Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΣτΕ 1165/2009 Το φορολογητέο εισόδημα προσδιορίζεται εξωλογιστικώς στις περιπτώσεις που δεν είναι εφικτός ο λογιστικός προσδιορισμός του με βάση τα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στοιχεία, και μάλιστα ασχέτως της συνδρομής ή μη υπαιτιότητος της τελευταίας ως προς την τήρηση και διαφύλαξη αυτών, συνάγεται ότι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός του εισοδήματος, ο οποίος δεν αποτελεί κύρωση αλλά μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος, χωρεί και στις περιπτώσεις απώλειας ή καταστροφής από οποιαδήποτε αιτία, ακόμη και εξ ανωτέρας βίας, των τηρηθέντων βιβλίων και στοιχείων ή ορισμένων από αυτά, εφ` όσον δεν είναι δυνατή η διενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων με βάση τα βιβλία και στοιχεία που διασώθηκαν, διότι η περίπτωση αυτή εξομοιώνεται, από την άποψη προσδιορισμού του εισοδήματος, με την περίπτωση που δεν τηρήθηκαν τα βιβλία και στοιχεία.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 24-10-2011 ]
Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΣτΕ 1165/2009
Το φορολογητέο εισόδημα προσδιορίζεται εξωλογιστικώς στις περιπτώσεις που δεν είναι εφικτός ο λογιστικός προσδιορισμός του με βάση τα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στοιχεία, και μάλιστα ασχέτως της συνδρομής ή μη υπαιτιότητος της τελευταίας ως προς την τήρηση και διαφύλαξη αυτών, συνάγεται ότι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός του εισοδήματος, ο οποίος δεν αποτελεί κύρωση αλλά μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος, χωρεί και στις περιπτώσεις απώλειας ή καταστροφής από οποιαδήποτε αιτία, ακόμη και εξ ανωτέρας βίας, των τηρηθέντων βιβλίων και στοιχείων ή ορισμένων από αυτά, εφ` όσον δεν είναι δυνατή η διενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων με βάση τα βιβλία και στοιχεία που διασώθηκαν, διότι η περίπτωση αυτή εξομοιώνεται, από την άποψη προσδιορισμού του εισοδήματος, με την περίπτωση που δεν τηρήθηκαν τα βιβλία και στοιχεία.

Εξ άλλου, και η προσαύξηση του συντελεστή καθαρού κέρδους, μη  επιβαλλόμενη ως κύρωση, αποσκοπεί στην εξεύρεση του πραγματικού εισοδήματος  και της αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητος των επιχειρήσεων, για τις οποίες,  λόγω της μη τηρήσεως βιβλίων, προκύπτει αδυναμία ασφαλούς προσδιορισμού του  εισοδήματός τους. Επομένως, οι ως άνω περιπτώσεις απώλειας ή καταστροφής από  οποιαδήποτε αιτία, των βιβλίων και στοιχείων, εξομοιώνονται και από την  άποψη της προσαυξήσεως του συντελεστή καθαρού κέρδους, με την περίπτωση της  μη τηρήσεως των προβλεπομένων από τον νόμο, βιβλίων και στοιχείων.
 
