Jump to content
  • 0

Υπάλληλος με Διευθυντικό αξίωμα και άδειες


Question

Καλημέρα σας :)

Έχω την αίσθηση -είχα νομίζω κάποτε διαβάσει σχετικά- ότι για τους διευθυντές ισχύει μια ελευθεριότητα στις ημέρες απουσίες / αδείας και δεν μετράμε 25 εησίως (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) . Η λογική αυτού είναι ότι δεχόμαστε ως αξίωμα το ότι ένα διευθυντικό στέλεχος ενεργεί πάντα προς όφελος της επιχείρησης και ξέρει ο ίδιος πότε μπορεί ή πρέπει να απουσιάσει από την εργασία του. Οι αρμοδιότητές του συνάδουν με το ύψος της αμοιβής του και στην περίπτωσή του το ετήσιο όριο ημερών αδείας δεν έχει εφαρμογή.

Γνωρίζετε κάτι, κάποια νομολογία σχετικά με τα παραπάνω ;

Link to post
Share on other sites

16 answers to this question

Recommended Posts

  • 0

ο διευθυντής σας είναι απλά διευθυντής ή είναι δ/νων σύμβουλος ή έστω μέλος του ΔΣ?

τα μέλη του ΔΣ που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνάπτεται μεταξύ της ΑΕ και μέλους του ΔΣ αυτής είναι ΑΚΥΡΗ εαν δεν προηγηθεί ειδική έγκριση της ΓΣ

Ο διευθύνων σύμβουλος δεν συνδέεται με την εταιρεία με εργασιακή σχέση αλλά είναι όργανο αυτής και ασκεί ιδία εξουσία ως εκ τούτου δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου αυτής. Συνδέεται με την εταιρεία με σχέση εντολής και ακόμα κι όταν αμείβεται με αυτή του την ιδιότητα, η σχέση του διέπεται απο τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου

Σε κάθε περίπτωση προτείνω να ανατρέξετε σε προηγούμενα θέματα καθώς το ερώτημά σας έχει απαντηθεί

Link to post
Share on other sites
  • 0

ο διευθυντής σας είναι απλά διευθυντής ή είναι δ/νων σύμβουλος ή έστω μέλος του ΔΣ?

τα μέλη του ΔΣ που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνάπτεται μεταξύ της ΑΕ και μέλους του ΔΣ αυτής είναι ΑΚΥΡΗ εαν δεν προηγηθεί ειδική έγκριση της ΓΣ

Ο διευθύνων σύμβουλος δεν συνδέεται με την εταιρεία με εργασιακή σχέση αλλά είναι όργανο αυτής και ασκεί ιδία εξουσία ως εκ τούτου δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου αυτής. Συνδέεται με την εταιρεία με σχέση εντολής και ακόμα κι όταν αμείβεται με αυτή του την ιδιότητα, η σχέση του διέπεται απο τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου

Σε κάθε περίπτωση προτείνω να ανατρέξετε σε προηγούμενα θέματα καθώς το ερώτημά σας έχει απαντηθεί

Όχι, δεν πρόκειται για ΔΣ ή μέλος του ΔΣ, απλά για Διευθυντή τμήματος. Ευχαριστώ πάντως... Ναι, πριν ποστάρω έψαξα στα προηγούμενα αλλά δεν βρήκα κάτι σχετικό... Αν υπάρχει πρόχειρο link θα με υποχρεώσετε...

Link to post
Share on other sites
  • 0

Καλημέρα σας :)

Έχω την αίσθηση -είχα νομίζω κάποτε διαβάσει σχετικά- ότι για τους διευθυντές ισχύει μια ελευθεριότητα στις ημέρες απουσίες / αδείας και δεν μετράμε 25 εησίως (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) . Η λογική αυτού είναι ότι δεχόμαστε ως αξίωμα το ότι ένα διευθυντικό στέλεχος ενεργεί πάντα προς όφελος της επιχείρησης και ξέρει ο ίδιος πότε μπορεί ή πρέπει να απουσιάσει από την εργασία του. Οι αρμοδιότητές του συνάδουν με το ύψος της αμοιβής του και στην περίπτωσή του το ετήσιο όριο ημερών αδείας δεν έχει εφαρμογή.

Γνωρίζετε κάτι, κάποια νομολογία σχετικά με τα παραπάνω ;

Οι διευθ/ντες υπάλληλοι εξαιρούνται από πολλές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας , για την άδεια υπάρχει μεγαλη νομολογία μπορείς να δεις και την μελέτη του ΔΕΝ 2009/σελ196-

Το θεμα είναι αν πράγματι είναι ο εργαζόμενος διευθ/κο στέλεχος

Link to post
Share on other sites
  • 0

Οι διευθ/ντες υπάλληλοι εξαιρούνται από πολλές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας , για την άδεια υπάρχει μεγαλη νομολογία μπορείς να δεις και την μελέτη του ΔΕΝ 2009/σελ196-

Το θεμα είναι αν πράγματι είναι ο εργαζόμενος διευθ/κο στέλεχος

Ευχαριστώ πολύ, δεν έχω όμως τεύχη του ΔΕΝ και απ' όσο ξέρω δεν υπάρχει on line :(

Κανένα link να διαβάσω έχετε πρόχειρο ;

Σε ό,τι αφορά την επικύρωση της διευθυντικής ιδιότητας, μπορώ να πω με σχετική ασφάλεια ναι... συνάδει και με τα καθήκοντα, και με το πλήθος των υφισταμένων και με την αμοιβή βεβαίως... και την επικαλείται και το ίδιο το άτομο δια του τίτλου με τον οποίον συνοδεύει την υπογραφή του...

Link to post
Share on other sites
  • 0

ΔΕΕ/2001 (919)

Διευθύνοντες υπάλληλοι. Ποιοι θεωρούνται ως τέτοιοι. Τα εν λόγω

πρόσωπα, καίτοι είναι εργαζόμενοι, εν τούτοις εξαιρούνται από πολλές

ευεργετικές διατάξεις που ισχύουν για τους λοιπούς εργαζομένους και

ιδιαίτερα από αυτές που αφορούν στα χρονικά όρια εργασίας, στην

εβδομαδιαία ανάπαυση, στη λήψη ετήσιας άδειας με αποδοχές, στην

αποζημίωση ή προσαύξηση για υπερεργασία, υπερωριακή ή κατά Κυριακές

εργασία και στη νυχτερινή εργασία. Κρίση ότι ο διευθυντής

υποκαταστήματος ασφαλιστικής εταιρείας δεν θεωρείται διευθύνων

υπάλληλος. Περαιτέρω κρίση ότι η απόλυσή του δεν ήταν καταχρηστική,

αλλ` απεναντίας επιβάλλετο από το καλώς νοούμενο συμφέρον της

εργοδοτικής επιχείρησης.

ΕφΘεσ 589/2001

Πρόεδρος: Χ. Ηλιάδης, Πρόεδρος Εφετών.

Εισηγητής: Σ. Λούβρος, Εφέτης.

Δικηγόροι: Χ. Βεργούλης, Χ. Μόσχοβας.

Απόσπασμα : .....................................................

Οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις κατά της υπ` αριθμ. 14999/2000

οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία

εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, των άρθρων

663 επ. του ΚΠολΔ, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει

να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να γίνουν τυπικά

δεκτές. Περαιτέρω δε να εξετασθούν για να κριθεί αν είναι βάσιμες και

από ουσιαστική άποψη.

Με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η

ενάγουσα εκθέτει ότι την 11.5.1983 προσελήφθη από την εναγομένη με

σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε στο

υποκατάστημα της τελευταίας στη Θεσσαλονίκη, αρχικά ως ασφαλιστικός

υπάλληλος και στη συνέχεια, από 1.1.1986, ως προϊσταμένη αυτού. Οτι

εκτός από το μηνιαίο μισθό των 376.200 δραχμών, συμφωνήθηκε και η

καταβολή bonus σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παραγωγής του

υποκαταστήματος και ειδικότερα 3% σε συνάρτηση με τα χρεωστικά υπόλοιπα

και τις ζημίες του υποκαταστήματος. Οτι μετά την έκδοση των

αποτελεσμάτων της χρήσεως της περιόδου 1998, η εναγομένη περιέκοψε το

bonus, το οποίο εδιαιούτο κατά 984.813 δραχμές και, ενώ έπρεπε να της

καταβάλει 2.954.438 δραχμές, της κατέβαλε 1.969.625 δραχμές. Οτι για

την περικοπή αυτή, η οποία συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των

όρων της συμβάσεως εργασίας της, αντέδρασε με 3 συνεχόμενες επιστολές

και εξ αιτίας της αντιδράσεώς της αυτής, η εναγομένη την 26.5.1999

κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της.

Οτι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη ως

καταχρηστική 1) διότι έγινε από εμπάθεια, εχθρότητα και εκδίκηση,

επειδή διεκδίκησε τα αναφερόμενα στην αγωγή δικαιώματά της και

αντέδρασε στην καταφανώς ηθική και μισθολογική μείωσή της, καθώς και

διότι εξέφρασε την άποψή της για τον τρόπο λειτουργίας και διοίκησης

του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης και 2) διότι η εναγομένη δεν έλαβε

υπόψη της κριτήρια αρχαιότητος, εμπειρίας, απόδοσης, εξειδίκευσης, την

ηλικία της, ενόψη του λίγου χρόνου που απέμενε για τη συνταξιοδότησή

της, ώστε να τη διατηρήσει στην εργασία της, ενώ τόσο στο υποκατάστημα

της Θεσσαλονίκης, όσο και στην Κεντρική Υπηρεσία υπάρχουν πολλοί

νεότεροι και η απόλυση γι` αυτούς είναι λιγότερο επαχθής. Και ότι κατά

τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας της πραγματοποίησε υπερεργασία και

υπερωρία χωρίς η εναγομένη να της καταβάλει αμοιβή.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία

της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγομένη:

1) να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας από 1.6.1999 μέχρι

31.3.2000, για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και το υπόλοιπο bonus

που εδικαιούτο, 18.969.533 δραχμές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται

3.000.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη

συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητός της, εξαιτίας του τρόπου με

τον οποίο έγινε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και 2) να

αποδέχεται τις υπηρεσίες της στην ίδια θέση από την οποία απομακρύνθηκε

με απειλή χρηματικής ποινής 100.000 δραχμών. Επί της αγωγής αυτής

εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως

ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην

ενάγουσα για υπερεργασία και το bonus που περιέκοψε 3.177.865 δραχμές,

με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Κατά της

αποφάσεως αυτής παραπονούνται τόσο η εναγομένη, όσο και η ενάγουσα με

τις αντίθετες εφέσεις τους για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή

εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητούν την

εξαφάνισή της και στη συνέχεια την απόρριψη και παραδοχή της αγωγής,

αντίστοιχα.

Από το άρθρο 2 εδ. α` της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον, η οποία

κυρώθηκε με το Ν 2269/1920, προκύπτει ότι ως πρόσωπα που κατέχουν θέση

εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, θεωρούνται οι υπάλληλοι μεγάλων

επιχειρήσεων, οι οποίοι έχουν εξαιρετικά προσόντα και απολαμβάνουν

ιδιαζούσης εμπιστοσύνης του κυρίου της επιχειρήσεως. Στους υπαλλήλους

αυτούς ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της μεγάλης

επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, σε

τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την

εξέλιξη της επιχειρήσεως αυτής, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από

τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη,

μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρόσληψη και απόλυση του

προσωπικού, έναντι του οποίου έχουν θέση εργοδότη, καθώς και η λήψη

σημάντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο

εργοδότης. Τα πρόσωπα αυτά μάλιστα αμείβονται συνήθως με αποδοχές που

υπερβαίνουν κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες

στους υπολοίπους υπαλλήλους αποδοχές.

Για τους λόγους αυτούς, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί,

εξαιρούνται πολλών ευεργετικών διατάξεων για τους εργαζομένους και

ιδιαίτερα αυτών που αφορούν τα χρονικά όρια εργασίας, περί εβδομαδιαίας

αναπαύσεως, λήψεως ετησίας αδείας με αποδοχές, περί αποζημιώσεως ή

προσαυξήσεως για υπερεργασία, υπερωριακή ή κατά Κυριακές εργασία και

εργασίας κατά τη νύχτα, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα

θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή

τους (ΑΠ 621/1995 ΔΕΝ 52, 395, ΑΠ 1123/1993 ΕλΔ 36, 1048, ΑΠ 191/1990

ΔΕΝ 47, 80, ΑΠ 206/1987 ΔΕΝ 44, 134, ΑΠ 2060/1986 ΔΕΝ 44, 133).

Στην προκειμένη περίπτωση από [...] όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που

επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα εξής: Η

εναγομένη είναι ασφαλιστική επιχείρηση, θυγατρική της εδρευούσης στη

Λισσαβόνα της Πορτογαλίας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία Κ.Ν .Σ.Ι.

ΑΕ" έχει την έδρα της στην Αθήνα και διατηρεί στη Θεσσαλονίκη

υποκατάστημα. Την 11.5.1983 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης

προσέλαβαν την ενάγουσα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου

ως ασφαλιστική υπάλληλο. Την 1.1.1986 η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα

την ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία υποκαταστήματός της στη

Θεσσαλονίκη. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής η ενάγουσα βρήκε κατάλληλο

χώρο στην οδό Τ., αναζήτησε ασφαλιστικούς πράκτορες, τους οποίους

εκπαίδευσε και οργάνωσε το υποκατάστημα της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη,

του οποίου ανέπτυξε τις εργασίες. Για το λόγο αυτό, η εναγομένη από το

έτος 1986 της ανέθεσε τα καθήκοντα της προϊσταμένης του υποκαταστήματος

αυτού.

