ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«Αντιµετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

στο σχέδιο νόµου «Αντιµετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας»

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΡΙΑΔΝΗ

Γενικό Μέρος:

Οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού αποσκοπούν στην οριστική καταπολέµηση της παραβατικότητας στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης και ιδιαίτερα αυτής που αφορά στην καταχρηστική λήψη συνταξιοδοτικών παροχών και άλλων κοινωνικών µεταβιβάσεων από άτοµα που δεν τις δικαιούνται. Συνήθη συµπτώµατα παραβατικότητας αυτής της µορφής, αποτελούν η παράνοµη είσπραξη συντάξεων από συγγενείς ή οικείους του θανόντος, συντάξεις χηρείας που συνέχισαν να εισπράττονται από πρώην δικαιούχους που συνήψαν εν τω µεταξύ νέο γάµο ή κατήρτισαν σύµφωνο συµβίωσης, οικογενειακά επιδόµατα που καταβάλλονται σε διαζευγµένους µολονότι δεν έχουν την επιµέλεια των τέκνων κ.λπ.. Πρόκειται για διάσπαρτες νησίδες παραβατικότητας που, διαχρονικά, αποτελούσαν «πληγή» στο σύστηµα κοινωνικής ασφάλισης, κατασπαταλώντας πολύτιµους πόρους (περίπου 500 εκ. ετησίως, όπως έµµεσα εκτιµήθηκε από τα αποτελέσµατα των πρόσφατων απογραφών) και πλήττοντας – πέρα από την ηθική διάσταση καίρια την οικονοµική και κοινωνική αποτελεσµατικότητα του συστήµατος κοινωνικής προστασίας στη χώρα µας.

Όλα τα προηγούµενα χρόνια, ο περιστασιακός εντοπισµός περιπτώσεων παράνοµης λήψης παροχών πέρα από την πρόσκαιρη επικοινωνιακή επικέντρωση δεν απέφερε κάτι ουσιαστικό. Δεν ανέστειλε καθόλου την εκδήλωση φαινοµένων παραβατικότητας, δεν πέτυχε καµία δηµοσιονοµική εξοικονόµηση.

Η πρώτη οργανωµένη προσπάθεια καταπολέµησης των φαινοµένων παραβατικότητας συντελέστηκε τους τελευταίους µήνες µε την απογραφή του συνόλου των συνταξιούχων και για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών. Ακόµη και σε ασφαλιστικές περιοχές (όπως π.χ. οι συντάξεις αιτία θανάτου), οι οποίες ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείµενο διερεύνησης. Η διαδικασία απογραφών ολοκληρώνεται στις 28 Φεβρουαρίου 2012, οπότε και θα προκύψει, για πρώτη φορά, µια πλήρης και καθαρή εικόνα του συνόλου των συνταξιούχων και των παροχών, ενώ θα καταγραφεί πλήρως η υφιστάµενη, «παλαιά» παραβατικότητα. Τα αποτελέσµατα των απογραφών θα µετατραπούν σε µετρήσιµες εξοικονοµήσεις και σαφείς καταλογισµούς, δηλαδή διαγραφές συντάξεων από άτοµα που δεν τα δικαιούνται, παραποµπή στη δικαιοσύνη, ανάκτηση χρηµάτων όπου υπάρχει παρανοµία.

Εν τούτοις, η παραπάνω κατασταλτική αντιµετώπιση των παράνοµων συντάξεων και παροχών δεν αποκλείει τη «γέννηση» τέτοιων φαινοµένων ξανά στο µέλλον. Και προφανώς δεν είναι εφικτή η πραγµατοποίηση γενικευµένων απογραφών κατ’ έτος, καθώς κάτι τέτοιο συνεπάγεται και δηµοσιονοµικό κόστος και ταλαιπωρία των συνταξιούχων.

Το σύστηµα «Αριάδνη», το οποίο θεσπίζεται µε τις ρυθµίσεις του παρόντος κεφαλαίου, υπηρετεί αυτόν ακριβώς το σκοπό: τον πλήρη αποκλεισµό εµφάνισης φαινοµένων παραβατικότητας στο µέλλον, όσον αφορά στη λήψη συνταξιοδοτικών και άλλων παροχών.

Σφραγίζονται οι «διαρροές» πόρων του συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης και κατ’ αυτό τον τρόπο καθίσταται άνευ αντικειµένου οιαδήποτε ανάγκη µελλοντικής απογραφής.

Ουσιαστικά, µε το σύστηµα αυτό επιχειρείται, για πρώτη φορά, ένας οργανωµένος ανασχεδιασµός και συνάρθρωση των διαδικασιών που αφορούν τη διοικητική αποτύπωση των πράξεων αλλαγής δηµογραφικής και οικογενειακής κατάστασης των ασφαλισµένων (γέννηση, γάµος, σύµφωνο συµβίωσης, διαζύγιο και θάνατος), αλλά και την εξασφάλιση ότι η προκύπτουσα πληροφορία διοχετεύεται άµεσα και έγκυρα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Το προκύπτον σύστηµα αναθεωρηµένων διαδικασιών (µε την ονοµασία «Αριάδνη») αναπτύσσεται µε τη µορφή «δικτύου συνεργασίας» των εµπλεκόµενων υπουργείων, δηµόσιων υπηρεσιών και θεσµικών φορέων (ληξιαρχεία, Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων, φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ΗΔΙΚΑ και συµβολαιογράφοι) και δεν συνεπάγεται απολύτως κανένα κόστος (χρηµατικό ή/και γραφειοκρατικό) για τον ασφαλισµένο και, γενικότερα, τον πολίτη.

Το πρώτο κεφάλαιο του νοµοσχεδίου αποτελείται από διατάξεις αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του Υπουργείου Εσωτερικών που συνθέτουν το σύστηµα «Αριάδνη».

Η συνεργασία των ανωτέρω υπουργείων αλλά και των άλλων εµπλεκόµενων θεσµικών φορέων, εγγυάται καταρχήν ότι από τη δηµοσίευση του νόµου αυτού οι ληξιαρχική πράξη θανάτου, γάµου και οι µεταβολές όπως το διαζύγιο και το σύµφωνο συµβίωσης θα περιλαµβάνουν αναγκαία και υποχρεωτικά τον ΑΜΚΑ και τον ΑΦΜ του προσώπου, που «υφίσταται» τη ληξιαρχική µεταβολή. Επιπλέον θα περιέχουν και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο, που θα συµβάλει στους διασταυρωτικούς ελέγχους της ΗΔΙΚΑ ΑΕ και των ασφαλιστικών ταµείων.

Ειδικότερα:

Βασικό ρόλο στο σύστηµα «Αριάδνη» επιτελούν η κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών και οι ληξίαρχοι, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου, έχουν την κεντρική ευθύνη για την αξιόπιστη και ακριβή συλλογή και καταχώρηση των βασικών στοιχείων ταυτοποίησης των πολιτών. Η βασική πληροφορία στα ληξιαρχεία καταφθάνει απευθείας από τους πολίτες αλλά κυρίως διασφαλίζεται από τις άλλες συναρµόδιες αρχές.

Κοµβικός στη λειτουργία του συστήµατος ΑΡΙΑΔΝΗ είναι επίσης ο ρόλος της ΗΔΙΚΑ ΑΕ. Η ΗΔΙΚΑ ΑΕ έχει πλέον αναβαθµισµένα καθήκοντα και αποτελεί τον «τεχνολογικό» εγγυητή της τήρησης και εφαρµογής της ασφαλιστικής νοµοθεσίας διασφαλίζοντας ουσιαστικά την αποφυγή εκροής χρηµατικών ποσών σε µη δικαιούµενα πρόσωπα και προστατεύοντας καίρια την περιουσία των ασφαλιστικών ταµείων και των ασφαλισµένων.

• Στο γάµο υπάρχει αλληλεπίδραση των συστηµάτων της ΓΓΠΣ της ΗΔΙΚΑ ΑΕ και του Υπουργείου Εσωτερικών. Η πληροφορία του ΑΜΚΑ και ΑΦΜ διοχετεύεται στο σύστηµα της ΗΔΙΚΑ ΑΕ, µέσω του ειδικού ηλεκτρονικού παραβόλου για την άδεια γάµου το οποίο εκδίδεται από τη ΓΓΠΣ και περιέχει υποχρεωτικά τα ανωτέρω στοιχεία. Η ληξιαρχική πράξη γάµου περιλαµβάνει υποχρεωτικά ΑΜΚΑ και ΑΦΜ καθώς και το µοναδικό αριθµό του παραβόλου της ΓΓΠΣ.

• Στο διαζύγιο πλέον η σχετική δήλωση και καταχώρηση του είναι δεσµευτική για τους πρώην συζύγους, ειδάλλως δεν θα είναι δυνατή η επίκληση του στις δηµόσιες αρχές. Υποχρεωτικά πλέον δηλώνονται και σε αυτή την περίπτωση τα ΑΜΚΑ και ΑΦΜ.

• Τόσο στη σύναψη όσο και στη λύση του συµφώνου συµβίωσης, οι συµβολαιογράφοι µε το ειδικό κύρος του άµισθου κρατικού λειτουργού διασφαλίζουν ότι η σχετική πληροφορία θα φτάσει στον ληξίαρχο και θα περιλαµβάνει υποχρεωτικά το ΑΜΚΑ και το ΑΦΜ.

• Στο θάνατο οι ληξίαρχοι εκδίδουν µηχανογραφικά τη ληξιαρχική πράξη, η οποία είναι πλέον αδύνατο να εκδοθεί χωρίς να περιλαµβάνει τις υποχρεωτικές πληροφορίες για τον ΑΜΚΑ και το ΑΦΜ. Λαµβάνοντας υπόψη ότι για την ταφή είναι αναγκαία πια µόνο η ληξιαρχική πράξη θανάτου, καθίσταται σαφές ότι τα κεντρικά στοιχεία ταυτοποίησης του θανόντος, ο ΑΜΚΑ και ο ΑΦΜ πρέπει να δηλώνονται στους ληξιάρχους για να προχωρήσει η όλη διαδικασία.

Τα οφέλη που αναµένεται να προκύψουν από την εφαρµογή του συστήµατος «Αριάδνη» είναι σηµαντικά. Τόσο σε δηµοσιονοµικό επίπεδο, όπου προβλέπεται εξοικονόµηση 500 εκ. ευρώ ετησίως, όσο και σε ηθικό επίπεδο, καθώς αποτρέπει τους πολίτες από την εκδήλωση παραβατικών συµπεριφορών, η καταπολέµηση των οποίων αποτελεί υποχρέωση πρώτα και κύρια απέναντι στους συνεπείς συνταξιούχους, τους έντιµους φορολογούµενους πολίτες.

Κατ’ άρθρο:

Με το άρθρο 1 δηµιουργείται στο Υπουργείο Εσωτερικών Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων και τηρείται κεντρική βάση δεδοµένων αυτού. Από αυτήν την κεντρική βάση δεδοµένων, µπορούν να αντλήσουν ληξιαρχικά στοιχεία πολιτών φορείς όπως η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων (ΓΓΠΣ), η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης (ΗΔΙΚΑ ΑΕ), η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ο Εθνικός Οργανισµός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) και κάθε άλλος διαπιστευµένος φορέας. Ειδικότερα, η Διεύθυνση Μηχανοργάνωσης και Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας Στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών υποχρεούται να παρέχει συνεχή, πλήρη και σε πραγµατικό χρόνο πρόσβαση στο υπ’ αυτή τηρούµενο Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων, ενώ ταυτόχρονα και οι προαναφερθέντες φορείς υποχρεούνται να διασφαλίζουν την πρόσβαση στα δικά τους αρχεία, προκειµένου να είναι εφικτή η διασταύρωση και συµπλήρωση στοιχείων στο Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων.

Στο άρθρο 2 προβλέπονται οι διασταυρωτικοί έλεγχοι στους οποίους προβαίνει η ΗΔΙΚΑ Α.Ε., µεταξύ των τηρουµένων σε αυτήν αρχείων και των στοιχείων, που αντλεί από το Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων. Στις περιπτώσεις που από τις ανωτέρω διασταυρώσεις προκύπτει µεταβολή (θάνατος, γάµος, σύµφωνο συµβίωσης, διαζύγιο ή λύση συµφώνου συµβίωσης) που δε συνάδει µε τις καταβαλλόµενες παροχές, η ΗΔΙΚΑ Α.Ε. προβαίνει στην άµεση αναστολή της καταβολής τους και ταυτόχρονα ενηµερώνει τον ΕΟΠΥΥ. Δηµιουργείται µε αυτόν τον τρόπο, ένα πλέγµα συνεργασίας των αρµοδίων φορέων, αρραγές και οργανωµένο, µε αποτέλεσµα να µην υπάρχει κανένα περιθώριο για την ευδοκίµηση παραβατικών συµπεριφορών.

Η «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» όταν έχει επέλθει θάνατος συνταξιούχου, προβαίνει στην άµεση αναστολή της καταβολής σύνταξης και της δυνατότητας ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τον συγκεκριµένο ΑΜΚΑ και ενηµερώνει ταυτόχρονα τον αρµόδιο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΕΟΠΥΥ για να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες. Όταν έχει επισυµβεί γάµος, διαζύγιο, κατάρτιση ή λύση συµφώνου συµβίωσης η αρµόδια διεύθυνση της «Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ» ενηµερώνει τον ΕΟΠΥΥ προκειµένου να προβεί στη διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης εκείνων, που απώλεσαν την ιδιότητα του προστατευόµενου – εξαρτώµενου µέλους και προβαίνει στην άµεση αναστολή καταβολής παροχών και των επιδοµάτων εκείνων, που εξαρτώνται από την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου, ενώ ενηµερώνει τον βαρυνόµενο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης για να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες.

Για την περίπτωση γάµου λαµβάνεται υπόψη είτε η καταχώρηση της ληξιαρχικής πράξης γάµου στο αρµόδιο ληξιαρχείο σύµφωνα µε τα αναφερόµενα στο ν. 344/1976, όπως τροποποιήθηκε µε το νόµο αυτό, είτε η άπρακτη πάροδος δέκα µηνών από την έκδοση του προβλεποµένου από τις διατάξεις του άρθρου 18 του προεδρικού διατάγµατος 28/28.7.1931 παραβόλου για την έκδοση της άδειας γάµου.

Σε ό,τι αφορά στη µεταβολή του γάµου, ήδη σήµερα οι µελλόνυµφοι έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν ένα ειδικό παράβολο για να λάβουν τη σχετική άδεια γάµου. Εφεξής το παράβολο αυτό µε τη συνδροµή και την επιµέλεια της Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων γίνεται µοναδικό διακριτό και κυρίως ηλεκτρονικό και για την έκδοση του απαιτείται η συµπλήρωση των πεδίων του ΑΜΚΑ και του ΑΦΜ των µελλονύµφων. Η σχετική ηλεκτρονική πληροφορία φτάνει σε πραγµατικό χρόνο στην ΗΔΙΚΑ η οποία όπως προαναφέρθηκε µπορεί αν παρέλθουν δέκα µήνες από την έκδοση του να προβεί στην αναστολή των παροχών που συνδέονται µε τη διατήρηση της πρότερης οικογενειακής κατάστασης ανεξάρτητα από το αν αυτοί δήλωσαν ή όχι το γάµο τους. Για το λόγο αυτόν η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων ενηµερώνει σε πραγµατικό χρόνο την ΗΔΙΚΑ ΑΕ για την έκδοση του ανωτέρω παραβόλου στο οποίο εφεξής καταγράφονται υποχρεωτικά τα ονοµατεπώνυµα, οι ΑΜΚΑ και οι ΑΦΜ των µελλονύµφων.

Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο µαταιωθεί η τέλεση του γάµου, η ανασταλείσα καταβολή συνεχίζεται κανονικά, αφού προηγούµενα ο ενδιαφερόµενος προσκοµίσει στον οικείο ασφαλιστικό του φορέα βεβαίωση από την αρµόδια εκκλησιαστική ή δηµοτική αρχή ότι δεν τελέστηκε γάµος. Στην περίπτωση αυτή αποδίδονται αναδροµικά και άτοκα οι τυχόν παρακρατηθείσες παροχές κατά τα παραπάνω οριζόµενα.

Σε περίπτωση διαζυγίου ή λύσης συµφώνου συµβίωσης η καταβολή συνεχίζεται και αποδίδονται στον δικαιούχο γονέα, που έλαβε την επιµέλεια των τέκνων, αναδροµικά και άτοκα τα επιδόµατα και οι λοιπές παροχές των οποίων είχε ανασταλεί η καταβολή τους, ύστερα από την προσκόµιση από αυτόν των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων στον αρµόδιο ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος ενηµερώνει αµελλητί την «Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ».

Σε κάθε άλλη περίπτωση ληξιαρχικής µεταβολής η αρµόδια διεύθυνση της «Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ» ενηµερώνει σε εβδοµαδιαία βάση τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τον ΕΟΠΥΥ και τον Ο.Α.Ε.Δ..

Στο άρθρο 3 προβλέπεται ότι για την αποτελεσµατικότερη διενέργεια διασταυρωτικών ελέγχων η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. προχωρεί µηνιαία σε διασταυρώσεις µε τα µητρώα του Εθνικού Συστήµατος Πληρωµών Συντάξεων, του ΑΜΚΑ και της ΓΓΠΣ προκειµένου:

α. να ενηµερώνονται όλα τα Ταµεία για παραβατική συµπεριφορά συνταξιούχων τους που έχει εντοπιστεί σε άλλο Ταµείο,

β. να παρέχονται στις αρµόδιες αρχές όλα τα αρχεία εντοπισµού των παραβατών και στοιχειοθεσίας των παραβάσεων.

Στο άρθρο 4 προβλέπονται, για την εξυπηρέτηση του υπηρεσιακού έργου των εµπλεκόµενων φορέων, στοχευµένες τροποποιήσεις στο ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων». Καταρχήν προστίθεται άρθρο 8Α αναφορικά µε το Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων στο οποίο έχουν πρόσβαση διαπιστευµένοι χρήστες. Οι ληξιαρχικές πράξεις τυπώνονται αποκλειστικά από το παραπάνω Πληροφοριακό Σύστηµα και φέρουν χαρακτηριστικό ασφαλείας. Δηλαδή, ανασχεδιάζεται επιλεγµένα η διαδικασία έκδοσης ληξιαρχικών πράξεων,

Πρόκειται για µια σηµαντική αλλαγή ουσιαστικά προάγγελο του Εθνικού Ληξιαρχείου η οποία διασφαλίζει την αλληλεπίδραση και των συστηµάτων και των πληροφοριών. Η Διεύθυνση Μηχανοργάνωσης και Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας Στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών έχει ήδη προβεί στις αναγκαίες ενέργειες και έχει κατασκευάσει τις πλατφόρµες, που θα δεχτούν τις νέες ηλεκτρονικές καταχωρήσεις των ληξιάρχων.

Στο άρθρο αυτό γίνονται στη συνέχεια και όλες οι αναγκαίες προσθήκες έτσι ώστε να καταστεί απόλυτα σαφές σε όλους, ότι εφεξής όλες οι ληξιαρχικές πράξεις και οι συναφείς µεταβολές περιέχουν υποχρεωτικά πέραν του ονοµατεπωνύµου και το ΑΜΚΑ και ΑΦΜ των υφισταµένων την µεταβολή.

Στο γάµο διατηρείται η υποχρέωση των µελλονύµφων να καταβάλλουν το ειδικό παράβολο –που αναβαθµίζεται σε ηλεκτρονικόκαθώς και η υποχρέωση να δηλώσουν τον γάµο τους µετά την τέλεση του στο ληξιαρχείο. Εφόσον προβούν στην ενέργεια αυτή, το σύστηµα του Υπουργείου Εσωτερικών θα µπορέσει να ταιριάξει τις δύο πληροφορίες – ήτοι την έκδοση του ειδικού παραβόλου και την δήλωση του γάµου και να κλείσει συνολικά η πληροφόρηση ανάµεσα στους συνεργαζόµενους φορείς (ΓΓΠΣ ΗΔΙΚΑ –Ληξιαρχεία). Ανεξάρτητα όµως από την ενέργεια ή µη των µελλονύµφων και προς αποφυγή «κενών» στη διαδικασία µε το νόµο αυτό όπως αναφέρθηκε δίνεται η δυνατότητα στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ να σταµατήσει την καταβολή των παροχών που συνδέονται µε τη διατήρηση της πρότερης οικογενειακής κατάστασης

Στο διαζύγιο µέχρι σήµερα είχε παρατηρηθεί η κακή πρακτική να µην δηλώνεται αυτό στα ληξιαρχεία από τους διαζευγµένους για να συνεχίσουν να απολαµβάνουν των προνοµίων που συνδέονται µε την έγγαµη κατάσταση. Συχνές ήταν µάλιστα οι περιπτώσεις, που ενώ
είχαν τελέσει και δεύτερο γάµο λάµβαναν παροχές από τον πρώην σύζυγο. Αυτή η εκτροπή σταµατάει οριστικά, καθώς προβλέπεται πλέον ότι το πιστοποιητικό αµετακλήτου της απόφασης λύσης του γάµου –που είναι και το πιο ισχυρό πιστοποιητικό που απαιτείται να επιδεικνύεται µαζί µε τη δικαστική απόφαση για να παράγει πλήρη αποτελέσµατα το διαζύγιο– δεν θα παράγει κανένα έννοµο αποτέλεσµα αν δεν επιδεικνύεται προηγούµενα στον αρµόδιο ληξίαρχο, ο οποίος και θα επισηµειώνει στο «σώµα» του ότι καταχωρήθηκε (το διαζύγιο) στο ηλεκτρονικό σύστηµα στο πεδίο των παρατηρήσεων της ληξιαρχικής πράξης γάµου.

Στο σύµφωνο συµβίωσης ήδη προβλέπεται ότι αυτό καταρτίζεται και υποχρεωτικά κατατίθεται από τον συµβολαιογράφο στο ληξιαρχείο (άρθρο 1 εδάφιο β΄ του ν. 3719/ 2008). Αυτό µάλιστα συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση όρο για την έναρξη ισχύος του.

Αντίστοιχα και για τη λύση του ο νοµοθέτης έχει προβλέψει ότι προϋπόθεση της ισχύος της είναι η κατάθεση της στον ληξίαρχο.

Με το δεδοµένο αυτό η µόνη αναγκαία παρέµβαση ήταν η πρόβλεψη µιας οιονεί ληξιαρχικής πράξης για το σύµφωνο συµβίωσης στην οποία υποχρεωτικά αναγράφονται µεταξύ άλλων και οι ΑΜΚΑ και ΑΦΜ των συµβαλλόµενων. Εγγυητές στην τήρηση της όλης διαδικασίας στο σύµφωνο συµβίωσης είναι οι συµβολαιογράφοι, που µε τις ειδικές γνώσεις τους, το κύρος, την ιδιότητα του άµισθου δηµόσιου λειτουργού αλλά και τον θεσµοθετηµένο τους ρόλο ως εκείνων που καταρτίζουν το σύµφωνο συµβίωσης και κατά κανόνα και τη λύση αυτού, θα µεταφέρουν την αναγκαία πληροφορία στον ληξίαρχο και εκείνος µε τη σειρά του στην ΓΓΠΣ και στην ΗΔΙΚΑ.

Στο θάνατο µέχρι σήµερα παρατηρούνταν συχνά µεθοδεύσεις για να µπορεί να τελεστεί η ταφή χωρίς να έχουν δοθεί τα προβλεπόµενα από την υφιστάµενη νοµοθεσία στοιχεία. Στη συνέχεια είτε δεν υπήρχε ενδιαφέρον από τους συγγενείς να προσκοµίσουν τα σχετικά στοιχεία είτε εσκεµµένα απεφεύγετο η προσκόµιση, προκειµένου να αντληθούν οφέλη όπως η συνέχιση λήψης των συντάξεων, η υπερσυνταγογράφηση στο ΑΜΚΑ του θανόντα κ.λπ.. Σε κάθε περίπτωση, το ασφαλιστικό σύστηµα καθίστατο «τυφλό» απέναντι στο γεγονός του θανάτου και καθυστερούσε η διαδικασία διακοπής της σύνταξης του θανόντα. Με τις προτεινόµενες ρυθµίσεις αναστέλλεται κάθε δυνατότητα εσκεµµένης ή ακούσιας παραβατικότητας. Η άδεια ταφής καταργείται και πλέον δεν επιτρέπεται ο ενταφιασµός προσώπου χωρίς την προσκόµιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου, στην οποία όπως προαναφέρθηκε υποχρεωτικά θα πρέπει να υπάρχει το ΑΜΚΑ και το ΑΦΜ και επί της οποίας αναφέρεται ο ακριβής τόπος ενταφιασµού, καθώς και η ηµεροµηνία και η ώρα αυτού.

Η µη δήλωση των ληξιαρχικών µεταβολών ή η καθυστερηµένη δήλωση τους επιφέρει αυξηµένα σε σχέση µε το παρελθόν πρόστιµα στους παραβάτες.

Παράλληλα θεσπίζεται και η απόδοση ευθύνης σε υπαλλήλους του Δήµου που παραλείπουν να προβούν στην έκδοση ληξιαρχικής πράξης ή εκδίδουν αυτήν κατά παράβαση των κείµενων διατάξεων. Ειδικότερα καταλογίζεται σε βάρος τους το ποσό που ζηµιώνεται εξαιτίας της συµπεριφορά τους ο ασφαλιστικός οργανισµός ή γενικά το Ελληνικό Δηµόσιο.

Με τα άρθρα 5 έως 8 γίνονται οι αναγκαίες µεταβολές στο υφιστάµενο θεσµικό πλαίσιο αρµοδιότητας του υπουργείου εσωτερικών προκειµένου να καταστεί συµβατό µε τις προαναφερθείσες αλλαγές.

Ειδικότερα µε το άρθρο 5 αντικαθίσταται η παράγραφος 8 του κεφαλαίου ΙΙ του άρθρου 75 του ν. 3463/2006 (Α΄ 114) καθώς όπως προαναφέρθηκε καταργήθηκε η άδεια ταφής.

Για τον ίδιο λόγο µε το άρθρο 6 αντικαθίσταται η περίπτωση στ΄ του άρθρου 82 του ν. 3852/2010.

Με το άρθρο 7 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εσωτερικών προκειµένου, παράλληλα µε το πληροφοριακό σύστηµα και την ηλεκτρονική καταχώρηση, να καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος τήρησης των ληξιαρχικών βιβλίων των Δήµων, οι οποίοι διαθέτουν Πληροφοριακό Σύστηµα, ανεξάρτητα από τον αριθµό των προς καταχώρηση ληξιαρχικών γεγονότων.

Τέλος µε το άρθρο 8 προβλέπεται η κατάργηση των περιπτώσεων 1, 2 και 3 της παραγράφου στ΄ του άρθρου 4 του ν. 344/1976, της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του ν. 344/1976, των άρθρων 36 και 37 του ν. 344/1976, της περίπτωσης β΄ του άρθρου 48 και της παράγραφου 2 του άρθρου 81 του ν. 3996/2011 (Α΄170), καθώς οι διατάξεις αυτές έρχονται σε αντίθεση µε το νέο σύστηµα που αναλύθηκε διεξοδικά ανωτέρω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΑΥΣΤΗΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ, ΤΟΥ ΕΟΠΥΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Γενικό µέρος:

Η αυστηροποίηση της αντιµετώπισης των παραβατικών συµπεριφορών υπαλλήλων του δηµόσιου και ευρύτερου δηµόσιου τοµέα που στρέφονται κατά του ασφαλιστικού συστήµατος της χώρας εν γένει, αποτελεί τοµή στο ισχύον νοµικό πλαίσιο. Ενδυναµώνεται έτσι ο κρατικός µηχανισµός µε µια διαδικασία πειθαρχικής αντιµετώπισης παραβατικών συµπεριφορών δηµοσίων υπαλλήλων, η οποία µε το πλεονέκτηµα της ταχύτητας και αυστηρότητας, θα προστατεύει άµεσα και σθεναρά το δηµόσιο συµφέρον και θα διασφαλίζει τη δηµόσια περιουσία. Οι αγκυλώσεις, η βραδύτητα της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων ή ακόµη και η ατιµωρησία υπαλλήλων, που µε τις συµπεριφορές τους θίγουν το δηµόσιο συµφέρον και προκαλούν ή δύνανται να προκαλέσουν ζηµία στο ασφαλιστικό σύστηµα, αντιµετωπίζονται οριστικά µέσω του προτεινόµενου µηχανισµού, που συνιστά ένα καινοτόµο µεταρρυθµιστικό βήµα προς την κατεύθυνση του δικαίου.

Η αυστηροποίηση των ποινών και των κυρώσεων, η εξοικονόµηση πολύτιµου χρόνου, η δόµηση ενός µηχανισµού απαλλαγµένου από γραφειοκρατικά φαινόµενα ανούσιας χρονοτριβής –χωρίς όµως να αποστερείται ο διωκόµενος των συνταγµατικών του δικαιωµάτων και η άρτια οργάνωση είναι οι βασικές συνιστώσες των προτεινόµενων ρυθµίσεων. Αυτές οι ρυθµίσεις άλλωστε κρίνονται απολύτως απαραίτητες για την εξάλειψη φαινοµένων που αντιµετώπιζαν το ασφαλιστικό σύστηµα εν γένει ως «πρόσφορο χώρο παρανοµίας». Οι ορθές νοµικές ρυθµίσεις επιβάλλεται να είναι «καλοί αγωγοί» των αναγκών της κοινωνίας στην οποία απευθύνονται. Και η κοινωνία δικαιούται ένα ασφαλιστικό σύστηµα απαλλαγµένο από διάτρητες ρυθµίσεις. Στο πλαίσιο της προσπάθειας εξυγίανσης του συστήµατος που ξεκίνησε µε τις διασταυρώσεις, τις απογραφές και τους ελέγχους, εντοπίστηκαν τα κενά του. Όµως, µε το συνδυασµό αφ’ ενός της πλήρους εφαρµογής του συστήµατος «Αριάδνη» και αφετέρου της θεσµοθέτησης αυστηρότερου πλαισίου αντιµετώπισης παραβατικών συµπεριφορών εκ µέρους υπαλλήλων του δηµόσιου και ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, θωρακίζεται και εξυγιαίνεται η διοικητική διακυβέρνηση του συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα µας.

Κατ’ άρθρο:

Ειδικότερα, µε το άρθρο 9, θεσπίζεται ως ιδιώνυµο έγκληµα η µη συµµόρφωση υπαλλήλου µε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 10, 18 και 19 του νόµου αυτού. Σηµειώνεται ότι για την πλήρωση της υποκειµενικής υπόστασης του εγκλήµατος αυτού απαιτείται δόλος ενώ προβλέπεται ως «προνοµιούχος» µορφή και τιµωρείται µε µικρότερη ποινή και η τέλεση του εγκλήµατος µε αµέλεια του δράστη.

Στη δεύτερη παράγραφο αποσαφηνίζεται η παράλληλη αστική ευθύνη του υπαλλήλου µε τον ωφελούµενο ιδιώτη. Έτσι δύναται ο θιγόµενος φορέας να στραφεί µε αγωγή τόσο κατά του ιδιώτη που ωφελήθηκε παράνοµα π.χ. έλαβε παράνοµα επίδοµα αναπηρίας αλλά και κατά του υπαλλήλου που µε την παράνοµη συµπεριφορά του συνέβαλε στην ωφέλεια αυτή.

Το άρθρο 10 θεσπίζει αυτοτελή διοικητική κύρωση για τους υπαλλήλους που µε µη σύννοµη συµπεριφορά, κατά παράβαση των νοµίµων καθηκόντων τους συντέλεσαν στην παράνοµη χορήγηση επιδόµατος, σύνταξης ή οποιασδήποτε άλλης οικονοµικής παροχής µε αποτέλεσµα την πρόκληση ζηµίας σε βάρος του ασφαλιστικού συστήµατος. Ειδικότερα η σχετική κύρωση κυµαίνεται από την προσωρινή παύση ή τον προσωρινό αποκλεισµό αυτού, µέχρι την οριστική παύση ή τον αποκλεισµό από την παροχή υπηρεσιών ή την καταγγελία της σύµβασης µε τον φορέα στον οποίο ανήκει, όταν πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση ή υποτροπιάζουσες συµπεριφορές.

Επιπλέον, ο υπάλληλος βαρύνεται µε την καταβολή προστίµου ίσου µε το ύψος της οικονοµικής ζηµίας την οποία προκάλεσε στον εκάστοτε φορέα.

Για τον τρόπο επιβολής των κυρώσεων, προβλέπεται ότι εντός δυο (2) ηµερών από τη µε οποιονδήποτε τρόπο γνώση της παράνοµης πράξης ή παράλειψης, το αρµόδιο όργανο διατάσσει τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός δεκαπέντε (15) ηµερών, µε µία µόνο δυνατότητα ισόχρονης παράτασης.

Στην περίπτωση που η ΕΔΕ καταλήξει σε επαρκείς ενδείξεις ενοχής, εντός αποκλειστικής προθεσµίας επτά (7) ηµερών από τη διαβίβαση της στο αρµόδιο όργανο στο οποίο υπάγεται πειθαρχικά ο υπάλληλος, εκδίδεται η απόφαση µε την οποία επιβάλλεται η σχετική διοικητική ποινή. Κατ’ αντιστοιχία και στην περίπτωση καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, ακόµα και πρώτου βαθµού, εκδίδεται εντός της ίδιας, επταήµερης αποκλειστικής προθεσµίας από τη διαβίβαση στον ως άνω αρµόδιο, η σχετική απόφαση επιβολής της διοικητικής ποινής. Ρητώς προβλέπεται δε, ότι το πόρισµα της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και τυχόν καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ακόµα και πρώτου βαθµού κοινοποιούνται από το αρµόδιο όργανο στον Υπουργό Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και στην εποπτεύουσα αρχή. Ως εκ τούτων, σε σύντοµο χρονικό διάστηµα υφίσταται απόφαση του αρµοδίου οργάνου, αποφεύγοντας τη διαιώνιση καταστάσεων που θίγουν τόσο το κύρος όσο και την περιουσία του ασφαλιστικού συστήµατος. Στην περίπτωση µάλιστα που η σχετική ποινή αφορά ιατρό, ενηµερώνεται ο οικείος ιατρικός σύλλογος, ο οποίος καταχωρεί την ποινή στο µητρώο του ιατρού.

Σχετικά προβλέπεται ότι για την οποιαδήποτε πρόσληψη ή υπογραφή σύµβασης ιατρού µε νοσοκοµεία, ΦΚΑ, ΕΟΠΥΥ και λοιπά νοµικά πρόσωπα εποπτείας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας απαιτείται προηγούµενη βεβαίωση περί µη καταδίκης ή επιβολής σε αυτόν των προβλεποµένων στις παραγράφους 1 και 2 διοικητικών ποινών ιατρού, εκδιδόµενη από τον οικείο ιατρικό σύλλογο.

Κατά της απόφασης επιβολής διοικητικής ποινής, προβλέπεται η άσκηση δικαστικής προσφυγής, για την παραδεκτή άσκηση της οποίας απαιτείται η προηγούµενη καταβολή δικαστικού παραβόλου ποσού ίσου µε το 20% της ζηµίας του ασφαλιστικού φορέα, το οποίο δεν µπορεί να υπερβαίνει κατ’ ανώτατο όριο το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ. Το ύψος της ζηµίας προσδιορίζεται από την οικονοµική υπηρεσία του εκάστοτε θιγόµενου φορέα. Για δε την παραδεκτή άσκηση ενδίκου µέσου κατά της απορριπτικής απόφασης επί της προσφυγής του πρώτου εδαφίου, ο υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλλει στον θιγόµενο ασφαλιστικό φορέα ποσό ίσο µε το 50% της ζηµίας αυτού.

Η προθεσµία άσκησης ενδίκων βοηθηµάτων και µέσων κατά των πράξεων αυτών δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, ενώ στην περίπτωση χορήγησης δικαστικής αναστολής, προβλέπεται η δυνατότητα αφαίρεσης συγκεκριµένων αρµοδιοτήτων από το πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η ποινή. Με αυτόν τον τρόπο, προασπίζεται ο αρµόδιος φορέας κατά το µεσοδιάστηµα και µέχρι να υπάρξει οριστική κρίση επί της υποθέσεως, αποφεύγοντας φαινόµενα που καθιστούσαν τον κρατικό µηχανισµό ευάλωτο, βραδύ και ανυπεράσπιστο.

Σηµειώνεται ότι η προβλεπόµενη διαδικασία είναι ανεξάρτητη και αυτόνοµη από άλλη ποινική ή πειθαρχική διαδικασία και ως εκ τούτου δε χωρεί αναβολή της, λόγω άλλης ποινικής ή πειθαρχικής εκκρεµότητας. Εφόσον δε, εκδοθεί αµετάκλητη αθωωτική απόφαση επί της εν λόγω πράξης ή παράλειψης του υπαλλήλου, αυτός αποκαθίσταται πλήρως από τον αρµόδιο φορέα.

Στο πλαίσιο µάλιστα της ταχείας εκκαθάρισης των υποθέσεων αυτών, όταν οι πράξεις συνιστούν πληµµελήµατα, προβλέπεται στο άρθρο 11, η ανάλογη εφαρµογή της συνοπτικής διαδικασίας των άρθρων 418 και 424 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, ενώ όταν συνιστούν κακουργήµατα, εφαρµόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ν. 4022/2011.

Περαιτέρω, στο άρθρο 12 ορίζεται ότι, τόσο η παράλειψη επιβολής των σχετικών διοικητικών ποινών όσο και η
µη διενέργεια ή η καθυστέρηση διενέργειας ΕΔΕ, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και στην εκάστοτε εποπτεύουσα αρχή του πορίσµατος της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή τυχόν καταδικαστικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου συνιστούν παράβαση καθήκοντος και τιµωρούνται κατά τα οριζόµενα στον ΠΚ. Με τον τρόπο αυτόν θα αποτραπούν λογικές συγκάλυψης και θα ενισχυθεί το κύρος και η διαφάνεια στα ασφαλιστικά ταµεία.

Εν όψει των ανωτέρω, δηµιουργείται ένα ισχυρό πλέγµα νοµικού πλαισίου, και ένα στεγανό σύστηµα παράλληλα µε την υφιστάµενη νοµοθεσία που οδηγεί στην αποτελεσµατική προστασία του ασφαλιστικού συστήµατος, τη δραστική καταπολέµηση φαινοµένων παραβατικότητας και την αποτροπή τέλεσης παρόµοιων πράξεων. Πλέον αποκλείεται κάθε δυνατότητα να αξιοποιηθούν παρελκυστικές µέθοδοι, οι οποίες στο παρελθόν οδηγούσαν ουσιαστικά στην ατιµωρησία και στερούσαν στον εκάστοτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης τη δυνατότητα να αποµακρύνει εκείνον τον υπάλληλο που το ζηµιώνει.

Τέλος, µε το άρθρο 13 νοµιµοποιείται όπως το Ελληνικό Δηµόσιο και ο αρµόδιος φορέας, παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες στις ανωτέρω δίκες. Η διάταξη αυτή κρίνεται ιδιαίτερα σηµαντική καθώς διασφαλίζει τη βασιµότητα και το παραδεκτό της άσκησης της πολιτικής αγωγής του Ελληνικού Δηµοσίου κ.λπ., καθώς προβλέπει ότι αυτή δύναται να ασκηθεί παραδεκτά – σε αυτήν την περίπτωση για την υποστήριξη της κατηγορίαςακόµα και στην περίπτωση που δεν υπάρχει ζηµία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ

Γενικό µέρος:

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου 3 αποσκοπούν στην ενίσχυση της ελεγκτικής αποτελεσµατικότητας του Σώµατος Επιθεωρητών Εργασίας και των άλλων ελεγκτικών οργάνων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ιδίως ως προς την καταπολέµηση της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής.

Η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία είναι επιβραδυντικός και στρεβλωτικός παράγοντας της οικονοµίας. Μειώνει τα δηµόσια έσοδα, αποδυναµώνει το ασφαλιστικό σύστηµα, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισµό µεταξύ των επιχειρήσεων υπονοµεύει τη δυνατότητα σχεδιασµού αποτελεσµατικών πολιτικών και, κυρίως, παραβιάζει βασικά δικαιώµατα των εργαζοµένων. Αποτελεί ουσιαστικά
«οικονοµικό και κοινωνικό έγκληµα».

Με τις διατάξεις του κεφαλαίου θεσµοθετείται – ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ευρείας και συστηµατικής παραβατικότητας η συνδροµή της Υπηρεσίας Οικονοµικής Αστυνοµίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) στο ελεγκτικό έργο του ΣΕΠΕ και της ΕΥΠΕΑ.

Η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι µια υπηρεσία µε καταγεγραµµένες ήδη σηµαντικές επιτυχίες στο ελεγκτικό της έργο και διαθέτει εξελιγµένες οργανωτικές ικανότητες που θα αποτελέσουν πολύτιµο αρωγό στο ελεγκτικό πεδίο της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας, στο πλαίσιο των νέων αρµοδιοτήτων που αποκτά µε την παρούσα ρύθµιση.

Στην ίδια γενικότερη κατεύθυνση, δηλαδή την καταπολέµηση της εισφοροδιαφυγής και της φοροδιαφυγής, συµβάλλουν οι λοιπές ρυθµίσεις του κεφαλαίου, όπως η καθιέρωση ασφαλιστικού πιστοποιητικού για τις µεγάλες επιχειρήσεις και ο στοχευµένος εντοπισµός περιπτώσεων αδήλωτης απασχόλησης ατόµων που λαµβάνουν ταυτόχρονα επίδοµα ανεργίας (π.χ. ύστερα από εικονική καταγγελία της σύµβασης εργασίας τους).

Κατ’ άρθρο:

Ειδικότερα, όσον αφορά τις προτεινόµενες ρυθµίσεις, στο άρθρο 14 προβλέπεται η αρµοδιότητα της Υπηρεσίας Οικονοµικής Αστυνοµίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) να προβαίνει σε ελέγχους σχετικά µε την ανασφάλιστη και την αδήλωτη εργασία.

Στο άρθρο 15 διασφαλίζεται ο ανωτέρω ρόλος της ΥΠΟΑΔΗΕ καθώς ρυθµίζεται η υποχρέωση επίδειξης των σχετικών εγγράφων και στοιχείων και στα όργανα της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε., η οποία µετά το πέρας του ελέγχου θα αποστέλλει τη σχετική έκθεση ελέγχου στις αρµόδιες για την επιβολή των κυρώσεων υπηρεσίες.

Περαιτέρω, στο άρθρο 16 προβλέπεται η επέκταση του αντικειµένου της αποστολής της Υποδιεύθυνσης Οικονοµικής Αστυνοµίας ώστε να συµπεριλάβει και την καταπολέµηση της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής.

Τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα (π.χ. ΣΕΠΕ , ΕΥΠΕΑ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) κατά την εκτέλεση του ανατεθειµένου σε αυτά έργου, διαπιστώνουν τη σε µεγάλη έκταση εισφοροδιαφυγή στη χώρα µας, που οδηγεί αναπόδραστα στην απώλεια οικονοµικού κεφαλαίου, ζωτικής σηµασίας για τα ασφαλιστικά ταµεία.

