Jump to content

Ιστορίες και μύθοι ... εικόνα και απείκασμα.


Recommended Posts

Η τεχνητή «Ειμαρμένη»

Το βατραχάκι που δεν ήξερε ότι θα βραζόταν …

Φανταστείτε μια κατσαρόλα γεμάτη κρύο νερό, μέσα στο οποίο κολυμπά ανέμελα ένα βατραχάκι...

Κάτω από την κατσαρόλα ανάβετε μια μικρή φωτιά και το νερό αρχίζει να ζεσταίνεται πολύ σιγά.

Το νερό σιγά σιγά γίνεται χλιαρό και το βατραχάκι, βρίσκοντάς το μάλλον ευχάριστο, συνεχίζει να κολυμπά χαρούμενο.

Η θερμοκρασία του νερού συνεχίζει να ανεβαίνει.

Τώρα το νερό είναι πιο ζεστό, από ότι το βατραχάκι θα θεωρούσε ευχάριστο. Αυτό αισθάνεται λίγο κουρασμένο, αλλά παρ’ όλα ταύτα δεν αισθάνεται κανέναν φόβο.

Τώρα το νερό είναι πραγματικά ζεστό και το βατραχάκι αρχίζει να αισθάνεται δυσάρεστα, αλλά είναι εξουθενωμένο. Για αυτόν τον λόγο, υπομένει και δεν αντιδρά.

Η θερμοκρασία συνεχίζει να ανεβαίνει, έως ότου το βατραχάκι καταλήξει να βράσει και, ως εκ τούτου, να πεθάνει...

Εάν έριχναν το ίδιο βατραχάκι κατ’ ευθείαν σε νερό θερμοκρασίας 50 βαθμών, με μια εκτίναξη των ποδιών του, θα είχε πηδήξει αμέσως έξω από την κατσαρόλα.

Αυτό αποδεικνύει, ότι, όταν μια αλλαγή γίνει με έναν τρόπο επαρκώς αργό, διαφεύγει της συνειδήσεως και στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν προκαλεί καμία αντίδραση, καμιά αντίσταση, καμία επανάσταση.

Olivier Clerc

Link to comment
Share on other sites

  • Replies 81
  • Created
  • Last Reply

Top Posters In This Topic

Πίστεψε σε σένα!

Ο κουφός λύκος

Κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα σε 12 λύκους. Στόχος ν’ ανεβούν στην ψηλότερη κορυφή ενός απόκρημνου βουνού. Πολύ κοινό μαζεύτηκε να τους υποστηρίξει. Ο αγώνας άρχισε. Στην πραγματικότητα το πλήθος δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό ν’ ανέβει ποτέ λύκος σε κείνη την απόκρημνη κορυφή και το μόνο που άκουγε κανείς ήταν: «Τσάμπα κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν!»

Και οι λύκοι, ο ένας μετά τον άλλο, άρχιζαν να απογοητεύονται και να εγκαταλείπουν την προσπάθεια, εκτός από έναν που απτόητος συνέχιζε να σκαρφαλώνει, ενώ το πλήθος συνέχιζε το βιολί του: «Τσάμπα κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρει!»

Στο τέλος, ο λύκος, μετά από προσπάθειες επί προσπαθειών κατόρθωσε να ανέβει στην κορυφή. Το πλήθος άρχισε να επευφημεί αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Δεν ήταν η απόσταση, αλλά το γεγονός ότι ο λύκος ήταν... κουφός!

Link to comment
Share on other sites

Είπα να αποφύγω τις επαναλήψεις...αλλά αφού σου αρέσουν B)

Ακου...γίνε σοφότερος

Η ομορφια των κοασμών

Ο μοναχός Μπρούνο στην όχθη μιας μικρής λίμνης έκανε την νυχτερινή του προσευχή, αλλά τον ενοχλούσαν οι βάτραχοι με τους κοασμούς τους.

– Ησυχία! φώναξε ο μοναχός και οι κοασμοί σταμάτησαν, γιατί ο Μπρούνο ήταν ένας άγιος άνθρωπος και όλοι άκουγαν τον λόγο του.

Και ξαφνικά ο μοναχός άκουσε την εσωτερική του φωνή η οποία έλεγε: «Μήπως στον Θεό οι κοασμοί αρέσουν περισσότερο από τις προσευχές σου; Μα, είναι ένα απλό κόασμα βατράχων; Τότε γιατί ο Θεός τους έπλασε, εάν δεν ήθελε να τους ακούσει;»

– Συνεχίστε, είπε ο μοναχός στους βατράχους και ο αέρας γέμισε με τον ρυθμικό κοασμό τους και ο μοναχός κατάλαβε την ομορφιά του κοασμού, κατάλαβε πως είναι μια μελωδία που γεμίζει την νύχτα.

Link to comment
Share on other sites

Η τεχνητή «Ειμαρμένη»

................

