ΄/24.7.2003 απόφαση του  Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, κατά το μέρος που με αυτή δεν ήρθησαν τα μέτρα που  είχαν ληφθεί σε βάρος του, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2523/1997, με την υπ’  αριθμ. 1019304/10625/ΔΕ - Γ/3.6.2003 πράξη της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικών Ελέγχων.

 3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία δεν συνδέεται προς συγκεκριμένο ποσό διαφοράς,  παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση κατ’ άρθρο 53 παρ.4 του π.δ/τος 18/1989 (Α-8), όπως ίσχυε  κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά, δηλαδή, την τροποποίησή του με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν.  3772/2009 (Α΄ 112), εφόσον με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση της  αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και ειδικότερα  με όσα δέχθηκε η 4674/1998 απόφαση της Ολομέλειας αυτού, ως και η 2024/2010 απόφαση του  Β΄ Τμήματος αυτού.

 4. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ.1 του κυρωθέντος, με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 Κώδικα  Διοικητικής Διαδικασίας (Α-45) ορίζεται ότι : « 1…. Στην ατομική διοικητική πράξη αναφέρεται,  επίσης, η τυχόν δυνατότητα άσκησης της, κατ’ άρθρο 25, ειδικής διοικητικής, ή ενδικοφανούς,  προσφυγής, γίνεται δε μνεία του αρμόδιου για την εξέτασή της οργάνου, της προθεσμίας, καθώς  και των συνεπειών παράλειψης της άσκησής της. Προσφυγή που ασκείται σύμφωνα με τις  προαναφερόμενες πληροφορίες της υπηρεσίας δεν μπορεί να παραγάγει συνέπειες σε βάρος του  προσφεύγοντος. Εξάλλου στο άρθρο 63 παρ. 3 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.  2717/1999 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Α-97) ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις που από το νόμο  προβλέπεται, κατά της πράξης ή της παράλειψης, διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται, μέσα σε  ορισμένη προθεσμία, ενώπιον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς  κατεστημένου, οργάνου, και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά το νόμο  και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς  μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφανή προσφυγή. Αν κατά της πράξης ή της  παράλειψης προβλέπονται από το νόμο περισσότερες από μια διαδοχικές ενδικοφανείς προσφυγές,  το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για  την τελευταία ενδικοφανή προσφυγή. Το κατά τις προηγούμενες περιόδους απαράδεκτο του  ένδικου βοηθήματος της προσφυγής κατά πράξης ή παράλειψης κατά της οποίας προβλέπεται από  το νόμο η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, δεν ισχύει αν η αρμόδια διοικητική αρχή παρέλειψε  να ενημερώσει πλήρως, κατά οποιονδήποτε τρόπο, τον ενδιαφερόμενο, τόσο για την υποχρέωση,  όσο και για τους όρους, άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής».

 5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η Διοίκηση υποχρεούται να  γνωστοποιεί στο πρόσωπο, το οποίο αφορά υποκείμενη σε ενδικοφανή προσφυγή πράξη, ότι κατ’  αυτής προβλέπεται ενδικοφανής προσφυγή, να προσδιορίζει δε συγχρόνως το όργανο ενώπιον του  οποίου ασκείται η προσφυγή και η προς τούτο τασσόμενη από το νόμο αποκλειστική προθεσμία,  καθώς, επίσης, και οι συνέπειες που επιφέρει η παράλειψη ασκήσεώς της. Η, κατά τα ανωτέρω  γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται με σχετική αναφορά είτε στην υποκείμενη σε ενδικοφανή  προσφυγή πράξη, είτε στο συνοδεύον αυτήν έγγραφο κοινοποιήσεώς της. Κατά ρητή, εξάλλου,  πρόβλεψη του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στην περίπτωση που η Διοίκηση δεν ενημερώσει,  κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο που αφορά η υποκείμενη σε ενδικοφανή προσφυγή πράξη, η  παράλειψη ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής, όπως επίσης και η μη προσήκουσα άσκησή της  δεν καθιστά εξ αυτού του λόγου απαράδεκτη την ασκούμενη, εν συνεχεία, από τον ενδιαφερόμενο  προσφυγή ουσίας, η δε υπόθεση, εισαγομένη, από της από της απόψεως αυτής, παραδεκτώς  ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, εκδικάζεται ως προς την υποκείμενη σε ενδικοφανή προσφυγή  διοικητική πράξη (πρβλ ΣτΕ 2892/1993 Ολ, ΣτΕ 2282/2000, ΣτΕ 1226/2001,  ΣτΕ 575/2005, ΣτΕ 227/2005 ,ΣτΕ 623/2005 ,ΣτΕ 2905/2005 ,ΣτΕ 3034/2005 ΣτΕ 54/2006, ΣτΕ 2318/2007, ΣτΕ 2945/2010). Εξάλλου, το εκ της μη τηρήσεως  ή μη προσήκουσας τηρήσεως της ενδικοφανούς διαδικασίας απαράδεκτο της προσφυγής αίρεται  σε κάθε περίπτωση μη τηρήσεως από τη Διοίκηση της ως άνω διαδικαστικής υποχρεώσεώς της,  χωρίς να ερευνάται από το Δικαστήριο το ζήτημα εάν ο ενδιαφερόμενος έχει άλλως πως λάβει  γνώση της υποχρεώσεως προς άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και των όρων ασκήσεώς της  (πρβλ ΣτΕ 2945/2010, ΣτΕ 1515/2006, ΣτΕ 2712/2005 ,ΣτΕ 3465/2005 κ.α).
 