Από το έτος 1995 και εφεξής η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα

μηνιαίο μισθό 376.200 δραχμές. Εκτός από το μηνιαίο μισθό της κατέβαλε

στο τέλος κάθε χρόνου bonus, το οποίο υπολογιζόταν σε ποσοστό 3% επί

των καθαρών ασφαλίστρων που εισέπραττε το ανωτέρω υποκατάστημα του

οποίου προϊστατο. Η εναγομένη κατέβαλε bonus σε όλους τους

προϊσταμένους όλων των υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα, το ποσοστό του

οποίου σε άλλους ήταν 3%, όπως στην ενάγουσα και σε άλλους 5%. Η

καταβολή του bonus έγινε κατόπιν συμφωνίας της εναγομένης με τους

προϊσταμένους όλων των υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα.

Ειδικότερα όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο χωρίς ημερομηνία

έγγραφο της εναγομένης, το οποίο φέρει την ένδειξη "Σχήμα αριθμ. Ι " η

τελευταία πρότεινε στην ενάγουσα και στους άλλους προϊσταμένους των

υποκαταστημάτων της, δύο λειτουργικά μοντέλα των υποκαταστημάτων της.

Το μοντέλο Α, κατά το οποίο ο προϊστάμενος του υποκαταστήματος θα ήταν

έμμισθος και θα ελάμβανε και bonus 3% επί των καθαρών ασφαλίστρων και

το μοντέλο Β, κατά το οποίο ο προϊστάμενος του υποκαταστήματος θα ήταν

άμισθος και θα ελάμβανε και bonus 5% επί των καθαρών ασφαλίστρων του

υποκαταστήματος. Η ενάγουσα με την από 7.2.1995 προσκομιζομένη επιστολή

της αποδέχθηκε το μοντέλο Α, δηλαδή να λαμβάνει μηνιαίο μισθό και bonus

3% επί των καθαρών ασφαλίστρων του ανωτέρω υποκαταστήματος, του οποίου

προϊστατο. Η συμβατική αυτή παροχή γινόταν με ομοιόμορφο τρόπο σταθερά

και για μεγάλο χρονικό διάστημα από το έτος 1995 μέχρι και το έτος 1999

που απολύθηκε η ενάγουσα και συνεχίσθηκε και μετά την απόλυσή της,

χωρίς καμμιά επιφύλαξη εκ μέρους της εναγομένης για τη διακοπή ή την

ανάκλησή της, πολύ περισσότερο διότι το μέτρο αυτό το έλαβε ως κίνητρο,

ώστε οι προϊστάμενοι των υποκαταστημάτων της να επιδεικνύουν συνεχώς

αυξημένη δραστηριότητα για την κατάρτιση όσο το δυνατόν μεγαλυτέρου

αριθμού ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με την ελπίδα αυξήσεως του bonus.

Οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, στο

οποίο εφαρμοζόταν το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας,

εργαζόταν από τη Δευτέρα έως και την Παρασκευή και από την 07.30 το

πρωί μέχρι την 15.30 το απόγευμα κάθε ημέρα και πραγματοποιούσαν

εργασία 8 ωρών την ημέρα και 40 ωρών την εβδομάδα. Η ενάγουσα από το

έτος 1995 μέχρι την απόλυσή της, για την αντιμετώπιση των αναγκών του

υποκαταστήματος, εξ αιτίας των αυξημένων καθηκόντων της ως προϊσταμένης

αυτού, εκτός από το ανωτέρω ωράριο κατά το οποίο εργαζόταν και αυτή,

αναγκαζόταν να εργάζεται επί μία επί πλέον ώρα κατά μέσον όρο την ημέρα

μετά την αναχώρηση των υπολοίπων ή επιστρέφοντας στο υποκατάστημα το

απόγευμα. Δηλαδή η ενάγουσα εργαζόταν 45 ώρες την εβδομάδα και

πραγματοποιούσε υπερεργασία 5 ωρών (40η έως 45η ώρα) την εβδομάδα.

Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά η ενάγουσα δεν είχε την

ιδιότητα διευθύνοντος υπαλλήλου, υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά της

είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα τα οποία προσιδιάζουν σε ασφαλιστική

υπάλληλο, με την ιδιότητα της προϊσταμένης του ανωτέρω υποκαταστήματος.

Κι` αυτό γιατί, εκτός από τα αυξημένα καθήκοντά της ως προϊσταμένης του

υποκαταστήματος αυτού, ούτε τη γενικώτερη διεύθυνση της επιχειρήσεως

της εναγομένης (έστω και των υποθέσεων του υποκαταστήματος της

Θεσσαλονίκης) είχε, ούτε σημαντικές ή αξιόλογες πρωτοβουλίες ελάμβανε,

σε τρόπο ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την

εξέλιξη της επιχειρήσεως, αφού αυτά καθορίζονταν από την κεντρική

διοίκησή της στη Λισσαβώνα και από τη διοίκηση του κεντρικού

καταστήματος των Αθηνών, ούτε άλλωστε προσελάμβανε και απέλυε το

προσωπικό του υποκαταστήματος, αλλά ούτε και αμειβόταν με μισθό που

υπερέβαινε αισθητά τα ελάχιστα όρια αποδοχών των υπολοίπων υπαλλήλων.

Επίρρωση αυτών αποτελεί η προσκομιζομένη από 31.8.1994 έγγραφη σύμβαση

εργασίας της εναγούσης, στην οποία αναφέρονται οι όροι αυτής.

Ειδικότερα στη σύμβαση αναφέρεται ότι η ενάγουσα προσελήφθη από την

εναγομένη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 11.5.1983

με την ειδικότητα της ασφαλιστικής υπαλλήλου στο υποκατάστημα της

Θεσσαλονίκης ως προϊσταμένη αυτού. Αναφέρεται ακόμη στη σύμβαση αυτή η

κανονική εβδομαδιαία απασχόληση της εναγούσης, σύμφωνα με τις διατάξεις

της από 24.6.1994 ΣΣΕ των ασφαλιστικών υπαλλήλων, καθώς και ότι οι

αποδοχές της ανέρχονται σε 280.000 δραχμές και θα αναπροσαρμόζονται

σύμφωνα με τις διατάξεις των ΣΣΕ των ασφαλιστικών υπαλλήλων, και τέλος

ότι το δικαίωμα της ετήσιας άδειας αναπαύσεως με αποδοχές και το

επίδομα αδείας ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής

νομοθεσίας.

Επομένως, η ενάγουσα δεν εξαιρείται των διατάξεων της εργατικής

νομοθεσίας που αφορούν τα χρονικά όρια της εργασίας της ή την

αποζημίωση και προσαύξηση για υπερεργασία και όλα τα αντίθετα

υποστηριζόμενα από την εναγομένη πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά

αβάσιμα. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται για κάθε ώρα απασχολήσεώς της

από την 41η μέχρι την 45η ώρα ως αμοιβή υπερεργασίας το ωρομίσθιο

προσαυξημένο κατά 25% και συγκεκριμένα 2.193.052 δραχμές (μισθός

376.200 χ 0,006 = 2.257 δραχμές το ωρομίσθιο χ 5 ώρες την εβδομάδα =

11.285 δραχμές την εβδομάδα χ 4 εβδομάδες = 45.140 δραχμές το μήνα χ 11

μήνες το χρόνο (αφού ένα μήνα βρισκόταν σε νόμιμη άδεια και δεν

εργαζόταν) 496.540 δραχμές το χρόνο χ 4 χρόνια και 5 μήνες του 1999,

αφού απολύθηκε την 26.5.1999 = 2.211.860 δραχμές (496.540 χ 4 έτη =

1.986.160 + 225.700 για τους 5 μήνες του 1999, δηλαδή 45.140 χ 5 μήνες)

+ 552.965 η προσαύξηση 25% = 2.764.825 δραχμές, πλην όμως, πρέπει να

επιδικασθεί μόνο το ποσό των 2.193.052 δραχμών που επιδίκασε και το

πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η ενάγουσα δεν παραπονείται με την έφεσή

της για την πλημμέλειά του αυτή (παραπονείται μόνο γιατί επιδικάσθηκε

αποζημίωση μόνο για 5 ώρες).

Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα εξής: Μετά

από έλεγχο που έγινε στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης από όργανα της

εναγομένης στις αρχές του έτους 1998, αποκαλύφθηκε στο ταμείο αυτού

έλλειμμα 2.000.000 δραχμών. Η ευθύνη για το ελλειμμα αυτό αποδόθηκε

στην ενάγουσα, διότι αυτή ήταν προϊσταμένη του υποκαταστήματος της

Θεσσαλονίκης. Η ενάγουσα, παρά τις εντολές της εναγομένης να κάνει

έλεγχο για να διαπιστωθεί η προέλευση του ελλείμματος, επικαλουμένη

φόρτο εργασίας καθυστερούσε τη διερεύνηση της προελεύσεως του

ελλείμματος, την οποία τελικά δεν μπόρεσε να διαπιστώσει γιατί δεν

έκανε έλεγχο. Γι` αυτό, αναγνωρίζουσα και η ίδια την ευθύνη της, κάλυψε

το έλλειμμα στα τέλη του έτους 1998 από δικά της χρήματα. Το

περιστατικό όμως αυτό θεωρήθηκε από την εναγομένη ιδιαίτερα σοβαρό και

πράγματι ήταν, διότι το ποσό των 2.000.000 δραχμών, όχι μόνο δεν ήταν

ευκαταφρόνητο για την επιχείρησή της, αλλά και η απώλειά του, καθώς και

η μη διαπίστωση της προελεύσεώς του υποδήλωνε την πλημμελή λειτουργία

του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης.

Συνεπεία του ελλείμματος αυτού, για τη δημιουργία του οποίου υπεύθυνη

ήταν η ενάγουσα, λόγω της ιδιότητάς της ως προϊσταμένης του

υποκαταστήματος, κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης προς αυτήν. Εξ

αιτίας δε του γεγονότος αυτού και της αδυναμίας της εναγούσης να

διαπιστώσει την προέλευση του ελλείμματος, η εναγομένη αποφάσισε και

την αναδιάρθρωση της επιχειρήσεώς της, τοποθετώντας στο ανωτέρω

υποκατάστημα υπάλληλό της ως επιθεωρητή Β. Ελλάδος. Πράγματι, στα τέλη

Αυγούστου 1998, η νέα Γενική Διεύθυνση της εναγομένης κάλεσε την

ενάγουσα στην Αθήνα και της ανακοίνωσε ότι από 1.9.1998 θα αναλάβει

επιθεωρητής πωλήσεων Β. Ελλάδος ο υπάλληλός της στην Αθήνα Ι.Σ. με έδρα

τη Θεσσαλονίκη και ότι αυτή πρέπει να του παραχωρήσει το γραφείο της

στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης και να μετακινηθεί στον ανοικτό χώρο

αυτού με τους άλλους υπαλλήλους, των οποίων προϊστατο, πράγμα που αυτή

δέχθηκε.

Εκτοτε η εναγομένη θεωρούσε τον Ι.Σ. ως ουσιαστικό προϊστάμενο και

του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης και γι` αυτό συμφώνησε να

καταβάλει σε αυτόν το bonus για το έτος 1999 και όχι στην ενάγουσα. Για

τους λόγους αυτούς η εναγομένη την 26.5.1999 κατήγγειλε τη σύμβαση

εργασίας της εναγούσης και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Η

καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εναγομένης δεν έγινε από λόγους

εκδίκησης και εχθρότητος στο πρόσωπό της, διότι διεκδίκησε τα

δικαιώματά της, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, αλλά λόγω του κλονισμού

της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς αυτήν, εξ αιτίας του ελλείμματος,

γεγονός που υποδήλωνε ότι το υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης υπό τη

διεύθυνση της εναγούσης λειτουργούσε πλημμελώς.

Στην περίπτωση αυτή, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της

εναγούσης επιβαλόταν και εδικαιολογείτο από το καλώς εννοούμενο

συμφέρον της επιχειρήσεως της εναγομένης και επομένως, δεν ήταν

καταχρηστική. Η επιλογή δε του μέτρου της απολύσεως δεν μπορεί να

θεωρηθεί αδικαιολόγητη ούτε και αν ληφθεί υπόψη ότι η ενάγουσα, ηλικίας

53 ετών κατά την απόλυσή της, επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί σε διάστημα

19 περίπου μηνών, ούτε διότι είχε δημιουργήσει το υποκατάστημα της

Θεσσαλονίκης, διότι τα συμφέροντα τα οποία επιδίωκε να ικανοποιήσει η

εναγομένη με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εναγούσης, δεν

μπορούσαν να ικανοποιηθούν εξ ίσου αποτελεσματικά με ηπιότερα μέτρα,

όπως η τοποθέτησή της σε άλλη θέση, πράγμα που δεν ζητούσε η ενάγουσα,

αφού όπως θα εκτεθεί, ζητούσε την καταβολή του bonus που μόνο οι

προϊστάμενοι των υποκαταστημάτων εδικαιούντο και να μην θιγεί η θέση

της και οι αρμοδιότητές της [...].

Ούτε ήταν δυνατόν να επιλέξει η εναγομένη άλλους υπαλλήλους της, τους

οποίους η ενάγουσα δεν κατονομάζει, γιατί η καταγγελία της συμβάσεως

της τελευταίας δεν έγινε στα πλαίσια της μειώσεως του προσωπικού της

επιχειρήσεώς της για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Επομένως, η καταγγελία

της συμβάσεως εργασίας της εναγούσης ήταν έγκυρη και για το λόγο αυτό

δεν υπέστη εξ αυτής προσβολή της προσωπικότητάς της και η εναγομένη δεν

υποχρεούται ούτε να αποδέχεται την εργασία της, ούτε να της καταβάλει

τους αιτουμένους μισθούς υπερημερίας, γι` αυτό και τα σχετικά κονδύλια

της αγωγής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όταν η εναγομένη κάλεσε την ενάγουσα στην

Αθήνα στα τέλη Αυγούστου 1998 και της ανακοίνωσε ότι από 1.1.1998 θα

αναλάβει ως επιθεωρητής Β. Ελλάδος ο Ι.Σ., η ενάγουσα ζήτησε από τους

εκπροσώπους της εναγομένης να μην θιγούν οι αρμοδιότητές της και η θέση

της, καθώς και να μην μειωθούν οι αποδοχές της, είτε υπό την μορφή του

μισθού είτε υπό τη μορφή του bonus. Οσον αφορά το bonus υπήρξε διαφωνία

μεταξύ της εναγούσης και των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης. Η

εναγομένη, όπως εκτέθηκε, μετά την αποκάλυψη του ελλείμματος, θεωρούσε

ότι ουσιαστικά προϊστάμενος του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης λόγω

της ιδιότητός του ως επιθεωρητού Β. Ελλάδος ήταν ο Ι.Σ. και ότι από της

αναλήψεως των καθηκόντων του την 1.9.1998 η ενάγουσα δεν έπρεπε να

λαμβάνει το bonus, το οποίο έπρεπε να καταβάλεται σε αυτόν. Ομως μεταξύ

της εναγομένης και του ανωτέρω επιθεωρητή συμφωνήθηκε να λαμβάνει ο

τελευταίος το bonus μόνο από το έτος 1999 και εφεξής και όχι από της

προσλήψεώς του την 1.9.1998, όπως ο ίδιος βεβαίωσε κατά την κατάθεσή

του ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κι` αυτό προφανώς

έγινε διότι αυτός δεν είχε καμία συμμετοχή και συμβολή στην

παραγωγικότητα του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης το έτος 1998.

Παρά ταύτα, η εναγομένη μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων της χρήσεως

του έτους 1998 του ανωτέρω υποκαταστήματος, περιέκοψε από την ενάγουσα

το bonus του έτους αυτού κατά 984.813 δραχμές και αντί να της καταβάλει

2.954.438 δραχμές που ήταν το σύνολό του, της κατέβαλε 1.969.625

δραχμές. Το ποσό των 984.813 δραχμών που περιέκοψε από την ενάγουσα το

κατέβαλε στον επιθεωρητή Ι.Σ., χωρίς αυτός να έχει συμβάλει ακόμη με

την εργασία του στην επαύξηση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων του

υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης και επομένως, στην επαύξηση των

καθαρών ασφαλίστρων του κατά το έτος 1998, καίτοι, όπως εκτέθηκε, δεν

είχε συμφωνηθεί η καταβολή bonus σε αυτόν κατά το έτος αυτό.

Αποδείχθηκε όμως ότι η παραγωγή του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης

και για το υπόλοιπο διάστημα του έτους 1998 οφειλόταν στην ενάγουσα, η

οποία εξακολούθησε και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ανωτέρω

επιθεωρητή, να ασκεί τα καθήκοντά της ως προϊσταμένη του

υποκαταστήματος αυτού σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας της, η οποία δεν

είχε τροποποιηθεί.

Επομένως, η συμφωνία κατά την οποία στους προϊσταμένους όλων των

υποκαταστημάτων, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, καταβαλόταν bonus,

εξακολούθησε να ισχύει, όσον αφορά την ενάγουσα. Συνεπώς, η τελευταία

δικαιούται το ανωτέρω ποσό του bonus, το οποίο της περιέκοψε

αντισυμβατικά η εναγομένη. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως εκτέθηκε, η

ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την περικοπή του bonus. Αντίθετα αντέδρασε στην

περικοπή αυτού με τις από 10.5.1999, 13.5.1999 και 18.5.1999 επιστολές

της. Κατόπιν αυτών έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά

βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα

3.177.865 δραχμές (2.193.052 + 984.813), με το νόμιμο τόκο από την

επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο είπε τα ίδια, δεν έσφαλε

και όλα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις αντίθετες εφέσεις απορριπτέα

κρίνονται ως αβάσιμα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις

ως ουσιαστικά αβάσιμες και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των

διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

Link to post
Share on other sites
  • 0

ΔΕΕ/1997 (748), ΔΕΝ/1997 (613)

Μίσθωση εργασίας. Διευθύνοντες υπάλληλοι. Μη εφαρμογή των διατάξεων της

εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τη λήψη ετήσιας

άδειας με αποδοχές κλπ. Καταγγελία συμβάσεως εργασίας διευθυντικού

στελέχους. Αποζημίωση απολύσεως. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης

του εργοδότη για αποζημίωση απολυθέντος εργαζομένου λόγω προσβολής της

προσωπικότητας αυτού.

Ομιλος επιχειρήσεων. Εννοια. Κρίση ότι εν προκειμένω η εργοδότρια

εταιρεία δεν ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων και συνεπώς οι καταβληθείσες

αμοιβές από τις άλλες επιχειρήσεις δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές

αυτού και δεν υπολογίζονται στην αποζημίωση απολύσεως.

ΕφΘεσ 112/1997

Πρόεδρος: Β. Ιακωβίδης, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής: Χ. Αγγελόπουλος, Εφέτης

Δικηγόροι: Η. Σπανός, Ν. Καπλανίδης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: ......................................................

Η κρινόμενη έφεση κατά της 5905/1996 οριστικής αποφάσεως του

Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατά την ειδική

διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε

νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να

εξεταστεί κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 674 παρ. 2 ΚΠολΔ) για το

παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Ο ενάγων και τώρα εκκαλών με την αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε η

εκκαλούμενη απόφαση, ιστορούσε κατ` εκτίμηση υπό του Δικαστηρίου του

περιεχομένου αυτής, ότι την 1.2.1984 προσλήφθηκε, με σύμβαση

εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, από την εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη

ΑΕ με την επωνυμία "Ε.Υ. ΑΕ", ως οικονομικός σύμβουλος αυτής και των

ανωνύμων εταιριών "Η.Τ.Κ. ΑΕ", "Ε.M. ΑΕ", "Τ.Σ. ΑΕ", "M.Ε. ΑΕ" και "Ε.

ΑΕΒΕ", που ανήκουν στον ίδιο "όμιλο επιχειρήσεων".`Οτι η εργασία του

συνίστατο στην εκπόνηση των προϋπολογισμών των άνω εταιριών, στην

παρακολούθηση της πορείας αυτών, στην εκπόνηση επενδυτικών προγραμμάτων

και μελετών, στην προώθηση και υποστήριξη των τελευταίων στις διάφορες

χρηματοδοτικές τράπεζες και γενικά στην παρακολούθηση ολόκληρου του

χρηματοοικονομικού κυκλώματος αυτών.`Οτι δεν τηρούσε συγκεκριμένο

ωράριο απασχόλησης για την παροχή των υπηρεσιών του και ότι ως στέλεχος

των επιχειρήσεων πάντοτε συμμετείχε στα άτυπα συμβούλια αυτών για τη

λήψη αποφάσεων σχετικών με την πορεία αυτών.`Οτι κατά το χρονικό

διάστημα από του μηνός Ιουνίου 1986 μέχρι του 1989 διετέλεσε διευθυντής

της άνω ΑΕ "T.Σ. ΑΕ", και επίσης με αποφάσεις των ΔΣ των άνω εταιριών

τις εκπροσωπούσε και οπισθογραφούσε επιταγές τους, εξέδιδε και

αποδεχόταν συναλλαγματικές και προέβαινε σε εισπράξεις χρημάτων και

στην έκδοση εξοφλητικών αποδείξεων.`Οτι, επιπρόσθετα, απασχολήθηκε με

την επεξεργασία και τη δόμηση των στοιχείων για την εισαγωγή της άνω ΑΕ

"Ε.Υ. ΑΕ", στο χρηματιστήριο Αθηνών, με την εκπόνηση, υποβολή προς

έγκριση, παρακολούθηση και υλοποίηση επενδυτικού προγράμματος 840

εκατομμυρίων δραχμών της άνω ΑΕ "Η.Τ.Κ. ΑΕ", και 440 εκατομμυρίων

δραχμών της άνω "Η. ΑΕ".`Οτι κατά τη συμφωνία τους θα αμειβόταν με

μηνιαίες αποδοχές και ειδικότερα ένα μέρος αυτών θα του καταβαλόταν δια

μετρητών χρημάτων και ένα μέρος αυτών με τη μορφή αμοιβής για παροχή

υπηρεσιών προς τις λοιπές ως άνω εταιρίες "του Ομίλου".`Οτι κατά το

μήνα Απρίλιο του έτους 1990 "μεταφέρθηκε μισθολογικά στην εναγομένη

εταιρία", η οποία, όπως προεκτέθηκε, ανήκει στον ίδιο ως άνω "όμιλο

επιχειρήσεων", και έτσι δια της καταρτίσεως μεταξύ αυτών νέας συμβάσεως

εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ομοίου περιεχομένου, έκτοτε

προσέφερε στην τελευταία τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες μέχρι και της

31.1.1995, κατά την οποία εκείνη κατήγγειλε την υπάρχουσα μεταξύ αυτών

σύμβαση εργασίας εγγράφως και με την καταβολή αποζημίωσης 3.072.545

δραχμών, η οποία όμως δεν ήταν η προσήκουσα, γιατί οι μηνϊαίες αποδοχές

του, κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 639.908

δραχμών. Και ότι η εκ μέρους της εναγομένης εξώδικη αναιτιολόγητη

καταγγελία της σύμβασης των και μάλιστα με καταβολή μειωμένης

αποζημίωσης προσέβαλε βάναυσα και την προσωπικότητά του, γιατί στο

μεταξύ είχε αποκτήσει τη φήμη ενός οικονομικού συμβούλου επιχειρήσεων

με άρτια κατάρτιση.

Ζήτησε δε μ` αυτήν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε, 1) Να αναγνωριστεί η

ακυρότητα της από 31.1.1995 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του,

λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης απολύσεως, και να

υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή

χρηματικής ποινής και απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του νόμιμου

εκπροσώπου της και 2) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) το

ποσό των 5.958.988 δραχμών για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού

διαστήματος από 1.2.1995 μέχρι της 31.12.1995, β) το ποσό των 5.000.000

δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του

με την αδικαιολόγητη εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως των, γ) το

ποσό των 5.000.000 δραχμών ως αποζημίωση του για τη ζημία που υπέστη

εξαιτίας της μείωσης της επαγγελματικής του φήμης, λόγω της

αδικαιολόγητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και της εκ ταύτης

δυσχέρειας εξεύρεσης νέας εργασίας και δ) το ποσό των 2.952.214 δραχμών

για υπόλοιπο οφειλομένων αποδοχών αδειών αναπαύσεως, προσαυξημένων κατά

100%.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Με αυτήν το

πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: α) Την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά τα αιτήματά

της με στοιχεία 2β, 2γ και 2δ, ως και κατά το αίτημα της περί

απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του νόμιμου εκπροσώπου της

εναγομένης, για την άνω αιτία, λόγω του ότι "αφενός μεν ο ενάγων με

βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά ήταν διευθύνων οικονομικός υπάλληλος

και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο αποδοχές αδειών, αφετέρου δε, ως προς

τα λοιπά αιτήματα, γιατί το μεν με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά

περιστατικά δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντα και δεν

στοιχειοθετείται άδικη πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, το δε

δεν στρέφεται η αγωγή και κατά του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης".

Και β) αφού την έκρινε νόμιμη κατά τα λοιπά αιτήματά της, την απέρριψε

ως αβάσιμη στην ουσία. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων,

με την έφεσή του, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών

διατάξεων και για κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ζητά την

εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 3 του Ν 2112/ 1920 και 5 παρ. 1

του Ν 3198/1995 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας

αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και δεν

χρειάζεται αιτιολόγηση από τον καταγγέλοντα και ότι, ως αποτελούσα

άσκηση δικαιώματος, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ (βλ.

ΕΑ 5048/1992 ΕΕργΔ 1993,969). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 57,

59, 899 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι προυποθέσεις για την υποχρέωση

καταβολής αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρ. 914

ΑΚ) και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης από την

προσβολή της προσωπικότητας, είναι πράξη παράνομη και υπαίτια που να

συνεπάγεται την προσβολή αυτή. Ειδικότερα στη σχέση από την παροχή

εργασίας, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει την καταδίκη του εργοδότη σε

καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την άνω αιτία, με

την επίκληση της συνδρομής των όρων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ εάν η

ενέργειά του σχετικά με την παροχή εργασίας, είναι παράνομη, όπως

συμβαίνει και όταν αντίκειται στις αρχές του 281 ΑΚ, και υπαίτια,

συνάμα δε συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου,

ιδιαίτερα όταν μειώνεται η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του (ΑΠ

1026/1993 ΕΕργΔ 1995,829, ΑΠ 1678/ 1981 ΕΕργΔ 41,183, ΑΠ 208/1992 ΕλΔ

1994,1498). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 εδ.α της διεθνούς

συμβάσεως της Διεθνούς Συνδιασκέψεως Εργασίας της Ουάσιγκτον που

κυρώθηκε με το Ν 2269/1920, κατά την οποία το νόμιμο καθ` ημέρα και

εβδομάδα ωράριο εργασίας των μισθωτών δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που

κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, προκύπτει ότι

υπάλληλοι μεγάλης επιχειρήσεως, στους οποίους, λόγω των εξαιρετικών

προσόντων και της προς αυτούς εμπιστοσύνης του κυρίου της

επιχειρήσεως, ανατίθενται καθήκον τα γενικότερης διευθύνσεως των

υποθέσεων της όλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτεία του

προσωπικού κατά τρόπον ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις

και την εξέλιξη της επιχείρησης και οι οποίοι διακρίνονται σαφώς των

λοιπών υπαλλήλων λόγω του ότι ασκούν πολλά δικαιώματα του εργοδότη,

διαθέτοπν πρωτοβουλία και αμείβονται συνήθως με σημαντικά μεγαλύτερο

μισθό από το μισθό που καταβάλλεται στους λοιπούς υπαλλήλους, αν και

δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται παρά ταύτα της εφαρμογής των

ασυμβίβαστων με την εξέχουσα θέση τους διατάξεων της εργασιακής

νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, εργασίας κατά τις Κυριακές και

λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, εργασίας κατά τη νύχτα, χορηγήσεως

εβδομαδιαίας αναπαύσεως και λήψεως της ετήσιας άδειας με αποδοχές (ΑΠ

621/1995 ΕΕργΔ 1996,927).

Με βάση τα παραπάνω και το αναφερόμενο στην αιτιολογία δύο (2) της

παρούσας αποφάσεως ιστορικό της πιο πάνω αγωγής, σαφώς προκύπτουν, τα

εξής: 1) `Οτι ο ενάγων ήταν διευθύνων οικονομικός υπάλληλος της

εναγομένης εταιρίας, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της

παρούσας αιτιολογίας. Και αυτό γιατί από τις αναφερόμενες στην αγωγή

και στη δεύτερη αιτιολογία της παρούσας αποφάσεως αρμοδιότητές του και

αποδοχές του σαφώς συνάγεται ότι, λόγω των εξαιρετικών προσόντων του ως

οικονομολόγου, της εξειδικευμένης μορφώσεως και πείρας που είχε σε

θέματα χρηματοοικονομικά, της προς αυτόν εμπιστοσύνης νομίμων

εκπροσώπων της εναγομένης και του ότι, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του

είχε και το δικαίωμα ως εκπρόσωπος της τελευταίας, να εισπράττει

οποιαδήποτε χρηματικά ποσά από τράπεζες, να εκδίδει, να οπισθογραφεί

και να εξοφλεί επιταγές και συναλλαγματικές οποιουδήποτε χρηματικού

ποσού, κατείχε θέση γενικής εποπτείας και διεύθυνσης της εναγομένης, η

οποία επηρέαζε σημαντικά την όλη εξέλιξή της και ότι για το λόγο αυτό

λάμβανε, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του τις ιδιαίτερα σημαντικές

μηνιαίες αποδοχές των 639.908 δραχμών σε σχέση με τις νόμιμες αποδοχές

οποιουδήποτε πτυχιούχου υπαλλήλου ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με τα

ίδια με αυτόν προσόντα. Η κρίση αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι δεν

προσελάμβανε και δεν απέλυε το προσωπικό της εναγομένης, γιατί στις

σύγχρονες μεγάλες επιχειρήσεις όπως και η εναγομένη, οι προσλήψεις και

οι απολύσεις γίνονται από τη διεύθυνση προσωπικού (ΑΠ 919/86 ΔΕΝ

43,418, ΕΠείρ 1181/87 ΔΕΝ 44,134). Και ότι, κατά συνέπεια της ιδιότητάς

τους αυτής, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση, δεν εφαρμόζονται ως

προς αυτόν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρ. 1 Ν 1346/83 και

2, 3 ΑΝ 539/45 για λήψη άδειας και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο αποδοχές

άδειας και 2) `Οτι τα επικαλούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά

για τη θεμελίωση των αγωγικών αιτημάτων με στοιχεία 2β και 2γ

(αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας

του ενάγοντα) και συγκεκριμένα τα επικαλούμενα γεγονότα "της μη υπό της

εναγομένης αιτιολογίας της υπ` αυτής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης

εργασίας και της επίδοσης σ` αυτόν της καταγγελίας", δεν συνιστούν

παράβαση καμιάς διάταξης νόμου, αλλά αντίθετα συνιστούσαν ενάσκηση

σχετικού δικαιώματός της προς καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς

καμιά αιτιολογία και προς επίδοση σ` αυτόν του εγγράφου της

καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δια δικαστικού επιμελητή, λόγω της

ομολογούμενης δια της αγωγής αρνήσεώς του να παραλάβει το έγγραφο αυτό

(βλ. σχ. ΑΠ 187/57 ΔΕΝ 13,374, και Γ. Λεβαντή, Εργ. Νομοθεσία, έκδ.

1988, σελ. 312) και ότι, συνεπώς, εφόσον τα άνω γεγονότα δεν συνιστούν

παράνομη και υπαίτια πράξη προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντα

και μείωσης της επαγγελματικής αξίας και υπόληψής του δεν γεννάται και

θέμα αξίωσής του προς αποζημίωση και χρηματική αξίωση, λόγω ηθικής

βλάβης από την αιτία αυτή και ως εκ τούτου τα σχετικά αγωγικά αιτήματα

του ενάγοντα είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα. Ενόψει αυτών έπρεπε τα

αγωγικά αιτήματα με στοιχεία 2β, 2γ και 2δ να απορριφθούν ως μη νόμιμα.

`Αρα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση,

τα απέρριψε ως μη νόμιμα με την ίδια ως άνω αιτιολογία ορθά ερμήνευσε

και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και δεν έσφαλε. Γι` αυτό και οι περί του

αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι

στην ουσία.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων μερών ενώπιον

του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα

ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο

συνεδρίασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου [...] και από όλα τα

επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα

αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη και τώρα

εφεσίβλητη AΕ, η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, συστάθηκε νομότυπα το

1981 και είχε κατά το εταιρικό της ως σκοπό την "εμπορία κάθε φύσεως

και κατηγορίας υφασμάτων, νημάτων, ετοίμων ενδυμάτων, πλεκτών και

συναφών ειδών, την ανάθεση της βιομηχανικής κατεργασίας προϊόντων και

την αντιπροσώπευση αλλοδαπών και ημεδαπών οίκων επί ομοίων ή συναφών

ειδών και τη συμμετοχή της εταιρίας σε παρόμοιες επιχειρήσεις", πλην

όμως από της συστάσεώς της παρείχε μόνο διάφορες υπηρεσίες στις

αντιπροσωπευόμενες από αυτήν εταιρίες (ελληνικές και ξένες) προσέλαβε

τον ενάγοντα και τώρα εκκαλούντα πτυχιούχο οικονομολόγο, με σύμβαση

εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ του

νόμιμου εκπροσώπου της και του τελευταίου προφορικά την 1 Απριλίου 1990

ως υπάλληλό της λόγω των ιδιαίτερων γνώσεων του ως οικονομολόγου και

της εξειδικευμένης μορφώσεως και πείρας που είχε σε χρηματοοικονομικά

θέματα. Πριν από την πρόσληψή του και συγκεκριμένα από της 1.2.1984

εργαζόταν στην ομοειδούς δραστηριότητας ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία

"Ε.Υ. AΕ" και η εναγομένη αναγνώρισε και την προϋπηρεσία του αυτή. Ο

μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 220.000 δραχμών (βλ. το

προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναγγελίας της πρόσληψής του στον ΟAΕΔ, η

οποία ξέρει και τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ως και την υπογραφή

του προϊσταμένου της άνω δημόσιας υπηρεσίας και το με ημερομηνία

14.1990 έγγραφο της εναγομένης προς αυτόν περί παροχής σ` αυτήν των

υπηρεσιών του και της αναγνωρίσεως της άνω προϋπηρεσίας του). Σύμφωνα

με τους όρους της ένδικης σύμβασης θα παρείχε υπηρεσίες οικονομικού

συμβούλου.

Ειδικότερα, οι εργασίες του θα συνίσταντο στην εκπόνηση του

προϋπολογισμού, στην παρακολούθηση της οικονομικής πορείας της

εναγομένης σε σχέση με τον προϋπολογισμό της, στην προώθηση και

υποστήριξή της στις αρμόδιες για χρηματοδοτήσεις τράπεζες. Επίσης στη

συνέχεια το ΔΣ της εναγομένης με απόφασή του, που λήφθηκε την 1.2.1991,

του έδωσε και την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως από κοινού με

τον υπάλληλο της Τ.Ν. ή Μ.Δ., να την εκπροσωπεί στην είσπραξη

οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από οποιοδήποτε Δημόσιο Ταμείο, από το

Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από Τράπεζες και γενικά από κάθε

τρίτο, χορηγώντας, αντίστοιχα, κάθε απαιτούμενη εξοφλητική απόδειξη,

στην εξόφληση επιταγών, στην ανάληψη χρημάτων, χρηματογράφων,

μερισμάτων, αποδείξεων και τοκομεριδίων, στην έκδοση και οπισθογράφηση

επιταγών, στην έκδοση και αποδοχή, οπισθογράφηση και προεξόφληση

συναλλαγματικών και γραμματίων σε διαταγή, στην παραλαβή φορτωτικών

εγγράφων, στην υπογραφή κάθε φύσεως ενταλμάτων πληρωμής, επιταγών

δανείων, όλων των εντύπων της ΠAΕΓA και των τίτλων της και γενικά στην

ενέργεια κάθε αναγκαίας πράξεως στην εκπλήρωση των παραπάνω εντολών και

εξουσιών που του δόθηκαν για το σκοπό αυτό (βλ. το προσκομιζόμενο

αντίγραφο της απόφασης αυτής). `Εκτοτε ο ενάγων προσέφερε στην

εναγομένη τις άνω υπηρεσίες του μέχρι της 31.1.1995, κατά την οποία η

τελευταία κατήγγγειλε εγγράφως την ένδικη σύμβαση εργασίας, λόγω της

ζημιογόνου οικονομικής της πορείας, και του κατέβαλε ως αποζημίωση

απολύσεως το ποσό των 3.072.545 δραχμών. Οι μηνιαίες αποδοχές του

ενάγοντα κατά τον τελευταίο πριν από την καταγγελία της σύμβασης, μήνα

της απασχόλησης του από την εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 376.230

δραχμών και όχι στο ποσό των 639.908 δραχμών, όπως υποστηρίζει με την

αγωγή του.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του ενάγοντα, περί του α) ότι κατά την

κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού

και της εναγομένης, όπως και με την σύμβασή του μετά της

προαναφερθείσης αρχικής εργοδότιδάς του, να προσφέρει τις άνω υπηρεσίες

του, ως οικονομικού συμβούλου, όχι μόνο στην εναγομένη αλλά στον "όμιλο

ομοειδών επιχειρήσεων" που αποτελούσε εκείνη (τυπικά εργοδότιδα

εταιρία) και οι ανώνυμες εταιρίες με τις επωνυμίες α) "Η.Τ.Κ. AΕ", β)

"Ε.Υ. AΕ", γ) "Η. AΕ", δ) "Ε.Μ. AΕ", 3) "Τ.Σ.ΑΕ. και στ) "Μ.Ε. AΕ",

κύριοι μέτοχοι των οποίων είναι οι Γ. και Χ.A. και η Ολλανδική εταιρία

με την επωνυμία "R.N.T. SA", και ένα μέρος των μηνιαίων αποδοχών του να

του καταβάλεται με τη μορφή μισθού και το υπόλοιπο κάθε μήνα με τη

μορφή αμοιβής για παροχή υπηρεσιών προς τις άνω εταιρίες του ομίλου και

β) ότι κατά το έτος 1994 μέχρι και το μήνα Ιανουάριο του 1995 έλαβε, με

βάση την άνω συμφωνία, από τις εταιρίες του "ομίλου" με δελτία παροχής

υπηρεσιών και για 14 συνολικά μήνες το συνολικό ποσό των 4.000000

δραχμών και ότι έτσι το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του, μαζί με το

άνω ποσό των 376.230 δραχμών, που λάμβανε ως μισθό, ανερχόταν κατά τον

τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα στο ποσό των 639.908 δραχμών

δεν αποδείχθηκε ως αληθής. Αντίθετα, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό,

αποδείχτηκαν, σχετικά με τον άνω ισχυρισμό του ενάγοντα τα εξής: Αυτός

πριν από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας παρείχε, ως

ελεύθερος επαγγελματίας, διάφορες οικονομολογικές συμβουλές και άλλες

παρεμφερεί υπηρεσίες, προς διάφορες επιχειρήσεις. Γι` αυτό άλλωστε είχε

λάβει και άδεια ασκήσεως σχετικού ελευθερίου επαγγέλματος από την

αρμόδια Οικονομική Εφορία. Τη δραστηριότητά του αυτή την εξακολούθησε

και καθόλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εργασίας. Συγκεκριμένα κατά

τη διάρκεια της σύμβασης αυτής έλαβε ως αμοιβή για παροχή υπηρεσιών

οικονομικού ενδιαφέροντος. [...]

Οι προαναφερθείσες ανώνυμες εμπορικές εταιρίες, στις οποίες μέτοχοι

είναι, κατά μικρό ή μεγάλο ποσοστό, χωρίς όμως να κατέχουν την

πλειοψηφία των μετοχών, οι αναφερόμενοι στην αγωγή Χ. και Γ.A. ως και ο

υιός A. και κατά το, υπόλοιπο ποσοστό άλλες εταιρίες ή φυσικά πρόσωπα

(όπως η ΕΤΒA AΕ, η ΕΤΕΒA AΕ, η Ολλανδικών συμφερόντων εταιρία

R.T.N.T.C., ο I, A., ο A.Κ . κ.λπ.) έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα

και διοίκηση, αυτοτελή δράση και οικονομική αυτοτέλεια, καμία δεν είναι

μητρική άλλης ή θυγατρική άλλης, καταρτίζουν αυτοτελή προϋπολογισμό και

ισολογισμό δεν έχουν κάθετη παραγωγή και καμία από αυτές δεν έχει θέση

ελέγχουσας ή δεσπόζουσας ή μητρικής εταιρίας έναντι των λοιπών άλλωστε

ούτε και ο ενάγων υποστηρίζει κάτι τέτοιο.

Από αυτά προκύπτουν τα εξής: α) `Οτι οι άνω εταιρίες δεν εμπίπτουν

στην έννοια του "όμιλου επιχειρήσεων", του ίδιου εργοδότη ή των

"συνδεδεμένων επιχειρήσεων", (βλ. το άρθρο 42ε παρ. 5 του Ν 2190/1920

και την οδηγία 94-145/ΣΚ του Συμβουλίου της 22.9. 1994), όπως αβάσιμα

υποστηρίζει ο ενάγων, οι καταβληθείσες από τις λοιπές ως άνω, πλην της

εναγομένης αμοιβές στον ενάγοντα πρόδηλα, δεν καταβλήθηκαν σ` αυτόν για

παρασχεθείσες σ` εκείνες υπηρεσίες στα πλαίσια της καταρτισθείσας

μεταξύ εκείνου και της εναγομένης εταιρίας ως άνω συμβάσεως εργασίας,

αλλά ως αμοιβή παρασχεθεισών σ` εκείνες (ανεξαρτήτων) υπηρεσιών

οικονομικού συμβούλου (βλ. σχ. Ι. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαίο έκδ. 1995

σελ. 310 επ., Ι. Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1996 σελ. 361

επ.) και ως εκ τούτου τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα

από αυτές κατά το έτος 1994 και 1995 δεν υπολογίζονται, εφόσον δεν

εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών αυτού, στο ύψος της

αποζημίωσης απολύσεως του (άρθρ. 5 παρ. 1 εδ.α Ν 3198/1955 και άρθρο 3

παρ. 2 Ν 2112/1920) και β) ότι τα καταβληθέντα υπό της εναγομένης στον

ενάγοντα ως άνω χρηματικά ποσά κατά τα έτη 1990 έως 1995 ως αμοιβές, με

βάση τις άνω αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, καταβλήθηκαν ως αμοιβή άλλων

εκτάκτων οικονομολογικών υπηρεσιών του και συγκεκριμένα για έκτακτες

οικονομολογικές μελέτες και όχι ως αμοιβές των παρεχομένων υπ` αυτού

υπηρεσιών με βάση την ένδικη σύμβαση εργασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει

ο ενάγων.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στη σαφή κατάθεση του μάρτυρα

της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η αλήθεια δε αυτής

ενισχύεται και από το ότι 1) οι ετήσιες ως άνω καταβολές δεν είχαν κατ`

έτος ανοδική πορεία, όπως, κατά λογική ακολουθία θα είχαν αν ήταν

"μισθός", αφού ο μεν ως άνω μηνιαίος μισθός του αναπροσαρμοζόταν κάθε

χρόνο, και ανερχόταν, όπως και ο ίδιος συνομολογεί το έτος 1990 και

220.000 δραχμές το μήνα, από της 1.1.1991 σε 234.036 δραχμές το μήνα,

από της 1.1.1991 σε 234.036 δραχμές το μήνα, από 1.1.1992 σε 266.685

δραχμές το μήνα, από 1.1.1993 σε 293.359 δραχμές το μήνα και απο

1.1,1994 σε 376.270 δραχμές, οι δε ως άνω ετήσιες καταβολές ανερχόταν

για τους εννέα μήνες του έτους 1990 σε 753.000 δραχμές και για κάθε ένα

από τα υπόλοιπα έτη σε 537.700, 645.161, 588.235 και 588.235, γεγονός

που επίσης φανερώνει, ότι κυμαινόταν ανάλογα με τη σπουδαιότητα της

παρεχόμενης εκάστοτε έκτακτης εργασίας και 2) το μέρος των ετήσιων

αυτών καταβολών, που αντιστοιχεί κατά τον ενάγοντα (βλ. την αγωγή) σε

δώδεκα μηνιαίους μισθούς, στα δώρα εορτών και στο επίδομα άδειας δεν

είναι σημαντικό αφού το ποσό που καταβλήθηκε στον ενάγοντα για το έτος

1994 αν επιμεριστεί σε μηνιαίους μισθούς δεν υπερβαίνει το ποσό των

42.017 δραχμών (588.235 δρχ.:14), για να δικαιολογεί την εικονική

καταβολή του ως αμοιβή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ενόψει όλων αυτών και του συνολικού χρόνου υπηρεσίας του ενάγοντα, ο

οποίος ανερχόταν, μαζί με την αναγνωρισθείσα προϋπηρεσία του ως

υπηρεσία στην εναγομένη, σε 11 έτη, η νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του

ήταν (376.230 δραχμές μηνιαίος μισθός χ 7 μήνες = 2.633.610 δραχμές +

438.935 δραχμές - προσαύξηση κατά 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών

και άδειας =) 3.072.545 δραχμές. Επομένως, η εναγομένη, εφόσον κατέβαλε

στον ενάγοντα το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό, του κατέβαλε την

προσήκουσα αποζημίωση και ως εκ τούτου η καταγγελία της ένδικης

σύμβασης εργασίας, εφόσον έγινε εγγράφως και καταβλήθηκε και η

προσήκουσα αποζημίωση απόλυσης ήταν έγκυρη, επέφερε τη λύση της

σύμβασης εργασίας και, συνεπώς η εναγομένη, μη αποδεχθείσα έκτοτε τις

υπηρεσίες του ενάγοντα, δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή

αυτών και δεν τίθεται ζήτημα καταβολής αποδοχών υπερημερίας και

υποχρέωσης της προς αποδοχή των υπηρεσιών του τελευταίου. Επομένως η

πιο πάνω αγωγή έπρεπε κατά τα αιτήματά της με στοιχεία ένα (1) και δύο

(2) άλφα (α) να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία. `Αρα το πρωτοβάθμιο

Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή

κατά τα άνω αιτήματά της ως αβάσιμη στην ουσία με την ως άνω ίδια, κατά

βάση, αιτιολογία, ορθά τις προμνησθείσες διατάξεις ερμήνευσε και

εφάρμοσε και ορθά το αποδεικτικό υλικό εκτίμησε και δεν έσφαλε. Γι`

αυτό και όλοι οι περί του αντίθετου λόγοι της έφεσης πρέπει να

απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία.

Link to post
Share on other sites
  • 0

ΔΕΕ/1997 (1084)

Εταιρείες ανώνυμες. Πρόσληψη ως διευθύνοντος υπαλλήλου του ενός εκ των

τριών μετόχων α.ε. με ιδιωτικό συμφωνητικό πριν την ίδρυσή της. Εγκριση

από Δ.Σ. και γενική συνέλευση. Η παράλειψη τήρησης των διατυπώσεων

σύγκλησης της γεν. συνέλευσης δεν επιφέρει ακυρότητα στη σχετική

απόφαση, εάν πρόκειται για καθολική συνέλευση. Οι εργασιακές συμβάσεις

που καταρτίζονται πριν από τη σύσταση της α.ε. δεν εμπίπτουν στο πεδίο

ισχύος του άρθρ. 23αύ ν. 2190/20. Οι διευθύνοντες υπάλληλοι εξαιρούνται

της εφαρμογής των διατάξεων για τη λήψη ετήσιας άδειας με αποδοχές και

επιδόματος αδείας. Με σημείωση Λουκά Κοκκίνη.

EφAθ 1128/1997

Πρόεδρος Κ. Πατρώνας, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής Δ. Δαλιάνης, Εφέτης

Δικηγόροι Α. Μαργέτη-Κατσαούνη, Α. Φετοκάκης

Από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα πρακτικά της

πρωτοβάθμιας δικης και απ` όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται

οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής: Με τα συμβόλαια 2067/29.3.90 (αρχικό)

και 2101/29.5.90 (διορθωτικό) της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.Μ. συνεστήθη

η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία μεταξύ των Α.Λ., Χ.Μ. και εφεσιβλήτου, ως

μοναδικών μετόχων (κατά ποσοστά 45%, 45% και 10% αντιστοιχα) και μελών του

πρώτου διοικητικού συμβουλιου αυτής, η οποια ειχε ως σκοπό των παραγωγή και

εμπορία ετοιμων ενδυμάτων, υφασμάτων, υποδημάτων, καλλυντικών Κ.λπ. Η Ιδρυση

της ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση του καταστατικού μαζι με την έγκριση και

την άδεια της διοικησης στις 30.5.90 στο οικειο μητρώο ανωνύμων εταιρειών και

τη δημοσιευση σχετικής ανακοίνωσης στο φύλλο 1723/1.6.90 του τεύχους ΑΕ και

ΕΠΕ της εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Τη 1.2.90 δηλ. πριν από τη σύστασή της -

υπεγράφη από τους μετέπειτα ιδρυτές της ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο,

όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, οι δύο απ` αυτούς Α.Λ. και Χ.Μ.,

ενεργώντας στο όνομα της υπό ίδρυση εκκαλούσα, προσέλαβαν με εργασιακή σχέση

τον τριτο (εφεσιβλητο) για να αναλάβει ως στέλεχος επιχειρήσεων" από τη

1.2.90, με δική τους χρηματοδότηση, την ίδρυση, στελέχωση και διεύθυνση της

επιχειρησης της εκκαλούσας στον κλάδο ένδυσης και υπόδησης με διευθυντική

εξουσία ιδιαίτερα στον τομέα της ανάπτυξης, πρόσληψης και εκπαίδευσης

στελεχών και στην "καθημερινή διοικηση", αντι αμοιβής που ορίσθηκε σε

6.000.000 δραχμές ετησίως (δηλ. 500.000 δραχμές μηνιαίως) και η οποία, σε

περίπτωση πρόσληψής του από την εκκαλούσα με κατώτερο βασικό μισθό, θα

συμπληρώνεται μέχρι το ποσό των 500.000 δραχμών μηνίαιως με την έκδοση

αντιστοιχου τιμολογιου παροχής υπηρεσιών. Το ποσοστό συμμετοχής του στην

εκκαλούσα ορίσθηκε με το ίδιο συμφωνητικό ότι θα είναι 10% και ότι θα

προέλθει από δάνειο των άλλων δύο ιδρυτών. Στα πλαισια του συμφωνητικού

αυτού, ο εφεσίβλητος άρχισε από τη 1.2.90 και συνέχισε και μετά την ίδρυση

της εκκαλούσας (1.6.90) -παράλληλα με τα καθήκοντά του ως μέλους του

διοικητικού συμβουλιου αυτής -να παρέχει στην τελευταία και τις αναφερόμενες

στο συμφωνητικό υπηρεσίες, οι οποίες ενόψει της φύσης και του είδους τους

(ειχαν επιτελικό χαρακτήρα και επηρέαζαν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και

την εξέλιξη της επιχειρησης της εκκαλούσας) αλλά και του ορισμού ιδίαιτερα

υψηλής αμοιβής, αρκούσαν για να του προσδώσουν την ιδιότητα του διευθύνοντος

υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ.α της διεθνούς σύμβασης της

Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με το Ν 2269/20. Η περιεχόμενη στο συμφωνητικό

εργασιακή σχέση εγκρίθηκε και οι σχετικές απ` αυτή υποχρεώσεις αναλήφθηκαν

από την εκκαλούσα, τόσο δια μέσου του διοικητικού συμβουλίου της, το οποιο -

έχοντας ως μέλη αποκλειστικά τους τρεις (μοναδικούς) ιδρυτές και μετόχους

της -εξακολούθησε μετά την ίδρυσή της να δέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες

του εφεσιβλητου, όσο και διαμέσου της γενικής συνέλευσής της, η οπο1α -με

την απόφαση 2-5.7.91 που λήφθηκε ομοφώνως από τους εκπροσωπούντες το σύνολο

του μετοχικού κεφαλαιου τρεις μετόχους -ενέκρινε την εν λόγω σύμβαση,

καθορίζοντας μάλιστα και το μηνιαίο μισθό του εφεσιβλήτου σε δραχμές 150.000

για το 1991, 200.000 για το 1992, 300.000 για το 1993 και 500.000 για το

1994 και εφεξής, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό που υπογράφεται από

τον πρόεδρο και το γραμματέα της γενικής συνέλευσης (Α.Λ. και εφεσίβλητο

αντιστοιχα) και το οποιο προσκομίζεται σε επικυρωμένο φωτοαντιγραφο από την

εκκαλούσα.

Η παράλειψη τήρησης των διατυπώσεων σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν

επιφέρει ακυρότητα στη σχετική απόφαση, αφού στη συνέλευση αυτή παρευρίσκοντο

και ψήφισαν (θετικά) όλοι οι μέτοχοι, δηλαδή επρόκειτο για καθολική συνέλευση

(βλ. σχετ. Ν.Ρόκα, Εμπορικές Εταιρειες, 1996, σελ. 181, Σ. Κιντή, Ακυρότης

και ακυρωσία των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρείας,

1987, σελ. 68-76, βλ. ήδη και άρθρο 26 παρ. 3 ΚΝ 2190/20, όπως η παράγραφος

αυτή προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν 2339/95). Η έλλειψη, εξάλλου, της

υπογραφής του τριτου μετόχου (Χ.Μ.) στο πιο πάνω πρακτικό δεν παρέχει επαρκές

αποδεικτικό έρεισμα στον ισχυρισμό της εκκαλούσας, για μη συμμετοχή του εν

λόγω μετόχου στη γενική συνέλευση (και συνακόλουθα για ακυρότητα της σχετικής

απόφασης λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων σύγκλησης), αφού στο πρακτικό τούτο,

που υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα της γενικής συνέλευσης (δεν

απαιτειται η υπογραφή του από τους μετόχους), ρητώς σημειώνεται ότι στην

παραπάνω γενική συνέλευση παρέστησαν και ψήφισαν και οι τρεις μέτοχοι, τα

ονόματα των οποιων μάλιστα μνημονεύονται στο πρακτικό.

Για την εκπλήρωση έτσι των απορρεουσών από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεων

προς τον εφεσιβλητο ευθύνεται μόνη η εκκαλούσα, σύμφωνα με τα άρθρα 7δ` (όπως

προστέθηκε με το άρθρο 7 του ΠΔ 409/86) και 33 του ΚΝ 2190/20 περί ανωνύμων

εταιρειών". Η ρύθμιση του άρθρου 23α` παρ. 2 του ιδίου νόμου, δηλ. ότι για

την εγκυρότητα μιας τέτοιας σύμβασης απαιτείται προηγούμενη ειδική έγκρισή

της από τη γενική συνέλευση, καταλαμβάνει τις συμβάσεις που συνάπτονται μετά

την ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας, γι` αυτό και η κρίσιμη εργασιακή σύμβαση

που καταρτίσθηκε πριν από τη σύσταση της εκκαλούσας δεν εμπίπτει στο πεδίο

ισχύος της εν λόγω ρύθμισης (ΑΠ 167/85 Δ/νη 26,1465).

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος παρείχε τις προεκτεθείσες

(διευθυντικού χαρακτήρα) υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εκκαλούσας μέχρι

τις 7.7.94, οπότε προέβη σε επίσχεση της εργασίας του, λόγω άρνησης της

εκκαλούσας να του πληρώνει ολόκληρο το συμφωνημένο μισθό.

Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, ο εφεσίβλητος δικαιούται, για την κρίσιμη

περίοδο 1.2.90 έως 31.10.94, μισθολογικές διαφορές συνολικού ποσού 4.323.350

δραχμών, αφού οι συμφωνημένες αποδοχές του ανέρχονταν σε δραχμές: 5.500.000

για το 1990 (500.000 χ 12 μήνες), 6.000.000 για το 1991 (500.000 χ 12 μήνες),

6.000.000 για το 1992 (500.000 χ 12 μήνες), 6.000.000 για το 1993 (500.000 χ

12 μήνες) και 5.000.000 για το 1994 (500.000 χ 10 μήνες), δηλαδή συνολικά σε

δραχμές 28.500.000, έναντι των οποίων έχει εισπράξει 24.176.750 δραχμές.

Δεν δικαιούται, όμως, τις αξιούμενες για τα έτη 1992, 1993 και 1994,

αποδοχές άδειας, διότι, ενόψει της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου,

εξαιρείται εκτός των άλλων και από την εφαρμογή των διατάξεων για τη λήψη

ετήσια άδειας με αποδοχές και επίδομα άδειας (ΑΠ 621/95 ΔΕΝ 52,395, ΑΠ 674/91

ΕΕργΔ 51,87 ΑΠ 1601/88 ΔΕΝ 45,447, ΑΠ 1230/88 ΕΕργΔ 47,1176, ΑΠ 96/77 ΕΕργΔ

36,398, ΑΠ 733/74 ΕΕργΔ 33,1297).

Επίσης δεν δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, αφού δέχεται ότι η καταγγελία της

εργασιακής του σχέσης έγινε από τον ίδιο και όχι από την εκκαλούσα, χωρίς να

επικαλείται -ούτε άλλωστε να αποδεικνύει -εξαναγκασμό του σε παραίτηση εκ

μέρους της τελευταίας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που: α) επιδίκασε το

προαναφερόμενο ποσό για διαφορές αποδοχών και β) απέρριψε το αγωγικό αίτημα

για πληρωμή αποζημίωσης απόλυσης, ορθά έκρινε και οι αντίθετοι προς τούτο

λόγοι της έφεσης και της αντέφεσης είναι αβάσιμοι, ενώ, κατά το μέρος που

επιδίκασε αποδοχές άδειας, έσφαλε, κατά τη βάσιμη συναφώς αιτίαση του

εφετηρίου.

(Δέχεται την έφεση και απορρίπτει την αντέφεση.)

Link to post
Share on other sites
  • 0

Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/1995 (1), ΔΕΕ/1995 (894), ΔΕΝ/1996 (395), ΕΕΝ/1996 (538), ΕΕΡΓΔ/1996 (926)

Μίσθωση εργασίας. Υπάλληλοι ξενοδοχείου. Υπάλληλοι στους οποίους έχουν

ανατεθεί καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης. Οι υπάλληλοι αυτοί δεν

δικαιούνται πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση για υπερεργασία ή υπερωρίες ή

για εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες ή τις Κυριακές ή τις ημέρες

αναπαύσεως τους. Στοιχεία που χαρακτηρίζουν την διευθυντική ιδιότητα.

Αριθμός 621/1995

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β` Πολ. Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Καβαλλιέρο, Αντιπρόεδρο,

Δημήτριο Καλομοίρη, Γεώργιο Βελλή, Πολύβιο Μαντζιάρα και Ευάγγελο

Περλίγκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου

1995, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου

Αναστασόπουλου (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της

Γραμματέως Βασιλικής Σαμίου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ., ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον

πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ανδριανάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστική Γεωργική

Εξαγωγική ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και με Διεύθυνση του

ξενοδοχείου στο Ν. Μαρμαρά Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία

εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καζάζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 1991 αγωγή που

κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι

αποφάσεις: 255/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 1427/1993 του Εφετείου

Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων

με την από 29 Νοεμβρίου 1993 αίτησή του και με τους από 27 Δεκεμβρίου

1991 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο,

οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο Εισηγητής

Αρεοπαγίτης Ευάγγελος Περλίγκας ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 1995

έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των

προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε

την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και ο

πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την

καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων

λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. -Από τη διάταξη του άρθρου 2 εδ. α` της διεθνούς συμβάσεως της

Διεθνούς Συνδιασκέψεως Εργασίας της Ουάσιγκτων, που κυρώθηκε με το

ν.2269/1920, κατά την οποία το νόμιμο καθ` ημέρα και εβδομάδα ωράριο

εργασίας των μισθωτών δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που κατέχουν θέση

εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, προκύπτει ότι υπάλληλοι μεγάλης

επιχειρήσεως, στους οποίους, λόγω των εξαιρετικών προσόντων και της

προς αυτούς εμπιστοσύνης του κυρίου της επιχειρήσεως, τους ανατίθενται

καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως των υποθέσεων της όλης επιχείρησης ή

σημαντικού τομέα της και εποπτεία του προσωπικού κατά τρόπον ώστε να

επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της

επιχείρησης και οι οποίοι διακρίνονται σαφώς των λοιπών υπαλλήλων λόγω

του ότι ασκούν πολλά δικαιώματα του εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και

αμείβονται συνήθως με σημαντικά μεγαλύτερο μισθό από το μισθό που

καταβάλλεται στους λοιπούς υπαλλήλους, αν και δεν παύουν να είναι

μισθωτοί, εξαιρούνται παρά ταύτα της εφαρμογής των ασυμβίβαστων με την

εξέχουσα θέση τους διατάξεων της εργασιακής νομοθεσίας περί χρονικών

ορίων εργασίας, εργασίας κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες

ημέρες, εργασίας κατά τη νύχτα, χορηγήσεως εβδομαδιαίας αναπαύσεως και

λήψεως της ετήσιας άδειας με αποδοχές. Επομένως οι υπάλληλοι αυτοί δεν

δικαιούνται καμιάς πρόσθετης αμοιβής ή αποζημίωσης είτε πρόκειται για

ώρες εργασίας που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως υπερεργασία, ως

υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη, μη έχοντας για την τελευταία αξίωση

απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη τους, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, αφού η

τελευταία δεν οφείλεται σε παράνομη αιτία, ως νυχτερινή η κυριακή

εργασία ή εργασία σε ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Στην προκείμενη

περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση,

λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τα επικαλούμενα

και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα, έκρινε αναλέγκτως ότι

αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη

εταιρία διατηρεί μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα στο Ν. Μαρμαρά

Χαλκιδικής με την ονομασία "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", που αποτελείται από τρία επί

μέρους ξενοδοχεία, το "ΣΙΘΩΝΙΑ", το "ΜΕΛΙΤΩΝ" και το "VILLAGE INN".

Στις 13.5.1985 η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν

πτυχιούχος της διεθνούς ξενοδοχειακής σχολής LEYSIN της Ελβετίας από

του έτους 1965 και είχε εργασθεί κατά διαστήματα σε μεγάλα ξενοδοχεία

του εσωτερικού και του εξωτερικού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασία

ορισμένου χρόνου, ως βοηθό προϊσταμένου των επισιτιστικών τμημάτων του

ξενοδοχείου "ΣΙΘΩΝΙΑ", που λειτουργούσε εποχιακά, κυρίως κατά το

χρονικό διάστημα των μηνών Μαϊου-Σεπτεμβρίου. Προϊστάμενος των

επισιτιστικών τμημάτων όλου του ξενοδοχειακού συγκροτήματος ήταν ο

Βασίλειος Φουντάς, ο οποίος εξετάστηκε από την εναγομένη και ως

μάρτυράς της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Αμέσως μετά την

πρόσληψη του ενάγοντος ο μεν ως άνω Βασίλειος Φουντάς απησχολείτο

ουσιαστικά, ελλείψει άλλου βοηθού, στα ξενοδοχεία "ΜΕΛΙΤΩΝ" και

"VILLAGE INN" μόνο με τα δύο αυτά ξενοδοχεία, ο δε ενάγων ανέλαβε

ενόψει και των σχετικών γνώσεων και εμπειριών του την ουσιαστική

διεύθυνση των επισιτιστικών τμημάτων του ξενοδοχείου "ΣΙΘΩΝΙΑ".

Παρόμοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου συνήψε ο ενάγων με την εναγομένη

και κατά τα επόμενα έτη μέχρι και του 1990. Κατά τα δύο τελευταία

μάλιστα έτη ο ενάγων είχε και τυπικά πλέον την ιδιότητα του

προϊσταμένου των επισιτιστικών τμημάτων του ξενοδοχείου "ΣΙΘΩΝΙΑ", το

οποίο είναι μεγαλύτερο των ως άνω δύο άλλων ξενοδοχείων της και έχει

δυναμικότητα άνω των 1.000 κλινών και περιλαμβάνει τρία εστιατόρια, μία

καφετέρια, δύο "μπαρ" και μία κεντρική κουζίνα. Αναμφισβήτητα ο πιο

πάνω τομέας στον οποίο προϊστατο ο ενάγων είναι ιδιαίτερα νευραλγικός

και σημαντικός για την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης, ενόψει της

φύσεώς της ως μεγάλης εποχιακής τουριστικής επιχείρησης, και του ότι

έχει άμεση σχέση με την εξυπηρέτηση τόσο των πελατών του άνω

ξενοδοχείου "ΣΙΘΩΝΙΑ", όσο, ενδεχομένως και ορισμένων πελατών των

λοιπών ξενοδοχείων της εναγομένης, οι οποίοι υπερέβαιναν ημερησίως τους

1.000, καθόσον οι πελάτες όλων των ξενοδοχείων διακινούνται στις

διάφορες εγκαταστάσεις του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που εκτείνεται

σε μια επιφάνεια 20.000 περίπου στρεμμάτων, καθόλη τη διάρκεια της

ημέρας και κατά το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Τα καθήκοντα του

ενάγοντος από την άνω αρχική πρόσληψή του μέχρι και του πέρατος της

συμβάσεως, δηλαδή μέχρι και της 30.10.1990, καθόσον απολύθηκε μετά τη

λήξη της συμβάσεως αυτής, στις 21.1.1991, δηλαδή τόσο κατά το χρονικό

διάστημα που τυπικά ήταν βοηθός προϊσταμένου, όσο και κατά το χρονικό

διάστημα που ονομαστήκε και τυπικά προϊστάμενος, συνίσταντο στον

έλεγχο, την επίβλεψη, τον συντονισμό και την καλή λειτουργία των πιο

πάνω τμημάτων τόσο από απόψεως προμηθειών, ποιοτικού και ποσοστικού

ελέγχου των παρεχομένων ειδών και καλής εμφανίσεως των χώρων, όσο και

από απόψεως των παρεχομένων υπηρεσιών προς τους πελάτες εκ μέρους του

προσωπικού που εργαζόταν στα τμήματα αυτά και ανερχόταν συνολικά σε

εκατόν είκοσι (120) περίπου άτομα. Ειδικότερα προέβαινε σε αξιολόγηση

των εργαζομένων στα τμήματά του, ανέφερε και ήλεγχε με συστάσεις,

παρατηρήσεις και επιπλήξεις τυχόν επίμεμπτη συμπεριφορά τους κατά την

εκτέλεση των καθηκόντων τους και ζητούσε από το διευθυντή του

ξενοδοχείου ή από τη γενική διεύθυνση της εναγομένης τη λήψη

προσηκόντων μέτρων, τα οποία ενδεχομένως υποδείκνυε και είχε βαρύνουσα

άποψη για θέματα που αφορούσαν τον τρόπο και το χρόνο εργασίας και

ακόμα για την πρόσληψη και την απόλυση του προσωπικού των τμημάτων του.

Επίσης (συνεχίζει το Εφετείο) απηύθηνε οδηγίες για την άρτια λειτουργία

των εστιατορίων και εν γένει για την εξυπηρέτηση των πελατών στους

εργαζομένους στα επισιτιστικά τμήματα που προϊστατο και φρόντιζε για

την έγκαιρη προμήθεια των αναγκαίων ποσοτήτων τροφίμων και ποτών, καθώς

και για τον ποιοτικό τους έλεγχο, αναφέροντας ενδεικτικά προς

επιβεβαίωση των ανωτέρω το από 20.8.1988 έγγραφο του ενάγοντος προς το

προσωπικό του εστιατορίου "Επίκουρος" με το οποίο προέβη σε αυστηρές

παρατηρήσεις στη σερβιτόρα Νιστικίδου και στο βοηθό σερβιτόρο Ε. Τύπο

για αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία τους, το από 20.8.1989

έγγραφό του προς τον διευθυντή του ξενοδοχείου "Σιθωνία" με το οποίο

εισηγείται την απομάκρυνση του σερβιτόρου Ι. Νούρου για αδικαιολόγητες

απουσίες παρά τις κατ` επανάληψη συστάσεις του και ότι η εισήγησή του

αυτή έγινε δεκτή, το από 14.5.1986 έγγραφο της διεύθυνσης της

αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα κατά το οποίο αυτός έχει την

ιδιότητα του προϊσταμένου, το από 11.6.1986 έγγραφο της διευθύνσεως του

ξενοδοχείου "Σιθωνία" προς τον ίδιον με το οποίο προτείνεται, κατά

παραδοχή σχετικής αναφοράς του, η απόλυση του σερβιτόρου Χατζόπου, το

από 1.6.1987 έγγραφο του αναιρεσείοντος προς το διευθυντή του

ξενοδοχείου "Σιθωνία" με το οποίο εκτιμούσε την αποδοτικότητα των

εργαζομένων στα άνω τμήματα -εκτίμηση αποδοτικότητας του υπομαίτρ Α.

Ντίνου- το από 6.7.1987 έγγραφό του προς τη διεύθυνση του ιδίου

ξενοδοχείου για παρατηρήσεις που έκαμε στις 4.7.1987 στην "νταμπλίστ"

Ε. Μενεξέ και την κάλεσε σε απολογία γιατί "μασούσε τσίχλα και κάπνιζε"

και ότι συνέτησε στην προϊσταμένη των "ταμπλίστ" Λεκτσά να τους

υποδείξει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των κατά την εργασία τους.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, όπως και οι λοιποί

διευθυντές, δεν τηρούσε κάρτα εργασίας, όπως συνέβαινε με τους λοιπούς

εργαζόμενους, ως εκ του ότι η φύση και το εύρος των καθηκόντων του δεν

συμβιβαζόταν με την ύπαρξη ωραρίου και εκ του ότι δεν υπήρχε έλεγχός

του εκ μέρους κάποιου άλλου οργάνου της αναιρεσίβλητης, αλλά ο ίδιος

καθόριζε, κατά την απόλυτη και ανεξέλεγκτη κρίση του τα χρονικά όρια

εκτελέσεως των καθηκόντων του, τα οποία, απαιτούσαν την παρουσία του

καθόλες τις ώρες λειτουργίας των επισιτιστικών τμημάτων του

ξενοδοχείου, δηλαδή από το πρωϊ μέχρι αργά το βράδυ. Επίσης ότι οι

συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν κατά το έτος 1985 στο

καθαρό ποσό των 70.000 δραχμών το μήνα, κατά το έτος 1986 στο καθαρό

ποσό των 80.000 δραχμών το μήνα, κατά το έτος 1987 στο καθαρό ποσό των

82.300 δραχμών το μήνα, κατά το έτος 1988 στο καθαρό ποσό των 92.420

δραχμών το μήνα και από το μήνα Σεπτέμβριο του 1988 στο καθαρό ποσό των

97.079 δραχμών το μήνα, κατά το έτος 1989 στο συνολικό καθαρό ποσό, για

όλη την περίοδο της εργασίας του, των 1.300.000 δραχμών, δηλαδή σε

178.082 (1.300.000 : 7,3 μήνες) δραχμές το μήνα και κατά το έτος 1990

στο συνολικό καθαρό ποσό των 1.500.000 δραχμών, δηλαδή σε 214.285

δραχμές το μήνα (1.500.000 : 7 μήνες), ενώ, αντίστοιχα, οι νόμιμες

αποδοχές του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ξενοδοχοϋπαλλήλων,

μαζί με τις προσαυξήσεις που ο ίδιος επικαλείται, λόγω προϋπηρεσίας,

οικογ. βαρών 10% και επιδομάτων τουριστικής εκπαίδευσης και εποχιακής

απασχόλησης από 15% και 10% αντίστοιχα το μήνα, ανέρχονταν κατά το έτος

1986 σε 50.000 δραχμές, κατά το έτος 1987 σε 55.000 δραχμές, κατά το

έτος 1988 σε 65.500 δραχμές, κατά το έτος 1989 σε 74.000 δραχμές και

κατά το έτος 1990 σε 84.000 δραχμές, σύμφωνα με την από 15.3.1985 ΣΣΕ

ξενοδοχοϋπαλλήλων (ΑΥΕ 13.606/1985), την 1/1987 απόφαση του ΔΔΔΔΑ (ΑΥΕ

10.617/1987), την από 5.8.1987 ΣΣΕ, που καθιέρωσε την πενθήμερη

εργασία, την από 25.2.1988 ΣΣΕ (ΑΥΕ 1374/1988), την από 8.4.1989 ΣΣΕ

(ΑΥΕ 14033/1989 και την ΣΣΕ από 1.4.1990 (ΑΥΕ 13376/1990). Επομένως ο

συμβατικός του μισθός, ανεξάρτητα από τις πιο κάτω αναφερόμενες

πρόσθετες προς αυτόν παροχές, χρηματικές και μη, της αναιρεσίβλητης

ήταν υπέρτερος σημαντικά από τον καθοριζόμενο μισθό από τις

επικαλούμενες από αυτόν ως άνω σχετικές ΣΣΕ. Επίσης, από τις

προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα βεβαιώσεις για την Εφορία των άνω

κρισίμων ετών προκύπτει ότι αυτός ελάμβανε τις πιο πάνω μηνιαίες

καθαρές αποδοχές επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που

προέβλεπαν οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήπτε, καθόσον

εμισθοδοτείτο τουλάχιστον μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο ή Δεκέμβριο κάθε

έτους, όταν δηλαδή το ξενοδοχείο ήταν πλέον κλειστό και ο ίδιος

βρισκόταν στην κατοικία του στον Πειραιά, αφού το συνολικό καθαρό ποσό

που έλαβε: 1) κατά το έτος 1985 ανέρχεται, μετά από αφαίρεση του φόρου,

σε 649.370 δραχμές, 2) κατά το έτος 1986, μετά από αφαίρεση του φόρου,

σε 849.190 δραχμές, το έτος 1987 δεν προσκομίζεται, 3) το έτος 1988,

μετά από αφαίρεση του φόρου, σε 913.200 δραχμές και 4) κατά τα έτη 1989

και 1990 σε 1.300.000 και 1.500.000 δραχμές και τα ποσά αυτά

αντιστοιχούν σε 9-10 περίπου μηνιαίους κατά τα άνω μισθούς του.

Περαιτέρω είχε δικαίωμα: α) να διαμένει δωρεάν σε δωμάτιο του

ξενοδοχείου, ενώ το υπόλοιπο προσωπικό της αναιρεσίβλητης, εκτός από

μικρό αριθμό υπαλλήλων της ή άλλων ολίγων προσώπων που συνδέονταν με

αυτήν με συμβάσεις έργου, διέμενε σε ειδικές κατοικίες προσωπικού, β)

να φιλοξενεί σε δωμάτια του ξενοδοχείου τη σύζυγό του και τα δύο

ανήλικα παιδιά του δωρεάν για χρονικό διάστημα δύο μηνών περίπου κάθε

θερινή περίοδο και γ) να σιτίζεται δωρεάν αυτός και η οικογένειά του,

κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε στο ξενοδοχείο, σε οποιαδήποτε

επιθυμούσε εστιατόρια, ακόμα και στα πολυτελή, ή στα μπαρ όλου του

ξενοδοχειακού συγκροτήματος, υπογράφοντας απλώς το σχετικό δελτίο

καταναλώσεως προϊσταμένου, ενώ το υπόλοιπο, μη διευθυντικό, προσωπικό

είχε δικαίωμα, εκτός από το ορισμένο εστιατόριο που είχε δωρεάν σίτιση

με καθορισμένο όμως περιθώριο επιλογής φαγητών και ποτών, να σιτίζεται

στα λοιπά εστιατόρια και μπαρ του συγκροτήματος κατά τις ώρες μη αιχμής

με τον όρο όμως της καταβολής του 50% της δαπάνης. Από τις αμέσως ως

άνω παροχές προς τον αναιρεσείοντα συνάγεται (κατά το Εφετείο) ότι η εκ

μέρους της αναιρεσίβλητης μεταχείρισή του ήταν ανάλογη με αυτήν των εξ

(6) μελών του ΔΣ και των λοιπών ένδεκα (11) διευθυντικών στελεχών της

και ότι από τα προαναφερόμενα περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων:

α) Κατά την πρόσληψή του από την εναγομένη (13.5.1985) ως βοηθού

προϊσταμένου των επισιτιστικών τμημάτων του ξενοδοχείου "Σιθωνία" είχε

ιδιάζουσες γνώσεις και εμπειρία διεύθυνσης επισιτιστικών τμημάτων ενός

μεγάλου ξενοδοχείου, καθόσον ήταν πτυχιούχος διεθνούς σχολής

τουριστικών επαγγελμάτων, ήταν γνώστης της γαλλικής και αγγλικής

γλώσσας, όπως προκύπτει από τον τίτλο της σχολής και από το ότι είχε

προϋπηρεσία σε μεγάλα διεθνή ξενοδοχεία όπως στο HILTON του Μόντρεαλ

Καναδά, στο ξενοδοχείο "COLONADE" της Βοστώνης των ΗΠΑ, στο ξενοδοχείο

Χανδρής των Αθηνών ως μαιτρ Β` κλπ. 2) Από τις αρχές της προσλήψεώς του

στην πραγματικότητα προσέφερε υπηρεσίες προϊσταμένου των επισιτιστικών

τμημάτων του άνω ξενοδοχείου "Σιθωνία", ο τομέας δε αυτός ήταν

ιδιαίτερα νευραλγικός και σημαντικός για την πιο πάνω ξενοδοχειακή

επιχείρηση της εναγομένης. 3) Είχε δικαίωμα πειθαρχικού ελέγχου του

προσωπικού που εργαζόταν στα επισιτιστικά τμήματα του ξενοδοχείου,

δικαίωμα κρίσης περί της αποδόσεως του προσωπικού αυτού, δικαίωμα

εισήγησης, η οποία συνήθως γινόταν αποδεκτή, για την μετακίνηση ή

απόλυση του προσωπικού του, δικαίωμα εποπτείας και κατευθύνσεως του

προσωπικού αυτού και καθορισμού των αναγκαίων ωρών υπερωριακής του

απασχολήσεως, δικαίωμα ποιοτικού και ποσοστικού ελέγχου των

αγοραζομένων τροφίμων και ποτών και των παρασκευασμένων φαγητών. 4) Δεν

είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας και απολάμβανε ιδιάζουσας

εμπιστοσύνης και μεταχείρισης από το ΔΣ της αναιρεσείουσας. 5)

Αναλάμβανε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του σημαντικές πρωτοβουλίες, οι

οποίες επηρέαζαν σημαντικά τον πιο πάνω τομέα της επιχείρησης. 6) Οι ως

άνω συμβατικές αποδοχές του και οι λοιπές πιο πάνω προς αυτόν παροχές,

χρηματικές και μη, υπερτερούσαν κατά πολύ από τις νόμιμες αποδοχές που

θα λάμβανε αν αμείβονταν σύμφωνα με τις πιο πάνω ΣΣΕ. Με βάση τα

παραπάνω εκτεθέντα κατέληξε ότι ο αναιρεσείων κατείχε θέση εποπτείας,

διεύθυνσης και εμπιστοσύνης στην επιχείρηση της εναγομένης, δηλαδή θέση

διεθύνοντα υπαλλήλου. Είναι αλήθεια (συνεχίζει το Εφετείο): 1) ότι από

το περιεχόμενο των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων συμβάσεών

του των ετών 1985, 1986 και 1988 προκύπτει ότι οι περιεχόμενοι σε αυτές

όροι είναι όμοιοι με τους όρους των συμβάσεων των λοιπών εργαζομένων

και ότι τόσον στη σύμβαση του έτους 1985, όσον και σε εκείνη του έτους

1987 (στη σύμβαση του έτους 1986 ο σχετικός έντυπος όρος είναι

ασυμπλήρωτος) περιέχεται και ο όρος "ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να

δέχεται τη διενέργεια σωματικής έρευνας, ως και στα ατομικά του είδη",

2) ότι από δύο καταστάσεις-πίνακες ωρών εργασίας προσωπικού, με

ημερομηνία 18.5.1987 και 25.5.1990, που αφορούν αποκλειστικά τον

αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι το ωράριο εργασίας του ήταν από

08.00-16.30, ότι είχε ημίωρη διακοπή για φαγητό και ότι εργαζόταν επί

πέντε ημέρες την εβδομάδα και 3) ότι από τα εκκαθαριστικά σημειώματα

προκυπτει ότι λάμβανε ορισμένες αμοιβές για αργίες και υπερωρίες, πλην

όμως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν μπορεί να οδηγήσει το

Δικαστήριο σε διαφορετική από την πιο πάνω κρίση περί του ότι ο

αναιρεσείων κατείχε διευθυντική θέση, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων

αυτών δεν απεικονίζει την πραγματικότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να

βασισθεί επ` αυτών ασφαλής δικαστική κρίση. Το ότι δε με τα έγγραφα

αυτά δεν αποδίδεται η αλήθεια προκύπτει (κατά το Εφετείο) από τα εξής:

α) Από το ότι κατά την υπογραφή των ενδίκων συμβάσεων εργασίας

χρησιμοποιήθηκαν απλώς τα σχετικά έντυπα των συμβάσεων εργασίας που

διέθετε η εναγομένη για όλους τους εργαζομένους της και δεν συντάχθηκε

ειδική έγγραφη σύμβαση που να περιέχει όλα τα ως άνω καθήκοντα και

δικαιώματα του αναιρεσείοντος, τα περισσότερα των οποίων

συνομολογούνται από αυτόν. Το ότι δε η αναιρεσίβλητη χρησιμοποιούσε τα

ίδια έντυπα συμβάσεων εργασίας συνάγεται επίσης τόσον από το ότι ο

ίδιος δεν ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί σωματική έρευνα, όσον και από

τις προσκομιζόμενες συμβάσεις με τον Γεώργιο Μπέη, διευθυντή του

ξενοδοχείου "ΜΕΛΙΤΩΝ" το έτος 1988, καθόσον και από αυτές προκύπτει ότι

χρησιμοποιήθηκε το ίδιο έντυπο με τις συμβάσεις των λοιπών εργαζομένων

στην αναιρεσίβλητη ενώ πρόδηλα δεν ήταν δυνατόν να έχουν το ίδιο

περιεχόμενο. β) Από το ότι ο αναιρεσείων δεν τηρούσε, ούτε ήταν δυνατόν

να τηρεί, ως εκ της φύσεως των καθηκόντων του, ωράριο εργασίας, γεγονός

από το οποίο προκύπτει ότι οι πιο πάνω καταστάσεις ωρών εργασίας του

ενάγοντος δεν αποδίδουν, ανεξάρτητα από το σκοπό για τον οποίο

συντάχθηκαν, την αλήθεια. γ) Από το ότι οι εγγραφές που εμφανίζονται

στα πιο πάνω εκκαθαριστικά σημειώματα αντιφάσκουν προς τους κανόνες της

λογικής. Η αντίφαση δε αυτή προκύπτει από τις εξής ενδεικτικά

σημειούμενες παρατηρήσεις: Από το ότι ενώ το ξενοδοχείο "Σιθωνία" το

έτος 1989 λειτουργούσε, κατά την αγωγή, από 19.4.1989 και κατά τον

μάρτυρα Β. Μήτσου (προσωπάρχη) από 17.4.1989, εμφανίζεται στο

εκκαθαριστικό σημείωμα του μηνός Απριλίου 1989 καταχώριση αμοιβής του

αναιρεσείοντος 19.800 δραχμών, για αργίες, 26.400 δραχμών για "ρεπό"

και 33.400 δραχμών για υπερεργασία, ενώ αντίθετα στο εκκαθαριστικό

σημείωμα του μηνός Μαϊου 1989 δεν σημειώνεται καταβολή τέτοιων ποσών.

Επίσης ανάλογα παρατηρούνται και κατά τον μήνα Οκτώβριο του ίδιου

έτους, ενώ το ξενοδοχείο έπαυσε να λειτουργεί για τους πελάτες από 10

Οκτωβρίου, κατά τον αναιρεσείοντα και κατά τον άνω μάρτυρα Μήτσου από

30 Σεπτεμβρίου. Είναι, επομένως προφανές ότι οι λογιστικές αυτές

καταχωρίσεις εξυπηρετούσαν άλλους σκοπούς και δεν ανταποκρίνονταν σε

τυχόν πέραν του νομίμου ωραρίου απασχόληση του αναιρεσείοντος. Επίσης η

πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται: α) από το γεγονός ότι

ωρισμένοι εργαζόμενοι στην αναιρεσίβλητη (όπως ο αρχιμάγειρος) λάμβαναν

μεγαλύτερες από τον αναιρεσείοντα μηνιαίες αποδοχές, διότι και αν ακόμα

υποτεθεί αληθής ο σχετικός ισχυρισμός του ουδόλως επηρεάζεται η άνω

κρίση του Δικαστηρίου, διότι ο χαρακτηρισμός ενός υπαλλήλου ως

διευθυντικού ή μη δεν είναι συνάρτηση μόνον των αποδοχών του, αλλά και

άλλων προϋποθέσεων, β) από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν είχε

δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού των τμημάτων που

διηύθυνε και γ) από το ότι ενεργούσε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες

γραμμές του προϊσταμένου των επισιτιστικών τμημάτων όλου του

ξενοδοχειακού συγκροτήματος της αναιρεσίβλητης και του διευθυντή του

ξενοδοχείου "Σιωνία", διότι αυτός, εκτός από τα προαναφερόμενα

καθήκοντα εποπτείας, ελέγχου και διεύθυνσης του προσωπικού των άνω

τμημάτων του ξενοδοχείου "Σιθωνία", είχε αφενός μεν δικαίωμα επιβολής

πειθαρχικών ποινών (παρατήρησης, επίπληξης και επιβολής ποινής "ρεπό"),

αφετέρου δε η γνώμη του και ειδικότερα οι εισηγήσεις του για την

πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού των άνω τμημάτων είχαν ιδιαίτερη

βαρύνουσα σημασία για τον διευθυντή του ξενοδοχείου και για τη γενική

διεύθυνση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος. Κατά συνέπεια ο αναιρεσείων

είχε την ιδιότητα του διευθυντικού υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και ως

εκ τούτου εξαιρούνταν από την εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του

άρθρου 2 της ειρημένης διεθνούς συμβάσεως, των διατάξεων της εργατικής

νομοθεσίας περί των χρονικών ορίων αυτής, όπως για υπερεργασία,

υπερωρίες, εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα, για αποζημίωση λόγω

εργασίας κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και των διατάξεων,

για την ταυτότητα του νομικού λόγου, της ετήσιας άδειας και του

επιδόματος άδειας. Παρά τις άνω όμως εκτεταμένες παραδοχές το Εφετείο

που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης,

με την οποία είχε απορριφθεί η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου

πλουτισμού, στην οποίαν στηρίζονταν τα επιμέρους αιτήματα που

ανφέρονταν στην εργασία κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, κατά τη

νύχτα, τις ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) ή στην υπερεργασία, την

υπερωρία ή στην άδεια και το επίδομα άδειας, στέρησε την απόφασή του

από νόμιμη βάση, αφού συγκεκριμένα έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο

κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος

υπαλλήλου, και τούτο γιατί δεν διευκρινίζεται με τις άνω παραδοχές από

τις οποίες όσες διασαφηνίζονται επαρκώς δεν είναι ικανές, αυτές και

μόνες, να προσδώσουν στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα την ιδιότητα του

υπαλλήλου που κατέχει θέση εποπτείας ή διευθύνσεως αν στη διεύθυνση και

την εποπτεία των επισιτιστικών τμημάτων του ξενοδοχείου "ΣΙΘΩΝΙΑ", την

οποία ασκούσε ο αναιρεσείων περιλαμβανόταν ή όχι και ο προσδιορισμός

από τον ίδιον των παρεχομένων στους πελάτες του άνω ξενοδοχείου ειδών

και της ποσότητας και ποιότητας αυτών, καθ` υποκατάσταση ως προς τον

βασικό αυτόν τομέα του προς τούτο δικαιώματος του εργοδότη, ούτε

ειδικότερα επισημαίνεται σε τι συνίσταντο και αν του είχαν παρασχεθεί

από την εργοδοσία πρωτοβουλίες στον επισιτιστικό τομέα που δεν

συνδέονται απλώς με την εποπτεία της καλής λειτουργίας τούτου ή την

εκτέλεση των σχετικών εντολών του Δ.Σ. ή τον διευθυντή του άνω

ξενοδοχείου, αλλά ανάγονται σε ενέργειες και πράξεις που επηρεάζουν

αποφασιστικά την εξέλιξη της επιχείρησης στον άνω τομέα και προσδίδουν

σε αυτές επιτελικό χαρακτήρα. Αλλά ανεπαρκείς είναι και οι αιτιολογίες

της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς το κρίσιμο ζήτημα, για την

εφαρμογή της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας διεθνούς συμβάσεως,

των αποδοχών του αναιρεσείοντος τις οποίες, κατά τα κατώτατα ποσά,

προβλέπουν για την περίπτωσή του οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ

ξενοδοχοϋπαλλήλων, τόσον μάλλον καθόσον ενώ αναφέρονται για τον

συνολικό κατ` έτος προσδιορισμό τους η προϋπηρεσία του και τα επιδόματα

οικογενειακών βαρών 10%, τουριστικής εκπαίδευσης και εποχιακής εργασίας

από 15% και 10%, αντίστοιχα, το μήνα προκειμένου να συγκριθούν οι

νόμιμες με τις καταβαλλόμενες σε αυτόν αποδοχές και να τονισθεί το

σημαντικά μεγαλύτερο ύψος των τελευταίων, όχι μόνον δεν προσδιορίζονται

τα έτη υπηρεσίας και προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος για να είναι

εφικτός ο προσδιορισμός της προσθήκης στους μηνιαίους μισθούς

(βασικούς) δρχ. 250 για κάθε έτος υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, αλλά και

δεν γίνεται καμιά μνεία της καθιερούμενης από 1.9.1982 Α.Τ.Α. (που δεν

προσαυξάνει τους βασικούς μισθούς των ξενοδοχοϋπαλλήλων, επί των οποίων

υπολογίζονται τα χορηγούμενα επιδόματα ποσοστιαίου ύψους) και του

διορθωτικού ποσού. Ετσι όμως δεν είναι εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος αν

συντρέχει στην περίπτωση του αναιρεσείοντος το στοιχείο της σημαντικής

διαφοράς των κατά νόμον καταβλητέων από τις πράγματι καταβαλλόμενες σε

αυτόν μηνιαίες αποδοχές, που αποτελεί ένα από τα κριτήρια του

χαρακτηρισμού του υπαλλήλου ως τέτοιου εποπτείας ή διευθύνσεως, ούτε αν

οι πρωτοβουλίες και τα ανατεθέντα καθήκοντα του αναιρεσείοντος τον

εντάσσουν ή όχι στην τελευταία κατηγορία υπαλλήλων, ώστε να ελεγχθεί

περαιτέρω η ορθή ή μη εφαρμογή από το Εφετείο του άρθρου 2 εδ. α` της

ως άνω διεθνούς συμβάσεως. Γι` αυτό είναι βάσιμος ο τέταρτος εκ του

άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον

οποίον επισημαίνονται απόφαση και μετά παραδοχή του, η οποία καθιστά

περιττή την έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου

και του δικογράφου των προσθέτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη

απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατ` εφαρμογή

του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε

με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν.2172/1993, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι

δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 1427/1993 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο

(Εφετείο Θεσσαλονίκης), συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από

εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του

αναιρεσείοντος, την οποίαν ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι

χιλιάδων (220.000) δραχμών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 1995. Και

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις

18 Απρίλιου 1995.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Link to post
Share on other sites
  • 0

wow... τι να πω ! Αυτό θα πει απάντηση ! Ευχαριστώ πολύ για όλον αυτόν τον κόπο ! ... διάβασα μερικά στα γρήγορα, αλλά δεν βρήκα αυτό που ψάχνω... θα διαβάσω αργότερα πιο προσεκτικά και θα επανέλθω :)

και πάλι ευχαριστώ

Link to post
Share on other sites
  • 0

wow... τι να πω ! Αυτό θα πει απάντηση ! Ευχαριστώ πολύ για όλον αυτόν τον κόπο ! ... διάβασα μερικά στα γρήγορα, αλλά δεν βρήκα αυτό που ψάχνω... θα διαβάσω αργότερα πιο προσεκτικά και θα επανέλθω :)

και πάλι ευχαριστώ

Και γω μαλλον δεν καταλαβα ακριβως τι ρωτας , το προβλημα είναι ότι ο εργαζόμενος απουσιαζει όσο θελει κ όποτε θέλει ?

Link to post
Share on other sites
  • 0

Αντίθετα, το πρόβλημα είναι ότι δεν παίρνει 25 μέρες το χρόνο άδεια, παίρνει λιγότερες, και τώρα αξιώνει αποζημίωση αδείας.

Link to post
Share on other sites
  • 0

Διαβασε ξανα τις αποφάσεις

....

Δεν δικαιούται, όμως, τις αξιούμενες για τα έτη 1992, 1993 και 1994,

αποδοχές άδειας, διότι, ενόψει της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου,

εξαιρείται εκτός των άλλων και από την εφαρμογή των διατάξεων για τη λήψη

ετήσια άδειας με αποδοχές και επίδομα άδειας (ΑΠ 621/95 ΔΕΝ 52,395, ΑΠ 674/91

ΕΕργΔ 51,87 ΑΠ 1601/88 ΔΕΝ 45,447, ΑΠ 1230/88 ΕΕργΔ 47,1176, ΑΠ 96/77 ΕΕργΔ

36,398, ΑΠ 733/74 ΕΕργΔ 33,1297).

Link to post
Share on other sites
  • 0

Διαβασε ξανα τις αποφάσεις

....

Δεν δικαιούται, όμως, τις αξιούμενες για τα έτη 1992, 1993 και 1994,

αποδοχές άδειας, διότι, ενόψει της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου,

εξαιρείται εκτός των άλλων και από την εφαρμογή των διατάξεων για τη λήψη

ετήσια άδειας με αποδοχές και επίδομα άδειας (ΑΠ 621/95 ΔΕΝ 52,395, ΑΠ 674/91

ΕΕργΔ 51,87 ΑΠ 1601/88 ΔΕΝ 45,447, ΑΠ 1230/88 ΕΕργΔ 47,1176, ΑΠ 96/77 ΕΕργΔ

36,398, ΑΠ 733/74 ΕΕργΔ 33,1297).

Τέλεια ! Αυτό ακριβώς ήθελα :) .. δεν είχα χρόνο να διαβάσω προσεκτικά :( Ευχαριστώ πολύ ! :D

Link to post
Share on other sites
  • 0

Διαβασε ξανα τις αποφάσεις

....

Δεν δικαιούται, όμως, τις αξιούμενες για τα έτη 1992, 1993 και 1994,

αποδοχές άδειας, διότι, ενόψει της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου,

εξαιρείται εκτός των άλλων και από την εφαρμογή των διατάξεων για τη λήψη

ετήσια άδειας με αποδοχές και επίδομα άδειας (ΑΠ 621/95 ΔΕΝ 52,395, ΑΠ 674/91

ΕΕργΔ 51,87 ΑΠ 1601/88 ΔΕΝ 45,447, ΑΠ 1230/88 ΕΕργΔ 47,1176, ΑΠ 96/77 ΕΕργΔ

36,398, ΑΠ 733/74 ΕΕργΔ 33,1297).

Δηλαδη βρε παιδια αν...καταλαβα σωστα ,ενοειτε οτι εγω επειδη ειμαι προϊσταμενος τμηματος,σε καθε ετος δεν δικαιουμαι κανονικα αδεια και επιδομα,ή απλα δεν μπορω να διεκδικησω αναδρομικες αποδοχες για αυτα?

Link to post
Share on other sites
  • 0

Δηλαδη βρε παιδια αν...καταλαβα σωστα ,ενοειτε οτι εγω επειδη ειμαι προϊσταμενος τμηματος,σε καθε ετος δεν δικαιουμαι κανονικα αδεια και επιδομα,ή απλα δεν μπορω να διεκδικησω αναδρομικες αποδοχες για αυτα?

Αν θελεις ξανα διαβασε τις αποφάσεις κ θα καταλάβεις , το θέμα δεν είναι αν δηλώνεις προισταμενος ή όχι αλλά τι είσαι .

Link to post
Share on other sites
  • 0

Αν θελεις ξανα διαβασε τις αποφάσεις κ θα καταλάβεις , το θέμα δεν είναι αν δηλώνεις προισταμενος ή όχι αλλά τι είσαι .

Μονο επιβλεψη και εντολες και δεν εργαζομαι,με την ευρυτερη ενοια.

Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
  • Recently Browsing   0 members

    No registered users viewing this page.

×
×
  • Create New...