 
ΣτΕ 1165/2009

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009 με την εξής  σύνθεση: Φ. Στεργιόπουλος, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Α.-Γ.  Βώρος, Ε. Αναγνωστοπούλου, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Β. Μόσχου, Πάρεδροι.  Γραμματέας η Π. Στεργιοπούλου, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 16 Απριλίου 2003 αίτηση:
του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, ο οποίος παρέστη με τον Γεώργιο Καρακώστα,  Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
 κατά των : ........................... και...................................... , ως μοναδικού  κληρονόμου του ........ , πρώην εταίρων της ήδη λυθείσας ετερόρρυθμης  εταιρείας .................................  κατοίκων .................................  ο οποίοι δεν παρέστησαν.
 Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ`  αριθμ. 53/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης.
 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε.  Αναγνωστοπούλου.
 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος  Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους  αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του  δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται καταβολή  παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ` αριθμ. 53/2002  αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία, κατόπιν  συνεκδικάσεως αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, απορρίφθηκε η έφεση του ήδη  αναιρεσείοντος Δημοσίου και έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων  κατά της υπ` αριθμ. 157/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου  Ναυπλίου, στη συνέχεια δε, κατά μερική αποδοχή προσφυγής των τελευταίων,  μεταρρυθμίστηκε η υπ` αριθμ. 23/1997 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων του  Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ............, με την οποία είχαν προσδιορισθεί εξωλογιστικώς  τα καθαρά κέρδη της λυθείσης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία  .......................... για το οικονομικό έτος 1991 (χρήση 1990) σε  133.337.864 δραχμές έναντι ζημίας 10.085.553 δραχμών που είχε δηλωθεί. Με την  πρωτόδικη απόφαση τα εν λόγω καθαρά κέρδη είχαν προσδιορισθεί, κατά μερική  παραδοχή της προσφυγής, σε 61.976.505 δραχμές, με την ήδη δε  αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιορίσθηκαν στο ποσό των 44.268.932 δραχμών,  αναπροσαρμόσθηκε δε και το αναλογούν χαρτόσημο και η επ` αυτού εισφορά υπέρ  Ο.Γ.Α.

3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995 (Α΄ 62), η υπόθεση  συζητείται μόνον ως προς τον προτασσόμενο στο δικόγραφο της αιτήσεως λόγο  αναιρέσεως (περί εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής του διέποντος  την επίδικη σχέση νόμου), διότι μόνον για το λόγο αυτόν υφίσταται εν  προκειμένω η απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη θετική γνωμοδότηση του  Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βλ. γνωμοδότηση Τμήματος Β΄ 1 Διακοπών, υπ`  αριθμ. 801/2003, συνεδρίαση της 10.9.2003)(ΣτΕ 307/2009, ΣτΕ 2763/2008,  ΣτΕ 3877/2001 κ.ά.).

4. Επειδή, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως  στο ακροατήριο. Όπως, όμως, προκύπτει από τις υπ` αριθμ. 11858, 11860, 11867  και 11869 της 17.3.2004 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του  Πρωτοδικείου Ναυπλίου, Κωνσταντίνου Παντ. Σπυρόπουλου, αντίγραφα της  κρινομένης αιτήσεως και της από 19.2.2004 πράξεως του Προέδρου του Β΄  Τμήματος, με την οποία ορίστηκαν εισηγητής της υποθέσεως και δικάσιμος,  επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως σ` αυτούς. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση,  η οποία ασκήθηκε και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, είναι τύποις δεκτή και  περαιτέρω εξεταστέα ως προς τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, παρά την μη  παράσταση των αναιρεσιβλήτων.