 
 6. Επειδή, στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), το οποίο επιγράφεται «Διασφάλιση των  συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής», ορίζονταν αρχικώς τα εξής: «1. Κάθε  φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής  έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ποσό πάνω από πενήντα  εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους  φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να  παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις  κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών  πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του  Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των  συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου  θυρίδων του φορολογουμένου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα  τοις εκατό (50%) αυτών. Το παραπάνω ποσό μπορεί να αυξομειώνεται με αποφάσεις του Υπουργού  οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους. Οι κυρώσεις αυτής  της παραγράφου επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα  πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Τα παραπάνω  μέτρα λαμβάνονται και για τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του άρθρου  20 του παρόντος νόμου. 2. Αντίγραφο της πιο πάνω ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται από την  αρχή που τη συνέταξε στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων του  Υπουργείου Οικονομικών, η οποία υποχρεώνεται να ενημερώσει με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις  δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες  και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεώνονται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις  και δεσμεύσεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση.  3. Η ενέργεια αυτή της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων  κοινοποιείται συγχρόνως και στο φορολογούμενο με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης  ελέγχου στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί μέσα σε ένα  (1) μήνα από την ειδοποίησή του να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή  μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Ο Υπουργός Οικονομικών αποφαίνεται μέσα σε  δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η  κατά τον Κ.Φ.Δ. προσφυγή. 4. Κατ’ εξαίρεση των όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο,  τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει ποσό πάνω από  εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προς απόδοση στο Δημόσιο ποσών από Φ.Π.Α.,  παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη, εισφορές και των νόμιμων προσαυξήσεων  αυτών και προστίμων. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου ο υπόχρεος  φορολογούμενος υποβάλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής  υπηρεσίας, ο οποίος υποχρεώνεται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει προσωρινή ή μερική  καταλογιστική πράξη. Η άσκηση προσφυγής κατά της πράξης αυτής δεν αίρει την ισχύ των μέτρων  που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί τα προσωρινά φύλλα - ελέγχου  ή οι προσωρινές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο  αίρονται αυτοδικαίως». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι : «1. Στα  νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται :α) Στις ημεδαπές  ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες  σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο  εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη  διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται  τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή  διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.» Εξάλλου, στο άρθρο 16 του ν.  2992/2002 (Α΄ 54) ορίζεται ότι «1. . . . . . 6. Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του  άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄) προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής:  "Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών  φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης  τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά  λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των 150.000  ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ορίου του προηγούμενου εδαφίου από παραβάσεις που  διαπράχθηκαν μέχρι 31.12.2001 τα ποσά που εμφανίζονται στα πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα  φορολογικά στοιχεία σε δραχμές μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δραχμής και ευρώ,  στρογγυλοποιούμενα στην πλησιέστερη προς τα κάτω μονάδα.". 7. Στο τέλος της παραγράφου 4  του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τις  περιπτώσεις του πέμπτου εδαφίου [της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού] τα μέτρα αίρονται  υποχρεωτικά όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει το 100% του τελικού ποσού του  οικείου προστίμου που επιβλήθηκε σε αυτόν κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 9 του Ν.  2523/1997."


7. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο  χρόνο, μετά, δηλαδή, την τροποποίησή τους με το άρθρο 16 παρ. 6 και 7 του ν. 2992/2002 και  προ της αντικαταστάσεώς τους με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3296/2004, συνάγεται ότι, σε  περίπτωση διαπίστωσης από τη φορολογική αρχή, βάσει ειδικής εκθέσεως ελέγχου, φορολογικής  παράβασης συνισταμένης, μεταξύ άλλων, στη λήψη και χρήση εικονικών φορολογικών στοιχείων,  εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη κατά το  χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το οριζόμενο στο νόμο ποσό, επιβάλλονται στους  παραβάτες τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 μέτρα, τα οποία αίρονται κατά  τους όρους των παραγράφων 5 και 6 του ίδιου άρθρου. Με τις ίδιες διατάξεις, παρέχεται, εξάλλου,  η δυνατότητα στο φορολογούμενο, σε βάρος του οποίου ελήφθησαν τα εξασφαλιστικά μέτρα, να  υποβάλει εντός μηνός από της σχετικής ειδοποιήσεως αίτηση ενώπιον του Υπουργού Οικονομικών  περί άρσεως των, κατά τα ανωτέρω, μέτρων, κατά δε της τυχόν εκδοθείσης απορριπτικής  υπουργικής αποφάσεως επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου  δικαστηρίου. Η αίτηση δε αυτή έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής κατά την έννοια του  άρθρου 25 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 Κώδικα Διοικητικής  Διαδικασίας (Α΄ 45), δεδομένου ότι, πέραν του ότι ασκείται εντός της προβλεπομένης υπό του  νόμου αποκλειστικής προθεσμίας, επιτρέπει στον Υπουργό Οικονομικών, ενώπιον του οποίου  υποβάλλεται, να προβεί στην κατά νόμο και κατ’ ουσία επανεξέταση της υποθέσεως, σε νέα,  δηλαδή, έρευνα και διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων  στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη δι’ αυτής απόφαση, η οποία, κατ’ αποδοχήν, της ασκηθείσης  αιτήσεως, μπορεί είτε να ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει, είτε και να τροποποιηθεί για λόγους ουσίας.  

Περαιτέρω, όπως προκύπτει, τόσο από τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου 14, με το οποίο κατ’  ουσίαν επαναλαμβάνονται οι διατάξεις των άρθρων 44 του ν. 2065/1992 (Α΄ 113), 33 του ν.  2214/1994 (Α΄ 75) και 92 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 Κώδικα  Φορολογίας Εισοδήματος (Α΄ 151), όσο και από το περιεχόμενο των κατ’ εφαρμογήν των  διατάξεων αυτών ληφθέντων μέτρων και τη δυνατότητα μερικής ή ολικής άρσεώς τους στις  οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις διοικητικής περαίωσης της διαφοράς ή πληρωμής άνω του 70%  του συνόλου των οφειλόμενων ποσών, τα εν λόγω μέτρα σκοπούν στην εξασφάλιση της  διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των  αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων, μετά των νομίμων  προσαυξήσεων ή προστίμων (πρβλ. ΣτΕ 2797/2009). Ως τέτοια, τα ανωτέρω μέτρα, παρά το  νομοθετικό τους χαρακτηρισμό και ως κυρώσεων, δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα ούτε,  άλλωστε, προσλαμβάνουν τέτοιο χαρακτήρα εκ μόνου του λόγου ότι ενδέχεται να κατατείνουν και  στη συμμόρφωση των παραβατών προς τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε  βάρος τους. Τέλος, εφόσον δεν είναι δυσανάλογα προς τον προαναφερόμενο σκοπό τους, τα ίδια  μέτρα περιορίζουν θεμιτά την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθ’ ου και επιτρεπτώς  επιβάλλονται αναδρομικά, δηλαδή, σε σχέση με αποδιδόμενες παραβάσεις που ανάγονται σε χρόνο  προγενέστερο της θέσπισης της ανωτέρω ρύθμισης, χωρίς να παραβιάζεται εντεύθεν η αρχή της  δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία δεν προστατεύει τους παραβάτες της φορολογικής  νομοθεσίας από τη λήψη τέτοιων μέτρων εξασφάλισης της πληρωμής των οφειλών τους και του  δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 2024/2010).

