Jump to content
Sign in to follow this  
stefanos_her

Ευθύνη ομόρρυθμων εταίρων που έχουν αποχωρήσει στην καταβολή φόρου εισοδήματος επόμενου έτους

Recommended Posts

Ομόρρυθμη εταιρία με 2 εταίρους, τον Α και τον Β.

1/8/2010 μεταβιβάζεται το μερίδιο του Β στον Γ.

Αρχές του 2011 υποβάλλεται η δήλωση της εταιρίας, όπου προκύπτει φόρος εισοδήματος.

Ποιοι οφείλουν εκ των Α, Β, Γ να καταβάλουν το φόρο εις ολόκληρο...???

Κατά ΔΟΥ (ατεκμηρίωτα) οφείλουν και οι 3....

Έχει κάποιος τα

- Α.Π. 1120/74

- Εφ. Θεσ/νίκης 1274/81

- Ε.Εμπ.Δ 1982, σελ. 386

να τα ανεβάσει μπας και βγάλουμε άκρη..???

Share this post


Link to post
Share on other sites

Δεν γνωρίζω τι αναφέρει η νομολογία που παράθεσε παραπάνω ο Στέφανος αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη υπόχρεοι στην καταβολή του φόρου είναι οι εταίροι Α και Γ με το εξής σκεπτικό

Εφόσον την 1/8/2010 ο Β μεταβίβασε το μερίδιο του στον Γ μεταβίβασε και το μερίδιο του στα κέρδη και στις ζημίες της εταιρίας.

Τα κέρδη και οι ζημίες υποτίθεται ότι εξάγονται την 31/12/2010 και διανέμονται στους εταίρους οι οποίοι κατά την 31/12/2010 εχουν την εταιρική ιδιότητα.

Πως είναι δυνατόν ο Β να είναι είναι υπόχρεος για τον φόρο των κερδών που θα διανεμηθούν στον Γ?Και τι νόημα έχει τότε η μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας?

Εκτό,βέβαια,αν μεταξύ του Β και του Γ εχει συναφθεί συμφωνητικό παρακοικωνίας.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Βρήκα αυτά, Στέφανε. Δεν ξέρω αν σε βοηθάνε κάπου. εσύ θα το αξιολογήσεις:

Οι ομόρρυθμοι εταίροι, σε κάθε περίπτωση απώλειας της εταιρικής τους ιδιότητας, μετά την δημοσίευση του λόγου αποχώρησής τους (λύση, έξοδος, πτώχευση, αποκλεισμός κλπ.), υπέχουν ευθύνη για χρέη που γεννήθηκαν κατά το παραγωγικό στάδιο, όταν είχαν την εταιρική τους ιδιότητα, η οποία ευθύνη παραγράφεται μετά από μία πενταετία από τον χρόνο δημοσίευσης της απώλειας της εταιρικής ιδιότητας ή από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, εάν αυτό συνέβη μετά την αποχώρησή τους (άρθρ. 64 ΕΝ). Σε περίπτωση που το χρέος υπόκειται σε μικρότερη παραγραφή, θα υπέχουν ευθύνη κατά την παραγραφή αυτή. Συμφωνία μεταξύ των εταίρων ότι ο αποχωρών εταίρος θα απαλλάσσεται από την ευθύνη αυτή και θα ευθύνεται αποκλειστικώς ο άλλος είναι ισχυρή (361 και 478 ΑΚ), μόνο για τις μεταξύ τους σχέσεις. Εάν ο απαλασσόμενος εταίρος καταβάλλει χρέος της εταιρίας σε τρίτο, έχει αναγωγή κατά των υπολοίπων εταίρων, για το χρέος που τους βαρύνει κατά το λόγο της εταιρικής τους μερίδας, αλλά και για το μέρος του χρέους που βαρύνει τη δική του μερίδα, το οποίο επιμερίζεται σ' αυτούς κατά τον ίδιο τρόπο (ΕφΘες 1523/1988)
Ο ομόρρυθμος εταίρος που για οποιονδήποτε λόγο χάνει την εταιρική του ιδιότητα εξακολουθεί να ευθύνεται προσωπικά, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον (άρθρ. 22 ΕΝ) για τα προ της αποχωρήσεώς του εταιρικά χρέη, η οποία παραγράφεται πέντε (5) έτη από την νόμιμη δημοσίευση της απώλειας της εταιρικής ιδιότητας (ΑΠ 1454/1995), όπως συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 64 ΕΝ, που ορίζει:

«Πάσα αγωγή κατά συνεταίρων μη εκκαθαριστών, κατά χηρών και των κληρονόμων αυτών, ή παντός άλλου έχοντος δικαίωμα, παραγράφεται πέντε έτη μετά την προθεσμίαν ή μετά την διάλυσιν της εταιρίας, αν το έγγραφον το προσδιορίζον την διάρκειαν αυτής, ή το της διαλύσεως, ετοιχοκολλήθη και κατεχωρίσθη κατά τας διατάξεις των άρθρων 42, 43, 44 και 46 και αν μετά την εκπλήρωσιν της διατυπώσεως ταύτης, η παραγραφή δεν διεκόπη ως προς αυτούς δια δικαστικής τινός καταδιώξεως».

Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με συμβαλλόμενη ομόρρυθμη εταιρεία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας ομόρρυθμος εταίρος, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού, για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε και αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρείας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρείας κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού καταλοίπου. Το γεγονός ότι η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτο με, το κλείσιμο του, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο προς τα ανωτέρω συμπέρασμα, αφού τα δημιουργικά της αξιώσεως αυτής περιστατικά, προϋπήρχαν της αποχωρήσεως και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στο πλαίσιο της ευθύνης του αποχωρήσαντος εταίρου (Ολ. ΑΠ 31/1997, ΑΠ 1/2002

κατά το «τυπικό» (ίσως αδόκιμος ο όρος), ο φόρος εισοδήματος της Ο.Ε. (όπως ορίζεται με το άρθρο 10 του Κ.Φ.Ε., δηλ. αφαίρεση επιχειρηματικής αμοιβής κ.λπ.) βαρύνει και καταβάλλεται από την εταιρεία. Δεν μπορεί να αναζητηθεί αναλογία φόρου από εταίρο που αποχώρησε στα μέσα της διαχειριστικής περιόδου, όπως δεν μπορεί να αναζητηθεί από αυτόν (εταίρο) αναλογία από τα κέρδη κατά το κλείσιμο της περιόδου (31η Δεκεμβρίου), αφού έχει ήδη αποχωρήσει.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Σχετικά με τα παραπάνω που παρέθεσε ο συνάδελφος Αρχοντής.

Ο φόρος είσοδήματος είναι μεν χρέος προς το Ελληνικό Δημόσιο αλλά χρέος που δημιουργήθηκε απο τα κέρδη της εταιρίας επι των οποίων το δικαίωμα συμμετοχής μεταβιβάσθηκε στον νέο εταίρο.Επομενως η μη πληρωμή του φόρου εισοδήματος επι των κερδών αναζητείται σε αυτούς που δικαιωματικά νέμονται τα κέρδη της εταιρίας.Οπως και τυχόν ζημία της εταιρίας δεν θα βαρύνει τον αποχωρήσαντα εταίρο αλλά θα έχει επίπτωση στα μελλοντικά κέρδη που αναλογούν στον νεοεισερχόμενο εταίρο.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Δεν έχω την νομική κατάρτιση και τιην απαραίτητη εμπειρία να το αξιολογήσω, έχω όμως την αίσθηση ότι το κύριο σημείο είναι εδώ:

(οι εταίροι) ...υπέχουν ευθύνη για χρέη που γεννήθηκαν κατά το παραγωγικό στάδιο, όταν είχαν την εταιρική τους ιδιότητα, η οποία ευθύνη παραγράφεται μετά από μία πενταετία από τον χρόνο δημοσίευσης της απώλειας της εταιρικής ιδιότητας ή από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, εάν αυτό συνέβη μετά την αποχώρησή τους (άρθρ. 64 ΕΝ).

Φορολογική υποχρέωση από επιχειρηματική αμοιβή έχουν σίγουρα ο Α και ο Γ, αυτό είναι λυμένο. Το ποιός έχει ευθύνη όμως για τα χρέη της εταιρίεας προς το δημόσιο (φόρος εισοδήματος εταιρείας) είναι ένα θέμα που άπτεται της νομικής, την οποία προσωπικά γνωρίζω μόνο επιδερμικά και σε πολύ περιορισμένη βάση. Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να δούμε, αν μπορέσουμε να βρούμε, τη σχετκή νομολογία που αναφέρει ο Στέφανος.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Απορίες:

1) Ο Β θεωρείται ότι συμμετείχε στη δημιουργία του εισοδήματος της χρήσης έως την ημέρα αποχώρησής του, ή επειδή δεν συμμετείχε στη διανομή κερδών θεωρείται ότι δεν είχε καμία συμμετοχή σ' αυτό;

2) Αν θεωρηθεί ότι συμμετείχε στη δημιουργία του εισοδήματος, θεωρείται ότι συμμετείχε και στη δημιουργία της φορολογικής υποχρέωσης της εταιρίας ή αυτή δημιουργήθηκε μετά το τέλος της χρήσης;

Share this post


Link to post
Share on other sites

Από την ΠΟΛ 1103/2004 που ΄΄γαψε παραπάνω ο Τάσος:

ΣΤ) ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1) Ευθύνη ομορρύθμου μέλους

(Άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου)

Οι εταίροι ομόρρυθμης εταιρίας ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο για την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων.

