Jump to content

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ Α.Ε ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Γ.Σ.


Recommended Posts

Θα ήθελα απόψεις για το παρακάτω ζήτημα..

Έχει δικαίωμα μια Α.Ε. που έχει κλείσει ισολογισμό, έχει υποβάλει φορολογική δήλωση, έχει εγκριθεί ο Ισολογισμός, να τροποποιήσει τα αποτελέσματά της και να υποβάλει τροποποιητική δήλωση εντός του ίδιου οικονομικού έτους?

Link to comment
Share on other sites

ναι

ακομη και αν επελθει αλλαγη στην φορολογια εισοδηματος

δημοσιευση νεου ισολογισμου και τροποποιητικη δηλωση Φ.10 με τα νεα δεδομενα

Link to comment
Share on other sites

Εγώ είμαι αυτής της άποψης Απόστολε αλλά υπάρχει και η αντίθετη..

και υπάρχουν αποφάσεις του Σ.Τ.Ε. που συμφωνούν με την μία ή την άλλη..

εσύ που το στηρίζεις?

Υ.Γ. Μιλάμε βέβαια για μείωση φορολογητέας ύλης ..αν μιλάγαμε για αύξηση δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα.. :P

Link to comment
Share on other sites

το εχω κανει και μαλιστα απο πληρωμη φορου με την τροποποιηση βγηκε αρνητικη (οχι ζημιες αλλα τα κερδη-φορος λιγοτερα απο την προκαταβολη προηγουμενης χρησης)

πηραμε και πισω χρηματα με ΤΑΦΕ

ΦΑΒΕ 2000

Link to comment
Share on other sites

Κι εγώ το έχω κάνει στο παρελθόν..

τώρα όμως βρέθηκε ελεγκτής με "ευαγγέλιο" τον Ηλιόκαφτο..

(θέμα: τροποποίηση των οικονομικών καταστάσεων μετά το πέρας των νομίμων προθεσμιών σύνταξης Α.Ε.")

και άντε να βγάλεις το φίδι απ'την τρύπα..

Link to comment
Share on other sites

Σούλη

το κυριαρχο διοικητικο οργανο της ΑΕ ειναι η συνελευση των μετοχων

αυτη συγκαληται μεχρι 30/6/***** ενω οι δηλωσεις κατατηθενται 10/5

αν το ΔΣ παρει μαι αποφαση για την χ διαταξη του ισολογισμου και τις διανομης των κερδων και δεν την εγκρινει η ΓΣ με βαση τον 2190/20 αυτο που θα ισχυσει στην εταιρια ειναι η αποφαση της ΓΣ

να το θεσω αλλιως το θεμα

το ΔΣ προτεινει (σε εκεινη την φαση δν ισχυει για σημερα το παραδειγμα, αλλα το αναφερω για να γινει πιο κατανοητο)

το ΔΣ λοιπον προτεινει αφορολογητο αποθεματικο καταθετει δηλωση με αφορολογητο αποθεματικο, πληρωνει λιγοτερο φορο και ερχεται η ΓΣ και περνει αποφαση επειδη θελουν οι μετοχοι χρηματα να μην γινει αφορολογητο και να πληρωθει ο φορος ετσι ωστε ολα τα κερδη να διανεμηθουν

ο κυριος ελεγκτης τι θα κανει??

θα πει οχι δεν θελεω το φορο και υποχρεωτικα και εναντια στο κυριαρχο οργανο διοικησης της εταιριας, θα ισχυσει το αφορολογητο αποθεματικο και δεν θα πληρωθει ο φορος για να γινει διανομη??

αρα λοιπον σε καθε περιπτωση, και δεν με νιαζει τι λεει ο Ηλιοκαυτος, το ανωτατο οργανο διοικησης της εταιριας ΓΣ, μπορει να φερει τα πανω κατω και η ΔΟΥ ειναι υποχρεωμενη να παρει την τροποποιητικη δηλωση με τα νεα δεδομενα

δεν ξερω αν υπαρχει κατι μεπτο στην διαδικασια που ακολουθηθηκε

δλδ

θα επρεπε η ΓΣ να μην δεχθει τον ισολογισμο να ζητησει την επανασυνταξη με τα δεδεομενα που αποφασιστικαν και να καλεσει νεα ΓΣ στην οποια θα εγκρινει το νεο ισολογισμο με τον οποιο θα γινει η τροποποιητικη δηλωση

Link to comment
Share on other sites

Απόστολε δεν μιλάω για τροποποίηση ισολογισμού από την Τακτική Γενική Συνέλευση (έως 30/06)..

εκεί δεν υπάρχει πρόβλημα και είναι σαφές σε όλους..

μιλάω για μεταγενέστερη τροποποίηση, λόγω διαπίστωσης λάθους, και πάντα έως 31/12..

Link to comment
Share on other sites

Απόστολε δεν μιλάω για τροποποίηση ισολογοσισμού από την Τακτική Γενική Συνέλευση (έως 30/06)..

εκεί δεν υπάρχει πρόβλημα και είναι σαφές σε όλους..

μιλάω για μεταγενέστερη τροποποίηση, λόγω διαπίστωσης λάθους, και πάντα έως 31/12..

Νομιζω ότι δεν γίνεται , χωρις τωρα να μπορώ να σου πω γιατί . Θα ψαξω και θα σ ενημερώσω Αθανασιε .

Link to comment
Share on other sites

16/09/1994, 107/Ν.2238/1994

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 107

Υπόχρεοι σε δήλωση

Προθεσμία και περιεχόμενο αυτής

1. Κάθε νομικό πρόσωπο του άρθρου 101 υποχρεούται να υποβάλλει δήλωση φόρου εισοδήματος στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Επίσης σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος υποχρεούνται και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητο στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν προκύπτει ή όχι εισόδημα από αυτό.(1)

2. Η δήλωση της προηγούμενης παραγράφου υποβάλλεται:

α) Από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, για τα εισοδήματα που απόκτησαν μέσα σε αυτήν.(2)

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να μεταφέρεται ειδικά για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που ορίζεται πιο πάνω και η υποβολή της δήλωσης να γίνεται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του νομικού προσώπου.(3)

β) Από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 101, μέχρι τις 10 Μαρτίου του οικείου οικονομικού έτους για τα εισοδήματα που απέκτησαν μέσα στο αμέσως προηγούμενο έτος, ανεξάρτητα αν τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται ή όχι σε φορολογία. Όταν δηλώνεται εισόδημα από την εκμίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης, υποκείμενο σε φορολογία εισοδήματος, η δήλωση υποβάλλεται μέχρι τις 15 Απριλίου του οικείου οικονομικού έτους.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και στα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας Κ.Β.Σ.(4)

Η υποβαλλόμενη δήλωση συνοδεύεται υποχρεωτικά με αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων.(5)

γ) Από τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση, μέσα σε ένα (1) μήνα από τη λήξη της εκκαθάρισης για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Σε περίπτωση παράτασης της εκκαθάρισης πέραν του έτους υποβάλλεται προσωρινή δήλωση για τα εισοδήματα κάθε έτους μέσα σε ένα (1) μήνα από τη λήξη του, επιφυλασσομένης της υποβολής οριστικής δήλωσης συγχρόνως με τη λήξη της εκκαθάρισης. Σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει προσωρινό φύλλο ελέγχου, το οποίο περιέχει το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από τα βιβλία και το ποσό του φόρου που αναλογεί μαζί με τον πρόσθετο φόρο που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 86, αντίγραφο του οποίου κοινοποιείται στο υπόχρεο νομικό πρόσωπο. Ο φόρος βεβαιώνεται εφάπαξ αμέσως μετά την οριστικοποίηση του προσωρινού φύλλου ελέγχου. Κατά του προσωρινού φύλλου ελέγχου επιτρέπονται τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατά την προσωρινή διαδικασία αποτελούν προσωρινό δεδικασμένο και δεν επηρεάζουν την κύρια δίκη. Από το ποσό του κύριου και πρόσθετου φόρου που πρόκειται να βεβαιωθεί με βάση το οριστικό φύλλο ελέγχου εκπίπτει ο φόρος που έχει καταλογισθεί με τα προσωρινά φύλλα ελέγχου και ο επιπλέον φόρος που έχει καταβληθεί επιστρέφεται μετά την τελεσιδικία της εγγραφής.

δ) Από τα διαλυόμενα νομικά πρόσωπα, για τα οποία δεν επιβάλλεται από το νόμο εκκαθάριση, μέσα σε ένα (1) μήνα από τη διάλυση και σε κάθε περίπτωση πριν από τη διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο των περιουσιακών στοιχείων τους.

3. Οι διατάξεις του δεύτερου και τρίτου εδαφίου και η περίπτωση ια’ της παραγράφου 1 καθώς και οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 61 εφαρμόζονται ανάλογα και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101.(6)

4. Ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στα καθαρά κέρδη των οποίων συμπεριλαμβάνονται και εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας ή κέρδη προσδιορισθέντα ή φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο, εφόσον μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης δεν συνέρχεται η γενική συνέλευση των μετόχων για να εγκρίνει την προταθείσα από το διοικητικό συμβούλιο διανομή κερδών ή συνέρχεται και τροποποιεί την προταθείσα αυτή διανομή κερδών, υποχρεούνται να υποβάλλουν τροποποιητική δήλωση εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη του πιο πάνω εξαμήνου για τα φορολογητέα κέρδη, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 106. Ο τυχόν οφειλόμενος, βάσει της τροποποιητικής δήλωσης, φόρος και προκαταβολή φόρου καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων μηνών.

Σε περίπτωση μεταγενέστερης, αλλά μέσα στην ίδια διαχειριστική χρήση, μερικής ή ολικής έγκρισης της διανομής, εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 106 του παρόντος. Προς τούτο, υποβάλλεται συμπληρωματική δήλωση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το χρόνο έγκρισης από τη γενική συνέλευση και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.

Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση περαιτέρω διανομής κερδών του ίδιου οικονομικού έτους, εφόσον η διανομή λαμβάνει χώρα μέχρι το χρόνο λήξης της τρέχουσας διαχειριστικής χρήσης.(7)

5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται κατά περίπτωση και για τις ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και συνεταιρισμούς.(8)

6. Η δήλωση συντάσσεται σε έντυπο που παρέχεται δωρεάν από το Δημόσιο και υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που υποβάλλονται μαζί με αυτή.

Συναφείς Διατάξεις

Ν.3427/2006 (ΦΕΚ 312 Α’), άρθρο 23 (Δήλωση στοιχείων ακινήτων)

«1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, κατοικία ή έδρα του, το οποίο έχει την 1η Ιανουαρίου εμπράγματο δικαίωμα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε ακίνητο που βρίσκεται στην Ελλάδα, υποχρεούται να υποβάλει δήλωση στοιχείων ακινήτων.

Η δήλωση στοιχείων ακινήτων υποβάλλεται μία φορά, στο έτος που προκύπτει τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. Η πρώτη εφαρμογή ήταν την 1η Ιανουαρίου 2005.

Σε περίπτωση μεταβολής της περιουσιακής ή οικογενειακής κατάστασης του υποχρέου την 1η Ιανουαρίου, υποβάλλεται δήλωση μεταβολής στοιχείων ακινήτων το αντίστοιχο έτος.

Η δήλωση στοιχείων ακινήτων συνυποβάλλεται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών ή νομικών προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 2 και στο άρθρο 101 του ν.2238/1994.

Υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος υπάρχει και όταν συντρέχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης στοιχείων ακινήτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων εδαφίων.

Τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του πιο πάνω νόμου, τα οποία δεν έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, υποβάλλουν τη δήλωση στοιχείων ακινήτων στις προθεσμίες που ορίζονται από την περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 107 του ίδιου νόμου.

Τα νομικά πρόσωπα τα οποία, λόγω υπερδωδεκάμηνης χρήσης, δεν υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τη λήξη του πρώτου τμήματος αυτής, δωδεκάμηνης ή μικρότερης χρονικής διάρκειας, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η μεταβολή, υποβάλλουν τη δήλωση στοιχείων ακινήτων μέχρι τη 10η ημέρα του πέμπτου μήνα από τη λήξη του οικείου ημερολογιακού έτους.

Σε περίπτωση μετασχηματισμού επιχειρήσεων, η προερχόμενη από τη μετατροπή ή συγχώνευση επιχείρηση, καθώς και η απορροφώσα, σε περίπτωση συγχώνευσης με απορρόφηση, υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης στοιχείων ακινήτων για λογαριασμό της επιχείρησης που μετασχηματίστηκε, ταυτόχρονα με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που θα υποβάλει στο όνομα της τελευταίας.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί εισφοράς κλάδου από επιχείρηση σε άλλη επιχείρηση.

Τα νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τη λήξη της εκκαθάρισης ή της διάλυσης, υποχρεούνται να συνυποβάλουν και δήλωση στοιχείων ακινήτων.

2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται κατ’ έτος ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης στοιχείων ακινήτων, καθώς και ο τρόπος, οι προθεσμίες υποβολής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος.

3. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για ακίνητα του Δημοσίου.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 15 του άρθρου 5 του ν.3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α’) καταργούνται.»

Ν.3299/2004 (ΦΕΚ 261 Α’) «Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη και την Περιφερειακή Σύγκλιση», άρθρο 10, παρ. 5

«5. Απώλεια της φορολογικής απαλλαγής και καταβολή των οφειλόμενων φόρων.

Α. Το αφορολόγητο αποθεματικό της απαλλαγής που σχηματίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος προστίθεται στα κέρδη της επιχείρησης και φορολογείται στη διαχειριστική χρήση κατά την οποία:

(α) Πωλήθηκαν ή έπαψαν για οποιονδήποτε λόγο να χρησιμοποιούνται τα πάγια περιουσιακά στοιχεία πριν περάσουν πέντε (5) χρόνια από τότε που αγοράστηκαν ή έπαψαν να χρησιμοποιούνται τα μηχανήματα των οποίων η χρήση είχε αποκτηθεί με χρηματοδοτική μίσθωση και ακυρώθηκε η σύμβαση, για το ποσό που το αφορολόγητο αποθεματικό αντιστοιχεί στην αξία των πάγιων αυτών στοιχείων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, αν η επιχείρηση αντικαταστήσει τα πάγια αυτά στοιχεία, μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που έγινε η πώληση ή η διακοπή της χρηματοδοτικής μίσθωσής τους, με νέα πάγια στοιχεία ίσης τουλάχιστον αξίας, τα οποία συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της ενισχυόμενης δαπάνης της επένδυσης ή της χρηματοδοτικής μίσθωσης που ορίζει το παρόν.

(β) Θα γίνει διανομή ή ανάληψη του αντίστοιχου ποσού του αφορολόγητου αποθεματικού και για το ποσό που θα διανεμηθεί ή θα αναληφθεί.

(γ) Διαλύεται η ατομική επιχείρηση ή η εταιρία λόγω θανάτου του επιχειρηματία ή μέλους της εταιρίας.

Β. Επίσης το αφορολόγητο αποθεματικό που σχηματίστηκε φορολογείται:

(α) Σε περίπτωση αποχώρησης εταίρου, στο όνομά του, στο χρόνο αποχώρησής του και για το ποσό που αναλογεί σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία.

(β) Σε περίπτωση μεταβίβασης εταιρικής μερίδας, στο όνομα του μεταβιβάζοντος, στο χρόνο της μεταβίβασης και για το ποσό που αναλογεί σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία.

(γ) Σε περίπτωση ανάληψης του αποθεματικού από εταίρο ή τους κληρονόμους του, στο όνομα του αναλαμβάνοντας, στο χρόνο της ανάληψης και για το ποσό που αναλαμβάνεται από αυτόν.

(δ) Σε περίπτωση θανάτου ενός εταίρου και εφόσον η εταιρία συνεχίζεται νόμιμα μόνο μεταξύ των λοιπών εταίρων, στο όνομα του κληρονόμου και για το ποσό που αναλογεί σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του θανόντος στην εταιρία.

(ε) Σε περίπτωση που η επιχείρηση μετά τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν αποκτά την κυριότητα του εξοπλισμού.

Γ. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της επένδυσης ή/και μη απόκτησης της χρήσης του εξοπλισμού με χρηματοδοτική μίσθωση εντός της πενταετούς προθεσμίας που ορίζεται από την παρ. 27 του άρθρου 6, η επιχείρηση υποχρεούται στην υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για κάθε οικονομικό έτος και για το μέρος των κερδών που απηλλάγησαν της φορολογίας λόγω σχηματισμού του αφορολόγητου αποθεματικού.»

Ν.2992/2002 (ΦΕΚ 54 Α’), άρθρο 1, παρ. 4 (Καθιέρωση Διεθνών Λογιστικών Προτύπων)

«4. Οι εταιρίες που εφαρμόζουν τα Δ.Λ.Π., κατά την υποβολή των ετήσιων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, προσαρμόζουν με τις προσήκουσες αναμορφώσεις στις αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος, το λογιστικό αποτέλεσμα όπως εμφανίζεται στην κατάσταση αποτελεσμάτων της χρήσεως, προς το φορολογητέο αποτέλεσμα που προκύπτει με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και φορολογούνται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα αυτό. Η συμφωνία του λογιστικού προς το φορολογικό αποτέλεσμα της υπό εξέταση χρήσεως παρουσιάζεται σε ιδιαίτερη σημείωση επί των οικονομικών καταστάσεων.»

Ν.2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α’/28.12.2000), άρθρο 4, παρ. 27 (Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Εργατικής Εστίας)

«27. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν.2443/1996 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Εργατικής Εστίας (Τ.Α.Π.Ε.Ε.), το οποίο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος μπορεί να υποβάλει στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις για την απόδοση των φόρων, τελών, εισφορών ή κρατήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.2198/1994, για τους οποίους η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι 31.12.1997. Τα οικεία ποσά καταβάλλονται εφάπαξ με την υποβολή των δηλώσεων. Με την καταβολή των ανωτέρω ποσών εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των υπαλλήλων - μελών του Τ.Α.Π.Ε.Ε. που έλαβαν από αυτό τα εφάπαξ ποσά ή βοηθήματα κατά περίπτωση.»

Ν.2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α’/28.12.2000), άρθρο 38, παρ. 2-5

«Ρυθμίσεις θεμάτων λογιστών - φοροτεχνικών

2. Οι επιτηδευματίες, καθώς και οι κοινοπραξίες ή κοινωνίες επιτηδευματιών, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του π.δ.186/1992, οι οποίοι:

α) τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή β) τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. και κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο έχουν πραγματοποιήσει ακαθάριστα έσοδα: αα) πάνω από εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές, αν πρόκειται για εμπορική ή μικτή επιχείρηση, ββ) πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές, αν πρόκειται για επιτηδευματία που ασκεί εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα, υποβάλλουν τις κάθε είδους δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), αρχικές, συμπληρωματικές, τροποποιητικές, περιοδικές και εκκαθαριστικές, αφού προηγουμένως έχουν υπογραφεί και από λογιστή φοροτεχνικό, κάτοχο της σχετικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος.

3. Ο λογιστής φοροτεχνικός είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια των δηλώσεων ως προς τη συμφωνία αυτών με τα φορολογικά και οικονομικά δεδομένα που προκύπτουν από τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία.

4. Με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών ορίζονται ο χρόνος έναρξης της υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό, οι κατηγορίες των υπόχρεων, η ακριβής εξειδίκευση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και των συνυποβαλλόμενων εντύπων και καταστάσεων, ο τρόπος υποβολής αυτών, τα απαιτούμενα στοιχεία του υπογράφοντος λογιστή φοροτεχνικού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με τις ίδιες αποφάσεις, για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2, δύνανται ν’ αυξομειώνονται τα ποσά των ακαθαρίστων εσόδων που αναφέρονται σε αυτήν. (1007863/149/Α0012/2004, 1010043/ΠΟΛ.1016/2003, 1003510/0014/ΠΟΛ.1070/2001)

5. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του άρθρου αυτού και των υπουργικών αποφάσεων που θα εκδοθούν κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος προβλέπονται οι ακόλουθες κυρώσεις:

α) Για τους υπόχρεους επιτηδευματίες αυτοτελές πρόστιμο, κατά τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 του ν.2523/1997.

Αν ο υπόχρεος κατά του οποίου έχει εκδοθεί πράξη επιβολής προστίμου, μετά την κοινοποίηση αυτής, υποπέσει πάλι σε όμοια παράβαση, κατά την ίδια χρήση, το προβλεπόμενο πρόστιμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το διπλάσιο του ανώτατου ορίου.

β) Για τους υπεύθυνους σύνταξης των δηλώσεων επιβάλλεται πρόστιμο των διατάξεων του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 του ν.2523/1997 μέχρι το διπλάσιο του ανώτατου ορίου, αν οι δηλώσεις είναι ανακριβείς σε σχέση με τα προκύπτοντα από τα βιβλία και στοιχεία δεδομένα και ο υπόχρεος επιτηδευματίας, συνεπεία αυτής της ανακρίβειας, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς φόρο ή έλαβε επιστροφή ποσού πάνω από πέντε τοις εκατό (5%) του προκύπτοντος φόρου, ο οποίος υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών.

Το πρόστιμο αυτό είναι αυτοτελές ανά δήλωση.» (1090523/4468/0014/ΠΟΛ.1263/2001)

Ν.2601/1998 (ΦΕΚ 81 Α’), άρθρο 11, παρ. 5

«5. Απώλεια της φορολογικής απαλλαγής και καταβολή των οφειλόμενων φόρων.

Α. Το αφορολόγητο αποθεματικό της απαλλαγής που σχηματίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος προστίθεται στα κέρδη της επιχείρησης και φορολογείται στη διαχειριστική χρήση κατά την οποία:

(α) Πωλήθηκαν τα πάγια περιουσιακά στοιχεία πριν περάσουν πέντε (5) χρόνια από τότε που αγοράστηκαν ή έπαψαν να χρησιμοποιούνται τα μηχανήματα των οποίων η χρήση είχε αποκτηθεί με χρηματοδοτική μίσθωση και ακυρώθηκε η σύμβαση, για το ποσό που το αφορολόγητο αποθεματικό αντιστοιχεί στην αξία των πάγιων αυτών στοιχείων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, αν η επιχείρηση αντικαταστήσει τα πάγια αυτά στοιχεία, μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που έγινε η πώληση ή η διακοπή της χρηματοδοτικής μίσθωσής τους, με νέα πάγια στοιχεία ίσης τουλάχιστον αξίας, τα οποία συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της ενισχυόμενης δαπάνης της επένδυσης ή της χρηματοδοτικής μίσθωσης που ορίζει το παρόν.

(β) Θα γίνει διανομή ή ανάληψη του αντίστοιχου ποσού του αφορολόγητου αποθεματικού και για το ποσό που θα διανεμηθεί ή θα αναληφθεί.

(γ) Διαλύεται η ατομική επιχείρηση ή η εταιρία λόγω θανάτου του επιχειρηματία ή μέλους της εταιρίας.

Β. Επίσης το αφορολόγητο αποθεματικό που σχηματίστηκε φορολογείται:

(α) Σε περίπτωση αποχώρησης εταίρου, στο όνομά του, στο χρόνο αποχώρησής του και για το ποσό που αναλογεί σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία.

(β) Σε περίπτωση μεταβίβασης εταιρικής μερίδας, στο όνομα του μεταβιβάζοντος, στο χρόνο της μεταβίβασης και για το ποσό που αναλογεί σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία.

(γ) Σε περίπτωση ανάληψης του αποθεματικού από εταίρο ή τους κληρονόμους του, στο όνομα του αναλαμβάνοντος, στο χρόνο της ανάληψης και για το ποσό που αναλαμβάνεται από αυτόν.

(δ) Σε περίπτωση θανάτου ενός εταίρου και εφόσον η εταιρία συνεχίζεται νόμιμα μόνο μεταξύ των λοιπών εταίρων, στο όνομα του κληρονόμου και για το ποσό που αναλογεί σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του θανόντος στην εταιρία.

(ε) Σε περίπτωση που η επιχείρηση μετά τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν αποκτά την κυριότητα του εξοπλισμού.

Γ. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της επένδυσης ή/και μη απόκτησης της χρήσης του εξοπλισμού με χρηματοδοτική μίσθωση εντός της πενταετούς προθεσμίας που ορίζεται από την παρ. 27 του άρθρου 6, η επιχείρηση υποχρεούται στην υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για κάθε οικονομικό έτος και για το μέρος των κερδών που απηλλάγησαν της φορολογίας λόγω σχηματισμού του αφορολόγητου αποθεματικού.

Οι πιο πάνω δηλώσεις θεωρούνται εκπρόθεσμες και οι υπόχρεοι που υποβάλλουν αυτές ή δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν ανακριβείς υπόκεινται στις κυρώσεις του Ν.2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α’). Το συνολικό ποσό φόρου εισοδήματος και πρόσθετου φόρου, που οφείλεται με βάση τη δήλωση της παραγράφου αυτής, καταβάλλεται σε πέντε (5) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η μεν πρώτη με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες τέσσερις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των τεσσάρων επόμενων από την υποβολή της δήλωσης μηνών.»

Ν.2065/1992, άρθρο 49 (Προσυπογραφή δηλώσεως φόρου εισοδήματος και παρακρατούμενων φόρων από το λογιστή)

«1. Οι δηλώσεις φόρου εισοδήματος και απόδοσης παρακρατούμενων φόρων οποιουδήποτε επιτηδευματία φυσικού ή νομικού προσώπου υπογράφονται υποχρεωτικά και από τον προϊστάμενο του λογιστηρίου ή από τον υπεύθυνο λογιστή που τηρεί τα βιβλία αυτού ή, αν δεν απασχολείται λογιστής, από το πρόσωπο που συμπράττει στη σύνταξη των δηλώσεων, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στη δήλωση συμφωνούν με τα δεδομένα των βιβλίων και ότι το εισόδημα, που δηλώνεται, έχει προσδιοριστεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

2. Κάτω από την υπογραφή του προσώπου που υπογράφει τις δηλώσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση αυτού και ο αριθμός της ταυτότητάς του.

3. Ο προϊστάμενος του λογιστηρίου του επιτηδευματία ή άλλο πρόσωπο, που υπογράφει την παραπάνω δήλωση, έχει όλες τις ευθύνες, που προβλέπονται από το Ν. 1599/1986. Η παράλειψη της υπογραφής του λογιστή πρέπει να αιτιολογείται από το φορολογούμενο με δήλωση του Ν. 1599/1986.

4. Στην περίπτωση που η επιχείρηση απασχολεί λογιστή και η δήλωση φόρου εισοδήματος δεν υπογράφεται από αυτόν, οι αποδοχές αυτού δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης και επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του λογιστή μέχρι το ένα τέταρτο (1/4) των ετήσιων αποδοχών του.»

Ν.2020/1992, άρθρο 22, παρ. 5 (Παράταση δηλώσεων)

«5. Προθεσμίες που ορίζονται από τις κείμενες φορολογικές διατάξεις προς υποβολή φορολογικών δηλώσεων δύνανται να παρατείνονται είτε για ολόκληρη τη χώρα είτε για τμήματα αυτής, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας.» (1026510/1658/370/Α0014/ΠΟΛ.1101/19.3.2002 Α.Υ.Ο.)

Link to comment
Share on other sites

4. Ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στα καθαρά κέρδη των οποίων συμπεριλαμβάνονται και εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας ή κέρδη προσδιορισθέντα ή φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο, εφόσον μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης δεν συνέρχεται η γενική συνέλευση των μετόχων για να εγκρίνει την προταθείσα από το διοικητικό συμβούλιο διανομή κερδών ή συνέρχεται και τροποποιεί την προταθείσα αυτή διανομή κερδών, υποχρεούνται να υποβάλλουν τροποποιητική δήλωση εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη του πιο πάνω εξαμήνου για τα φορολογητέα κέρδη, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 106. Ο τυχόν οφειλόμενος, βάσει της τροποποιητικής δήλωσης, φόρος και προκαταβολή φόρου καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων μηνών.

Σε περίπτωση μεταγενέστερης, αλλά μέσα στην ίδια διαχειριστική χρήση, μερικής ή ολικής έγκρισης της διανομής, εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 106 του παρόντος. Προς τούτο, υποβάλλεται συμπληρωματική δήλωση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το χρόνο έγκρισης από τη γενική συνέλευση και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.

Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση περαιτέρω διανομής κερδών του ίδιου οικονομικού έτους, εφόσον η διανομή λαμβάνει χώρα μέχρι το χρόνο λήξης της τρέχουσας διαχειριστικής χρήσης.

Απόστολε δεν νομίζω ότι έχει να κάνει το άρθρο 107..εκτός και αν δεν το διαβάζω σωστά..

η Τακτική Γενική Συνέλευση έχει συνέλθει κανονικά στην ώρα της..και ενέκρινε την αρχική πρόταση..

η τροποποίηση γίνεται με έκτακτη Γενική Συνέλευση αργότερα..

Link to comment
Share on other sites

Τάσο ευχαριστώ.. :angry:

το ρίχνω και αυτό στο τραπέζι...

ΣτΕ 2291/1990

Πρόεδρος: Σ. ΓΙΑΓΚΑΣ

Εισηγήτρια: Ε. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΘΕΜΑ: Μη δεδουλευμένοι τόκοι πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως μηχανημάτων, για τους οποίους είχαν εκδοθεί ιδιαίτερα στοιχεία του ΚΦΣ, οι οποίοι επρόκειτο να καταστούν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί σε μεταγενέστερες χρήσεις, δεν απεκλείετο να αφαιρεθούν από τα κέρδη της χρήσεως, στην οποία είχαν περιληφθεί, με σκοπό τη μεταφορά τους στις επόμενες χρήσεις στις οποίες ήταν κατά νόμο φορολογητέοι. Η τροποποίηση αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων.

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη εταιρεία ασχολήθηκε κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο (1979) με την εισαγωγή και εμπορία μηχανημάτων οδοποιίας, γεωργικών και ανταλλακτικών αυτών, με την εισαγωγή και εμπορία φορτηγών αυτοκινήτων κ.λ.π., για την παρακολούθηση δε των εργασιών της τήρησε βιβλία και στοιχεία Δ’ κατηγορίας. Με την αρχική της δήλωση ενεφάνισε τα κέρδη της μειωμένα - μεταξύ άλλων - κατά το ποσό των 34.650.464 δραχμών με την αιτιολογία ότι επρόκειτο για τόκους πωλήσεων 1979 μη ληξιπρόθεσμους. Στη συνέχεια υπέβαλε τροποποιητική δήλωση με την οποία επίσης ενεφάνισε τα κέρδη της μειωμένα - μεταξύ άλλων - κατά τα ποσά των 10.241.642, 10.699.079 και 2.117.474 δραχμών με την αιτιολογία ότι επρόκειτο για μη ληξιπρόθεσμους τόκους πωλήσεως χρήσεων 1980, 1981 και 1982 αντίστοιχα. Η φορολογική αρχή αφού δέχθηκε την επάρκεια και ειλικρίνεια των βιβλίων της αναιρεσίβλητης προέβη στη φορολογική αναμόρφωση των δεδομένων με την προσθήκη στα κέρδη που δηλώθηκαν ωρισμένων κονδυλίων λογιστικών διαφορών. Μετά από την άσκηση προσφυγής κατά του επίδικου φύλλου ελέγχου και την επίτευξη μερικού συμβιβασμού, παρέμεινε υπό αμφισβήτηση μία λογιστική διαφορά ποσού 23.058.195 δραχμών που αφορά μη δεδουλευμένους τόκους πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως μηχανημάτων, οι οποίοι θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί κατά τις επόμενες χρήσεις και μάλιστα σύμφωνα με την τροποποιητική δήλωση, κατά τις χρήσεις 1980, 1981 και 1982. Τη μείωση των κερδών κατά το ποσό των τόκων αυτών δεν αναγνώρισε η φορολογική αρχή, μολονότι δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να φορολογηθούν κατά τις χρήσεις που θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί (δεν είχαν ενσωματωθεί στο τίμημα πωλήσεων και είχαν εκδοθεί γι' αυτούς ιδιαίτερα στοιχεία του ΚΦΣ). Ως αιτιολογία της μη αναγνωρίσεως προέβαλε η φορολογική αρχή το γεγονός ότι οι τόκοι ενσωματώθηκαν στο οικονομικά αποτελέσματα της χρήσεως κατά την οποία διενεργήθηκαν οι πωλήσεις, μετά τη σύνταξη του ισολογισμού της οποίας δεν είναι επιτρεπτή η με οποιοδήποτε τρόπο τροποποίηση ή διαγραφή των γενομένων εγγραφών προς το σκοπό της μειώσεως των κερδών, έστω και αν αυτές έγιναν από πλάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ήταν δυνατή η φορολογική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων με την αφαίρεση των ενδίκων τόκων από τα κέρδη της χρήσεως. Με την έφεση του το Δημόσιο υποστήριξε ότι δεν παρέχεται ευχέρεια να γίνει με τη δήλωση μεταφορά λογιστικών κερδών σε επόμενες χρήσεις, καθώς και ότι με τη λογιστική μεταφορά των μη δεδουλευμένων τόκων στα αποτελέσματα χρήσεως, έπαυσε να υπάρχει ο σχετικός λογαριασμός, η αναβίωση δε τούτου με τη φορολογική δήλωση αντίκειται στις διατάξεις περί διαθέσεως κερδών του Ν. 2190/1920. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμος με την αιτιολογία ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ειδική εγγραφή στο λογαριασμό «αποτελέσματα χρήσεως" με τον τίτλο «τόκοι πωλήσεων μηχανημάτων επομένων χρήσεων" ύψους 34.650.464 δραχμών, στους οποίους προφανώς περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω τόκοι, οι οποίοι ανήκουν στις χρήσεις κατά τις οποίες καθίστανται ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί και η έκπτωση των οποίων δεν αποκλείεται να γίνει με τροποποιητική δήλωση της φορολογούμενης μετά το κλείσιμο των βιβλίων, αφού σύμφωνα με την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων, η οποία είναι υποχρεωτική κατά τον προσδιορισμό των φορολογικών κερδών, τα έσοδα ανήκουν και φορολογούνται στη χρήση κατά την οποία προκύπτουν.

5. Επειδή, προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 25, 26 και 27 του Ν.Δ. 3323/55 εδέχθη η αναιρεσιβαλλόμενη ότι δύναται η φορολογούμενη με τροποποιητική δήλωση και προς το σκοπό μειώσεως των κερδών της να τροποποιήσει τις γενόμενες εγγραφές έστω και εάν αυτές έγιναν από πλάνη και μάλιστα μετά το κλείσιμο του ισολογισμού της χρήσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι εφόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι επίδικοι τόκοι επρόκειτο να καταστούν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί σε μεταγενέστερες χρήσεις, εκ μόνου του λόγου ότι είχαν περιληφθεί στον κλεισθέντα ισολογισμό της ένδικης χρήσεως δεν απεκλείετο να αφαιρεθούν από τα κέρδη της χρήσεως αυτής με σκοπό τη μεταφορά τους στις επόμενες χρήσεις στις οποίες ήταν κατά νόμο φορολογητέοι, η τροποποίηση δε αυτή, σύμφωνη μάλιστα με την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων, δεν απεκλείετο ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 25, 26 και 27 του Ν.Δ. 3323/55, ούτε από καμία άλλη διάταξη. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι χρόνος κτήσεως του εισοδήματος είναι ο χρόνος συντελέσεως της γενεσιουργού αιτίας κατά τον οποίο το κέρδος καθίσταται βέβαιο και εκκαθαρισμένο και όχι η χρήση κατά την οποία είναι εισπρακτέο, και ότι κατά τούτο έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη που δέχθηκε ότι τα έσοδα ανήκουν και φορολογούνται στη χρήση κατά την οποία προκύπτουν, πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι χρόνος κτήσεως του επίδικου εισοδήματος τόκων είναι η χρήση κατά την οποία τούτο είναι εισπρακτέο, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικοι τόκοι δεν ήταν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί κατά την ένδικη χρήση και επρόκειτο να καταστούν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί κατά επόμενες χρήσεις, τούτο δε ανεξάρτητα από το χρόνο εισπράξεως τους.

--------------------

ΦΙΛΙΚΑ

ΤΑΣΟΣ

για οικονομία της συζήτησης να πω ότι η τροποποίηση δεν οφείλεται ούτε σε έσοδο ούτε σε έξοδο αλλά σε αλλαγή του κόστους πωληθέντων..

το παλαιότερο που είχα αντιμετωπίσει "επιτυχώς" ήταν λάθος σε αποτίμηση απογραφής..

δηλαδή "Χ" ποσότητα είχε αποτιμηθεί με τιμή κιλού αντί για τιμή γραμμαρίου με αποτέλεσμα την λανθασμένη αξία της απογραφής και την μείωση του κόστους πωληθέντων..

αλλά το ζήτημα είναι γενικό ..τι κάνει μια Α.Ε. όταν ανακαλύπτει ουσιαστικό λάθος μετά την έγκριση του Ισολογισμού από την Γενική Συνέλευση?

Link to comment
Share on other sites

Αριθμός 2205/1991ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ B' Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 1991, με την εξής σύνθεση: Π. Αθανασοπούλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα σε αναπλήρωση του Προέδρου του Β' Τμήματος που είχε κώλυμα, Ηλ. Παπαγεωργίου, Θ. Χατζηπαύλου, Σύμβουλοι, Αν. Γκότσης, Ε. Αναγνωστοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Οικονομίδου, Γραμματέας του Β' Τμήματος. Για να δικάσει την από 8 Ιουλίου 1987 αίτηση:του Οικονομικού Εφόρου Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Δ. Παπαδόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,κατά της Α.Ε. με την επωνυμία ?ΕΚΑ - ΜΑΡ? που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ρ. αρ. 5Α και νυν Μετσόβου αρ. 8), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Διονύσιο Λαμπρόπουλο (Α.Μ. 7144), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Ο. Έ. επιδιώκει να αναιρεθεί η 1254/1987 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Αν. Γκότση.Κατόπιν το Δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Οικονομικού Εφόρου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που ζήτησε την απόρριψή της.Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη καιΑ φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ αΣ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε κατά νόμο χωρίς να καταβληθούν τέλη και παράβολο, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της αποφάσεως 1254/87 του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας, με την οποία έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρίες κατά της αποφάσεως 11595/83 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθ. 1334/81 φύλλου ελέγχου φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 1979, το οποίο εκδόθηκε από τον Οικονομικό Έφορο Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών. 2. Επειδή, στο άρθρο 42 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ. 99/77) ορίζονται τα εξής: ?1. Ο επιτηδευματίας ο τηρών βιβλία τετάρτης κατηγορίας συντάσσει δι' εκάστην χρήσιν ισολογισμόν της επιχειρήσεώς του. 2. Πράξεις επηρεάζουσαι τα αποτελέσματα της χρήσεως ή αναφερόμεναι εις αυτήν ή απτόμεναι καθ' οιονδήποτε τρόπον του ισολογισμού αυτής, εφ' όσον τα δι' αυτάς στοιχεία περιέρχονται εις την επιχείρησιν μετά την λήξιν της χρήσεως, καταχωρούνται εις ημερολόγιον εγγράφων ισολογισμού, λογιζόμεναι ως ημερολογιακαί πράξεις ισολογισμού. 3. Αι πράξεις του ισολογισμού ως και το κλείσιμον αυτού περατούνται εντός των επομένων δύο μηνών από της λήξεως της χρήσεως. Μετ' έγκρισιν του Οικονομικού Εφόρου, η προθεσμία του προηγουμένου εδαφίου δύνανται να παραταθή, εφόσον συντρέχουσι ειδικοί προς τούτο λόγοι: α) Μέχρις έξ εισέτι μήνας, προκειμένου περί επιχειρήσεων εκμεταλλεύσεως ποντοπόρων πλοίων και αλλοδαπών επιχειρήσεων και β) μέχρι δύο εισέτι μήνας, προκειμένου περί των λοιπών επιχειρήσεων. Η προθεσμία αύτη δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να υπερβή την προθεσμίαν υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος?. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως εκείνες της παρ. 3 συνάγεται ότι δεν μπορεί, για οποιοδήποτε λόγο, να γίνουν εγγραφές τροποποιητικές του ισολογισμού της επιχειρήσεως, μετά την πάροδο των προθεσμιών που θεσπίζονται από τις διατάξεις αυτές. Η ως άνω δε ρύθμιση, συνδεόμενη με τις καθ' έκαστο έτος φορολογικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων είναι, προκειμένου για ανώνυμη εταιρεία, ανεξάρτητη της κατά το ν. 2190/20 αρμοδιότητας της γενικής συνελεύσεως των μετόχων για την έγκριση ή τροποποίηση του ισολογισμού, η οποία επιφέρει τα κατά τον Εμπορικό Νόμο και, γενικότερα, το ιδιωτικό δίκαιο αποτελέσματα.3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την εξαγωγή ελαιολάδου, με την από 10-5-1979 δήλωσή της φορολογίας εισοδήματος του ενδίκου οικον. έτους δήλωσε καθαρά κέρδη ισολογισμού 796.273 δρχ. και, μετά την αφαίρεση των διανεμηθέντων μερισμάτων εκ δρχ. 700.000 και της εισφοράς υπέρ του Ο.Γ.Α. εκ δρχ. 5.449, φορολογητέο εισόδημα από τη Δ' πηγή 90.824 δρχ. Αργότερα, και συγκεκριμένα στις 30-4-1981, συνήλθε η γενική συνέλευση της αναιρεσίβλητης και αναμόρφωσε τον αρχικό ισολογισμό της ένδικης χρήσεως (12.5.77-31.12.78). Ειδικότερα, μετά τη διαπίστωση νομικής πλάνης, αύξησε το ποσό που έπρεπε να εκπεσθεί χωρίς δικαιολογητικά για την αντιμετώπιση ειδικών δαπανών εξαγωγών, και το οποίο έπρεπε να υπολογισθεί σε ποσοστό 3% επί των ακαθαρίστων εσόδων της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 3 και 4 του Ν.Δ/τος 3323/55, σε 47.301.870 δρχ., έναντι του ποσού των 23.530.000, το οποίο είχε εκπεσθεί αρχικά και υπέβαλε στην φορολογική αρχή τροποποιητική δήλωση, βάσει της οποίας η ζημία της αναιρεσίβλητης κατά την ένδικη χρήση ανερχόταν σε 23.014.051 δρχ. Η τροποποιητική αυτή δήλωση απορρίφθηκε από τη φορολογική αρχή. Το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι μη νόμιμα η αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβη στην πιο πάνω αναμόρφωση του αρχικού ισολογισμού της και, συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκε η προαναφερόμενη τροποποιητική της δήλωση από τη φορολογική αρχή. Το διοικητικό εφετείο έκρινε, αντίθετα, ότι μη νόμιμα απορρίφθηκε από τη φορολογική αρχή η ως άνω μερική ανάκληση της φορολογικής δηλώσεως της αναιρεσίβλητης και η αναμόρφωση των αποτελεσμάτων του αρχικού ισολογισμού, γιατί η τελευταία δικαιολογείται εκ της νομικής πλάνης της εταιρείας ως προς το ακριβές ποσοστό της εκπτώσεως από τα ακαθάριστα έσοδά της προς αντιμετώπιση των ειδικών δαπανών εξαγωγών και, κατόπιν αυτού, αναγνώρισε τη δηλωθείσα από την εταιρεία ζημία κατά την ένδικη χρήση, την οποία και προσδιόρισε, τελικά, σε 22.055.707 δρχ. Η κρίση όμως αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, νόμιμη, γιατί το διοικ. εφετείο δέχθηκε την τροποποίηση του ισολογισμού της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως προς την εγγραφή των ειδικών δαπανών εξαγωγών, παρόλο ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το χρόνο της τροποποιήσεως αυτής είχαν ήδη παρέλθει οι σχετικές προθεσμίες που θεσπίζονται από τις πιο πάνω διατάξεις του Κ.Φ.Σ. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, βάσιμα προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. Δια ταύταΔέχεται την αίτηση.Αναιρεί την απόφαση 1254/87 του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το σκεπτικό. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές.Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 1991 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8 Ιουλίου 1991.Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας του Β' Τμήματος1-2-Αριθμός 2205/1991./../.

------------

Θανάση ρίχνω κι εγω αυτή στο τραπέζι . ( μόλις ήρθα στο γραφείο ) και συνεχίζουμε το ψαξιμο . Είναι βέβαια με την άλλη "πλευρά"

Link to comment
Share on other sites

η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

αυτό Κώστα δεν σημαίνει ότι δεν ήταν η τελική απόφαση?

Υ.Γ. εκτός αυτού τώρα που ξαναδιαβάζω την απόφαση..κρίθηκε ένα έξοδο "πλασματικό" που είχε την δυνατότητα και όχι την υποχρέωση να εκπέσει η Α.Ε. ..αν το έξοδο ήταν πραγματικό δλδ είχε μείνει απέραστο ένα τιμολόγιο υπαρκτού και αναμφισβήτητου εξόδου π.χ. θα ήταν ίδια ή απόφαση?

Link to comment
Share on other sites

1112918/10736/Δ0012/ΠΟΛ.1248/12/11/1992

Ερμηνευτική Εγκύκλιος Ν.2065/1992 (Αρθρα 25 - 27)

1112918/10736/Δ0012/ΠΟΛ.1248/12.11.1992

Αρθρο 15

Υποκείμενο και αντικείμενο του φόρου

1. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 προστίθεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.Δ.3843/1958, που αναφέρεται στα υποκείμενα σε φορολογία του νόμου αυτού νομικά πρόσωπα, νέα περίπτωση ε', με βάση την οποία, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης που έχουν συσταθεί ή συνιστώνται με τις διατάξεις του Ν.3190/1955 καθίστανται υποκείμενο φορολογίας του ανωτέρω ν.δ/τος, ενώ προηγουμένως διέποντο από τις διατάξεις του Ν.Δ.3323/1955, βάσει των οποίων, οι ίδιες δεν ήσαν, ως γνωστό, υποκείμενο του φόρου αλλά οι εταίροι τους ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής αυτών στα κέρδη του νομικού προσώπου.

Επομένως, με βάση την επελθούσα ως άνω μεταβολή, τα κέρδη των εταιριών περιορισμένης ευθύνης φορολογούνται στο όνομα του νομικού προσώπου, κατά τα ειδικότερα πιο κάτω αναφερόμενα, και με την επιβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση επί των κερδών αυτών των εταίρων που συμμετέχουν στις εταιρίες αυτές.

Η εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης ισχύει για όλους γενικά τους εταίρους, ημεδαπά ή αλλοδαπά, φυσικά ή νομικά πρόσωπα και ανεξάρτητα αν εταίροι της ΕΠΕ είναι αλλοδαπές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε χώρες με τις οποίες έχουν συναφθεί συμβάσεις για την αποφυγή της διπλής φορολογίας εισοδήματος. Ο πιο πάνω τρόπος φορολογίας των κερδών της ΕΠΕ ισχύει για τα κέρδη που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν 30 Ιουνίου 1992 και μετά (1067972/10404/ΠΟΛ.1121/13.7.92 διαταγή μας).

2. Με τις διατάξεις της παρ. 2 αντικαθίσταται οι περιπτώσεις α' και γ' του άρθρου 4 του Ν.Δ.3843/1958, αναφορικά με το αντικείμενο φόρου των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών και των συνεταιρισμών και ενώσεων αυτών.

Οπως είναι γνωστό, με βάση τις αντικαθιστούμενες διατάξεις, οι ανώνυμες εταιρίες και οι συνεταιρισμοί εφορολογούντο για το μέρος των κερδών τους που δεν διένειμαν ενώ, τα διανεμόμενα κέρδη εφορολογούντο στο όνομα των δικαιούχων (μετόχων, μελών Δ.Σ., διευθυντών, διαχειριστών, εργατοϋπαλληλικού προσωπικού και των μελών συνεταιρισμών, αντίστοιχα).

Ηδη, με βάση τις νέες διατάξεις, τα πιο πάνω νομικά πρόσωπα καθώς και οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης θα φορολογούνται πλέον για τα συνολικά τους κέρδη.

Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης α' του άρθρου 4 του Ν.Δ.3843/1958 ορίζεται ότι, αντικείμενο φόρου στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης είναι το συνολικό τους καθαρό εισόδημα ή κέρδος που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή και ότι τα κέρδη που διανέμουν, λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών, που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος.

Επομένως, προκειμένου για ανώνυμη εταιρία, τα μερίσματα που καταβάλλει στους μετόχους, οι εκτός μισθού αμοιβές που καταβάλλει στα μέλη του Δ.Σ. ή στους διευθυντές, τα κέρδη που καταβάλλει με τη μορφή μετρητών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό της, τα κέρδη που καταβάλλει στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων λόγω εξαγοράς αυτών, λαμβάνονται από το υπόλοιπο των πραγματικών κερδών της που προκύπτει μετά την αφαίρεση από αυτά του φόρου που αναλογεί στα συνολικά (προ της διανομής) φορολογητέα κέρδη.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Εστω ότι η ανώνυμη βιομηχανική εταιρία "Α" πραγματοποίησε κατά τη διαχειριστική χρήση 1.1.1992 - 31.12.1992 καθαρά κέρδη 360.000.000 δρχ. από τα οποία αποφάσισε να διανείμει για μερίσματα 100.000.000 δρχ. και για αμοιβές μελών Δ.Σ. 20.000.000 δρχ.

Μεταξύ των δαπανών της, περιλαμβάνονται και δαπάνες 40.000.000 δρχ., οι οποίες δεν αναγνωρίζονται φορολογικά προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.Δ.3843/1958.

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.Δ.3843/1958, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου, ο συντελεστής φορολογίας είναι 35%, θα έχουμε τα εξής:

- Αντικείμενο φορολογίας (φορολογητέα κέρδη) 360.000.000 + 40.000.000 = 400.000.000.

- Αναλογών φόρος (400.000.000 Χ 35%) = 140.000.000.

- Τα διανεμόμενα κέρδη ύψους 120.000.000 δρχ. συνολικά θα ληφθούν από τα πραγματικά κέρδη, μετά την αφαίρεση από αυτά του αναλογούντος φόρου, ήτοι από το ποσό των 220.000.000 δρχ. (360.000.000 - 140.000.000 δρχ.).

Τα ανωτέρω, σχετικά με το αντικείμενο φορολογίας, δεν εφαρμόζονται για τραπεζικές και ασφαλιστικές ανώνυμες εταιρίες, για τις οποίες, ως αντικείμενο φόρου ορίζεται το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή μετά την αφαίρεση από αυτό του μέρους των κερδών που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδά τους ή στα εισοδήματά τους που φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (π.χ. τόκοι από καταθέσεις στην Τράπεζα της Ελλάδος, τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, τόκοι καταθέσεων σε τράπεζες κ.τ.λ.).

Το μέρος των κερδών, που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα ή στα εισοδήματα τα φορολογούμενα κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, εξευρίσκεται, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, με επιμερισμό των συνολικών καθαρών κερδών, ανάλογα με το ύψος των εσόδων που υπόκεινται σε φορολογία και των αφορολογήτων ή των φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο εσόδων με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.

Αν όμως η τραπεζική ή ασφαλιστική εταιρία διανέμει κέρδη (μερίσματα κ.λπ.), στα προκύπτοντα, σύμφωνα με τα πιο πάνω, φορολογούμενα κέρδη προστίθεται το μέρος των αφορολογήτων κερδών ή φορολογουμένων κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, που αναλογούν στα διανεμόμενα, με οποιοδήποτε τρόπο, κέρδη, μετά την αναγωγή του εξευρισκόμενου αυτού ποσού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Α" κατά τη διαχειριστική χρήση 1.1.1992 - 31.12.1992 πραγματοποίησε καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 200 εκ. δρχ. Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα κατά τη χρήση αυτή ανέρχονται σε 2.000 εκατ. δρχ. Μεταξύ των ακαθαρίστων εσόδων της συμπεριλαμβάνονται αφορολόγητα έσοδα 800 εκ. δρχ. (τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, τόκοι καταθέσεων στην Τράπεζα της Ελλάδος).

Η γενική συνέλευση των μετόχων της αποφάσισε τη διανομή συνολικού ποσού 100 εκ. δρχ. (μερίσματα, αμοιβές μελών Δ.Σ. και διευθυντών).

Ο προσδιορισμός των φορολογητέων κερδών της εταιρίας θα γίνει ως εξής:

Συνολικά καθαρά κέρδη 200.000.000 δρχ.

Μείον μέρος των κερδών που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα... 80.000.000 δρχ.

(200 εκ. Χ 800 εκ.)/ 2.000 εκ.

Καθαρά κέρδη που αναλογούν στα φορολογητέα έσοδα 120.000.000 δρχ.

- Προστίθεται μέρος αφορολογήτων κερδών που αναλογεί στα διανεμόμενα (100 εκ. Διαν. Χ 80 εκ. Αφορ.)/200 εκ. Κ. Κέρδη = 40.000.000.

- Πλέον αναλογών φόρος στο ποσό αυτό (35 Χ 40 εκ.)/65 = 21.538.461 61.538.461 δρχ.

Φορολογητέα κέρδη 181.538.461 δρχ.

Οφειλόμενος φόρος 181.538.461 Χ 35% = 63.538.461 δρχ.

Και κατά συνέπεια, η διανομή των κερδών θα γίνει από τα καθαρά κέρδη που μένουν μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος από αυτά, δηλαδή από το ποσό 136.461.539 δρχ. (200.000.000 - 63.538.461).

Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος της τράπεζας, καταρχήν προσδιορίσθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του κοινοποιούμενου νόμου, το μέρος των συνολικών καθαρών κερδών που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα των 800.000.000 δρχ., το οποίο στη συνέχεια, αφαιρέθηκε από τα συνολικά καθαρά κέρδη και το προκύπτον υπόλοιπο (120.000.000 δρχ.) αποτελεί το αντικείμενο φόρου εισοδήματος της τράπεζας.

Επειδή όμως η τράπεζα διένειμε και κέρδη (100.000.000 δρχ. συνολικά), στα ανωτέρω φορολογούμενα κέρδη (120.000.000 δρχ.) προστέθηκε, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο των πιο πάνω διατάξεων, και το μέρος των αφορολόγητων κερδών που αναλογεί στα διανεμόμενα, κατόπιν αναγωγής αυτού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του φόρου που αναλογεί σε αυτό.

- Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι αν η τραπεζική ή ασφαλιστική εταιρία έχει κέρδη και πώληση χρεογράφων, τα οποία θα μεταφέρει στο Αφορολόγητο Αποθεματικό από πώληση χρεογράφων (άρθρο 10 Α.Ν.148/1967), ολόκληρο το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από τα καθαρά κέρδη, προκειμένου υπολογισμού των φορολογητέων κερδών.

Επίσης, αν η εταιρία απέκτησε μέσα στη χρήση 1992 μερίσματα από συμμετοχή της σε άλλες ανώνυμες εταιρίες, επί των οποίων έχει παρακρατηθεί ο αναλογών φόρος μερισμάτων και δεδομένου ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 42 του κοινοποιούμενου νόμου, για τα μερίσματα αυτά σε κάθε περίπτωση επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων με την παρακράτηση του φόρου από την καταβάλλουσα το μέρισμα εταιρία, προκύπτει ότι τα μερίσματα αυτά θα αφαιρεθούν από τα καθαρά κέρδη, προκειμένου υπολογισμού των φορολογητέων κερδών της εταιρίας. Στην περίπτωση αυτή, ως έσοδα για την ανώνυμη εταιρία θα ληφθεί το καθαρό ποσό μερισμάτων, ήτοι το ποσό που λαμβάνει μετά την αφαίρεση του παρακρατούμενου φόρου μερισμάτων, καθόσον σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του κοινοποιούμενου νόμου, σε περίπτωση περαιτέρω διανομής των μερισμάτων αυτών ουδείς φόρος οφείλεται αλλά και ούτε επιστρέφεται ή συμψηφίζεται με το φόρο του νομικού προσώπου ο παρακρατηθείς για τα μερίσματα αυτά φόρος.

Παράδειγμα 2ο

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Β" κατά τη διαχειριστική χρήση 1.1.1992 - 31.12.1992 πραγματοποίησε καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 1.500.000.000 δρχ.

Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα κατά τη χρήση αυτή ανέρχονται σε 20.300.000.000 δρχ.

Μεταξύ των ακαθαρίστων εσόδων συμπεριλαμβάνονται και τα εξής έσοδα:

α. Εσοδα απαλλασσόμενα του φόρου (τόκοι καταθέσεων στην Τράπεζα της Ελλάδος, τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου κ.τ.λ.) 7.000.000.000 δρχ.

β. Εσοδα από εκμίσθωση ακινήτων 40.000.000 δρχ.

γ. Εσοδα από τόκους ομολογιακών δανείων επιχειρήσεων που δεν έχουν υπαχθεί στο Ν.Δ.3746/1957 60.000.000 δρχ. Επί των τόκων έχει παρακρατηθεί φόρος 12 εκ.

δ. Μερίσματα από συμμετοχή σε άλλες ΑΕ (Μέρισμα 350 εκ. - Παρακρ. φόρος 150 εκ.) 200.000.000 δρχ.

ε. Κέρδη από πώληση χρεογράφων 100.000.000 δρχ.

Το Δ.Σ. της Τράπεζας πρότεινε να διανεμηθούν από τα κέρδη, 470 εκ. ως μερίσματα και 30 εκ. ως αμοιβές μελών Δ.Σ. και διευθυντών, ήτοι συνολικά 500 εκ. δρχ.

Με βάση τα παραπάνω αναφερθέντα, τα φορολογητέα κέρδη και ο οφειλόμενος φόρος προσδιορίζονται ως εξής:

Α. ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ

Συνολικά καθαρά κέρδη 1.500.000.000 δρχ.

Μείον μερίσματα από συμμετοχή σε ΑΕ 200.000.000.

Μείον κέρδη από πώληση χρεογράφων 100.000.000 300.000.000 δρχ.

Υπόλοιπο κερδών 1.200.000.000 δρχ.

Μείον μέρος των καθαρών κερδών που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα 420.000.000 δρχ.

(1.200.000.000 Χ 7.000.000.000)/ 20.000.000.000

Μέρος των καθαρών κερδών που αναλογεί στα φορολογητέα έσοδα 780.000.000 δρχ.

Προστίθενται:

α. Μέρος αφορολόγητων κερδών που αναλογεί στα διανεμόμενα 150.000.000.

(500.000.000 Χ 420.000.000)/1.200.000.000 + 200.000.000

β. Φόρος εισοδήματος που αναλογεί στο ποσό των 150 εκ. δρχ. 80.769.230 δρχ.

(35Χ 150.000.000/65) 230.769.230 δρχ.

Φορολογητέα Καθαρά Κέρδη 1.010.769.230 δρχ.

Β. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΣ ΦΟΡΟΣ

Κύριος φόρος 353.769.230 δρχ.

(1.010.769.230 Χ 34%)

Συμπ. φόρος 1.200.000 δρχ.

(40.000.000 Χ 3%) 354.969.230 δρχ.

Μείον παρακρατηθείς φόρος τόκων ομολογιακών δανείων 12.000.000 δρχ.

Οφειλόμενος Φόρος 342.969.230 δρχ.

Περαιτέρω και για τους συνεταιρισμούς και τις ενώσεις αυτών, καθιερώνεται ως αντικείμενο φόρου το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος που αποκτούν στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, πριν την αφαίρεση των χορηγουμένων εκπτώσεων στα μέλη τους, ενώ με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις, ήταν το μέρος αυτού που δεν διενήμετο στα μέλη τους.

Κατά ρητή διατύπωση του νόμου, σε περίπτωση που οι συνεταιρισμοί (κυρίως προμηθευτικοί και καταναλωτικοί) χορηγούν εκπτώσεις στα μέλη τους, αυτές δεν αφαιρούνται προκειμένου για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους αλλά, όπως και τα διανεμόμενα κέρδη (μερίσματα), λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου (35%).

Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή για τις εκπτώσεις που χορηγούν οι συνεταιρισμοί για τα πωλούμενα στα μέλη τους διατιμημένα είδη, εφόσον όμως η έκπτωση αναγράφεται στα τιμολόγια πωλήσεως και μέχρι του επιτρεπόμενου, από τις εκάστοτε ισχύουσες αγορανομικές διατάξεις, ποσοστού έκπτωσης.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το εξής παράδειγμα:

Προμηθευτικός συνεταιρισμός φαρμακοποιών πραγματοποίησε κατά τη διαχειριστική χρήση 1.1.1992 - 31.12.1992 καθαρά κέρδη 100.000.000 δρχ.

Το αποτέλεσμα αυτό προέκυψε μετά την αφαίρεση ποσού έκπτωσης 20.000.000 δρχ. που χορηγήθηκε κατόπιν προέγκρισης από τη γενική συνέλευση των μελών, έκπτωσης 10% σε όσα μέλη πραγματοποιήσουν μέσα στη χρήση 1992 αγορές πάνω από 8.000.000 δρχ.

Η γενική συνέλευση των μελών που έγινε 30.4.1993 ενέκρινε την ανωτέρω έκπτωση και αποφάσισε να διανείμει μερίσματα 30.000.000 δρχ., κατ' αναλογία των συνεταιριστικών μερίδων.

Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, σε φορολογία θα υπαχθούν τα καθαρά κέρδη (100.000.000) πλέον οι χορηγηθείσες εκπτώσεις στα μέλη 20.000.000 δρχ., ήτοι το συνολικό ποσό κερδών 120.000.000 δρχ.

Από το υπόλοιπο των κερδών αυτών που προκύπτει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου 35% θα χορηγηθούν τα μερίσματα και η έκπτωση στα μέλη, ήτοι:

Καθαρά κέρδη 100.000.000 δρχ.

Πλέον χορηγηθείσες εκπτώσεις 20.000.000 δρχ.

Σύνολο κερδών 120.000.000 δρχ.

Αναλογών φόρος (120.000.000 Χ 35%) 42.000.000 δρχ.

Υπόλοιπο καθαρών κερδών 78.000.000 δρχ.

από τα οποία θα διανεμηθούν τα μερίσματα 30.000.000 δρχ. στα μέλη του, καθώς και η έκπτωση 20.000.000 δρχ. στα μέλη που είχαν πραγματοποιήσει αγορές από το συνεταιρισμό μεγαλύτερες των 8.000.000 δρχ.

3. Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου αυτού, αντικαθίστανται οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της περ. δ' του άρθρου 4 του Ν.Δ.3843/1958 αναφορικά με το αντικείμενο φορολογίας των υποκαταστημάτων αλλοδαπών τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών των υποκαταστημάτων των πιο πάνω επιχειρήσεων (τραπεζικών) καθώς και ασφαλιστικών, που αποκτούν και εισοδήματα που απαλλάσσονται του φόρου ή εισοδήματα που φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, αφαιρείται από το καθαρό εισόδημά τους στην Ελλάδα, το μέρος αυτών που αναλογεί στα πιο πάνω εισοδήματα, το οποίο εξευρίσκεται με επιμερισμό ανάλογα με τα ακαθάριστα έσοδα που υπόκεινται σε φορολογία και των απαλλασσομένων ή φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Υποκατάστημα της αλλοδαπής τράπεζας "Χ" που είναι εγκατεστημένο στη χώρα μας κατά τις διατάξεις του άρθρου 50 του Κ.Ν.2190/1920, κατά τη διαχειριστική χρήση 1.1.1992 - 31.12.1992 πραγματοποίησε καθαρά κέρδη 560.000.000 δρχ.

Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα κατά τη διαχειριστική αυτή χρήση ανήλθαν σε 4.160 εκατομ. δρχ. Μεταξύ των ακαθαρίστων εσόδων της περιλαμβάνονται και τα εξής:

α. Τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου 400.000.000 δρχ.

β. Τόκοι από καταθέσεις σε άλλες Τράπεζες της ημεδαπής 600.000.000 δρχ.

- Μερικό σύνολο 1.000.000.000 δρχ.

γ. Κέρδη από πωλήσεις χρεογράφων 60.000.000 δρχ.

δ. Μερίσματα από συμμετοχή σε ημεδαπές ΑΕ 100.000.000 δρχ.

(Μέρισμα 180 εκ. - Παρακρ. φόρος 80 εκ. δρχ.).

Με βάση τα δεδομένα αυτά τα κέρδη που θα υπαχθούν σε φορολογία προσδιορίζονται ως εξής:

Καθαρά κέρδη 560.000.000 δρχ.

Μείον Μερίσματα από συμμετοχή σε ΑΕ 100.000.000.

Μείον κέρδη από πώληση χρεογράφων 60.000.000, 160.000.000 δρχ.

Υπόλοιπο κερδών 400.000.000 δρχ.

Αφαιρείται το μέρος των κερδών που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα (400.000.000 Χ 1.000.000/4.000.000.000) 100.000.000 δρχ.

Κέρδη που υπόκεινται σε φορολογία 300.000.000 δρχ.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.Δ.3843/1958, από το φόρο εισοδήματος απαλλάσσονται τα κέρδη των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, συνεταιρισμών ή ενώσεων αυτών, που προκύπτουν από την εκμετάλλευση πλοίων τους που είναι υπό ελληνική σημαία, ως υποκείμενα στον προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Ν.27/1975 ειδικό φόρο.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.27/1975 ορίζεται ότι ο φόρος που επιβάλλεται με το νόμο αυτό εξαντλεί κάθε υποχρέωση του πλοιοκτήτη, καθώς και του μετόχου ή εταίρου ημεδαπής ή αλλοδαπής εταιρίας οιουδήποτε τύπου από το φόρο εισοδήματος, καθόσον αφορά στα κέρδη, τα οποία προκύπτουν από την εκμετάλλευση πλοίων.

Με τις διατάξεις του νέου εδαφίου που προστέθηκε στην ανωτέρω διάταξη με την παρ. 4 του άρθρου 15 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι αν δικαιούχος των παραπάνω κερδών είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμός, σε περίπτωση περαιτέρω διανομής των κερδών αυτών με οποιαδήποτε μορφή, τα κέρδη αυτά δεν υπόκεινται σε φορολογία εισοδήματος και δεν έχουν εφαρμογή σε αυτά οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8α που αναφέρονται στον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος.

Αρθρο 16

Προσδιορισμός εισοδήματος και φόρου

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.Δ.3843/1958. Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι για τον προσδιορισμό του συνολικού καθαρού εισοδήματος των νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα ήτοι α) των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, β) ημεδαπών εταιριών περιορισμένης ευθύνης, γ) δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δ) των συνεταιρισμών και των ενώσεών τους και ε) αλλοδαπών επιχειρήσεων, οι οποίες λειτουργούν με οποιοδήποτε τύπο εταιρίας, καθώς και των πάσης φύσεως αλλοδαπών Οργανισμών που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, λαμβάνονται τα οριζόμενα από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ακαθάριστα έσοδα, από τα οποία ενεργούνται οι οριζόμενες στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου (8) εκπτώσεις.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν.Δ.3843/1958. Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι από τα ακαθάριστα έσοδα των νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα αφαιρούνται όλες οι δαπάνες απόκτησης του εισοδήματος που ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 35 του Ν.Δ.3323/1955.

3. Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου αυτού προστέθηκε η παράγραφος 4 στο άρθρο 8 του Ν.Δ.3843/1958, βάσει της οποίας από τα ακαθάριστα έσοδα των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών εκπίπτονται και οι ακόλουθες δαπάνες, επί πλέον αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ήτοι:

α. Τα ποσά που καταβάλλει ημεδαπή ανώνυμη εταιρία για την εξαγορά ιδρυτικών τίτλων αυτής, κατά τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 15 του Κ.Ν.2190/1920. Τα ποσά αυτά τα οποία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του Ν.Δ.3323/1955 αποτελούν για αυτούς που τα εισπράττουν εισόδημα από κινητές αξίες, δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, ως μη περιλαμβανόμενα μεταξύ των αναφερομένων περιοριστικά στο άρθρο 35 του Ν.Δ.3323/1955 δαπανών (Α.21373/1556/ΠΟΛ.1/1973 διαταγή μας). Ηδη με τις νέες διατάξεις παρέχεται το δικαίωμα έκπτωσης των ποσών αυτών από τα ακαθάριστα έσοδα των ανωνύμων εταιριών, προκειμένου υπολογισμού των φορολογητέων κερδών τους.

Επίσης, προβλέπεται ότι, από τα ακαθάριστα έσοδα των ανωνύμων εταιριών αναγνωρίζονται προς έκπτωση και οι τόκοι που καταβάλλουν αυτές στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων αυτών, με την προϋπόθεση ότι οι τόκοι αυτοί βαρύνουν την εταιρία και δεν προέρχονται από τα κέρδη. Στις περιπτώσεις αυτές, η καταβάλλουσα τα ποσά στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων ανώνυμη εταιρία, υποχρεούται να προβεί σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 35% επί των συνολικών αυτών ποσών. Με την παρακράτηση του φόρου επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης για τους δικαιούχους.

β. Οι τόκοι που καταβάλλουν οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στους κατόχους προνομιούχων μετοχών τους, εφόσον οι τόκοι αυτοί δεν προέρχονται από τα κέρδη τους. Επομένως, αν σε ανώνυμη εταιρία, σε μια διαχειριστική χρήση προέκυψαν ζημίες και έχει υποχρέωση με βάση τις διατάξεις του καταστατικού να καταβάλει τόκους στους κατόχους προνομιούχων μετοχών, το ποσό των τόκων αυτών που θα καταβληθεί στους δικαιούχους θα αναγνωρισθεί προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της ανώνυμης εταιρίας. Στην περίπτωση όμως αυτή, όπως προαναφέραμε και για τους τόκους ιδρυτικών τίτλων, υποχρεούται η εταιρία να προβεί σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 35% εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων για το κτώμενο αυτό εισόδημα.

γ. Οι αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της χρήσεως στα μέλη του Δ.Σ. αυτής, για τις υπηρεσίες που προσφέρουν αυτοί στην ανώνυμη εταιρία, λόγω της ιδιότητάς τους και της συμμετοχής τους στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και οι οποίες βαρύνουν την εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του Κ.Ν.2190/1920. Επομένως τα ποσά αυτά, εφόσον δεν προέρχονται από τα κέρδη της ανώνυμης εταιρίας εκπίπτονται από τα ακαθάριστα έσοδά της, προκειμένου υπολογισμού των φορολογητέων κερδών της.

Στις αμοιβές και αποζημιώσεις αυτές, διενεργείται όπως προαναφέρθηκε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 35% με την οποία επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων μελών του Δ.Σ.

4. Με τις διατάξεις της παραγρ. 4 του άρθρου αυτού προστέθηκε στο Ν.Δ.3843/1958 νέο άρθρο, το 8Α. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προσδιορίζεται το φορολογητέο εισόδημα των νομικών προσώπων στις περιπτώσεις που αυτά έχουν και άλλα εισοδήματα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Δηλαδή στις συγκεκριμένες αυτές περιπτώσεις, ο συντελεστής φορολογίας 35% δεν θα εφαρμόζεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν με βάση το άρθρο 8 του ίδιου νομοθετήματος (κέρδη μετά λογιστική αναμόρφωση) αλλά σε αυτά που προκύπτουν στη συνέχεια με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8Α.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 8Α προβλέπονται τα εξής:

4.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ορίζεται ότι, αν μεταξύ των εισοδημάτων των νομικών προσώπων (ανωνύμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμών και ενώσεών τους, αλλοδαπών επιχειρήσεων, δημοσίων, δημοτικών επιχειρήσεων και οργανισμών) συμπεριλαμβάνονται και μερίσματα ή κέρδη από συμμετοχή σε άλλες εταιρίες των οποίων τα κέρδη έχουν φορολογηθεί, είτε με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ.3843/1958 (ΕΠΕ κ.λπ.), είτε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16α του Ν.Δ.3323/1955 (ομόρρυθμη εταιρία, ετερόρρυθμη εταιρία, κοινοπραξία κ.λπ.), τα εισοδήματα αυτά αφαιρούνται από τα συνολικά κέρδη προκειμένου υπολογισμού των φορολογητέων κερδών του νομικού προσώπου.

Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η διπλή φορολογία των πιο πάνω κερδών (από συμμετοχή), αφού αυτά θα έχουν ήδη υπαχθεί σε φορολογία στο όνομα της εταιρίας από την οποία προέρχονται.

Σε περίπτωση, που στα καθαρά κέρδη της ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας, της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και του συνεταιρισμού, συμπεριλαμβάνονται εκτός από τα μερίσματα και τα κέρδη από συμμετοχές που αναφέρονται πιο πάνω, και εισοδήματα φορολογηθέντα κατ' ειδικό τρόπο (τόκοι καταθέσεων κ.λπ.) με εξάντληση της φορολογικής υποχρεώσεως ή έσοδα που απαλλάσσονται της φορολογίας (τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου κ.λπ.) και περαιτέρω λαμβάνει χώρα διανομή κερδών, για τον προσδιορισμό των διανεμομένων κερδών που αναλογούν στα εισοδήματα που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 2 (έσοδα αφορολόγητα) και 3 (κέρδη προσδιορισθέντα ή φορολογηθέντα με ειδικό τρόπο) του ιδίου άρθρου λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά κέρδη που προκύπτουν από τους ισολογισμούς των νομικών αυτών προσώπων.

4.2. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 8Α ορίζεται ότι, όταν στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από ισολογισμούς των εταιριών περιορισμένης ευθύνης, των συνεταιρισμών και των ανωνύμων εταιριών, πλην των τραπεζικών και ασφαλιστικών συμπεριλαμβάνονται και αφορολογητέα έσοδα (πχ. τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου) ή κέρδη φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο (π.χ. τόκοι καταθέσεων) ή κέρδη προσδιορισθέντα κατά ειδικό τρόπο (π.χ. βάσει του άρθρου 36α του Ν.Δ.3323/1955) και παράλληλα λαμβάνει χώρα διανομή κερδών, στα φορολογητέα κέρδη προστίθεται και το μέρος των πιο πάνω εσόδων ή κερδών που αναλογεί στα διανεμόμενα κέρδη μετά την αναγωγή του εξευρισκόμενου αυτού ποσού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου. Σύμφωνα λοιπόν με τις διατάξεις αυτές, στα κέρδη του νομικού προσώπου που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν.Δ.3843/1958 προστίθεται και το μέρος των αφορολογήτων εσόδων ή των κερδών που φορολογήθηκαν με ειδικό τρόπο ή των πέραν των τεκμαρτώς προσδιορισθέντων με βάση το άρθρο 36α κερδών, το οποίο αναλογεί στα διανεμόμενα κέρδη, μετά την αναγωγή του ποσού αυτού σε μικτό και έτσι το άθροισμα που προκύπτει αποτελεί το συνολικό φορολογητέο εισόδημα του νομικού προσώπου.

Τονίζεται ότι για τον προσδιορισμό των πιο πάνω εισοδημάτων που αναλογούν στα διανεμόμενα κέρδη, ως βάση υπολογισμού λαμβάνονται, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8Α, τα συνολικά καθαρά κέρδη του νομικού προσώπου, όπως αυτά προκύπτουν από τον ισολογισμό και στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα μερίσματα ή κέρδη από συμμετοχή σε άλλες εταιρίες.

Επομένως, με τις ανωτέρω διατάξεις θεωρείται ότι για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών των Α.Ε., Ε.Π.Ε. και συνεταιρισμών, τα διανεμόμενα με οποιοδήποτε τρόπο κέρδη, ήτοι μερίσματα, αμοιβές μελών Δ.Σ., αναλήψεις κερδών της ΕΠΕ από τους εταίρους κ.λπ., προέρχονται κατ' αναλογία των φορολογουμένων με τις γενικές διατάξεις κερδών και των αφορολογήτων τοιούτων ή φορολογηθέντων ή προσδιορισθέντων κατά ειδικό τρόπο, όπως προεβλέπετο και με τις καταργηθείσες διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 15 του Ν.Δ.3843/1958.

Τα πιο πάνω δεν εφαρμόζονται, κατά ρητή διάταξη του νόμου, για τις τραπεζικές και ασφαλιστικές ανώνυμες εταιρίες, καθόσον για αυτές προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν.Δ.3843/1958 ειδικός τρόπος προσδιορισμού του αντικειμένου φορολογίας των.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Εστω ότι η ανώνυμη εταιρία "Α" πραγματοποίησε, βάσει ισολογισμού καθαρά κέρδη 300.000.000 δρχ. κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.1992-31.12.1992, τα οποία με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 1993 αναμορφώνονται σε 335.000.000 δρχ. με την προσθήκη λογιστικών διαφορών 35.000.000 δρχ. στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και δαπάνες που αφορούν τα αφορολόγητα έσοδα και τα έσοδα τα φορολογηθέντα κατ' ειδικό τρόπο. Μ Μεταξύ των εισοδημάτων της εταιρίας συμπεριλαμβάνονται και τόκοι από έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου ύψους 20.000.000 δρχ. καθώς και τόκοι από καταθέσεις σε ημεδαπή τράπεζα ύψους 15.000.000 δρχ. (μικτό ποσό, πριν την αφαίρεση του παρακρατηθέντος φόρου 10% επί των τόκων).

Πρώτη περίπτωση

Το Δ.Σ. που συνέρχεται 2.3.1993 προτείνει προς τη γενική συνέλευση των μετόχων από τα κέρδη που απομένουν μετά την αφαίρεση της κράτησης για τακτικό αποθεματικό που προβλέπει το άρθρο 44 του Κ.Ν.2190/1920 να μη διανεμηθεί κανένα ποσό στους μετόχους, στα μέλη του Δ.Σ. κ.τ.λ.

Ο προσδιορισμός των φορολογητέων κερδών της εταιρίας θα γίνει ως εξής:

Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 300.000.000 δρχ.

Πλέον δηλωθείσες λογιστικές διαφορές 35.000.000 δρχ.

Δηλωθέντα καθαρά κέρδη 335.000.000 δρχ.

Μείον: Αφορολόγητα έσοδα 20.000.000 δρχ.

Μείον: Εσοδα φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο 15.000.000 δρχ. 35.000.000.

Φορολογητέα Κέρδη Ν.Π. 300.000.000 δρχ.

Οφειλόμενος Φόρος 105.000.000 δρχ. (300.000.000 Χ 35%).

Στην περίπτωση αυτή, η εταιρία θα φορολογηθεί για το συνολικό ποσό των προκυψάντων φορολογούμενων κερδών, ενώ τα ποσά των αφορολόγητων εσόδων και των φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο θα εμφανισθούν στον ισολογισμό σε ιδιαίτερους λογαριασμούς αποθεματικών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του υπουργού Οικονομικών, η οποία θα εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 8 του άρθρου 8Α του Ν.Δ.3843/1958.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα ο πίνακας διάθεσης των κερδών θα έχει ως εξής:

Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 300.000.000 δρχ.

Μείον φόρος εισοδήματος 105.000.000 δρχ.

Υπόλοιπο κερδών 195.000.000 δρχ.

Διάθεση κερδών

Τακτικό αποθεματικό 9.750.000 δρχ.

Αφορολόγητα αποθεματικά ειδικών διατάξεων νόμων 35.000.000 δρχ.

α. Αφορολόγητο αποθεματικό 20.000.000 δρχ.

β. Αποθεματικό φορολογηθέν κατά ειδικό τρόπο (10%) 15.000.000 δρχ.

Υπόλοιπο κερδών εις νέο 150.250.000 δρχ. 195.000.000

Διευκρινίζεται ότι ο σχηματισμός του τακτικού αποθεματικού έγινε επί του υπολοίπου των κερδών που απέμειναν μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος (195.000.000 Χ 5%) καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 του Ν.2190/1920, προκειμένου να υπολογιστούν τα κέρδη που θα ληφθούν ως βάση υπολογισμού του τακτικού αποθεματικού, λαμβάνονται τα κέρδη που απομένουν μετά την αφαίρεση κάθε άλλου εταιρικού βάρους και συνεπώς και του φόρου εισοδήματος, αφού με τις νέες διατάξεις φορολογίας των ΑΕ ο φόρος εισοδήματος που επιβάλλεται στο συνολικό ποσό των κερδών της εταιρίας βαρύνει το νομικό πρόσωπο και τυχόν διανεμόμενα λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος.

Δεύτερη περίπτωση

Το Δ.Σ. που συνέρχεται 2.3.1993 προτείνει τα καθαρά κέρδη της χρήσης να διατεθούν ως εξής:

α. Για τακτικό αποθεματικό σύμφωνα με το άρθρο 44 του κ.ν.2190/1920.

β. Για μερίσματα στους μετόχους 110.000.000 δρχ.

γ. Για αμοιβές και ποσοστά μελών Δ.Σ. 7.000.000 δρχ.

δ. Για αμοιβές εκτός μισθού στους Δ/ντές 3.000.000 δρχ.

Το υπόλοιπο των κερδών να παραμείνει αδιανέμητο.

Με βάση τα δεδομένα αυτά ο υπολογισμός των φορολογητέων κερδών θα γίνει ως εξής:

Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού: 300.000.000 δρχ.

Πλέον Δηλωθείσες Λογιστικές Διαφορές: 35.000.000 δρχ.

Δηλωθέντα καθαρά κέρδη: 335.000.000 δρχ.

Μείον:

α. Εσοδα αφορολόγητα: 20.000.000 δρχ.

β. Εσοδα φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο: 15.000.000, 35.000.000 δρχ.

Καθαρά κέρδη: 300.000.000 δρχ. (Α).

Περαιτέρω, επειδή η εταιρία πραγματοποίησε και έσοδα αφορολόγητα (τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου) και φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο (τόκοι καταθέσεων) και παράλληλα προβαίνει σε διανομή κερδών 120.000.000 δρχ., στα φορολογητέα κέρδη των 300.000.000 δρχ. πρέπει να προστεθεί και το μέρος των πιο πάνω εισοδημάτων που αναλογούν στα διανεμόμενα κέρδη, μετά την αναγωγή του εξευρισκομένου αυτού ποσού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου.

Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο συντελεστής φορολογίας είναι 35% έχουμε:

ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΑ ΕΣΟΔΑ ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΝ

ΣΤΑ ΔΙΑΝΕΜΟΜΕΝΑ ΚΕΡΔΗ

α. 120.000.000 Χ 20.000.000/300.000.000 = 8.000.000 δρχ.

β. Πλέον του αναλογούντος φόρου (8.000.000 Χ 35)/65 = 4.307.692 δρχ.

Σύνολο: 12.307.692 δρχ. (Β).

ΕΣΟΔΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΘΕΝΤΑ ΚΑΤΑ ΕΙΔΙΚΟ ΤΡΟΠΟ

ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΝ ΣΤΑ ΔΙΑΝΕΜΟΜΕΝΑ ΚΕΡΔΗ

α. 120.000.000 Χ 15.000.000/300.000.000 = 6.000.000 δρχ.

β. Πλέον του αναλογούντος φόρου (6.000.000 Χ 35)/65 = 3.230.769 δρχ.

Σύνολο 9.230.769 δρχ. (Γ).

ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ

(Α + Β + Γ) 321.538.461 δρχ. (Δ).

(300.000.000 + 12.307.692 + 9.230.769).

Παράδειγμα 2ο

Εστω ότι η ανώνυμη εταιρία "Β" πραγματοποίησε κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.1993 - 31.12.1993 καθαρά κέρδη, βάσει ισολογισμού, 56.000.000 δρχ. Μεταξύ των κερδών αυτών περιλαμβάνονται και μερίσματα από συμμετοχές σε άλλες ανώνυμες εταιρίες ύψους 5.000.000 δρχ. και τόκοι από έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου ύψους 4.000.000 δρχ. Από τα ανωτέρω κέρδη διανέμονται για μερίσματα και αμοιβές μελών Δ.Σ. 21.000.000 δρχ. συνολικά.

Επίσης, με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον. έτος 1994 δηλώνονται επί πλέον κέρδη με τη μορφή λογιστικών διαφορών 6.000.000 δρχ.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, τα φορολογητέα κέρδη της εταιρίας προσδιορίζονται ως εξής:

Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού: 56.000.000 δρχ.

Πλέον δηλωθείσες λογιστικές διαφορές: 6.000.000 δρχ.

Δηλωθέντα καθαρά κέρδη: 62.000.000 δρχ.

Μείον:

α. Εσοδα από μερίσματα: 5.000.000 δρχ.

β. Εσοδα αφορολόγητα: 4.000.000 δρχ., 9.000.000 δρχ.

Καθαρά κέρδη: 53.000.000 δρχ.

ΕΣΟΔΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΑ ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΝ

ΣΤΑ ΔΙΑΝΕΜΟΜΕΝΑ ΚΕΡΔΗ

α. 21.000.000 Χ 4.000.000 / 56.000.000 = 1.500.000 δρχ.

β. Πλέον του αναλογούντος φόρου (1.500.000 Χ 35/65) = 807.692 δρχ.

Σύνολο: 2.307.692 δρχ.

ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ: (53.000.000 + 2.307.692 = 55.397.692).

Παράδειγμα 3ο

Εστω ότι η ανώνυμη οικοδομική εταιρία "Γ" πραγματοποίησε κατά τη διαχειριστική χρήση 1.1.1992 - 31.12.1992 καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 36.000.000 δρχ. από τα οποία διανέμονται ως μερίσματα και αμοιβές μελών Δ.Σ. 12.000.000 δρχ. συνολικά.

Τα προκύπτοντα, από την εφαρμογή των διατάξεων του 36α άρθρου του Ν.Δ.3323/1955, τεκμαρτά καθαρά κέρδη ανέρχονται σε 30.000.000 δρχ.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, τα φορολογητέα κέρδη της εταιρίας, προσδιορίζονται ως εξής:

Επειδή η εταιρία πραγματοποίησε καθαρά κέρδη 6.000.000 δρχ. (36.000.000 - 30.000.000) περισσότερα από τα τεκμαρτά, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 8Α του Ν.Δ.3843/1958, το μέρος των επί πλέον αυτών κερδών, που αντιστοιχεί στα διανεμόμενα, να προστεθεί στα τεκμαρτά κέρδη, μετά την αναγωγή του σε μικτό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου.

Εν όψει των ανωτέρω, έχουμε:

- Τεκμαρτά καθαρά κέρδη: 30.000.000 δρχ.

- Μέρος των επί πλέον κερδών (6.000.000 δρχ.) που αναλογεί στα διανεμόμενα των 12.000.000 δρχ. (12.000.000 Χ 6.000.000 / 36.000.000): 2.000.000 δρχ.

- Φόρος που αναλογεί στα 2.000.000 δρχ. (2.000.000 Χ 35/65): 1.076.923 δρχ.

- ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΕΡΔΗ: 33.076.923 δρχ.

4.3. Με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 8Α ορίζεται ότι, σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής αφορολογήτων αποθεματικών που έχουν σχηματισθεί από ανώνυμες εταιρίες, συνεταιρισμούς και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, αυτά προστίθενται, κατά το χρόνο διανομής ή κεφαλαιοποίησης, στα φορολογητέα κέρδη του νομικού προσώπου και φορολογούνται με βάση τις γενικές διατάξεις φορολογίας εισοδήματος μαζί με τα υπόλοιπα κέρδη του νομικού προσώπου με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους.

Κατά ρητή διατύπωση του νόμου, τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή για τα ακόλουθα αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται:

α. Τα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων (Ν.3213/1955, Ν.Δ.2901/1954, Ν.Δ.4002/1959, Α.Ν.147/1967, Ν.Δ.1078/1971, Ν.Δ.1313/1972, Ν.Δ.331/ 1974, Ν.289/1976, Ν.849/1978, Ν.1116/1981, Ν.1262/1982, κ.λπ.), που έχουν σχηματισθεί από ανώνυμες εταιρίες, των οποίων οι μετοχές είναι ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ στο Χρηματιστήριο, εφόσον η κεφαλαιοποίησή τους γίνεται με βάση τις διατάξεις των παρ. 1-5 του άρθρου 101 του Ν.1892/1990, οι οποίες προβλέπουν την αυτοτελή φορολόγησή των με 5% (1040321/10238/ΠΟΛ.1093/1992 ερμηνευτική εγκύκλιος του Ν.1892/1990).

β. Τα αποθεματικά της προηγούμενης περίπτωσης, που έχουν σχηματισθεί από ανώνυμες εταιρίες με μετοχές ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, καθώς και από εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, εφόσον αυτά κεφαλαιοποιούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν.1473/1984 και της παρ. 7 του άρθρου 101 του Ν.1892/1990, ήτοι με αυτοτελή φορολόγηση 10% και ισόποση πραγματική αύξηση του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου, κατά περίπτωση (Ε.1290/ΠΟΛ.19/1985, 1040321/ΠΟΛ.1093/1992 ερμηνευτικές εγκύκλιοι των νόμων 1473/1984 και 1892/1990).

Διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 8Α που προβλέπουν τη φορολόγηση των αφορολογήτων αποθεματικών σε περίπτωση κεφαλαιοποιήσεώς των, δεν έχουν εφαρμογή επί των ειδικών αφορολογήτων αποθεματικών επενδύσεων που σχηματίσθηκαν ή θα σχηματισθούν κατά περίπτωση, με τις διατάξεις της Ε.2665/1988 απόφασης, που κυρώθηκε με το Ν.1839/1989, του άρθρου 22 του Ν.1828/1989 και του άρθρου 11 του Ν.1882/1990, καθόσον από τις διατάξεις των νόμων αυτών ρητά προβλέπεται η κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών αυτών μετά την παρέλευση τριετίας από το χρόνο σχηματισμού τους, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος.

γ. Τα αποθεματικά που έχει σχηματίσει ανώνυμη εταιρία, είτε από την υπεραξία μετοχών που προέρχεται από απόσχιση κλάδου της ή από συγχώνευση εταιριών στις οποίες συμμετέχει, είτε από την αύξηση της αξίας των συμμετοχών της εταιρίας ή από διανομή μετοχών με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν.148/67, του Ν.542/1977, του Ν.1249/82 και του Ν.1839/1982 κατόπιν κεφαλαιοποιήσεως της υπεραξίας που προέκυψε από την αναπροσαρμογή παγίων περιουσιακών στοιχείων θυγατρικής εταιρίας ή άλλης εταιρίας στην οποία συμμετέχει, που μπορούν να κεφαλαιοποιηθούν, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 101 του Ν.1892/1990, με σκοπό διανομής νέων μετοχών στους μετόχους αυτών.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται ότι τυχόν αφορολόγητα αποθεματικά (π.χ. από τόκους καταθέσεων, από τόκους εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, από υπεραξία πώλησης ακινήτων κ.τ.λ.) που είχαν σχηματίσει οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος (30.6.1992) του κοινοποιούμενου νόμου, με εξαίρεση τα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί με βάση τις διατάξεις αναπτυξιακών νόμων (π.χ. Α.Ν.147/1967, Ν.Δ.1078/1971, Ν.1116/1981, Ν.1262/1982 κ.τ.λ.) δεν υπόκεινται σε φορολογία σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αυτών.

Η απαλλαγή αυτή στις Ε.Π.Ε. χορηγήθηκε καθόσον, με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις, οι εταίροι της Ε.Π.Ε. δεν είχαν καμία φορολογική υποχρέωση σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αφορολογήτων αποθεματικών αυτής (πλην αυτών που σχηματίζοντο με βάση τους αναπτυξιακούς νόμους), σε αντίθεση με τα κεφαλαιοποιούμενα ή διανεμόμενα αφορολόγητα αποθεματικά ανωνύμων εταιριών που θεωρούντο ως μέρισμα των μετόχων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν.Δ.3323/1955.

4.4. Με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 8Α ορίζεται ότι οι διατάξεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και όταν λαμβάνει χώρα διανομή ή κεφαλαιοποίηση αποθεματικών που προέρχονται από εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (π.χ. τόκοι καταθέσεων επί των οποίων έχει παρακρατηθεί φόρος 10%, υπεραξία από πώληση αυτοκινήτου ως εμπορευσίμου στοιχείου κ.λπ.). Στην περίπτωση αυτή, ο παρακρατηθείς στα ανωτέρω εισοδήματα φόρος συμψηφίζεται με αυτόν που αναλογεί στο νομικό πρόσωπο για τα ίδια εισοδήματα.

Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5, όταν κεφαλαιοποιούνται ή διανέμονται αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί μέχρι 30.6.1992 από μερίσματα προερχόμενα από συμμετοχή σε άλλες ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, για τα οποία με την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου μερισμάτων από την καταβάλλουσα μέρισμα εταιρία, εξαντλείτο η φορολογική υποχρέωση της δικαιούχου εταιρίας. Επομένως, αν ανώνυμη εταιρία είχε σχηματίσει μέχρι 30.6.1992 αποθεματικό από μερίσματα φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, για το αποθεματικό αυτό ουδείς φόρος οφείλεται σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησής του, αλλά και δεν επιστρέφεται ο παρακρατηθείς φόρος μερισμάτων για το ποσό αυτό.

4.5. Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 8Α του Ν.Δ.3843/1958 ορίζεται ότι σε περίπτωση διαλύσεως ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας θεωρείται ως κέρδος, φορολογούμενο στο όνομα του νομικού προσώπου, το ποσό που λαμβάνουν οι μέτοχοι πέραν του πράγματι καταβληθέντος και μη επιστραφέντος σε αυτούς μετοχικού κεφαλαίου και των κερδών που έχουν υπαχθεί σε φορολογία με βάση τις διατάξεις του ίδιου νομοθετήματος.

Ως πράγματι καταβληθέν από τους μετόχους ποσό θεωρείται το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας προσαυξημένο κατά τα αποθεματικά τα σχηματισθέντα από καταβολή των μετόχων κατά την τυχόν υπέρ το άρτιο έκδοση των μετοχών.

Οπως είναι γνωστό, το ανωτέρω ποσό, που εισπράττουν οι μέτοχοι κατά τη διάλυση της ανώνυμης εταιρίας, υπόκειτο σε φορολογία και με τις προϊσχύσασες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 26 του Ν.Δ.3323/1955 ως μέρισμα. Μετά την κατάργηση όμως, με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου, της φορολογίας των διανεμομένων κερδών και την καθιέρωση της φορολογίας των νομικών προσώπων για τα συνολικά τους καθαρά κέρδη, τροποποιήθηκε και ο τρόπος φορολογίας των εισοδημάτων της παραγράφου αυτής, ώστε αυτά να φορολογούνται στο όνομα του νομικού προσώπου.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου αυτής, ορίζεται ότι οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση διάλυσης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης. Επομένως, όταν αυτή διαλύεται, το ποσό που λαμβάνουν οι εταίροι πέραν από το εταιρικό κεφάλαιο που κατέβαλαν και το οποίο δεν έχει επιστραφεί σε αυτούς, καθώς και των κερδών που έχουν φορολογηθεί με βάση το Ν.Δ.3843/1958, θεωρείται κέρδος φορολογούμενο στο όνομα του νομικού προσώπου της ΕΠΕ.

Διευκρινίζεται ότι, επειδή τα φορολογητέα εισοδήματα της παραγράφου αυτής προκύπτουν κατά την εκκαθάριση της ανώνυμης εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, αυτά θα δηλώνονται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλεται με βάση τις διατάξεις της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ.3843/1958.

4.6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 8Α ορίζεται ότι, σε περίπτωση εξαγοράς ή με οποιοδήποτε τρόπο απόκτησης από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία δικών της μετοχών με σκοπό την απόσβεση ή μείωση του κεφαλαίου της, το ποσό που καταβάλλεται ενδεχομένως στους μετόχους πέραν του αντιτίμου που κατέβαλαν πράγματι αυτοί και δεν έχει ήδη επιστραφεί σε αυτούς, προέρχεται από το υπόλοιπο των κερδών που προκύπτει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος (35%) του νομικού προσώπου, από τα συνολικά κέρδη. Ως πράγματι καταβληθέν από τους μετόχους ποσό θεωρείται το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, προσαυξημένο κατά τα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από την τυχόν υπέρ το άρτιο έκδοση των μετοχών.

Το ανωτέρω ποσό που λαμβάνουν οι μέτοχοι δεν υπόκειται σε φορολογία με την προϋπόθεση ότι η ανώνυμη εταιρία δεν έχει εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας (π.χ. τόκοι από έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου) ή προσδιοριζόμενα κατά ειδικό τρόπο (π.χ. τεχνικές εταιρίες) ή φορολογούμενα κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (π.χ. τόκοι καταθέσεων) μέσα στη διαχειριστική χρήση που λαμβάνει χώρα η απόσβεση ή μείωση του κεφαλαίου. Η απαλλαγή αυτή χορηγείται γιατί, το ανωτέρω ποσό, που λαμβάνουν οι μέτοχοι πέραν του πράγματι καταβληθέντος από αυτούς αντιτίμου των μετοχών, έχει ήδη υπαχθεί σε φορολογία με 35%, αφού όπως προαναφέρθηκε, καταβάλλεται από το υπόλοιπο των κερδών της ανώνυμης εταιρίας που προκύπτει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος, με βάση το άρθρο 10, φόρου από τα συνολικά κέρδη.

Αν όμως, μέσα στη χρήση που γίνεται η απόσβεση ή μείωση του κεφαλαίου υπάρχουν και εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας ή προσδιοριζόμενα ή φορολογούμενα κατά ειδικό τρόπο, προβλέπεται ότι θα έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 8Α. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή στα φορολογητέα κέρδη της εταιρίας θα προστίθεται και το μέρος των πιο πάνω εισοδημάτων που αναλογεί στο ποσό που καταβάλλεται στους μετόχους πέραν του πράγματι καταβληθέντος από αυτούς αντιτίμου των μετοχών, μετά την αναγωγή του εξευρισκόμενου αυτού ποσού σε μικτό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 8Α προβλέπεται η έκδοση αποφάσεων του υπουργού Οικονομικών με τις οποίες θα καθορισθούν η λογιστική εμφάνιση και ο τρόπος παρακολούθησης των αποθεματικών που σχηματίζουν οι επιχειρήσεις από τα καθαρά κέρδη κάθε χρήσης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

5. Οπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 10 του Α.Ν.148/1967, τα κέρδη των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία Γ' κατηγορίας του ΚΒΣ και τα οποία προκύπτουν από την πώληση χρεογράφων, απαλλάσσονται από τη φορολογία εισοδήματος με την προϋπόθεση ότι εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού με προορισμό το συμψηφισμό τυχόν ζημιών που θα προκύψουν στο μέλλον από την πώληση χρεογράφων.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, ορίζετο ότι τα πιο πάνω κέρδη φορολογούντο σε περίπτωση διανομής των ή διάλυσης της επιχείρησης. Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών και των διατάξεων του Ν.Δ.3323/1955, καθώς και του Ν.Δ.3843/1958, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου, τα κέρδη από την πώληση χρεογράφων φορολογούντο (σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης) στο όνομα των μετόχων ως μέρισμα, ή στο όνομα των εταίρων (φυσικών ή νομικών προσώπων) ή στο όνομα του ασκούντος ατομικά επιχείρηση, κατά περίπτωση.

Ηδη, με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίστανται οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 10 του Α.Ν.148/1967 και με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι, σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη από πώληση χρεογράφων (που εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού), προστίθενται στα λοιπά εισοδήματα αυτής κατά το χρόνο της διανομής ή διάλυσης και φορολογούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις φορολογίας εισοδήματος.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή για τα κέρδη από πώληση χρεογράφων που διανέμονται από 30.6.1992 και μετά καθώς και σε περιπτώσεις λύσεων εταιριών ή διακοπής εργασιών ατομικών επιχειρήσεων που λαμβάνουν χώρα από την ανωτέρω ημερομηνία και μετά.

6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται ολόκληρο το άρθρο 10 του Ν.Δ.3843/1958, αναφορικά με τον υπολογισμό του φόρου.

Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 ορίζονται τα εξής:

6.1. Με την παράγραφο 1 καθιερώνεται ενιαίος συντελεστής φορολογίας, τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) για όλα τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 3 του Ν.Δ.3843/1958, ανεξάρτητα από τον κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα τους, τη νομική μορφή με την οποία λειτουργούν (ανώνυμη εταιρία, υποκατάστημα αλλοδαπής εταιρίας, ΕΠΕ κ.λπ.) ή το αντικείμενο εργασιών τους.

Ο συντελεστής αυτός εφαρμόζεται στο συνολικό φορολογητέο εισόδημα των νομικών προσώπων δηλαδή, πριν από την οποιαδήποτε διανομή κερδών, με εξαίρεση βέβαια την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που ο συντελεστής 35% εφαρμόζεται στο υπόλοιπο των κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση από αυτά της επιχειρηματικής αμοιβής.

Με τον ανωτέρω συντελεστή φορολογούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της περ. ε' του άρθρου 77 του κοινοποιουμένου νόμου, τα κέρδη των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.Δ.3843/1958, ήτοι των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, των δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων κερδοσκοπικού χαρακτήρα, των κατά το Ν.602 συνεταιρισμών και ενώσεων αυτών, των αλλοδαπών εταιριών και οργανισμών και των ημεδαπών εταιριών περιορισμένης ευθύνης που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν 30.6.1992 και μετά (1067972/10404/ΠΟΛ.1121/1992 διαταγή μας).

Εξάλλου, για τα νομικά πρόσωπα τα μη υπόχρεα σε σύνταξη ισολογισμού, καθώς και γι' αυτά που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν.Δ.3843/1958 (νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κοινωφελή ιδρύματα κ.λπ.) ο συντελεστής φορολογίας 35% αρχίζει να εφαρμόζεται, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περ. ε' του άρθρου 77 του κοινοποιουμένου νόμου, από το οικον. έτος 1993 και μετά για τα εισοδήματα που αποκτούν από 1.1.1992 και στο εξής.

6.2. Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 προβλέπεται ότι ειδικά για την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ο συντελεστής φορολογίας 35% εφαρμόζεται στο υπόλοιπο των κερδών της που απομένει μετά την αφαίρεση, από τα συνολικά καθαρά κέρδη, επιχειρηματικής αμοιβής, η οποία θεωρείται ότι λαμβάνεται από τους διαχειριστές - εταίρους αυτής για τις υπηρεσίες διαχειρίσεως που προσφέρουν στην εταιρία.

Για τον προσδιορισμό των κερδών που φορολογούνται στο όνομα του νομικού προσώπου της ΕΠΕ, η αφαίρεση από τα συνολικά κέρδη της επιχειρηματικής αμοιβής είναι υποχρεωτική, ανεξάρτητα αν κάποιος από τους δικαιούχους επιχειρηματικής αμοιβής διαχειριστές - εταίρους δεν επιθυμεί να λάβει επιχειρηματική αμοιβή.

Για την επιχειρηματική αυτή αμοιβή προβλέπονται τα εξής:

α. Θεωρείται ότι λαμβάνεται μόνο από φυσικά πρόσωπα που είναι ταυτόχρονα και εταίροι και διαχειριστές της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης. Επομένως, αν για παράδειγμα ανώνυμη εταιρία συμμετέχει σε ΕΠΕ και παράλληλα έχει τη διαχείρισή της, η ανώνυμη εταιρία δεν δικαιούται επιχειρηματική αμοιβή.

β. Δικαιούχοι της επιχειρηματικής αμοιβής είναι όσοι από τους διαχειριστές - εταίρους συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρίας με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής και οι οποίοι δεν μπορεί να είναι περισσότεροι από τρεις.

γ. Ως ποσοστό συμμετοχής του καθενός εταίρου - διαχειριστή λαμβάνεται αυτό που διαθέτει κατά το χρόνο εγκρίσεως του ισολογισμού της ΕΠΕ. Σε περίπτωση μη εγκρίσεως του ισολογισμού μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, λαμβάνονται τα ποσοστά που έχουν οι εταίροι - διαχειριστές κατά την τελευταία ημέρα του τριμήνου. Αν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο (χρόνος έγκρισης του ισολογισμού ή τελευταίας ημέρας του τριμήνου) υπάρχουν περισσότεροι διαχειριστές - εταίροι με ίσα ποσοστά συμμετοχής στα κέρδη της εταιρίας, οι δικαιούχοι επιχειρηματικής αμοιβής καθορίζονται από την εταιρία και πρέπει να δηλωθούν με την οικεία αρχική εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου της ΕΠΕ.

Για το λόγο αυτό, πρέπει υποχρεωτικά να συμπληρώνεται η "δήλωση" του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας, που έχει ενσωματωθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου (ΠΙΝΑΚΑΣ V), με τα στοιχεία των διαχειριστών - εταίρων που δικαιούνται επιχειρηματικής αμοιβής.

δ. Οταν ο διαχειριστής συμμετέχει σε περισσότερες της μίας εταιρίες περιορισμένης ευθύνης ή σε άλλες προσωπικές εταιρίες (ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες) ως ομόρρυθμο μέλος, αυτός δικαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2, επιχειρηματικής αμοιβής μόνο από μία εταιρία (είτε ΕΠΕ, είτε προσωπική εταιρία), κατ' επιλογή του. Η επιλογή αυτή δηλώνεται με την οικεία αρχική εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της εταιρίας και δεν ανακαλείται. Επομένως, αν για παράδειγμα, διαχειριστής - εταίρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, που συμμετέχει ως ομόρρυθμο μέλος και σε ετερόρρυθμη εταιρία, δηλώσει με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της ΕΠΕ οικον. έτος 1993 ότι θα λάβει επιχειρηματική αμοιβή από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, αυτός δεν δικαιούται μεταγενέστερα, ήτοι μετά το χρόνο της υποβολής της εμπρόθεσμης δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του Ν.Π. να μεταβάλει την επιλογή του αυτή και να ζητήσει επιχειρηματική αμοιβή από την ετερόρρυθμη εταιρία.

Εν όψει των ανωτέρω, έχουν ενσωματωθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της ΕΠΕ (Πίνακας VI) σχετικές δηλώσεις και για τους τρεις διαχειριστές - εταίρους, οι οποίες πρέπει να συμπληρώνονται και να υπογράφονται από αυτούς.

Διευκρινίζεται ότι η ανωτέρω επιλογή, δηλαδή από ποια εταιρία επιθυμεί ο διαχειριστής - εταίρος ή ο ομόρρυθμος - εταίρος που συμμετέχει και σε άλλες εταιρίες να λάβει επιχειρηματική αμοιβή, είναι δεσμευτική γι' αυτόν για κάθε διαχειριστική χρήση χωριστά. Επομένως, ο ανωτέρω δικαιούμενος επιχειρηματικής αμοιβής μπορεί να επιλέξει το επόμενο οικονομικό έτος να λάβει επιχειρηματική αμοιβή από άλλη εταιρία (ΕΠΕ ή προσωπική εταιρία) στην οποία συμμετέχει, διαφορετική από εκείνη που είχε επιλέξει το προηγούμενο έτος.

ε. Αν σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης διαχειριστές - εταίροι φυσικά πρόσωπα είναι περισσότεροι από τρεις και κάποιος από τους δικαιούμενους 3 πρώτους επιχειρηματικής αμοιβής δηλώσει να λάβει επιχειρηματική αμοιβή από άλλη εταιρία που συμμετέχει, τότε στην περίπτωση αυτή δικαιούται επιχειρηματικής αμοιβής ο αμέσως επόμενος διαχειριστής - εταίρος, από τους υπόλοιπους που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής από αυτούς.

Παραδείγματα

Εστω ότι στην ΕΠΕ "Α" εταίροι αυτής είναι ο Α με ποσοστό συμμετοχής 40%, ο Β με 30%, ο Γ με 20% και ο Δ με 10%. Ολοι οι εταίροι υπήρξαν διαχειριστές της εταιρίας κατά τη διαχειριστική χρήση 1992. Αν ο Α εταίρος συμμετέχει και σε Ο.Ε. και δηλώσει ότι θα λάβει επιχειρηματική αμοιβή από την Ο.Ε., τότε στη θέση του υπεισέρχεται ο αμέσως επόμενος διαχειριστής - εταίρος, ήτοι στο παράδειγμα ο τέταρτος διαχειριστής - εταίρος και επομένως δικαιούχοι επιχειρηματικής αμοιβής από την εταιρία αυτή θα είναι ο Β εταίρος με ποσοστό συμμετοχής 30%, ο Γ με 20% και ο Δ με 10%. Επίσης, στο πιο πάνω παράδειγμα, αν ο Α εταίρος είναι νομικό πρόσωπο ή αλλοδαπή επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο, χωρίς να είναι διαχειριστής και διαχειριστές - εταίροι κατά τη διάρκεια της χρήσης 1992 είναι ο Β, Γ και Δ εταίροι, τότε δεδομένου ότι ο Α δεν δικαιούται επιχειρηματικής αμοιβής οι αμέσως επόμενοι 3 διαχειριστές - εταίροι, ήτοι στο παράδειγμά μας ο Β, ο Γ και ο Δ.

στ. Η επιχειρηματική αμοιβή υπολογίζεται σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 στο 50% των συνολικών καθαρών κερδών που υπόκεινται σε φορολογία και που δηλώνονται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της εταιρίας και ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του κάθε ενός διαχειριστή - εταίρου, που δικαιούται να λάβει αυτή, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Κατά συνέπεια, επιχειρηματική αμοιβή θα υπολογίζεται και επί των δηλουμένων, με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, λογιστικών διαφορών. Αντίθετα σε περίπτωση εκπροθέσμου υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από την ΕΠΕ θεωρείται ότι δεν χορηγείται επιχειρηματική αμοιβή στους διαχειριστές - εταίρους και τα συνολικά κέρδη της ΕΠΕ θα φορολογηθούν επ' ονόματί της με συντελεστή 35%.

Επίσης, προκύπτει ότι επιχειρηματική αμοιβή δεν θα υπολογίζεται και στα επί πλέον κέρδη που ενδεχομένως προκύπτουν κατόπιν ελέγχου από τη φορολογούσα αρχή, αλλά αυτά τα επί πλέον ποσά θα φορολογούνται με συντελεστή 35%.

Αν μεταξύ των καθαρών κερδών της ΕΠΕ υπάρχουν και έσοδα αφορολόγητα ή έσοδα φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο, τα οποία δεν διανέμονται, καθώς επίσης αν η ΕΠΕ σχηματίσει αφορολόγητες εκπτώσεις του Ν.1892/1990 ή αφορολόγητα αποθεματικά επενδύσεων, ο υπολογισμός της επιχειρηματικής αμοιβής θα γίνει στο υπόλοιπο των κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση των πιο πάνω εισοδημάτων ή των αφορολογήτων εκπτώσεων και αφορολογήτων αποθεματικών.

Η επιχειρηματική αμοιβή φορολογείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. ε' της παρ. 2 του άρθρου 31 του Ν.Δ.3323/1955, στο όνομα των δικαιούχων αυτής ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και από το φόρο εισοδήματος που αναλογεί στα συνολικά εισοδήματά των εκπίπτεται ο φόρος 15% που έχει παρακρατηθεί σε βάρος τους, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα, επί της επιχειρηματικής αμοιβής.

Σε πολλές περιπτώσεις οι εταίροι εταιρίας περιορισμένης ευθύνης λαμβάνουν, βάσει του καταστατικού ή κατόπιν συμφωνίας, μισθό κατά τη διάρκεια της χρήσεως για τις υπηρεσίες που προσφέρουν ως διαχειριστές αυτής. Οι μισθοί αυτοί θεωρούνται ότι καταβάλλονται έναντι της επιχειρηματικής αμοιβής, καθόσον, ο λόγος για τον οποίο παρέχονται είναι ο ίδιος, ήτοι οι υπηρεσίες διαχειρίσεως της ΕΠΕ και περαιτέρω δεν παρέχονται με βάση τις διατάξεις της υποπερ. αα' της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 35 του Ν.Δ.3323/1955, η δυνατότητα να εκπεσθούν από τα ακαθ. έσοδα της ΕΠΕ (1088411/ΠΟΛ.1185/1992 διαταγή μας). Εν όψει των ανωτέρω και επειδή είναι ενδεχόμενο κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής χρήσεως κάποιος διαχειριστής - εταίρος να διακόψει, για οποιοδήποτε λόγο, να προσφέρει στην ΕΠΕ τις υπηρεσίες του ως διαχειριστής, γίνεται δεκτό ότι αυτός δικαιούται επιχειρηματικής αμοιβής με την προϋπόθεση βέβαια ότι κατά το χρόνο έγκρισης του ισολογισμού (ή κατά την τελευταία ημέρα του τριμήνου από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης) είναι μεταξύ των τριών εταίρων με τα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής στα κέρδη της ΕΠΕ.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, δικαιούχοι επιχειρηματικής αμοιβής στην ΕΠΕ είναι οι εταίροι φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής χρήσης που προέκυψαν τα κέρδη ήσαν διαχειριστές αυτής ή καθ' όλη τη διάρκεια αυτής ή για οποιοδήποτε μικρότερο χρονικό διάστημα και με την προϋπόθεση βέβαια ότι κατά το χρόνο έγκρισης του ισολογισμού που αποκτώνται τα κέρδη είναι μεταξύ των τριών εταίρων με τα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής στα κέρδη της ΕΠΕ.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρων παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Εστω ότι εταιρία περιορισμένης ευθύνης κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.1992 - 31.12.1992 πραγματοποίησε καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 17.000.000 δρχ. Στην εταιρία συμμετέχουν ανώνυμη εταιρία με ποσοστό συμμετοχής 40% και οι εταίροι (φυσικά πρόσωπα) Α με ποσοστό συμμετοχής 30%, Β με ποσοστό συμμετοχής 20% και Γ με ποσοστό συμμετοχής 10%. Υπεύθυνοι για τη διαχείριση της εταιρίας είναι η ανώνυμη εταιρία και οι εταίροι Α και Β, οι οποίοι για τις υπηρεσίες τους εισέπραξαν συνολικά κατά τη διάρκεια της χρήσης μισθούς 3.000.000 (250.000 Χ 12) και 2.400.000 (200.000 Χ 12) αντίστοιχα. Οι μισθοί αυτοί είχαν αφαιρεθεί από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρίας κατά το χρόνο της καταβολής των.

Η γενική συνέλευση των εταίρων συνήλθε στις 28.3.1993 και ενέκρινε τον ισολογισμό.

Κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, η εταιρία προέβη σε αναμόρφωση των προκυψάντων από τον ισολογισμό κερδών με την προσθήκη δαπανών ύψους 7.000.000 δρχ. που δεν αναγνωρίζονται φορολογικά προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα (3.000.000 + 2.400.000 = 5.400.000 δρχ. μισθοί διαχειριστών και 1.600.000 δρχ. έξοδα αυτοκινήτων, προσαυξήσεις κ.λπ.).

Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο οφειλόμενος από την ΕΠΕ φόρος εισοδήματος, προσδιορίζεται ως εξής:

- Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού: 17.000.000 δρχ.

- Πλέον δηλωθείσες λογιστικές διαφορές: 7.000.000 δρχ.

- Σύνολο δηλωθέντων κερδών: 24.000.000 δρχ.

- Καθαρά κέρδη από τα οποία λαμβάνεται η επιχειρηματική αμοιβή 12.000.000 δρχ.

(24.000.000 Χ 50%).

- Επιχειρηματική αμοιβή Α διαχειριστή - εταίρου (12.000.000 Χ 30%)... 3.600.000.

- Επιχειρηματική αμοιβή Β διαχειριστή - εταίρου (12.000.000 Χ 20%)... 2.400.000, 6.000.000 δρχ.

- Κέρδη Φορολογητέα στο όνομα του νομικού προσώπου (24.000.000 - 6.000.000) = 18.000.000 δρχ.

- Αναλογών φόρος εισοδήματος (18.000.000 Χ 35%)... 6.300.000 δρχ.

Στην περίπτωση του συγκεκριμένου παραδείγματος, η ανώνυμη εταιρία, παρά το γεγονός ότι είναι διαχειριστής της ΕΠΕ και ο μεγαλύτερος εταίρος αυτής, δεν δικαιούται επιχειρηματική αμοιβή, καθόσον αυτή χορηγείται, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958, μόνο σε φυσικά πρόσωπα που είναι ταυτόχρονα και διαχειριστές και εταίροι εταιρίας περιορισμένης ευθύνης. Επίσης, παρά το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη εταιρία υπάρχουν τρεις εταίροι φυσικά πρόσωπα, ο τρίτος από αυτούς δεν δικαιούται επιχειρηματική αμοιβή γιατί δεν προσέφερε στην εταιρία υπηρεσίες διαχειριστή.

Κατόπιν των ανωτέρω τα φορολογητέα κέρδη της ΕΠΕ είναι 18.000.000 δρχ. και ο οφειλόμενος από αυτή φόρος εισοδήματος 6.300.000 δρχ., ενώ οι εταίροι Α και Β θα φορολογηθούν για εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων για 3.600.000 δρχ. και 2.400.000 δρχ., αντίστοιχα, κατά το επόμενο οικονομικό έτος (1994).

Παράδειγμα 2ο

Εστω ότι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, κατά τη διαχειριστική περίοδο 1/1/1992 - 31/12/1992 πραγματοποίησε καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 22.000.000 δρχ. Στην εταιρία συμμετέχουν οι εταίροι Α, Β με ποσοστό συμμετοχής 30% κάθε ένας και οι Γ, Δ με ποσοστό συμμετοχής 20% ο κάθε ένας. Ολοι οι εταίροι είναι και διαχειριστές της εταιρίας χωρίς όμως να λαμβάνουν μισθό για τις υπηρεσίες του διαχειριστού που προσφέρουν.

Με την εμπρόθεσμη υποβολή της αρχικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος η εταιρία προέβη σε αναμόρφωση των προεκυψάντων από τον ισολογισμό κερδών με την προσθήκη δαπανών ύψους 4.000.000 δρχ. που δεν αναγνωρίζονται φορολογικά προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα (έξοδα αυτοκινήτων, προσαυξήσεις, πρόστιμα κ.λπ.).

Επίσης, στον πίνακα V της δήλωσης αυτής, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας δήλωσε ότι δικαιούχοι επιχειρηματικής αμοιβής είναι οι διαχειριστές εταίροι Α, Β και Γ.

Βάσει των ανωτέρω δεδομένων το φορολογητέο εισόδημα της ΕΠΕ και ο αναλογών σε αυτό φόρος εισοδήματος προσδιορίζονται ως εξής:

- Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού: 22.000.000 δρχ.

- Πλέον δηλωθείσες λογιστικές διαφορές: 4.000.000 δρχ.

Σύνολο δηλωθέντων κερδών: 26.000.000 δρχ.

- Καθαρά κέρδη από τα οποία λαμβάνεται η επιχειρηματική αμοιβή 13.000.000 δρχ.

(26.000.000 Χ 50%).

- Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστή - εταίρου Α (13.000.000 Χ 30%) 3.900.000 δρχ.

- Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστή - εταίρου Β (13.000.000 Χ 30%) 3.900.000 δρχ.

- Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστή - εταίρου Γ (13.000.000 Χ 20%) 2.600.000 - 10.400.000.

- Φορολογητέα Κέρδη της ΕΠΕ 15.600.000 δρχ.

- Οφειλόμενος φόρος εισοδήματος 5.460.000 (15.000.000 Χ 35%).

Επειδή με βάση τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 επιχειρηματική αμοιβή δικαιούνται μέχρι 3 διαχειριστές - εταίροι φυσικά πρόσωπα, που συμμετέχουν με τα μεγαλύτερα ποσοστά στα κέρδη της ΕΠΕ, οι διαχειριστές Α, Β που έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά (30% έκαστος), λαμβάνουν υποχρεωτικά επιχειρηματική αμοιβή. Επειδή όμως και οι άλλοι δύο διαχειριστές Γ και Δ συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρίας με το ίδιο ποσοστό (20%), η εταιρία δήλωσε, με βάση το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958, ότι επιχειρηματική αμοιβή θα πάρει ο διαχειριστής Γ, αποκλείοντας τον άλλο εταίρο.

Παράδειγμα 3ο

Εστω ότι εταιρία περιορισμένης ευθύνης κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.1992 - 31.12.1992 πραγματοποίησε καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 19.000.000 δρχ. μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και αφορολόγητα έσοδα (τόκοι εντόκων γραμματίων του Δημοσίου) 2.000.000 δρχ. Στην εταιρία συμμετέχουν οι εταίροι Α, Β, Γ και Δ με ποσοστά συμμετοχής 40%, 30%, 20% και 10% αντίστοιχα, εκ των οποίων οι Α, Β και Γ εταίροι οι οποίοι είναι και διαχειριστές άμισθοι. Στις 30.9.1992 ο εταίρος Α έπαυσε να είναι διαχειριστής της εταιρίας. Η γενική συνέλευση των εταίρων που συνήλθε 30.3.1993 αποφάσισε τη μη διανομή των κερδών.

Με την εμπρόθεσμη υποβολή της αρχικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτος 1993, η εταιρία αναμόρφωσε τα προκύψαντα από τον ισολογισμό κέρδη, προσθέτοντας δαπάνες ύψους 3.000.000 δρχ. ως μη αναγνωριζόμενες φορολογικά προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα.

Με βάση τα δεδομένα αυτά το φορολογητέο εισόδημα της εταιρίας και ο αναλογών σε αυτό φόρος εισοδήματος προσδιορίζονται ως εξής:

- Καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού 19.000.000 δρχ.

- Πλέον δηλωθείσες λογιστικές διαφορές 3.000.000 δρχ.

- Σύνολο δηλωθέντων κερδών 22.000.000 δρχ.

- Μείον αφορολόγητα έσοδα 2.000.000 δρχ.

- Υπόλοιπο φορολογητέων κερδών 20.000.000 δρχ.

- Καθαρά κέρδη από τα οποία λαμβάνεται η επιχειρηματική αμοιβή 10.000.000 δρχ.

(20.000.000 Χ 50%).

- Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστή - εταίρου Α (10.000.000 Χ 40%) 4.000.000 δρχ.

- Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστή - εταίρου Β (10.000.000 Χ 30%) 3.000.000 δρχ.

- Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστή - εταίρου Γ (10.000.000 Χ 20%) 2.000.000 - 9.000.000 δρχ.

- Φορολογητέα κέρδη της ΕΠΕ 11.000.000 δρχ.

- Οφειλόμενος φόρος (11.000.000 Χ 35%) 3.850.000 δρχ.

Με βάση όσα έγιναν δεκτά, ο εταίρος Α, παρά το γεγονός ότι έπαυσε στις 30/9/1992 να ασκεί καθήκοντα διαχειριστού, δικαιούται επιχειρηματικής αμοιβής, γιατί και κατά το χρόνο έγκρισης του ισολογισμού ήταν μεταξύ των τριών εταίρων με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη της εταιρίας.

6.3. Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 ορίζεται ότι αν τα νομικά πρόσωπα του νομοθετήματος αυτού (κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα) αποκτούν και εισόδημα από ακίνητα, επιβάλλεται στο εισόδημα αυτό και συμπληρωματικός φόρος, πέραν του φόρου 35% που επιβάλλεται στα συνολικά καθαρά κέρδη τους.

Ο συμπληρωματικός αυτός φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 3% στο ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές (γραφεία, καταστήματα, οικίες κ.λπ.) ή γαίες (οικόπεδα, γήπεδα κ.λπ.), ανεξάρτητα αν αυτό προέρχεται από εκμίσθωση ή ιδιοχρησιμοποίηση.

Ο φόρος αυτός δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό του φόρου εισοδήματος που αναλογεί στο συνολικό φορολογητέο εισόδημα του νομικού προσώπου. Ο συμπληρωματικός αυτός φόρος δεν επιβάλλεται στα εισοδήματα από ακίνητα των νομικών προσώπων, τα οποία απαλλάσσονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν.Δ.3843/1958, του φόρου εισοδήματος για τα συγκεκριμένα εισοδήματα (π.χ. εισοδήματα οικοδομών και γαιών των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και των ημεδαπών κοινωφελών ιδρυμάτων, τεκμαρτά εισοδήματα από ακίνητα που ανήκουν σε δημόσιες, δημοτικές επιχειρήσεις κ.λπ.).

Επισημαίνεται ότι στο εξής δεν θα βεβαιώνονται τέλη υδρεύσεως, αποχετεύσεως κ.λπ. όταν το νομικό πρόσωπο έχει εισόδημα από ακίνητα καθόσον με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 43 του κοινοποιούμενου νόμου καταργήθηκαν οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου μόνο του Ν.Δ.2916/1954 και της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν.1069/1980, καθώς και κάθε άλλης σχετικής διάταξης που επιβάλλεται κατά περίπτωση, τέλη ύδρευσης, αποχέτευσης στο εισόδημα από ακίνητα.

6.4. Με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 ορίζεται ότι από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί στο φορολογούμενο εισόδημα και του συμπληρωματικού φόρου 3% επί του ακαθάριστου εισοδήματος από ακίνητα εκπίπτουν τα πιο κάτω ποσά φόρων.

α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε από το νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Ν.Δ.3843/1958, αντίστοιχα, καθώς και με το άρθρο 37α του Ν.Δ.3323/1955, για το εισόδημα που υπόκεινται σε φόρο.

β) Ο φόρος που αναλογεί στο μέρος των φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης εισοδημάτων που διανέμονται και με τα οποία έχουν προσαυξηθεί τα υποκείμενα σε φορολογία κέρδη του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 8Α.

Ειδικά όμως για τις τραπεζικές και ασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπεται ότι αυτές θα εκπίπτουν από το συνολικό φόρο του νομικού προσώπου, ολόκληρο το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε στα εισοδήματά τους, τα φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (τόκοι καταθέσεων κ.λπ.).

γ) Ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε από το νομικό πρόσωπο στην αλλοδαπή για το εισόδημα που προέκυψε σε αυτή και υπόκειται σε φορολογία στην Ελλάδα. Ο φόρος αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.

6.5. Τέλος, με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν.Δ.3843/1958 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ή προκαταβλήθηκε είναι μεγαλύτερο από το φόρο που αναλογεί η επί πλέον διαφορά συμψηφίζεται στο υπόλοιπο φόρο που ενδεχόμενα προκύπτει για βεβαίωση, δηλαδή στην προκαταβολή φόρου εισοδήματος του επομένου οικονομικού έτους που βεβαιώνεται με βάση το άρθρο 14 του Ν.Δ.3843/1958. Το τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από το συμψηφισμό αυτό επιστρέφεται.

(ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με τον Ν.2214/1994: α) αυξήθηκε από 35% σε 40% ο συντελεστής φορολογίας για τις Α.Ε. των οποίων οι μετοχές είναι ανώνυμες ΜΗ εισηγμένες στο χρηματιστήριο, καθώς και στα υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων β) ο τρόπος φορολογίας των αφορολόγητων αποθεματικών παρελθουσών χρήσεων που διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται γ) η επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστών εταίρων ΕΠΕ υπολογίζεται και σε περίπτωση εκπρόθεσμης - για ένα μήνα - δήλωσης.)

Αρθρο 17

Δήλωση και καταβολή φόρου

1. Με τις διατάξεις τις παραγράφου 1 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται οι διατάξεις των περιπτώσεων α και β της παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ.3843/1958, που αναφέρονται στην υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 3.

Με βάση τις νέες διατάξεις τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3, ήτοι οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις αυτών, τα υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα, οι δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις κ.λπ. υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος στην αρμόδια για τη φορολογία τους ΔΟΥ μέχρι την 15η ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, για τα εισοδήματα που απέκτησαν μέσα σ' αυτή.

Επομένως, τα πιο πάνω νομικά πρόσωπα των οποίων η διαχειριστική περίοδος λήγει την 31 Δεκεμβρίου, υποχρεούνται να υποβάλουν τη δήλωση φορολογίας εισοδήματός τους μέχρι 15 Μαΐου του επόμενου έτους, ενώ αν η διαχειριστική περίοδος λήγει την 30 Ιουνίου, μέχρι 15 Νοεμβρίου. Τονίζεται ότι, μέχρι 15 Νοεμβρίου 1992 πρέπει να υποβληθεί και η δήλωση από τα νομικά πρόσωπα των οποίων η διαχειριστική περίοδος έληξε στις 30 Ιουνίου 1992 καθόσον, με βάση το άρθρο 77 του κοινοποιούμενου νόμου, η έναρξη ισχύος των διατάξεων της παραγράφου αυτής αρχίζει από το χρόνο δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30.6.1992).

Τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν.Δ.3843/1958, ήτοι τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου καθώς και τα πάσης φύσεως ιδρύματα, υποχρεούνται να επιδίδουν τη δήλωση φορολογίας εισοδήματός τους μέχρι τις 2 Μαρτίου του οικείου οικονομικού έτους για τα εισοδήματα που απέκτησαν μέσα στο αμέσως προηγούμενο έτος. Η υποχρέωση υποβολής δήλωσης (μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία) υπάρχει, κατά ρητή διάταξη του νόμου, ανεξάρτητα αν τα εισοδήματά τους αυτά υπόκεινται ή όχι σε φορολογία. Επίσης, προβλέπεται ότι, με τη δήλωση αυτή πρέπει υποχρεωτικά να συνυποβάλλεται αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων. Επομένως, οι υπάλληλοι των ΔΟΥ πρέπει να αρνούνται την παραλαβή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ή του ιδρύματος σε περίπτωση που δεν συνοδεύεται με την πιο πάνω κατάσταση.

Στην κατάσταση θα αναγράφονται, κατά κατηγορία, τα έσοδα και έξοδα του νομικού προσώπου (π.χ. συνδρομές, δωρεές ή χορηγίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, έσοδα από ακίνητα, τα έξοδα των ενοικίων, οι μισθοί, αμοιβές τρίτων κ.λπ.), καθώς και τα σύνολα αυτών.

Επισημαίνεται ότι οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος όλων των πιο πάνω νομικών προσώπων (κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα), πρέπει στο εξής υποχρεωτικά να προσυπογράφονται, σύμφωνα με το άρθρο 49 του κοινοποιούμενου νόμου, από τον προϊστάμενο του Λογιστηρίου ή από τον υπεύθυνο λογιστή που τηρεί τα βιβλία ή από το πρόσωπο που συμπράττει στη σύνταξη της δήλωσης και κάτω από την υπογραφή τους να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και ο αριθμός της αστυνομικής ταυτότητας αυτών.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αντικαθίστανται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Ν.Δ.3323/1955.

Οπως είναι γνωστό, με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις, αν η προταθείσα από το Δ.Σ. διανομή κερδών ανώνυμης εταιρίας δεν εγκρίνετο μέσα σε έξι μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, η ανώνυμη εταιρία υποχρεούτο να υποβάλει, μέσα στον έβδομο μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα προταθέντα προς διανομή κέρδη και η διαφορά φόρου που προέκυπτε, καταβάλλετο σε 3 μηνιαίες δόσεις. Σε περίπτωση δε μεταγενέστερης μερικής ή ολικής έγκρισης της διανομής, από τον οφειλόμενο φόρο της Γ πηγής εκπίπτετο ο φόρος που είχε καταβληθεί, για τα διανεμόμενα κέρδη από το νομικό πρόσωπο.

Μετά την καθιέρωση όμως του νέου τρόπου φορολογίας των ανωνύμων εταιριών, με βάση τον οποίο το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας φορολογείται για τα συνολικά του κέρδη, εάν η γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία βάσει του νόμου είναι το αρμόδιο όργανο για τον τρόπο διανομής των κερδών δεν συνέλθει εντός εξαμήνου από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου προκειμένου να εγκρίνει την προταθείσα από το Δ.Σ. διανομή των κερδών ή συνέρχεται και τροποποιεί αυτή, είναι αυτονόητο ότι δεν μεταβάλλεται το φορολογητέο εισόδημα της ανώνυμης εταιρίας που έχει ήδη δηλωθεί, πλην της περιπτώσεως βέβαια που μεταξύ των εισοδημάτων της ανώνυμης εταιρίας συμπεριλαμβάνονται και έσοδα αφορολόγητα ή εισοδήματα φορολογηθέντα ή προσδιορισθέντα κατά ειδικό τρόπο, αφού στην περίπτωση αυτή έχουν ήδη εφαρμοσθεί οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 8Α του Ν.Δ.3843/1958.

Εν όψει των ανωτέρω τροποποιήθηκαν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν.Δ.3843/1958, με τις οποίες προβλέπεται πλέον ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις οι ανώνυμες εταιρίες υποχρεούνται να υποβάλλουν τροποποιητική δήλωση εντός 30 ημερών από τη λήξη του εξαμήνου για τα φορολογητέα κέρδη, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 8Α. Ο φόρος και η προκαταβολή φόρου που τυχόν οφείλονται με βάση την τροποποιητική αυτή δήλωση καταβάλλεται σε 3 ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων μηνών.

Είναι αυτονόητο ότι διαφορά φόρου θα προκύψει αν η γενική συντέλεση των μετόχων εγκρίνει, εντός το εξαμήνου, τη διανομή μεγαλύτερου ποσού κερδών, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και έσοδα αφορολόγητα ή κέρδη προσδιορισθέντα ή φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο, από αυτό που είχε προτείνει το Δ.Σ. Αντίθετα, σε περίπτωση που η γενική συνέλευση των μετόχων, εντός του εξαμήνου, εγκρίνει τη διανομή μικρότερου ποσού κερδών, ή δεν συνέλθει καθόλου, με την τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος, που θα υποβληθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω, θα προκύψει επιστροφή φόρου.

Περαιτέρω, με βάση τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου αυτής προβλέπεται ότι, αν στη συνέχεια (μετά την παρέλευση του εξαμήνου) και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική χρήση εγκριθεί ολικά ή μερικά η διανομή των κερδών, από τη γενική συνέλευση των μετόχων, θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 8Α. Προς τούτο, θα υποβληθεί εντός 30 ημερών από το χρόνο έγκρισης της διανομής από τη γενική συνέλευση συμπληρωματική δήλωση και ο οφειλόμενος φόρος θα καταβληθεί εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται το άρθρο 13 του Ν.Δ.3843/1958 που αναφέρεται στον τρόπο καταβολής του φόρου εισοδήματος, του συμπληρωματικού φόρου, της προκαταβολής φόρου εισοδήματος, των τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ ΟΓΑ που οφείλονται με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος.

Ειδικότερα, με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Ν.Δ.3843/1958, προβλέπεται ότι τα πιο πάνω ποσά, που οφείλονται από τα νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α και β' της παρ. 1 του άρθρου 11, δηλαδή από τα νομικά πρόσωπα κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα, καταβάλλονται σε πέντε (5) ίσες μηνιαίες δόσεις, ενώ με τις προηγούμενες διατάξεις προβλέπετο καταβολή σε επτά (7) μηνιαίες δόσεις. Από τις πέντε (5) δόσεις, η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, οι δε υπόλοιπες τέσσερις την τελευταία εργάσιμη μέρα των τεσσάρων επομένων από την υποβολή της δήλωσης μηνών.

Ο πιο πάνω τρόπος καταβολής, δεν αφορά και τα οφειλόμενα τέλη χαρτοσήμου πλέον εισφοράς υπέρ ΟΓΑ που επιβάλλονται επί των κερδών, της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, τα οποία καταβάλλονται εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου (Υπ. Οικ. 1104398/5561/0014/20.10.1992).

Διευκρινίζεται ότι για τον υπολογισμό των οφειλομένων τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ του ΟΓΑ (1,20%) επί των κερδών που δηλώνονται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της ΕΠΕ, λαμβάνονται τα συνολικά δηλούμενα κέρδη, ήτοι κέρδη ισολογισμού πλέον δηλωθείσες λογιστικές διαφορές, από τα οποία αφαιρείται μόνο η συνολική επιχειρηματική αμοιβή που δικαιούνται οι διαχειριστές – εταίροι για το λόγο ότι για την αμοιβή αυτή οφείλεται τέλος χαρτοσήμου 1% πλέον εισφοράς ΟΓΑ, που καταβάλλεται όπως προαναφέρθηκε με τη σχετική εμπρόθεσμη δήλωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου επί της επιχειρηματικής αμοιβής διαχειριστών - εταίρων.

Αντίθετα, δεν αφαιρούνται τυχόν αφορολόγητα έσοδα, καθώς και οι διενεργηθείσες αφορολόγητες εκπτώσεις του Ν.1892/1990 και τα σχηματισθέντα αφορολόγητα αποθεματικά επενδύσεων.

Ο τρόπος καταβολής των οφειλομένων ποσών φόρου κ.λπ. από τα νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περ. γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ.3843/1958 (όσα έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση καθώς επίσης και τα διαλυόμενα για τα οποία δεν επιβάλλεται από το νόμο εκκαθάριση), δεν έχει μεταβληθεί, αφού και με τις νέες διατάξεις (περ. β' παρ. 1 άρθρου 13) προβλέπεται εφάπαξ καταβολή με την υποβολή της εμπρόθεσμης προσωρινής ή οριστικής δήλωσης.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του Ν.Δ.3843/1958 καταργήθηκε η χορήγηση έκπτωσης 10% σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής των πιο πάνω ποσών που οφείλονται με βάση την υποβαλλόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος.

Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται, όπως και με τις προϊσχύσασες, ότι με την υποβολή της δήλωσης πρέπει υποχρεωτικά να καταβληθεί τουλάχιστον η πρώτη δόση των οφειλόμενων ποσών, διαφορετικά η τυχόν υποβαλλόμενη δήλωση θεωρείται απαράδεκτη (μη υποβληθείσα) και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

(ΠΡΟΣΟΧΗ: Με τον Ν.2214/1994 επανήλθε έκπτωση 5% σε περίπτωση καταβολής του οφειλόμενου φόρου κ.λ.π. ποσών που βεβαιώνονται με την υποβολή της δήλωσης.)

Link to comment
Share on other sites

Υπάρχει σχετικά και η γνωμοδότηση 1296/1970 Νομικου Συμβουλιου του Κράτους , η οποία αναφέρει ότι δεν έχει εξουσία η Γενική Συνέλευση να τροποποιήσει /αναμορφώσει τον Ισολογισμό που έχει εγκριθεί απο προγενέστερη ΓΣ .

Εδω όμως μιλαμε για λαγιστικά λάθη (αν καταλαβα καλα ) οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα .

Link to comment
Share on other sites

Υπάρχει σχετικά και η γνωμοδότηση 1296/1970 Νομικου Συμβουλιου του Κράτους , η οποία αναφέρει ότι δεν έχει εξουσία η Γενική Συνέλευση να τροποποιήσει /αναμορφώσει τον Ισολογισμό που έχει εγκριθεί απο προγενέστερη ΓΣ .

Εδω όμως μιλαμε για λαγιστικά λάθη (αν καταλαβα καλα ) οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα .

Αυτό λέω κι εγώ και το Υπουργείο ..προφορικά..αλλά η ελέγκτρια έχει το "ευαγγέλιο"

Link to comment
Share on other sites

ούτε γι'αυτή την περίπτωση μιλάμε..

Αν έχεις το βιβλίο του Σακέλλη "Η διάθεση των κερδών των Εταιρειών" υπάρχει σχετικό θέμα . Η διόρθωση λογιστικών λαθών δεν είναι αναμόρφωση του Ισολογισμού . Αλλά εδω μιλάμε και για αλλαγή των αποτελεσμάτων . Η ΑΕ είναι οικογενειακή ? Μήπως στις καθολικες ΓΣ δεν υπάρχει πρόβλημα ?

Link to comment
Share on other sites

Αυτό λέω κι εγώ και το Υπουργείο ..προφορικά..αλλά η ελέγκτρια έχει το "ευαγγέλιο"

Ξεκίνα τότε το "κυριε ελεησον" και ο θεός βοηθός .

Link to comment
Share on other sites

Και βέβαια είναι οικογενειακή και βέβαια 100% απαρτία..

τώρα πως γίνεται τακτοποίηση λογιστικών λαθών ..χωρίς αλλαγή αποτελεσμάτων..δεν ξέρω..

Υ.Γ. μα από πέρυσι έχουν γίνει όλα..και βέβαια δέχθηκαν την τροποποιητική στην ώρα της ..απλά τώρα που είναι να τα δώσουν ψειρίζουν την μαϊμού.. :angry:

Link to comment
Share on other sites

Βλέπουμε λοιπόν.. κατά την γνώμη μου..

ότι.. αναφορά σε απόφαση χωρίς να δούμε την απόφαση.. δεν βοηθά στην δουλειά μας..

πρέπει οι συγγραφείς να αναφέρουν τουλάχιστον το σκεπτικό της κάθε απόφασης που επικαλούνται..

εγώ δεν βλέπω να αποκλείεται η αναμόρφωση του ισολογισμού γενικά.. αλλά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις..

το ίδιο είδα και στις προηγούμενες αποφάσεις του Σ.Τ.Ε. που ανέβηκαν.

την παρ.8 πως την ερμηνεύετε?

Link to comment
Share on other sites

Guest SOTHRIS
Αυτό λέω κι εγώ και το Υπουργείο ..προφορικά..αλλά η ελέγκτρια έχει το "ευαγγέλιο"

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

To οποίο ευαγγέλιο δυστυχώς δεν ανήκει στα "απόκρυφα" αλλά περιέχει την αποκεκαλυμμένη αλήθεια (κατά την ελέγκτρια της ΔΟΥ).

Link to comment
Share on other sites

Guest SOTHRIS

SOULIS εκτός από το βιβλίο του κ. ΗΛΙΟΚΑΥΤΟΥ δεν προτείνεις στην ελέγκτρια να ρίξει μια ματιά στο άρθρο 72 του Ν 2238/1994 ?

Link to comment
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
 Share

  • Recently Browsing   0 members

    • No registered users viewing this page.
×
×
  • Create New...