Jump to content
  • 0
Sign in to follow this  
anast

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 1/1/2006 ΜΕ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΕΩΣ 30/12/2005

Question

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΕΤΡΑΕΤΗ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΔΕΙΑΣ ΕΩΣ 30/12/2005. Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΜΕ ΤΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ;

AN ΓΙΝΕΙ ΜΕ 2/1/2006 ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΘΑ ΕΡΓΑΣΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 2/1/2006 ΟΠΟΤΕ ΘΑ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΝ 31/12/2005 (ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΗ ΕΡΓΑΣΙΜΗ ΜΕΡΑ);

ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΓΛΙΤΩΣΕΙ Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ KAI TOY ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΕΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕ.

ΘΑ ΠΑΡΑΚΟΥΛΟΥΣΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΣΑΣ.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Recommended Posts

  • 0
AN ΓΙΝΕΙ ΜΕ 2/1/2006 ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΘΑ ΕΡΓΑΣΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 2/1/2006 ΟΠΟΤΕ ΘΑ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

Κανονικότατα.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΝ 31/12/2005 (ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΗ ΕΡΓΑΣΙΜΗ ΜΕΡΑ);

Άποψη μου είναι ότι μπορεί, αλλά επειδή είναι παρακινδυνευμένο, να πω ότι μπορεί επίσης να γίνει και την Παρασκευή.

Edited by Dimitris K.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
Κανονικότατα.

Άποψη μου είναι ότι μπορεί, αλλά επειδή είναι παρακινδυνευμένο, να πω ότι μπορεί επίσης να γίνει και την Παρασκευή.

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (30-12-2005) ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΔΕΙΑ. ΠΩΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ;

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (30-12-2005) ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΔΕΙΑ. ΠΩΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ;

Το ότι έχει άδεια σημαίνει ότι δεν μπορεί να απολυθεί έως 30/12...

Την 30/12 όμως μετά την λήξη της εργασίας (ή αδείας) του, γιατί δεν γίνεται?

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (30-12-2005) ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΔΕΙΑ. ΠΩΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ;

Κατ΄αρχήν δεν είπα ότι δε γίνεται Σάββατο. Αλλά από την άλλη τόσα φράγκα θα γλυτώσεις. Βγάλτου μια μέρα μη ληφθείσα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
anast Posted Σήμερα, 01:25 PM

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΕΤΡΑΕΤΗ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΔΕΙΑΣ ΕΩΣ 30/12/2005. Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΜΕ ΤΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ;

AN ΓΙΝΕΙ ΜΕ 2/1/2006 ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΘΑ ΕΡΓΑΣΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 2/1/2006 ΟΠΟΤΕ ΘΑ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΝ 31/12/2005 (ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΗ ΕΡΓΑΣΙΜΗ ΜΕΡΑ);

ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΓΛΙΤΩΣΕΙ Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ KAI TOY ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΕΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕ.

ΘΑ ΠΑΡΑΚAΛΟΥΣΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΣΑΣ.

Τάσο μου,επειδή δεν μπορώ να γνωρίζω τις ειδικές συνθήκες της

σχέσης εργασίας,δεν ξέρω σε ποιό πράγμα κολάει το "δυστυχώς"

που ανάφερες στην προτελευταία παράγραφο.

Άλλες φορές είναι δυστυχώς και άλλες ευτυχώς.

Αν και η άποψή μου είναι ίδια με του Δημήτρη,ότι δηλαδή ακόμα

και το Σάββατο μπορείς να κοινοποιήσεις την απόλυση,εν τούτοις

έχω την εντύπωση ότι από άλλους λόγους δεν μπορείς να το πε-

τύχεις αυτό.(π.χ να μην βρεις δικαστικό επιμελητή για επίδοση,ή

να μην βρίσκεται στο σπίτι του ο εργαζόμενος το Σάββατο κλπ.)

Ο εργοδότης είχε όλο τον χρόνο να κάνει την δουλειά του,χωρίς

να περιμένει την τελευταία στιγμή,που στο κάτω-κάτω είναι αρκε-

τα οδυνηρό να απολύεις κάποιον μέσα στις γιορτές,όπως κάνουν

σχεδόν ΟΛΟΙ οι εργοδότες.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Ρε παιδιά,

για να είναι έγκυρη η καταγγελία σύμβασης πρέπει να συνοδεύεται από καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Μπορεί βέβαια ο εργοδότης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας οποιαδήποτε ημέρα του μήνα, αλλά αν δεν αποζημιώσει τον εργαζόμενο την 31/12/2005, πέταξε το πουλάκι.

Να πληρώσει *********** αυτά που πρέπει.

Edited by ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΛΜ

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ.

ΤΕΛΙΚΑ Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΗΡΘΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 30 ΛΕΠΤΑ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ (ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΤΑΒΑΛΕ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ) ΚΑΙ ΑΠΟΧΩΡΗΣΕ ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΩΣ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
Guest Επισκέπτης

ανεξαρτητως τι εγινε η καταγγελια συμβασης γραφει επανω τελευταια ημερα εργασιας ειναι η

εκει θα εμπαινε η 31/12 αν τελικα δεν αποχωρουσε οικειοθελως.αρα η καταγγελια θαλεγε ημερομηνια συνταξης π.χ 02/01/2006 ,αλλα τελευταια ημερα εργασιας η 31/12/2005.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΕΤΡΑΕΤΗ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΔΕΙΑΣ ΕΩΣ 30/12/2005. Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΜΕ ΤΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ;

AN ΓΙΝΕΙ ΜΕ 2/1/2006 ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΘΑ ΕΡΓΑΣΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 2/1/2006 ΟΠΟΤΕ ΘΑ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΝ 31/12/2005 (ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΗ ΕΡΓΑΣΙΜΗ ΜΕΡΑ);

ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΓΛΙΤΩΣΕΙ Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ KAI TOY ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2006;

Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΕΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕ.