 8. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Μετά από έλεγχο που  διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Λάρισας (εφεξής: Π.Ε.Κ.  Λάρισας), διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία ....................................., που εδρεύει στη ....... και έχει ως αντικείμενο εργασιών τη  βιομηχανική παραγωγή και εμπορία προκατασκευασμένων στοιχείων οικοδομών, διέπραξε  διάφορες φορολογικές παραβάσεις κατά τις χρήσεις των ετών 1993, 1994 και 1995. Κατά τις  ειδικότερες διαπιστώσεις της από 27.1.2003 ειδικής εκθέσεως ελέγχου, η οποία συντάχθηκε μετά  την ολοκλήρωση του διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου, η εταιρεία ............................. αφενός  μεν δεν απέδωσε στο Δημόσιο ποσά φόρου προστιθέμενης αξίας, το συνολικό ύψος των οποίων  υπερέβαινε τα προβλεπόμενα από το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2523/1997 όρια, αφετέρου δε έλαβε  εικονικά φορολογικά στοιχεία, η καθαρή αξία των οποίων ήταν ανώτερη του, κατά τα ανωτέρω,  ορίου. Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθμ. 1019304/10625/ΔΕ - Γ/3.6.2003 πράξεως της Γενικής  Διευθύνσεως Φορολογικών Ελέγχων, με την οποία, κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων του  ν. 2523/1997, εκλήθησαν οι αρμόδιες φορολογικές αρχές να μην παραλαμβάνουν δηλώσεις της  ανωτέρω εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατείχε, κατά το χρόνο αυτό, τη θέση του  προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της, ούτε να χορηγούν στα εν  λόγω πρόσωπα πιστοποιητικά φορολογικής ενημερότητας ή άλλες βεβαιώσεις, απαραίτητες για την  κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχείων. Με την ίδια πράξη  ενημερώθηκαν οι τράπεζες και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ότι αφενός μεν αίρεται  προσωρινώς έναντι του Δημοσίου το απόρρητο του περιεχομένου των θυρίδων, καταθέσεων,  λογαριασμών, κοινών λογαριασμών, συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων  χρηματοοικονομικών προϊόντων των ανωτέρω προσώπων, αφετέρου δε ότι δεσμεύεται το ήμισυ  των σχετικών χρηματικών ποσών. Η ως άνω πράξη επιδόθηκε στην εταιρεία «............. ......» την  24η Ιουνίου 2003, η τελευταία δε αυθημερόν υπέβαλε ενώπιον του Υπουργού Οικονομικών αίτηση  περί άρσεως των ληφθέντων μέτρων. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, εν συνεχεία, η υπ’ αριθμ.  1060087/12189/ΔΕ - Γ/24.7.2003 υπουργική απόφαση, με την οποία ήρθη, κατά μερική αποδοχή  της υποβληθείσης αιτήσεως, η δέσμευση του 50% των καταθέσεων και λογαριασμών της εταιρείας  μέχρι της εκδόσεως αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων επί των προσφυγών που είχε  ασκήσει κατά των συναφών καταλογιστικών πράξεων, ενώ, κατά τα λοιπά, ορίσθηκε ότι  εξακολουθεί να ισχύει η, κατά τα ανωτέρω, πράξη της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικών  Ελέγχων. Κατά της τελευταίας αυτής υπουργικής αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή  ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την 2949/2007 απόφασή  του. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, ειδικότερα, ότι οι διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 2325/1997  και 16 παρ. 6 του ν. 2992/2002, κατ’ επίκληση των οποίων ελήφθησαν τα επίδικα μέτρα, δεν  ετύγχαναν, εν προκειμένω, εφαρμογής, διότι οι αποδιδόμενες σχετικώς φορολογικές παραβάσεις  διαπράχθηκαν από την εταιρεία ............. κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995, προ, δηλαδή,  της ενάρξεως ισχύος των νόμων 2523/1997 και 2992/2002, για το λόγο δε αυτό, ο οποίος  εξετάσθηκε αυτεπαγγέλτως, ως αναγόμενος σε νομική πλημμέλεια της προσβληθείσης διά της  προσφυγής πράξεως, η λήψη των επίδικων μέτρων, των οποίων προέχων ήταν ο κυρωτικός  χαρακτήρας, στερείτο νομίμου ερείσματος. Έφεση του Υπουργού Οικονομικών κατά της  πρωτόδικης αποφάσεως απερρίφθη, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,  με την αιτιολογία ότι οι παραβάσεις, για τις οποίες ελήφθησαν τα επίδικα μέτρα διεπράχθησαν προ  της θέσεως σε ισχύ των νόμων 2523/1997 και 2992/2002, οι οποίοι, κατά την αληθή έννοιά τους,  δεν καταλαμβάνουν περιπτώσεις φοροδιαφυγής που έλαβαν χώρα προ της ενάρξεως ισχύος τους  και ότι, εξ αυτού του λόγου, τα επιβληθέντα σε βάρος της εταιρείας .................. μέτρα,  πέραν του ότι δεν μπορούσαν να βρουν νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις κατ’ επίκληση των οποίων  ελήφθησαν, προσέκρουαν, επιπροσθέτως, και στη συνταγματική αρχή της δικαιολογημένης  εμπιστοσύνης του φορολογουμένου. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι τα μέτρα που  προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2523/1997 έχουν χαρακτήρα  φορολογικής κυρώσεως, καθόσον σκοπούν όχι μόνον στη διασφάλιση των συμφερόντων του  Δημοσίου αλλά, κυρίως, στη συμμόρφωση των παραβατών προς τις φορολογικές τους  υποχρεώσεις, και, ως εκ τούτου, έχουν εφαρμογή μόνον επί φορολογικών παραβάσεων που  ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού, όχι δε και επί  παραβάσεων που τελέσθηκαν προ της θεσπίσεως των απαγορευτικών αυτών μέτρων. Ειδικώς δε  ως προς το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 16 του ν. 2992/2002, κρίθηκε ότι η  διάταξη αυτή, καθ’ ο μέρος προσδίδει αναδρομική ισχύ στο πρώτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου,  το οποίο προβλέπει την εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων, μεταξύ άλλων, και σε βάρος των ληπτών  εικονικών φορολογικών στοιχείων, που αφορούν συναλλαγές, το ύψος των οποίων υπερβαίνει  συνολικώς το ποσό των 150.000 ευρώ, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως αντικειμένη στη  συνταγματική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος. Τούτο δε, διότι  η λήψη των μέτρων επάγεται, κατά την ειδικότερη κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου,  απρόβλεπτη ανατροπή καταστάσεων, εννόμων σχέσεων και δικαιολογημένων προσδοκιών του  φορολογουμένου, επί τη βάσει των οποίων είχε προγραμματίσει και υλοποιεί την επαγγελματική και  οικονομική του δραστηριότητα. Κατ’ εκτίμηση τούτων, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε τους  συναφώς προβληθέντες διά της εφέσεως λόγους, με τους οποίους είχε προβληθεί ότι με το άρθρο  14 του ν. 2523/1997 δεν θεσπίζονται φορολογικές κυρώσεις, αλλ’ εισάγονται μέτρα προς  διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ενόψει του κινδύνου μεταβιβάσεως περιουσιακών  στοιχείων ή αναλήψεως τραπεζικών καταθέσεων πριν από το στάδιο της οριστικοποιήσεως των  σχετικών φορολογικών εγγραφών. Με την ίδια απόφαση απερρίφθη και ο προβληθείς διά της  εφέσεως λόγος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την  προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος,  πέραν του ότι δεν ανέφερε στο οικείο δικόγραφο ότι ασκεί την προσφυγή υπό την ιδιότητα του  προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας.............., δεν είχε υποβάλει ενώπιον του Υπουργού Οικονομικών αίτηση προς άρση των επίδικων  μέτρων. Κατά την ειδικότερη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην υπ’ αριθμ.  1019304/10625/ΔΕ - Γ/3.6.2003 πράξη της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικών Ελέγχων  αναφερόταν ότι αίτηση προς άρση των επιβληθέντων δι’ αυτής μέτρων μπορούσε να υποβάλει η  εταιρεία ......................, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου,  ενώ στην προσβληθείσα διά της προσφυγής υπουργική απόφαση ορίσθηκε ρητώς ότι τα λοιπά,  πλην της δεσμεύσεως του 50% των καταθέσεων της ως άνω εταιρείας, ληφθέντα μέτρα  εξακολουθούσαν να ισχύουν, τόσο, δηλαδή, σε βάρος της ως άνω εταιρείας, όσο και σε βάρος του  αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, στην προσφυγή που άσκησε, ακολούθως, κατά της  υπουργικής αυτής αποφάσεως επικαλείται ρητώς την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος  συμβούλου της εν λόγω εταιρείας. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση, ο αναιρεσείων Υπουργός,  επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν τους λόγους που είχε προβάλει στην κατ’ έφεση δίκη, ζητεί την  εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