Καθιερώνεται δηλαδή απεριόριστη και εις ολόκληρο ευθύνη κάθε ομορρύθμου εταίρου για τις υποχρεώσεις (του νομικού προσώπου) της εταιρίας.

Συμφωνία, η οποία ρυθμίζει διαφορετικά την ευθύνη των εταίρων, ισχύει μόνο στις εσωτερικές τους σχέσεις και όχι για το Δημόσιο.

Ο εταίρος ο οποίος αποχωρεί από την εταιρία εξακολουθεί να ευθύνεται για τις εταιρικές υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι της δημοσιεύσεως της αποχώρήσης του.

Νέος εταίρος, που εισέρχεται στην εταιρία υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, εκτός αντίθετης συμφωνίας, ευθύνεται μόνο για τα εταιρικά χρέη, που δημιουργήθηκαν μετά την είσοδό του στην εταιρία.

Νέος εταίρος, ο οποίος εισέρχεται στην εταιρία μετά από μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων παλαιού εταίρου, ευθύνεται όχι μόνο για τα νέα αλλά και για τα παλαιά εταιρικά χρέη, ενώ η ευθύνη του μεταβιβάζοντος για τα παλαιά χρέη εξακολουθεί να υφίσταται.

Ο φόρος εισοδήματος αποτελεί χρέος που δημιουργήθηκε ταυτόχρονα με τον προσδιορισμό των κερδών της εταιρίας ο οποίος γίνεται ταυτόχρονα με το τέλος της χρήσης,δηλαδή 31/12/2010.Σύμφωνα λοιπόν με την παραπάνω ΠΟΛ εφόσον το χρέος δημιουργήθηκε την 31/12/2010 υπέυθυνοι για το χρέος αυτό είναι αυτοί που είχαν την εταιρική ιδιότητα την 31/12/2010.Το ίδιο ακριβώς που κάνουμε με την συμπλήρωση του Ε5 που υπολογίζουμε επιχειρηματική αμοιβή και κάνουμε διανομή κερδών σε αυτούς που έχουν την εταιρική ιδιότητα τις 31 Δεκεμβρίου.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Το θέμα είναι καθαρά νομικό και ίσως πρέπει να απευθυνθώ προς τα εκεί...

Ωστόσο, μπαίνει στα χωράφια μας, καθώς τέτοια θέματα μας απασχολούν συχνά και πιστεύω ότι είναι στις γνώσεις που πρέπει να έχει ο λογιστής για να κατευθύνει τους πελάτες του σωστά..

Από την ΠΟΛ που παράθεσε ο Τάσος, καθώς ο 2238 ή ο ΚΕΔΕ δεν γράφουν τίποτα ειδικότερο, και πρόσθετα σε αυτά που παράθεσε ο αμαρτωλός:

2. Από τη διατύπωση των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή των συγκεκριμένων φόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο που βεβαιώθηκαν οι φόροι αυτοί, μόνον όταν έχουν την ιδιότητα του διευθυντή, διαχειριστή, διευθύνοντα συμβούλου ή εκκαθαριστή ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας ή συνεταιρισμού κατά το χρόνο διαλύσεως, συγχωνεύσεως ή μετατροπής, κατά περίπτωση.

Σύμφωνη με τα ως άνω είναι και η αρ. 173/2001 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. (Γ΄ Τμήμα), η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία γνωμοδότησε αυτό, ότι προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενοι κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, είναι τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα εκ μόνης της εν λόγω ιδιότητάς τους, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι εξελέγησαν ή διορίσθηκαν ως τέτοιοι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε. ή του συνεταιρισμού και στη συνέχεια αποδέχθηκαν τα ανατεθέντα σε αυτούς καθήκοντα. Ο νομοθέτης δηλαδή, με τις πιο πάνω διατάξεις καθιέρωσε πρόσθετη υποχρέωση για την κάλυψη φορολογικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, την οποία όμως περιόρισε μεταξύ ορισμένου μόνο κύκλου προσώπων και δη μεταξύ εκείνων τα οποία ασκούν τη διοίκηση και έχουν τη διαχείριση της εταιρείας και επομένως, την κύρια, αν όχι και την μόνη, ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Στον κύκλο αυτό των προσώπων δεν μπορούν να περιληφθούν και άλλα πρόσωπα, όπως είναι τα έχοντα την ιδιότητα του αναπληρωτή των ρητώς και περιοριστικώς αναφερόμενων στο νόμο προσώπων (αξιωματούχων), π.χ. αντιπρόεδρος Δ.Σ., αναπληρωτές του Διευθύνοντος Συμβούλου Α.Ε., έστω και αν τα πρόσωπα αυτά ενδεχομένως άσκησαν διοίκηση ή αναμείχθηκαν στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Όσον αφορά ειδικότερα στους εκκαθαριστές Α.Ε. και συνεταιρισμών, το Ν.Σ.Κ., με την ίδια πιο πάνω γνωμοδότησή του γνωμοδότησε, ότι αυτοί υπέχουν προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχτηκαν τον διορισμό τους και ανέλαβαν τα καθήκοντα του εκκαθαριστή, μη αρκούντος δηλαδή του διορισμού τους και μόνο.

Όταν κατά τον κρίσιμο χρόνο που αναφέρεται στις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, τα υπόψη πρόσωπα δεν φέρουν ή έχουν απολέσει τις συγκεκριμένες ιδιότητες, δεν υπέχουν τέτοια ευθύνη, όπως επίσης δεν υπέχουν ευθύνη και τα πρόσωπα που είναι απλά μέλη του διοικητικού συμβουλίου χωρίς παράλληλα να έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες.

Μιλάει για διεύθυνση ΑΕ, ΕΠΕ, συνεταιρισμών κτλ. Ωστόσο, αναφέρει ότι υπόχρεος είναι ο νυν διευθύνοντας σύμβουλος ή διαχειριστής, άσχετα με το πότε βεβαιώθηκαν οι φόροι..

Δλδ 2 μέτρα και δύο σταθμά....??? Λίγο παράξενο μου φαίνεται.....

Share this post


Link to post
Share on other sites

Όπως και να έχει, τα κρίσιμα σημεία είναι αυτά:

Για τον αποχωρήσαντα εταίρο:

Ο εταίρος ο οποίος αποχωρεί από την εταιρία εξακολουθεί να ευθύνεται για τις εταιρικές υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι της δημοσιεύσεως της αποχώρήσης του.

.............................

ενώ η ευθύνη του μεταβιβάζοντος για τα παλαιά χρέη εξακολουθεί να υφίσταται.

Για το νεοεισερχόμενο:

Νέος εταίρος, ο οποίος εισέρχεται στην εταιρία μετά από μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων παλαιού εταίρου, ευθύνεται όχι μόνο για τα νέα αλλά και για τα παλαιά εταιρικά χρέη,

Σίγουρα ο Α και ο Γ ευθύνονται, δεν το συζητάμε....

Για τον Β τώρα...

Πότε γενάται η υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος...???

Θεωρείται ότι ο φόρος που προκύπτει με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης το Μάρτιο του 2011 γεννήθηκε τον Αύγουστο του 2010 ή όχι...???

Ο ΚΦΕ ορίζει ότι

Αρθρο 3. Χρόνος επιβολής του φόρου

1.Ο φόρος επιβάλλεται κάθε οικονομικό έτος στο εισόδημα που αποκτάται μέσα στο αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος, κατά τις διακρίσεις που ορίζει αυτός ο νόμος.

Αλλά αυτό έχει να κάνει με την επιβολή...

Share this post


Link to post
Share on other sites

Ο φόρος επιβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης αλλά γεννάται το τέλος της χρήσης που η εταιρία εξάγει το αποτέλεσμα.Για αυτό όταν κλείνουμε ισολογισμό πιστώνουμε αμέσως τον 54.08. άσχετα πότε θα υποβληθεί η δήλωση.γιατί εκείνη τη στιγμή δημιουργήθηκε μια φορολογική υποχρέωση.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Ο φόρος επιβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης αλλά γεννάται το τέλος της χρήσης που η εταιρία εξάγει το αποτέλεσμα.Για αυτό όταν κλείνουμε ισολογισμό πιστώνουμε αμέσως τον 54.08. άσχετα πότε θα υποβληθεί η δήλωση.γιατί εκείνη τη στιγμή δημιουργήθηκε μια φορολογική υποχρέωση.

Παραπομπή σε διάταξη υπάρχει ή απλά το πας με τη λογική..??

Γιατί κάτι μου λέει ότι τελικά (και εδώ) η λογική δεν αρκεί....

Share this post


Link to post
Share on other sites

Παραπομπή σε διάταξη υπάρχει ή απλά το πας με τη λογική..??

Γιατί κάτι μου λέει ότι τελικά (και εδώ) η λογική δεν αρκεί....

Βρέ Στέφανε δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν διατάξεις για τα αυτονόητα!!!Ετσι που το πάμε σε λίγο θα πρέπει να κυκλοφορούμε με το πιστοποιητικό γέννησης κρεμασμένο στο λαιμό για να αποδείξουμε ότι γεννηθήκαμε και οτι δεν φυτρώσαμε. :lol:

Share this post


Link to post
Share on other sites

Υπάρχει νομίζω μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον χρόνο κτήσης του εισοδήματος και στον χρόνο πρόκυψης του εισοδήματος. Ενώ είναι σαφέστατος ο χρόνος κτήσης (τέλος διαχείρισης ή χρόνος έγκρισης από την Γ.Σ. για ΑΕ και ΕΠΕ) (αρ. 28 παρ. 4 ΚΦΕ) ο χρόνος (συγκεκριμένη στιγμή) πρόκυψης του εισοδήματος δεν αναφέρεται σε καμία φορολογική διάταξη, σε αντίθεση με άλλες φορολογίες (π.χ. ΦΠΑ) όπου αυτός ορίζεται επακριβώς.Ο Ν. 2238/1994 ( ΚΦΕ ) αναφέρει στο αρ. 28, παρ, 5 ότι:

5. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 29, ως εισόδημα λαμβάνεται:

α) Για διαχειριστική περίοδο μικρότερη από δώδεκα (12) μήνες, το κέρδος που προέκυψε κατά τη διάρκειά της.

β) Για διαχειριστική περίοδο μεγαλύτερη από 12 (δώδεκα) μήνες, το κέρδος που προέκυψε από την έναρξη της περιόδου μέχρι την ημερομηνία έναρξης του υπολειπόμενου δωδεκάμηνου τμήματος, το οποίο υπολογίζεται κατά προσέγγιση. Το εισόδημα αυτό αφαιρείται από το εισόδημα της υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου και το υπόλοιπο που αποτελεί εισόδημα της δωδεκάμηνης περιόδου φορολογείται στο επόμενο οικονομικό έτος.

Δίνει δηλαδή στον χρόνο πρόκυψηςτου εισοδήματος μια διάρκεια τουλάχιιστον ενός έτους. Δεδομένου ότι τόσο τα ακαθάριστα έσοδα όσο και οι δαπάνες του αρ. 31 ΚΦΕ που προσδιορίζουν τελικά το εισόδημα έχουν ετήσια διάρκεια και δεν είναι στιγμιαίες είναι δυνατόν να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο αποχωρήσας εταίρος έχει συμμετοχή στη διαμόρφωση του αποτελέσματος ιδιαίτερα αν ασκούσε παράλληλα και διαχειριστικές πράξεις. Το βέβαιο είναι ότι δεν έλαβε ποτέ αυτό το εισόδημα. Έχει όμως ευθύνη για την φορολογική υποχρέωση που δημιουργήθηκε μεν μετά την αποχώρησή του, προέκυψε όμως εν μέρει και κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στην εταιρεία;

Share this post


Link to post
Share on other sites

Το βέβαιο είναι ότι δεν έλαβε ποτέ αυτό το εισόδημα. Έχει όμως ευθύνη για την φορολογική υποχρέωση που δημιουργήθηκε μεν μετά την αποχώρησή του, προέκυψε όμως εν μέρει και κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στην εταιρεία;

1.Δεν είναι βέβαιο ότι κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στην εταιρία τη κρινόμενη χρήση υπήρχε κέρδος και ούτε αυτό μπορεί να αποδειχθεί δεδομένου ότι κανείς δεν υποχρεώνει την εταιρία κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης να εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα.Τα κέρδη μπορεί να προέκυχαν από την ημερομηνία της μεταβίβασης και μετά ενώ πριν την ,μεταβίβαση να κατέλειπε ζημία.

2.Για αυτό ακριβώς το λόγο με τη συμφωνία της μεταβίβασης μεταβιβάζεται και το διακαίωμα συμμετοχής στα κέρδη και στις ζημίες που θα προκύψουν.Μεταβιβάζοντας λοιπόν το δικαίωμα συμμετοχής επι των κερδών προκύπτει a priori μεταβίβαση συμμετοχής και στην υποχρέωση καταβολής του φόρου επί των κερδών αυτών.

3.Η φορολογική υποχρέωση επί των κερδών δεν γεννάται κατά τη διάρκεια της χρήσης αλλά κατά την στιγμή της διαπίστωσης τους δηλαδή στο τέλος της χρήσης.Οποιος είναι κοινωνός των κερδών στο τέλος της χρήσης είναι και κοινωνός της φορολογικής υποχρέωσης επι των κερδών αυτών.Σε καμία όμως περίπτωση ο αποχωρήσας εταίρος.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Και επειδή το θέμα είναι νομικό, μήπως....

Έχει κάποιος τα

- Α.Π. 1120/74

- Εφ. Θεσ/νίκης 1274/81

- Ε.Εμπ.Δ 1982, σελ. 386

να τα ανεβάσει μπας και βγάλουμε άκρη..???

Γιώργο ακούς...????

Share this post


Link to post
Share on other sites

893/2008 ΑΠ: Ομόρρυθμη εταιρεία. Ευθύνη ομορρύθμων εταίρων. Προϋποθέσεις της ευθύνης αυτής και μετά την αποχώρηση μέλους από την εταιρεία

emailButton.png

printButton.png

pdf_button.png

18 Απρίλιος 2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη-Γιατρά η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ανωτέρω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "...........ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και με διακριτικό τίτλο ".......................... ΤΡΑΠΕΖΑ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12862/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2842/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 22 του ΕΝ, ορίζεται ότι " οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένας παρ` ενός μόνο των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απεριόριστη σε ολόκληρο ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας, εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρηση του από την εταιρία για τα προ της αποχωρήσεως του εταιρικά χρέη. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ, 874 ΑΚ και 112 Εις. Ν. ΑΚ , προκύπτει ότι με τη σύμβαση του αλληλοχρέου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της συμβάσεως, προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η δε σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως ,εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή στο παθητικό της περιουσίας των μερών το, ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως. Αν συνεπώς, συμβαλλόμενη στο λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας ομόρρυθμος εταίρος, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού, για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε και αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρείας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρείας κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού καταλοίπου. Το γεγονός ότι η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτο με, το κλείσιμο του, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο προς τα ανωτέρω συμπέρασμα, αφού τα δημιουργικά της αξιώσεως αυτής περιστατικά, προϋπήρχαν της αποχωρήσεως και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στο πλαίσιο της ευθύνης του αποχωρήσαντος εταίρου (Ολ. ΑΠ 31/1997 , ΑΠ 1/2002).

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με την αποτελούσα απόρροια του άρθρου 22 ΕΝ, διάταξη του άρθρου 920 Κ.Πολ.Δικ. μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση κατά του αποχωρήσαντος ομορρύθμου εταίρου, με βάση τον εκτελεστό τίτλο κατά της ομόρρυθμης εταιρίας, ο οποίος στηρίζεται στο κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού που έκλεισε μετά την αποχώρηση του από την εταιρεία. Στην προκειμένη περίπτωση ή αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής της κατά της σε βάρος της, ως ομορρύθμου μέλους της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " ...... ...", επισπευδομένης εκτέλεσης, προέβαλε με τους πρώτον και δεύτερο λόγους της ανακοπής της ότι ακύρως επισπεύδεται σε βάρος της η εκτέλεση, διότι η υπ`αριθ. 24858/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, εκδόθηκε με βάση σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό που έκλεισε από την αναιρεσίβλητη την 5-9-2000, ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) αφ`ενός είχε αποχωρήσει από την οφειλέτρια πιο πάνω ομόρρυθμη εταιρία στις 17-3-2000, δηλαδή πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού και είχε παύσει έκτοτε να είναι ομόρρυθμο μέλος αυτής (εταιρίας) και αφετέρου ουδέποτε είχε προσυπογράψει την αρχική σύμβαση πιστώσεως, αλλά και τις μεταγενέστερες πρόσθετες πράξεις μεταβολής του ύψους της πιστώσεως, ιδιαίτερα δε αυτή με ημερομηνία 29-3-2000. Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής ήταν απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν γίνεται επίκληση με αυτούς αν ο αλληλόχρεος λογαριασμός εμφάνιζε ενεργητικό ή παθητικό σε βάρος της εταιρίας και κατά την ημέραν (17-3-2000) της αποχωρήσεως της αναιρεσείουσας από αυτήν (εταιρία) και ποιο ήταν το ύψος του οφειλόμενου από την εταιρεία ποσού την ημέρα αυτή (17-3-2000), αλλά και εκείνου της τελευταίας πρόσθετης πράξης που η αναιρεσείουσα επικαλείται, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο ότι με την ανακοπή της προβάλλεται επικουρικά λόγος μερικής ακύρωσης της επιταγής εκτελέσεως για το επιπλέον ποσό. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε τους παραπάνω λόγους ανακοπής ως "μη νόμιμους", πράγματι όμως ως αορίστους, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τα προαναφερθέντα στοιχεία, αν δηλαδή ο λογαριασμός που έκλεισε από την αναιρεσίβλητη στις 13-7-2000 εμφάνιζε ενεργητικό ή παθητικό σε βάρος της εταιρίας και κατά την ημέρα της αποχωρήσεώς της την 17-3-2000 από αυτήν και ποιο ήταν το ύψος του οφειλόμενου από την εταιρεία ποσού στις 17-3-2000, αλλά και εκείνης της τελευταίας πρόσθετης πράξης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 22 και 669 Εμπ. Ν., 874 ΑΚ, 12 Εισ. Ν.ΑΚ και 920 Κ.Πολ.Δικ. και η προβαλλόμενη με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αντίθετη από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως προϋποθέτουν ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και για αυτό δεν ιδρύονται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη [(0λ. ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990), όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη με τους προαναφερθέντες πρώτο και δεύτερο λόγους της ένδικης ανακοπής της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς οι προβαλλόμενες με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο 1)δεν έλαβε παρά το νόμο, υπόψη κρίσιμα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα και 2)στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης διότι με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ως άνω λόγους της ανακοπής πρέπει να απορριφθουν ως απαράδεκτες. Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη και αν έγινε νομότυπη επίκληση τούτων, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, αφού δεν αρκεί η γενική έκφραση ανεπαρκής αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 20/2005).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του Κ.Πολ.Δικ. και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαιτήσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και συνεπώς λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δικ. μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθετη της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ .

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου [Ολ.ΑΠ 17/95, Ολ. ΑΠ 62/90]. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανακοπής με το τρίτο λόγο αυτής (ανακοπής), η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη, επειδή η αναιρεσίβλητη γνώριζε εξ υπαρχής, με τα αρμόδια διευθυντικά της όργανα και τα εντεταλμένα για τις χορηγήσεις πρόσωπα, που ενέκριναν και χορήγησαν στον πρώην σύζυγο της και διαχειριστή της οφειλέτριας εταιρίας πιστώσεις ύψους 120.000.000 δρχ., ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε την παραμικρή γνώση και ανάμειξη στις δοσοληψίες και την εν γένει διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και ότι για το λόγο αυτό, ουδέποτε της ζητήθηκε να εγγυηθεί τόσον την αρχική όσον και τις μεταγενέστερες αυξητικές πιστωτικές συμβάσεις, καθώς και ότι ουδέποτε την ενημέρωσε ή την όχλησε επί 12ετία για την περίπτωση μη κανονικής εξυπηρέτησης του λογαριασμού της πίστωσης, που αυτή, με υπαιτιότητα της καθής, αγνοούσε. Επί πλέον ισχυρίζεται ότι στρέφεται εναντίον της μετά παρέλευση 34 μηνών από τότε που αποχώρησε από την εταιρία, χωρίς προηγουμένως να φροντίσει να λάβει εγκαίρως μέτρα κατ` αυτής και ιδιαίτερα κατά του εγγυητή ............. , προκειμένου να υπάρξει πραγματική εξασφάλιση των αξιώσεων της, ούτε έχει προχωρήσει σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, με αποτέλεσμα, για όλους αυτούς τους λόγους και ιδιαίτερα της αδράνειας που η καθής επέδειξε, να δημιουργηθεί σ` αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε θα επεδίωκε την ικανοποίηση της αξιώσεως της από την αναιρεσείουσα. Έκρινε δε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι εν όψει των περιστατικών αυτών, η επισπευδόμενη σε βάρος της αναιρεσείουσας αναγκαστική εκτέλεση, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική και αν θεωρηθούν αληθινά όσα η αναιρεσείουσα πιο πάνω εκθέτει, γιατί δεν υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού ούτε μακροχρόνια αδράνεια της αναιρεσίβλητης υπήρξε, ούτε συμπεριφορά τέτοια που να δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε θα ζητούσε από αυτήν να ικανοποιήσει την αξίωση της, εν όψει και του ότι, δεν είχε νομική υποχρέωση ατομικής της ενημερώσεως, για την πορεία της πιστώσεως και η συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην εταιρεία, έστω και τυπικά, όπως αυτή διατείνεται, υπήρξε δική της επιλογή, εν γνώσει ασφαλώς των ευθυνών που αναλάμβανε και δεν μπορεί να αποβεί σε βλάβη των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, στη διακριτική ευχέρεια της οποίας, ανήκει η επιλογή του υπόχρεου από τα εις ολόκληρο ευθυνόμενα πρόσωπα, από τον οποίο θα ζητήσει να ικανοποιηθεί η αξίωση της.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και η προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Συνακόλουθα και η προβαλλόμενη με τον ίδιο (δεύτερο λόγο αναίρεσης)από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το θέμα αυτό νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού κατά τα προεκτεθέντα ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη για τον σχετικό λόγο της ανακοπής, αλλά και λόγω αοριστίας της αιτίασης αυτής, αφού δεν διαλαμβάνεται στο λόγο αυτό αναίρεσης η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, μη αρκούσης προς θεμελίωση του λόγου αυτού μόνο της αναφοράς της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 630 Α Κ.Πολ.Δικ., που προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 8 του ν. 2819/2000 η διαταγή πληρωμής, που αποτελεί τίτλο εκτελεστό, κατά τη διάταξη του άρθρου 631 Κ.Πολ.Δικ., επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της και αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία αυτή, τότε η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν δεν επιδοθεί η διαταγή πληρωμής σε εκείνον κατά του οπίου εκδόθηκε μέσα στην εν λόγω προθεσμία, τότε αυτή, αποβάλλει την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος, με αποτέλεσμα, να μη μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Αν όμως ο οφειλέτης είναι ομόρρυθμη εταιρία και η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί σε βάρος της, τότε αρκεί η επίδοση μόνο προς αυτήν για να εκπληρωθεί η ως άνω επιταγή του νόμου, χωρίς να απαιτείται και η παράλληλη επίδοση της προς τους ομόρρυθμους εταίρους καθόσον στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποβάλλει την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος, αφού αυτοί ευθύνονται για τα χρέη της εταιρείας, σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο αυτής (άρθρο 22 ΕΝ) και μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους κατ` άρθρο 920 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε ως αβάσιμο τον τέταρτο ανακοπής της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη διαταγή πληρωμής έπαυσε να ισχύει ως προς αυτή (αναιρεσείουσα) μετά την πάροδο δύο μηνών από την έκδοση της χωρίς να της επιδοθεί, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει παύση ισχύος της επίδικης επιταγής και η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πράγματι όμως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ., αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Η ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δικ. περιλαμβάνεται στις ανακοπές του άρθρου 583 επ. του ιδίου κώδικα και επομένως εφαρμόζονται σε αυτή οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 585 παρ. 2, κατά το οποίο οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προταθούν μόνο με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ή με πρόσθετο δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Νέοι λόγοι ανακοπής που προτείνονται για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης ή αναίρεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή είναι απαράδεκτοι ( ΑΠ 563/2003). Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως ( κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίον ( κατ` ορθή εκτίμηση) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ ψέγεται ή προσβαλλόμενη, διότι κατά παράβαση του άρθρου 632 και 633 Κ.Πολ.Δικ, δεν εκήρυξε άκυρη την επισπευδομένη σε βάρος της αναιρεσείουσας εκτέλεση, καίτοι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι η διαταγή πληρωμής είχε καταστεί τελεσίδικη με δεύτερη επίδοση στην οφειλέτρια εταιρία ή στην αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέοςΩς απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση της ανακοπής τέτοιος λόγος, δεν προτάθηκε με αυτήν, ούτε με δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ` αριθ. 2842/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-4-2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share this post


Link to post
Share on other sites

Γιώργο ευχαριστώ. Πολύ!

Και από αυτά που μου έστειλε ο Τάσος:

ΣΤΕ 1202/2009

3. Επειδή, στο άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου (β.δ/μα του 19.4/1.5.1835 ορίζεται ότι «οι ομόρρυθμοι συνέταιροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρίας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρίας, αν και υπογεγραμμένας παρ’ ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτής η απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη του ομορρύθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία για τα προς της αποχωρήσεώς του εταιρικά χρέη, εφ’ όσον, πάντως, η σχετική αξίωση κατά της εταιρείας γεννήθηκε προ της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία.

Και η απόφαση του ΑΠ που ανέβασε ο Γιώργος...

Το γεγονός ότι η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτο με, το κλείσιμο του, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο προς τα ανωτέρω συμπέρασμα, αφού τα δημιουργικά της αξιώσεως αυτής περιστατικά, προϋπήρχαν της αποχωρήσεως και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στο πλαίσιο της ευθύνης του αποχωρήσαντος εταίρου

Άρα μιλάμε για το πότε γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του φόρου εισοδήματος.... Οπότε μιλάμε για το πότε κτήθηκε το εισόδημα.....

Share this post


Link to post
Share on other sites

Άρα μιλάμε για το πότε γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του φόρου εισοδήματος.... Οπότε μιλάμε για το πότε κτήθηκε το εισόδημα.....

Πότε κτήθηκε το εισόδημα?

Share this post


Link to post
Share on other sites

Ψάχνω να βρω κάποια από τις παραπάνω αποφάσεις...

Άμα τα καταφέρω, θα σου πω..... :)

Το εισόδημα κτήθηκε στις 31/12, αυτό είναι ξεκάθαρο από τον 2238, αρ. 28 παρ.4. Αν υπάρχει κάποιο ζήτημα, λέω ΑΝ, που χρήζει περαιτέρω διερευνήσεως, είναι το πότε προέκυψε. Σχετική η επόμενη παράγραφος 5 του αρ. 28.

Share this post


Link to post
Share on other sites

. Αν υπάρχει κάποιο ζήτημα, λέω ΑΝ, που χρήζει περαιτέρω διερευνήσεως, είναι το πότε προέκυψε.

Αγνωστο.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

  • Recently Browsing   0 members

    No registered users viewing this page.

×
×
  • Create New...