Jump to content

ΠΡΟΕΔΡΟΣ Δ.Σ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΜΕ ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ


Recommended Posts

Γεια σας. Θέλω να ρωτήσω εφόσον ο Πρόεδρος του ΔΣ ανώνυμης εταιρίας χρωστάει στην εφορία, η εταιρία μπορεί από τη στιγμή που έχει δική της νομική προσωπικότητα να παίρνει μέρος σε διαγωνισμούς? Επίσης είναι ποινικό αδίκημα το χρέος στην εφορία?

Link to comment
Share on other sites

Γεια σας. Θέλω να ρωτήσω εφόσον ο Πρόεδρος του ΔΣ ανώνυμης εταιρίας χρωστάει στην εφορία, η εταιρία μπορεί από τη στιγμή που έχει δική της νομική προσωπικότητα να παίρνει μέρος σε διαγωνισμούς? Επίσης είναι ποινικό αδίκημα το χρέος στην εφορία?

ΠΟΛ. 1197/12.08.1994 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 2214/1994 (ΦΕΚ 75Α/11.5.94)

Αρθρο 32

Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για μη απόδοση

παρακρατούμενων φόρων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του κοινοποιημένου άρθρου, που ισχύουν από

11 Μαϊου 1994, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου

45 του ν. 2065/1992.

Με τις νέες διατάξεις, όπως και με τις αντικατασταθείσες, προβλέπονται ποινικές

κυρώσεις σε βάρος των υπόχρεων που δεν αποδίδουν στο Δημόσιο εμπρόθεσμα ή

υποβάλλουν ανακριβή δήλωση, για την απόδοση του Φ.Π.Α. ή άλλων φόρων, τελών ή

εισφορών που παρακρατούνται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο.

Συγκεκριμένα, με τις κοινοποιούμενες διατάξεις προβλέπονται ποινικές κυρώσεις

σε βάρος των ακόλουθων παραβατών:

α) στο μη υποβάλλοντα στη δήλωση, που προβλέπεται από τις κείμενες φορολογικές

διατάξεις, για την απόδοση στο Δημόσιο του Φ.Π.Α. ή άλλων φόρων, τελών και

εισφορών που παρακρατούνται ή εισπράττονται με την υποχρέωση να αποδοθούν στο

Δημόσιο, μέσα στις προθεσμίες που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, κατά

περίπτωση,

β) στον υποβάλλοντα εκπρόθεσμη δήλωση μετά την παρέλευση δέκα πέντε (15) ημερών

από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας, για την απόδοση του Φ.Π.Α. και λοιπών

φόρων, τελών και εισφορών που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση,

γ) στον υποβάλλοντα ανακριβή δήλωση, σε βάση τα δεδομένα των βιβλίων και

στοιχείων που τηρούνται απ' αυτόν, για την απόδοση του Φ.Π.Α. και των λοιπών

φόρων, τελών και εισφορών που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις.

2. Η ποινική δίωξη (η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς) ασκείται υποχρεωτικά από τον

Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., εφόσον το μη αποδοθέν ή το εκπροθέσμως αποδιδόμενο ποσό

για κάθε φορολογία είναι ανώτερο των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών, η δε ποινή

που προβλέπεται από τις κοινοποιούμενες διατάξεις κλιμακώνεται ως ακολούθως:

α) φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή μέχρι πεντακοσίων

χιλιάδων (500.000) δραχμών, όταν το προς απόδοση ποσόν για κάθε φορολογία δεν

υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές,

β) φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή από πεντακόσιες

χιλιάδες (500.000) δραχμές και άνω, όταν το προς απόδοση ποσόν για κάθε

φορολογία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές,

γ) φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο

(1.000.000) και άνω, όταν το προς απόδοση ποσόν για κάθε φορολογία δεν

υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές.

Οι πιο πάνω ποινές, κατά περίπτωση, επιβάλλονται εφόσον δεν προβλέπονται

βαρύτερες από άλλες διατάξεις.

3. Με τις διατάξεις της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 45 του Ν. 2065/1992, όπως

αυτές τέθηκαν με την παράγραφο 1 του κοινοποιούμενου άρθρου 32, ορίζεται ότι σε

περίπτωση διάπραξης των αδικημάτων της παραγράφου 1 καθ' υποτροπή τα κατώτατα

όρια των ποινών, που προβλέπονται από την ίδια παράγραφο, διπλασιάζονται.

Ακόμη, παρέχεται η δυνατότητα στο ποινικό δικαστήριο με την απόφασή του να

διατάσσει την αφαίρεση, από τον παραβάτη-φορολογούμενο, της άδειας ασκήσεως του

επαγγέλματός του για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός και μέχρι ενός (1) έτους.

Επισημαίνεται ότι στη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., που

υποβάλλεται για τα πιο πάνω αναφερθέντα αδικήματα φοροδιαφυγής, είναι

απαραίτητη η μνεία της καθ' υποτροπή ή όχι διάπραξής τους, ώστε να γίνεται ορθή

επιμέτρηση της ποινής από το αρμόδιο δικαστήριο.

4. Οπως αναφέρεται και πιο πάνω (παρ. 1) οι κοινοποιούμενες διατάξεις ισχύουν

από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (από 11 Μαϊου 1994).

Συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή (11.5.1994) και μετά τα αδικήματα φοροδιαφυγής

για μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών

κρίνονται με τις νέες διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 32. Αυτό σημαίνει

ότι κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος διαπίστωσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής

από τη φορολογική αρχή και όχι ο χρόνος τέλεσής του.

5. Από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 32, με τις οποίες

αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 45 ν. 2065/1992,

προκύπτει σαφώς ότι για τη δίωξη του αδικήματος φοροδιαφυγής δεν απαιτείται η

οριστικοποίηση της πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία καταλογίζεται η

φορολογική παράβαση, ούτε η περαίωση τυχόν φορολογικής δίκης. Αρκεί δηλαδή η

έκδοση της πράξης καταλογισμού του μη αποδοθέντος φόρου. Ακόμη και η ύπαρξη

πλημμελειών της πράξης καταλογισμού του φόρου που δεν έχει αποδοθεί δεν

αναστέλλει την ποινική δίωξη του παραβάτη.

Περαιτέρω διευκρινίζεται, με τις νέες διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν.

2065/1992, ότι η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καθώς

και η διαδικασία γενικά της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τις

ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, δεν αποτελούν λόγο αναστολής της ποινικής

δίωξης. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον διαπραχθεί και διαπιστωθεί ένα από τα

αδικήματα της μη υποβολής ή ανακριβούς ή εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης για ποσό

πάνω από 10.000 θα ασκηθεί η ποινική δίωξη, ανεξάρτητα αν καταβλήθηκε ο φόρος ή

έγινε διοικητική επίλυση της διαφοράς. Με άλλα λόγια η υποβολή εκπρόθεσμης

δήλωσης και η καταβολή του φόρου ή η διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν έχει

σημασία και δεν ασκεί επίδραση στην υποχρέωση άσκησης ποινικής δίωξης και η

υπόθεση θα κριθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή.

6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του κοινοποιούμενου άρθρου 32 με τις

οποίες αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 45 του ν.

2065/1992, ορίζεται ότι Υσε περίπτωση που ο υπόχρεος καταβάλλει το οφειλόμενο

ποσό μέχρι την ημέρα της δίκης, μπορεί να επιβληθεί μόνο χρηματική ποινήΦ. Και

η εφαρμογή της διάταξης αυτής θα γίνει ύστερα από απόφαση του αρμόδιου

δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι οι υποθέσεις που εμπίπτουν στις παραπάνω

ποινικές διατάξεις πρέπει να αποστέλλονται στα αρμόδια δικαστήρια με την

υποβολή σχετικής μυνητήριας αναφοράς, όπως αναφέρεται πιο πάνω στην ανάλυση των

σχετικών διατάξεων, και το δικαστήριο θα κρίνει και θα αποφασίσει για την

ποινή. Είναι αυτονόητο ότι το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μόνο χρηματική

ποινή και στην περίπτωση απόδοσης (καταβολής) του φόρου με την υποβολή

εκπρόθεσμης δήλωσης, δηλαδή δήλωσης που υποβλήθηκε μετά 15 ημέρες από τη λήξη

της νόμιμης προθεσμίας.

7. Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 32, με την οποία προστέθηκε νέα

παράγραφος 14 στο άρθρο 45 του ν. 2065/1992, ορίζεται ότι τα αδικήματα της

παραγράφου 1 θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.

Στην πράξη τα αδικήματα αυτά αντιμετωπίζονται με την υποβολή μηνυτήριας

αναφοράς στον εισαγγελέα, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της αυτόφωρης

εκδίκασης του διαπραχθέντος αδικήματος. Για το λόγο αυτό η μηνυτήρια αναφορά

υποβάλλεται αμέσως μετά την υποβολή και παραλαβή της εκπρόθεσμης δήλωσης, για

την οποία παρήλθε το 15ήμερο από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας υποβολής της, ή

αμέσως μετά τη διαπίστωση από οποιοδήποτε φορολογικό έλεγχο (προσωρινό,

τακτικό, προληπτικό) της μη υποβολής ή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης απόδοσης

φόρου προστιθέμενης αξίας και λοιπών φόρων, τελών και εισφορών που

παρακρατούνται ή προεισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο. Επαναλαμβάνεται

ότι για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς δεν απαιτείται η κατά οποιοδήποτε

τρόπο οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

Για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του άρθρου 45 του ν. 2065/1992, που δεν

τροποποιούνται με το κοινοποιούμενο άρθρο 32, παραπέμπουμε στην ΠΟΛ.

1232/27.10.1992 εγκύκλιό μας, με την οποία δόθηκαν αναλυτικές οδηγίες.

Στο τέλος της παρούσας εγκυκλίου επισυνάπτεται σχέδιο μηνυτήριας αναφοράς για

τη διευκόλυνση στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 του ν. 2065/1992, όπως

ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου

32. Επισημαίνεται ότι η μηνυτήρια αναφορά συνοδεύεται πάντοτε από σχετική

έκθεση ελέγχου της φορολογικής αρχής, η οποία είναι ταυτόχρονα και έκθεση

διαπίστωσης του αδικήματος, για το οποίο ζητείται η δίωξη του παραβάτη. Για το

λόγο αυτό πρέπει απαραίτητα στην έκθεση ελέγχου να αναγράφεται και η ακριβής

χρονολογία και η ώρα διαπίστωσης της παράβασης, στοιχεία αναγκαία για τη

διαδικασία του αυτόφωρου.

Link to comment
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
 Share

  • Recently Browsing   0 members

    No registered users viewing this page.

×
×
  • Create New...