 9. Επειδή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν είχε, κατ’  άρθρο 64 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής  όπως προβάλλεται, τυγχάνει απορριπτέος. Και τούτο, διότι η προσβληθείσα διά της προσφυγής και  ακυρωθείσα εν συνεχεία υπουργική απόφαση εκδόθηκε μεν μετά από αίτηση της εταιρείας  ......................, η οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής,  πλην, όμως, με την απόφαση αυτή, η έκδοση της οποίας εχώρησε μετά από νέα έρευνα της  υποθέσεως κατά το νόμο και την ουσία, εκρίθη εκ νέου η νομιμότητα της διατηρήσεως των  λοιπών, πλην της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών της ως άνω εταιρείας, μέτρων,  συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είχαν ληφθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου. Ενόψει τούτων,  ο αναιρεσίβλητος, σε βάρος του οποίου ελήφθησαν τα επίδικα μέτρα λόγω της ιδιότητάς του ως  προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας,  παραδεκτώς, από απόψεως εννόμου συμφέροντος, εστράφη κατά της βλαπτικής αποφάσεως του  Υπουργού Οικονομικών, με την οποία, άλλωστε, εξαφανίσθηκε, λόγω του ενδικοφανούς  χαρακτήρα της κατ’ αυτής ασκηθείσης αιτήσεως, η αρχική πράξη της Γενικής Διευθύνσεως  Φορολογικών Ελέγχων. Περαιτέρω, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη  απόφαση, στην πράξη της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου  Οικονομικών αναφερόταν μεν ότι η εταιρεία .............. είχε δικαίωμα να ασκήσει αίτηση  περί άρσεως των δι’ αυτής ληφθέντων μέτρων, παρομοίου, ωστόσο, περιεχομένου αναφορά δεν  γινόταν και ως προς τον αναιρεσίβλητο, η μη υποβολή της αιτήσεως του άρθρου 14 παρ.3 του ν.  2523/1997 από τον αναιρεσίβλητο δεν μπορούσε, εν προκειμένω να συνεπάγεται έννομες συνέπειες  σε βάρος του, αφού δημιουργήθηκε δικαιολογημένα, εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω αναφοράς, η  αντίληψη ότι δικαίωμα υποβολής αιτήσεως περί άρσεως των ληφθέντων μέτρων είχε μόνον η ως  άνω εταιρεία, η οποία, με την αίτησή της, μπορούσε να ζητήσει την άρση και των επιβληθέντων σε  βάρος του μέτρων.