Olivier Clerc

Λες αυτό να μας συμβαίνει τελικά; !!!

Ίσως έχεις δίκιο.

Θυμίσου το στις εκλογές........... B)

"Τύχη (και μοίρα) είναι αυτό που ανακάλυψαν οι άνθρωποι για να της φορτώνουν τα λάθη τους"

Link to comment
Share on other sites

Λες αυτό να μας συμβαίνει τελικά; !!!

Ίσως έχεις δίκιο.

Θα δείξει....

Θυμίσου το στις εκλογές........... :)Αδυνατώ να το συσχετίσω(θα το αδικήσω)....

"Τύχη (και μοίρα) είναι αυτό που ανακάλυψαν οι άνθρωποι για να της φορτώνουν τα λάθη τους" Ειμαρμένη και ελευθέρα βούληση σύμφωνα με τον 3ο νόμο του Νεύτωνα συνυπάρχουν...

Link to comment
Share on other sites

Θυμίσου το παιδί μέσα σου

Ο χρόνος δεν είναι μόνο χρήμα

Ένα άτομο γυρίζει σπίτι από την εργασία αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος, για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.

ΓΙΟΣ : «Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»

ΜΠΑΜΠΑΣ : «Ναι βεβαίως, τι είναι;»

ΓΙΟΣ : «Μπαμπά, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»

ΜΠΑΜΠΑΣ : «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτάς ένα τέτοιο πράγμα;» ρώτησε θυμωμένα

ΓΙΟΣ : «Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ πες μου, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»

ΜΠΑΜΠΑΣ : «Εάν πρέπει να ξέρεις παίρνω 50ευρώ την ώρα»

ΓΙΟΣ : «Ωχ, απάντησε το παιδί, με το κεφάλι του κάτω.

ΓΙΟΣ : «Μπαμπά σε παρακαλώ μπορείς να μου δανείσεις 25ευρώ;»

Ο πατέρας εξαγριωμένος, «εάν ο μόνος λόγος που εσύ ρώτησες είναι, ώστε να δανειστείς κάποια χρήματα για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ' ευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου. Σκέψου γιατί είσαι τόσο εγωιστής. Δεν εργάζομαι σκληρά καθημερινά για τέτοιες παιδαριώδεις επιπολαιότητες.»

Το μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα.

Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε περισσότερο. Πώς τόλμησε να υποβάλλει τέτοια ερώτηση για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;

Μετά από μια περίπου ώρα, ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και είχε αρχίσει να σκέφτεται:

Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά να αγοράσει ο μικρός με τα 25ευρώ και δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά. Πήγε στην πόρτα του δωματίου του παιδιού και άνοιξε την πόρτα.

«Κοιμάσαι γιε μου;» Ρώτησε.

«Δεν κοιμάμαι » απάντησε το αγόρι.

«Σκεφτόμουν ,ότι ίσως ήμουν πάρα πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα» είπε ο μπαμπάς. «Ήταν μια μεγάλη ημέρα και έβγαλα την κούραση μου σε σένα. Εδώ είναι τα 25ευρώ που μου ζήτησες.»

Το παιδί έτρεξε κατ' ευθείαν επάνω του χαμογελώντας. «Σε ευχαριστώ μπαμπά!» φώναξε. Κατόπιν, πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα.

Ο πατέρας μόλις βλέπει ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει.

Το μικρό παιδί αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματά του, και κοιτάζει τον μπαμπά του.

«Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα εφόσον έχεις ήδη μερικά;» ο πατέρας του γκρινιάζει.

«Επειδή δεν είχα αρκετά, αλλά τώρα έχω,» το μικρό παιδί απάντησε.

«Μπαμπά, έχω 50ευρώ τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου;

Σε παρακαλώ, έλα νωρίς αύριο σπίτι . Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.»

Ο πατέρας συντρίφθηκε. Αγκάλιασε τον μικρό γιο του και ικέτευσε για τη συγχώρεσή του.

Link to comment
Share on other sites

Ειμαρμένη, πεπρωμένο, κισμέτ και ελεύθερη βούληση είναι ασύμβατα εκτός κι αν η ελεύθερη βούληση τίθεται εντός στενοτάτων ορίων πλήρως υποτασσόμενη στο "πεπρωμένο" το οποίο "φυγείν αδύνατον".

Δέχομαι την τύχη, την σύμπτωση, τη θετική ενέργεια και τις συγκυρίες, θεωρώ όμως αυτο-υποταγή, εκτέλεση εν ψυχρώ της αξιοπρέπειας και εκχώρηση του αυτεξουσίου κάθε μοιρολατρική και δουλική θεώρηση του κόσμου γενικά και του ατόμου ειδικά.

doctor

Link to comment
Share on other sites

Ειμαρμένη, πεπρωμένο, κισμέτ και ελεύθερη βούληση είναι ασύμβατα εκτός κι αν η ελεύθερη βούληση τίθεται εντός στενοτάτων ορίων πλήρως υποτασσόμενη στο "πεπρωμένο" το οποίο "φυγείν αδύνατον".

Δέχομαι την τύχη, την σύμπτωση, τη θετική ενέργεια και τις συγκυρίες, θεωρώ όμως αυτο-υποταγή, εκτέλεση εν ψυχρώ της αξιοπρέπειας και εκχώρηση του αυτεξουσίου κάθε μοιρολατρική και δουλική θεώρηση του κόσμου γενικά και του ατόμου ειδικά.

doctor

Καλησπέρα Δημήτρη, σεβαστές οι απόψεις σου .

Δεν προτίθεμαι να αναπτύξω τις δικές μου, απλά βάζω ένα στίχο:

Αλλά, τι μπορεί να κερδίσει την απόλυτη σιωπή?

Ποια στιγμή νικά τον πανδαμάτορα Χρόνο?

Όλα μηδαμινά, απλές σταγόνες από κρύσταλλο, μπροστά σε σένα, θολή και θεία Ειμαρμένη!

Και ναι μπορεί να συνυπάρξει ο Παρμενίδης με τον Ηράκλειτο.....ξέρω πως ίσως δεν καταλάβεις...δεν πειράζει.

εκτέλεση εν ψυχρώ της αξιοπρέπειας

Αν αυτό εννοείς ως Ειμαρμένη τότε σου χαρίζω τα αποτελέσματα της ελευθέρας βούλησης...ή τέλος πάντων αυτό που ονοματίζουν έτσι οι άνθρωποι, για να αισθάνονται ότι είναι ελευθεροι μέσα στην φυλακή τους.

Link to comment
Share on other sites

Κρίνε εσύ

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας Βραχμάνος κίνησε να πάει σ’ ένα προσκύνημα. Στο δρόμο του, είδε μια τίγρη κλειδωμένη μέσα σ’ ένα κλουβί να ξαπλώνει νωχελικά. Βλέποντας το καημένο το θηρίο το λυπήθηκε, που ήταν αιχμάλωτο. Αλλά μετά, σκεφτόμενος τι μεγάλο κίνδυνο θα αποτελούσαν τα άγρια ζώα αν δεν ήατν φυλακισμένα, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του.

“Ω Βραχμάνε, ω ευγενή Βραχμάνε,” τον κάλεσε η τίγρη, που είχε διακρίνει τη συμπάθεια στο βλέμμα του άγιου περιπλανητή, “λυπήσου με. Ελευθέρωσέ με προτού φύγεις. Είμαι διψασμένη και θέλω να πάω σ’ εκείνο το ρυάκι να πιω νερό.”

“Δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη,” είπε ο Βραχμανός, κατευθύνοντας τα βήματά του πίσω στο κλουβί. “Όχι, δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη, επειδή θα με έτρωγες προτού να πας για να πιεις νερό στο ρυάκι. Όχι, φοβάμαι…”

“Ω άγιε βασιλιά, ω αληθινά αφοσιωμένε πατέρα,” ικέτευσε η τίγρη με δάκρυα στα μάτια, “σε παρακαλώ, λυπήσου με. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ, δείξε οίκτο για μένα. Δε θα μπορούσα να είμαι τόσο αγνώμων ώστε να σε φάω ως αντάλλαγμα για την καλοσύνη σου. Ω, πως μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;”

Ο Βραχμάνος συγκινήθηκε πολύ από την ικεσία της τίγρης, και έτσι ξεκλειδώνοντας την πόρτα την άφησε ελεύθερη. Μετά, βιάστηκε να συνεχίσει το δρόμο του μια και η τίγρη τον είχε ήδη καθυστερήσει. Αλλά, προς μεγάλη του κατάπληξη, εκείνη πετάχτηκε μπροστά του και, κόβωντάς του το δρόμο, φώναξε:

“Μείνε, ω παντογνώστη, μείνε. Είχες υποψίες και φοβόσουνα ότι θα μπορούσα να σε φάω αν με άφηνες έξω από το κλουβί. Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, έβαλες την ιδέα της τροφής στο κεφάλι μου. Έτσι, θα σε φάω και θα ικανοποιήσω την πείνα μου, προτού πάω για να σβήσω τη δίψα μου. Οι γιατροί λένε ότι δεν είναι καλό να πίνεις με άδειο στομάχι.”

“Ω, μα υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό να σε ελευθέρωνα από το κλουβί!” είπε ο Βραχμάνος τρέμοντας από φόβο. “Είσαι ένα αχάριστο κάθαρμα;”

“Είτε υποσχέθηκα είτε όχι,” απάντησε η τίγρη με μια αινιγματική έκφραση στο πρόσωπο, “είμαι πεινασμένη, και πρέπει να σε φάω. Εξάλλου, δεν μπορώ να αγνοήσω τη συμβουλή του γιατρού και να πάω να πιω με άδειο στομάχι.”

Ο καημένος ο Βραχμάνος τώρα, στεκόταν τρέμοντας, ανίκανος να αρθρώσει λέξη, ενώ η τίγρης, ανυπόμονη για το κολατσιό της, τον πλησίασε με μικρά πηδηματάκια. Τότε ο Βραχμάνος σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να προσπαθήσει να εξασφαλίσει ακόμη λίγο χρόνο για τη ζωή του από τον εχθρό, αν αυτό ήταν δυνατόν.

“Άκουσε, φίλη μου,” είπε στην τίγρη, ευγενικά αλλά με σταθερή φωνή. “Βρισκόσουνα σε άμεσο και συνεχή πόνο κλειδωμένη σ’ εκείνο το κελί. Σε ελευθέρωσα επειδή μου υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό, όταν θα ήσουν λεύτερη. Αλλά τώρα, θες να με φας. Ας ζητήσουμε από πέντε δικαστές να μας πούνε αν είναι δίκαιο το να με φας.”

“Πολύ καλά,” συμφώνησε η τίγρη απρόθυμα, και συνόδευσε το Βραχμάνο προς το μέρος όπου στεκόταν ένα δέντρο Ινδοσυκής, μελαγχολικό και με γένια, σα δικαστής.

“Ω σοφό γέρικο δέντρο, άκουσε και κρίνε,” παρακάλεσε ο Βραχμανός με ενωμένα τα χέρια, γονατισμένος μπροστά του.

“Μπες στο θέμα,” είπε το δέντρο με γεροντική αξιοπρέπεια.

“Αυτή η τίγρη,” είπε ο Βραχμάνος, “ήταν κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Με είδε καθώς περνούσα και με ικέτευσε να την απελευθερώσω μια και διψούσε και ήθελε να πάει σ’ ένα κοντινό ρυάκι και να πιει νερό. Φοβόμουν ότι θα με σκότωνε αν άνοιγα την πόρτα του κλουβιού. Αλλά ορκίστηκε ότι δε θα της περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό να με σκοτώσει. Έτσι την άφησα ελεύθερη, και τώρα θέλει να με φάει. Πες μου, ω σοφό, είναι δίκαιο να το κάνει αυτό;”

“Οι άνθρωποι έρχονται συχνά για να ξαποστάσουν κάτω από τη δροσερή σκιά των πράσινων κλαδιών μου,” είπε το δέντρο, “αλλά το χειμώνα, επειδή δεν χρειάζονται την προστασία μου κόβουν τα κλαδιά μου και καίνε τη φυλλωσιά μου σαν καύσιμο στις φωτιές τους. Ας αφήσουμε την τίγρη να φάει τον άνθρωπο, αφού το ανθρώπινο είδος πάσχει από κακοήθεια κι αγνωμοσύνη.”

“Ω σοφέ δικαστή, αληθή τα λόγια σου!” αναφώνησε η τίγρη και πήδηξε προς το μέρος του Βραχμάνου, λέγοντας: “Λοιπόν, σοφέ, η σάρκα σου μυρίζει ωραία!”

“Περίμενε, περίμενε, φίλε μου, υπάρχουν ακόμη τέσσερις δικαστές που πρέπει να συμβουλευτούμε ακόμη”, είπε ο Βραχμάνος. Και απευθύνθηκε στο περιστέρι που είχε τη φωλιά του στο άλσος:

“Ω ευγενικό και τρυφερό περιστέρι, άκουσε και κρίνε.”

“Μπες στο θέμα,” είπε το περιστέρι αγαπησιάρικα.

Ο Βραχμάνος του αφηγήθηκε την ιστορία πως η τίγρη ικέτευσε να αφεθεί ελεύθερη και υποσχέθηκε να μην του κάνει κακό, αλλά να που τώρα ήθελε να τον φάει.

“Οι άνθρωποι αγαπούν το πυρόξανθο χρώμα της φυλής μου,” είπε το περιστέρι, “και θαυμάζουν τη μουσική μας. Αλλά, κάθε φορά που μας βλέπουν μας πετάνε πέτρες ή απλώνουν δίχτυα για να μας πιάσουν. Οι άνθρωποι είναι στ’ αλήθεια τα πιο αγνώμονα όντα στη γη, ενώ τα ζώα είναι ευγενή. Ας αφήσουμε τους ευγενείς να επικρατήσουν.”

“Λοιπόν;” ρώτησε η τίγρη, θριαμβευτικά.

“Έλα, ας πάμε να ρωτήσουμε τη γνώμη εκείνου του βοδιού,” είπε ο Βραχμάνος σκεφτόμενος ότι το οικόσιτο ζώο θα μπορούσε να εκφέρει γνώμη υπέρ του. Η τίγρη τον ακολούθησε, περήφανη για την ευγένεια που της είχε αποδώσει το περιστέρι.

“Ω ιερό βόδι! Ω άγιε σύντροφε της άγιάς μας αγελάδας! Άκουσέ με και απόδωσε σε μένα την πιο λελογισμένη σου κρίση,” είπε ο Βραχμάνος πλησιάζοντας το μοσχάρι. “Ήμουνα στο δρόμο καθ’ οδόν για ένα προσκύνημα όταν συνάντησα αυτή την τίγρη, κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Με ικέτευσε να την απελευθερώσω γιατί όπως είπε διψούσε. Φοβόμουνα ότι θα μπορούσε να με σκοτώσει, αλλά με διαβεβαίωσε ότι αν την άφηνα ελεύθερη θα ήμουν ασφαλής. Έτσι, άνοιξα το κλουβί. Αλλά, όπως ξεκίνησα για να συνεχίσω το ταξίδι μου, ήρθε και μου είπε ότι πρέπει να με φάει προτού σβήσει τη δίψα της.”

“Με τιμάς αποκαλώντας με άγιο και ιερό,” είπε το βόδι. “Αλλά, το κάνεις αυτό την ώρα της ανάγκης σου. Αυτόι είναι οι τρόποι της φυλής σου. Όταν ήμουνα νέο και δυνατό και δούλευα για τον αδελφό σου τον αγρότη, με τάιζε και με αντιμετώπιζε με φροντίδα. Τώρα που είμαι γέρικο και ανίκανο, με εγκατέλειψε στην ερημιά για να συντηρήσω μονάχο τον εαυτό μου όσο καλύτερα μπορώ. Γι’ αυτό νιώθω, ότι αν οι άνθρωποι είναι αγνώμονες, τα ζώα θα έπρεπε να τους πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα.”

“Πεινάω για τη σάρκα σου, ω σοφέ. Πεινάω!” κραύγασε η τίγρη τρέχοντας προς το μέρος του Βραχμάνου.

“Περίμενε, περίμενε, υπάρχουν ακόμη δύο δικαστές με τους οποίους πρέπει να μιλήσουμε,” είπε ο Βραχμάνος, αν και δεν έλπιζε ότι θα βρισκόταν κανείς για να αναγνωρίσει την αξία της πράξης του. “Να ο δρόμος. Άσε με να ζητήσω τη γνώμη του.” Κι έτσι αφηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία στο δρόμο.

“Καλέ μου άνθρωπε,” του απάντησε αυτός, “πως μπορείς να περιμένεις από μένα να αποδώσω δικαιοσύνη; Κοίταξέ με. Είμαι χρήσιμος σε όλους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους, ζώα και πουλιά. Αν και όλοι με ποδοπατάνε δε μου δίνουν τίποτα άλλο από στάχτες και τα σκουπίδια τους, και μόνο φλούδια από σπόρια για να φάω.”

Ο Βραχμάνος βούλιαξε στην απελπισία. Παρ’ όλα αυτά μια ισχνή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του, όταν είδε το τσακάλι να έρχεται προς το μέρος τους. Αυτό, ίσως, να τον υποστήριζε.

“Ω, Θείε μου Τσακάλι, άκουσέ με και απόδωσε δικαιοσύνη!” ικέτευσε.

“Πες μου ολόκληρη την ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος,” είπε το τσακάλι.

Ο Βραχμάνος αφηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν με κάθε λεπτομέρεια.

“Ω, πόσο ηλίθιο εκ μέρους μου, αλλά μου διέφυγε η ουσία ολόκληρης της ιστορίας. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου την αφηγηθείς ξανά απ’ την αρχή;”

Ο Βραχμάνος είπε ξανά την ιστορία.

“Είναι πολύ παράξενο,” είπε το τσακάλι κουνώντας το κεφάλι του, “όλα φαίνονται να μπαίνουν απ’ το ένα αυτί και να βγαίνουν απ’ το άλλο. Τώρα, για να δούμε ακριβώς πως έγιναν τα γεγονότα. Εσύ, αγαπητέ Βραχμάνε, ήσουνα, νομίζω, μέσα στο κλουβί και η τίγρη περνούσε…”

“Όχι, όχι” διέκοψε η τίγρη, “είσαι ηλίθιο! Εγώ ήμουνα στο κλουβί.”

“Και βέβαια!” αναφώνησε το τσακάλι υποκρινόμενο το ηλίθιο. “Ναι! Εγώ ήμουνα στο κλουβί -ω, όχι δεν ήμουνα- ωιμέ, ωιμέ! Τι έπαθε το μυαλό μου; Για να δω, το κλουβί ήταν μέσα στην τίγρη και ο Βραχμάνος περνούσε -όχι, όχι, πάλι δεν τα λέω σωστά… Λοιπόν αγαπητοί μου φίλοι, συνεχίστε το δρόμο σας και ρωτήστε κάποιον άλλο, γιατί εγώ αποκλείεται να καταλάβω τι μου λέτε!”

“Θα καταλάβεις!” φώναξε η τίγρη εξαγριωμένη από την ηλιθιότητα του τσακαλιού. “Θα σε αναγκάσω να καταλάβεις!”

“Κοίτα εδώ. Είμαι η τίγρη.”

“Ναι,” είπε το τσακάλι.

“Κι αυτός είναι ο Βραχμάνος.”

“Ναι,” συμφώνησε το τσακάλι.

“Και αυτό είναι το κλουβί.”

“Κι εγώ ήμουνα μέσα στο κλουβί. Κατάλαβες;”

“Ναι, όχι. Δηλαδή θα ήθελα να μπορούσα να το δω πιο ξεκάθαρα.”

“Είσαι ηλίθιο! Απόλυτα ηλίθιο!” κραύγασε η τίγρη.

“Ναι, ίσως και να είμαι,” είπε το τσακάλι. “Αλλά θα ήθελα να ήξερα πως μπήκες στο κλουβί!”

“Πως; Ε, μα με το συνηθισμένο τρόπο, βέβαια, βρε βλάκα!” Λέγοντας αυτό πήδηξε μέσα στο κλουβί και φώναξε: “Μ’ αυτό τον τρόπο. Τώρα καταλαβαίνεις;”

“Απόλυτα!” διαβεβαίωσε το τσακάλι. Και τότε, κινούμενο γρήγορα, έκλεισε την πόρτα, φυλακίζοντας μέσα την τίγρη. Ο Βραχμάνος ευχαρίστησε το τσακάλι για τη βοήθεια και συνέχισε το δρόμο του..

Link to comment
Share on other sites

Νυν ευπλόηκα ότε νεναυάγηκα

Ο ΝΟΥΣ

Κάποτε, ένας άνθρωπος ταξίδευε και μπήκε τυχαία στον παράδεισο.

Σύμφωνα με την ινδική αντίληψη του παραδείσου, υπάρχουν δέντρα που εκπληρώνουν ευχές.

Εσύ το μόνο που κάνεις είναι να καθίσεις κάτω από ένα τέτοιο δέντρο και να επιθυμήσεις κάτι,

κι αυτό, αμέσως, γίνεται.

Ο άνθρωπος ήταν κουρασμένος και αποκοιμήθηκε κάτω από το δέντρο των ευχών. Όταν ξύπνησε

ένιωσε πολύ πεινασμένος και είπε :<<Πώς πεινάω! Αχ, και να έβρισκα λίγο φαγητό!>> Και αμέσως από

το πουθενά ,το φαγητό φάνηκε να πετάει στον αέρα. Πολύ νόστιμο φαγητό.

Πεινούσε τόσο πολύ, που δεν έδωσε σημασία από που ερχόταν το φαγητό. Όταν πεινάς, δεν το φιλοσοφείς.

Άρχισε αμέσως να τρώει και το φαι ήταν τόσο νόστιμο...Τώρα ένιωθε ικανοποιημένος.

Μια άλλη σκέψη γεννήθηκε μέσα του: <<Ας είχα κάτι να πιω....>>Αμέσως εμφανίστηκε ένα θαυμάσιο κρασί.

Πίνοντας ήρεμα το κρασί, στη σκιά του δέντρου, άρχισε να αναρωτιέται : <<Μα τι γίνεται? Τι συμβαίνει?

Ονειρεύομαι ή μήπως υπάρχουν φαντάσματα γύρω μου, που μου παίζουν παιχνίδια?>>

Και τότε εμφανίστηκαν τα φαντάσματα.....Άρχισε να τρέμει και του γεννήθηκε η σκέψη:

<<Τώρα σίγουρα θα με σκοτώσουν.....>>

Και τον σκότωσαν!!!

Link to comment
Share on other sites

Αυτό που προυπάρχει και συνυπάρχει

Η Συζήτηση των Κυμάτων

Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;»

Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο»

Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: «Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είμαι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»

Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: «Αυτό που καλείς "κύμα" δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»

Link to comment
Share on other sites

  • 4 weeks later...

ΜΠΟΡΩ!!!!????

O αλυσοδεμένος ελέφαντας.

"Δεν μπορώ" του είπα. "Δεν μπορώ!"

"Σίγουρα;" με ρώτησε αυτός.

"Ναι. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω... Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!"

Ο Χόρχε κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του.

Χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:

"Να σου πω μια ιστορία..."

Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται:

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα.

Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών.

Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, τουόγκου και της δύναμής του...

Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος.

Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.

Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος.

Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.

Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο.

Μα τι τον κρατάει;

Γιατί δεν το σκάει;

Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων.

Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα.

Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.

Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: "Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;"

Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση.

Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριοτου ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα - ευτυχώς για μένα - ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν' ανακαλύψει την απάντηση.

Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σε ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι.

Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί.

Μα, παρ' όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.

"Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο - πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου.

Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.

Ζούμε πιστεύοντας ότι "δεν μπορούμε" να κάνουμε ένα σωρό πράγματα , απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε.

Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα.

Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα:

"Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω."

Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε:

"Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.

Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή...Με όλη σου την ψυχή!

Αφιερωμένο σε όλους όσοι παραμένουμε δεμένοι σε μικρά ή μεγάλα παλούκια και μη συναισθανόμενοι την τρομερή μας δύναμη, δειλιάζουμε και δεν κάνουμε ένα βήμα μπροστά...

Link to comment
Share on other sites

  • 3 weeks later...

......

Ένας γέρος Ινδιάνος μιλάει στον εγγονό του.

-Μέσα μου παλεύουν τα πνεύματα δυο λύκων.

Ο ένας είναι αιμοβόρος, άγριος, ύπουλος, εγωιστής κι εκδικητικός.

Ο άλλος είναι πράος, ήρεμος, γεμάτος καλοσύνη κι αγάπη.

Ο εγγονός τον κοίταζε απορημένος.

-Μην απορείς, του είπε ο γέρος και μέσα σου η ίδια πάλη γίνεται. Υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.

Ο μικρός σκέφτηκε λίγο και μετά ρώτησε:

-Και στο τέλος ποιος από τους δύο θα κερδίσει?

-Αυτός που θα ταΐσεις.

Link to comment
Share on other sites

......

Ένας γέρος Ινδιάνος μιλάει στον εγγονό του.

-Μέσα μου παλεύουν τα πνεύματα δυο λύκων.

Ο ένας είναι αιμοβόρος, άγριος, ύπουλος, εγωιστής κι εκδικητικός.

Ο άλλος είναι πράος, ήρεμος, γεμάτος καλοσύνη κι αγάπη.

Ο εγγονός τον κοίταζε απορημένος.

-Μην απορείς, του είπε ο γέρος και μέσα σου η ίδια πάλη γίνεται. Υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.

Ο μικρός σκέφτηκε λίγο και μετά ρώτησε:

-Και στο τέλος ποιος από τους δύο θα κερδίσει?

-Αυτός που θα ταΐσεις.

Το παραπάνω μου θυμίζει Πλάτωνα. Μόνο που εκεί ο Πλάτων μιλά για άλογα ένα άσπρο και ένα μαύρο που οδηγούν το άρμα της ψυχής...

Link to comment
Share on other sites

Το παραπάνω μου θυμίζει Πλάτωνα. Μόνο που εκεί ο Πλάτων μιλά για άλογα ένα άσπρο και ένα μαύρο που οδηγούν το άρμα της ψυχής...

Και η δική σου αναφορά μου θύμησε το :

"Χώμα, νερό, φωτιά και φως πηδούν, τα τέσσερα άλογά σου,

και συ κρατάς, ω νου, στη φούχτα σου τα στέρεα χαλινάρια,

και συγκερνάς τη γαύρα δύναμη με του μυαλού την έγνοια."

Ασχετο και συνάμα σχετικό.

Link to comment
Share on other sites

Η αρχέγονη στάση του Μαθειν

Μια φορά στον Βούδα ήρθε ένας μαθητής του και ζήτησε κάποιο θαύμα, λέγοντας πως μόνο τότε θα πιστέψει. Ο Βούδας χαμογέλασε με πικρία και του έδειξε ένα μεγάλο θαύμα. Ο μαθητής έκπληκτος φώναξε:

- Τώρα είμαι έτοιμος κάτω απ' τις οδηγίες σου να περάσω όλα τα σκαλοπάτια της Μάθησης.

Αλλά ο Βούδας του έδειξε την πόρτα και του είπε:

- Τώρα δε σε χρειάζομαι.

Link to comment
Share on other sites

Πολλαπλοί συνειρμοί....

Ζούσε κάποτε ένας γέρος γεωργός που δούλευε στα χωράφια του για πολλά χρόνια.

Μια μέρα το άλογό του το έσκασε. Οι γείτονες έτρεξαν τότε να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους, αφού χωρίς άλογο η εργασία του γεωργού θα γινόταν με δυσκολία.

"Πολύ κακή τύχη" έλεγαν με συμπάθεια.

"Θα δούμε" απαντούσε ο γεωργός...

Την επόμενη μέρα το άλογο γύρισε κι έφερε μαζί του τρία ακόμη άγρια άλογα.

"Τι καλοτυχία!" είπαν τότε οι γείτονες.

"Θα δούμε" απάντησε ο γεωργός...

Μια μέρα αργότερα, ο γιος του γεωργού δοκίμασε να δαμάσει ένα από τα άγρια άλογα και πέφτοντας έσπασε το πόδι του.

Οι γείτονας ήρθαν ξανά να εκφράσουν τη συμπόνια τους:

"Άτυχος στάθηκε ο γιος σου" έλεγαν με γνήσια πικρία.

"Θα δούμε" απαντούσε ο γεωργός...

Ξημερώνοντας η επόμενη μέρα, στρατιωτικοί αξιωματούχοι ήρθαν στο χωριό να στρατολογήσουν νέα παλικάρια για τον επικείμενο πόλεμο που επρόκειτο να ξεσπάσει. Βλέποντας το σπασμένο πόδι του γιου του γεωργού, τον προσπέρασαν και δεν τον πήραν μαζί τους.

Οι γείτονες σχολίασαν με στόμφο την καλοτυχία του παιδιού και την τροπή που είχε πάρει το ατύχημά του.

Και ο γεωργός απάντησε:

"Θα δούμε..."

Link to comment
Share on other sites

Η αρχέγονη στάση του Μαθειν

Μια φορά στον Βούδα ήρθε ένας μαθητής του και ζήτησε κάποιο θαύμα, λέγοντας πως μόνο τότε θα πιστέψει. Ο Βούδας χαμογέλασε με πικρία και του έδειξε ένα μεγάλο θαύμα. Ο μαθητής έκπληκτος φώναξε:

- Τώρα είμαι έτοιμος κάτω απ' τις οδηγίες σου να περάσω όλα τα σκαλοπάτια της Μάθησης.

Αλλά ο Βούδας του έδειξε την πόρτα και του είπε:

- Τώρα δε σε χρειάζομαι.

Παραλλαγή του πίστευε και μη ερεύνα είναι...????

Link to comment
Share on other sites

Παραλλαγή του πίστευε και μη ερεύνα είναι...????

Εξαρτάται από τον "μεταφραστή", για σένα λοιπόν δεν μπορώ να απαντήσω, η δική μου μετάφραση βρίσκεται στον τίτλο...

Σε κάθε μια ιστορία, ο τίτλος εκφράζει την δική μου σκέψη.

Link to comment
Share on other sites

Εξαρτάται από τον "μεταφραστή", για σένα λοιπόν δεν μπορώ να απαντήσω, η δική μου μετάφραση βρίσκεται στον τίτλο...

Σε κάθε μια ιστορία, ο τίτλος εκφράζει την δική μου σκέψη.

Η αρχέγονη στάση του Μαθειν

Δλδ να μην πάρει ο μαθητής μια ιδέα του τι θα μάθει στην πορεία...?? Τόσο κακό είναι...??

Link to comment
Share on other sites

Η αρχέγονη στάση του Μαθειν

Δλδ να μην πάρει ο μαθητής μια ιδέα του τι θα μάθει στην πορεία...?? Τόσο κακό είναι...??

Κάτι δηλαδή σαν το, ολίγη από γιουβέτσι…

Συνάδελφε, αλλού είναι το κακό. Aς μην ξεχνάμε τον πύργο της Βαβέλ.

Link to comment
Share on other sites

Η ΦΙΛΙΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΤΗΤΑ.

Ένας άνδρας, το άλογο κι ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη. Όμως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει το θνητό κόσμο, και συνέχισε την πορεία του με τα δυο του ζώα. Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την νέα κατάσταση. Ο δρόμος ήτανε πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο..

Καλημέρα.

Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;

Εδώ είναι ο παράδεισος, απάντησε ο φύλακας.

Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε. Τότε ο φύλακας του δείχνει την πηγή, λέγοντας του:

Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε.

Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης.

Λυπάμαι πολύ, αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα.

Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, αφού διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του. Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν. Λέει ο διαβάτης:

Καλημέρα.

Ο άνδρας έγνεψε με το κεφάλι του σαν απάντηση.

Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ. Λέει ο άνδρας δείχνοντας το μέρος:

Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.

Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και σβήσανε τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.

Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε, του είπε εκείνος.

Με την ευκαιρία, πώς λέγεται αυτό το μέρος;

Παράδεισος.

Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε, ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος.

Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση.

Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.

Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα.

Σε καμία περίπτωση, στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, γιατί εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους!

Link to comment
Share on other sites

Λες αυτό να μας συμβαίνει τελικά; !!!

Ίσως έχεις δίκιο.

Θυμίσου το στις εκλογές........... :P

"Τύχη (και μοίρα) είναι αυτό που ανακάλυψαν οι άνθρωποι για να της φορτώνουν τα λάθη τους"

Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχει τόσο η τύχη όσο και η μοίρα.

Το "πρόβλημα" όμως είναι ότι δεν ξέρουμε ποτέ ούτε: α) πότε η τύχη θα μας ευνοήσει, β) ποια είναι η μοίρα μας.

Και αν το καλοεξετάσεις η τύχη αποτελεί μέρος της μοίρας. Θεωρείς ότι είσαι τυχερός αλλά ουσιαστικά ήταν μοιραίο την συγκεκριμένη στιγμή να είσαι τυχερός.

Link to comment
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
 Share

  • Recently Browsing   0 members

    • No registered users viewing this page.

×
×
  • Create New...