5. Επειδή, στο άρθρο 16α του ν.δ. 3323/1955 (Α΄ 214), όπως ίσχυε μετά την  αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 1563/1985 (Α΄ 151) και πριν  από την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 2065/1992 (Α΄ 113), ορίζονται  τα εξής:
6. «1. Οι […] ετερόρρυθμες […] εταιρείες […] υποχρεούνται να  υποβάλλουν, κάθε χρόνο, στον οικονομικό έφορο της έδρας τους δήλωση για τα  αποτελέσματά τους, τα οποία προέκυψαν κατά την διάρκεια της διαχειριστικής  περιόδου που έληξε και για την κατανομή των κερδών ή ζημιών μεταξύ των  εταίρων […] 3. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας  των πιο πάνω επιχειρήσεων ύστερα από σχετικό έλεγχο εκδίδει και κοινοποιεί  σ` αυτές, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας πράξη  προσδιορισμού των οικονομικών αποτελεσμάτων μαζί με τη σχετική έκθεση  ελέγχου […] (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 12 του  ν. 1828/1989, Α΄ 2).
Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 34 του ίδιου ως άνω  ν.δ. 3323/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 814/1978 (Α΄ 144)  και συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 1563/1985, ορίζονται τα  επόμενα: «Ο προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων  ενεργείται ως ακολούθως: α) […] γ) Επί μη τηρουσών βιβλία και στοιχεία του  Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων ή τηρουσών τοιαύτα ανεπαρκή ή ανακριβή ή  κατωτέρας της προσηκούσης κατηγορίας, τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται  εξωλογιστικώς επί τη βάσει των υπό του Οικονομικού Εφόρου διατιθεμένων  στοιχείων και πληροφοριών περί της εκτάσεως της συναλλακτικής δράσεως της  επιχειρήσεως και των εν γένει συνθηκών λειτουργίας αυτής. Δια τον τοιούτον  προσδιορισμόν λαμβάνονται ιδία υπ` όψιν αι υπό της επιχειρήσεως  εμφανιζόμεναι αγοραί και πωλήσεις, το εμφανιζόμενον μικτόν κέρδος, ως και το  πραγματοποιούμενον τοιούτον παρ` ετέρων ομοειδών επιχειρήσεων εργαζομένων  υπό παρομοίας συνθήκας, το απασχολούμενον προσωπικόν, το ύψος των  επενδεδυμένων κεφαλαίων ως και των ιδίων κεφαλαίων κινήσεως, το ποσόν των  δανείων και πιστώσεων, το ποσόν των εξόδων παραγωγής και διαθέσεως των  εμπορευμάτων, των εξόδων διαχειρίσεως και πάσης εν γένει επαγγελματικής  δαπάνης».
Εξ άλλου, στο άρθρο 33α παρ. 1 του ίδιου ν.δ/τος, όπως ίσχυε κατά  την ένδικη διαχειριστική περίοδο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3  του ν.δ. 587/1970 (Α΄ 143) και την τροποποίησή του με το άρθρο 9 του ως άνω  ν. 814/1978, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Ο προσδιορισμός του καθαρού κέρδους  των εμπορικών επιχειρήσεων ενεργείται κατά τας επομένας διακρίσεις: α) Επί  τηρουσών επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας  του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων το καθαρόν κέρδος εξευρίσκεται λογιστικώς  επί τη βάσει των δεδομένων των βιβλίων και στοιχείων τούτων δι` εκπτώσεως εκ  των ακαθαρίστων εσόδων των εν άρθρω 35 αναφερομένων εξόδων. β) […] γ) Επί  των […] επιχειρήσεων αίτινες δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν τοιαύτα  κατωτέρας της προσηκούσης κατηγορίας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και  στοιχεία και εφ` όσον εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν η ανεπάρκεια  καθιστά αδύνατον την διενέργειαν των ελεγκτικών επαληθεύσεων, το καθαρόν  κέρδος προσδιορίζεται εξωλογιστικώς κατά τα εν άρθρω 36 οριζόμενα». Στο εν  λόγω άρθρο 36 του ως άνω ν.δ. 3323/1955, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν  προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: Στην παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε κατά  το πρώτο εδάφιό της με το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ. 587/1970, ότι: «Ο  εξωλογιστικός προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων,  περί ων ορίζει η διάταξις του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 33α,  ενεργείται δια πολλαπλασιασμού των ακαθαρίστων εσόδων της επιχειρήσεως επί  ειδικούς κατά γενικάς κατηγορίας επιχειρήσεων συντελεστάς καθαρού κέρδους»,  στην παρ. 2 (όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του  ως άνω ν. 1563/1985) και πριν αντικατασταθεί εκ νέου κατά τα τελευταία τρία  εδάφιά της με το άρθρο 10 παρ. 19 του ως άνω ν. 2065/1992, ότι: «Για κάθε  κατηγορία επιχειρήσεων προβλέπεται ένας μοναδικός συντελεστής καθαρού  κέρδους ο οποίος εφαρμόζεται στα ακαθάριστα έσοδα. Οι συντελεστές αυτοί  καθαρού κέρδους περιλαμβάνονται σε ειδικό πίνακα ο οποίος καταρτίζεται με  αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της  Κυβερνήσεως. […] Για τις επιχειρήσεις που δεν τηρούν τα βιβλία και στοιχεία  που προβλέπονται γι` αυτές από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ.  99/1977, ΦΕΚ 34 τ. Α΄) ή τηρούν ανακριβή βιβλία και στοιχεία, ο συντελεστής  καθαρού κέρδους προσαυξάνεται κατά σαράντα τα εκατό (40%)» και στην παρ. 3  (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 10 παρ. 20 του ως άνω  ν. 2065/1992) ότι «Αν από στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος  προκύπτει αποδεδειγμένα ότι από γεγονότα ανώτερης βίας το πραγματικό κέρδος  είναι κατώτερο από αυτό που προσδιορίζεται με την εφαρμογή του μοναδικού  συντελεστή, το κέρδος αυτό μπορεί να καθορίζεται με χρήση κατώτερου  συντελεστή, όχι όμως κατώτερου από το μηδέν. […]».

6. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες το εισόδημα  προσδιορίζεται εξωλογιστικώς στις περιπτώσεις που δεν είναι εφικτός ο  λογιστικός προσδιορισμός του με βάση τα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία  και στοιχεία, και μάλιστα ασχέτως της συνδρομής ή μη υπαιτιότητος της  τελευταίας ως προς την τήρηση και διαφύλαξη αυτών, συνάγεται ότι ο  εξωλογιστικός προσδιορισμός του εισοδήματος, ο οποίος δεν αποτελεί κύρωση  αλλά μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος, χωρεί και στις περιπτώσεις  απώλειας ή καταστροφής από οποιαδήποτε αιτία, ακόμη και εξ ανωτέρας βίας,  των τηρηθέντων βιβλίων και στοιχείων ή ορισμένων από αυτά, εφ` όσον δεν  είναι δυνατή η διενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων με βάση τα βιβλία και  στοιχεία που διασώθηκαν, διότι η περίπτωση αυτή εξομοιώνεται, από την άποψη  προσδιορισμού του εισοδήματος, με την περίπτωση που δεν τηρήθηκαν τα βιβλία  και στοιχεία.
Εξ άλλου, και η προσαύξηση του συντελεστή καθαρού κέρδους, μη  επιβαλλόμενη ως κύρωση, αποσκοπεί στην εξεύρεση του πραγματικού εισοδήματος  και της αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητος των επιχειρήσεων, για τις οποίες,  λόγω της μη τηρήσεως βιβλίων, προκύπτει αδυναμία ασφαλούς προσδιορισμού του  εισοδήματός τους. Επομένως, οι ως άνω περιπτώσεις απώλειας ή καταστροφής από  οποιαδήποτε αιτία, των βιβλίων και στοιχείων, εξομοιώνονται και από την  άποψη της προσαυξήσεως του συντελεστή καθαρού κέρδους, με την περίπτωση της  μη τηρήσεως των προβλεπομένων από τον νόμο, βιβλίων και στοιχείων (ΣτΕ  3358/2007).

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση  εκτίθενται, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα: Το έτος 1979 συνεστήθη με έδρα τη  Δήμαινα Αργολίδας η ετερόρρυθμη εταιρεία ................... με αντικείμενο  εργασιών την εμπορία ελαιολάδου και ελαίων και την αντιπροσωπεία γεωργικών  μηχανημάτων, αργότερα δε και την τυποποίηση ελαιολάδου, η οποία αποτελούσε  ήδη από το έτος 1986 την κύρια δραστηριότητά της. Για την παρακολούθηση των  εργασιών της τήρησε κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο (1.1 έως  31.12.1990) βιβλία Δ΄ κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων. Από τη  δήλωση αποτελεσμάτων και τα συμπληρωματικά στοιχεία που υπέβαλε η εταιρεία  αυτή στη φορολογική αρχή, προέκυψε για την ένδικη χρήση ζημία 10.085.553  δραχμών. Η φορολογική αρχή, λαμβάνοντας υπ`όψη ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση  δεν προσκόμισε στον φορολογικό έλεγχο τα βιβλία και στοιχεία που τήρησε κατά  την ένδικη χρήση, με την αιτιολογία ότι καταστράφηκαν από την πυρκαγιά που  εκδηλώθηκε στον χώρο των γραφείων της στις 15.8.1995, προσδιόρισε  εξωλογιστικώς τα ακαθάριστα έσοδά της στο ποσό του 1.293.378.636 δραχμών.
8. Στη  συνέχεια, αφού έλαβε υπ` όψη ότι στους πίνακες συντελεστών καθαρού κέρδους  του Υπουργείου Οικονομικών που ίσχυαν κατά την ένδικη χρήση, δεν προβλέπεται  συντελεστής καθαρού κέρδους για τις επιχειρήσεις τυποποίησης ελαιολάδου,  εφάρμοσε στα μεν ακαθάριστα έσοδα από χονδρικές πωλήσεις τον προβλεπόμενο  στον ΚΑ 5304 για τις επιχειρήσεις εμπορίας ελαίου και ελαιών χονδρικώς,  συντελεστή καθαρού κέρδους 5%, προσαυξημένο κατά 100%, στα δε ακαθάριστα  έσοδα από λιανικές πωλήσεις, τον μέσο όρο των συντελεστών καθαρού κέρδους της  5ης κατηγορίας επαγγελμάτων του ως άνω πίνακα, ήτοι συντελεστή 9%  προσαυξημένο κατά 100%. Προσφυγή κατά της ένδικης πράξεως έγινε εν μέρει  δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο προσδιόρισε μεν εξωλογιστικώς  τα αποτελέσματα της φορολογούμενης επιχειρήσεως, με την εφαρμογή, όμως,  συντελεστή καθαρού κέρδους 5% σε όλα τα ακαθάριστα έσοδα, προσαυξημένου κατά  40%, κατ` εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 2 του ν.δ. 3323/1955. Το δευτεροβάθμιο  δικαστήριο επιληφθέν αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της πρωτόδικης  αποφάσεως, δέχθηκε, εκτός άλλων, ότι η καταστροφή λόγω πυρκαγιάς των βιβλίων  και στοιχείων του φορολογουμένου δεν συνιστά ανακρίβεια των βιβλίων και  στοιχείων αυτού, αλλά, απλώς καθιστά αναγκαίο τον εξωλογιστικό προσδιορισμό  των αποτελεσμάτων λόγω ανεφίκτου του λογιστικού προσδιορισμού, εν όψει δε  τούτου έκρινε ότι εσφαλμένα προέβη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε προσαύξηση  του εφαρμοστέου στα ακαθάριστα έσοδα της φορολογούμενης επιχειρήσεως  συντελεστή καθαρού κέρδους.  

 8. Επειδή, η ανωτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι πλημμελώς  αιτιολογημένη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην έκτη σκέψη, το γεγονός ότι δεν  δύνανται να επιδειχθούν τα βιβλία και στοιχεία της επιχειρήσεως για το λόγο  ότι καταστράφηκαν από πυρκαγιά, συνεπάγεται, όπως, ακριβώς, και η μη τήρηση  βιβλίων και στοιχείων, την αδυναμία ασφαλούς προσδιορισμού των αποτελεσμάτων  της φορολογουμένης επιχειρήσεως και επιβάλλει, για την ταυτότητα του νομικού  λόγου, την εφαρμογή προσαυξημένου συντελεστή καθαρού κέρδους για την  εξεύρεση των καθαρών κερδών της. Για το λόγο αυτό, ο οποίος είναι ο μόνος  εξεταστέος, κατά τα εκτιθέμενα στην τρίτη σκέψη, λόγος αναιρέσεως,  προβάλλεται δε βασίμως με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση  πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά την προσαύξηση του συντελεστή  καθαρού κέρδους, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το  πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο  δικαστήριο για νέα κρίση.

Διά ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. 53/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου  Τριπόλεως, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος,  σύμφωνα με το σκεπτικό.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος  Δημοσίου που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η  διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2009 και η απόφαση δημοσιεύθηκε  σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2009.
  Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος        Η Γραμματέας του Β` Τμήματος         Φ. Στεργιόπουλος                       Π. Στεργιοπούλου

Want to see comments? Unfortunately this feature requires cookies currently not allowed by your settings. You may click here to change them if you wish to use this feature.

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Προσωπικές σημειώσεις για αυτή την απόφαση

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Πρόσφατες αποφάσεις στην κατηγορία Φορολογία Εισοδήματος

Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.



Σχετικές ειδήσεις άρθρα


Προσοχή!

Η υπηρεσία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη του κόμβου με πρόσβαση στη συνδρομητική υπηρεσία «Αρχείο Νόμων και Αποφάσεων».

Εάν δεν είστε μέλος στον κόμβο πατήστε εδώ για περισσότερα. 

Αν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές υπηρεσίες πατήστε εδώ.

Δείτε όλα όσα προσφέρει η συνδρομητική υπηρεσία του κόμβου με χρέωση μόνο 100,00 ευρώ το χρόνο.


Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης