Jump to content
  • 0

ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


ΑΝΘΗ
 Share

Question

Οταν μία εταιρεία δανείζει προσωπικό σε μία άλλη ,στης οποίας τις εγκαταστάσεις εργάζονται οι δανεισθέντες,ποιος δηλώνει το προσωπικό ?

Ο εργοδότης και αν ναι σε ποια επιθεώρηση?Στη δική του ή στον τόπο εργασίας των εργαζομένων?΄Η η εταιρεία που τους έχει δανειστεί?

Ελπίζω να είναι κατανοητό το ερώτημά μου

Link to comment
Share on other sites

Recommended Posts

  • 0

Ο δεύτερος εργοδότης γράφει τον μισθωτό στο βιβλίο νεοπροσλαμβανομένων με την παρατήρηση ότι "είναι δανεισμένος". Έχω την εντύπωση ότι με την ίδια λογική λειτουργεί και η κατάσταση στην επιθεώρηση εργασίας. Αν κάποιος έχει πιο τεκμηριωμένη άποψη.

Link to comment
Share on other sites

  • 0

Δεδομένου ότι με την σύμβαση δανεισμού δεν μεταβάλλεται η αρχική σχέση εργοδότη - εργαζομένου υπόχρεος προς καταβολή μισθών και ασφλαλιστικών εισφορών είναι ο αρχικός εργοδότης και όχι ο νέος εργοδότης.(εκτός αν προκύπτει διαφορετική ειδική συμδωνία απο την σύμβαση δανεισμού.)

Τεκμαίρω λοιπόν ότι αρμόδια επιθεώρηση εργασίας είναι αυτή του αρχικού εργοδότη. Δεν γίνεται εκ νέου πρόσληψη απο τον αρχικό εργοδότη και δεν γράφεται στο ειδικο βιβλίο καταχώρησης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού.

Link to comment
Share on other sites

  • 0
Δεδομένου ότι με την σύμβαση δανεισμού δεν μεταβάλλεται η αρχική σχέση εργοδότη - εργαζομένου υπόχρεος προς καταβολή μισθών και ασφλαλιστικών εισφορών είναι ο αρχικός εργοδότης και όχι ο νέος εργοδότης.(εκτός αν προκύπτει διαφορετική ειδική συμδωνία απο την σύμβαση δανεισμού.)

Τεκμαίρω λοιπόν ότι αρμόδια επιθεώρηση εργασίας είναι αυτή του αρχικού εργοδότη. Δεν γίνεται εκ νέου πρόσληψη απο τον αρχικό εργοδότη και δεν γράφεται στο ειδικο βιβλίο καταχώρησης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού.

Για το ειδικό βιβλίο έχει απαντηθεί παλαιοτερα . Σιγουρα πρέπει να γραφεί .

ΙΚΑ 20/07/2004

Εγκύκλιος 95

2.1.4. Δανεισμός εργαζόμενου

Σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να απευθύνονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε., προκειμένου να ενημερωθούν για τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προβλέπονται από την Εργατική Νομοθεσία.

Χ.Ε.

Link to comment
Share on other sites

  • 0

Σωστά τα παραπάνω.

Να συμπληρώσω ότι η δανειζόμενη εταιρεία πρέπει να υποβάλει στην δική της επιθεώρηση κατάσταση ωρών εργασίας αν ο εργαζόμενος εργάζεται σε βάρδιες.

Ο δανειζόμενος πρέπει να προσκομίσει στην δανειζόμενη εταιρεία τα εξής:

1) Φωτοτυπία της πρόσληψής του.

2) Φωτοτυπία της σελίδας του Ε.Β.Κ.Ν.Π. της δανείστριας στο οποίο είναι καταχωρισμένος.

3) Το Ιδιωτικό Συμφωνητικό Δανεισμού το οποίο είναι τριμερές (δανείστρια, δανειζόμενη και δενειζόμενος εργαζόμενος) και το οποίο θα συμπεριληφθεί το πρώτο εικοσαήμερο μετά τη λήξη του τρέχοντος τριμήνου στην κατάσταση συμφωνητικών προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., εάν πρόκειται η δανείστρια να εισπράξει με Τ.Π.Υ. το κόστος μισθοδοσίας του δανειζόμενου μισθωτού από την δανειζόμενη.

4) Το Ατομικό Βιβλιάριο Υγείας αν το κατάστημα είναι υγειονομικού ενδιαφέροντος.

5) Την άδεια εργασίας και παραμονής αν πρόκειται για αλλοδαπό εργαζόμενο.

6) Φωτοτυπία της κατάστασης επιθεώρησης της δανείστριας στην οποία να είναι καταχωρισμένος ο δανειζόμενος μισθωτός.

Τα παραπάνω δεν προβλέπονται από κάποια διάταξη αλλά βάσει της καλής πίστης είναι εύλογο να ζητηθούν από τα αρμόδια όργανα (Ι.Κ.Α., Επιθεώρηση Εργασίας, Υγειονομικό, Αστυνομία).

doctor

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ (ΑΡ. 95) ΙΚΑ, ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ – ΕΣΟΔΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΩΝ ΕΠΙΧ/ΣΕΩΝ

ΘΕΜΑ : "Ειδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού"

ΣΧΕΤ. : Εγκ. 38/98 και 81/99

....

....

....

....

2.1.4. Δανεισμός εργαζόμενου

Σε περίπτωση δανεισμού ο εργαζόμενος καταχωρείται στο «Ειδικό Βιβλίο» της δανειζόμενης επιχείρησης, έστω και αν είχε προσληφθεί στον αρχικό εργοδότη πριν από την 1/4/98. Στην ένδειξη «ημερομηνία πρόσληψης» αναγράφεται η ημερομηνία από την οποία εξαιτίας του δανεισμού, ο εργαζόμενος διαθέτει τις υπηρεσίες του στην δανειζόμενη επιχείρηση και καταχωρείται σχετική παρατήρηση, στην αμέσως επόμενη γραμμή «Δανεισμός, την ………… από την επιχείρηση……………………….. ΑΓΜ/ΑΜΕ………………... αρμοδιότητας Υποκ/τος……………………………….».

Όπως είναι γνωστό ο δανεισμός δεν επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσης του εργαζόμενου με τον αρχικό εργοδότη, ο οποίος εξακολουθεί να ευθύνεται για την καταβολή των αποδοχών και την ασφάλισή του. Η δανειζόμενη επιχείρηση ασκεί εργοδοτική εξουσία κατά το χρόνο που διαρκεί ο δανεισμός, αποκτώντας παράλληλα την εργοδοτική ιδιότητα, για εργασία πέραν της συμβατικής ή νόμιμης (δηλ. για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, υπερεργασία, εργασία κατά τις αργίες κ.λ.π.), για την οποία υποχρεούται σε καταβολή αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών.

Σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να απευθύνονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε., προκειμένου να ενημερωθούν για τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προβλέπονται από την Εργατική Νομοθεσία.

2.1.5. Συγχωνεύσεις – Απορροφήσεις Επιχειρήσεων.

Το προσωπικό, των επιχειρήσεων που συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση από άλλη επιχείρηση, δεν απαιτείται να καταχωρηθεί εκ νέου στο Ειδικό Βιβλίο της απορροφούσας επιχείρησης, με την προϋπόθεση ότι το Ειδικό Βιβλίο της συγχωνευθείσας, θα τηρείται και θα επιδεικνύεται από την απορροφούσα, όποτε ζητηθεί από τα αρμόδια όργανα ελέγχου.

.....

.....

....

Σε αυτή την περίπτωση η δανειζόμενη επιχείρηση ασφαλίζει τον εργαζόμενο; Κι αν ναι με ποιόν τρόπο;

Αν όχι, η δανείστρια τιμολογεί μεγαλύτερο ποσό και καταβάλλει εκείνη τις παραπάνω εισφορές και αποδοχές;

Η ευθύνη σε περίπτωση διοικητικών προστίμων για μη έγκαιρη ενημέρωση υπερωριακής απασχόλησης στο Σ.ΕΠ.Ε. ποιόν βαρύνει;

Link to comment
Share on other sites

  • 0
Σε αυτή την περίπτωση η δανειζόμενη επιχείρηση ασφαλίζει τον εργαζόμενο; Κι αν ναι με ποιόν τρόπο;

Αν όχι, η δανείστρια τιμολογεί μεγαλύτερο ποσό και καταβάλλει εκείνη τις παραπάνω εισφορές και αποδοχές;

Η ευθύνη σε περίπτωση διοικητικών προστίμων για μη έγκαιρη ενημέρωση υπερωριακής απασχόλησης στο Σ.ΕΠ.Ε. ποιόν βαρύνει;

Η καταβολή του μισθού, κατά την διάρκεια της συμβάσεως δανεισμού, προς τον μισθωτό είναι υποχρέωση του αρχικού εργοδότη, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία κατά την υπογραφή της τριμερούς σχέσεως.

Όμως, τυχόν αξιώσεις του μισθωτού από παράνομη απασχόλησή του, βαρύνουν τον μεταγενέστερο εργοδότη κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το ίδιο ισχύει και για τις παράνομες υπερωρίες και την υπερεργασία, εκτός κι αν έγινε διαφορετική συμφωνία (Α.Π.202/86 Τμ.Β'-ΔΕΝ 1986, σελ.795, Εφ.Αθ.7060/84-ΔΕΝ 1985,σελ.173, Εφ.Θράκης 290/95- ΔΕΝ 1996, σελ.77, Α.Π.86/91).

doctor

Link to comment
Share on other sites

  • 0
Η καταβολή του μισθού, κατά την διάρκεια της συμβάσεως δανεισμού, προς τον μισθωτό είναι υποχρέωση του αρχικού εργοδότη, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία κατά την υπογραφή της τριμερούς σχέσεως.

Όμως, τυχόν αξιώσεις του μισθωτού από παράνομη απασχόλησή του, βαρύνουν τον μεταγενέστερο εργοδότη κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το ίδιο ισχύει και για τις παράνομες υπερωρίες και την υπερεργασία, εκτός κι αν έγινε διαφορετική συμφωνία (Α.Π.202/86 Τμ.Β'-ΔΕΝ 1986, σελ.795, Εφ.Αθ.7060/84-ΔΕΝ 1985,σελ.173, Εφ.Θράκης 290/95- ΔΕΝ 1996, σελ.77, Α.Π.86/91).

doctor

ευχαριστώ γιατρέ μου

Link to comment
Share on other sites

  • 0

Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

1. Η ΕΡΓΟΛΗΠΤΡΙΑ συμφωνεί να παρέχει στην ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ (εγώ είμαι αυτή) εργασίες .................. (ταδε).......... στα ως άνω αναφερόμενα κτίρια της τελευταίας, αποστέλλοντας στις εγκαταστάσεις της ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑΣ (εγώ είμαι αυτή) ικανό αριθμό ατόμων που θα διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα προς εκτέλεση των ζητούμενων εργασιών.

αυτό είναι ένα κομμάτι της σύμβασης που μου έστειλε η εργολήπτρια για να το μελετήσω πριν το υπογράψουμε

να το θεωρήσω ως δανεισμό εργαζομένων; ή ως συμβαση έργου; ή μήπως και τα δύο;

Link to comment
Share on other sites

  • 0
Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

1. Η ΕΡΓΟΛΗΠΤΡΙΑ συμφωνεί να παρέχει στην ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ (εγώ είμαι αυτή) εργασίες .................. (ταδε).......... στα ως άνω αναφερόμενα κτίρια της τελευταίας, αποστέλλοντας στις εγκαταστάσεις της ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑΣ (εγώ είμαι αυτή) ικανό αριθμό ατόμων που θα διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα προς εκτέλεση των ζητούμενων εργασιών.

αυτό είναι ένα κομμάτι της σύμβασης που μου έστειλε η εργολήπτρια για να το μελετήσω πριν το υπογράψουμε

να το θεωρήσω ως δανεισμό εργαζομένων; ή ως συμβαση έργου; ή μήπως και τα δύο;

ερώτηση :

το τιμολόγιο που θα κόψει η εργολήπτρια, πως θα το καταχωρήσει η εργοδότρια;; Ποιους λογαριασμούς θα χρησιμοποιήσει;

Ιδέες;

Link to comment
Share on other sites

  • 0
Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

1. Η ΕΡΓΟΛΗΠΤΡΙΑ συμφωνεί να παρέχει στην ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ (εγώ είμαι αυτή) εργασίες .................. (ταδε).......... στα ως άνω αναφερόμενα κτίρια της τελευταίας, αποστέλλοντας στις εγκαταστάσεις της ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑΣ (εγώ είμαι αυτή) ικανό αριθμό ατόμων που θα διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα προς εκτέλεση των ζητούμενων εργασιών.

αυτό είναι ένα κομμάτι της σύμβασης που μου έστειλε η εργολήπτρια για να το μελετήσω πριν το υπογράψουμε

να το θεωρήσω ως δανεισμό εργαζομένων; ή ως συμβαση έργου; ή μήπως και τα δύο;

To συμφωνητικό αυτό είναι άκυρο αν δεν αναγράφονται αναλυτικά τα ονοματεπώνυμα των εργαζομένων που θα δανειστούν.

Επίσης θα πρέπει να υπογράφουν και οι εργαζόμενοι ως συμβαλλόμενα μέρη διότι ο δανεισμός είναι άκυρος αν δεν συναινεί εγγράφως και ο εργαζόμενος.

Πιο δόκιμοι όροι για τις δύο συμβαλλόμενες εταιρείες θα ήταν οι :"δανείστρια" και "δανειζόμενη".

doctor

Link to comment
Share on other sites

  • 0
To συμφωνητικό αυτό είναι άκυρο αν δεν αναγράφονται αναλυτικά τα ονοματεπώνυμα των εργαζομένων που θα δανειστούν.

Επίσης θα πρέπει να υπογράφουν και οι εργαζόμενοι ως συμβαλλόμενα μέρη διότι ο δανεισμός είναι άκυρος αν δεν συναινεί εγγράφως και ο εργαζόμενος.

Πιο δόκιμοι όροι για τις δύο συμβαλλόμενες εταιρείες θα ήταν οι :"δανείστρια" και "δανειζόμενη".

doctor

ευχαριστώ γιατρέ μου

θα το τακτοποιήσω άμεσα με τον άλλον συμβαλλόμενο

όμως πως θα περάσω το τιμολόγιο που θα μου κόψει;;

ποιούς λογαριασμούς θα χρησιμοποιήσω;;

Link to comment
Share on other sites

  • 0
Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

1. Η ΕΡΓΟΛΗΠΤΡΙΑ συμφωνεί να παρέχει στην ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ (εγώ είμαι αυτή) εργασίες .................. (ταδε).......... στα ως άνω αναφερόμενα κτίρια της τελευταίας, αποστέλλοντας στις εγκαταστάσεις της ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑΣ (εγώ είμαι αυτή) ικανό αριθμό ατόμων που θα διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα προς εκτέλεση των ζητούμενων εργασιών.

αυτό είναι ένα κομμάτι της σύμβασης που μου έστειλε η εργολήπτρια για να το μελετήσω πριν το υπογράψουμε

να το θεωρήσω ως δανεισμό εργαζομένων; ή ως συμβαση έργου; ή μήπως και τα δύο;

εγώ σαν σύμβαση έργου το βλέπω..

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΑΝ ΟΡΙΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ, ΟΤΙ ΤΙΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΘΑ ΤΙΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ Η ΔΑΝΕΙΖΟΜΕΝΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΩ ΤΗΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΣΤΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΑΝΕΙΖΟΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΕΚΠΙΠΤΩ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΙΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΣΤΑ ΕΞΟΔΑ ΜΟΥ;

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΤΕ ΤΟ ΜΟΥ.

Link to comment
Share on other sites

  • 0
ΑΝ ΟΡΙΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ, ΟΤΙ ΤΙΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΘΑ ΤΙΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ Η ΔΑΝΕΙΖΟΜΕΝΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΩ ΤΗΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΣΤΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΑΝΕΙΖΟΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΕΚΠΙΠΤΩ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΙΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΣΤΑ ΕΞΟΔΑ ΜΟΥ;

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΤΕ ΤΟ ΜΟΥ.

Μα αν την πληρώνετε και την ασφαλίζετε εσείς τότε δεν υπάρχει δανεισμός αλλά μετακίνηση/μεταφορά εργαζομένου και πρέπει να συνταχθεί σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό όπου θα αναγνωρίζετε την προϋπηρεσία της εργαζομένης στην εταιρεία από την οποία μετακινείται.

doctor

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΣΤΟΝ ΡΑΠΑΝΑΚΗ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΟΤΙ, ΑΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΜΦΩΝΙΑ, ΜΠΟΡΕΙ Ο ΔΑΝΕΙΖΟΜΕΝΟΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ. ΑΡΑ ΥΠΟΘΕΤΩ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΕΚΠΙΠΤΕΙ ΚΙΟΛΑΣ.

Η ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΜΟΥ ΑΠΟΨΗ ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ.

ΑΛΛΑ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΕΙΠΕ ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΑΝΕΙΣΜΟ, ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗΣ.

(ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ)

Link to comment
Share on other sites

  • 0

Καλησπέρα,

Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω, αν έχουμε κάποιους εξωτερικούς συνεργάτες που τους πληρώνουμε με Απόδειξη Δαπάνης, μπορούμε να τους "δανείσουμε" σε τρίτη εταιρεία?

Π.χ. έχω τρεις φοιτητές που μου μοιράζουνε φυλλάδια, μπορώ να δώσω τον έναν σε μια εταιρεία με συμφωνητικό που θα περιλαμβάνει όλη την εργασία προώθησης μιας διαφημιστικής καμπάνιας?

Ή έχω μια κοπέλα που μου κάνει promotion σε ένα super market. Τη στέλνω λοιπόν για να μου διαφημίσει το προιόν "Χ" μιας εταιρίας. Έχω πρόβλημα με το ΙΚΑ αφού την πληρώνω με Απόδειξη Δαπάνης?

Ευχαριστώ.

Υ.Γ. Αν δεν γίνομαι κατανοητός σε κάτι πολύ ευχαρίστως να αναπτύξω κάθε τι μου ζητήσετε

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ

http://www.papaphilippou.gr/GR_files/Publications/Publications_7.html

«Δανεισμόςεργαζομένων», Σοφία Ζωγράφου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ι. Εισαγωγή – τριμερείςσχέσεις εργασίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Α. Σύμβαση δανεισμού (γνήσιος δανεισμός).

Α.α. Δανεισμός εργαζομένων: έννοια – νομική θεμελίωση

Α.β.Δικαιώματα και υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια του δανεισμού.

Α.γ. ο δανεισμός εργαζομένων στουςομίλους επιχειρήσεων.

Β. Ο κατ’ επιχείρησηδανεισμός εργαζομένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΔΕΥΤΕΡΟ

Α. Ο νόμος 2639/1998, άρθρο 5 –ιδιωτικά γραφεία συμβούλων εργασίας.

Ιστορικά για την απαγόρευση τηςσύμβασης μεσιτείας και την αλλαγή που επιφέρει ο νόμος 2639/1998.

Β. Νόμος 2956/2001 : προσωρινήαπασχόληση.

Ι. Εταιρίες προσωρινής απασχόλησης

ΙΙ.Κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων των Προσωρινά Απασχολούμενων

α. Σύμβαση εργασίας

β. Σύμβαση έμμεσου εργοδότη καιεταιρίας προσωρινής απασχόλησης.

γ. Απαγόρευση προσωρινής απασχόλησης

δ. Εργοδότης – ευθύνη εις ολόκληρον

ε. Κυρώσεις

Γ. Αλλαγές που επιφέρει ο νόμος2956/2001 στο ισχύον καθεστώς του κατ’ επιχείρηση δανεισμού εργαζομένων.

Δ. Κριτική στο νέο νόμο –προβλήματα που παραμένουν άλυτα

Ε. Γνήσιος δανεισμός εργαζομένωνκαι ν.2956/2001.

ΣΤ. Δικονομικά ζητήματα

Επιλογικά

<b><br clear="all" style="page-break-before:always"></b>

Δανεισμόςεργαζομένων

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΤΡΙΜΕΡΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Με τη σύμβαση εργασίας τόσο αυτήπου έχει ως αντικείμενο την εξαρτημένη εργασία, όσο κι αυτή που έχει ωςαντικείμενο ανεξάρτητες υπηρεσίες, ο ένας των συμβαλλομένων υποχρεούται ναπαρέχει την εργασία του στον άλλο, αυτός δε να καταβάλει τον συμφωνηθέντα μισθό(648ΑΚ). Όπως όμως και στις υπόλοιπες συμβάσεις έτσι και στη σύμβαση εργασίας ηδιαμόρφωση της ενοχικής σχέσης δεν παρουσιάζεται πάντα με τόσο απλή μορφή, αλλάείναι συνήθης η παρεμβολή και τρίτων προσώπων [1] .

Η σύγχρονη οικονομική ζωή δίνει πολλάπαραδείγματα τριμερών σχέσεων εργασίας, σχέσεων δηλαδή που εκτός από το μισθωτόκαι τον εργοδότη παρεμβάλλεται κι ένα τρίτο πρόσωπο. Η επιστήμη δέχεται ότιστις περιπτώσεις που ένας τρίτος χωρίς να είναι συμβαλλόμενος στη σύμβασηεργασίας απασχολεί για δικό της λογαριασμό ένα μισθωτό γίνεται κατάτμηση τηςεργοδοτικής ιδιότητας καιέχουμε δύο μερικούς εργοδότες, τον αρχικό και τον μεταγενέστερο [2] .

Η κατάτμηση της εργοδοτικής ιδιότηταςγίνεται είτε από το νόμο (όπως στην περίπτωση του ασφαλιστικού οργανισμού στοδίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεων, στην περίπτωση του εργοδότη ενός οικοδομικούέργου κατά το άρθρο 702ΑΚ, στην περίπτωση του πλασματικού εργοδότη), είτε ηκατάτμηση γίνεται με σύμβαση (σύμβαση δανεισμού, κατ’ επιχειρήσιν δανεισμός,έμμεση σχέση εργασίας). Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί μόνο ησυμβατική κατάτμηση και συγκεκριμένα ο δανεισμός εργαζομένων, γνήσιος και μηγνήσιος ή άλλως η σύμβαση δανεισμού και ο κατά επιχείρηση δανεισμόςεργαζομένων.

Στις χώρες της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης, αλλά και στη χώραμας χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ο θεσμός της σύμβασης με την οποίαπροβλέπεται ότι ο μισθωτός θα προσφέρει την εργασία του σε τρίτους εργοδότες.Όμως παρόμοιες διαμεσολαβητικές δραστηριότητες στην αγορά εργασίας είναι πολύπιθανό να οδηγούν σε καταστρατηγήσεις της νομοθεσίας και των δικαιωμάτων τωνεργαζομένων [3] .Οι ρυθμίσεις που εισάγονται με το νόμο 2956/2001, αποβλέπουν στην οριοθέτησητης δραστηριότητας των επιχειρήσεων που συμβάλλονται με μισθωτούς προκειμένουοι τελευταίοι να προσφέρουν την εργασία τους σε άλλες επιχειρήσεις.

Ο θεσμός του δανεισμού εργαζομένωνικανοποιεί πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας και ισχύει σεόλο τον ανεπτυγμένο οικονομικά και κοινωνικά κόσμο. Είναι χρήσιμος τόσο για τηνπαραγωγικότητα, όσο και την απασχόληση δεδομένου ότι σύμφωνα με τα διαθέσιμαστοιχεία, το 30% των προσωρινά απασχολούμενων βρίσκουν τελικά μόνιμη απασχόλησηστον έμμεσο εργοδότη, ενώ υπολογίζεται ότι στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάθεημέρα απασχολούνται 2–2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι με το σύστημα της προσωρινήςαπασχόλησης [4] .

Σεβόμενοι και την αντίθεση στηνανάπτυξη και την εκτέλεση του δανεισμού εργαζομένων, θεωρώντας όμως ότι στοσύγχρονο κόσμο δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αλλά και ότι επιπλέον αποτελείεμπόδιο στον αγώνα για την καταπολέμηση της ανεργίας, με την παρούσα θαεπιχειρήσουμε μια προσέγγιση του θεσμού του δανεισμού των εργαζομένων ιδίως δετου κατ’ επιχείρησιν δανεισμού όπως αυτός διαμορφώνεται με το ν.2956/2001.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΡΩΤΟ

Α. ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ (ΓΝΗΣΙΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ).

Α.α. Έννοια και νομικήθεμελίωση.

Γνήσιος δανεισμός υπάρχει όταν οεργαζόμενος, ενώ προσφέρει την εργασία του κανονικά στον αρχικό εργοδότη,παραχωρείται για κάποιο χρονικό διάστημα σε τρίτη επιχείρηση. Αυτό συμβαίνειπχ. μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, επιχειρήσεων δηλαδή που ανήκουν στον ίδιοόμιλο [5] ,όπως θα δούμε παρακάτω. Αυτό συμβαίνει όταν για παράδειγμα ο εργοδότης κάποιουεργοστασίου παραχωρεί εργαζόμενους του σε μεταφορική για την πραγματοποίησημιας μεταφοράς στο χώρο του. Το πολύ μικρό διάστημα του δανεισμού σε αυτήν τηνπερίπτωση δεν αναιρεί το χαρακτήρα της σύμβασης.

Τόσο η θεωρία [6] όσοκαι η νομολογία [7] αναγνωρίζουνότι ο δανεισμός εργαζομένων βρίσκεινομική θεμελίωση στα πλαίσια του ελληνικού εργατικού δικαίου και ότι μία τέτοιασύμβαση είναι έγκυρη. Συγκεκριμένα υιοθετείται η άποψη ότι από τη διάταξη τουάρθρου 651ΑΚ [8]πουορίζει ότι η αξίωση του εργοδότη επί της εργασίας είναι αμεταβίβαστη, αλλά δεναποκλείει την πρόσκαιρη παραχώρηση του εργαζομένου σε άλλη επιχείρηση σεσυνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361ΑΚ [9] και648ΑΚ [10] συνάγεταισαφώς, ότι είναι νόμιμη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης που έχει στηδιάθεση του τις υπηρεσίες του μισθωτού του, παραχωρεί με τη συναίνεση τουτελευταίου τις υπηρεσίες αυτού προσωρινά σε τρίτο πρόσωπο, δημιουργούμενης έτσιμίας σχέσης που στηρίζεται στη βούληση και των τριών μερών.

Η παραχώρηση μπορεί να γίνει γιαορισμένο ή για αόριστο χρόνο. Η παραχώρηση όμως πρέπει να έχει προσωρινόχαρακτήρα που εκφράζεται με τη διασφάλιση επανόδου του μισθωτού στον αρχικόεργοδότη. Διαφορετικά πρόκειται ή για σύναψη νέας σύμβασης εργασίας ή γιαμεταβίβαση της σχέσης εργασίας από τη μία εταιρία στην άλλη (μεταβολή τουπροσώπου του εργοδότη) [11] .

Απαραίτητη προϋπόθεση σε κάθεπερίπτωση για την έγκυρη σύναψη σύμβασης δανεισμού είναι η συναίνεση τουμισθωτού (ρητή ή σιωπηρή). Σε περίπτωση δε μη συμμετοχής του εργαζομένου,δεδομένου ότι η αξίωση του εργοδότη, επί της εργασίας του μισθωτού, είναιαμεταβίβαστη, είναι άκυρη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 651ΑΚ, γιατί σεμία τέτοια περίπτωση υπάρχει βλαπτική μεταβολή των όρων και συνθηκώνεργασίας του μισθωτού,σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.2112/1920. Η βλαπτική μεταβολήαναφέρεται κυρίως στο χρόνο, στον τόπο, τον τρόπο και στο είδος (υποδεέστερηθέση ή ειδικότητα) και έχει ως συνέπεια την υλική ή ηθική μείωση τηςπροσωπικότητας και του κύρους του μισθωτού. Και η παραχώρηση του μισθωτού σε άλλοεργοδότη (δανεισμός) αποτελεί και συνιστά εφόσον βέβαια επέρχεται χωρίς τησυναίνεση του μισθωτού βλαπτική μεταβολή, αφού προεχόντως διαφοροποιείται οτρόπος παροχής εργασίας [12] .

Αβ. Δικαιώματα καιυποχρεώσεις κατά τη διάρκεια του δανεισμού.

Η σύμβαση δανεισμού μεταξύεργοδότη και τρίτου δεν επηρεάζει κατ’ αρχήν τη σύμβαση εργασίας.Αντισυμβαλλόμενος εργοδότης στη σύμβαση εργασίας παραμένει ο αρχικός εργοδότης.

Στην περίπτωση έτσι, του δανεισμού τωνυπηρεσιών του μισθωτού, ο αρχικόςεργοδότης με τον οποίουφίσταται η συμβατική σχέση, είναι κατ’αρχήν ο μόνος υπόχρεος σε καταβολή τουμισθού του μισθωτού, γιατί δεν μεταβάλλεται η σχέση ως προς τις υποχρεώσεις τουαυτές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική ειδική συμφωνία. Κατά τη νομολογία οαρχικός εργοδότης δεν υποχρεούται μόνο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμούστις παροχές που απορρέουν από παράνομη απασχόληση από το δανειζόμενο, γιατίτότε η παροχή παράνομης εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις τουμισθωτού, αλλά ανάγεται σε ιδιαίτερη σχέση του μισθωτού με το δανειζόμενο [13] (υπερωριακήαπασχόληση, απασχόληση κατά τις εορτές, ή ημέρα Κυριακή, νυχτερινή εργασία.Κατά άλλη άποψη, ο αρχικός εργοδότης παραμένει υπόχρεος για την καταβολή καιτης αποζημίωσης για υπερωρία, αν η υπερωριακή απασχόληση ενέπιπτε στιςυποχρεώσεις του μισθωτού του έναντι του αρχικού εργοδότη. Εάν δεν ενέπιπτε ήδεν προβλέφθηκε από τησύμβαση δανεισμού, η παροχή αυτή είναι εσωτερική υπόθεση στις σχέσεις μισθωτούκαι νέου εργοδότη και ο νέος εργοδότης υποχρεούται αν μεν παρασχεθεί νόμιμα,στην καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αν δε παράνομα στην ωφέλεια πουαποκόμισε από αδικαιολόγητο πλουτισμό [14] .Σε περίπτωση συμφωνίας καταβολής του μισθού από τον δανεισθέντα εργοδότη ομισθωτός δεν μπορεί να αξιώσει το μισθό του από τον αρχικό εργοδότη [15] .Δεν αποκλείεται επίσης και η ειδική συμφωνία ότι στον καταβαλλόμενο στονεργαζόμενο από τον αρχικό εργοδότη μισθό θα καταλογίζονται υπό μορφή εκπτώσεωςτο ποσό που αυτός έλαβε από τον εργοδότη ή από τον τρίτο. Στην περίπτωση αυτήδεν πρόκειται για συμψηφισμό με τη μορφή που αυτός προβλέπεται στα άρθρα 440 [16] επ.ΑΚκαι δεν ισχύουν ως προς αυτόν οι περιορισμοί των άρθρων 664ΑΚ [17] και982 [18] ΚΠολΔ [19] .

Συνέπεια του ότι δεν διακόπτεται οδεσμός του μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του μισθωτού είναι ότι υπεύθυνος γιατην παροχή αδείας είναι ο δανείζων εργοδότης, όταν ο δανεισμός είναι μικρήςδιάρκειας. Στην περίπτωση αυτή ο δανειζόμενος εργοδότης θα καθορίσει μόνο σεσυνεργασία με το μισθωτό το χρόνο πραγματοποιήσεως της άδειας. Όταν όμως ηπαραχώρηση του μισθωτού διαρκέσει περισσότερο από ένα χρόνο, προκύπτειυποχρέωση καταβολής των αποδοχών της άδειας από το δανειζόμενο εργοδότη οοποίος μάλιστα θα προσμετρήσει για τον υπολογισμό του χρόνου διάρκειας τηςολόκληρο το χρονικό διάστημα από της προσλήψεως του μισθωτού στο δανείζονταεργοδότη [20] .Κατ΄ άλλη άποψη εντός του πλαισίου της υποχρέωσης πρόνοιας του περαιτέρωεργοδότη, ενυπάρχει και η υποχρέωση του για σύμπραξη με τον αρχικό εργοδότη γιατην παροχή της αδείας [21] .

Το δικαίωμα τέλος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ανήκειστον αρχικό εργοδότη [22] καικατ΄αυτού πρέπει να απευθύνεται και η καταγγελία της εργασιακής σχέσης εκμέρους του μισθωτού.

Το διευθυντικό δικαίωμα κατάτη σύμβαση δανεισμού μεταβιβάζεται στοντρίτο εργοδότη στονοποίο ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του. Η άσκηση του διευθυντικούδικαιώματος από τον τρίτο υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς που υπόκειται καιο αρχικός εργοδότης. Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν πρέπει ναπροσκρούει στο περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας, που έχει συνάψει οεργαζόμενος με τον αρχικό εργοδότη του και η οποία δεν επηρεάζεται κατ’ αρχήναπό τη σύμβαση δανεισμού [23] . Επίσης ο τρίτος έχει απέναντι στονεργαζόμενο την υποχρέωση πρόνοιας και γενικότερα την ευθύνη για την εφαρμογήτης προστατευτικής εργατικής νομοθεσίας. Και η αρχή της ίσης μεταχείρισηςβαρύνει τον περαιτέρω εργοδότη, εφόσον δεν δικαιολογούνται παρεκκλίσεις εκ τηςιδιότητας του μισθωτού ως παραχωρηθέντος Αν όμως κατά τη διάρκεια του δανεισμούο εργαζόμενος καταλάβει θέση ανώτερη από αυτή που κατείχε στον αρχικό εργοδότη,η επάνοδος του στην υποδεέστερη θέση, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολήτων όρων της σύμβασης εργασίας του ούτε επιφέρει ηθική μείωση του [24] .

Αν ο νέος εργοδότης μεταβάλει με ρητήή σιωπηρή συναίνεση του μισθωτού τους όρους παροχής της εργασίας του είναιυπόχρεος για τις οικονομικές αξιώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τημεταβολή αυτή η οποία δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του από την αρχικήσύμβαση, αλλά ανάγεται σε ιδιαίτερες σχέσεις του με το νέο εργοδότη [25] .

Ο εργαζόμενος, τέλος, κατά τη σύμβαση δανεισμού πρέπεινα παρέχει την εργασία του στον τρίτο σύμφωνα με τους όρους που έχουνσυμφωνηθεί με τη σύμβαση εργασίας του. Η συναίνεση του μισθωτού είναιαπαραίτητη ακόμα και αν δεν μεταβάλλονται οι όροι εργασίας του. Κατά συνέπειαεπί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής του δανεισμού νομίμως εξακολουθεί ο μισθωτόςνα προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη, τυχόν Δε άρνηση αποδοχήςαυτής καθιστά αυτόν υπερήμερο δανειστή. Τυχόν προϋπάρχουσα ρήτρα περίδικαιώματος του εργοδότη προς μετάθεση του μισθωτού δεν συνεπάγεται καιδικαίωμα δανεισμού αυτού [26] .Η μετάθεση έχει σχέση μόνο με τον τόπο εργασίας. Η απόφαση για μετάθεση είναιδυνατή στα πλαίσια της άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος και δεν απαιτείσυναίνεση του μισθωτού. Η πλημμελής εκπλήρωση της εργασίας του μισθωτού καθιστάαυτόν υπεύθυνο έναντι του περαιτέρω εργοδότη του, από την υφιστάμενη μεταξύαυτών έννομη σχέση παροχής εργασίας. Έτσι η άρνηση παροχής εργασίας προς το νέοεργοδότη περιάγει αυτόν σε υπερημερία έναντι αυτού, έστω και αν προσφέρει τηνεργασία του στον αρχικό εργοδότη. Απότην τριμερή σχέση του δανεισμού απορρέει υποχρέωση τόσο του παλιού εργοδότη ναπαραχωρήσει τις υπηρεσίες του μισθωτού, όσο και του τελευταίου να παρέχει τιςυπηρεσίες του στο νέο εργοδότη για το συμφωνηθέντα χρόνο, η αθέτηση Δε τωνυποχρεώσεων αυτών γεννά αξίωση για αποζημίωση. Επομένως και ο εργοδότης κατά τη διάρκεια τηςσυμβατικής του δεσμεύσεως δεν μπορεί να ανακαλέσει μονομερώς το μισθωτό και νααξιώσει την παροχή της εργασίας του για τις ανάγκες της επιχείρησης του αν Δετο κάνει, η άρνηση του μισθωτού να υπακούσει και η εξακολούθηση παροχής στο νέοεργοδότη, συνιστά εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων και δεν μπορεί ναερμηνευτεί ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεως το για καταγγελία της σύμβασης εργασίας [27] .

Α.γ. Ο δανεισμός εργαζομένωνστους ομίλους επιχειρήσεων.

Στο γνήσιο δανεισμό ηπαραχώρηση των υπηρεσιών του μισθωτού σε τρίτο πρόσωπο είναι ευκαιριακή καιμεταγενέστερη του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εργασίας. Με αυτόν τον τρόποοι επιχειρήσεις καλύπτουν τις ανάγκες τους για ειδικευμένο προσωπικόαπευθυνόμενες σε άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι διατεθειμένες να τοπαραχωρήσουν. Πρόκειται για συνήθη πρακτική ιδίως στο εσωτερικό ομίλωνεπιχειρήσεων [28] κατάτην έννοια των άρθρων 3παρ.1γ και 4. π.δ. 40/1997. Ο όμιλος επιχειρήσεωνχαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική και κοινάσυμφέροντα.

Η μετακίνηση εργαζομένων στο εσωτερικόενός ομίλου αποτελεί μια συνηθισμένη «τεχνική οργάνωσης» των εργασιακώνσχέσεων, που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ποικίλων οργανωτικών –λειτουργικών και οικονομικών αναγκών, οι οποίες ανακύπτουν στο εσωτερικό ενόςομίλου, όπως π.χ. η εκπαίδευση εργαζομένων, η κάλυψη κενών στο προσωπικό, ηεξυγίανση των οικονομικών μιας επιχείρησης μέσω μεταφοράς προσωπικού σε μια πιοεύρωστη αδελφή κ.λ.π. Ως καθοριστικό για τη νομική δομή και λειτουργία τηςμορφής αυτής δανεισμού στοιχείο θεωρείται η διασφάλιση της συνέχειας τηςαρχικής σχέσης εργασίας με την δανείζουσα επιχείρηση [29] .Ο εργαζόμενος διατηρεί δηλαδή δικαίωμα επιστροφής.

Η ανυπαρξία όμως ουσιαστικήςανεξαρτησίας της θυγατρικής από τη μητρική εταιρία, οδήγησε στην ανάγκηθεμελίωσης συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης της μητρικής επιχείρησης γιατις υποχρεώσεις των θυγατρικών. Για το εργατικό δίκαιο αυτό σημαίνει συμμετοχήτης μητρικής εταιρίας στη δεσμευτική δύναμη των εργασιακών σχέσεων τωνθυγατρικών επιχειρήσεων, ως συνυπεύθυνου εργοδότη. Εφόσον ο αρχικός εργοδότηςυπάγεται στη διευθυντική εξουσία της μητρικής επιχείρησης, είναι εύλογη ηπιθανολόγηση, ότι η διάθεση του εργαζομένου προκλήθηκε από την άσκηση ακριβώςαυτής της εξουσίας, όταν δεν ήταν ελεύθερη επιλογή του αρχικού εργοδότη [30] .

Έτσι, προτείνεται η διεύρυνσητης διμερούς συμβατικής σχέσης με την ένταξη του τρίτου ισότιμα, στο πλέγμαδικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αποκτά την «έννομη θέση» ενός δευτέρουαντισυμβαλλόμενου μέρους. Δημιουργείται έτσι μια ενιαία τριμερής σχέση με δύονομικά ισότιμους εργοδότες, οι οποίοι εμφανίζονται απέναντι στο μισθωτό ωςσυνδανειστές και συνοφειλέτες [31] .

Εφόσον έτσι, ένας μισθωτόςμετακινείται από μια επιχείρηση σε άλλη ομίλου στο πλαίσιο δανεισμού γιαδιάρκεια τουλάχιστον δύο μηνών , εν αμφιβολία πρέπει να θεωρηθεί ότι ο νέοςεργοδότης, μάλιστα Δε όταν πρόκειται για τη μητρική εταιρία, υπεισέρχεταισωρευτικά στην αρχική σύμβαση ως δεύτερος ισότιμος εργοδότης. Δημιουργείταιέτσι ενιαία εργασιακή σχέση με δύο εργοδότες υποκείμενα μιας εις ολόκληρονενοχής με ενεργητική και παθητική πλευρά [32] .Σε περίπτωση που ο δανεισμός διαρκεί περισσότερο από δύο μήνες, ο δεμεταγενέστερος εργοδότης έχει αποποιηθεί ρητά τη σωρευτική υπεισέλευση του στηναρχική σύμβαση, ο μισθωτός μπορεί αν το επιθυμεί να τον εξαναγκάσει προς τούτομε την έγερση αγωγής [33] .Έτσι τέλος και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ανήκει και στους δύοεργοδότες.

Β. Ο ΚΑΤ΄ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΝ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ

Μη γνήσιος δανεισμός η κατ’ επιχείρησινδανεισμός εργαζομένου υπάρχει όταν η σύμβαση εργασίας μεταξύ του αρχικούεργοδότη και του εργαζομένου προβλέπει ότι ο εργαζόμενος δεν θα προσφέρει τηνεργασία του στον αρχικό εργοδότη αλλά σε τρίτους, που θα υποδεικνύει εκάστοτε οαρχικός εργοδότης. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα και του κατ’ επιχείρησινδανεισμού είναι ότι ο εργαζόμενος ο οποίος συνάπτει τη σύμβαση εξαρτημένηςεργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου με τον εργοδότη συγκατατίθεται είτε κατάτην σύναψη της συμβάσεως είτε μεταγενέστερα στο να προσφέρει την εργασία τουόχι στον αρχικό εργοδότη αλλά σε ένα τρίτο πρόσωπο χωρίς να υπάρχει ανάμεσα στομισθωτό και στον τελευταίο οποιαδήποτε συμβατική σχέση. Συμβατικός δεσμόςυπάρχει μόνο μεταξύ του μισθωτού και του αρχικού εργοδότη. Η διαφορά με τογνήσιο δανεισμό έγκειται στο ότι εδώ ο εργοδότης που προσλαμβάνει έχει ωςαποκλειστικό σκοπό όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος τις υπηρεσίες του μισθωτούαλλά να παραχωρήσει τις υπηρεσίες του σε έναν άλλο εργοδότη, τον δανειζόμενοκαι την παραχώρηση αυτή ενεργεί ο αρχικός εργοδότης κατ επάγγελμα , δηλαδή στοπλαίσιο μιας κατ΄ εξακολούθηση ασκούμενης από αυτόν δραστηριότητας με σκοπό νααποκομίσει άμεσα ή έμμεσα οικονομικά ωφελήματα δηλαδή κέρδος [34] .

Ο κατ’ επιχείρησιν δανεισμός διαφέρειαπό τη μεσιτεία εργασίας στο ότι αυτή κατευθύνεται στο να φέρει σε επαφή τουςαναζητούντες εργασία με τους εργοδότες, με σκοπό τη σύναψη μεταξύ αυτώνεργασιακής συμβάσεως και την ένταξη του αναζητούντος εργασία στην επιχείρησητου εργοδότη.

Ο κατ’ επιχείρησιν δανεισμός εξυπηρετείπολλές επιχειρήσεις, περικλείει όμως και τον κίνδυνο να υφίσταται ο εργαζόμενος άνισημεταχείριση σε σύγκριση με τους συναδέλφους του, του ίδιου εργοδότη στον οποίοπαραχωρείται, τον κίνδυνο να υποκαθίσταται η τακτική εργασία με ευκαιριακή,δεδομένου ότι η επιχείρηση που απασχολεί το μισθωτό παραλείπει να προσλαμβάνειπροσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολεί εργαζόμενους κατάδανεισμό , τους οποίους αργότερα αντικαθιστά με άλλους, τον κίνδυνο η όροιεργασίας να είναι αδιαφανείς και η επιχείρηση που ασκεί τον κατ ΄επάγγελμαδανεισμό να κερδοσκοπεί εις βάρος των εργαζομένων [35] .Οι διαμορφούμενες σε αυτόν τριμερείς σχέσεις εργασίας, διέπονται κατά βάση απότις ίδιες αρχές με το γνήσιο δανεισμό, με μικρές διαφοροποιήσεις.

Ο νέος νόμος 2956/2001 και οι αλλαγές πουεπέφερε αποπειράται να λύσει ορισμένα από αυτά τα προβλήματα εισάγοντας νέεςρυθμίσεις. Η ρύθμιση όμως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών στο νέονόμο, όπως θα δούμε δεν είναι εξαντλητική και σκοπεύει κυρίως στην εξασφάλισητων δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση ολιγωρίας ή αφερεγγυότητας τουεργοδότη τους [36] .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Α. ΝΟΜΟΣ 2639/1998, ΆΡΘΡΟ 5 : ΙΔΙΩΤΙΚΑΓΡΑΦΕΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ο νόμος 2639/2001 προέβλεψετη σύσταση Ιδιωτικών Γραφείων Συμβούλων Εργασίας που έχουν ως αντικείμενο τηνεξεύρεση για λογαριασμό του εργοδότη ορισμένων κατηγοριών θέσεων εργασίας σεημεδαπούς και αλλοδαπούς. Τα ΙΓΣΕ μεσολαβούν για την εξεύρεση εργασίας πουαφορά ιδίως καλλιτέχνες ακροάματος και θεάματος, πρόσωπα εποπτείας ή διεύθυνσηςή εμπιστοσύνης, λογιστές ή φοροτεχνικούς, προσωπικό καθαριότητας χώρων, απασχολούμενουςσε οικοδομές και στις τεχνικές εργασίες, ξεναγούς, μοντέλα, αποκλειστικές νοσοκόμες, πρόσωπαφροντίδας ηλικιωμένων και οικόσιτο προσωπικό. Για τη σύσταση ΙΓΣΕ απαιτείταιάδεια που χορηγείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου5, με π.δ.του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εκδόθηκε το π.δ.160/1999) καθορίζονται οι κατηγορίες των θέσεων εργασίας (είναι οι ίδιες πουπροβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5) για την εξεύρεση των οποίωνεπιτρέπεται η σύσταση ΙΓΣΕ, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη σύσταση τους, τααπαιτούμενα δικαιολογητικά, οι προϋποθέσεις της ειδικής εγκριτικής άδειαςλειτουργίας τους, το ύψος της αμοιβής για τη μεσολάβηση τους και ο τρόπος καταβολήςτης.

Με τη ρύθμιση του ο νόμος 2639/1998επέτρεψε πλέον τη μεσιτεία στην εξεύρεση εργασίας. Οι ρυθμίσεις του νόμου2639/1998 και το π.δ.160/1999 (ΦΕΚ Α 157/3.8.1999) αφορούν μόνο τη μεσιτείακατά την πρόσληψη. Τογράμμα των διατάξεων του άρθρου 5 παρ 1,2,4,5, κάνει λόγο για «εξεύρεσηεργασίας», «για λογαριασμό του εργοδότη» ή για «μεσολάβηση» προς σύναψηεργασίας. Και «εξεύρεση» μεν εργασίας για λογαριασμό του εργοδότη μπορεί νασημαίνει είτε απλή μεσιτεία, είτε παραχώρηση εργαζομένου από επιχείρηση πουασκεί κατ’ επάγγελμα δανεισμό. Μεσολάβηση όμως σημαίνει αναμφισβήτητα μεσιτείακατά τη σύναψη σύμβασης εργασίας μεταξύ τρίτων [37] .

Η μεσιτεία εργασίας όπως είναι γνωστόμέχρι την έκδοση του παρόντος νόμου ήταν απαγορευμένη από μια σειρά διατάξεωνκαι επομένως η σύμβαση μεσιτείας ήταν άκυρη (άρθρο 14 και 20 ν.5288/1931,26παρ.4 ν.1346/1983, άρθρο 9 ν.1082/1980, άρθρο 9 ν.3248/1955 με το οποίοεπικυρώθηκε η διεθνής σύμβαση εργασίας αριθμ.95).

Η μεσιτεία εργασίας απαγορεύτηκεαρχικά γιατί κατέληγε σε κερδοσκοπία εις βάρος των εργαζομένων. Ιστορικά, μετην εμφάνιση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής και την εξάπλωση τηςεργατικής τάξης, το πρόβλημα της αγοράς εργασίας πήρε σημαντικές διαστάσεις. Ηανάγκη για μια γρήγορη διασταύρωση της προσφοράς και της ζήτησης εργασίαςπαρουσιάστηκε έντονα και σε εκείνους που επιθυμούσαν να εργαστούν και σεεκείνους που προσέφεραν ευκαιρίες απασχόλησης. Το πρόβλημα γινόταν ιδιαίτεραοξύ σε εποχές ύφεσης της οικονομίας και υποαπασχόλησης που σε ορισμένες χώρεςέπαιρνε και παίρνει μέχρι σήμερα ένα σχεδόν μόνιμο χαρακτήρα. Το ρόλο τηςπροσφοράς και της ζήτησης τον ανέλαβαν οι ιδιώτες που απασχολούνταν ειδικά μετη μεσολάβηση στην κατάρτιση συμβάσεων εργασίας [38] .

Σήμερα με το ν.2639/2000 η μεσιτείαεργασίας επιτράπηκε αποδεικνύοντας μάλλον από την σύντομη ιστορική ανασκόπησηότι βρισκόμαστε σε περίοδο ύφεσης της οικονομίας και υποαπασχόλησης και ηανάγκη να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της ανεργίας επιτρέπει την επανεμφάνισητης σύμβασης μεσιτείας. Η απαγόρευση της μεσιτείας δεν ανταποκρίνεται στιςσύγχρονες ανάγκες. Ο νόμος 2639/1998 είχε προ οφθαλμών μόνο τις επιχειρήσειςπου ασκούν μεσιτεία για την εξεύρεση εργασίας, χωρίς να ορίζει τίποτα για τιςεπιχειρήσεις που ασκούν κατ΄επάγγελμα δανεισμό. Η επιχείρηση που ασκεί κατ΄επάγγελμα δανεισμό δεν μεσολαβείμόνο κατά την πρόσληψη, αλλά προσλαμβάνει η ίδια τον εργαζόμενο τον οποίοκατόπιν παραχωρεί σε τρίτο.

Β. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΝΟΜΟΣ 2956/2001

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Στο νόμο 2956/2001 δενγίνεται κατ ’αρχήν καθόλου λόγος για δανεισμό. Ο μη γνήσιος δανεισμός ή κατ’ επιχείρησηνδανεισμός αποκαλείται πλέον «προσωρινήαπασχόληση». Εγκαταλείπεται έτσι ο αδόκιμος και προσβλητικός κατά την άποψηορισμένων για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου όρος «δανεισμός μισθωτού». Ο ίδιοςνόμος χαρακτηρίζει τον μεν προμηθευτή της εργασίας «άμεσο εργοδότη», το δεαποδέκτη εργασίας «έμμεσο εργοδότη». Οι όροι αυτοί είναι εύστοχοι και αρμόζουνσε κάθε περίπτωση τριμερούς σχέσης εξαρτημένης εργασίας[39] .

Ως προσωρινή απασχόληση σύμφωνα με τοάρθρο 20 του νόμου 2956/2001 νοείται η εργασία η οποία παρέχεται σε άλλονεργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, οοποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσο εργοδότη) με σύμβαση ή σχέσηεξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και επιτρέπεται μόνο υπό τιςπροϋποθέσεις και τους όρους του νόμου 2956/2001.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση τουνόμου [40] οιρυθμίσεις που εισάγονται με το νόμο 2956/2001 αποβλέπουν στην οριοθέτηση τηςδραστηριότητας των επιχειρήσεων που συμβάλλονται με μισθωτούς προκειμένου οιτελευταίοι να προσφέρουν την εργασία τους σε επιχειρήσεις (έμμεσους εργοδότες).Οι ρυθμίσεις αυτές είναι αναγκαίες ενόψει της αυξανόμενης χρησιμοποίησης τουθεσμού της σύμβασης με την οποία προβλέπεται ότι ο μισθωτός θα προσφέρει τηνεργασία σε τρίτους εργοδότες, αλλά και του κινδύνου που ενέχεται, κινδύνουκαταστρατήγησης της νομοθεσίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Οι ρυθμίσεις του νόμου2956/2001 αναφέρονται κυρίως στα παρακάτω θέματα:

Ι. Εταιρίες προσωρινήςαπασχόλησης.

Σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου20 του ν.2956/2001 εταιρίες προσωρινής απασχόλησης είναι εταιρίες οι οποίεςέχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σεάλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης.Εταιρία Προσωρινής Απασχόλησης μπορεί να είναι μόνο ανώνυμη εταιρία με μετοχικόκεφάλαιο άνω των 60.000.000 δραχμών, ενώ για την ίδρυση και λειτουργία τηςαπαιτείται ειδική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων,έπειτα από γνώμη της Επιτροπής Ελέγχου Προσωρινής Απασχόλησης (άρθρο 21παρ.1,2).

Οι εταιρίες προσωρινήςαπασχόλησης δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηριότητα, ενώ κατ’ εξαίρεσημόνο επιτρέπεται να ασκούν μεσολάβηση για εξεύρεση θέσης εργασίας (π.δ.160/1999), κατόπιν ειδικής άδειας που τους χορηγείται, καθώς επίσης αξιολόγησηκαι κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσουνοι κείμενες διατάξεις (άρθρο 20παρ.4). Πολύ πιθανό είναι ότι τα Ι.Γ.Σ.Ε. πουπροβλέπει ο νόμος 2639/1998 τις περισσότερες φορές, και προσαρμοζόμενα με τιςνέες διατάξεις, θα λειτουργήσουν και ως εταιρίες προσωρινής απασχόλησης.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3του άρθρου 20 οι εταιρίες προσωρινής απασχόλησης έχουν τα δικαιώματα και τιςυποχρεώσεις του εργοδότη. Υποχρεώσεις του εργοδότη τόσο απέναντι στο μισθωτό,όσο και υποχρεώσεις απέναντι στο Κράτος, στους φορείς κοινωνικής πολιτικής(ΟΑΕΔ) ή και ενδεχόμενα σε άλλα ΝΠΔΔ. Ως υποχρεώσεις του εργοδότη απέναντι στομισθωτό συνοπτικά μπορούμε να αναφέρουμε, την υποχρέωση για σεβασμό των νομίμωνόρων εργασίας, την υποχρέωση για καταβολή μισθού, την υποχρέωση για πρόνοια,την υποχρέωση για σεβασμό της προσωπικότητας του εργαζομένου, την υποχρέωση γιαίση μεταχείριση, την υποχρέωση για απασχόληση, παρεπόμενες υποχρεώσεις πουδημιουργούνται κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας [41] .Ως δικαιώματα δε του εργοδότη νοούνται όλα τα περαιτέρω δικαιώματα που τουδίνει η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Κάθε εταιρία, τέλος,προσωρινής απασχόλησης δικαιούται προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας, νακαταθέσει δύο εγγυητικές επιστολές τραπέζης ως οικονομική εγγύηση την πρώτη γιατη διασφάλιση των αποδοχών των προσωρινά απασχολούμενων μισθωτών της και τηδεύτερη για τη διασφάλιση των ασφαλιστικών τους εισφορών (άρθρο 23).

ΙΙ.Κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων των προσωρινά απασχολούμενων.

Σύμβασηεργασίας: Ο νόμος2956/2001 στο άρθρο 22παρ.1, προβλέπει ότι για την παροχή εργασίας με τη μορφήτης προσωρινής απασχόλησης απαιτείται προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίαςορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση αυτή συνάπτεται μεταξύ της εταιρίαςπροσωρινής απασχόλησης και του εργαζομένου και πρέπει να αναφέρει τους όρουςεργασίας και τη διάρκεια της, τους όρους παροχής εργασίας στους έμμεσουςεργοδότες, τους όρους αμοιβής και ασφάλισης, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο τοοποίο κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτόςαναφορικά με την παροχή της εργασίας του. Καθιερώνεται έτσι ο έγγραφος τύπος ωςσυστατικός για τη σύμβαση προσωρινής απασχόλησης, κατ’ εξαίρεση της αρχής τουατύπου των δικαιοπραξιών που ισχύει στο εργατικό δίκαιο. Η σύμβαση προσωρινήςαπασχόλησης θα είναι άκυρη σε περίπτωση μη τήρησης του εγγράφου τύπου (158ΑΚ

[42] ).Σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 183παρ.2ΑΚ ή επικύρωση από τουςσυμβαλλόμενους άκυρης σύμβασης έχει αναδρομική ενέργεια. Επικύρωση της άκυρηςσύμβασης θα είναι δυνατή αν τα μέρη έχουν τη βούληση να επικυρώσουν την άκυρηδικαιοπραξία. Συνεπώς αν αγνοούν την ακυρότητα δεν χωρεί εφαρμογή του άρθρου183ΑΚ. [43]

Ζήτημα τίθεται αν ηακυρότητα, σε περίπτωση μη τήρησης του εγγράφου τύπου, καλύπτει όλη τη σύμβασηή μόνο τον όρο για προσωρινή απασχόληση. Ορθότερο είναι να δεχθούμε ότι ηακυρότητα του μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα όλης της σύμβασης γιατί οεργοδότης στη συγκεκριμένη περίπτωση (εταιρία προσωρινής απασχόλησης) χωρίς τονόρο της μερικής απασχόλησης δεν θα κατάρτιζε τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίαςσε καμία περίπτωση. Ηεταιρία εξάλλου προσωρινής απασχόλησης είναι μόνο κατ΄ όνομα εργοδότης και δενδιαθέτει δική της επιχείρηση για να απασχολήσει το μισθωτό.

Σε περίπτωση άκυρηςσύμβασης εργασίας ο εργοδότης θα οφείλει τις αποδοχές με βάση τις διατάξειςπερί αδικαιολογήτου πλουτισμού από την εταιρία προσωρινής απασχόλησης. Εφόσονόμως δεν παρείχε εργασία στην εταιρία προσωρινής απασχόλησης δεν θα υπάρχει καιπλουτισμός με βάση τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ. Από ποιον λοιπόν και με βάση ποιεςδιατάξεις θα διεκδικήσει ο μισθωτός τις αποδοχές του; Ορθότερο είναι στηνπερίπτωση αυτή να δεχθούμε ότι ο έμμεσος εργοδότης θα οφείλει ευθέως τιςαποδοχές από τη σύμβαση εργασίας, αφού για τη σύμβαση εργασίας με το μισθωτόδεν απαιτείται έγγραφος τύπος (άρθρο 8 ν.2112/1920). Η εταιρία προσωρινήςαπασχόλησης δε θα ευθύνεται εις ολόκληρον με τον έμμεσο εργοδότη κατά εφαρμογήτου άρθρου 9 του νόμου. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σχέσης εργασίαςανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης υπάρχει αλληλέγγυα και εις ολόκληρονευθύνη του έμμεσου εργοδότη και της εταιρίας προσωρινής απασχόλησης.

Περαιτέρω αν η σύμβασηέχει συναφθεί εγγράφως, αλλά δεν αναφέρεται σε ένα ή περισσότερα από ταστοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 22 παρ.1 (όροι εργασίας, διάρκεια, όροιπαροχής εργασίας στον έμμεσο εργοδότη, όροι αμοιβής και ασφάλισης τουμισθωτού), τίθεται ζήτημα αν και πάλι η σύμβαση θα είναι άκυρη λόγω μη τήρησηςτου εγγράφου τύπου ως προς το συγκεκριμένο όρο και αν η μερική ακυρότητα θαεπιφέρει την ακυρότητα της σύμβασης. Ορθότερο είναι να δεχθούμε ότι σε μιατέτοια περίπτωση η σύμβαση εργασίας δεν είναι άκυρη, αφού σε κάθε περίπτωση ταστοιχειά που δεν καλύπτονται από τον έγγραφο τύπο είναι δυνατό να αναπληρωθούν.Έτσι σε περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί εγγράφως οι όροι αμοιβής, δενυπάρχει συμφωνημένος δηλαδή μισθός, θα καταβάλλεται σε κάθε περίπτωση ο μισθόςπου προβλέπεται από την οικεία συλλογική σύμβαση του έμμεσου εργοδότη ή από τηνεγσσε. Σε περίπτωση πάλιπου δεν έχει περιβληθεί τον έγγραφο τύπο η συμφωνία για τη διάρκεια τηςσύμβασης (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) η σύμβαση θα θεωρηθεί σε κάθε περίπτωσηως σύμβαση αορίστου χρόνου, με βάση το γενικό κανόνα ότι σε περίπτωσηαμφιβολίας η σύμβαση εργασίας θεωρείται αορίστου χρόνου.

Αναφορικά με τιςαποδοχές ο νέος νόμος προβλέπει ότι οι αποδοχές του μισθωτού που απασχολείταιπροσωρινά δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προσδιοριζόμενενς κλαδικές,ομοιοεπαγγελματικές ή επιχειρησιακές σσε που ισχύουν για το προσωπικό τουέμμεσου εργοδότη και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τιςπροβλεπόμενες στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Οιαποδοχές δε του μισθωτού κατά το χρόνο που δεν παρέχει την εργασία σε έμμεσοεργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στην εκάστοτεισχύουσα Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (άρθρο 22παρ.2). Για την απασχόλησηΔε του μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη απαγορεύεται οποιαδήποτε οικονομικήεπιβάρυνση του μισθωτού.

Η διάρκεια τηςαπασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερηαπό 8 μήνες, επιτρέπεται όμως η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότημε την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερβαίνει τους8 μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε αορίστουχρόνου (άρθρο 22 παρ.4). Αν η απασχόληση του μισθωτού υπερβεί τα προηγούμεναχρονικά διαστήματα κατά δύο μήνες, τότε η σύμβαση εργασίας μετατρέπεταιαυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και τουέμμεσου εργοδότη (άρθρο 22παρ.5). Σχετικά με τη διάρκεια, έχει διατυπωθεί και ηάποψη ότι θα ήταν ορθότερη η επιλογή μεγαλύτερης διάρκειας (12+12 μήνες) γιατίη συχνή εναλλαγή απασχόλησης μειώνει τις ευκαιρίες του εργαζομένου να αποκτήσειεμπειρία και να διατηρηθεί τελικά στη θέση εργασίας από τον έμμεσο εργοδότη

[44] .

Σύμφωνα τέλος με τοάρθρο 22 παρ.6 οποιαδήποτε ρήτρα με την οποία απαγορεύεται η παρεμποδίζεται ημόνιμή απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού θεωρείται άκυρη και δενεπιφέρει οποιαδήποτε σε βάρος του εργοδότη έννομη συνέπεια. Με την παράγραφο 7του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι άκυρη θεωρείται και οποιαδήποτε ρήτρα με τηνοποία άμεσα ή έμμεσα παρεμποδίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα του μισθωτούή παραβλάπτονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα.

Εφόσον ο νόμος μιλά γιαάκυρη ρήτρα, ορθότερο και συνεπέστερο προς το γράμμα του νόμου είναι ναδεχθούμε ότι άκυρη θα είναι μόνο η απαγορευμένη ρήτρα και όχι όλη η σύμβαση.Διαφορετικά θα είχαμε ως αποτέλεσμα να θίγεται αυτός για την προστασία τουοποίου τέθηκε η σχετική διάταξη.

Σύμβασηέμμεσου εργοδότη και εταιρίας προσωρινής απασχόλησης: Περαιτέρω ο νόμος ρυθμίζει τη σύμβασηπου συνάπτεται εγγράφως μεταξύ της εταιρίας περιορισμένης απασχόλησης και τουέμμεσου εργοδότη (άρθρο 22 παρ.2). Στη σύμβαση αυτή ορίζονται ο τρόπος αμοιβήςκαι ασφάλισης του εργαζομένου για το χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τιςυπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζειπριν τεθεί στη διάθεση του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση τα απαιτούμεναεπαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και ταιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης ναδιευκρινίζει τους μεγαλύτερους και ιδιαίτερους κινδύνους που έχει ησυγκεκριμένη εργασία. Τα στοιχεία αυτά υποχρεωτικά γνωστοποιούνται από τηνεταιρία προσωρινής απασχόλησης στο μισθωτό.

Απαγόρευσηπροσωρινής απασχόλησης άρθρο 24: ο νόμος 2956/2001 θέτει κάποιεςπεριπτώσεις απαγόρευσης στις οποίες η προσωρινή απασχόληση δεν επιτρέπεται.Σύμφωνα έτσι με το άρθρο 24 δεν επιτρέπεται με σύμβαση προσωρινής απασχόλησηςνα αντικαθίστανται εργαζόμενοιπου ασκούν το δικαίωμα της απεργίας καθώς και όταν ο έμμεσος εργοδότης είχεπραγματοποιήσει τοπροηγούμενο έτος ομαδικές απολύσεις εργαζομένων με τις ίδιες ειδικότητες ή ότανυπάγεται στις διατάξεις του νόμου 2190/1994 ή στις διατάξεις του ν.2527/1997.

Εργοδότης– εις ολόκληρον ευθύνη έμμεσου και άμεσου εργοδότη: Τέλος με το νόμο2956/2001 εισάγεται η εις ολόκληρον ευθύνη της εταιρίας προσωρινής απασχόλησηςκαι του έμμεσου εργοδότη έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού, για τηνικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων και για την καταβολή των ασφαλιστικώνεισφορών. Ο εργαζόμενος έτσι προστατεύεται από τυχόν αφερεγγυότητα του έμμεσουεργοδότη ή και της εταιρίας προσωρινής απασχόλησης. Προφανώς η έννοια είναι ότιη ευθύνη της εταιρίας ανακύπτει μόλις ο άμεσος εργοδότης καταστεί υπερήμερος. Άλλωστε στο εδάφιο β τηςπαρ.9 του άρθρου 22, γίνεται λόγος για επικουρική ευθύνη του έμμεσου εργοδότη,η οποία δεν υπάρχει παρά μόνον εφόσον τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματαδεν μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών τιςοποίες έχει καταθέσει η εταιρία προκειμένου να λάβει την άδεια λειτουργίας κατάτο άρθρο 23

[45] .

Επίσης οι μισθωτοί όσοναφορά την ασφάλεια και την υγεία τους απολαμβάνουν κατά την εργασία τους τοίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό που παρέχεται σε άλλο εργαζόμενο του έμμεσουεργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης είναι υπεύθυνος για τις συνθήκες υπό τις οποίεςεκτελείται η εργασία του μισθωτού και για το εργατικό ατύχημα.

Κυρώσεις: σύμφωνα με όσα ορίζει τοάρθρο 25 για κάθε παράβαση των ρυθμίσεων για την προσωρινή απασχόλησηεπιβάλλεται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας πρόστιμό εις βάρος του παραβάτηπου κυμαίνεται από 1.000.442δραχμές και φτάνει μέχρι 10.004.422 δραχμές.

Γ.Αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος στο ισχύον νομολογιακό καθεστώς του κατ’επιχείρησιν δανεισμού εργαζομένων.

Αν αναλύσουμε μιααπόφαση που εκδόθηκε με το καθεστώς που ίσχυε, το ιστορικό και τα όσα έκανεδεκτά είναι εύκολο να διακρίνουμε τις κυριότερες από τις σημαντικές αλλαγές πουο νόμος 2956/2001 επιφέρει στον κατ’ επιχείρησιν δανεισμό εργαζομένων.

Σύμφωνα έτσι με τηναπόφαση του Εφετείου Αθηνών 968/1990

[46] ,η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Γ.Γ- Κ.Α» ασκεί κατ’ επιχείρησιν δανεισμόεργαζομένων. Στις 6.9.1980 προσέλαβε τον ενάγοντα με αποκλειστικό σκοπό τηνπαραχώρηση σε τρίτο έναντι ανταλλάγματος και την ίδια ημέρα τον παραχώρησε στηνεναγόμενη στην οποία από τότε και μέχρι την έγερση της αγωγής (Νοέμβριος 1988)απασχολείται ως σταθερός και νόμιμος υπάλληλος. Με βάση το ιστορικό αυτόεπεδιώκετο από τον ενάγοντα με την αγωγή του να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται μετην εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία διήρκεσεαφότου προσελήφθη από την εναγομένη (6.9.1980)μέχρι την έγερση της αγωγής. Το Εφετείο δέχθηκε ότι ανάμεσα στον ενάγοντα καιστην εναγομένη η οποία δανείσθηκε τις υπηρεσίες του ως κλητήρα, δεν υπάρχεικανένας απολύτως συμβατικός δεσμός, διότι η τελευταία ούτε προσέλαβε τονενάγοντα, ούτε είναι εργοδότιδα του αλλά απλά αποδέχεται τις υπηρεσίες του ωςκλητήρα από τις 6.9.1980 έως το 1988 (8 χρόνια και πλέον).

Μία απλή σύγκριση των όσων έκανε δεκτάη εφετειακή απόφαση που παραθέτουμε με τις διατάξεις του νέου νόμου 2936/2001μας οδηγεί εύκολα στη διαπίστωση των σημαντικών αλλαγών που επέφερε ο νόμος στον κατ’επιχείρησιν δανεισμό εργαζομένων.

Κατ’ αρχήν με το νόμο 2936/2001 δενμιλάμε πλέον για δανεισμό, αλλά αντ’αυτού χρησιμοποιείται ο όρος προσωρινήαπασχόληση. Η δραστηριότητα αυτή περαιτέρω, δεν μπορεί να πλέον να ασκείται απόομόρρυθμη εταιρία, όπως στο κριθέν ιστορικό, αλλά μόνο από εταιρία που έχει τη μορφή τηςανώνυμης εταιρίας.

Σύμφωνα με το νέονόμο η προσωρινή απασχόληση δεν μπορεί να γίνει για αόριστο χρονικό διάστημαευρύτερο ή μακρότερο, όπως η απόφαση δέχεται. Η προσωρινή απασχόληση μπορεί ναγίνει για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα Δε με την παρ.3 του άρθρου 22η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρέπεταινα είναι μεγαλύτερη από 8 μήνες. Επομένως η αόριστη έννοια της ευρύτερής ήμικρότερης διάρκειας υπηρεσίας του μισθωτού στον ίδιο έμμεσο εργοδότη δενισχύει πλέον. Η διάρκεια είναι περιορισμένη. Τέλος σχετικά με τη διάρκειααπασχόλησης στον ίδιο εργοδότη ο νέος νόμος ορίζει ότι μετά τη διάρκεια του 8μήνου και την τυχόν ανανέωση για ένα ακόμα8μηνο αν ο εργαζόμενος συνεχίσει να απασχολείται από τον ίδιο έμμεσο εργοδότηγια χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας του μισθωτούμε την εταιρία προσωρινής απασχόλησης θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σεσύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Σύμφωνα με τη σημαντική αυτή αλλαγή ταόσα δέχεται η αναλυόμενη απόφαση ανατρέπονται πλήρως. Συγκεκριμένα η απόφασηδέχεται ότι καίτοι ο ενάγων εργαζόταν στον ίδιο εργοδότη για πλέον, των 6χρόνων ουδεμία σχέση τον συνδέει με τον έμμεσο εργοδότη. Με βάση τις αλλαγέςτου νέου νόμου εφόσον η σύμβαση εργασίας με τον έμμεσο εργοδότη ξεπέρασε τηνοριζόμενη στο νόμο διάρκεια μετατράπηκε αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίαςαορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Περαιτέρω αλλαγές που ονόμος επιφέρει είναι η καθιέρωση του εγγράφου τύπου τόσο για τη σύμβασηεργασίας του μισθωτού με την εταιρία προσωρινής απασχόλησης, αλλά και ηκαθιέρωση του εγγράφου τύπου για τη σύμβαση μεταξύ εταιρίας και έμμεσουεργοδότη.

Δ.ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΟ

ΚΑΙΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΛΥΤΑ

Με τη ρύθμιση του νόμου 2956/2001αντιμετωπίζονται μόνο μερικά τα προβλήματα που προκύπτουν στην απασχόληση κατάδανεισμόν. Ο νόμος έτσι προβλέπει ότι η σύμβαση εργασίας ανάμεσα στονεργαζόμενο και την Εταιρία Προσωρινής Απασχόλησης μπορεί να είναι αορίστου ήορισμένου χρόνου. Αν όμως επιτρέπεται ελεύθερα η κατάρτιση της σύμβασηςεργασίας μεταξύ εταιρίας περιορισμένης απασχόλησης και μισθωτού για ορισμένοχρόνο, τότε παραμένει ανοικτός ο δρόμος για καταστρατηγήσεις και γιαυποκατάσταση της τακτικής εργασίας με ευκαιριακή

[47] .Ορθότερο είναι αν και ο νόμος δεν διευκρινίζει ειδικότερα, να δεχθούμε ότι,όπως και σε κάθε άλλη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οσυμβατικός όρος για την ορισμένη διάρκεια είναι έγκυρος μόνο αν ή χρονικά περιορισμένηεργασία δικαιολογείται από τη φύση ή το σκοπό της εργασίας ή από άλλο αποχρώνταλόγο. Η ενδεικτική απαρίθμηση του νόμου των περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεταιη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν θα έλυνε τα προβλήματα. Ορθότερη είναιη εφαρμογή και στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης του άρθρου 8 τουν.2112/1920 [48] αλλάκαι ο δικαστικός έλεγχος των συμβάσεων ορισμένου χρόνου με το 281 ΑΚ [49] .

Ο νόμος δεν λαμβάνει επίσης θέση στοκρίσιμο ζήτημα αν οι εργαζόμενοι θεωρούνται μισθωτοί του έμμεσου εργοδότη ή τηςεταιρίας προσωρινής απασχόλησης, οπότε και πρέπει να συναριθμούνται με τοπροσωπικό της. Από το γεγονός ότι ο νόμος 2956/2001 επιτρέπει την κατά δανεισμόαπασχόληση μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα μπορεί να συναγάγει κανείς τοσυμπέρασμα ότι οι κατά δανεισμό εργαζόμενοι θεωρούνται προσωπικό της εταιρίαςπροσωρινής απασχόλησης και όχι του έμμεσου εργοδότη

[50] .Κατά την αντίθετη και ορθότερη άποψη πρέπει στο προσωπικό του έμμεσου εργοδότηνα προσμετρώνται και οι εργαζόμενοι με προσωρινή απασχόληση, όπως ακριβώς σεκάθε περίπτωση εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αναφορικά με τις αποδοχές ορθά ο νόμοςπροβλέπει ότι οι αποδοχές κατά τη διάρκεια της απασχόλησης στον έμμεσο εργοδότηδεν μπορεί να είναι κατώτερες από εκείνες που ορίζουν οι κλαδικές,ομοιοεπαγγελματικές ή επιχειρησιακές σσε που ισχύουν για το προσωπικό τουέμμεσου εργοδότη, ωστόσο υπάρχει πάντα ο κίνδυνος αυθαίρετων διακρίσεων για τιςπέραν των κατώτατων ορίων που θεσπίζουν οι σσε εργοδοτικές παροχές, δεδομένουότι κατά δανεισμόνεργαζόμενος δεν είναι μισθωτός του έμμεσου εργοδότη αλλά της εταιρίαςπροσωρινής απασχόλησης.

[51] Ωςπρος τις ανώτερες των νομίμων αποδοχών ελέγχεται αν στην περίπτωση αυτή θαεφαρμοστεί η αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης. Σε κάθε περίπτωση στιςσυμβατικές αποδοχές εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης που υπερέχειέναντι της συμβατικής ελευθερίας των μερών. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 22του νόμου 2956/2001 δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η εφαρμογή της ίσηςμισθολογικής μεταχείρισης. Ορθότερο είναι να δεχθούμε ότι ο νόμος θέτει μόνο τακατώτατα όρια του οφειλόμενου μισθού και ο μισθωτός θα δικαιούται κάθε αποδοχήπου προβλέπεται από τις οικείες κάθε φορά σσε.

Ζήτημα γεννάται στηνπερίπτωση που η διάρκεια εργασίας στον ίδιο έμμεσο εργοδότη ξεπεράσει και το δίμηνομετά και τη συμπλήρωση της 8μήνου ανανέωσης, για το αν η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καιτου έμμεσου εργοδότη θα θεωρηθεί ότι μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου από τοσημείο της υπέρβασης (16 μήνες και 2 μήνες) ή από την έναρξη της και για το ανδιατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μισθωτού. Με την πλήρωση τηςδιάρκειας η σύμβαση μετατρέπεται σε αορίστου ανάμεσα στον έμμεσο εργοδότη καιτο μισθωτό. Δεν πρόκειται όμως για μετατροπή σύμβασης ορισμένου χρόνου σεαορίστου (αφού όπως είδαμε αυτή μπορεί να είναι και αορίστου). Το κυριότεροστοιχείο είναι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Εργοδότης είναι πλέον όχιη εταιρία προσωρινής απασχόλησης αλλά ο έμμεσος εργοδότης. Πρόκειται μάλισταγια μεταβολή που επέρχεται αυτοδίκαια από το νόμο, ανεξαρτήτως της βούλησης τωνσυμβαλλομένων μερών. Ορθότερο κατά τη γνώμη μου, είναι σ’ αυτήν την περίπτωσηνα ισχύσει ότι σε κάθε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη και ηαρχική σχέση εργασίας του άμεσου εργοδότη να περιέρχεται στον έμμεσο εργοδότηστην κατάσταση που ήταν κατά το χρόνο μεταβολής, δηλαδή με όλα τα πλεονεκτήματακαι τα κεκτημένα δικαιώματα. Έτσι ο έμμεσος εργοδότης οφείλει να συνυπολογίσειτο χρόνο προϋπηρεσίας των εργαζομένων στον άμεσο εργοδότη για τονκαθορισμό της αποζημίωσης απόλυσης,την άδεια αναψυχής του κ.τ.λ.

Ε. ΓΝΗΣΙΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ν.2956/2001

Ο νόμος 2956/2001ρύθμισε μόνο τον κατ΄ επιχείρηση δανεισμό και δεν εισήγαγε καμία ρύθμιση γιατον γνήσιο δανεισμό.

Προβλήματα όμως πουπαραμένουν αρρύθμιστα υπάρχουν και στο γνήσιο δανεισμό. Αναλογικά ίσως θαμπορούσαν να εφαρμοστούν ορισμένες διατάξεις του νέου νόμου σε κάθε σύμβασηδανεισμού, για την καλύτερη προστασία του εργαζομένου από την αφερεγγυότητατου εργοδότη σε κάθεπερίπτωση. Έτσι και για τη σύμβαση δανεισμού, καίτοι ο νόμος δεν το προέβλεψε,σε κάθε περίπτωση ορθότερο θα ήταν να είναι απαραίτητος ο έγγραφος τύπος. Μετην καθιέρωση του εγγράφου τύπου ως συστατικού θα λύνονταν πολλά προβλήματααπόδειξής σύναψης σύμβασης δανεισμού. Επίσης ανεξαρτήτως συμφωνιών ανάμεσα στοναρχικό και μεταγενέστερο εργοδότη, ορθότερο είναι και σε αυτήν την περίπτωση ναισχύσει η εις ολόκληρον ευθύνη ανάμεσα στον αρχικό και μεταγενέστερο εργοδότηγια την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων και για την καταβολή τωνασφαλιστικών εισφορών.

Τέλος οι απαγορεύσεις που τίθενται στοάρθρο 24 πρέπει να ισχύσουν και για το γνήσιο δανεισμόεργαζομένων.

ΣΤ.ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Στην περίπτωσηπρόσκαιρου δανεισμού του μισθωτού από τον εργοδότη του σε τρίτο (γνήσιοςδανεισμός), στον οποίο μεταβιβάζεται ολοκληρωτικά η μερικά το διευθυντικόδικαίωμα, η σχέση εξαρτημένης εργασίας εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τουεργαζομένου και του αρχικού εργοδότη και συνεπώς οι αξιώσεις του πρώτου από τηνπαροχή εργασίας του στο τρίτο πρόσωπο (δανειζόμενο) στρέφονται κατά του αρχικούεργοδότη και υπάγονται στην εργατική διαδικασία. Από το δανεισμό μπορεί ναπροκύψουν και αξιώσεις του μισθωτού κατά του δανεισθέντος, λόγω παροχήςεπιπλέον της οφειλόμενης από τη σύμβαση δανεισμού εργασίας, για την οποία δενευθύνεται ο αρχικός εργοδότης, οπότε και η αγωγή κατ’ αυτού υπάγεται στηνεργατική διαδικασία, εφόσον και ο δανειζόμενος την εργασία θεωρείται μερικόςεργοδότης

[52] .Όχι όμως και οι διαφορές μεταξύ δανειστή και δανειζομένου που υπάγονται στηντακτική διαδικασία.

Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.9 του νέουνόμου η εταιρία προσωρινής απασχόλησης και ο έμμεσος εργοδότης ευθύνονταιαλληλέγγυα και εις ολόκληρον έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού γιατην ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για τη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Σύμφωνα μετο άρθρο αυτό ο μισθωτός μπορεί να εναγάγει είτε τον έμμεσο εργοδότη είτε τονάμεσο εργοδότη, είτε και τους δύο και εφόσον δεν ικανοποιηθεί από τον έναμπορεί να στραφεί κατά του άλλου εργοδότη για το σύνολο της αξίωσης του. Οιδιαφορές που πηγάζουν από τη σχέση ανάμεσα στο μισθωτό και τους εργοδότεςυπάγονται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών. Διαφορετικά εμφανίζεται τοθέμα στην περίπτωση του εδαφίου β της παραγράφου 9 του άρθρου 22 οπότε και ηευθύνη του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότιυπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι οάμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινάαπασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση της εγγύησηςτων κατά το άρθρο 23 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη).

Για τις διαφορές πουπροκύπτουν ανάμεσα στην εταιρία προσωρινής απασχόλησης και τον έμμεσο εργοδότηκαι τη μεταξύ τους σύμβαση (άρθρο 22 παράγραφος 8), ορθότερο και συνεπέστερο

[53] καιμε όσα ισχύον και στον γνήσιο δανεισμό είναι να δεχτούμε ότι δεν υπάγονται στηδιαδικασία των εργατικών διαφορών αλλά στην τακτική διαδικασία [54] .

Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ομισθωτός θα εναγάγει μόνο τον έμμεσο εργοδότη, αφού σύμφωνα με την παράγραφο 10του άρθρου 22 αν δεν υπάρχει συμβατική πρόβλεψη συνευθύνης, είναι υπεύθυνος γιατις συνθήκες που εκτελείται η εργασία και για το εργατικό ατύχημα.

Για τις συμβάσεις δανεισμού μισθωτώντέλος, η λύση στο πρόβλημα για όλες τις περιπτώσεις σύμβασης εργασίας μεστοιχεία αλλοδαπότητας θααναζητηθεί στο δίκαιο που εισάγει η σύμβαση της Ρώμης που κυρώθηκε από τηνΕλλάδα με το ν.1792/1988 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου1991. Στη σύμβαση δανεισμούμισθωτού με αποστολή του μισθωτού στην αλλοδαπή το στοιχείο της αλλοδαπότηταςανακύπτει σε μεταγενέστερη φάση της ζωής της σύμβασης εργασίας, οπότε και απότο χρονικό σημείο αυτό αποκτά η σύμβαση το διεθνή χαρακτήρα. συνοπτικά και μεβάση το άρθρο 6 της σύμβασης στην περίπτωση δανεισμού μισθωτού εφόσον δενυπάρχει συμφωνία για το εφαρμοστέο δίκαιο εφαρμόζεται το δίκαιο του τόπου όπουπροσέφερε συνήθως ο μισθωτός την εργασία και αν έχουμε διαδοχικούς δανεισμούςτο δίκαιο του τόπου όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε. Αν τέτοιαυπάρχει συμφωνία εφαρμόζεταιτο επιλεγέν δίκαιο εφόσον είναι ευνοϊκότερο από το δίκαιο που υποδεικνύουν οιπαραπάνω σύνδεσμοι

[55] .

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ.

Οι τριμερείς σχέσεις εξαρτημένηςεργασίας ευρίσκονται σε άνθηση. Ανείναι ακριβή τα στοιχεία της CIETT

[56] , οι προσωρινώς απασχολούμενοι αντιπροσώπευαν το 1998 το1,5% της συνολικής απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση<a href="http://www.papaphilippou.gr/GR_files/Publications/Publications_7.html#_ftn57#_ftn57" title=""> [57] .

Η μεγάλη αυτή αύξηση των τριμερώνσχέσεων απαιτεί την ρύθμιση των σχέσεων έτσι ώστε να αποφεύγονται οικαταστρατηγήσεις κατά των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους. Ο νόμος2956/2001 είναι μόνο μια αρχή προς αυτή την κατεύθυνση και σίγουρα αφήνει πολλάπροβλήματα άλυτα όσον αφορά τον κατ’ επιχείρηση δανεισμό εργαζομένων. Η έλλειψηΔε οποιασδήποτε ρύθμισης για το συμβατικό δανεισμό είναι ένα ακόμα πρόβλημα πουο νέος νόμος δεν θίγει.

Οι διατάξεις πάντως τουνέου νόμου καίτοι ελλιπείς είναι μία αρχή για τη λύση των προβλημάτων πουανακύπτουν, για την καλύτερη προστασία των μισθωτών, αλλά και για τηνκαταπολέμηση της ανεργίας.

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Στην Αθήνα σήμερα, την ………………. μεταξύ των συμβαλλομένωνμερών :

1. Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………»,που εδρεύει στην …….., επί της οδού ……... ….και εκπροσωπείται νόμιμα από τοδιαχειριστή της …………….

2. Της εταιρείας …………………. που εδρεύει …………………. επί τηςοδού ………………… όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ………………………….

3. Του ………. του ……….κατοίκου ……….., εφεξής καλούμενη ως «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ».

Αφού έλαβαν υπόψητους τα εξής :

Ότι η πρώτη των συμβαλλομένων απασχολεί στις τάξεις τηςεργαζόμενους, οι οποίοι έχουν συμβληθεί μαζί της με συμβάσεις εξαρτημένηςεργασίας προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στην εταιρεία ως μάγειροι.

Ότι η δεύτερη των συμβαλλομένων προτείνει στην πρώτη, τονπροσωρινό δανεισμό-παραχώρηση ενός από τους εργαζομένους της σε αυτήν με σκοπότην εκπαίδευση.

Ότι ο προς παραχώρηση «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ» και η πρώτη τωνσυμβαλλομένων αποδέχονται την ανωτέρω πρόταση της ως άνω δεύτερης.

Συμφωνούνται, συνομολογούνται και γίνονται αμοιβαία ταεξής :

Άρθρο 1:υπηρεσίες

Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ θαπαρέχει πρόσκαιρα, ταυτόχρονα με την εκπαίδευση του ως ορίζεται στο άρθρο 2 τουπαρόντος, τις υπηρεσίες του ως μάγειρας στις εγκαταστάσεις της εταιρείας ……………… σύμφωνα με τις οδηγίες, τις συνθήκεςλειτουργίας και την οργανωτική δομή της τελευταίας, υποκείμενος στο διευθυντικόδικαίωμα αυτής ασκούμενο υπό των αρμοδίων οργάνων της.

Άρθρο 2:ΔΙΑΡΚΕΙΑ

1. Η διάρκεια αυτής της σύμβασης ορίζεται σε …………………ημέρες, αρχομένη από σήμερα την ………………..

2. Δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μεταξύ της«………………….» και του ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ έχει απκλειστικά και μόνο η εν λόγω εργοδοτριαεταιρεία. Η καταγγελία αυτή θα γίνεται εγγραφως, όποτεδήποτε και χωρίς τηντήρηση καμίας προθεσμίας και θα κοινοποιείται τόσο στον εργαζόμενο, λύεται ταυτοχρόνως και η παρούσα σύμβαση δανεισμούχωρίς καμία απολύτως υποχρέωση αυτής για αποζημίωση.

Άρθρο 3: ΑΜΟΙΒΗ

1. Για όλες τις υπηρεσίες που θα προσφέρει ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣστη δεύτερη ο μισθός και ασφαλιστικές εισφορές θα καταβάλλονται από την πρώτηβέσει των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καθώς και οποιαδήποτε άλλη εισφορά ήγενικώς υποχρέωση βαρύνει τους εργοδότες.

2. Η δεύτερη των συμβαλλομένων εταιρεία για όσο διάστημαδιαρκεί ο δανεισμός έχει την υποχρέωση όπως καταβάλει στον ΕΡΓΑΖΌΜΕΝΟ κάθεαμοιβή ή αποζημίωση που αυτός δικαιούται πέραν των τακτικών αποδοχών του γιατυχόν πρόσθετη απασχόλησή της από τηνδεύτερη των συμβαλλομένων εταιρεία (υπερωρία με ή χωρίς άδεια, υπερεργασία,απασχόληση του κατά τη νύχτα, Κυριακές, αργίες κ.λ.π.).

Άρθρο 4:ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Ο ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ συμφωνεί ότι καθ’όλη τη διάρκεια αλλά καιμετά τη λύση τόσο της βασικής σύμβασης εργασίας όσο και της παρούσας σύμβασηςδεν θα αποκαλύψει καμία πληροφορία, μυστικά, τεχνικές διαδικασίες, καταλόγους πελατώνκαι γενικά κάθε πληροφορία, που ήλθε σε γνώση του κατά τη διάρκεια τηςαπασχόλησης του.

Αφού γίνονται αμοιβαία αποδεκτά και συνομολογούνται ταπαραπάνω, συντάσσεται η παρούσα και υπογράφεται σε τρία (3) πρωτότυπα, ένα γιακάθε συμβαλλόμενο ως ακολούθως.

Η ΠΡΩΤΗΣΥΜ/ΜΕΝΗ ΗΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΜ/ΜΕΝΗ

Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΕΡΩΤΗΣΗ

Η σύμβαση δανεισμού πρέπει να κατατεθεί στην επιθεώρηση εργασίας ΠΡΙΝ την έναρξη του δανεισμού ή μπορεί και μετά;

Η συμβαση δανεισμου πρέπει να κατατεθεί στην επιθεώρηση εργασίας;

Link to comment
Share on other sites

  • 0

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΚΕΙΜΕΝΟ

=============

Β. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΝΟΜΟΣ 2956/2001

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Στο νόμο 2956/2001 δεν γίνεται κατ ’αρχήν καθόλου λόγος γιαδανεισμό. Ο μη γνήσιος δανεισμός ή κατ’ επιχείρησην δανεισμόςαποκαλείται πλέον «προσωρινή απασχόληση».

==============

ΙΙ. Κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων των προσωρινάαπασχολούμενων.

Σύμβαση εργασίας: Ο νόμος 2956/2001 στο άρθρο 22παρ.1, προβλέπειότι για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείταιπροηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβασηαυτή συνάπτεται μεταξύ της εταιρίας προσωρινής απασχόλησης και του εργαζομένουκαι πρέπει να αναφέρει τους όρους εργασίας και τη διάρκεια της, τους όρουςπαροχής εργασίας στους έμμεσους εργοδότες, τους όρους αμοιβής και ασφάλισης,καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο κατά την καλή πίστη και τιςπεριστάσεις πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχήτης εργασίας του. Καθιερώνεται έτσι ο έγγραφος τύπος ως συστατικός για τη σύμβασηπροσωρινής απασχόλησης, κατ’ εξαίρεση της αρχής του ατύπου των δικαιοπραξιώνπου ισχύει στο εργατικό δίκαιο. Η σύμβαση προσωρινής απασχόλησης θα είναι άκυρησε περίπτωση μη τήρησης του εγγράφου τύπου (158ΑΚ)

===============

Άρα;

Αναμένω

Link to comment
Share on other sites

  • 0

Εγω δεν ειπα να μην γινεται εγγραφως η συμβαση.

Δεν εχω ασχοληθει και ιδιαιτερα με το θεμα.

Απλως δεν προκυπτει, απο οσο εψαξα, η υποχρεωση καταθεσης της συμβασης δανεισμου στην επιθεωρηση εργασιας.

Απο το http://noikiasmenoi-ergazomenoi.blogspot.com/2009/02/m.html

Σημείωση: Σε περίπτωση γνήσιου δανεισμού εργαζομένου καταρτίζεται συμφωνητικό τριμερούς σύμβασης εργασίας, που δεν κατατίθεται στο ΣΕΠΕ, ΙΚΑ, ΟΑΕΔ, κ.τ.λ. αλλά τίθεται στον απόρρητο φάκελο του εργαζομένου για 10 τουλάχιστον χρόνια.

Link to comment
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
 Share

  • Recently Browsing   0 members

    • No registered users viewing this page.
×
×
  • Create New...