ΘΑ ΠΑΡΑΚΟΥΛΟΥΣΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΣΑΣ.

Κάτι πληροφοριακό και εξαιρετικά σημαντικό αν και κατόπιν εορτής μιας και ο εργαζόμενος απεχώρησε οικειοθελώς.

"Όταν ο μισθωτός απολύεται με ημερομηνία 31/12 ή με 1/1 δεν δικαιούται άδεια ούτε και επίδομα αδείας για την επόμενη χρονιά" (Α.Π. 1468/97, 564/98).

doctor

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Και κάτι ακόμη, εαν ο υπάλληλος αρνηθεί να υπογράψει και να παραλάβει την καταγγελία απόλυσης, κατάθεση των χρημάτων την τελευταία εργάσιμη του έτους (30/12) στο Πρακαταθηκών και δανείων και επίδοση της απόλυσης με διακαστικό επιμελητή, όποτε τον βρεί, έτσι εξασφαλίζεται ο εργοδότης.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
Και κάτι ακόμη, εαν ο υπάλληλος αρνηθεί να υπογράψει και να παραλάβει την καταγγελία απόλυσης, κατάθεση των χρημάτων την τελευταία εργάσιμη του έτους (30/12) στο Πρακαταθηκών και δανείων και επίδοση της απόλυσης με διακαστικό επιμελητή, όποτε τον βρεί, έτσι εξασφαλίζεται ο εργοδότης.

Βέβαια αν δεν "μας κάνει" ο εργαζόμενος δεν περιμένουμε την τελευταία στιγμή για να τον απολύσουμε.

Στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε η καταγγελία της σύμβασης να πραγματοποιηθεί προ της λήψεως της κανονικής άδειας προς αποφυγήν όλων των προααναφερθέντων τα οποία απεφεύχθησαν χάρη στην άγνοια -νομίζω- του μισθωτού και όχι χάρη στην υπερηφάνειά του...

doctor

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Εγώ προσωπικά δε φιλοσοφώ το τι γράφει το έντυπο της καταγγελίας, ξέρω όμως ότι αν ο εργαζόμενος δε λάβει την αποζημίωση την ίδια ημέρα της απόλυσης, ο εργοδότης τίθεται υπερήμερος. Κάνω λάθος;

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
Εγώ προσωπικά δε φιλοσοφώ το τι γράφει το έντυπο της καταγγελίας, ξέρω όμως ότι αν ο εργαζόμενος δε λάβει την αποζημίωση την ίδια ημέρα της απόλυσης, ο εργοδότης τίθεται υπερήμερος. Κάνω λάθος;

Έγκυρη είναι η καταγγελία της σχέσεως εργασίας, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.3198/55.

Η παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.3198/55 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 του Ν.2556/97 όπου προστέθηκε και τρίτη προϋπόθεση:

" Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ΄όσον έχει γίνει εγρράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωσηκαι έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος".

Οπότε αν δεν υπάρχει συρροή και των τριών προϋποθέσεων ο εργαζόμενος μπορεί να προσβάλλει νομικά την εγκυρότητα της καταγγελίας και να την θεωρήσει ως μη γενόμενη καθιστώντας τον εργοδότη του υπερήμερο.

doctor

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0
Δημήτρη δεν μιλάμε εδώ για την εγκυρότητα της απόλυσης.Είναι γνωστό ότι για να είναι εγκυρη πρέπει να ισχύουν οι παραπάνω όροι που έθεσες πολύ σωστά.

Για την ημερομηνία απόλυσης μιλάμε.

Η τελευταί ημέρα εργασίας η 30/12/2005.Η απόφαση απόλυσης του επιχειρηματία τις 31/12/2005 ημέρα Σάββατο,αργία,.Κυριακή πρωτοχρονιά αργία.Την Δευτέρα 2/1/2006 πριν αρχίσει την εργασία του ο εργοδότης τον πληροφορεί ότι προχθές 31/12/2005 πήρε την απόφαση να τον απολύσει.Και δεν του επιτρέπει να εργασθεί την 2/1/2006.Του καταβάλει και την νόμιμη αποζημίωση του.Το ερώτημα είναι ότι ως ημερομηνία απόλυσης πιάνεται η 31/12/2005 η η 2/1/2006?Αυτό ήταν το αρχικό ερώτημα.

Και εγώ λεω η 31/12/2005.Ασχετα αν ηταν αργία.

Είναι παιχνίδι με την φωτιά πάντως. Αν ισχυριστεί ειδικά ο εργαζόμενος ότι εργάστηκε έστω και λίγα λεπτά...

Σίγουρα μια σοβαρή εταιρεία δεν περιμένει την 31/12 για να απολύσει κάποιον ώστε να μην του καταβάλλει αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας.

Αυτού του είδους οι απολύσεις γίνονται αρχές Δεκέμβρη και για λόγους ανθρωπιάς. Δεν είναι ό,τι καλύτερο να απολύεται κάποιος την 31/12. Καθαρά ηθικά όμως το αναφέρω.

doctor

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

.........................

Κάτι πληροφοριακό και εξαιρετικά σημαντικό αν και κατόπιν εορτής μιας και ο εργαζόμενος απεχώρησε οικειοθελώς.