 10. Επειδή, όπως έχει ήδη εκτεθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι τα επίδικα  μέτρα, τα οποία, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, έχουν χαρακτήρα φορολογικών  κυρώσεων, δεν ελήφθησαν νομίμως, διότι επεβλήθησαν για φορολογικές παραβάσεις χρήσεων  προγενέστερων της ενάρξεως ισχύος των νόμων 2523/1997 και 2992/2002, οι οποίες, κατά την  αληθή έννοιά τους, καταλαμβάνουν αποκλειστικώς και μόνον περιπτώσεις φοροδιαφυγής, που  διεπράχθησαν μετά την έναρξη της ισχύος των νόμων αυτών. Συναφώς, έκρινε ότι, υπό την  αντίθετη εκδοχή, η λήψη των επίδικων μέτρων προσβάλλει την αρχή της δικαιολογημένης  εμπιστοσύνης του φορολογουμένου, ως περιορίζουσα αδικαιολογήτως την οικονομική ελευθερία  της αναιρεσιβλήτου. Οι κρίσεις, όμως, αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι, ενόψει όσων  έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω στην έβδομη σκέψη, εσφαλμένες. Κατόπιν τούτων, η προσβαλλόμενη  απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, εν μέρει, κατ’ αποδοχήν των προβαλλομένων αντίστοιχων λόγων, η  δε υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως ως προς το πραγματικό, πρέπει να αναπεμφθεί στο  Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για νέα νόμιμη κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την 3457/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και  παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το σκεπτικό.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2011
         

Want to see comments? Unfortunately this feature requires cookies currently not allowed by your settings. You may click here to change them if you wish to use this feature.

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Πρόσφατες αποφάσεις στην κατηγορία

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης