Jump to content
Sign in to follow this  
xaroula

Ιστορίες και μύθοι ... εικόνα και απείκασμα.

Recommended Posts

Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΠΟΝΗ ΜΕΝ…ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΕ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, που πίστευε πως ήταν σοφός και δίκαιος κι ονειρευόταν να φέρει την ευημερία και την ευτυχία στους υπηκόους του. Ήθελε, όταν διάβαινε τους δρόμους του βασιλείου του με την αστραφτερή του άμαξα, ο λαός να τον επευφημεί και να εκδηλώνει την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο. Έτσι και συνέβαινε. Τόσο μάλιστα σοφό και δίκαιο θεωρούσε τον εαυτό του, που αποφάσισε να αντικαταστήσει τους δικαστές και να δικάζει μόνος του όλες τις σοβαρές υποθέσεις.

Όμως τελευταία τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Οι χειμώνες άρχισαν να γίνονται δυσκολότεροι, οι φόροι ολοένα και βαρύτεροι, οι νόμοι διαρκώς σκληρότεροι και ο λαός όλο και πιο δυσαρεστημένος. Ο βασιλιάς τελευταία κυβερνούσε δεσποτικά, δίκαζε με αναλγησία και ζούσε μέσα στην πολυτέλεια, μακαρίζοντας τον εαυτό του για τη σοφία με την οποία τον είχε προικίσει ο Θεός, ο οποίος τον είχε επιλέξει για να κυβερνά τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν διάβαινε τους δρόμους του βασιλείου του με την αστραφτερή του άμαξα, ο κόσμος τον επευφημούσε κι εκδήλωνε την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο. Ο βασιλιάς έγνεφε από το παράθυρο, όλος μακαριότητα. Δεν γνώριζε όμως πως ανάμεσα στο πλήθος βρίσκονταν εκατοντάδες άντρες της μυστικής του αστυνομίας, οι οποίοι συλλάμβαναν και βασάνιζαν όποιον τολμούσε να μη χειροκροτεί με ενθουσιασμό, ή δεν φώναζε αρκετά δυνατά.

Κάποια νύχτα, την ώρα που ο βασιλιάς διοργάνωνε τσιμπούσι για τους πολυαγαπημένους του κόλακες, εμφανίστηκε στην πύλη του παλατιού ένας γέρος τυφλός ζητιάνος. Ήταν καμπουριαστός και στηριζόταν σε ένα μακρύ ραβδί, φορούσε κάπα και κουκούλα, που κρατούσε τα τυφλά του μάτια στη σκιά, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του. Οι φρουροί, μετά από εντολή του βασιλιά, αφού οι οδοιπόροι έφερναν πάντοτε νέα από τον έξω κόσμο, τον οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα όπου διεξαγόταν η γιορτή και τον έβαλαν σε μια γωνιά κοντά στο μεγάλο τζάκι, δίνοντάς του κρέας και ψωμί για να χορτάσει και κρασί για να μεθύσει και να διασκεδάσει. Εκείνος κάθισε ήρεμα στη γωνιά του, δίχως να πει κουβέντα. Φαινόταν να παρακολουθεί αδιάφορα χωρίς να βλέπει, το γλέντι, τα εύθυμα χαχανητά και τα τραγούδια των μεθυσμένων συνδαιτυμόνων, το λάγνο χορό των παλλακίδων, την οργιαστική μουσική των αυλών και των λαούτων.

Ξάφνου, σηκώθηκε και χτύπησε τρεις φορές το ραβδί του στο μωσαϊκό του πατώματος, τόσο δυνατά, που κάθε άλλος ήχος της γιορτής σταμάτησε απότομα. Μέσα στη μεγάλη αίθουσα έπεσε σιωπή και αμηχανία. «Είμαι τυφλός κι όμως βλέπω καλύτερα από εσένα», αντήχησε στεντόρεια η φωνή του γέροντα, «είμαι φτωχός κι όμως εσύ έχεις λιγότερα από μένα, είμαι αμόρφωτος και πάλι εσύ γνωρίζεις πιο λίγα από του λόγου μου, είμαι άκληρος μα το βασίλειό σου είναι πιο μικρό απ’ το δικό μου, βασιλιά μου.» Όλοι έμειναν άναυδοι να κοιτάν τον ξένο, μην μπορώντας να πιστέψουν το παράτολμο θράσος του. Η σαστιμάρα τους έγινε ακόμη μεγαλύτερη, αφού ο γέρος έδειχνε τώρα ψηλός κι ευθυτενής και ανέδιδε έναν αέρα ανυπέρβλητης δύναμης και φυσικής εξουσίας, ενώ τα τυφλά του μάτια γυάλιζαν σαν πυρωμένα κάρβουνα, μέσα απ’ τη σκιά της κουκούλας του. Αγανακτισμένος ο βασιλιάς έδωσε εντολή στους φρουρούς του να συλλάβουν τον ασεβή γέροντα, όμως πριν προφτάσει κάποιος να κινηθεί, εκείνος χτύπησε για μία ακόμη φορά τη ράβδο του στο πάτωμα και τότε όλοι μέσα στην αίθουσα έπεσαν σ’ έναν βαθύ λήθαργο, βαρύ σαν μολύβι...

Ο βασιλιάς, βρέθηκε να στέκεται όρθιος μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα, γεμάτη με καθρέπτες. Παραζαλισμένος ακόμη από την βαθιά, μαγική του νάρκη, παρατήρησε πως η αίθουσα ήταν αχανής κι ολόκληρη ασφυκτικά γεμάτη από το είδωλό του. Εκατομμύρια αντανακλάσεις του εαυτού του γέμιζαν το χώρο, που έδειχνε να εκτείνεται ως το άπειρο, και τίποτε άλλο δεν μπορούσε να δει εκτός από την αφεντιά του, προφίλ, ανφάς, από την πλάτη, από πάνω ή από κάτω. Κάθε του κίνηση δημιουργούσε ένα πολύχρωμο και βιαστικό πλήθος, που έτρεχε προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιες αντανακλάσεις έδειχναν χαρούμενες, άλλες θλιμμένες, μερικές γεμάτες οργή κι άλλες εντυπωσιασμένες, σε περίσκεψη ή σε παροξυσμό, ανάλογα με τη γωνία που κάθε φορά κοιτούσε. Η ακουστική του χώρου ήταν τέτοια που με κάθε ήχο που έβγαζε, το πλήθος των ειδώλων του αποκτούσε λαλιά, πολύβουο, πολυάσχολο και ταραχώδες.

«Σου αρέσει ο κόσμος σου βασιλιά;» ακούστηκε περιπαικτική η φωνή του γέρου.

«Σε διατάζω να με αφήσεις να φύγω τώρα, ειδάλλως η εκδίκησή μου θα είναι τρομερή!!» έκανε ο βασιλιάς με την συνήθεια που είχε να προστάζει. Το πλήθος των ειδώλων άρχισε να βρυχάται απειλητικά.

«Δεν ανήκω στον κόσμο σου βασιλιά, ούτε υπόκειμαι στους νόμους σου, οπότε άδικα προσπαθείς να με προστάξεις» ανταπάντησε ο γέρος, όμως η φωνή του έμεινε ξεκάθαρη και χωρίς αντίλαλο. «Το είδωλό μου δεν ανακλάται απ’ τους καθρέπτες, και δεν έχω ηχώ. Δεν μπορείς να με δεις κι αν και ακούς τη φωνή μου, δεν είσαι ικανός να με ακούσεις.»

Ο βασιλιάς γύρισε απότομα να κοιτάξει, δημιουργώντας ένα γιγάντιο κύμα από περιστροφικές κινήσεις κεφαλιών που σάρωσαν το χώρο, αλλά μάταια. Ο γέρος δεν φαινόταν πουθενά. «Είμαι τυφλός και γι’ αυτό μπορώ να βγω όποτε θέλω απ’ την αίθουσα. Σου εύχομαι καλή τύχη βασιλιά», ακούστηκε για τελευταία φορά η φωνή του.

Εξοργισμένος ο βασιλιάς, άρχισε να βρίζει, ν’ απειλεί και να μαίνεται, προκαλώντας μια τέτοια θηριώδη αναμπουμπούλα, που φοβήθηκε κι αυτός ο ίδιος. Ήταν φανερό πως ο γέρος είχε φύγει από την αίθουσα. Μετά ο βασιλιάς γέλασε με αυταρέσκεια. Ήταν τόσο σοφός, που θα έβρισκε τη λύση στο γρίφο και το σωστό δρόμο που οδηγούσε έξω από το λαβύρινθο. Ήταν απλά θέμα χρόνου και λογικής. Θα αποδείκνυε στον απαίσιο γέρο γητευτή ότι τα έβαλε με λάθος άνθρωπο. Θα έβρισκε την έξοδο και μετά θα γκρέμιζε αυτό το αρρωστημένο κατασκεύασμα και δεν θα ησύχαζε εάν δεν παρέδιδε το μάγο στον πιο μοχθηρό του δήμιο. Κανείς δεν μπορούσε να παίζει έτσι μ’ έναν βασιλιά, όπως του λόγου του. Άρχισε να κινείται προσεκτικά και ψηλαφώντας, ανάμεσα στους επενδυμένους με καθρέπτες διαδρόμους. Μεθοδικά, με προσοχή και με σύστημα, σίγουρος ότι με κάθε βήμα του πλησίαζε την έξοδο. Περιπλανήθηκε, περιπλανήθηκε, ώσπου έχασε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου και του φαινόταν πως περπατούσε για χρόνια. Η αίθουσα δεν τελείωνε ποτέ και η έξοδος δεν βρισκόταν πουθενά. Πεινούσε, διψούσε κι ήταν αποκαμωμένος.

Κάθισε κάτω νιώθοντας για πρώτη φορά ανήμπορος. Εδώ και κάμποση ώρα είχε χάσει εντελώς την πίστη του στις ικανότητές του. Έβλεπε με τρόμο το θάνατο από πείνα και δίψα να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Άρχισε να λυπάται για τον εαυτό του. Ήταν το αθώο θύμα ενός καταραμένου μαύρου μάγου, που ζήλεψε την ευημερία του βασιλείου του και την ευτυχία των υπηκόων του και τον καταράστηκε σκληρά. Ο Θεός τού ανταπέδωσε με κακό, τα καλά και τις αγαθοεργίες που είχε κάνει, με αδικία τη δικαιοσύνη του. Δεν αξίζει να πιστεύει κανείς σε έναν τέτοιο άδικο και κακό Θεό. Εάν έβγαινε από εδώ, θα γκρέμιζε όλους τους ναούς στο βασίλειο. Ακόμη καλύτερα, θα τους έκανε στάβλους για τα άλογά του, ή πορνεία, ή φυλακές.

Άρχισε να κλαίει από οργή και απόγνωση, ενώ τα είδωλά του έβγαζαν φρικιαστικούς θρήνους και οιμωγές. Μαζί με τα δάκρυα ξεχείλισε και η απελπισία, αντάμα και η βία. Σήκωσε το σκήπτρο του και άρχισε να χτυπάει τους καθρέπτες, ελπίζοντας πως αν τους έσπαζε όλους, θα έβρισκε την έξοδο• του κάκου όμως! Οι μαγεμένοι καθρέπτες δεν έδειξαν να υπολογίζουν τα χτυπήματά του. Ένα αλαλάζων πανδαιμόνιο γεννιόταν με κάθε του προσπάθεια, ώσπου στο τέλος δεν άντεξε άλλο και σωριάστηκε στα γόνατα, με τα χέρια στ’ αυτιά του και τα μάτια του ερμητικά κλειστά.

Ξαφνικά όλα ηρέμησαν. Οι ήχοι καταλάγιασαν, οι αντανακλάσεις εξαφανίστηκαν. Ήταν η πρώτη φορά, εδώ και -κανείς δεν ξέρει πόσον- καιρό, που δεν έβλεπε πια τον εαυτό του. Ήταν η πρώτη φορά, από τότε που ξεκίνησε τούτο το κακό, που ένιωσε ένα ανθρώπινο συναίσθημα ανακούφισης. Πόσο όμορφα αισθανόταν, χωρίς τον όχλο των ειδώλων του, που παραληρούσε!

Παραδόθηκε σ’ έναν λυτρωτικό ύπνο, για πολλές ώρες και ξύπνησε νιώθοντας άλλος άνθρωπος. Δεν βιάστηκε όμως ν’ ανοίξει τα μάτια. Δεν άντεχε να δει ξανά το ίδιο του το βλέμμα, να τον κοιτά πεινασμένο μέσα από κάθε δυνατή κατεύθυνση, πίσω από κάθε πιθανή γωνία. «Κάθε πιθανή γωνία;» αναρωτήθηκε άξαφνα. «Κάθε πιθανή γωνία... Και ο τυφλός μπορεί να βγει όποτε θέλει από δω, χωρίς δυσκολία;» άρχισε να δουλεύει το μυαλό του. Τότε, άξαφνα, όπως ένας αρχαίος σοφός που πετάχτηκε γυμνός απ’ το μπάνιο του, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Άνοιξε με προσοχή τα μάτια, προσπαθώντας να βλέπει όσο το δυνατόν λιγότερο γύρω του. Κοιτούσε χαμηλά, κρατώντας τα δυο του χέρια σε μικρή απόσταση μπροστά στα μάτια του, ώστε να βλέπει μόνο στο πλάι, με τις άκρες των ματιών. Περπατώντας στα τέσσερα, άρχισε ν’ ανιχνεύει το χώρο, ώσπου τελικά βρήκε μια οπτική γωνία, στην οποία δεν φαινόταν καμία του αντανάκλαση. Όταν δεν έβλεπε πια τον εαυτό του, είδε πολύ απλά την έξοδο. Βρισκόταν ακριβώς μπροστά στο σημείο που στεκόταν αρχικά, όταν άκουσε το γέρο να του εύχεται «καλή τύχη». Όταν βγήκε έξω απ’ την αίθουσα, πρόσεξε ότι δεν ήταν μεγαλύτερη από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά του στο παλάτι, όπου περνούσε τον περισσότερο χρόνο του. Κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας πικρόχολα.

«Αυτός ήταν μέχρι σήμερα ο κόσμος σου βασιλιά» ακούστηκε και πάλι η γνώριμη φωνή. Ο βασιλιάς γύρισε και τον είδε να σαλεύει, μια σκιά μέσα στις σκιές. «Το βασίλειό σου, ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα δωμάτιο κι ο απέραντος κόσμος σου, έβρισκε διαρκώς πάνω σε τοίχους. Ποτέ σου δεν αντίκρισες κανέναν, εκτός απ’ τον εαυτό σου. Όλοι γύρω σου, ο λαός, οι στρατιώτες, οι κόλακες, οι υπουργοί σου, ήταν αντανακλάσεις του ειδώλου σου, καθρέπτης μέσα σε καθρέπτη, αναπαραστάσεις του Εγώ σου. Ήσουν πάντοτε μόνος, ανάμεσα στο συρφετό των πολλαπλών σου ειδώλων. Γι’ αυτά ήταν η σοφία, γι’ αυτά κι η δικαιοσύνη σου, γι’ αυτά η ευημερία κι η ευτυχία. Γι’ αυτά η ματαιότητα, γι’ αυτά κι οι εκδηλώσεις αγάπης κι αφοσίωσης…» Έκανε μια παύση, σαν κάτι να στοχάζονταν. «Χαίρομαι ειλικρινά, που βρήκες την έξοδο προς τον πραγματικό κόσμο βασιλιά» συνέχισε.

Ο βασιλιάς δεν ένιωθε πια οργή, ούτε και φόβο για το γέρο. Μέσα του άρχισε να σαλεύει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα σεβασμού. «Κι αν δεν έβρισκα την έξοδο; Θα με άφηνες να πεθάνω;» ρώτησε με κάποιο παράπονο στη φωνή του.

«Κανείς δεν μπαίνει στην Αίθουσα με τους Καθρέπτες εάν δεν είναι ήδη ικανός να βρει την έξοδο. Άλλωστε, ήμουν πίσω σου σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας σου, αλλά εσύ ήσουν τόσο απασχολημένος με το να χαζεύεις το είδωλό σου και να σχεδιάζεις τι θα μού ‘κανες εάν μ’ έβρισκες, που φυσικά δεν μπορούσες να με δεις» απάντησε σοβαρά ο γέροντας. «Γύρισε στο παλάτι σου τώρα και να γίνεις καλύτερος κυβερνήτης.»

Ο βασιλιάς δεν βρήκε τίποτε να πει, ίσως από ντροπή, ίσως από επίγνωση και γύρισε να φύγει. Όταν είχε κάνει τρία βήματα, κοντοστάθηκε και γύρισε ξανά προς τα πίσω. «Ποιος είσαι;» ρώτησε το γέρο.

«Είμαι ο οδηγός σου» αποκρίθηκε αυτός. Τότε, μέσα απ’ τις σκιές, ο βασιλιάς είδε εμβρόντητος να προβάλει, ένα δεκάχρονο αγόρι, λουσμένο στο φεγγαρόφωτο. «Εγώ δεν έχω μορφή. Είναι τα δικά σου μάτια που άλλαξαν και με βλέπουν διαφορετικό» του είπε, σαν να διάβασε τη σκέψη του. «Είθε με τα μάτια αυτά να κυβερνήσεις…»

Εκείνη τη στιγμή, η πρώτη ακτίνα της αυγής, αχνόφεξε τον ουρανό.

Πίσω της γοργά ο ήλιος καβαλάρης ροβόλησε τις ράχες των βουνών κι ο βασιλιάς αντίκρισε για πρώτη φορά το βασίλειό του.

Share this post


Link to post
Share on other sites

ΤΟΛΜΑΜΕ????

Κάποτε, δυο φίλοι ξεκίνησαν για κάποια δουλειά τους και περπατούσαν συζητώντας.

Εκεί που βάδιζαν, μέσα σ' ένα δάσος, ο ένας απ' αυτούς πρόσεξε πως κάτι γυάλιζε ανάμεσα στα χόρτα. Έσκυψε να δει τι ήτανε και σήκωσε ένα τσεκούρι ολοκαίνουριο.

- Βρήκαμε ένα τσεκούρι! φώναξε χαρούμενος ο σύντροφός του.

Εκείνος όμως, που είχε βρει το τσεκούρι ταράχτηκε και λέει:

- Να μη λες βρήκαμε ένα τσεκούρι, μόνο να λες: βρήκες ένα τσεκούρι.

Αλλά, καθώς προχωρούσαν, αντάμωσαν τρεις-τέσσερις ξυλοκόπους, που είχανε χάσει το καινούργιο τους τσεκούρι κι έψαχναν να το βρουν. Όταν είδαν τους δυο οδοιπόρους, που ο ένας τους κρατούσε το τσεκούρι, έπεσαν πάνω τους θυμωμένοι.

- Χαθήκαμε! φώναξε εκείνος που είχε βρει το κρατούσε στα χέρια του.

Γυρίζει τότε ο φίλος του και του λέει:

- Να μη λες χαθήκαμε, να λες: χάθηκα! Ούτε όταν βρήκες το τσεκούρι με ήθελες για σύντροφό σου, ούτε τώρα που θα σου το πάρουν και θα φας και ξύλο θέλω να μ' έχεις σύντροφό σου!

Share this post


Link to post
Share on other sites

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ....ΔΙΚΑ ΣΑΣ!!!!

Μια φορά κι έναν καιρό, στο πολύ μεγάλο βάθος του χρόνου, γεννήθηκε στον ουρανό ένα αστέρι.

Γεννήθηκε στην ίδια γειτονιά που ζούσε o μεγάλος Μάγος που μόλις άκουσε για τη γέννησή του, έτρεξε και ζήτησε να γίνει ο νονός του.

Χτύπησε το ραβδί του και χάρισε στο αστέρι άπειρη ομορφιά.

Το γέμισε με κρυστάλλινα νερά, του χάρισε καταπράσινα λιβάδια και πυκνά δάση, πανύψηλα βουνά.

Του χάρισε αέρα και βροχή για να ποτίζονται και να πυκνώνουν τα δάση και πρόσταξε τον ήλιο να φωτίζει και να ζεσταίνει το αστέρι.

Το βάφτισε και το ονόμασε Γη.

Όταν το αστέρι μεγάλωσε αρκετά, κάθισε και σκέφτηκε.

«Τι να την κάνω τόση ομορφιά έτσι που είμαι μοναχό μου, ας ήταν να έχω κάποιον να με αγαπάει!»

Ο καλός Μάγος που όλον εκείνο τον καιρό περιδιάβαινε τα δάση και καμάρωνε τη Γη, τίναξε πάλι το ραβδί του και είπε.

«Ας γίνει ότι πρέπει για να είναι ευτυχισμένη η Γη».

Έτσι στο αστέρι δημιουργήθηκε και άλλη ζωή και μια μέρα που ο νονός της Γης καθόταν στην κορφή του πιο ψηλού βουνού, είδε κάτω χαμηλά. ζώα και λίγους ανθρώπους.

Πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια και είδε περισσότερους ανθρώπους και μετά από άλλα τόσα χρόνια όπου και να πήγαινε συναντούσε ανθρώπους.

Το αστέρι όλο και ομόρφαινε, τα δάση γίνονταν όλο και πιο πυκνά, οι θάλασσες σχημάτισαν βυθούς ονειρεμένους, τα ποτάμια έτρεχαν γρήγορα να προλάβουν να ποτίσουν τα δέντρα, τα φυτά, να ξεδιψάσουν τα ζώα και τους ανθρώπους.

Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια πέρασαν πάλι και ο καλός Μάγος παρακολουθούσε ευχαριστημένος τη Γη να μεγαλώνει και να ομορφαίνει και να γεννάει καινούργιες ζωές, και τους ανθρώπους να πληθαίνουν και να σκορπίζονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Χάραξαν δρόμους και έφτιαξαν σπίτια, λιμάνια και σταθμούς.

Ύστερα ψήλωσαν τα σπίτια και έχτισαν εργοστάσια που έβγαζαν μαύρο καπνό.

Οι άνθρωποι άνοιξαν τα σπλάχνα της Γης και έβγαλαν τους θησαυρούς της.

Έκαψαν τα δάση της για να χτίσουν κτήρια και χάραξαν περισσότερους δρόμους.

Πότισαν με δηλητήρια τα κρυστάλλινα νερά που θόλωσαν και πίκρισαν και σιγά-σιγά σταμάτησαν το μεγάλο τους ταξίδι.

Τα ποτάμια που έτρεχαν να προλάβουν να ποτίσουν τα χώματα, κουράστηκαν και στέρεψαν.

Ο αέρας δεν έβρισκε χώρο να φυσήξει την ανάσα του, να χαρίσει τη δροσιά του.

Ο ήλιος που ήταν καλόψυχος και πονετικός αγρίεψε καθώς οι άνθρωποι τον ειρωνεύονταν και τον προκαλούσαν να στείλει αν μπορεί τις πιο καυτές αχτίνες του στη Γη.

Ώσπου μια μέρα η Γη θύμωσε, φώναξε τον καλό Μάγο, τον νονό της και του παραπονέθηκε.

«Κοίταξε πώς κατάντησα εγώ, το όμορφο αστέρι, το πιο όμορφο του ουρανού!

Τα σπλάχνα μου αρρώστησαν, η ανάσα μου μυρίζει άσχημα, τα ποτάμια μου θόλωσαν, τα νερά μου χάθηκαν, τα δάση μου ξεράθηκαν, ο ήλιος που με ζέσταινε, τώρα με κατακαίει.

Σου ζήτησα να μου χαρίσεις συντροφιά, αλλά οι σύντροφοί μου με κορόιδεψαν, δεν με σεβάστηκαν, κάθε μέρα με κάνουν να υποφέρω όλο και πιο πολύ.

Κουράστηκα και δεν με αφήνουν στιγμή να ξεκουραστώ, δεν μπορώ να συγκρατήσω πια το σώμα μου.

Φοβάμαι πως σε λίγο θα πεθάνω».

Ο καλός Μάγος συνοφρυώθηκε, φώναξε τους ανθρώπους και τους παρακάλεσε να φροντίσουν την υγεία της βαφτισιμιάς του, να βρουν τρόπους να την ανακουφίσουν, γιατί εκείνη τόσα χρόνια ήταν μεγαλόψυχη μαζί τους και έκανε γι αυτούς ότι περνούσε από το χέρι της.

Οι άνθρωποι γέλασαν και αδιαφόρησαν.

Ένα βράδυ η Γη ξάπλωσε να ξεκουράσει λίγο το σώμα της.

Ήταν τόσο κουρασμένη που χωρίς να το καταλάβει την πήρε ο ύπνος.

Μέσα στον ύπνο της αναδεύτηκε και γύρισε στο πλάι.

Το φορτίο που υπήρχε πάνω της κύλησε στους ωκεανούς και το κατάπιε ο βυθός τους.

Το σώμα της Γης ανακουφίστηκε, ελάφρυνε και η Πανέμορφη κοιμήθηκε πολύ-πολύ βαθιά.

Ο Καλός Μάγος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την ξυπνήσει.

Η Γη κοιμήθηκε βαθιά και θα έκανε πολλά μα πάρα πολλά-πολλά χρόνια να ξυπνήσει...

Share this post


Link to post
Share on other sites

Πείρα είναι το τελικό αποτέλεσμα των εμπειριών …

Η Πείρα μπορεί να σε κάψει ή να σε φωτίσει. Γι 'αυτό πρέπει να την διαχειρίζεσαι με ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.

Μία νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της και πως τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.

Η μητέρα της την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει. Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά, και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ’ το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Έβγαλε τα αυγά έξω και τα έβαλε σ’ένα μπολ. Μετά έβγαλε τον καφέ έξω και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι.

Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε: “πες μου τι βλέπεις”. “Καρότα, αυγά και καφέ”, της απάντησε η κόρη. Η μητέρα της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. Μετά η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ ’την κόρη της να πιει μια γουλιά απ' τον καφέ. Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Μετά η κόρη ρώτησε: “τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;”.

Η μητέρα της, της εξήγησε ότι το καθένα απ' αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά. Το καρότο αρχικά μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτησή του σε βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε. Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους σε βραστό νερό, άλλαξαν το νερό.

“Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;” ρώτησε την κόρη της. “Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς ανταποκρίνεσαι;” Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;”

Share this post


Link to post
Share on other sites

Eνας κόμπος στη ροή της ύπαρξης

Ρωτήθηκε ένας Δάσκαλος:

-Ποιος είναι ο δρόμος;

-Τι μεγαλόπρεπο βουνό! είπε εκείνος, αναφερόμενος στο βουνό όπου είχε το ερημητήριό του.

-Δεν σας ρωτώ για το βουνό, αλλά για το δρόμο.

-Ενόσω δεν μπορείς να πας πιο πέρα από το βουνό, δεν θα μπορείς να βρεις το δρόμο, αποκρίθηκε ο Δάσκαλος.

Ένας άλλος μοναχός έκανε την ίδια ερώτηση στον ίδιο Δάσκαλο:

-Εκεί βρίσκεται, ακριβώς εμπρός στα μάτια σας- απάντησε ο Δάσκαλος.

-Γιατί δεν μπορώ να τον δω;

-Διότι έχεις εγωιστικές ιδέες.

-θα μπορέσω να τον δω, Κύριε;

-Ενόσω έχεις μια δυαδική άποψη και λες: "Δεν μπορώ" και άλλα παρόμοια, τα μάτια σου θα μένουν σκοτεινιασμένα από αυτή τη σχετική άποψη.

-Όταν δεν υπάρχει ούτε εγώ, ούτε εσύ, μπορεί κανείς να τον δει;

-Όταν δεν υπάρχει ούτε εγώ, ούτε εσύ, ποιος θέλει να βλέπει;

Share this post


Link to post
Share on other sites

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΥΚΛ-ΩΠΩΝ (τρίτος σταθμός)

Επόμενος σταθμός τους ήταν η χώρα των Κυκλώπων. Αυτοί ήταν γιγαντόμορφα πλάσματα μ' ένα τεράστιο μάτι στο μέτωπο. Η ζωή τους κυριαρχούνταν από την άλογη βία. Δε γνώριζαν την καλλιέργεια της γης, όμως τα πάντα φύτρωναν από μόνα τους, το στάρι, το κριθάρι και τ' αμπέλια. Η πολιτική οργάνωση ήταν ανύπαρκτη και δεν είχαν νόμους. Κατοικούσαν στις πλαγιές των βουνών, μέσα στις σπηλιές, χωρίς να έχουν πολλές σχέσεις μεταξύ τους. Ασχολούνταν μόνο με την εκτροφή των κοπαδιών τους.

Αρχικά, οι Ιθακήσιοι άραξαν τα πλοία τους σ' ένα μικρό νησάκι, κοντά στο λιμάνι της χώρας των Κυκλώπων. Ένα νησί απάτητο, γιατί οι Κύκλωπες δε γνώριζαν την τέχνη της ναυσιπλοΐας, ώστε να φτάσουν εκεί, ήταν γεμάτο με δέντρα και κοπάδια από γίδες. Το χώμα ήταν πολύ εύφορο, μα κανένας δεν υπήρχε να το καλλιεργήσει. Έφτασαν στο μικρό λιμανάκι του νησιού νύχτα σκοτεινή. Μόλις βγήκαν στη στεριά κατασκήνωσαν στην απάνεμη ακρογιαλιά να ξαποστάσουν και να κοιμηθούν. Την επόμενη μέρα βγήκαν για κυνήγι. Τα θηράματα ήταν πλούσια και έστησαν αμέσως γλέντι με ψητές γίδες και κρασί που είχαν ακόμη από τους Κίκονες. Έτσι, έτρωγαν και έπιναν χαρούμενοι μέχρι το βράδυ.

Μόλις ξημέρωσε η ροδοδάχτυλη Αυγή, ο Οδυσσέας αποφάσισε να πάει στην απέναντι ακτή και να εξερευνήσει την περιοχή, μα μόνο με το δικό του πλοίο. Οι υπόλοιποι, έδωσε εντολή, να περιμένουν στο νησάκι. Σαν έφτασαν στην ακρογιαλιά έμειναν έκπληκτοι απ' αυτό που αντίκρισαν. Υπήρχε εκεί κοντά μια σπηλιά και γύρω γύρω κοπάδια γιδοπρόβατα. Η αυλή ήταν φραγμένη με τεράστιες πέτρες, μεγάλα πεύκα και ψηλές βελανιδιές. Μέσα καθόταν ένα τεράστιο πλάσμα, αλλόκοτο και φοβερό. Αυτός ήταν ο Κύκλωπας Πολύφημος, ο γιος του Ποσειδώνα, καθόταν μόνος του και έβοσκε τα κοπάδια του. Τότε ο Οδυσσέας πήρε μαζί του τους δώδεκα καλύτερους συντρόφους του καθώς και ένα ασκί από το γλυκόπιοτο κρασί που του χάρισε ο Μάρωνας και διάφορα τρόφιμα. Έφτασαν στη σπηλιά χωρίς να τους πάρει είδηση ο Κύκλωπας που ήταν απασχολημένος με τα κοπάδια του. Μπήκαν μέσα και αντίκρισαν πολυάριθμες καρδάρες γεμάτες γάλα και πηγμένο τυρί. Οι σύντροφοι φοβισμένοι ήθελαν να πάρουν όσο περισσότερα τρόφιμα μπορούσαν και να φύγουν αμέσως. Όμως ο Οδυσσέας ήθελε να γνωρίσει τον Κύκλωπα και πίστευε πως θα έπαιρνε απ' αυτόν δώρα φιλοξενίας. Άναψαν λοιπόν μια μικρή φωτιά, έφαγαν από το τυρί που υπήρχε και περίμεναν να γυρίσει στη σπηλιά.

Κατά το σούρουπο, έφτασε με τεράστια βαριά βήματα που έκαναν τη σπηλιά να τρέμει ολόκληρη και η τις καρδάρες με το γάλα ν' αναποδογυρίζουν. Ήταν φορτωμένος με θεόρατα ξύλα που τα βρόντηξε μονομιάς μέσα στη σπηλιά. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του τρέμοντας από το φόβο τους κρύφτηκαν σε μια γωνιά. Κατόπι, ο Πολύφημος έμπασε στη σπηλιά τα κοπάδια του και έφραξε την είσοδο μ' έναν τεράστιο βράχο. Άρμεξε τις γίδες και τις προβατίνες και στη συνέχεια άναψε μεγάλη φωτιά και τότε είδε τους ξένους. Ο Οδυσσέας νομίζοντας ότι θα εντυπωσιάσει το άγριο θεριό που είχε μπροστά του, είπε πως ήταν Έλληνες, στρατιώτες του Αγαμέμνονα, που πάτησε το τρωικό κάστρο. Μετά έκανε επίκληση στο όνομα του Ξένιου Δία που προστάτευε τους ξένους και τη φιλοξενία. Από την πρώτη στιγμή όμως ο Πολύφημος έδειξε τον πραγματικό του χαρακτήρα. Γελώντας βροντερά, είπε πως οι Κύκλωπες δε φοβούνται τους θεούς, ούτε τον αρχηγό τους τον Δία και αμέσως ζήτησε να μάθει τ' όνομα του ξένου. Ο πολυμήχανος βασιλιάς δεν αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα και είπε ψέματα στον Κύκλωπα πως ναυάγησαν τα καράβια του και κατάφεραν να γλιτώσουν μονάχα αυτός με τους δώδεκα συντρόφους του.

Τότε, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ανδρών, άρπαξε δύο απ' αυτούς και αφού τους έριξε με δύναμη κάτω, τους τσάκισε και τους καταβρόχθισε λαίμαργα. Κατόπι, έπεσε για ύπνο. Οι πολυταξιδεμένοι ναυτικοί άρχισαν να τρέμουν από το φόβο τους και να κάνουν δεήσεις στον Δία, δεν έκλεισαν μάτι όλη τη νύχτα. Σκέφτηκαν βέβαια να τον σκοτώσουν, μα ήξεραν πως δε θα κατάφερναν με κανένα τρόπο να τραβήξουν τον τεράστιο βράχο από την είσοδο της σπηλιάς.

Την άλλη μέρα ο Πολύφημος άρμεξε τις προβατίνες του, καταβρόχθισε άλλους δύο συντρόφους και έβγαλε τα πρόβατα για βοσκή, αφήνοντας φυλακισμένους τους ξένους. Ο τετραπέρατος Οδυσσέας, χωρίς να χάσει καιρό, έβαλε σ' εφαρμογή ένα παράτολμο σχέδιο. Αρχικά πήρε ένα χοντρό ραβδί που βρισκόταν μέσα στη σπηλιά και το έδωσε στους συντρόφους του για να το πελεκήσουν. Αυτός μετά το έξυσε στην άκρη ώστε να γίνει μυτερό και το έβαλε μέσα στα αναμμένα κάρβουνα για να πυρώσει. Αμέσως μετά το έκρυψε μέσα σε κοπριές. Στη συνέχεια, με κλήρο διάλεξε τέσσερις συντρόφους για να τον βοηθήσουν στην εκτέλεση του σχεδίου του, την τύφλωση του Κύκλωπα.

Όταν το βράδυ επέστρεψε στη σπηλιά του ο Πολύφημος, έκανε τις καθιερωμένες του εργασίες και καταβρόχθισε άλλους δύο από τους ξένους. Τότε ο Οδυσσέας έβαλε σε εφαρμογή την επόμενη φάση του τολμηρού σχεδίου: πρόσφερε στον Κύκλωπα το γλυκόπιοτο κρασί του Μάρωνα. Ενθουσιασμένος από τη θεϊκή γεύση ο γίγαντας, ζήτησε να μάθει το όνομα του αρχηγού των ξένων με την υπόσχεση πως θα του χάριζε ένα πολύτιμο δώρο. Ο πολυμήχανος άντρας τον κέρασε άλλες τρεις φορές από το θεϊκό κρασί και όταν ήταν βέβαιος πως ο ανόητος γίγαντας είχε μεθύσει, του είπε πως το όνομά του ήταν Κανένας. Τότε εκείνος του απάντησε πως το πολύτιμο δώρο του ήταν να τον φάει τελευταίο. Αμέσως μετά ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε, ροχαλίζοντας βαριά.

Έφτασε έτσι η στιγμή για την τελευταία και πιο ριψοκίνδυνη φάση του σχεδίου. Ο Οδυσσέας μαζί με τους τέσσερις συντρόφους που είχε αναδείξει ο κλήρος, έβαλαν πάλι το χοντρό ραβδί στα κάρβουνα για να πυρώσει. Στη συνέχεια το σήκωσαν στους δυνατούς τους ώμους• πατώντας στις μύτες των ποδιών και κρατώντας την ανάσα τους για να μην ξυπνήσουν το πελώριο τέρας, έφτασαν κοντά του. Κατάφεραν τελικά να μπήξουν το ραβδί στο τεράστιο μάτι του Κύκλωπα και να το στριφογυρίσουν σαν τρυπάνι. Αμέσως μούσκεψε το τριχωτό πρόσωπό του από αίμα και οι ρίζες του ματιού του έτριζαν όπως το ζεματιστό σίδερο που μπαίνει κάτω από κρύο νερό.

Τότε άρχισε ο Πολύφημος να βγάζει φοβερά μουγκρητά και όλοι οι βράχοι αντιλαλούσαν. Οι άνδρες πανικόβλητοι σκορπίστηκαν στις άκρες της σπηλιάς. Οι υπόλοιποι Κύκλωπες ξύπνησαν από τις άγριες φωνές και πήγαν έξω από την κατοικία του Πολύφημου• τον ρωτούσαν τι έπαθε και ξεσήκωνε τον κόσμο τέτοια ώρα, όταν τους απαντούσε ότι με απάτη τον τύφλωσε ο Κανένας, τ' αδέρφια του ξέσπασαν σε γέλια και του είπαν να τους αφήσει ήσυχους, αφού κανένας δεν τον ενοχλούσε.

Όταν άρχισε να ξημερώνει, ο Κύκλωπας βογκώντας ακόμα από τους πόνους, έσυρε τον τεράστιο βράχο από την είσοδο της σπηλιάς και κάθισε εκεί ψαχουλεύοντας με τα τεράστια χέρια του μην τύχει κι έβγαινε κάποιος από τους ξένους. Όμως ο πολυμήχανος άντρας που τόσες πολλές φορές με τα έξυπνα σχέδιά του ξεπέρασε τεράστιες δυσκολίες, σκέφτηκε κι αυτή τη φορά ένα πανούργο κόλπο. Διάλεξε τα πιο μεγάλα κριάρια του Πολύφημου και τα έδεσε με λυγαριές τρία τρία. Στην κοιλιά του μεσαίου έδενε και έναν από τους συντρόφους που του είχαν απομείνει. Έτσι, κατάφεραν να βγουν χωρίς να τους αγγίξουν τα τεράστια χέρια του Κύκλωπα. Ο ίδιος, μια και δεν υπήρχε κανείς να τον δέσει, διάλεξε το πιο μεγάλο και διαλεχτό κριάρι. Πιάστηκε στη μαλλιαρή κοιλιά του, κρατώντας γερά από τα φουντωμένα του μαλλιά.

Αμέσως μόλις βγήκαν από την αυλή της σπηλιάς, ο Οδυσσέας έλυσε τους υπόλοιπους και όλοι μαζί έτρεξαν γρήγορα προς το μέρος που ήταν αραγμένο το πλοίο τους.

Οι σύντροφοί τους χάρηκαν πολύ όταν τους είδαν, μα ο Οδυσσέας τους έβαλε να τραβήξουν κουπί μ' όλη τους τη δύναμη, γιατί δεν είχαν ξεφύγει ακόμη τον κίνδυνο. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά, ο πανούργος ήρωας φώναξε στον Πολύφημο.

- Δεν ήταν γραφτό, Κύκλωπα, να φας όλους τους συντρόφους μου. Παλιόσκυλο, που δε σεβάστηκες τους ξένους, γι' αυτό ο Δίας σε τιμώρησε.

Ο Πολύφημος τότε, μανιασμένος, άρπαξε την κορφή ενός ψηλού βουνού και την εκσφενδόνισε προς το μέρος όπου ακούστηκε η φωνή• παραλίγο να έλιωνε την πλώρη του πλοίου.

Από τα τεράστια κύματα που σχηματίστηκαν το καράβι γύρισε πάλι κοντά στη στεριά. Γεμάτοι φόβο και αγωνία οι ναύτες, άρχισαν να τραβούν πάλι κουπί, με δύναμη που ξεπερνούσε την αντοχή τους. Όταν πια βρέθηκαν σε μεγαλύτερη απόσταση από την προηγούμενη φορά, ο Ιθακήσιος βασιλιάς δεν κρατήθηκε και φώναξε πάλι.

- Κύκλωπα, αν σε ρωτήσει ποτέ κανείς ποιος σε τύφλωσε, να του απαντήσεις ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη από την Ιθάκη.

Τότε ο Πολύφημος θυμήθηκε ένα χρησμό που του έδωσε κάποτε ο μάντης Τήλεφος, πως ήταν δηλαδή γραφτό να στερηθεί κάποια μέρα το φως του από τα χέρια του Οδυσσέα. Όμως πίστευε πως θα ήταν κάποιο παλικάρι γιγαντόμορφο και όχι ένας κοντός και αδύνατος άντρας. Σε μια τελευταία προσπάθειά του να ξεγελάσει τον πολυμήχανο πολεμιστή, τον κάλεσε πίσω μ' αυτά τα λόγια.

- Γύρνα πίσω, πολυμήχανε Δυσσέα, να σε φιλέψω και να προσευχηθώ στον Ποσειδώνα που είναι πατέρας μου, να σου δώσει καλό και εύκολο ταξίδι• και ίσως αυτός να γιατρέψει κι εμένα τον ίδιο.

Τότε ο πολύπαθος βασιλιάς ενθουσιασμένος από την επιτυχία του σχεδίου, απάντησε υβριστικά πως μήτε ο θαλασσοσείστης θεός μπορούσε να τον γιατρέψει. Ο Κύκλωπας όμως ζήτησε από το θεϊκό πατέρα να μην αφήσει αυτόν τον άντρα να επιστρέψει στον τόπο του. Μα, κι αν είναι γραφτό να φτάσει στο παλάτι του, αυτό να γίνει μετά από πολλά χρόνια και να είναι μόνος του, χωρίς συντρόφους και πάνω σε ξένο καράβι.

Μετά απ' όλα αυτά το καράβι του Οδυσσέα δεν άργησε να φτάσει στο μικρό νησάκι όπου τους περίμεναν με πολύ μεγάλη αγωνία οι υπόλοιποι σύντροφοί τους. Αφού τους διηγήθηκαν τις τρομερές εμπειρίες που πέρασαν στην καταραμένη χώρα των Κυκλώπων, έστρωσαν τραπέζια για φαγητό και ξεκίνησαν τρικούβερτο γλέντι. Όταν όμως θυσίασαν στον Δία, αυτός δε δέχτηκε την προσφορά, δείχνοντάς τους ότι θα περνούσαν ακόμη πολλές και φοβερές περιπέτειες. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί , έλυσαν τα σκοινιά των καραβιών και συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Η αλληγορία του πλοίου της πολιτείας

-Τότε λοιπόν, είπε, πως είναι σωστό ότι δεν πρόκειται να έχουν τελειωμό οι συμφορές στις πολιτείες προτού να κυβερνήσουν σ' αυτές οι φιλόσοφοι, αυτοί που εμείς παραδεχόμαστε ότι είναι άχρηστοι για τις πολιτείες τους;

-Θέτεις, ένα ερώτημα που χρειάζεται να απαντηθεί με μια παραβολή.

-Εσύ όμως, έχω την εντύπωση, δεν συνηθίζεις να μιλάς με παραβολές.

-Μπράβο σου, με έμπλεξες σε ένα ζήτημα τόσο δύσκολο να βρεις μια απόδειξη και μου κάνεις από πάνω και πλάκα; Άκου, τότε, την παραβολή για να δεις ακόμη καλύτερα πόσο αδέξιος είμαι σ' αυτό. Είναι, βλέπεις, τόσο φοβερό αυτό που έχουν πάθει εκείνοι οι εξαιρετικοί άνθρωποι στη σχέση τους με τις πόλεις τους, ώστε το πάθημα τους να μην έχει το όμοιό του αλλά να πρέπει κανείς, για να το περιγράψει και για να τους υπερασπιστεί κι αυτούς, να μαζέψει στοιχεία από πολλές πλευρές, όπως κάνουν οι ζωγράφοι όταν ζωγραφίζουν τραγελάφους και άλλα παρόμοια συνδυάζοντας διάφορες μορφές. Βάλε έτσι με το νου σου ότι επάνω σε κάποιο πλοίο ή και σε πολλά πλοία συμβαίνει κάτι σαν και τούτο:

Ένας καραβοκύρης πιο σωματώδης και πιο χεροδύναμος απ' όσο όλοι μαζί οι άλλοι, όσοι είναι πάνω στο καράβι, κάπως βαράκουος αλλά και με ελαττωματική όραση, επίσης με ανάλογα ελλιπείς γνώσεις γύρω από τη ναυτική τέχνη, και ναύτες που τσακώνονται μεταξύ τους ποιος θα πάρει στα χέρια του το τιμόνι, με τον καθένα τους να νομίζει ότι πρέπει αυτός να γίνει κυβερνήτης, παρόλο ότι ποτέ του δεν έμαθε την τέχνη αυτή ούτε κι είναι σε θέση να πει ποιον είχε δάσκαλο ούτε να προσδιορίσει το χρόνο της μαθητείας του, και επιπλέον να ισχυρίζονται ότι η ναυτική τέχνη δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να το διδαχθεί, έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον υποστηρίζει το αντίθετο· κι όλους αυτούς να συνωστίζονται διαρκώς γύρω από τον καραβοκύρη και να κάνουν τα πάντα για να τους δώσει το τιμόνι, και άμα καμιά φορά δεν τον πείσουν οι ίδιοι αλλά κάποιοι άλλοι, τότε τους άλλους αυτούς ή να τους σκοτώνουν ή να τους πετάνε στη θάλασσα κι εκείνο τον προκομμένο τον καραβοκύρη αφού τον εξουδετερώσουν δίνοντάς του υπνωτικό ή κρασί μπόλικο ή κάτι άλλο, να τον δένουν έπειτα χεροπόδαρα και να αναλαμβάνουν οι ίδιοι να κυβερνήσουν το καράβι και να διαχειριστούν ό,τι υπάρχει επάνω σ' αυτό. Τότε πια πίνοντας και γλεντώντας, όπως είναι φυσικό για τέτοιους ανθρώπους, συνεχίζουν το ταξίδι και, σαν να μην έφθανε αυτό, επαινούν και χαρακτηρίζουν άξιο ναυτικό και κυβερνήτη και γνώστη του πλοίου οποιονδήποτε θα είναι σε θέση να τους βοηθήσει αποτελεσματικά να πάρουν στα χέρια τους το καράβι πείθοντας τον καραβοκύρη ή ασκώντας βία επάνω του, ενώ απεναντίας όποιον δεν είναι τέτοιος τον κατακρίνουν ως άχρηστο και δεν έχουν ιδέα πώς είναι ο αληθινός κυβερνήτης, ότι χρειάζεται να έχει στραμμένο το νου του στις εναλλαγές του χρόνου, των εποχών, του ουρανού, των άστρων, των ανέμων και σε όλα όσα σχετίζονται με τη ναυτική τέχνη, αν πρόκειται στ' αλήθεια να είναι κυβερνήτης πλοίου. Δεν το πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να σπουδάσει κανείς και να μάθει πώς να κυβερνάει ένα καράβι, άσχετα αν το θέλουν κάποιοι ή αν δεν το θέλουν, και με αυτό δεν πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να μάθει κανείς την κυβερνητική τέχνη. Καθώς λοιπόν τέτοια πράγματα γίνονται στα πλοία, δεν νομίζεις ότι για τον αληθινό κυβερνήτη θα πουν τα πληρώματα των πλοίων, στα οποία επικρατούν τέτοιες καταστάσεις, ότι χαζεύει τα άστρα και φλυαρεί κι ότι τους είναι άχρηστος;

-Ναι, είπε ο Αδείμαντος.

-Δεν φαντάζομαι λοιπόν ότι θα χρειαστεί να εξετάσεις εξονυχιστικά την παραβολή αυτή για να διαπιστώσεις ότι απεικονίζει τις διαθέσεις που έχουν οι πόλεις απέναντι στους αληθινούς φιλοσόφους αλλά αντιλαμβάνεσαι, πιστεύω, τι εννοώ.

-Και πολύ μάλιστα

-Εξήγησε, τότε, πρώτα–πρώτα σε εκείνον ο οποίος απορεί που οι φιλόσοφοι δεν έχουν στις πόλεις εκτίμηση, και προσπάθησε να τον πείσεις ότι θα ήταν πολύ μεγαλύτερης απορίας άξιο αν θα είχαν εκτίμηση.

-Ναι, θα του το εξηγήσω

-Κι ότι είναι σωστό αυτό που λες, ότι για τον πολύ κόσμο οι πιο αξιόλογοι απ' όσους ασχολούνται με τη φιλοσοφία είναι άχρηστοι γι' αυτήν όμως την αχρηστία πες του ότι υπεύθυνους πρέπει να θεωρεί εκείνους οι οποίοι αφήνουν τους φιλοσόφους αχρησιμοποίητους κι όχι τους ίδιους τους άξιους φιλοσόφους. Γιατί είναι αφύσικο ο κυβερνήτης να παρακαλεί τους ναύτες να τον κάνουν αρχηγό τους κι οι σοφοί να πηγαίνουν να χτυπούν τις πόρτες των πλουσίων κι εκείνος που είπε αυτή την εξυπνάδα δεν ήξερε τι έλεγε, αφού από τη φύση των πραγμάτων το σωστό είναι ότι κατανάγκην ο άρρωστος ―είτε για πλούσιο πρόκειται είτε για φτωχό― θα πάει ο ίδιος να χτυπήσει τις πόρτες των γιατρών, και παρομοίως όποιος χρειάζεται να κυβερνηθεί θα χτυπήσει ο ίδιος τις πόρτες εκείνου που έχει τη δύναμη να είναι κυβερνήτης κι όχι να παρακαλάει ο κυβερνήτης τους κυβερνώμενους να κάτσουν να τους κυβερνήσει ― και μιλάμε βέβαια για έναν κυβερνήτη από τον όποιο θα μπορούσε στ' αλήθεια να προκύψει κάποιο όφελος. Δεν θα 'χες, έτσι, άδικο να παρομοιάσεις τους τωρινούς άρχοντες της πολιτικής με τους ναύτες για τους οποίους μιλούσαμε μόλις πριν, κι εκείνους τους άλλους, που τούτοι εδώ τους χαρακτηρίζουν άχρηστους και λένε γι' αυτούς ότι χαζεύουν τα άστρα, να τους παρομοιάσεις με τους αληθινούς κυβερνήτες.

-Πάρα πολύ σωστά

-Για αυτούς λοιπόν τους λόγους και υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι εύκολο να έχουν εκτίμηση για το καλύτερο απ' όλα τα επαγγέλματα αυτοί, οι οποίοι επαγγέλλονται τα εντελώς αντίθετα, ωστόσο η κατά πολύ μεγαλύτερη και καταλυτικότερη δυσφήμηση της φιλοσοφίας προκαλείται εξαιτίας εκείνων που ισχυρίζονται ότι ασχολούνται με αυτήν, εκείνων ακριβώς, τους οποίους, όπως υποστηρίζεις, ένας κατήγορος της φιλοσοφίας τους χαρακτηρίζει, τους περισσότερους από αυτούς, ως τρισάθλιους και τους σχετικά καλύτερους ως άχρηστους ― κάτι που εγώ συμφώνησα ότι το λες σωστά. Έτσι δεν είναι;

-Ναι.

-Εξηγήσαμε λοιπόν για ποιο λόγο οι καλοί φιλόσοφοι είναι άχρηστοι;

-Βεβαίως.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

  • Recently Browsing   0 members

    No registered users viewing this page.

×
×
  • Create New...