"Όταν ο μισθωτός απολύεται με ημερομηνία 31/12 ή με 1/1 δεν δικαιούται άδεια ούτε και επίδομα αδείας για την επόμενη χρονιά"

(Α.Π. 1468/97, 564/98).

doctor

Μήπως έχει κάποιος το κείμενο της παραπάνω απόφασης γιατί μάλλον θα τη χρειαστώ..??

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Μήπως έχει κάποιος το κείμενο της παραπάνω απόφασης γιατί μάλλον θα τη χρειαστώ..??

Την απόφαση δεν την έχω

Βρήκα όμως αυτό

Υπουργείο Απασχόλισης και Κοινωνικής Προστασίας

ΘΕΜΑΤΑ > ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ > Άδεια Μισθωτών >

Άδεια Ετήσια Κανονική

http://www.ypakp.gr/index.cfm?Level1=2&Level2=2&Level3=3&Level4=2&Level5=0&Level6=0

Προϋπόθεση Χορήγησης Άδειας Μισθωτών

Bασική προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας αναπαύσεως των μισθωτών, είναι η συμπλήρωση δέκα (10) μηνών απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη. Η 10μηνη απασχόληση θεωρείται Βασικός Χρόνος για τη χορήγηση της άδειας και του επιδόματος αδείας των μισθωτών. Μετά τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου, ο μισθωτός λαμβάνει την άδειά του, η οποία αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος της χορήγησης και όχι στο έτος της πρόσληψης.

Μετά τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψη άδειας για πρώτη φορά (στον ίδιο εργοδότη), ο μισθωτός δικαιούται στο εξής να λαμβάνει κανονικά την άδειά του κάθε ημερολογιακό έτος.

Με το Ν. 3144/03 που ψηφίστηκε πρόσφατα, προβλέπεται η χορήγηση ποσοστού της δικαιούμενης άδειας, ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης του μισθωτού.

Δεύτερη προϋπόθεση για τη χορήγηση κανονικής ετήσιας άδειας είναι η ύπαρξη εξαρτημένης σχέσης εργασίας.

Ημέρες που υπολογίζονται στην άδεια

Οι παράγρ. 1 και 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45, ορίζουν ότι στην άδεια αναπαύσεως των μισθωτών, υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή οι Κυριακές, οι αργίες και οι ημέρες ασθενείας του μισθωτού που εμπίπτουν μέσα στο διάστημα της αδείας.

Χρόνος Χορήγησης της Άδειας

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρ. 4 του ΑΝ 539/45 η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας, κανονίζεται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος σε κάθε επιχείρηση δικαιούμενων αδείας, πρέπει να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος.

Τμηματική Χορήγηση της άδειας

Κατά κανόνα η άδεια αναπαύσεως των μισθωτών χορηγείται ολόκληρη, άπαξ του έτους.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η κατάτμηση της αδείας με βάση τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το άρθρο 7 της από 26.1.77 ΕΓΣΣΕ, όπως στην περίπτωση ιδιαιτέρως σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχειρήσεως ή ύστερα από αίτηση του μισθωτού λόγω δικαιολογημένης αιτίας και πάντοτε μετά από έγκριση της αρμοδίας Τοπικής Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο μέρος της αδείας πρέπει να περιλαμβάνει έξι (6) τουλάχιστον ημέρες. Για τους ανήλικους μισθωτούς το άρθρο 7 του Ν. 1837/89 ορίζει ότι, η κανονική άδεια χορηγείται κατά την περίοδο των θερινών σχολικών διακοπών σε συνεχείς ημέρες. Το μισό της κανονικής άδειας μπορεί να χορηγείται τμηματικώς και σε άλλες χρονικές περιόδους, αν το ζητήσει ο ανήλικος. Για τους εργαζόμενους σπουδαστές των ΤΕΙ, με το Π.Δ. 483/84 προβλέπεται η χορήγηση υποχρεωτικά της άδειας που τυχόν δικαιούται να ζητήσει ο μισθωτός, κατά το χρονικό διάστημα της εξεταστικής περιόδου ή για την προετοιμασία και συμμετοχή στις φροντιστηριακές ή εργαστηριακές ασκήσεις.

Καθορισμός ημερών αδείας

Με την από 23/05/2000 ΕΓΣΣΕ προβλέπεται η χορήγηση 25 ή 30 εργάσιμων ημερών ανάλογα αν η παρεχόμενη εργασία είναι εξαήμερη ή πενθήμερη, σε όσους μισθωτούς έχουν κατά το 2000 υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη.

Συνέπειες από τη μη χορήγηση αδείας

Στην περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας μέχρι την 31-12 του έτους, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές αδείας, απλές μεν όταν δεν υπάρχει πταίσμα του ιδίου, διπλές δε, δηλαδή με προσαύξηση κατά 100%, όταν υπάρχει πταίσμα του εργοδότη (ΑΠ 1568/99).Κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού περί «εγκαταλείψεώς του εις την άδεια δικαιώματός του ή παραιτήσεως αυτού απ’ το δικαίωμα της αδείας», θεωρείται ανύπαρκτος, έστω και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν προσαυξημένης αποζημιώσεως (άρθρο 5 παρ. 1 ΑΝ. 539/45).Τέλος, όσοι εργοδότες δεν τηρούν τους σχετικούς με τη χορήγηση των αδειών όρους των ΣΣΕ ή ΔΑ, διώκονται και τιμωρούνται κατά το άρθρο 21 του Ν. 1876/90.

Απαγόρευση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της αδείας

Κατά τη διάρκεια της αδείας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού απ’ τον εργοδότη (άρθρο 5 παρ. 6 ΑΝ 539/45).

Εν τούτοις, δεν απαγορεύεται η κατά τη διάρκεια της αδείας προειδοποίηση περί της προσεχούς απολύσεώς τους, αρκεί η ημέρα της απολύσεως να εμπίπτει σε χρόνο μετά τη λήξη της αδείας. (Εφ. Λαρίσης 667/96).

Η απαγόρευση της απολύσεως δεν ισχύει κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας (ΑΠ 542/97).

Αποδοχές που δικαιούνται οι μισθωτοί κατά τη διάρκεια της αδείας τους

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/45, κατά τη διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις «Συνήθεις αποδοχές», δηλαδή τις αποδοχές εκείνες που θα ελάμβανε εάν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο.

Ειδικότερα οι αποδοχές αυτές είναι οι ακόλουθες:

1. Για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, τόσα ημερομίσθια ίσα με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής, όσες είναι οι ημέρες αδείας που δικαιούνται. (οι ημέρες είναι εργάσιμες).

2. Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό 24/25 γι’ αυτούς που έχουν ένα (1) έτος υπηρεσίας και ένας (1) μισθός γι’ αυτούς που έχουν 2,3 ή περισσότερα των τριών έτη υπηρεσίας. Για τους μισθωτούς που έχουν 10 έτη υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, οι αποδοχές αδείας είναι ίσες με το μισθό ενός (1) μηνός ή τόσα ημερομίσθια, όσες εργάσιμες ημέρες της αδείας εμπίπτουν στον επόμενο μήνα.

Εκτός από τις αποδοχές αδείας οι μισθωτοί δικαιούνται να λάβουν και «Επίδομα αδείας» (αρ. 3 Ν. 4504/66). Όπως προκύπτει από την περί αδειών νομοθεσία, το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος αδείας, όπως και το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών αδείας, αποτελούν παρακολούθημα του κύριου δικαιώματος λήψεως της αδείας και προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος για να ληφθεί η άδεια (10μηνη υπηρεσία).

Το επίδομα της αδείας υπολογίζεται, όπως υπολογίζονται και οι αποδοχές της αδείας, με τον περιορισμό, ότι δεν μπορεί να υπερβεί το μισό μισθό για όσους μισθωτούς αμείβονται με μισθό, και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά κλπ.

Για τους μισθωτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο και εργάζονται 5 ημέρες την εβδομάδα με ηυξημένο ωράριο εργασίας, ώστε να καλύπτουν και την εργασία της έκτης ημέρας, το ημερομίσθιο του επιδόματος αδείας είναι ίσο με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής και όχι με το 1/5 αυτής, αφού και οι μισθωτοί με 5νθήμερο δικαιούνται 6 ημερομίσθια την εβδομάδα.

Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας

Κατά το άρθρο 3 παράγ. 8 του Α.Ν. 539/45, τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα της αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του. Οι αποδοχές της αδείας και του επιδόματος της αδείας δεν συμψηφίζονται με ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές από τις νόμιμες.

Λύση της σχέσης εργασίας – Άδεια και επίδομα αδείας (άρθρο 5 παραγ. 4 ΑΝ 539/45)

Στην περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση απ’ την εργασία κ.λ.π.) πριν λάβει την άδειά του, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τα ακόλουθα:

α) Εάν είχε συμπληρώσει 12 μήνες υπηρεσίας, τις αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας που θα δικαιούνταν να λάβει αν κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσεως, έπαιρνε την άδειά του (άρθρο 1 παρ. 3 περίπτ. 5 του Ν. 1346/83 και άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ της 26.1.77).

Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας αποχωρούντος του μισθωτού, ο οποίος δεν έχει λάβει την άδεια, υπολογίζονται βάσει του ημερομισθίου που καταβάλλονταν κατά την αποχώρηση (ΑΠ 1468/97). Επίσης, σύμφωνα με την απόφαση 564/98 του ΑΠ, δεν δικαιούται αδείας και αποζημιώσεως αδείας, ο μισθωτός που απολύεται την 1 Ιανουαρίου.

β) Εάν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει 12 μήνες υπηρεσία, θα λαμβάνει αποζημίωση αδείας, ίση με 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχολήσεώς του στον εργοδότη (Ν. 1346/83).

Ως ημερομίσθιο νοείται το καταβαλλόμενο, το οποίο ισούται με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής. Επίσης, δικαιούται να λάβει επίδομα αδείας ίσο με την αποζημίωση αδείας, με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων, αναλόγως προς τον τρόπο αμοιβής του (αρ. 6 της από 26.1.77 ΕΓΣΣΕ και σήμερα με την από 23.5.2000 ΕΓΣΣΕ με την οποία αυξήθηκαν οι ημέρες αδείας).

Ως μήνας απασχολήσεως θεωρείται ο ημερολογιακός μήνας, σε συνεχείς ημέρες και ανεξαρτήτως αριθμού ημερών. Για να δικαιούνται των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας οι μισθωτοί που η σχέση εργασίας τους λύεται μετά τη συμπλήρωση 12μήνου θα πρέπει να οφείλεται σ’ αυτούς η άδεια κατά τη λύση της σχέσεως. Έτσι, δεν δικαιούνται των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, όσοι έχουν λάβει καθ' οιονδήποτε χρονικό σημείο του ημερολογιακού έτους της λύσεως της σχέσεως, την άδεια του έτους αυτού, ούτε και όσοι έχουν απολέσει για κάποιο λόγο το δικαίωμα λήψεως της αδείας (π.χ. λόγω μακράς αυθαιρέτου απουσίας ή λόγω μακράς απουσίας πέραν των ορίων της βραχείας ασθενείας).

Δεν δικαιούνται συμπληρωματικής αδείας μίας ημέρας, όσοι μισθωτοί μετά από την ημερομηνία λήψεως της αδείας τους και πριν απ’ το χρονικό σημείο λύσεως της σχέσεως εργασίας, συμπλήρωσαν 2 ή 3 έτη υπηρεσίας, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια, αν ελάμβαναν την άδειά τους κατά το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο, να δικαιούνται μια επί πλέον ημέρα αδείας.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Α.Π. 564/98 (Τμ. Β’)

Άδεια. Ο απολυθείς την 1η Ιανουαρίου δεν δικαιούται να λάβη τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του νέου έτους αφού δεν εργάσθηκε ούτε μια ημέρα κατά το έτος αυτό.

[…] Κατά το άρθρο 5 παράγρ.5 του ΑΝ 539/45, όπως έχει αντικατασταθεί με την παράγρ.3 του άρθρου 1 του Ν.1346/83, αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς εκείνη της παραγρ.1 του άρθρου 2 του ως άνω ΑΝ (539/45), προκύπτει ότι ο μισθωτός του οποίου η εργασιακή σύμβαση λύθηκε με καταγγελία, που έγινε μετά την παροχή της κανονικής αδείας που δικαιούτο για το τελευταίο έτος της απασχόλησής του και χωρίς καμία περαιτέρω απασχόλησή του, δεν δικαιούται άδεια και αποδοχές αδείας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, βάσει της ανέλεγκτης παραδοχής του ότι η εργασιακή σύμβαση του αναιρεσείοντος λύθηκε την 1.1.92 με την από 18.12.91 έγγραφη καταγγελία της από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα και ότι ο αναιρεσείων δεν εργάστηκε στην Τράπεζα ούτε μία ημέρα κατά το έτος 1992, έκρινε ότι ο τελευταίος δεν δικαιούται άδεια και αποδοχές άδειας για το έτος αυτό και έτσι, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη, ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ.

(Δ.Ε.Ν., τόμος 54/1998, τεύχος 1301, σ.1496).

Την άλλη δεν μπορώ να τη βρω αυτή τη στιγμή!

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Άδεια αναπαύσεως των μισθωτών που αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης

Αρείου Πάγου 564/1998 (Τμ. Β)

με πρόλαβε ο Γιατρός..........

Η αποζημίωση των υπαλλήλων του ΕΕΣ και των λοιπών οργανισμών του δημοσίου τομέως

Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, αποτελεί ιδιόρρυθμο κοινωφελές σωματείο επιδιώκοντας σκοπούς που δικαιολογούν την ύπαρξη και λειτουργία αυτού ως οργανισμού κοινής ωφελείας κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων του ΑΝ 173/67 και του ΝΔ 618/70. Γεγονός και στοιχείο που υποβάλλει τον παραπάνω Οργανισμό (ΕΕΣ) στο καθεστώς ισχύος των ως άνω νομοθετημάτων σε ό,τι αφορά το ανώτατο όριο της αποζημιώσεως των απολυομένων υπαλλήλων,

- Το επιτρεπτό άριο της, κατά τ' ανωτέρω αποζημιώσεως για τους υπαλλήλους (μισθωτούς) του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των τραπεζών και των Οργανισμών κοινής ωφελείας, αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 1876/90 σε ποσό ίσο προς 1.500.000 δραχμές και συνεπώς λαμβανομένου υπόψη και των διατάξεων του άρθρου 1, παρ. 2 του ΝΔ 618/70 προς 3ε και των τοιούτων των άρθρων 2 και 3 του ΑΝ 173/67, το προαναφερθέν ανώτατο όριο ισχύει για κάθε περίπτωση Οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, ή κανονισμού, ή συμβάσεως κ.λπ., αποζημιώσεως στους απολυόμενους, ή αποχωρούντες, ή απομακρυνομένους υπαλλήλους των ως άνω Οργανισμών, ανεξαρτήτως της σχέσεως εργασίας που τους συνδέει.

- Το οριζόμενο από το άρθρο 8, παρ. 1 του Ν. 435/76 ότι, στο προσωπικό του ΕΕΣ έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν ανατρέπει τα προεκτεθέντα.

ΑΠ 1468/97 (Β' Πολ. Τμ.)

Πρόεδρος: ο Αντιπρόεδρος του ΑΠ κ. ΔΗΜ. ΓΟΥΡΓΟΥΡΑΚΗΣ

Εισηγητής: ο Αρεοπαγίτης κ. ΕΥΑΓ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗΣ

Δικηγόροι: οι κ.κ. ΞΕΝ. ΚΟΥΤΟΥΜΑΝΟΣ και Ι. ΚΑΛΥΒΑΣ

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 α.ν. 173/1907 «εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το δημόσιον ή ν.π.δ.δ. ή τράπεζαι ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας... η υπό του ν. 2112/1920... οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου*. Το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1870/1990. Εξάλλου με το άρθρο 1 παρ. 2 νδ 618/1970 ορίστηκε ότι «τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1907 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του δημοσίου, των ΟΤΑ. νπδδ. τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφελείας... εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου»-. Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό, για όλους γενικότερου συμφέροντος, των ως άνω αποζημιώσεων και την εντεύθεν οικονομική ονακούφιση του δημοσίου, των νπδδ, των τραπεζών και των ως άνω επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς το φορολογούμενο ή το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών (Ολ ΑΠ 33/19971. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος Ελληνικός Ερυθρός Ιταυρός -«αποτελεί σωματείον αυταδιοικούμενον βάσει του καταστατικού αυτού*·, -κλόγω δε του επιδιωκομένου υπ' αυτού σκοπού και των περί αυτού εκ των διεθνών συμβάσεων δημιουργούμενων υποχρεώσεων και σχέσεων»-, του αναγνωρίζεται «απεριόριστος αυτονομία* [άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3711/ 1928 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 α,ν. 552/1945). Ετσι αποτελεί ιδιόρρυθμο κοινωφελές σωματείο (Ολ. ΑΠ 117/1908) και, επιδιώκοντας προσήλως σκοπούς αποβλέποντας στην ικανοποίηση διά παντός μέσου ανθρωπίνων αναγκών (ΣτΕ 1879/1905), συνιστά οργανισμό κοινής ωφελείας υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 αν 173/1907 και 1 παρ. 1 νδ 618/1970. Επομένως υπόκειται -ως προς την αποζημίωση των απολυομένων υπαλλήλων του- στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970), όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 18 76/1990. Δεν άγει οε παραδοχή της αντίθετης απόψεως η ειδική πρόβλεψη, ότι στο προσωπικό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας [άρθρο 8 παρ. 1 ν. 435/1976). Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχτηκε, ότι Γ) αναιρεσείουσα εργάστηκε στον αναιρεσίβλητο ΕΕΣ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως νοσηλεύτρια - επισκέπτρια από 1.7,19ό1 μέχρι 31.12.1991. που απολύθηκε από τον εργοδότη της λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως γήρατος. Έλαβε δε αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας 1.500.000 δραχμές, δηλαδή το ανώτατο ποσό που προβλέπεται οπό τους προαναφερθέντες νόμους. Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά τα αίτημα επιδικάσεως της επιπλέον διαφοράς αποζημιώσεως (675.532 δρχ.3, που ο αναιρεσίβλητος ΕΕΣ όφειλε σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. β' ν. 3198/1955 όπως αντικαταστάθηκε με το άρΒρο 5 παρ. 1 ν. 435/1976. Τοιουτοτρόπως δεν παραβίασε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ειναι αβάσιμος ο επισημαίνων αυτή την πλημμέλεια μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά τα στοιχεία α και γ αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αφού η αναιρεσείουσα - κατά τις παραδοχές του Εφετείου - απολύθηκε στις 31.12.1991, δεν εδικαιούτο άδεια με αποδοχές για το επόμενο έτος 1992 κατά τη διάρκεια του οποίου δεν απασχολήθηκε καθόλου στον αναιρεσίβλητό [άρθρο 2 παρ. 1 αν 539/1945 όπως αντικατ. με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1340/ 1983). ούτε επίδομα αδείας για το ίδιο έτος [άρθρο 3 παρ. 16 ν. 4504/1996). Επομένως το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τους κανόνες αυτούς ουσιαστικού δικαίου, με το να απορρίψει τα σχετικά αιτήματα ττγς αγωγής τηςαναιρεσείουσας. Το άρθρο 5 παρ. 5 αν 539/ 1945 όπως αντικαΐ. με ίο άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1346/1983 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμέ­νη, περίπτωαη. Κατ' ακαίΐουθίαν είναι οβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως [από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) ως προς το στοιχείο β αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. Να συμψηφισθούν όμως τα δικαστικά έξοδα, διότι η αναιρεσείουσα είχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νόμων και την έκβαση της δίκης (άρθρα 179. 183 ΚΠολΔ)

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (1998 Τόμος 32ος σελ.868)

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Να εξηγήσω και λιγάκι....

Εργαζόμενη με πρόσληψη το 2008 μένει έγκυος το 2009... Παίρνει κανονικά την άδειά της και μετά μπαίνει στο 6μηνο του ΟΑΕΔ...

Με τη λήξη του εξαμήνου στις 31/1/2010 αποχωρεί οικιοθελώς από την επιχείρηση.

Καταθέτω οικιοθελής αποχώρηση, και αναγράφω στο έντυπο "έως 1/2/2010", για να μην της κόψει ο ΟΑΕΔ ημέρες από τη παροχή ή για να μην της ζητήσει πίσω χρήματα...

Έρχεται ο τακτικός και θεωρεί ότι αφού έγραψα 1/2/2010 στην οικιοθελή, εργάστηκε εκείνη την ημέρα, και υπολογίζει:

1. ένα ημερομίσθιο ως κανονικές αποδοχές

2. αναλογία ΔΠ

3. ολόκληρο επίδομα άδειας γιατί μπήκε στο 3ο ημερολογιακό έτος......

Δεν είναι τραγικό το ποσό, αλλά το γαμώτο............ mad.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

Τόπος: ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης: 1468

Ετος: 1997

--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 1468/1997

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Γουργουράκη, Αντιπρόεδρο, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Ευάγγελο Περλίγκα, Ιωάννη Τέτοκα και Αναστάσιο Καραγεώργη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 1997, με την παρουσία και της γραμματέως Ασπασίας Ζαρουχλιώτου, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Θ. Γ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Κουτουμάνο. Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Ε. ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλύβα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/1994 του ίδιου Δικαστηρίου και 2792/1995 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Φεβρουαρίου 1996 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευάγγελος Κρουσταλάκης ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 1997 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση εν μέρει της 2792/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο πληρεξούσιος της

αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το δημόσιον ή ν.π.δ.δ. ή τράπεζαι ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας ..... η υπό του ν. 2112/1920...... οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Εξάλλου με το άρθρο 1 παρ. 2 ν.δ. 618/1970 ορίστηκε ότι "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του δημοσίου, των ΟΤΑ, ν.π.δ.δ., τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ..... εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου". Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των ως άνω

αποζημιώσεων και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του δημοσίου, των ν.π.δ.δ., των τραπεζών και των ως άνω επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς το φορολογούμενο ή το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών [Ολ. ΑΠ 33/1997]. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος Ελληνικός Ε. Σ.

"αποτελεί σωματείον αυτοδιοικούμενον βάσε ι του καταστατικού αυτού", "λόγω δε του επιδιωκομένου υπ' αυτού σκοπού και των περί αυτού εκ των διεθνών συμβάσεων δημιουργουμένων υποχρεώσεων και σχέσεων", του αναγνωρίζεται "απεριόριστος αυτονομία" [άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3711/1928 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 α.ν. 552/1945]. Έτσι αποτελεί ιδιόρρθυμο κοινωφελές σωματείο [ΟΛ ΑΠ 117/1968] και, επιδιώκοντας προδήλως σκοπούς αποβλέποντας στην ικανοποίηση δια παντός μέσου ανθρωπίνων αναγκών [ΣτΕ 1879/1965], συνιστά οργανισμό κοινής ωφελείας υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 ν.δ. 618/1970. Επομένως υπόκειται -ως προς την αποζημίωση των απολυομένων υπαλλήλων του -στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970), όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Δ εν άγει σε παραδοχή της αντίθετης απόψεως η ειδική πρόβλεψη, ότι το προσωπικό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας [άρθρο 8 παρ. 1 ν. 435/1976]. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα εργάστηκε στον αναιρεσίβλητο Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως νοσηλεύτρια -επισκέπτρια από 1.7.1961 μέχρι 31.12.1991, που απολύθηκε από τον εργοδότη της λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως γήρατος. Έλαβε δε αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας 1.500.000 δραχμές, δηλαδή το ανώτατο ποσό που προβλέπεται από τους προαναφερθέντες νόμους. Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα επιδικάσεως της επιπλέον διαφοράς αποζημιώσεως [675.532 δρχ.], που ο αναιρεσίβλητ ος Ε. όφειλε σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. β' ν. 3198/1955 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 ν.

435/1976. Τοιουτοτρόπως δεν παραβίασε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου και είναι αβάσιμος ο επισημαίνων αυτή την πλημμέλεια μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά τα στοιχεία α και γ αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. 2.Αφού η αναιρεσείουσα -κατά τις παραδοχές του Εφετείου -απολύθηκε στις 31.12.1991, δεν εδικαιούτο άδεια με αποδοχές για το επόμενο έτος 1992 κατά τη διάρκεια του οποίου δεν απασχολήθηκε καθόλου στον αναιρεσίβλητο [άρθρο 2 παρ. 1 α.ν. 539/1945 όπως αντικατ. με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983], ούτε επίδομα αδείας για το ίδιο έτος [άρθρο 3 παρ. 16 ν. 4504/1996]. Επομένως το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τους κανόνες αυτούς ουσιαστικού δικαίου, με το να απορρίψει τα σχετικά αιτήματα της αγωγής της αναιρεσείουσας. Το άρθρο 5 παρ. 5 α.ν. 539/1945 όπως αντικατ. με το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1346/1983 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ως προς το στοιχείο β αυτού, με το οποίο υποστηρίζ εται το αντίθετο. 3.Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. Να συμψηφισθούν όμως τα δικαστικά έξοδα, διότι η αναιρεσείουσα είχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νόμων και την έκβαση της δίκης (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Φεβρουαρίου 1996 αίτηση της Ε. Γ. περί αναιρέσεως της 2792/1995 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών . Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 1997. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, 18 Νοεμβρίου 1997.

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Στέφανε, έψαξα αρκετά το θέμα σου (που είχε τύχει και σε μένα, αλλά εγώ πλήρωσα στην εργαζόμενη αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας), έβαλα στον ΟΑΕΔ ως ημέρα αποχώρησης την τελευταία ημέρα του εξαμήνου και δεν έκανα εγγραφή στην κανονική μισθοδοσία (01).

Στην ΥΑ 338//2008 (ΥΑ 33891/606 ΦΕΚ Β 833 2008): Ειδική παροχή προστασίας μητρότητας. (447977) του Υπουργείου Απασχόλησης, και συγκεκριμένα στην παρ.7 του κεφαλαίου α' του (μόνου) άρθρου 1 αναφέρεται:

"7. Ο χρόνος απουσίας της εργαζόμενης από την εργασία της κατά τη διάρκεια της ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας, λογίζεται ως χρόνος

πραγματικής υπηρεσίας για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας, της προϋπηρεσίας για τον καθορισμό της αμοιβής και της αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης αλλά και κάθε δικαιώματος που απορρέει από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Παραθέτω επίσης ένα παλαιότερο έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας:

Ασθένεια και άδεια

Έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 1428/11.7.1986

Σε περίπτωση που η εργαζόμενη δεν επανέλθει στην εργασία της καθόλη τη διάρκεια του 1986 πρέπει να διακρίνουμε:

α) Αν η σχέση εργασίας της δεν λυθεί αλλά απλά τεθεί σε αναστολή, τότε εφόσον αυτή (σχέση εργασίας) θα παραμείνει ανενεργός καθ’όλη τη διάρκεια του 1986, η εν λόγω εργαζόμενη δεν δικαιούται αδείας και επιδόματος αδείας για το έτος αυτό (ΑΝ 539/45 αρ.2 παρ.6, Ν.1346/83 αρ.1 παρ.1).

β) Αν η σχέση εργασίας της λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο (είτε με τη μορφή της απολύσεως είτε με τη μορφή της παραιτήσεως) τότε δικαιούται να λάβει τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας του έτους 1986 (συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του Ν.1346/83 και του άρθρου 8 του Ν.549/77).

Σε περίπτωση που η εργαζόμενη επιστρέψει στην εργασία της εντός του 1986, επειδή προφανώς θα έχει υπερβεί τα όρια βραχείας ασθενείας (όπως καθορίζονται στο άρθρο 3 του Ν.4558/30), ο εργοδότης μπορεί να συμψηφίσει τις ημέρες αδείας αναψυχής με τις ημέρες που απουσίασε η εργαζόμενη πέρα από τα όρια της βραχείας ασθενείας. Θα πρέπει όμως για το έτος αυτό να της καταβάλει αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας (συνδυασμός παρ.6 του αρ.2 του ΑΝ 539/45 και του άρθρου 440 του ΑΚ).

Δ.Ε.Ν., Τόμος 43/1987, τεύχος 1049, σ.628.

Οπότε, θεωρώ ότι το ΙΚΑ ορθώς σου καταλόγισε τις εισφορές του επιδόματος αδείας, όμως κακώς καταλόγισε εισφορές για την 1/2/2010 και για την αναλογία του Δώρου Πάσχα για την ημέρα αυτή, διότι δεν υπήρξε πραγματική απασχόληση της εργαζόμενης.

doctor

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Στέφανε, έψαξα αρκετά το θέμα σου (που είχε τύχει και σε μένα, αλλά εγώ πλήρωσα στην εργαζόμενη αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας), έβαλα στον ΟΑΕΔ ως ημέρα αποχώρησης την τελευταία ημέρα του εξαμήνου και δεν έκανα εγγραφή στην κανονική μισθοδοσία (01).

Στην ΥΑ 338//2008 (ΥΑ 33891/606 ΦΕΚ Β 833 2008): Ειδική παροχή προστασίας μητρότητας. (447977) του Υπουργείου Απασχόλησης, και συγκεκριμένα στην παρ.7 του κεφαλαίου α' του (μόνου) άρθρου 1 αναφέρεται:

"7. Ο χρόνος απουσίας της εργαζόμενης από την εργασία της κατά τη διάρκεια της ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας, λογίζεται ως χρόνος

πραγματικής υπηρεσίας για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας, της προϋπηρεσίας για τον καθορισμό της αμοιβής και της αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης αλλά και κάθε δικαιώματος που απορρέει από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Αφού σε ευχαριστήσω για ακόμα μια φορά.....

εξήγησέ μου τότε γιατί ο ΟΑΕΔ καταβάλλει και αναλογία επιδόματος αδείας για την περίοδο που την έχει ασφαλισμένη....

και έστω ότι μπαίνει Ιανουάριο στο εξάμηνο, καταβάλλει ο ΟΑΕΔ 25*6=150 / 12,5 = 12 ημερομίσθια... ο εργοδότης καταβάλλει μισό μισθό ή μισό μεροκάματο ως επίδομα όταν επιστρέψει στον εργοδότη.....???

Μπορεί δλδ να πάρει 2 φορές επίδομα αδείας τον ίδιο χρόνο...???

Share this post


Link to post
Share on other sites
  • 0

Αφού σε ευχαριστήσω για ακόμα μια φορά.....

εξήγησέ μου τότε γιατί ο ΟΑΕΔ καταβάλλει και αναλογία επιδόματος αδείας για την περίοδο που την έχει ασφαλισμένη....

και έστω ότι μπαίνει Ιανουάριο στο εξάμηνο, καταβάλλει ο ΟΑΕΔ 25*6=150 / 12,5 = 12 ημερομίσθια... ο εργοδότης καταβάλλει μισό μισθό ή μισό μεροκάματο ως επίδομα όταν επιστρέψει στον εργοδότη.....???

Μπορεί δλδ να πάρει 2 φορές επίδομα αδείας τον ίδιο χρόνο...???

E, μην το κοσκινίζεις άλλο ρε Στέφανε. Με αυτή τη λογική αν κάποιος φύγει 30/6 και πάρει το Επίδομα Αδείας του και πάει σε άλλον εργοδότη από 1/7, στο τέλος του χρόνου δεν παίρνει σχεδόν δύο επιδόματα;

Ο ΟΑΕΔ δίνει Ε.Α. και δώρα εορτών σαν να απασχολεί την εργαζόμενη. Είναι από τις μεγάλες εμπνεύσεις του επιτελείου της Πετραλιά και αυτό το βιώνουν στο πετσί τους πολλές "ευεργετηθείσες" νέες μητέρες όταν με έκπληξη ανακαλύπτουν ότι δεν μπορούν να ανανεώσουν το βιβλιάριο ασθενείας τους διότι κατά τη διάρκεια της ειδικής εξαμήνου άδειας οι εισφορές που καταβάλλει ο ΟΑΕΔ είναι μόνο του κλάδου κυρίας συντάξεως!!! Η επόμενη δυσάρεστη έκπληξη θα είναι όταν καταλάβουν ότι κατά τη διάρκεια του εξαμήνου αυτού δεν έχουν επικουρική ασφάλιση (ΤΕΑΜ).

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

  • Recently Browsing   0 members

    No registered users viewing this page.

×
×
  • Create New...