Ως εκ τούτου, για την καταπολέµηση του φαινοµένου αυτού, είναι αναγκαία η λήψη µέτρων, προκειµένου οι ασφαλιστικοί οργανισµοί να µπορούν να ανταποκρίνονται στην κοινωνική τους αποστολή.

Στην κατεύθυνση αυτή µε το άρθρο 17, προτείνεται η θεσµοθέτηση του πιστοποιητικού ασφαλιστικής συµµόρφωσης ως µέτρου διαρθρωτικού χαρακτήρα για την αντιµετώπιση του προβλήµατος της εισφοροδιαφυγής. Το ασφαλιστικό πιστοποιητικό συνδέεται µε το ήδη θεσπισµένο φορολογικό. Νόµιµοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία, εγγεγραµµένοι στο δηµόσιο µητρώο του ν. 3698/2008 που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυµες εταιρείες, και εταιρείες περιορισµένης ευθύνης και στις οποίες χορηγείται, σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994 όπως ισχύει, φορολογικό πιστοποιητικό, υποχρεούνται και στην έκδοση ασφαλιστικού πιστοποιητικού (Πιστοποιητικό Ασφαλιστικής Συµµόρφωσης). Το ασφαλιστικό πιστοποιητικό χορηγείται µετά από ειδικό έλεγχο που πραγµατοποιείται σύµφωνα µε πρόγραµµα ελέγχου / ερωτηµατολογίου που εκδίδεται εντός τριών µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µετά από γνώµη της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Στην περίπτωση που οι Νόµιµοι Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία διαπιστώνουν παραβάσεις, χορηγούν πιστοποιητικό µε παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται εντός τριών µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, ύστερα από εισήγηση της ΕΛΤΕ, καθορίζονται το αντικείµενο του ελέγχου αυτού, το περιεχόµενο του ασφαλιστικού πιστοποιητικού, ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής του, οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους υπόχρεους που δεν αναθέτουν την έκδοση του πιστοποιητικού ασφαλιστικής συµµόρφωσης, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση έκδοσης του πιστοποιητικού, ο τρόπος και το ύψος της αµοιβής, η οποία δεν µπορεί να είναι δυσανάλογη του παρεχόµενου έργου και κάθε άλλο σχετικό θέµα. Οι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία διώκονται και τιµωρούνται για κάθε παράλειψη των υποχρεώσεών τους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις που
διέπουν το έργο των νοµίµων ελεγκτών.

Επισηµαίνεται τέλος ότι µε τη ρύθµιση αυτή ουσιαστικά ενισχύεται σηµαντικά ο ελεγκτικός µηχανισµός του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και επιτυγχάνεται η διασφάλιση και η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών.

Στο άρθρο 18 προβλέπεται η υποχρέωση της ΗΔΙΚΑ να ενηµερώνει την ΓΓΠΣ για την φορολογητέα ύλη κάθε µορφής σύνταξης µε στόχο την καταπολέµηση γραφειοκρατίας και της φοροδιαφυγής.

Στις 21.12.2012 η χώρα µας απέκτησε για πρώτη φορά ηλεκτρονική ψηφιακή βάση συντάξεων και συνταξιούχων µε έδρα την ΗΔΙΚΑ ΑΕ. Με αυτή τη ψηφιακή βάση, η οποία δηµιουργήθηκε µε ίδιες δυνάµεις της ΗΔΙΚΑ ΑΕ, είναι πλέον γνωστός µε ακρίβεια ο αριθµός του συνόλου των συνταξιούχων και συντάξεων που αποδίδει το σύστηµα κοινωνικής ασφάλισης.

Οι διαστάσεις και συνέπειες του επιτεύγµατος αυτού είναι πολλαπλές, καθώς αυτό επέτρεψε όχι µόνο την άµεση δηµοσιονοµική προσαρµογή στον τοµέα των συντάξεων σύµφωνα µε το µεσοπρόθεσµο, αλλά επιπλέον γνωρίζοντας των ακριβή αριθµό συντάξεων και συνταξιούχων είναι πλέον εφικτό να αναπτυχθούν ασφαλιστικές πολιτικές στοχευµένες και απόλυτα µετρήσιµες.

Ο µηχανισµός αυτός ουσιαστικά αποτελεί το κατώφλι και την τεχνική προϋπόθεση του συστήµατος Αριάδνη, που όπως προαναφέρθηκε αποτελεί το κρίσιµο θεσµικό εργαλείο για την πάταξη της παραβατικότητας στα ασφαλιστικά ταµεία.

Επιπλέον, από 1.7.2013 η ΗΔΙΚΑ ΑΕ µετατρέπεται σε ενιαία αρχή πληρωµής συντάξεων γεγονός, που συµβάλλει στη διαφάνεια και στην ταχύτερη απονοµή των συντάξεων, καθώς συνδέεται µε το σύστηµα ΔΙΑΣ.

Με την θεσπιζόµενη διάταξη για πρώτη φορά και από εδώ και στο εξής η ΗΔΙΚΑ ΑΕ µέχρι το τέλος Ιανουαρίου του επόµενου της καταβολής έτους υποχρεούται να µεταφέρει ηλεκτρονικά το σύνολο της φορολογητέας ύλης κάθε µορφής σύνταξης ανά συνταξιούχο στη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων.

Η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων µε τη σειρά της, σε εύλογο χρόνο από τη λήψη της πληροφορίας της παραγράφου 1 προβαίνει υποχρεωτικά στη προσυµπλήρωση της ηλεκτρονικής φορολογικής δήλωσης συνταξιούχων φορολογουµένων στη βάση των στοιχείων, που της διαβιβάστηκαν από την ΗΔΙΚΑ ΑΕ.

Με τη διάταξη αυτή δεν θα αποστέλλονται πλέον ετήσια εκκαθαριστικά των συντάξεων σε κανένα συνταξιούχο καθώς τα σχετικά ποσά θα εµφανίζονται προσυµπληρωµένα στην ηλεκτρονική δήλωση κάθε συνταξιούχου. Το όφελος από τη θεσπιζόµενη εφαρµογή είναι ιδιαίτερα µεγάλο για τα ασφαλιστικά ταµεία καθώς δηµιουργεί σηµαντικές εξοικονοµήσεις δαπανών λόγω της µη αποστολής εκατοµµυρίων εκκαθαριστικών κάθε χρόνο. Έτσι εξοικονοµούνται ανθρώπινοι πόροι, καταπολεµάται η γραφειοκρατία αλλά προκύπτει και ένα τεράστιο όφελος από τον περιορισµό της φοροδιαφυγής, που έχει διαπιστωθεί (από πρόσφατες ηλεκτρονικές διασταυρώσεις) σε συνταξιούχους λόγω της ανακριβούς δήλωσης των εσόδων από τις συντάξεις.

Επίσης, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης µε ευθύνη των διοικητών ή των προέδρων τους υποχρεούνται να κοινοποιήσουν στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ ηλεκτρονικό αρχείο µε τα πλήρη στοιχεία των µη απογραφέντων, κατά τις απογραφές των ετών 2011, 2012 και 2013, συνταξιούχων και το µηνιαίο ποσό της σύνταξης αυτών καθώς και τα στοιχεία των συνταξιούχων, οι οποίοι έλαβαν χωρίς να δικαιούνται επίδοµα, σύνταξη ή οποιαδήποτε άλλη οικονοµική παροχή. Εντός ενός µηνός από την κοινοποίηση των στοιχείων αυτών η αρµόδια υπηρεσία της ΗΔΙΚΑ Α.Ε. υποχρεούται να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την αναστολή της καταβολής των πάσης φύσεως οικονοµικών παροχών και συντάξεων. Ταυτόχρονα προβαίνει και στην άµεση αναστολή της δυνατότητας ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τον ΑΜΚΑ του συνταξιούχου της παραγράφου 3 και ενηµερώνει τον ΕΟΠΥΥ. Τα στοιχεία των συνταξιούχων αυτών καταχωρούνται, αµέσως µετά την αναστολή της καταβολής, σε ηλεκτρονική βάση δεδοµένων µε τον όρο «Μητρώο Παραβατικότητας»που δηµιουργείται και λειτουργεί ειδικά προς το σκοπό αυτό στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ.

Επιπλέον, για πρώτη φορά από 1.3.2013 τίθεται ως υποχρεωτικό περιεχόµενο της συνταξιοδοτικής πράξης ο ΑΜΚΑ και ΑΦΜ. Ειδικότερα προβλέπεται ότι στην απόφαση συνταξιοδότησης µε ευθύνη του υπογράφοντος αυτήν οργάνου αναγράφεται υποχρεωτικά ο Αριθµός Φορολογικού Μητρώου και ο Αριθµός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης του δικαιούχου και του συζύγου αυτού εφόσον είναι έγγαµος.
Η πρόβλεψη αυτή κρίθηκε αναγκαία καθώς χωρίς την αναγραφή ΑΜΚΑ και ΑΦΜ ήταν δυσχερής η διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων. Η ρύθµιση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο του εξορθολογισµού, της χρηστής διοίκησης και του εκσυγχρονισµού του ασφαλιστικού συστήµατος µε τη διευρυµένη εφαρµογή σύγχρονων ηλεκτρονικών πληροφοριακών συστηµάτων.

Η ρύθµιση του άρθρου 19 συµπληρώνει το πλέγµα κυρώσεων στην ειδική περίπτωση αδήλωτης εργασίας, στην οποία ο απασχολούµενος λαµβάνει ταυτόχρονα επίδοµα ανεργίας. Καταρχάς η διάταξη θεσπίζει υποχρέωση του ΣΕΠΕ να ενηµερώνει άµεσα τον Ο.Α.Ε.Δ. για περιπτώσεις που αφορούν στην απασχόληση, µε οποιαδήποτε µορφή, εργαζοµένου που δεν έχει δηλωθεί νοµί-
µως από τον εργοδότη στις αρµόδιες αρχές, προκειµένου – µέσω διασταυρώσεων – να διαπιστωθεί εάν ο παραπάνω εργαζόµενος λαµβάνει επίδοµα ανεργίας, λόγω καταγγελίας ή λήξης σύµβασης εργασίας στον ίδιο ή άλλο εργοδότη. Επιπλέον, η διάταξη ορίζει ότι, πέραν των προβλεποµένων στο άρθρο 25 του ν. 3996/2011 και πάντως σύµφωνα µε τη διαδικασία του άρθρου 24 του ίδιου νόµου, επιβάλλεται στον εργοδότη πρόστιµο 3.000 ευρώ για κάθε επιδοτούµενο άνεργο που απασχολεί. Το πρόστιµο αυξάνεται στις 5.000 ευρώ, εάν ο παράνοµα απασχολούµενος λαµβάνει επίδοµα ανεργίας, λόγω καταγγελίας σύµβασης εργασίας από τον ίδιο εργοδότη, καθώς η περίπτωση αυτή υποκρύπτει εικονικότητα της παραπάνω καταγγελίας σύµβασης. Κατά της πράξης επιβολής προστίµου µπορεί να ασκηθεί προσφυγή, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 24 του ν. 3996/2011 και 27 παρ. 8 του ν. 2961/54.

Στο άρθρο 20, διασφαλίζεται η κινητή περιουσία των Επιθεωρητών Εργασίας σε περιπτώσεις δολιοφθοράς. Σε περίπτωση που η κινητή περιουσία ζηµιώνεται ή καταστρέφεται εν όλω ή εν µέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή εξ αφορµής αυτής δικαιούνται αποζηµίωσης από το Ελληνικό Δηµόσιο. Αν το αντικείµενο που καταστράφηκε ή υπέστη ζηµιές ήταν ασφαλισµένο, αξίωση αποζηµίωσης κατά του Δηµοσίου υπάρχει µόνο για το επιπλέον της ασφαλιστικής αποζηµίωσης ποσό. Υποκατάσταση της ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας στα δικαιώµατα του ασφαλισµένου για το καταβληθέν ποσό του ασφαλίσµατος αποκλείεται. Επίσης, απαλείφεται η υποχρέωση αναγραφής διοικητικών κυρώσεων στα τυποποιηµένα δελτία κατά την διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου, επειδή οι διοικητικές κυρώσεις προτείνονται και επιβάλλονται από τον αρµόδιο Επιθεωρητή Εργασίας µετά την προσκόµιση γραπτών εξηγήσεων και ζητηθέντων στοιχείων (ή µετά την άπρακτη παρέλευση της σχετικής προθεσµίας παροχής αυτών) από την πλευρά του ελεγχόµενου.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΤΟΝ Ο.Α.Ε.Δ. ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕΠΕ

Η διάταξη του άρθρου 21 προτείνεται λόγω της έλλειψης προσωπικού σε υπηρεσίες του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), η οποία συντελεί στην αδυναµία λειτουργίας τους και εκπλήρωσης του σκοπού για το οποίο συνεστήθησαν. Με τη δυνατότητα αναστολής λειτουργίας οργανικών µονάδων του Σ.ΕΠ.Ε και τροποποιήσεως της κατά τόπον αρµοδιότητας τους, οι αρµοδιότητες τους δύνανται να µεταφέρονται σε άλλες υπηρεσίες ιδίου επιπέδου, προκειµένου να συνεχιστεί η λειτουργία του έργου του Σ.ΕΠ.Ε..

Το άρθρο 22 σκοπό έχει τη συµπλήρωση και τροποποίηση του άρθρου 68 ν. 3863/2010, προκειµένου να ενισχυθεί ο προληπτικός έλεγχος της φερεγγυότητας και αξιοπιστίας των υποψήφιων αναδόχων από την εκάστοτε αναθέτουσα αρχή, ούτως ώστε να αποκλείονται εξαρχής από την σύναψη της δηµόσιας σύµβασης οι υποψήφιοι οι οποίοι έχουν διαπράξει στο πρόσφατο παρελθόν σοβαρό επαγγελµατικό παράπτωµα. Ο αποκλεισµός υποψηφίου από την συµµετοχή στην δηµόσια σύµβαση λόγω διαπιστωµένης τέλεσης σοβαρού επαγγελµατικού παραπτώµατος αποτελεί ρητή επιταγή του κοινοτικού δικαίου και προβλέπεται στο άρθρο 45 παρ. 2 στοιχείο δ΄ της οδηγίας 2004/18/ΕΚ «περί συντονισµού των διαδικασιών σύναψης συµβάσεων έργων, προµηθειών και υπηρεσιών», όπως η ανωτέρω οδηγία τροποποιήθηκε µεταγενέστερα από τις οδηγίες 2005/51/ΕΚ και 2005/75/ΕΚ. Η εν λόγω κοινοτική οδηγία µεταφέρθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη µε το π.δ. 60/2007, το άρθρο 43 παρ. 2 στοιχείο δ΄ του οποίου προβλέπει ότι: «2. Κάθε οικονοµικός φορέας µπορεί να αποκλείεται από τη συµµετοχή στην σύµβαση όταν: γ) Έχει καταδικαστεί βάσει δικαστικής απόφασης που έχει ισχύ δεδικασµένου, σύµφωνα µε τις διατάξεις της χώρας όπου εκδόθηκε η απόφαση, και η οποία διαπιστώνει αδίκηµα σχετικό µε την επαγγελµατική διαγωγή του. δ) Έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελµατικό παράπτωµα συναφές µε το αντικείµενο του διαγωνισµού ή σε σχέση µε την επαγγελµατική του ιδιότητα που αποδεδειγµένως διαπιστώθηκε µε οποιοδήποτε µέσο διαθέτει η αναθέτουσα αρχή».

Επισηµαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο εφαρµογής της οδηγίας 2004/18/ ΕΚ, αποδίδει µεγάλη βαρύτητα στην επιλογή αναδόχων από τις αναθέτουσες αρχές αφού ληφθούν υπόψη κοινωνικά κριτήρια, όπως είναι η αποδεδειγµένη συµµόρφωση του αναδόχου προς την εργατική και κοινωνικοασφαλιστική νοµοθεσία. Στον Οδηγό που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Οκτώβριο 2010 αναφορικά µε την λήψη υπόψη κοινωνικών κριτηρίων κατά την σύναψη δηµοσίων συµβάσεων (“BuyingSocial: A GuidetoTaking Accountof Social Considerationsin Public Procurement”) αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «Οι υποψήφιοι αποκλείονται, υπό ορισµένες προϋποθέσεις, από την σύναψη δηµοσίων συµβάσεων, εφόσον τους έχει καταλογιστεί προηγούµενο παράπτωµα, προκειµένου να αποτραπεί η σύναψη δηµοσίων συµβάσεων µε υποψηφίους οι οποίοι δεν κατάφεραν να επιτύχουν συγκεκριµένο πρότυπο κοινωνικής συµπεριφοράς» (σελ. 20 προαναφερθέντος Οδηγού). Περαιτέρω, υπογραµµίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι οι αναθέτουσες αρχές, οι οποίες διαχειρίζονται δηµόσια κονδύλια, είναι υπεύθυνες για την επίτευξη της µέγιστης αξίας των υπηρεσιών που προµηθεύονται µε τα χρήµατα που προκύπτουν από την φορολογία των πολιτών (bestvalueformoney). H µέγιστη αξία των προµηθευόµενων υπηρεσιών περιλαµβάνει οπωσδήποτε κοινωνικές παραµέτρους (τήρηση της εργατικής νοµοθεσίας, κλπ.), αφού η σύναψη σύµβασης µε φερέγγυο και κοινωνικά υπεύθυνο ανάδοχο προδιαγράφει την οµαλή εκτέλεση της σύµβασης και την αυξηµένη ωφέλεια του δηµοσίου, το οποίο «αγοράζει» υπηρεσίες της µέγιστης δυνατής ποιότητας για τους πολίτες, µέσα στις προδιαγραφές που θέτει µε την προκήρυξη. Όπως δε επισηµαίνει ο Συνήγορος του Πολίτη µε το υπ’ αριθµ. 1057/7.4.2009 έγγραφό του, η τυχόν επιλογή εκ µέρους ενός δηµόσιου φορέα να αναθέσει µε δηµόσια σύµβαση ορισµένο έργο ή υπηρεσία σε ιδιώτη ανάδοχο, δεν απαλλάσσει τον πρώτο από την ιδιαίτερη υποχρέωσή του να µεριµνά για το σεβασµό και την προστασία των δικαιωµάτων όλων των εµπλεκοµένων, κατ’ εξοχήν δε των εργαζοµένων, ούτε του επιτρέπει να µετακυλύει εξ ολοκλήρου την ευθύνη στους γενικούς µηχανισµούς ελέγχου. Αντίθετα, η επιλογή της ανάθεσης εξειδικεύει το γενικό καθήκον µέριµνας για το σεβασµό των δικαιωµάτων σε ειδική υποχρέωση να µεριµνά η ίδια η αναθέτουσα αρχή για την αποτελεσµατική τήρηση των προστατευτικών των δικαιωµάτων διατάξεων, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή τόσο κατά το στάδιο της συµµετοχής στο διαγωνισµό και της αξιολόγησης των προσφορών, όσο και κατά το στάδιο της εκτέλεσης και της παραλαβής του έργου.

Με το άρθρο 23 αντικαθίσταται το άρθρο 3 του ν. 3996/2011, το οποίο διακρίνεται πλέον σε δύο κεφάλαια: «Α. Συµφιλιωτική Διαδικασία» και «Β. Επίλυση Εργατικών Διαφορών».

Α. Συµφιλιωτική διαδικασία

Η αντικατάσταση του άρθρου 3 του ν. 3996/2011 κρίθηκε επιβεβληµένη, προκειµένου να διαχωριστεί και να οριοθετηθεί η διαδικασία της συµφιλίωσης από την διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών. Δηλαδή, ενώ στην συµφιλιωτική διαδικασία τα ενδιαφερόµενα µέρη προσέρχονται και συµµετέχουν οικειοθελώς, στην διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών η προσέλευση των µερών και η προσκόµιση των αιτηθέντων από τον Επιθεωρητή Εργασίας στοιχείων είναι υποχρεωτική, και τυχόν παραβίαση της σχετικής υποχρέωσης επισύρει διοικητικές κυρώσεις. Η συµφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήµατος από τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζοµένων ή τις οργανώσεις των εργοδοτών, ή από τον εργοδότη ατοµικά. Εποµένως, το αίτηµα διεξαγωγής συµφιλιωτικής διαδικασίας δεν µπορεί να υποβληθεί από µεµονωµένο εργαζόµενο, ή οµάδα εργαζοµένων χωρίς συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Αντικείµενο της συµφιλιωτικής διαδικασίας µπορεί να είναι οποιοδήποτε θέµα προκαλεί διένεξη ή διαφωνία µε αφορµή την σχέση εργασίας, κι αν ακόµα δεν αποτελεί αντικείµενο συλλογικής σύµβασης εργασίας (π.χ. θέµατα ερµηνείας διατάξεων νόµου ή όρων συλλογικής σύµβασης, θέµατα που ανάγονται στην σφαίρα των ενδοτικού δικαίου διατάξεων και µπορούν να µεταβληθούν εντός του πλαισίου του νόµου µε κοινά αποδεκτή λύση κ.λπ.). Εξαιρούνται ρητά οι υποθέσεις αρµοδιότητας του ΟΜΕΔ.

Εποµένως, στο πλαίσιο της συµφιλιωτικής διαδικασίας επιλύονται διενέξεις και διαφωνίες που δεν φέρουν τον χαρακτήρα συλλογικής διαφοράς, επηρεάζουν όµως την λειτουργία των εργασιακών σχέσεων σε επίπεδο επιχειρησιακό κλαδικό, ή εθνικό. Αρχίζει µε την κατάθεση σχετικής αίτησης από το ενδιαφερόµενο µέρος και γνωστοποιείται µε κάθε πρόσφορο µέσο στο άλλο µέρος (π.χ. τηλεοµοιοτυπία, συστηµένη επιστολή κλπ.), ενώ η συµφιλίωση διενεργείται σε τοπικό ή περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Σε τοπικό επίπεδο, η συµφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται είτε ενώπιον του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος, είτε ενώπιον του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από τον αρµόδιο Προϊστάµενο του Τµήµατος. Σε περιφερειακό επίπεδο η συµφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται είτε ενώπιον του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης, είτε ενώπιον του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από τον αρµόδιο Προϊστάµενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης. H αρµόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας επιλαµβάνεται περιπτώσεων συµφιλίωσης σε εθνικό επίπεδο, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 13 του ν. 1876/1990.Κατά τη διάρκεια της συµφιλιωτικής διαδικασίας µπορούν να παρίστανται συνολικά µέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόµενο µέρος, πέραν των νοµικών συµβούλων. Σε αυτούς συµπεριλαµβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε µέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθµιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθµιας ή της οµοιοεπαγγελµατικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ µέρους των εργαζοµένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ µέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών. Κατά τη διάρκεια της συµφιλιωτικής διαδικασίας µπορεί να παρίσταται διερµηνέας νοηµατικής γλώσσας της Οµοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόµου, καθώς και µεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού. Τέλος, η συµφιλιωτική διαδικασία στόχο έχει την προσέγγιση των απόψεων των µερών το συντοµότερο δυνατόν µε κάθε πρόσφορο µέσο και µε απώτερο σκοπό τον τερµατισµό της διένεξης και τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης. Στο τέλος της συµφιλιωτικής διαδικασίας συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο βεβαιώνεται η συµφωνία ή η διαφωνία των µερών. Το πρακτικό υπογράφεται από τα ενδιαφερόµενα µέρη και τον επιληφθέντα Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων. Ο τελευταίος υποχρεούται σε διατύπωση αιτιολογηµένης άποψης, όπου αυτό καθίσταται εφικτό. Σε περίπτωση που ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων αδυνατεί να µορφώσει άποψη, τότε αρκείται στη διατύπωση πλήρους και επαρκώς αιτιολογηµένης γνώµης περί της αδυναµίας του αυτής.

Β. Επίλυση εργατικών διαφορών

Εργατικές διαφορές είναι κάθε είδους διαφωνίες µεταξύ εργαζοµένου ή εργαζοµένων και εργοδότη, που πηγάζουν από τη σχέση εργασίας αναφορικά µε την εφαρµογή και τήρηση των διατάξεων της εργατικής νοµοθεσίας. Για την επίλυση των εργατικών διαφορών ο εργαζόµενος ή περισσότεροι εργαζόµενοι που επικαλούνται κοινό συµφέρον, ο εργοδότης, καθώς και οι οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωµα να ζητήσουν την παρέµβαση του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων. Η διαδικασία της εργατικής διαφοράς διεξάγεται από τον Προϊστάµενο του αρµοδίου Τµήµατος ή από τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από τον Προϊστάµενο του αρµοδίου Τµήµατος και εφόσον ο Προϊστάµενος του αρµοδίου Τµήµατος ή ο Προϊστάµενος της αρµοδίας Περιφερειακής Διεύθυνσης κρίνει ότι η εργατική διαφορά χρήζει περαιτέρω εξέτασης, αυτή διεξάγεται σε δεύτερο βαθµό από τον Προϊστάµενο της αρµοδίας Περιφερειακής Διεύθυνσης. Εποµένως, η παραποµπή της εργατικής διαφοράς σε επίπεδο Διεύθυνσης
µπορεί να λάβει χώρα µόνο κατόπιν αιτιολογηµένης παραποµπής του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος ή κατόπιν αυτεπάγγελτης ενέργειας του Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης, και όχι κατόπιν αιτήµατος των µερών. Η διαδικασία επίλυσης της εργατικής διαφοράς αρχίζει µε την κατάθεση σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόµενο και γνωστοποιείται µε κάθε πρόσφορο µέσο στο άλλο µέρος (συστηµένη επιστολή, φαξ κ.λπ.). Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των µερών και τα υποβληθέντα αιτήµατα, που αποτελούν τη βάση διεξαγωγής της συζήτησης της εργατικής διαφοράς. Κατά τη διαδικασία της εργατικής διαφοράς µπορούν να παρίστανται συνολικά µέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόµενο µέρος πέραν των νοµικών συµβούλων. Σ’ αυτούς συµπεριλαµβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε µέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθµιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθµιας ή της οµοιοεπαγγελ-
µατικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ µέρους των εργαζοµένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ µέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών. Κατά τη διάρκεια της συµφιλιωτικής διαδικασίας µπορεί να παρίσταται διερµηνέας νοηµατικής γλώσσας της Οµοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόµου, καθώς και µεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού. Η παράγραφος 6 προβλέπει ότι κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς τα µέρη υποχρεούνται να παρασταθούν αυτοπροσώπως, είτε να εκπροσωπηθούν από τον νόµιµο εκπρόσωπο (στην περίπτωση νοµικών προσώπων), είτε από άλλο εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο. Στην τελευταία περίπτωση η εξουσιοδότηση πρέπει να καλύπτει και την περίπτωση σύνταξης πρακτικού συµβιβασµού. Μετά το πέρας της συζήτησης συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται από τα παριστάµενα µέρη και τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, ο οποίος υποχρεούται στη διατύπωση άποψης επί της διαφοράς, κατόπιν αξιολόγησης όλων των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του. Σε περίπτωση που ζητηθεί το πρακτικό χορηγείται και σε γραφή Braille ή άλλες προσβάσιµες από άτοµα µε αναπηρία µορφές. Εάν απουσιάζει ένα από τα µέρη χωρίς εύλογη αιτία, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων καταγράφει τις απόψεις του παρισταµένου µέρους και θεσπίζεται µαχητό τεκµήριο για την αλήθεια των πραγµατικών ισχυρισµών αυτού. Συγχρόνως, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων µπορεί να επιβάλει στο απόν µέρος τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 24 του παρόντος νόµου, ύστερα από παροχή γραπτών εξηγήσεων.

Αν οι παραβιάσεις της εργατικής νοµοθεσίας επισύρουν ποινικές κυρώσεις κατά την κείµενη νοµοθεσία, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων υποβάλλει µήνυση ή µηνυτήρια αναφορά στον αρµόδιο Εισαγγελέα. Η Υπηρεσία των Ειδικών Επιθεωρητών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας υπάγεται απευθείας στον Ειδικό Γραµµατέα. Οι Ειδικοί Επιθεωρητές πραγµατοποιούν ελέγχους κατόπιν εντολής του Ειδικού Γραµµατέα σε επιχειρήσεις, αλλά κυρίως διενεργούν εσωτερικούς ελέγχους στις υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε.. Λόγω της σηµασίας και της δυσκολίας του έργου τους κρίνεται σκόπιµη, η αύξηση του αριθµού τους, χωρίς να µεταβάλλεται ο συνολικός αριθµός των οργανικών θέσεων των Επιθεωρητών Εργασίας, η οποία θα συντελέσει στην αποτελεσµατικότερη λειτουργία της υπηρεσίας.

Επίσης, η Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, δύναται να στεγάζεται σε κτίρια Δηµοσίων Υπηρεσιών ή Δηµοσίων Οργανισµών ή Νοµικών Προσώπων Δηµοσίου Δικαίου ή της Περιφερειακής Διοίκησης.

Διευκρινίζεται το ζήτηµα συµµετοχής των συνδικαλιστικών στελεχών στον έλεγχο µε την προσθήκη της αναφοράς στο άρθρο 16 παρ. 7 του ν. 1264/1982. Με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται η ενιαία αντιµετώπιση του θέµατος, από τον συνδυασµό των διατάξεων της σχετικής νοµοθεσίας, ενώ αίρονται και αµφισβητήσεις που τυχόν θα προκύψουν κατά την διενέργεια του ελέγχου.
Στις επιχειρήσεις θα επιβάλλονται τα πρόστιµα που προβλέπονται από την κείµενη εργατική νοµοθεσία αν διαπιστωθεί ότι στους χώρους εργασίας δεν τηρούνται οι διατάξεις περί απαγόρευσης του καπνίσµατος. Μειώνεται το κατώτατο όριο της κλίµακας επιβολής διοικητικών προστίµων από το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και δίνεται η δυνατότητα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες κατά την διενέργεια του ελέγχου διαπιστώνεται επικείµενος κίνδυνος για τη ζωή ή την αρτιµέλεια των εργαζόµενων, ο ελέγχων Επιθεωρητής Εργασίας να προβαίνει µε το δελτίο ελέγχου σε διαπίστωση της συνδροµής του ως άνω κινδύνου και να καλεί τον εργοδότη να προβεί σε άµεση διακοπή των εργασιών εν όλω ή εν µέρει προκειµένου να αποτραπεί η επέλευση του κινδύνου. Επισηµαίνεται ακόµα ότι για την διασφάλιση της προστασίας της υγιεινής και της ασφάλειας στην εργασία από άµεσο κίνδυνο παραλείπεται η πρόσκληση στον παραβάτη εργοδότη για παροχή γραπτών εξηγήσεων, όπως άλλωστε συµβαίνει στις οικοδοµές και στα τεχνικά έργα (σύµφωνα µε τα διαλαµβανόµενα στο άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2690/1999 «Κύρωση Κώδικα διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις»). Επιπλέον, προβλέπεται ότι η επιβολή σε βάρος του εργοδότη δύο ή περισσοτέρων πράξεων επιβολής προστίµου κατ’ εφαρµογή του ανωτέρω άρθρου για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών ετών πριν από την λήξη της προθεσµίας για την υποβολή προσφοράς στο πλαίσιο διαγωνισµού για την σύναψη δηµόσιας σύµβασης επιφέρει, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων, τον αποκλεισµό του εργοδότη από την σύναψη της δηµόσιας σύµβασης, µε απόφαση της εκάστοτε αναθέτουσας αρχής.

Ειδικά στην περίπτωση των εταιρειών παροχής υπηρεσιών ή/και φύλαξης εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 3863/2010.

Τέλος, τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 29 του νόµου 3996/2011. Σύµφωνα µε αυτή ιατρός των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) ο οποίος έχει σύµβαση ή άλλη σχέση εργασίας µε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, υποχρεούται να προσκοµίζει στην αρµόδια Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία έγγραφη άδεια της διοίκησης του ασφαλιστικού φορέα, µε την οποία θα επιτρέπεται σε αυτόν η άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας στην συγκεκριµένη επιχείρηση. Ο ιατρός του πρώτου εδαφίου εξαιρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του στον ασφαλιστικό φορέα από την οποιαδήποτε παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς ασφαλισµένο σε αυτόν, εφόσον ο ασφαλισµένος εργάζεται σε επιχείρηση στην οποία ο εργαζόµενος ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας.

Με το άρθρο 24 προβλέπεται ότι η προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση για χρονικό διάστηµα έως τρεις (3) ηµέρες επιβάλλεται µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή, ή µε αιτιολογηµένη πράξη του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε. ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασίας. Ακόµη, προβλέπεται ότι η προσωρινή, άνω των τριών ηµερών, ή οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας επιβάλλεται ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Τέλος, προβλέπεται ότι η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρµόδια αστυνοµική αρχή και ορίζεται προθεσµία πέντε (5) εργασίµων ηµερών για την παροχή εξηγήσεων από τον εργοδότη, προκειµένου να επιβληθούν οι κυρώσεις των άρθρων 85 και 87 του ν. 4052/2012.

Με τις παραγράφους 5 και 6 και 7 γίνεται αντικατάσταση των διατάξεων, που αφορούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων στα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας και στις Επιχειρήσεις Προσωρινής Απασχόλησης που λειτουργούν παρανόµως (άρθρα 108§1 και 128§1 του ν. 4052/2012 αντίστοιχα). Κρίνονται αναγκαίες οι ρυθµίσεις αυτές προκειµένου η διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων να είναι ίδια µε αυτή που ακολουθείται από τα αρµόδια διοικητικά όργανα ήτοι τους Επιθεωρητές Εργασίας και στις περιπτώσεις παραβίασης των διατάξεων της εργατικής νοµοθεσίας [ν. 3996/2011 Αναµόρφωση του Σώµατος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθµίσεις θεµάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α΄ 170)]. Με τις νέες διατάξεις διασφαλίζεται η απαραίτητη ενιαία ρύθµιση και η ακολουθία των σχετικών διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων από τους Επιθεωρητές Εργασίας. Επίσης, επειδή στο υφιστάµενο νοµοθετικό πλαίσιο δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις περιπτώσεις µη συµµόρφωσης µε τις αποφάσεις προσωρινής ή οριστικής διακοπής κρίνεται σκόπιµο να υπάρξει πρόβλεψη επιβολής κυρώσεων για τις περιπτώσεις αυτές. Προτείνεται να εφαρµόζονται οι ποινικές κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 108 του ν. 4052/2012, όσον αφορά στα ΙΓΕΕ, και της παραγράφου 2 του άρθρου 128 του ως άνω νόµου όσον αφορά στις ΕΠΑ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ο.Α.Ε.Δ.

Με το άρθρο 25, επαναπροσδιορίζεται ο σκοπός του Ο.Α.Ε.Δ., αφού στις δράσεις του Οργανισµού προστίθενται ορισµένες από εκείνες που ασκούσαν οι καταργηθέντες από 14.2.2012 µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 Οργανισµοί της Εργατικής Κατοικίας και της Εργατικής Εστίας προκειµένου να είναι εφικτή και η εκπλήρωση των ανειληµµένων υποχρεώσεων του.

Με το άρθρο 26, τροποποιείται η σύνθεση του 17µελούς Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. κατά το µέρος που σ’ αυτό προβλέπεται η συµµετοχή ενός (1) εκπροσώπου από τον Σύνδεσµο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), ενώ αντίστοιχα µειώνονται οι εκπρόσωποι του Συνδέσµου Επιχειρήσεων και Βιοµηχανιών (ΣΕΒ) από τρεις (3) σε δύο (2). Η τροποποίηση γίνεται στο πλαίσιο της θεσµικής αναβάθµισης του ΣΕΤΕ σε ισότιµο κοινωνικό εταίρο (βλ. και άρθρο 39 παρόντος νόµου) και της ανάγκης ενεργότερης συµµετοχής αυτής της εργοδοτικής οργάνωσης στην υλοποίηση πολιτικών για την τόνωση της απασχόλησης, δεδοµένης της υψηλής επίπτωσης που έχει ο τουρισµός και οι συναφείς οικονοµικές δραστηριότητες στο ΑΕΠ και τη συνολική απασχόληση.

Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 27 ορίζεται ότι όλες οι εισφορές που καταβάλλονται υπέρ των κλάδων και λογαριασµών του Ο.Α.Ε.Δ. αποτελούν κοινωνικούς πόρους, ήτοι πόρους που νοµικά είναι ασύµβατοι προς κάθε έννοια «ιδιωτικής περιουσίας», ώστε να µπορέσει να χωρήσει κατάσχεση αυτών, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3068/2002. Επειδή οι ως άνω εισφορές προορίζονται προπάντων για την αδιάλειπτη (εποµένως άµεση στο διηνεκές) εκπλήρωση σκοπών δηµόσιου χαρακτήρα (λ.χ. επιδότηση ανέργων), ορίζεται ρητά ότι επί των τραπεζικών καταθέσεων του Ο.Α.Ε.Δ. στις οποίες περιλαµβάνονται και εισφορές όπως οι ανωτέρω δεν είναι επιτρεπτή η κατάσχεση. Με τη δεύτερη παράγραφο, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 95 του Κώδικα Δηµοσίου Λογιστικού (ν. 2362/1995) εφαρµόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις της κατάσχεσης εις χείρας του Ο.Α.Ε.Δ. ως τρίτου και της αναγγελίας της εκχώρησης απαιτήσεων τρίτων κατά του Ο.Α.Ε.Δ..

Με το άρθρο 28 καλύπτεται ένα νοµοθετικό κενό, η θέσπιση του οποίου, είναι επιτακτική, ενόψει της ανάγκης για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Οργανισµού, ύστερα µάλιστα και από την αυτοδίκαιη περιέλευση της κυριότητας της ακίνητης περιουσίας τόσο του καταργηθέντος ΟΕΚ, όσο και του καταργηθέντος ΟΕΕ, στον Ο.Α.Ε.Δ. (άρθρο 4 παρ. 1 ΠΥΣ 7/2012).

Με το άρθρο 29 εξασφαλίζεται η συνδροµή των πάσης φύσεως διοικητικών αρχών, δικαστικών υπηρεσιών, δηµοσίων υπηρεσιών και των υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε η ελεγκτική διαδικασία του Οργανισµού που εφαρµόζεται συνολικά σε όλα τα προγράµµατα και τους δικαιούχους αυτών να γίνεται απρόσκοπτα και αποτελεσµατικά.

Με το άρθρο 30, παρέχεται η δυνατότητα σε κατόχους άδειας ασκήσεως επαγγέλµατος, ασφαλισµένους ή µη σε οικεία ασφαλιστικά ταµεία, που δεν ασκούν ελευθέριο ή άλλο επάγγελµα, να µπορούν να εγγράφονται ως άνεργοι στο µητρώο ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., αξιοποιώντας παράλληλα τα µέτρα της πολιτείας για την ένταξη/επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Θεσπίζεται ρητά ένα ακόµη µέτρο τόνωσης της αποτελεσµατικότητας των µέτρων ένταξης/επανένταξης των ανέργων στην αγορά εργασίας, καθώς η κατάργηση του µέχρι σήµερα ισχύοντος λόγου διαγραφής των εγγεγραµµένων στα µητρώα του Ο.Α.Ε.Δ. ανέργων, όταν αυτοί συµµετάσχουν σε προγράµµατα επαγγελµατικής κατάρτισης, αναµένεται να πάψει να λειτουργεί αποτρεπτικά για εκείνους από τους εγγεγραµµένους ανέργους, που αποφεύγουν να συµµετάσχουν σε προγράµµατα επαγγελµατικής κατάρτισης, µολονότι επιθυµούν να αναβαθµίσουν τις δεξιότητες και τα προσόντα τους.

Ορίζεται ότι στην περίπτωση εγγεγραµµένων ανέργων που έχουν τύχει τακτικής επιδότησης ανεργίας και που κατά τη διάρκεια αυτής της επιδότησης παρακολουθούν προγράµµατα επαγγελµατικής κατάρτισης, εφόσον η ηµερήσια αποζηµίωσή τους για την παρακολούθηση προγραµµάτων επαγγελµατικής κατάρτισης υπερβαίνει το ύψος του καταβαλλόµενου επιδόµατος ανεργίας, οι ηµέρες παρακολούθησης των ως άνω προγραµµάτων αφαιρούνται από το χρόνο της εγκριθείσας γι’ αυτούς τακτικής επιδότησης ανεργίας και παύουν να εξαιρούνται από την κατηγορία των δικαιουµένων τακτικής επιδότησης ανεργίας όσοι εξασκούνται πρακτικά στα πλαίσια επαγγελµατικού εκπαιδευτικού προγράµµατος χωρίς εργασιακή σχέση.

Τέλος, εισάγεται µε πιο συστηµατικό τρόπο η εφαρµογή της πλέον δοκιµασµένης σε ευρωπαϊκό επίπεδο µεθόδου ενεργοποίησης των ανέργων για την επιτυχή ένταξη/επανένταξη των εγγεγραµµένων ανέργων στην αγορά εργασίας. Η αρχή των «αµοιβαίων υποχρεώσεων» (mutual obligation principle) σύµφωνα µε την οποία οι αναζητούντες εργασία θα προβαίνουν σε ενεργή αναζήτηση µε αντάλλαγµα στοχοθετηµένες ενέργειες που θα τους βοηθήσουν είτε να βρουν εργασία είτε να αυξήσουν τις πιθανότητές εξεύρεσης εργασίας (µέσω ενίσχυσης των ικανοτήτων και δεξιοτήτων τους), διαµορφώνει ένα σύγχρονο πλαίσιο δικαιωµάτων και υποχρεώσεων του ανέργου ως προς τη σχέση του µε τις δηµόσιες υπηρεσίες απασχόλησης. Στηρίζεται στην αντίληψη ότι η ενεργή αναζήτηση εργασίας δεν αποτελεί µόνο υποχρέωση της Πολιτείας, αλλά και προσωπική υπόθεση του ανέργου, και ότι αυτή η αναζήτηση µπορεί να είναι επιτυχής µόνο εάν ο ίδιος ο άνεργος συµµετέχει αποφασιστικά.

Πλήθος εµπειρικών ευρηµάτων υποδηλώνουν ότι η εφαρµογή της αρχής των «αµοιβαίων υποχρεώσεων» σε συνδυασµό µε καλά σχεδιασµένες και στοχοθετηµένες ενεργητικές πολιτικές, απέβη ευεργετική σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ακόµη και όταν αυτή εφαρµόστηκε σε περιβάλλον οικονοµικής ύφεσης και δηµοσιονοµικής προσαρµογής. Συνέβαλε θετικά στην κινητοποίηση των ανέργων, την αναβάθµιση των προσόντων και δεξιοτήτων τους, την αναβάθµιση των προγραµµάτων κατάρτισης, τη µείωση των δαπανών για επιδόµατα ανεργίας και τη µείωση των ατόµων που ανήκαν σε ευπαθείς και περιθωριοποιηµένες οµάδες του πληθυσµού. Η διάταξη της παραγράφου αυτής παρέχει τη δυνατότητα στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας να διαµορφώνει – ύστερα από πρόταση του ΔΣ του Ο.Α.Ε.Δ. – το πλέγµα δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των εγγεγραµµένων (µη επιδοτούµενων) ανέργων σε συστοιχία µε τις ανάγκες ενεργοποίησης του ανθρώπινου δυναµικού της χώρας.

Με το άρθρο 31, στη διάταξη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 1545/1985 (Α΄ 91), όπως αυτή αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 24 του ν. 1836/1989 (Α΄ 89), εν όψει εφαρµογής της ως άνω διάταξης, για τον προσδιορισµό µιας εργασίας ως εποχιακής, εκτός από τον όρο η εργασία αυτή να παρέχεται σε επιχειρήσεις κ.λπ. που από τη φύση τους, τις καιρικές ή ιδιαίτερες συνθήκες ή λόγω των χρησιµοποιούµενων πρώτων υλών λειτουργούν κατά ηµερολογιακό έτος για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο από δύο και µικρότερο από εννέα µήνες, προστίθεται πλέον ρητά και ο όρος, κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστηµα του ηµερολογιακού έτους, οι ανωτέρω επιχειρήσεις να µην απασχολούν προσωπικό που υπερβαίνει το 25% του µέσου όρου του προσωπικού, το οποίο απασχολούν κατά την περίοδο αιχµής της δραστηριότητάς τους. Επιπλέον, συµπληρώνεται ένα νοµοθετικό κενό, καθώς ορίζεται ρητά ότι οι ηµέρες εργασίας, που προηγούνται της λήξης, της πρώτης αναστολής ή διακοπής της επιδότησης, δεν λαµβάνονται υπόψη για τον υπολογισµό νέας επιδότησης.

Με το άρθρο 32, ορίζεται ότι το βοήθηµα που καταβάλλεται από τον Ο.Α.Ε.Δ. στους εργαζόµενους στο εργοστάσιο Θεσσαλονίκης της «ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ Α.Ε.», των οποίων η σύµβαση εργασίας καταγγέλθηκε ή παραιτήθηκαν στα πλαίσια της εξυγίανσης της εταιρείας, επιπλέον της αποζηµίωσης απολύσεως που αυτοί έλαβαν ήδη από την ανωτέρω εταιρεία, υπολογίζεται σύµφωνα µε το ένα και µοναδικό ποσοστό που ορίζεται για την κάθε µία από τις προβλεπόµενες στην ανωτέρω διάταξη περιπτώσεις αποζηµίωσης. Με το άρθρο 33, ρυθµίζονται θέµατα προσώπων, τα οποία, κατά τη χρονική στιγµή της µεταφοράς του προσωπικού των καταργηθέντων ΝΠΔΔ µε τις επωνυµίες Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), δεν ανήκαν στο ανωτέρω προσωπικό και τα οποία είτε µε διοικητικές πράξεις είτε µε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις κατέστησαν προσωπικό των ως άνω φορέων µεταγενέστερα.

Με το άρθρο 34, αφ’ ενός µεν επιτυγχάνεται η νοµικά ασφαλέστερη δυνατή σύζευξη αρµοδιοτήτων που ασκούσαν τα καταργηθέντα Ν.Π.Δ.Δ. ΟΕΚ και ΟΕΕ µε τις αρµοδιότητες που ασκεί ο Ο.Α.Ε.Δ., αφ’ ετέρου δε, από την ως άνω σύζευξη, αναµένεται να προκύψει σηµαντική προστιθέµενη αξία στην κοινωνική προστασία του εργατικού δυναµικού. Προς τούτο, συνιστάται στον Ο.Α.Ε.Δ. κλάδος µε την επωνυµία «Λογαριασµός Κοινωνικής Πολιτικής» που ενοποιείται µε τον κλάδο «Λογαριασµός για την Απασχόληση και την Επαγγελµατική κατάρτιση (Λ.A.Ε.K.)». Από τη λειτουργική αυτή ενοποίηση αυτή προκύπτει λογαριασµός µε την επωνυµία «Ενιαίος Λογαριασµός για την Εφαρµογή Κοινωνικών Πολιτικών» (Ε.Λ.Ε.Κ.Π.)., ο οποίος θα διέπεται από καθεστώς παρόµοιο µε εκείνο των λοιπών κλάδων και Ειδικών Λογαριασµών του Ο.Α.Ε.Δ., όπως ο Κλάδος Ανεργίας (1954), ο «Διανεµητικός Λογαριασµός Οικογενειακών Επιδοµάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ)» (1958), ο «Λογαριασµός προστασίας εργαζοµένων από την αφερεγγυότητα του εργοδότη» (1989) κ.λπ.. Οι δυο κλάδοι του (Ε.Λ.Ε.Κ.Π.) παραµένουν απόλυτα διακριτοί υποκείµενοι σε χωριστή παρακολούθηση και µε απόλυτη διαχειριστική αυτοτέλεια.

Όλοι οι ανωτέρω Κλάδοι και Ειδικοί Λογαριασµοί του Ο.Α.Ε.Δ. διατήρησαν ο καθένας µέσα στο χρόνο την ταυτότητα του κοινωνικού σκοπού, για τον οποίο συστήθηκε. Ταυτόχρονα, ο Ο.Α.Ε.Δ., από το 1954 που ιδρύθηκε µέχρι και σήµερα, όχι µόνο διατήρησε τη διοικητική συνοχή του ως κρατικός φορέας κοινωνικοασφαλιστικής πολιτικής, αλλά, µε τη συµβολή του Κλάδου ή Ειδικού Λογαριασµού που ερχόταν κάθε φορά να προστεθεί στις αρµοδιότητές του, όχι µόνο αύξησε, αλλά και βελτίωσε εξαιρετικά τις υπηρεσίες του προς το εργατικό δυναµικό της χώρας.

Κάτι ανάλογο αναµένεται να συµβεί και µε τη δηµιουργία του λογαριασµού µε την επωνυµία «Ενιαίος Λογαριασµός για την Εφαρµογή Κοινωνικών Πολιτικών» (Ε.Λ.Ε.Κ.Π.) και τους κλάδους «Λογαριασµός για την Απασχόληση και την Επαγγελµατική κατάρτιση (Λ.A.Ε.K.)» και «Λογαριασµός Κοινωνικής Πολιτικής». Στον Ο.Α.Ε.Δ. απονέµονται εκτός από τις αρµοδιότητες του ΛΑΕΚ και νέες αρµοδιότητες όπως, όπως η πνευµατική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη του εργατικού δυναµικού και των οικογενειών αυτού κυρίως στην κατεύθυνση της ψυχαγωγίας των παιδιών των δικαιούχων (π.χ. κοινωνικός τουρισµός, κατασκηνώσεις), η υλοποίηση προγραµµάτων για τη στεγαστική προστασία του εργατικού δυναµικού και των οικογενειών αυτού, η συνδροµή στη συλλογική οργάνωση και δράση του εργατικού δυναµικού, εν όψει της βελτίωσης του βιοτικού του επιπέδου κ.λπ..

Οι νέες αυτές αρµοδιότητες, εκτός από ειδικά στοχευµένες παρεµβάσεις, θα δώσουν στον Οργανισµό τη δυνατότητα να σχεδιάζει και να υλοποιεί και συντονισµένες (άρα και πιο αποτελεσµατικές) παρεµβάσεις υπέρ της κοινωνικής προστασίας του εργατικού δυναµικού.

Για την υλοποίηση των ως άνω σκοπών του «Ενιαίου Λογαριασµού για την Εφαρµογή Κοινωνικών Πολιτικών» (Ε.Λ.Ε.Κ.Π.) συνιστάται Επιτροπή, η οποία θα γνωµοδοτεί προς το Διοικητικό Συµβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ. για τον τρόπο διανοµής και χρήσης των ποσών του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. και γενικά για κάθε θέµα που αφορά την υλοποίηση των σκοπών του ως άνω Λογαριασµού.

Η Επιτροπή αυτή θα συγκροτείται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας από: α) τον Διοικητή του Ο.Α.Ε.Δ. ή τον οριζόµενο από αυτόν ως αναπληρωτή του Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., ο οποίος και προεδρεύει της Επιτροπής, β) τέσσερις (4) εκπροσώπους µε ισάριθµους αναπληρωτές που ορίζει η Γενική Συνοµοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), γ) τέσσερις (4) εκπροσώπους µε ισάριθµους αναπληρωτές που ορίζουν από κοινού ο Σύνδεσµος Επιχειρήσεων και Βιοµηχανιών (ΣΕΒ), η Γενική Συνοµοσπονδία Επαγγελµατιών Βιοτεχνών Εµπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ), η Εθνική Συνοµοσπονδία Ελληνικού Εµπορίου (ΕΣΕΕ) και ο Σύνδεσµος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και δ) δύο (2) εµπειρογνώµονες µε ισάριθµους αναπληρωτές που ορίζει ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Η διαχείριση του «Ενιαίου Λογαριασµού για την Εφαρµογή Κοινωνικών Πολιτικών» (Ε.Λ.Ε.Κ.Π.) θα υπάγεται στο Διοικητικό Συµβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ. και θα ενεργείται σύµφωνα µε τις διατάξεις περί δηµοσίου λογιστικού και τις διατάξεις του κανονισµού ταµιακής και λογιστικής διαχείρισης του Ο.Α.Ε.Δ. (Β.Δ. 410/1971/ΦΕΚ Α΄124).

Για την εξασφάλιση της λειτουργίας, διαχείρισης και παρακολούθησης του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. προβλέπονται διακεκριµένοι κωδικοί αριθµοί εσόδων και δαπανών στον Προϋπολογισµό και Απολογισµό του Οργανισµού.

Εξάλλου, η εισφορά 0,81 % που συνιστά τους πόρους του ΛΑΕΚ θα διατίθεται αποκλειστικά για τους σκοπούς του ΛΑΕΚ.

Με το άρθρο 35 προβλέπεται η καθολική διαδοχή του Ο.Α.Ε.Δ. σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των καταργηθέντων από 14.2.2012 µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, Νοµικών Προσώπων Δηµοσίου Δικαίου, µε τις επωνυµίες Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) και προβλέπεται η λήξη της θητείας των µελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του Ο.Α.Ε.Δ.. Επίσης, προβλέπονται ειδικά προνόµια, ειδικές προθεσµίες και εξαιρέσεις υπέρ του τ. ΟΕΚ και του τ. ΟΕΕ. Προβλέπονται λ.χ. προνόµια Δηµοσίου, όσον αφορά την καταβολή τελών σχετικά µε τις εργασίες του Εθνικού Κτηµατολογίου (τ. ΟΕΚ), ειδική προθεσµία, όσον αφορά την άσκηση αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής (τ. ΟΕΚ), η εξαίρεση της παραγράφου 2 του άρθρου 23 του ν. 4014/2011, όσον αφορά την έκδοση και µεταγραφή παραχωρητηρίων διαµ/των οικισµών (τ. ΟΕΚ), ή όσον αφορά µεταβιβάσεις κτιρίων (τ. ΟΕΚ και τ. ΟΕΕ).Τέλος, ορίζεται ότι το πάσης φύσεως προσωπικό των καταργηθέντων από 14.2.2012 µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 ΝΠΔΔ µε τις επωνυµίες «Οργανισµός Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ)» και «Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ)» µεταφέρεται µε την ίδια σχέση εργασίας στον Ο.Α.Ε.Δ.. Επιπλέον, για λόγους ασφάλειας δικαίου, ορίζεται, ότι η ως άνω µεταφορά λογίζεται ότι επήλθε αυτοδικαίως στις 14.2.2012 και ότι κατά ένα «νοµικό δευτερόλεπτο» προηγήθηκε της κατάργησης του «Οργανισµού Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ)» και «Οργανισµού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ)».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Με το άρθρο 36 ρυθµίζονται ζητήµατα που αφορούν στην υγεία και ασφάλεια στην εργασία. Στο ν. 1568/85 (Α΄ 177) «Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζοµένων» και ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ. 5 προβλέπονταν η έκδοση προεδρικών διαταγµάτων για τον καθορισµό των ειδικοτήτων του τεχνικού ασφάλειας ανάλογα µε τον αριθµό των εργαζοµένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης. Παράλληλα στο π.δ. 294/88 (Α΄ 138) «Ελάχιστος χρόνος απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας και γιατρού εργασίας, επίπεδο τεχνικού ασφάλειας για τις επιχειρήσεις, εκµεταλλεύσεις και εργασίες του άρθρου 1 παραγράφου 1 του ν. 1568/85 «Υγιεινή και ασφάλεια των Εργαζοµένων»» στο άρθρο 5 «Ειδικότητες τεχνικού ασφάλειας κατά δραστηριότητα επιχειρήσεων» καθορίστηκαν οι επιτρεπόµενες ειδικότητες τεχνικού ασφάλειας ανά κλάδο οικονοµικής δραστηριότητας. Στη συνέχεια το παραπάνω άρθρο κωδικοποιήθηκε µε το άρθρο 13 του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων».

Δεδοµένου ότι στις σχολές των Πολυτεχνείων, Πανεπιστηµίων και ΤΕΙ προστέθηκαν µετά το 1988 νέες ειδικότητες, που θα µπορούσαν σε πολλές δραστηριότητες επιχειρήσεων να προσφέρουν υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας και λαµβανοµένου υπόψη ότι η αναµόρφωση του άρθρου 13 καθυστερεί, προτείνεται µε την παράγραφο 1 η συγκεκριµένη εξουσιοδοτική διάταξη νόµου για την έκδοση υπουργικής απόφασης, η οποία να µπορεί να καθορίζει πέραν των προβλεποµένων στο εν λόγω άρθρο το απαιτούµενο επίπεδο γνώσεων του τεχνικού ασφάλειας ανάλογα µε τον αριθµό των εργαζοµένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης.

Στο π.δ. 70/1990 «Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζοµένων σε ναυπηγικές εργασίες» (Α΄ 31) στο άρθρο 9, µέρος Β «προσόντα του τεχνικού ασφάλειας» στην περίπτωση 3 προβλέπεται οι πτυχιούχοι ΤΕΙ µε προϋπηρεσία πέντε (5) ετών να µπορούν να ορίζονται τεχνικοί ασφάλειας σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας εφ’ όσον ο αριθµός των απασχολουµένων ατόµων δεν υπερβαίνει τους δεκαπέντε (15).

Στη συνέχεια στο π.δ. 17/1996 «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζοµένων κατά την εργασία σε συµµόρφωση µε τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ» (Α΄ 11), που αφορά όλες τις επιχειρήσεις ιδιωτικού και δηµόσιου τοµέα και το οποίο κωδικοποιήθηκε µε το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 3850/2010, προβλέπεται να µπορούν οι πτυχιούχοι ΤΕΙ µε προϋπηρεσία πέντε (5) ετών να ορίζονται τεχνικοί ασφάλειας σε όλες τις επιχειρήσεις της Α΄ και Β΄ κατηγορίας που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόµενους.

Προκειµένου να υπάρχει ισότιµη µεταχείριση ως προς το επίπεδο γνώσεων και την ειδικότητα του τεχνικού ασφάλειας ανάλογα µε τον αριθµό των εργαζοµένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης, προτείνεται µε την παράγραφο 2, η τροποποίηση του άρθρου 9 ως προς το Μέρος Β΄ περίπτωση 3, έτσι ώστε να µπορούν οι µηχανικοί ΤΕΙ να εργάζονται σε όλες τις επιχειρήσεις ιδιωτικού και δηµοσίου τοµέα που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόµενους συµπεριλαµβανοµένων και των πλοίων.

Σύµφωνα µε το άρθρο 9 παρ. 1 του «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.), που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων» (Α΄ 84), ο εργοδότης, προκειµένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νοµοθεσίας για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, µπορεί να επιλέξει την ανάθεση καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας και σε άτοµα εκτός της επιχείρησης ή τη σύναψη σύµβασης µε Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞΥΠΠ).

Επιπλέον µε τα άρθρα 9, παρ. 4, 7 και 21, παρ. 3, εδάφιο (γ) στην αρµόδια υπηρεσία του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας δηλώνεται µεταξύ άλλων το ωράριο απασχόλησης των τεχνικών ασφάλειας και των ιατρών εργασίας.

Με τις ισχύουσες µέχρι σήµερα διατάξεις στις περιπτώσεις µη τήρησης του ωραρίου απασχόλησης των τεχνικών ασφάλειας και των ιατρών εργασίας οι κυρώσεις επιβάλλονταν αποκλειστικά στους εργοδότες, έστω και αν δεν υπήρχε πρόθεση ή γνώση εκ µέρους τους της παράβασης αυτής.

Με την προωθούµενη στην παράγραφο 3 ρύθµιση πέραν των κυρώσεων που επιβάλλονται στους εργοδότες σύµφωνα µε άρθρα 71 και 72 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. παρέχεται η δυνατότητα επιβολής των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 71 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. στους ίδιους τους τεχνικούς ασφάλειας και στους ιατρούς εργασίας καθώς και στις ΕΞΥΠΠ, εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν τηρείται το δηλούµενο στις Επιθεωρήσεις Εργασίας ωράριο απασχόλησης.

Οι διατάξεις της παραγράφου 4 αφορούν την ενιαία ρύθµιση ως προς την επιβολή των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων.

Ειδικότερα, υπάρχουν διατάξεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων που εκδόθηκαν πριν την 18.10.1985, και περιέχονται σε νόµους ή σε κανονιστικές πράξεις, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του β.δ. της 25 Αυγ./5 Σεπτ. 1920 «Περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών κ.λπ. διατάξεων» (Α΄ 200). Οι ανωτέρω διατάξεις στηρίζονται ως προς την επιβολή των κυρώσεων στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. Γ ΛΔ/1911 «Περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας» (Α΄ 319), όπως κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείµενο µε το β.δ. της 25 Αυγ./5 Σεπτ. 1920 «Περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών κλπ. διατάξεων» (Α΄ 200).

Υπάρχουν επίσης διατάξεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων µετά από την 18-10-1985, που έχουν εκδοθεί σε εφαρµογή του «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) όπως αυτός κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων» (Α΄ 84), που στηρίζονται ως προς την επιβολή των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στις διατάξεις των άρθρων 71 και 72 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. αντίστοιχα.

Με την παράγραφο 5 παρέχεται εξουσιοδότηση προκειµένου να επιτευχθεί ενιαία αντιµετώπιση του ρυθµιστέου αντικειµένου. Ειδικότερα, σε ορισµένες κανονιστικές πράξεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων, που έχουν εκδοθεί από το έτος 1934 και µετά, υπάρχει ειδικό άρθρο µε το οποίο καθορίζονται τα ελάχιστα απαιτούµενα υλικά πρώτων βοηθειών στους χώρους εργασίας.

Στη συνέχεια µε το π.δ. 16/1996 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συµµόρφωση ε την οδηγία 89/654/EOK» (Α΄ 10), προβλέφθηκαν στο άρθρο 10, για όλους εν γένει τους χώρους εργασίας, τα ελάχιστα απαιτούµενα υλικά πρώτων βοηθειών στους χώρους εργασίας.

Ως εκ τούτων, προκειµένου να υπάρξει ενιαία ρύθµιση σύµφωνα και µε τις σύγχρονες απαιτήσεις προωθείται η εν λόγω εξουσιοδοτική διάταξη.

Στο ν. 1568/1985, στο π.δ. 17/1996 και στο π.δ. 294/1988, οι διατάξεις των οποίων στη συνέχεια κωδικοποιήθηκαν µε τον «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) όπως αυτός κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν.
3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων» (Α΄ 84), σε αρκετές περιπτώσεις ορίζονται υποχρεώσεις του εργοδότη σε συνάρτηση µε τον αριθµό των εργαζοµένων στην επιχείρηση.

Στις επιχειρήσεις µε υποκαταστήµατα ή παραρτήµατα, προέκυψαν ερωτήµατα ως προς το αν πρέπει για τον καθορισµό των σχετικών υποχρεώσεων, να λαµβάνεται υπόψη ο συνολικός αριθµός των εργαζοµένων στην επιχείρηση ή µόνο ο αριθµός των εργαζοµένων σε υποκατάστηµα ή σε παράρτηµα της επιχείρησης.

Με την προωθούµενη ρύθµιση της παραγράφου 6, διευκρινίζεται ότι ως αριθµός των εργαζοµένων σε µια επιχείρηση για την εφαρµογή των σχετικών για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων διατάξεων, εννοείται ο συνολικός αριθµός των εργαζοµένων στην επιχείρηση.

Με το ν.1568/1985 (Α΄ 177) άρθρο 4 παρ. 2 προβλεπόταν ότι «Παραρτήµατα, υποκαταστήµατα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκµεταλλεύσεις, εξαρτηµένες από την κύρια επιχείρηση, θεωρούνται αυτοτελείς επιχειρήσεις για την εφαρµογή του κεφαλαίου αυτού, εφόσον απέχουν µεταξύ τους ή από την κύρια επιχείρηση τόσο, ώστε να δυσχεραίνεται το έργο του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας, σύµφωνα µε την απόφαση του επιθεωρητή εργασίας, στον οποίο µπορεί να προσφύγει κάθε µέρος σε περίπτωση διαφωνίας. Κατά της απόφασης του επιθεωρητή εργασίας επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του κατά τόπο αρµόδιου ειρηνοδίκη κατά τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονοµίας περί εργατικών διαφορών».

Στη συνέχεια εκδόθηκαν το π.δ. 294/1988 (Α΄ 138) και το π.δ. 17/1996 (Α΄ 11), µε τα οποία επεκτάθηκε ο θεσµός του τεχνικού ασφάλειας σε όλες τις επιχειρήσεις και του ιατρού εργασίας, εν γένει, για επιχειρήσεις που απασχολούν πενήντα και άνω εργαζόµενους και καθορίσθηκαν συγκεκριµένες προβλέψεις για την άσκηση των καθηκόντων του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας. Παράλληλα µε το π.δ. 95/1999 (Α΄ 146), ορίσθηκαν οι προϋποθέσεις για την ίδρυση εξωτερικών υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης, οι οποίες δύνανται να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές σε όλη τη χώρα. Επιπρόσθετα, µετά την υιοθέτηση του ν. 3919/2011 (Α΄ 32) και του ν. 3996/2011 (Α΄ 170), οι ιατροί εργασίας αλλά και οι ιατροί άλλων ειδικοτήτων είναι δυνατόν να ασκούν το επάγγελµά τους σε όλη τη χώρα.

Μετά τα ανωτέρω και λόγω της µη υπάρξεως λόγου διατήρησης της εν λόγω διάταξης προτείνεται µε την παράγραφο 7 η κατάργησή της.

Σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 21 του «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) όπως αυτός κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων» (Α΄ 84), ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας κατανέµεται κατά µήνα µε κοινή συµφωνία του εργοδότη και της Ε.Υ.Α.Ε.. Στις επιχειρήσεις που διαθέτουν υποκαταστήµατα ή παραρτήµατα, είναι δυνατόν σε κάποιες περιπτώσεις, ο χρόνος που αναλογεί για κάποιο από αυτά, να είναι ιδιαίτερα µικρός και η κατανοµή του χρόνου αυτού σε µηνιαία βάση να προκαλεί διοικητικό βάρος χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος.

Με την προτεινόµενη ρύθµιση της παραγράφου 8 και για την περίπτωση που ο ελάχιστος ετήσιος χρόνος που αναλογεί για ένα υποκατάστηµα ή παράρτηµα είναι µικρότερος από τέσσερις ώρες και εφόσον στην επιχείρηση δεν έχει συσταθεί Ε.Υ.Α.Ε., ούτε έχει ορισθεί εκπρόσωπος εργαζοµένων για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, η κατανοµή του χρόνου µπορεί να γίνεται σε εξαµηνιαία βάση, χωρίς όµως να υπολείπεται των 2 ωρών ανά επίσκεψη του τεχνικού ασφάλειας ή του ιατρού εργασίας στο χώρο εργασίας και πάντα υπό την κρίση του επιθεωρητή εργασίας.

Στην παράγραφο 12 του άρθρου 18 του «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) όπως αυτός κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων» (Α΄ 84) προβλέπεται η έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης για τον καθορισµό λεπτοµερειών που αφορούν την τήρηση και το περιεχόµενο του ατοµικού βιβλιαρίου επαγγελµατικού κινδύνου.

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. µεταξύ των άλλων προβλέπεται η έκδοση προεδρικού διατάγµατος, όσον αφορά τον καθορισµό λεπτοµερειών για την τήρηση βιβλιαρίου επαγγελµατικού κινδύνου και υγείας των εργαζοµένων.

Οι παραπάνω διατάξεις που κωδικοποιήθηκαν µε τον Κ.Ν.Υ.Α.Ε., η µεν πρώτη προέρχεται από το άρθρο 8 του ν. 3144/2003 (Α΄ 111), ενώ η δεύτερη από το άρθρο 26 του ν. 2224/1994 (Α΄ 112).

Προκειµένου να µην προβλέπονται για το ίδιο θέµα δύο διαφορετικές ρυθµίσεις, προτείνεται µε την παράγραφο 9, η τροποποίηση της προγενέστερης διάταξης και συγκεκριµένα της παραγράφου 3 του άρθρου 25, µε την απαλοιφή της πρότασης η οποία προέβλεπε την έκδοση προεδρικού διατάγµατος.

Με το άρθρο 37 αναγνωρίζεται θεσµικά ο Σύνδεσµος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) ως ισότιµος των λοιπών αντιπροσωπευτικών εργοδοτικών οργανώσεων, δηλαδή του Συνδέσµου Επιχειρήσεων και Βιοµηχανιών (ΣΕΒ), της Γενικής Συνοµοσπονδίας Επαγγελµατιών Βιοτεχνών Εµπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) και της Εθνικής Συνοµοσπονδίας Ελληνικού Εµπορίου (ΕΣΕΕ).

Ο ΣΕΤΕ, µέσω των 14 πανελληνίων κλαδικών ενώσεων του, εκπροσωπεί περισσότερες από 50.000 επιχειρήσεις που ανήκουν σε ένα µεγάλο φάσµα δυναµικών οικονοµικών δραστηριοτήτων. Τα µικρά και µεγάλα ξενοδοχεία και τα συγκροτήµατα ενοικιαζόµενων καταλυµάτων και τουριστικών συγκροτηµάτων, τα ταξιδιωτικά και τουριστικά γραφεία, τις επιχειρήσεις ενοικίασης σκαφών και αυτοκινήτων, τα τουριστικά λεωφορεία, τις εκµεταλλεύσεις µαρίνων, τις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις τις οργανωµένες αλυσίδες εστίασης, τις επιχειρήσεις οργάνωσης συνεδρίων, κ.λπ. Πρόκειται για οικονοµικές δραστηριότητες που απασχολούν άµεσα περισσότερους από 400.000 εργαζόµενους και συνεισφέρουν, άµεσα και έµµεσα, στο 16% του ΑΕΠ της χώρας. Η θεσµική αναγνώριση του ΣΕΤΕ ως ισότιµου θεσµικού κοινωνικού εταίρου συντελείται στο πλαίσιο της διεύρυνσης της αντιπροσωπευτικής βάσης των εργοδοτικών οργανώσεων που συµµετέχουν στην κοινωνική διαβούλευση. Τόσο η εξελισσόµενη αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της οικονοµίας (µε την ενίσχυση του ρόλου των εξωστρεφών και εµπορεύσιµων κλάδων της οικονοµίας, όπως ο τουρισµός), όσο και οι νέες ρυθµίσεις που αφορούν στις συλλογικές διαπραγµατεύσεις και τις τροποποιήσεις του ν.1876/1990, καθώς και το συνολικό µηχανισµό καθορισµού των αµοιβών και των όρων εργασίας στην ελληνική οικονοµία, επιβάλλουν τη διεύρυνση της αντιπροσωπευτικής βάσης στο πλαίσιο της κοινωνικής διαπραγµάτευσης, ούτως ώστε η εξέλιξη των συνθηκών και όρων της εργασίας σε κλαδικό, επαγγελµατικό ή επιχειρησιακό επίπεδο να συµβαδίζει µε την αντίστοιχη εξέλιξη της παραγωγικότητας. Επιπλέον, µετά τις ρυθµίσεις του ν.4093/2012 και τη νέα δοµή και φιλοσοφία της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύµβασης Εργασίας, η διεύρυνση της αντιπροσωπευτικής βάσης των εργοδοτών εξασφαλίζει ότι οι ανώτερες (και ευνοϊκότερες) του νοµοθετικά καθορισµένου κατώτατου µισθού αµοιβές που θα συµφωνούνται από τους κοινωνικούς εταίρους θα δεσµεύουν µεγαλύτερο αριθµό εργαζοµένων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρούσα διάταξη θεσπίζει τη συµµετοχή του ΣΕΤΕ ως ισότιµου θεσµικού κοινωνικού εταίρου σε όλα τα συλλογικά όργανα και εκπροσωπήσεις της χώρας, όπου προβλέπεται συµµετοχή των κοινωνικών εταίρων. Ειδικότερα, και για λόγους ισόρροπης εκπροσώπησης εργοδοτών εργαζοµένων, στις περιπτώσεις που η εκπροσώπηση των κοινωνικών εταίρων δεν είναι από κοινού (δηλαδή οι εργοδοτικές οργανώσεις ορίζουν διακριτούς εκπροσώπους), προστίθεται αντιστοίχως ένας εκπρόσωπος του ΣΕΤΕ και ένας εκπρόσωπος της ΓΣΕΕ. Στις περιπτώσεις αυτές µάλιστα, προκειµένου να µην υπάρξει επιπλέον δηµοσιονοµική επιβάρυνση, η τρέχουσα δαπάνη λειτουργίας του διοικητικού συµβουλίου και, εν γένει, συλλογικού οργάνου, παραµένει ως έχει επιµεριζόµενου του συνολικού ποσού αποζηµίωσης των µελών και στους προστιθέµενους εκπροσώπους. Μέχρι την εκπλήρωση των ανωτέρω και όχι για διάστηµα µεγαλύτερο των έξι (6) µηνών, τα συλλογικά όργανα συνεχίζουν να λειτουργούν ως έχουν.

Με το άρθρο 38 ρυθµίζονται θέµατα που προέκυψαν από τη µεταφορά στο Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, της εποπτείας των αναφεροµένων στην παρ. 1 του άρθρου 213 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) νοµικών προσώπων.

Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 213 του ν. 4072/2012 προβλέπεται η άσκηση από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας της εποπτείας των αναφεροµένων σε αυτή Υπηρεσιών συµπεριλαµβανοµένης και της Εστίας Ναυτικών.
Επίσης, προβλέπεται η αναµόρφωση του Τεχνικού Συµβουλίου του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Ειδικότερα, στο άρθρο 27 του π.δ. 368/1989 «Οργανισµός Υπουργείου Εργασίας» (Α΄ 163), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προβλέπεται η λειτουργία Τεχνικού Συµβουλίου, έργο του οποίου είναι η παροχή γνώµης σε θέµατα αιτήσεων θεραπείας, διεθνών διαγωνισµών και εγκρίσεων παρεκκλίσεων για τη µελέτη και κατασκευή έργων του Ο.Ε.Κ., Ο.Ε.Ε. και Ο.Α.Ε.Δ., καθώς επίσης και σε κάθε θέµα που παραπέµπει σε αυτό ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ή το όργανο που είναι αρµόδιο να αποφασίσει σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση. Στο Συµβούλιο προβλέπεται να µετέχουν ως µέλη, µεταξύ άλλων, ο Προϊστάµενος Παρακολούθησης Έργων ή της Δ/νσης Δηµοπρατήσεως και Ελέγχου του Ο.Ε.Κ. και ο Προϊστάµενος της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Οργανισµού Εργατικής Εστίας.

Επειδή µε την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει καταργήθηκαν τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου µε την επωνυµία «Οργανισµός Εργατικής Εστίας» και «Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας» και αρµοδιότητες τους που αφορούν ανειληµµένες υποχρεώσεις έχουν µεταφερθεί στον Ο.Α.Ε.Δ..

Επειδή µε το άρθρο ένατο του νόµου 4052/2012 και το π.δ. 85/2012 η Γενική Δ/νση Πρόνοιας έχει µεταφερθεί στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και στις αρµοδιότητές της περιλαµβάνεται ο έλεγχος των κατασκευαστικών έργων των εποπτευοµένων απ΄ αυτή φορέων, επιβάλλεται η αναµόρφωση και η ανασυγκρότηση του υπάρχοντος Τεχνικού Συµβουλίου
του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ώστε να καλύπτει όλες τις ανωτέρω δηµιουργηθείσες ανάγκες, γι΄ αυτό το λόγο και η προτεινόµενη ρύθµιση.

Από τη ρύθµιση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισµού.

Με το άρθρο 9 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16) συγχωνεύτηκαν οι Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και εντάσσονται ως αποκεντρωµένες Υπηρεσίες σε Νοµικά Πρόσωπα Δηµοσίου Δικαίου συνιστώµενα ανά Περιφέρεια που φέρουν την επωνυµία «Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας».

Ακόµη, συστήνονται Υπηρεσιακά Συµβούλια – Κοινά Υπηρεσιακά Συµβούλια στα ανωτέρω Νοµικά Πρόσωπα Δηµοσίου Δικαίου αρµόδια για το προσωπικό των υπαγοµένων σ΄ αυτά Υπηρεσιών. Η σύσταση είναι απαραίτητη για την οµαλή λειτουργία των Νοµικών Προσώπων Δηµοσίου Δικαίου και δεν προκαλείται δαπάνη στον προϋπολογισµό.

Επιδιώκεται, επιπλέον, η µείωση των διοικητικών βαρών των επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στις Επιθεωρήσεις Εργασίας να µειώσουν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, εντείνοντας και µεγιστοποιώντας ταυτόχρονα το ελεγκτικό τους έργο για την καταπολέµηση της παράνοµης και αδήλωτης εργασίας. Ειδικότερα δε, η κατάργηση της υποχρέωσης εκ µέρους του εργοδότη για αναγγελία µη πραγµατοποίησης ή διακοπής υπερωριακής απασχόλησης, η οποία είχε ήδη αναγγελθεί στην αρµόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δεν συνιστά εµπόδιο στην εκτέλεση του ελεγκτικού έργου των αρµοδίων αρχών, καθότι η σχετική πληροφορία που παρείχε η ως άνω διαδικασία, περιλαµβάνεται στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών, το οποίο σε κάθε περίπτωση πρέπει να διατηρείται από τον εργοδότη επί µια πενταετία από τη συµπλήρωση του και να επιδεικνύεται στα αρµόδια όργανα ελέγχου, όποτε ζητηθεί.

Τέλος γίνεται µια αναγκαία συµπλήρωση στην περίπτωση 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) προκειµένου να διασφαλιστεί η ακώλυτη καταβολή του ενιαίου επιδόµατος στήριξης τέκνων κατά την πρώτη εφαρµογή του. Προβλέπεται ειδικότερα ότι: «Ειδικά για την πρώτη εφαρµογή δικαιούχοι είναι όλα τα εξαρτώµενα τέκνα που έχουν γεννηθεί µέχρι την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης και το δικαίωµα αναγνωρίζεται αναδροµικά: αα) από 1.1.2013 για τέκνα γεννηµένα µέχρι
31.12.2012 και ββ) από την 1η του επόµενου µήνα της γέννησής τους για τέκνα γεννηµένα εντός του 2013.».

Με το άρθρο 39, διορθώνονται προς το ορθό, για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι διατάξεις των άρθρων 48-54 του κεφ. ΣΤ΄ του ν. 4075/2012 (Α΄ 89), µε τις οποίες προσαρµόσθηκε η εθνική µας νοµοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συµβουλίου της 8ης Μαρτίου 2012, «σχετικά µε την εφαρµογή της αναθεωρηµένης συµφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και µε την κατάργηση της οδηγίας 96/34/EK», καθώς, εκ παραδροµής, στο διατακτικό µέρος των ανωτέρω άρθρων, γινόταν εσφαλµένα αναφορά στα άρθρα 49 έως 55 του νόµου ν. 4075/2012 (Α΄89), αντί του ορθού 48 έως 54 ν. 4075/2012 (Α΄89).

Με το άρθρο 40 ρυθµίζονται θέµατα που προκύπτουν µετά τη συγχώνευση των τριάντα οκτώ (38) Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας σε δώδεκα (12) νέα Ν.Π.Δ.Δ. µετά το ν.4109/2013 και αφορούν τη µεταβατική περίοδο µέχρι να συγκροτηθούν τα Δ.Σ. των δώδεκα νέων Ν.Π.Δ.Δ. και εκδοθεί ο Οργανισµός Λειτουργίας τους. Ειδικότερα οι τριάντα οκτώ Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας να λειτουργούν µε προϋπολογισµούς που εγκρίνονται από τον Υπουργό Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µέχρι την πλήρη συγχώνευσή τους στα δώδεκα νέα Ν.Π.Δ.Δ και πάντως όχι µετά την 30-6-2013. Ακόµη, επειδή οι προϋπολογισµοί των Ν.Π.Δ.Δ. µε βάση τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4111/2013 (Α΄18) θα πρέπει να έχουν εγκριθεί µέχρι 31.01.2013 προτείνεται η παρέκκλιση από τη παραπάνω διάταξη ειδικά για το µεταβατικό στάδιο και όχι µετά την 30.6.2013 ώστε να ισχύσουν οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 369/1976 που δίδουν την ευχέρεια να πραγµατοποιούνται δαπάνες έως ότου εγκριθεί ο προϋπολογισµός και µέχρι του ύψους του 50% των πιστώσεων όπως έχουν διαµορφωθεί του προηγούµενου έτους. Αντίστοιχα θέµατα ρυθµίζονται και για τα Κεφάλαια Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών τα οποία συγχωνεύτηκαν σε ένα Ν.Π.Δ.Δ. και δίδεται η δυνατότητα οι υπάρχουσες την 11.11.2012 Διοικούσες Επιτροπές των Κεφαλαίων Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών (Κ.Α.Φ.) να εξακολουθήσουν να λειτουργούν µέχρι τη συγχώνευση των Κ.Α.Φ. στο Ενιαίο Κεφάλαιο Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών του άρθρου 10 του ν. 4109/2013 να εξακολουθούν να λειτουργούν και η σύνθεση των Διοικουσών Επιτροπών Κ.Α.Φ. Ξηράς και Λιµένων, είναι οι προβλεπόµενες από τα άρθρα 11 και 212 του π.δ. 369/1989 αντίστοιχα και πάντως όχι µετά την 30.62013.Επιπλέον, ρυθµίζονται θέµατα που προέκυψαν µετά την κατάργηση των Επιτροπών Ρύθµισης Φορτοεκφορτωτών Ξηράς ή Λιµένος µε βάση την περίπτωση 9 της υποπαραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Ειδικότερα µέχρι να εκκαθαριστούν οι λογαριασµοί εορτών, επιδόµατος αδείας και γάµου, την αρµοδιότητα την οποία είχαν οι παραπάνω επιτροπές δίδεται η δυνατότητα να εξακολουθούν να λειτουργούν και να ασκούν τις αρµοδιότητες µόνο για τα θέµατα και µέχρι την εκκαθάριση των παραπάνω λογαριασµών που προβλέπονται στην περίπτωση στ) της παρ. 3 του άρθρου 11 και της περίπτωσης ζ) της παρ. 3 του άρθρου 12 του π.δ. 369/1989. Επίσης στη περίπτωση που έχει λήξει η θητεία τους, αυτή παρατείνεται µέχρι την εκκαθάριση των παραπάνω αναφερόµενων λογαριασµών.

Με την παράγραφο 5 προστίθεται στο τέλος της παραγράφου Ι.Α.7.2 του ν. 4093/2012 εδάφιο γ΄ αναφορικά µε τις φορτοεκφορτωτικές εργασίες.

Τέλος, ερµηνεύεται η αληθής έννοια της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 29 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), όπως συµπληρώθηκε µε τη παράγραφο 11 του άρθρου 24 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180),είναι ότι συµπεριλαµβάνονται όλες οι τράπεζες ασχέτως νοµικής µορφής καθώς οι θυγατρικές επιχειρήσεις των τραπεζών ή των συνδεδεµένων εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όµιλο
µε τις τράπεζες.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Με το άρθρο 41 καταργούνται δώδεκα θέσεις ειδικών συνεργατών του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. από τη Γενική Γραµµατεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η πρωτοβουλία αυτή είναι αναγκαία και εντάσσεται στο πλαίσιο της συλλογικής κυβερνητικής προσπάθειας για την µείωση του κόστους λειτουργίας του δηµοσίου τοµέα και εξοικονόµησης δηµόσιων πόρων, ιδιαίτερα σε µια χρονική περίοδο που οι εργαζόµενοι και οι ασφαλισµένοι έχουν συµµετάσχει ενεργά σε σειρά παρεµβάσεων που σκοπό έχουν τον εξορθολογισµό και τη διασφάλιση της βιωσιµότητας του ασφαλιστικού συστήµατος. Από την απόφαση αυτή θα προκύψει δηµοσιονοµικό όφελος άνω των 400.000 ευρώ ετησίως.

Με τις διατάξεις του άρθρου 42 επεκτείνεται η δυνατότητα της ΗΔΙΚΑ Α.Ε. ως προς την υποστήριξη των φορέων εποπτείας του Υπουργείου Υγείας, όπως νοσοκοµεία και ο ΕΟΠΥΥ. Επιπλέον, κωδικοποιείται η διαδικασία ανάθεσης υπηρεσιών στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ µε σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας και σύµφωνα µε την απόφαση 6/2013 της ολοµέλειας του Ε.Σ. Τέλος τακτοποιούνται λογιστικές εκκρεµότητες που προέκυψαν από την µετατροπή του προϋφιστάµενου ΚΗΥΚΥ σε ΗΔΙΚΑ ΑΕ.

Με την παράγραφο 5 προβλέπεται ότι από 1.4.2013 δηµιουργείται στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ Ενιαίο Ηλεκτρονικό Αρχείο Ακίνητης Περιουσίας όλων των φορέων εποπτείας του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, στοιχεία της οποίας θα δηµοσιεύονται στο διαδίκτυο. Οι εποπτευόµενοι από το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας φορείς που διαθέτουν ακίνητη περιουσία υποχρεούνται να ενηµερώνουν εντός µηνός από κάθε µεταβολή τη βάση και να αναρτούν τις διακηρύξεις µίσθωσης, ανάθεσης εργολαβιών ή πώλησης των ακινήτων τους. Οι λεπτοµέρειες εφαρµογής θα καθοριστούν από απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Η πρωτοβουλία αυτή κρίθηκε αναγκαία για λόγους διαφάνειας και χρηστής διοίκησης αναφορικά µε την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των φορέων αυτών και την εξοικονόµηση δαπανών από τη δυνατότητα συστέγασης αυτών.

Πρέπει να υπάρχει κεντρικός συντονισµός, ορθολογική αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας προς όφελος των ασφαλιστικών ταµείων και των ασφαλισµένων, αλλά και βελτίωση της εξυπηρέτησης των πολιτών.

Στο νέο σύστηµα θα έχει πρόσβαση κάθε συνταξιούχος, εργαζόµενος και γενικά κάθε πολίτης, έτσι ώστε να µπορεί να πληροφορείται µε πλήρη διαφάνεια την τρέχουσα κατάσταση της ακίνητης περιουσίας των φορέων εποπτείας του Υπουργείου αλλά και κάθε µεταβολή αυτής.

Χαρακτηριστικό είναι ότι µόνο µε την ολοκλήρωση των µετεγκαταστάσεων (κεντρικής υπηρεσίας, επιθεώρησης εργασίας και Πρόνοιας), το συνολικό όφελος από εξοικονοµήσεις λειτουργικών εξόδων θα ανέλθει για το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας περίπου στο 1.500.000 ευρώ. Από την άλλη, µε την απόφαση για καταγγελία µισθωτηρίων συµβολαίων και µετεγκαταστάσεις κεντρικών υπηρεσιών του πρώην Οργανισµού Εργατικής Κατοικίας που βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης ήδη έχει επιτευχθεί επιπλέον εξοικονόµηση ύψους 552.000 ευρώ από λειτουργικές δαπάνες.

Με το άρθρο 43 ορίζεται η θητεία του Διοικητικού Συµβουλίου του ΤΕΑΠΙΕΝ σε τρία έτη. Η θέσπιση της διάταξης αυτής κρίνεται αναγκαία, δεδοµένου ότι από τις κείµενες διατάξεις δεν γίνεται καµία αναφορά στη διάρκεια της θητείας του. Επίσης, µε την παρούσα διάταξη προτείνεται το Δ.Σ. του Ταµείου να συνεχίζει να λειτουργεί επί ένα τρίµηνο µετά τη λήξη της θητείας του, προκειµένου να µην υπάρχει κενό στη λειτουργία του, δεδοµένου ότι το χρονικό διάστηµα που µεσολαβεί από τη λήξη της θητείας του µέχρι την επόµενη συγκρότησή του είναι µεγάλο λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών που απαιτούνται πριν από την έκδοση της πράξης συγκρότησής του.

Με το άρθρο 44 ρυθµίζονται θέµατα σχετικά µε τη σύνθεση και τη λειτουργία του Διοικητικού Συµβουλίου του Ταµείου Ασφάλισης υπαλλήλων τραπεζών και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας(ΤΑΥΤΕΚΩ). Από τις διατάξεις του άρθρου 70 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58), ορίσθηκε ότι το Ταµείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ), συγκροτούν τρεις κλάδοι: α) ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης, β) ο κλάδος πρόνοιας και γ) ο κλάδος υγείας. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 74 του ανωτέρω νόµου, το Ταµείο διοικείται από δεκαπενταµελές Διοικητικό Συµβούλιο. Μετά την ένταξη του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του ανωτέρω Φορέα, στο Ε.Τ.Ε.Α. και του κλάδου υγείας, ως προς τις παροχές σε είδος, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., το ΤΑΥΤΕΚΩ συγκροτούν πλέον µόνο ο κλάδος πρόνοιας και ο Λογαριασµός παροχών σε χρήµα. Ως εκ τούτου, κρίνεται αναγκαία η µείωση των µελών του Διοικητικού του Συµβουλίου από δέκα πέντε σε ένδεκα µέλη. Η πρόταση αυτή, ενισχύεται και από την ανάγκη εναρµόνισης
µε τους λοιπούς Φορείς Πρόνοιας, οι οποίοι διοικούνται από ενδεκαµελή Διοικητικά Συµβούλια.

Με το άρθρο 45, δεδοµένου ότι η εποπτεία του Ο.Π.Α.Δ. ασκείται πλέον από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 6 του ν.2768/1999, προτείνεται να συµµετέχει στο Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Δ. υπάλληλος της Γ.Γ.Κ.Α. του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, µε τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις οικείες για κάθε φορέα διατάξεις για τους υπαλλήλους της Γ.Γ.Κ.Α. που συµµετέχουν ως µέλη στα Δ.Σ. των Φ.Κ.Α.

Με τη παράγραφο 1 του άρθρου 46 προτείνεται η επαναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 άρθρου 33 ν. 4075/2012, καθώς δεν είναι δυνατή η εφαρµογή αυτής, λόγω κακής νοµοτεχνικής διατύπωσης. Ειδικότερα, µε τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 33 του ν. 4075/2012 προβλέφθηκε ότι το ποσοστό εργοδοτικής εισφοράς για όλους ανεξαρτήτως τους εργοδότες, των οποίων το προσωπικό υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΤΑΤΤΑ καθορίζεται, για το χρονικό διάστηµα από 1.1.2012 έως και 31.12.2013, σύµφωνα µε το ισχύον ποσοστό εισφοράς για τον Κλάδο Ασθένειας του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, δηλ. 5,1%, εφόσον οι θέσεις εργασίες των επιχειρήσεων που υπάγονται, καθόλο το προαναφερόµενο χρονικό διάστηµα ισούνται µε ή υπερβαίνουν το µέσο όρο των θέσεων εργασίας του Ιανουαρίου του έτους 2012. Ειδικότερα, η µείωση αυτή των εργοδοτικών εισφορών αφορά α) επιχειρήσεις, εκδοτικές ή τυπογραφικές των οποίων τα εκτυπούµενα έντυπα δεν κυκλοφορούν µέσω πρακτορείων πώλησης, β) εκδότες εφηµερίδων και περιοδικών των οποίων η καθ’ έκαστο φύλλο κυκλοφορία τους (εφηµερίδων ή περιοδικών) ανά την επικράτεια, δεν υπερβαίνει τα
3.000 φύλλα και γ) επιχειρήσεις που εκδίδουν περιοδικά στο νοµό Αττικής ή τυπογραφικές επιχειρήσεις οι οποίες ασχολούνται αποκλειστικά µε την έκδοση των περιοδικών αυτών εργολαβικά.Η ρύθµιση αυτή ανταποκρίνεται στην ανάγκη για τη στήριξη των εκδοτικών και τυπογραφικών επιχειρήσεων που ασφαλίζουν το προσωπικό τους στον τοµέα Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών και Θεσσαλονίκης του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ και την – κατά το δυνατό διατήρηση θέσεων εργασίας κατά τη σηµερινή δυσµενή οικονοµική συγκυρία, δεδοµένης τόσο της δυσχερούς οικονοµικής κατάστασης της χώρας όσο και των διεθνών εξελίξεων.

Λαµβανοµένου, ωστόσο, υπόψη ότι δεν νοείται µέσος όρος οποιουδήποτε µηνός π.χ. Ιανουαρίου του έτους 2012, όπως αναφέρει η ισχύουσα διάταξη, αλλά ο µέσος όρος νοείται για χρονική περίοδο τουλάχιστον δύο ή και περισσοτέρων µηνών, προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 33 ν.4075/2012 µε αντικατάστασή του από την ηµεροµηνία που ίσχυσε, σύµφωνα και µε την σχετική πρόταση του Δ.Σ. του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ.

Επιπλέον, µε την παράγραφο 2 ρυθµίζονται θέµατα που αφορούν στην ένταξη του κλάδου υγείας, µεταφορά πόρων, προσωπικού, µονάδων υγείας καθώς και η σύσταση και λειτουργία «Λογαριασµού παροχών σε χρήµα», λόγω της ένταξης στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από 1-12-2012 του κλάδου υγείας του Ενιαίου Ταµείου Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ) για τη λήψη παροχών ασθένειας σε είδος των ασφαλισµένων.

Με το άρθρο 47 καταργείται η παρ. 3 του άρθρου 47 του ν.4075/2012, µε την οποία προβλέπεται έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη ρύθµιση θεµάτων που αφορούν τη λειτουργία του ΕΟΠΥΥ καθώς και των υπηρεσιών που παραµένουν στον Οίκο Ναύτου, ΕΤΑΑ και ΤΑΥΤΕΚΩ µετά την ένταξη των παροχών υγείας σε είδος και για τις οποίες εκ παραδροµής αναφέρεται η συνυπογραφή των εν λόγω αποφάσεων από τον Υπουργό Υγείας. Επίσης προστίθεται και η ρύθµιση θεµάτων που αφορούν την εύρυθµη λειτουργία των υπηρεσιών του Τ.A.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω, Ε.Τ.Α.Α. και Ε.ΤΑ.Π.Μ.Μ.Ε. µετά την ένταξη των παροχών σε είδος των εν λόγω Ταµείων στον ΕΟΠΥΥ µε τις διατάξεις του ν. 4075/2012 και του ν.4093/2012.

Με το άρθρο 48 προστίθεται παράγραφος 4 στο τέλος του άρθρου 14 του ν.3655/2008 (Α΄58), στο οποίο ορίζονται τα ασφαλιζόµενα πρόσωπα στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΟΑΕΕ, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα επανεγγραφής στον Κλάδο. Με τις διατάξεις των άρθρων 12-19 του ν.3655/2008 (Α΄58), συστήθηκε, από 1/8/2008, στον Οργανισµό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελµατιών (ΟΑΕΕ) νέος Κλάδος επικουρικής ασφάλισης ελευθέρων επαγγελµατιών, µε σκοπό την παροχή µηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στα αναφερόµενα, στο σχετικό άρθρο, ασφαλιζόµενα πρόσωπα, καθώς και στα µέλη των οικογενειών τους. Σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 14 και ειδικότερα της παρ.3, τα ασφαλιστέα στον εν λόγω Κλάδο πρόσωπα, ασκούν το δικαίωµα υπαγωγής στην προαιρετική ασφάλιση άπαξ, ενώ δεν δύνανται να επανέλθουν εφόσον διακόψουν αυτήν ή απωλέσουν το δικαίωµά τους. Για το λόγο αυτό, στα πρόσωπα που ήταν πρώην ασφαλισµένα για κύρια σύνταξη στον ΟΑΕΕ, καθώς και για επικουρική σύνταξη στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΟΑΕΕ και τα οποία λόγω διακοπής του ελεύθερου επαγγέλµατος τους, διέκοψαν την ασφάλισή τους τόσο στον Κλάδο Κύριας Σύνταξης, όσο και στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης, µε παράλληλη διαγραφή τους και από τα µητρώα του, είναι απαραίτητο να τους δοθεί η δυνατότητα να επανεγγραφούν στον Κλάδο, εφόσον έχουν νέα επαγγελµατική δραστηριότητα ως ελεύθεροι επαγγελµατίες και σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία είναι υποχρεωµένοι να υπαχθούν εκ νέου στην κύρια ασφάλιση του ΟΑΕΕ.

Με το άρθρο 49 εναρµονίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές των µελών του ΔΣ των Α.Ε.. Με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 3518/2006 (Α’ 272) και την παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 3846/2010 (Α’ 66) στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. υπήγοντο τα µέλη του Δ.Σ. των Α.Ε. µε αντικείµενο επιχείρησης επαγγελµατική, βιοτεχνική ή εµπορική δραστηριότητα εφόσον ήταν µέτοχοι µε ποσοστό 3% τουλάχιστον. Με τις διατάξεις των περιπτώσεων β) και γ) της παρ. 9α του άρθρου 116 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) επήλθε διαφοροποίηση του ως άνω ενιαίου ποσοστού και συγκεκριµένα, για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. προβλέπεται για µεν τα µέλη Δ.Σ. των Α.Ε. µε αντικείµενο επαγγελµατική ή βιοτεχνική δραστηριότητα κατοχή µετοχών ποσοστού 5%, για δε τα µέλη Δ.Σ. των Α.Ε. µε αντικείµενο εµπορική δραστηριότητα κατοχή µετοχών ποσοστού 3%. Επειδή µε τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκαλείται άνιση µεταχείριση µεταξύ των ως άνω ασφαλιστέων στον Ο.Α.Ε.Ε. προσώπων, λόγω διαφοροποίησης του ως άνω ποσοστού, καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση των διατάξεων αυτών προκειµένου για την υπαγωγή των µελών Δ.Σ. των Α.Ε. να υφίσταται ενιαίο ποσοστό κατοχής µετοχών 3% τουλάχιστον, ανεξαρτήτως του αντικειµένου επιχείρησης ως επαγγελµατικής, βιοτεχνικής ή εµπορικής.

Με το άρθρο 50 ρυθµίζεται η καταβολή βοηθήµατος σε ασφαλισµένους του ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ και ΕΤΑΠ-ΜΜΕ. Στον Οργανισµό Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ο Ειδικός Λογαριασµός Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολουµένων, αποτελείται από δυο κλάδους, που λειτουργούν µε πλήρη οικονοµική και λογιστική αυτοτέλεια. Ο ένας κλάδος καλύπτει ασφαλισµένους στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και ο δεύτερος ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ. Ειδικά για τους ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ προβλέπεται ότι ως διακοπή επαγγέλµατος θεωρείται και το ιδιαιτέρως χαµηλό ετήσιο εισόδηµα αυτών, που δεν υπερβαίνει το ½ της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας, κατά το προηγούµενο της υποβολής της αίτησης έτος υπό τον πρόσθετο όρο ότι το τελευταίο 8µηνο προ της υποβολής της αίτησης δεν έχουν ασκήσει καµία επαγγελµατική δραστηριότητα (περίοδος αναµονής). Τέλος προβλέπεται και εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µε απόφαση του οποίου µετά από γνώµη των Διοικητικών Συµβουλίων των αρµόδιων οργανισµών και γνώµη του ΣΚΑ θα καθορίζονται και θα εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την απόκτηση της ιδιότητας του δικαιούχου, η διαδικασία, ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος χορήγησης του βοηθήµατος, το ύψος αυτού, τα απαιτούµενα δικαιολογητικά για την απόδειξη των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης του βοηθήµατος, καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή του, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή της διακοπή της παροχής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την υλοποίηση του παρόντος.

Με το άρθρο 51 ρυθµίζεται το ασφαλιστικό καθεστώς των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθµού, µε εξαίρεση τους Δηµάρχους και του Περιφερειάρχες, οι οποίοι δεν είναι δηµόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα γενικά. Με τις διατάξεις των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010 χορηγείται στους αντιδηµάρχους, στους Προέδρους Δηµοτικών Συµβουλίων, στους Αντιπεριφερειάρχες, στους Προέδρους Περιφερειακών Συµβουλίων, καθώς και στο συµπαραστάτη του δηµότη και της επιχείρησης και στο συµπαραστάτη του πολίτη και της επιχείρησης άδεια άνευ αποδοχών για όλο το διάστηµα της θητείας τους. Επίσης, µε τις διατάξεις των άρθρων 92 και 181 του ν. 3852/2010 καθορίζεται το ύψος της αντιµισθίας που καταβάλλεται στα ανωτέρω πρόσωπα. Με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 3865/2010 δόθηκε η δυνατότητα στα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθµού, µε εξαίρεση τους προέδρους νοµαρχιακών αυτοδιοικήσεων, τους νοµάρχες, τους δηµάρχους και τους προέδρους Κοινοτήτων, οι οποίοι έχουν την υπαλληλική ιδιότητα (δηµόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα γενικά), να διατηρούν το ασφαλιστικό καθεστώς των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονοµικής περίθαλψης, που είχαν πριν την εκλογή τους.

Από την ανωτέρω διάταξη εξαιρέθηκαν οι πρόεδροι νοµαρχιακών αυτοδιοικήσεων, οι νοµάρχες, οι δήµαρχοι και οι πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς ο χρόνος θητείας τους στις θέσεις αυτές λογίζεται ως συντάξιµος από το Δηµόσιο. Από το ανωτέρω νοµοθετικό πλαίσιο δεν προβλέπεται για τους αντιδηµάρχους, τους Προέδρους Δηµοτικών Συµβουλίων, τους Αντιπεριφερειάρχες, τους Προέδρους Περιφερειακών Συµβουλίων, καθώς και για το συµπαραστάτη του δηµότη και της επιχείρησης και το συµπαραστάτη του πολίτη και της επιχείρησης, οι οποίοι δεν είναι δηµόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα γενικά και οι οποίοι είτε λαµβάνουν την ανωτέρω ειδική άδεια άνευ αποδοχών είτε διακόπτουν την εργασία ή την απασχόλησή τους, µε αποτέλεσµα να µην έχουν οικονοµικά οφέλη κατά τη διάρκεια της θητείας τους από άσκηση εξαρτηµένης εργασίας, ελεύθερου επαγγέλµατος ή ως ανεξάρτητα απασχολούµενοι, η υπαγωγή τους στην ασφάλιση κάποιου ασφαλιστικού οργανισµού. Οµοίως, δεν προβλέπεται ασφαλιστική κάλυψη για πρόσωπα που µέχρι την έναρξη της θητείας τους δεν υπήγοντο στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού κύριας ασφάλισης, αρµοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Συνεπεία αυτών είναι αφενός από 1.1.2011 (ηµεροµηνία έναρξης της θητείας τους) τα ανωτέρω πρόσωπα να παραµένουν ανασφάλιστα και αφετέρου να µην καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισµούς. Για τους ανωτέρω λόγους, κρίθηκε αναγκαία η παρούσα διάταξη, για την ασφαλιστική τακτοποίηση των ανωτέρω προσώπων, καθώς και για την διασφάλιση των εσόδων των ασφαλιστικών οργανισµών.

Με το άρθρο 52 προτείνεται η αντικατάσταση της παρ.8 του άρθρου 10 του ν.3586/2007, προβλέπεται µέρος των οριζοµένων έργων και εργασιών της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, να ανατίθενται από τα Δ.Σ. των ΦΚΑ στις τεχνικές τους υπηρεσίες. Είναι δυνατή η ανάθεση των έργων ή εργασιών αυτών σε τρίτους, κατ΄ εφαρµογή της ισχύουσας νοµοθεσίας για τα δηµόσια τεχνικά έργα και µελέτες, εφόσον ο προϋπολογισµός τους δεν υπερβαίνει ετησίως τα 100.000 ευρώ (προ ΦΠΑ). Η διάταξη αυτή απλοποιεί, επιταχύνει και εξυπηρετεί την υλοποίηση µικρής κλίµακας έργων και εργασιών τεχνικού χαρακτήρα, είτε από τους ίδιους τους ΦΚΑ ή από τους ΦΚΑ ως αναθέτουσες αρχές, χωρίς την υποχρέωση χρήσης των υπηρεσιών των εταιρειών διαχείρισης και αξιοποίησης ακινήτων.

Με το άρθρο 53 παρέχεται µια εύλογη χρονική παράταση στα ασφαλιστικά ταµεία προκειµένου να δηµοσιεύουν τις οικονοµικές τους καταστάσεις σύµφωνα µε τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Η χρονική αυτή παράταση κρίνεται απαραίτητη δεδοµένου ότι απαιτείται περίοδος προσαρµογής για την προετοιµασία και προεργασία για την ευχερή σύνταξη των οικονοµικών καταστάσεων των Ταµείων στα ως άνω Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Τέλος παρέχεται η δυνατότητα στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας να εκδώσει απόφαση µε την οποία θα καθορίσει κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια ανάθεσης παροχής υπηρεσιών που αφορούν τις περιπτώσεις (β) και (γ) της παρ.1 του άρθρου 8 του ν.2042/1992 (Α΄ 75).

Με το άρθρο 54 προτείνεται να συνεχίζουν να λειτουργούν οι Διοικητικές Επιτροπές ΙΚΑΕΤΑΜ επί ένα τρίµηνο µετά τη λήξη της θητείας τους, προκειµένου να µην υπάρχει κενό στη λειτουργία τους, καθόσον σε πολλές περιπτώσεις το χρονικό διάστηµα που µεσολαβεί από τη λήξη της θητείας των ανωτέρω Επιτροπών, µέχρι την επόµενη συγκρότησή τους είναι µεγάλο, λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών που απαιτούνται πριν από την έκδοση της πράξης συγκρότησής τους. Ανάλογη ρύθµιση προβλέπεται για τις Τ.Δ.Ε. του ΟΑΕΕ και για τα Διοικητικά Συµβούλια των φορέων κοινωνικής ασφάλισης.

Με το άρθρο 55 δίνεται η δυνατότητα στον Διευθυντή του υποκαταστήµατος ΙΚΑΕΤΑΜ να ασκεί προσφυγή κατά αποφάσεων της ΤΔΕ όχι µόνο για τις υποθέσεις το αντικείµενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ αλλά και για υποθέσεις που δεν αποτιµώνται σε χρήµα αλλά έχουν οικονοµικές συνέπειες στο ίδρυµα. Έτσι τίθεται ασφαλιστική δικλείδα, προκειµένου να διασφαλίζονται έτι περαιτέρω τα έσοδα του Ιδρύµατος στις ελάχιστες, αλλά υπαρκτές, περιπτώσεις διαφωνίας ανάµεσα στην ΤΔΕ και τις υπηρεσίες του Υποκαταστήµατος. Με το άρθρο 56 δίνεται η δυνατότητα σε ΦΚΑ, την ΗΔΙΚΑ Α.Ε. ή ΝΠΔΔ αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, να µισθώνουν µεταξύ τους ακίνητα, µε µικρό ετήσιο µίσθωµα έως 4,8% της εκάστοτε ισχύουσας αντικειµενικής αξίας του µισθίου ή της αγοραίας αξίας στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστηµα προσδιορισµού της αξίας των ακινήτων µε αντικειµενικά κριτήρια.

Με το άρθρο 57, προκειµένου να αποφευχθεί η υπερσυγκέντρωση συνταξιούχων στα πιστωτικά ιδρύµατα για να λάβουν τη σύνταξή τους και η αποφυγή άσκοπη ταλαιπωρίας των συνταξιούχων της χώρας προτείνεται ως ηµεροµηνία καταβολής όλων των µηνιαίων συντάξεων κύριων, επικουρικών και µερισµάτων των ασφαλιστικών οργανισµών αρµοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του Δηµοσίου η προτελευταία εργάσιµη. Οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ και του ΟΑΕΕ θα συνεχίσουν να λαµβάνουν τη σύνταξή τους την 1η ηµέρα κάθε µήνα (όπως συµβαίνει µέχρι σήµερα).

Με το άρθρο 58 τροποποιείται η ασφάλιση ιδιοκτητών τουριστικών καταλυµάτων. Σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3050/2002 όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 25 του ν. 3846/2010 και το άρθρο 32 του ν. 4075/2012, οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυµάτων υπάγονται ανάλογα µε τη δυναµικότητα του αριθµού των δωµατίων στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ ή του ΟΓΑ, µε βάση πληθυσµιακά ή εισοδηµατικά κριτήρια. Επειδή το πλαίσιο αυτό της ύπαρξης των κριτηρίων και ειδικότερα ο εκ των υστέρων έλεγχος του εισοδηµατικού κριτηρίου για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ ή του ΟΓΑ των ιδιοκτητών µέχρι 5 δωµάτια καθώς και η παραµονή στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία του ΟΑΕΕ µε έκπτωση 30% των ιδιοκτητών από 6-10 δω-
µάτια δηµιουργεί προβλήµατα µε τις αλλεπάλληλες επικαλύψεις ως προς την ασφάλιση των εν λόγω προσώπων, από τις συνεχείς τροποποιήσεις των διατάξεων, µε ό,τι τούτο συνεπάγεται στον οικονοµικό προγραµµατισµό ιδίως των ιδιοκτητών τουριστικών καταλυµάτων της περιφέρειας, και λαµβάνοντας υπόψη την όλη οικονοµική συγκυρία, προτείνονται οι κατωτέρω διατάξεις µε σκοπό τη θέσπιση ενός απλούστερου και σταθερού καθεστώτος ασφάλισης των προσώπων αυτών µε βάση µόνο τη δυναµικότητα των δωµατίων σε όλη την επικράτεια. Συγκεκριµένα, προβλέπονται για τους ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυµάτων σε όλη την Επικράτεια: α) µέχρι 5 δωµάτια υπαγωγή στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΓΑ, β) από 6-10 δωµάτια υπαγωγή στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΓΑ εφόσον ασκείται παράλληλα και αγροτική δραστηριότητα. Εάν δεν ασκείται παράλληλα αγροτική δραστηριότητα, τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται στην ΟΑΕΕ στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία, µε την υποχρέωση της ανά τριετία µετάβασης σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία σύµφωνα µε το καταστατικό του ΟΑΕΕ (π.δ. 258/2005) και γ) από 11 δωµάτια και άνω, υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία µε την υποχρέωση της ανά τριετία µετάβασης σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία µε βάση το καταστατικό του ΟΑΕΕ.

Με το άρθρο 59 προτείνεται η σύσταση δύο θέσεων Υποδιοικητών στο Ενιαίο Ταµείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ), για την υποβοήθηση του έργου του Διοικητή του ΕΤΕΑ και την αποτελεσµατικότερη λειτουργία του Ταµείου, µετά την ένταξη σε αυτό των Ταµείων, Τοµέων και κλάδων Επικουρικής Ασφάλισης.

Με το άρθρο 60 ρυθµίζονται ζητήµατα ασφάλισης τακτικού προσωπικού που προσλήφθηκε ή θα προσληφθεί µετά την 1.10.2008 στο ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ βάσει προκηρύξεων του ΑΣΕΠ για πλήρωση θέσεων µόνιµου προσωπικού του ΤΣΜΕΔΕ που δηµοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ πριν την 01-10-2008, καθώς και όσων µετατάγησαν για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Διοικητικού Προσωπικού του ΤΣΜΕΔΕ µε µετάταξη βάσει των άρθρων 71 και 74 του ν. 3528/2007 και του άρθρου 6 του ν. 3613/2007 και υπηρετούν στο ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ προσωπικού του ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΘΕΜΑΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΝΤΡΩΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ (ΚΕ.Π.Α.)

Με το άρθρο 61 ανακαθορίζονται οι αµοιβές: α) των ιατρών των υγειονοµικών επιτροπών, β) των εισηγητών ιατρών των κατ’ οίκον περιστατικών, καθώς και των ιατρών των Μονάδων Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συµµετέχουν στις υγειονοµικές επιτροπές σε αντικατάσταση των ιατρών του Ειδικού Σώµατος και γ) των γραµµατέων των υγειονοµικών επιτροπών. Η αναπροσαρµογή αυτή είναι απαραίτητη για τους ακόλουθους λόγους: α) καταργείται ο προέλεγχος των ιατρικών δικαιολογητικών των υπό εξέταση από τις υγειονοµικές επιτροπές περιστατικών και εποµένως πρέπει να καταργηθούν αντίστοιχα οι σχετικές ιατρικές αµοιβές, αλλά και οι αµοιβές του Προϊσταµένου της Διεύθυνσης Αναπηρίας του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και των Προϊσταµένων Τµηµάτων αυτής, οι οποίες περιελήφθησαν στην παρ. 5 του άρθρου 6 του ν.3863/10 µε τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 27 του ν.4075/2012 (Α΄ 89), β) προκειµένου να δοθεί κίνητρο συµµετοχής των ιατρών στις υγειονοµικές επιτροπές, κρίνεται σκόπιµο να αυξηθεί ισοµερώς κατά ένα (1) ευρώ η καθορισθείσα µε τη διάταξη της υποπερίπτωσης Ι της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν.4038/2012 αµοιβής για τον Πρόεδρο και για κάθε µέλος των Υγειονοµικών Επιτροπών, ανά κρινόµενο περιστατικό, ανεξάρτητα εάν έχει οριστικοποιηθεί η σχετική γνωµάτευση ή όχι, καθώς και η αύξηση του µέγιστου καταβαλλόµενου ποσού σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ µηνιαίως και χίλια διακόσια (1.200) ευρώ αντίστοιχα, γ) δεν είχε προβλεφθεί αµοιβή για τους εισηγητές ιατρούς των κατ’ οίκον περιστατικών, αλλά και των ιατρών των Μ.Υ. ΕΟΠΥΥ που συµµετέχουν ως µέλη των υγειονοµικών επιτροπών ανά την επικράτεια, σε αντικατάσταση των ιατρών του Ειδικού Σώµατος, όποτε αυτό απαιτείται προκειµένου να µην αναβάλλονται οι προγραµµατισµένες επιτροπές και δ) δεν είχε προβλεφθεί αµοιβή για τους γραµµατείς που µετέχουν στη διαδικασία έκδοσης εισηγητικών εκθέσεων από εισηγητές ιατρούς στις περιπτώσεις των κατ’ οίκον περιστατικών.

Με δεδοµένο ότι δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή του ποσού των 46,14 ευρώ, κατά την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερόµενου, για εξέταση από τις υγειονοµικές επιτροπές των ΚΕΠΑ, σε περιπτώσεις που ζητείται η πιστοποίηση του βαθµού αναπηρίας για πρόσληψη στο Δηµόσιο, για φοροαπαλλαγή, για ελεύθερη µετακίνηση από τα ΜΜΜ κ.λπ., αλλά από τη Φ80000/οικ.20497/1670/
31.8.2012 εγκύκλιο της ΓΓΚΑ, µε την υποπαράγραφο αυτή ρυθµίζεται το θέµα νοµοθετικά, και επιπλέον διευκρινίζεται η διαδικασία απόδοσής του ποσού από τους υπόχρεους φορείς. Επίσης ρυθµίζεται το οικονοµικό θέµα της εξέτασης ενώπιον των Υγειονοµικών Επιτροπών του ΚΕΠΑ, των περιπτώσεων που οι αρµόδιοι φορείς αιτούνται τον επανέλεγχο για περιστατικά που είχαν εξεταστεί µέχρι 31/8/2011, αλλά και για τους σχετικούς επανελέγχους που ήδη έχουν διενεργηθεί, όπως π.χ. τυφλοί Χίου και Ζακύνθου.

Επιπλέον, ρυθµίζονται θέµατα των ιατρών που θα συνάψουν σύµβαση µίσθωσης έργου µε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για συµµετοχή στις υγειονοµικές επιτροπές. Με τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής ορίζεται ότι οι ιδιώτες ιατροί της παρ.2 του άρθρου 26 του ν.4038/2012 που θα συνάψουν σύµβαση έργου µε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ θα µετέχουν µόνο ως µέλη στις Υγειονοµικές Επιτροπές Αναπηρίας και δεν θα τους ανατίθεται η θέση του Προέδρου. Εποµένως αντίστοιχα αντικαθίστανται οι σχετικές µε την αµοιβή τους διατάξεις. Τέλος ρυθµίζεται το θέµα της καταβολής της αµοιβής των ιατρών που συµµετέχουν στις υγειονοµικές επιτροπές από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Μετά την µεταφορά όλου του ιατρικού και υγειονοµικού προσωπικού του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, οι ιατροί του Ειδικού Σώµατος που συµµετέχουν στις Υγειονοµικές Επιτροπές Αναπηρίας του ΚΕ.Π.Α. δεν έχουν σχέση εργασίας µε το ΙΚΑΕΤΑΜ και δεν υπάγονται σε αυτό για τη µισθοδοσία τους.

Με το άρθρο 62 ρυθµίζεται αναδροµικά το θέµα των αµοιβών των ιατρών προελέγχου, ανεξάρτητα από την έκδοση οριστικής γνωµάτευσης. Στην προτεινόµενη για κατάργηση διάταξη της υποπερ. ΙΙ της περ.α΄ της παρ.1 του άρθρου 26 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14), που αφορά στην καταβαλλόµενη ανά περίπτωση αµοιβή των ιατρών προελέγχου, απαιτούνταν να έχει εκδοθεί ανά εξεταζό-
µενη περίπτωση οριστική γνωµάτευση υγειονοµικής επιτροπής. Το εν λόγω προαπαιτούµενο απέκλειε τους ιατρούς προελέγχου από οποιαδήποτε αµοιβή, στις περιπτώσεις αναβολής της εξέτασης από υγειονοµική επιτροπή, ή µη έκδοσης οριστικής γνωµάτευσης κ.ά., αν και οι ίδιοι είχαν παράσχει τις υπηρεσίες προελέγχου, µε αποτέλεσµα να µην έχουν καταβληθεί µέχρι σήµερα οι σχετικές αµοιβές στους δικαιούχους.

Ακόµη, ρυθµίζεται αναδροµικά το θέµα των αµοιβών των γραµµατέων υγειονοµικών επιτροπών, ανεξάρτητα από την έκδοση οριστικής γνωµάτευσης, καθώς, οµοίως στις περιπτώσεις που, για οποιονδήποτε λόγο δεν κατέστησαν οριστικές οι γνωµατεύσεις των υγειονοµικών επιτροπών, π.χ. για λόγους περαιτέρω ελέγχου, δεν καταβλήθηκε η προβλεπόµενη αποζηµίωση στους γραµµατείς που είχαν παράσχει τις υπηρεσίες τους. Με το άρθρο 63 συµπληρώνεται η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3863/2010, προκειµένου να υπάρξει διεύρυνση του αριθµού των συµµετεχόντων ιατρών στο Ειδικό Σώµα, ώστε να συµπεριληφθούν σε αυτό, πέραν των µονίµων και ΙΔΑΧ ιατρών του ΕΟΠΥΥ και του ΕΣΥ, και αυτοί που υπηρετούν µε σύµβαση ορισµένου χρόνου, δεδοµένου ότι οι εκκρεµότητες των ΚΕ.Π.Α παραµένουν µεγάλες, ιδίως στην περιφέρεια, µε αναµονή κατά µέσο όρο τους 8-10 µήνες, αφενός ελλείψει ιατρών ειδικοτήτων (νευρολόγοι, καρδιολόγοι, ψυχίατροι), αφετέρου λόγω του µεγάλου αριθµού των ιατρών που υποβάλλουν καθηµερινά αιτήσεις εξαίρεσης για λόγους υγείας, οικογενειακούς ή ακόµη και οικονοµικούς.

Με το άρθρο 64 επιχειρείται η καθολική δέσµευση των ιατρών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και όσων θα συµβληθούν µε αυτόν στο µέλλον, να συµµετέχουν στις Υγειονοµικές Επιτροπές Αναπηρίας, καθώς µέχρι σήµερα δεν έχει καταστεί εφικτή η δηµιουργία ενός κανονιστικού πλαισίου συνεργασίας των δύο Φορέων, ώστε να είναι εφικτός και αποτελεσµατικός ο ενδο-διοικητικός ή και πειθαρχικός έλεγχος της εκπλήρωσης των υπηρεσιακών υποχρεώσεων ιατρών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που σήµερα απαρτίζουν αποκλειστικά το Ειδικό Σώµα Ιατρών Υγειονοµικών Επιτροπών ΚΕ.Π.Α.. Προκειµένου να προωθηθεί για εξέταση µία αίτηση προς τα ΚΕΠΑ, απαιτείται να γίνει διοικητικός προέλεγχος, καταχώριση στοιχείων του φακέλου στο ΟΠΣ-ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και σάρωση των υποβληθέντων δικαιολογητικών προκειµένου να εισαχθούν στο σύστηµα. Το προσωπικό του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που ασχολείται σήµερα µε την εργασία αυτή δεν επαρκεί, µε αποτέλεσµα να παρατηρούνται µεγάλες καθυστερήσεις στην εισαγωγή των περιπτώσεων στο ΟΠΣ-ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ώστε να µπορεί να γίνει προγραµµατισµός των ραντεβού.

Με το άρθρο 65 προτείνεται να γίνει κατά παρέκκλιση των κειµένων διατάξεων: α) άµεση ενίσχυση του διοικητικού προσωπικού των ΚΕΠΑ µε απόσπαση από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και β) δυνατότητα ενίσχυσης των γραµµατειών των ΚΕΠΑ µε απόσπαση από φορείς του Δηµοσίου, ύστερα από προκήρυξη.

Με το άρθρο 66 προτείνεται να παραταθεί η καταβολή της σύνταξης λόγω αναπηρίας για ένα εξάµηνο επειδή υπάρχει µεγάλη αναµονής ασφαλισµένων –κυρίως της περιφέρειας της χώρας– για εξέταση από τα ΚΕ.Π.Α., χωρίς υπαιτιότητά τους, και προκειµένου να παραταθεί η συνταξιοδότησή τους, µετά τη λήξη του συνταξιοδοτικού δικαιώµατος λόγω αναπηρίας, Η παράταση της σύνταξης κρίνεται θεµιτό να γίνει το ίδιο ποσό που ελάµβανε ο συνταξιούχος πριν από τη λήξη του δικαιώµατος, υπό την προϋπόθεση ότι για το δικαίωµα αυτό είχε λάβει στην αµέσως προηγούµενη κρίση ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Ωστόσο, εάν µετά την κρίση των υγειονοµικών επιτροπών, οι ασφαλισµένοι λάβουν χαµηλότερο ποσοστό αναπηρίας ή δεν λάβουν συντάξιµο ποσοστό αναπηρίας, οι τυχόν αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται. Προτείνεται, τέλος, η διάταξη να έχει µεταβατική ισχύ, δεδοµένου ότι µε άλλες παρεµβάσεις που ήδη δροµολογούνται (π.χ. σύµβαση ΙΚΑ-ΕΤΑΜ µε 400 ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων που θα στελεχώσουν τις υγειονοµικές επιτροπές των ΚΕΠΑ), η λειτουργία των υγειονοµικών επιτροπών των ΚΕΠΑ αναµένεται να εξοµαλυνθεί εντός του 2013.

Με το άρθρο 67 αναδιαµορφώνεται ο τρόπος άσκησης προσφυγής στη Δευτεροβάθµια Υγειονοµική Επιτροπή. Με τις διατάξεις του εδαφίου γ΄ της παρ.1 του άρθρου 27 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) προστέθηκε παράγραφος 8 στο άρθρο 6 του ν.3863/2010 (Α΄ 115), από τις οποίες ορίζεται: «Μέχρι την έκδοση του ανωτέρω Κανονισµού ΚΕ.Π.Α. οι υπηρεσίες των ΚΕ.Π.Α. (γραµµατείες, υγειονοµικές επιτροπές) συστήνονται και λειτουργούν σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 27,28,29,30,33,34,35,36,37 του Κ.Α.Α. του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ».

Ειδικότερα, µε βάση τις διατάξεις της παρ.8 του άρθρου 28 και του άρθρου 35 του Κ.Α.Α. του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΥΑ 57440 της 13 Ιαν./7Φεβρ.1938) όπως ισχύουν, αρµόδια όργανα για την κρίση των ενστάσεων που ασκούνται κατά των γνωµατεύσεων των Α΄/θµιων Υγειονοµικών Επιτροπών είναι οι αντίστοιχες Β΄/θµιες. Το δικαίωµα προσφυγής σε αυτές ασκείται είτε από τον ασφαλισµένο, είτε από το ασφαλιστικό όργανο, µέσα στις προθεσµίες που ορίζονται στην παρ.8 του άρθρου 28 του Κ.Α.Α. του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Κατά συνέπεια, µε γνώµονα, αφενός, την διασφάλιση της ορθής εφαρµογής των διατάξεων του Ε.Κ.Π.Π.Α., αφετέρου την ισονοµία και ενιαία αντιµετώπιση στο σχετικό δικαίωµα προσφυγής του αρµόδιου κατά περίπτωση ασφαλιστικού οργάνου, αυτό θα πρέπει να ασκείται, στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται από τις κανονιστικές διατάξεις των λοιπών ΦΚΑ, του Δηµοσίου, αλλά κυρίως στις περιπτώσεις των ανασφάλιστων πολιτών, από τον προϊστάµενο της Δ/νσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας. Η προτεινόµενη διάταξη έχει προσωρινό χαρακτήρα, δεδοµένου ότι µετά τη θέσπιση του ΚΕ.Π.Α. όλοι οι εµπλεκόµενοι φορείς οφείλουν να αναπροσαρµόσουν τη σχετική νοµοθεσία τους σύµφωνα µε τις διέπουσες το νεοσύστατο θεσµό καθολικές διατάξεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΘΕΜΑΤΑ Ο.Γ.Α.

Το άρθρο 68 προτείνεται προκειµένου να επιλυθεί η αµφισβήτηση για το εάν καταλαµβάνουν και τον ΟΓΑ οι ρυθµίσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 61 του ν.3863/2010 (Α΄ 115), όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συµπληρώθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν.3996/2011 (Α΄ 170) και τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ.3 του ν.4075/2012 (Α΄ 89). Επίσης, µε την παρούσα ρύθµιση θεσπίζεται διάταξη για συµψηφισµό ή παρακράτηση από τη δικαιούµενη σύνταξη οφειλόµενων ασφαλιστικών εισφορών και στον ΟΓΑ. Συγκεκριµένα αποσαφηνίζεται ότι, η παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 3863/2010 ισχύει και για τους αυτοτελώς απασχολούµενους οφειλέτες του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, σε περίπτωση υπαγωγής τους σε διακανονισµό των καθυστερούµενων οφειλών τους. Επίσης, αποσαφηνίζεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις που αφορούν στην καταβολή σύνταξης από την ηµεροµηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόµενο ποσό, προσαυξηµένο µε τα πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις δεν είναι µεγαλύτερο των τριάντα (30) µηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων λόγω γήρατος για καθένα ασφαλιστικό οργανισµό, µε ανώτατο όριο το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν ισχύουν για τον ΟΓΑ. Τέλος, µε την παρούσα ρύθµιση, προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης της σύνταξης από τον ΟΓΑ, από την ηµεροµηνία που ορίζουν οι καταστατικές του διατάξεις, και στην περίπτωση που ο ασφαλισµένος οφείλει ασφαλιστικές εισφορές, εφόσον αυτές, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης συνταξιοδότησης, δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ. Το οφειλόµενο ποσό συµψηφίζεται ή παρακρατείται κάθε µήνα και µέχρι την εξόφλησή του, από το σύνολο των δικαιούµενων ποσών σύνταξης.

Με το άρθρο 69 προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που ο/η σύζυγος του ανασφάλιστου υπερήλικα έχει κηρυχθεί σε αφάνεια σύµφωνα µε τις διατάξεις του Α.Κ, δικαιούται σύνταξη εφόσον πληροί και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. Προβλέπεται επίσης ότι, σε περίπτωση διάστασης, εφόσον δεν έχει καταστεί οριστική η λύση του γάµου, ο αιτών την παροχή, σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις, αντιµετωπίζεται ως έγγαµος.

Με το άρθρο 70 προτείνεται η Ασφάλιση των εργατών γης σε µεγαλύτερη ασφαλιστική κατηγορία. Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 2639/1998, στην ασφάλιση του ΟΓΑ υπάγονται όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελµα, µε µισθό ή ηµεροµίσθιο σε αγροτικές εκµεταλλεύσεις (εργάτες γης). Οι εργάτες γης ασφαλίζονται στον ΟΓΑ ως αυτοτελώς απασχολούµενοι, και καταβάλλουν οι ίδιοι τις ασφαλιστικές εισφορές τους και η συντριπτική πλειονότητα των εργατών γης είχε επιλέξει να ασφαλιστεί στην 1η (κατώτερη) ασφαλιστική κατηγορία. Η µηνιαία εισφορά για σύνταξη ασφαλισµένου εργάτη γης (µε πλήρη ασφάλιση) στην 1η (κατώτερη) ασφαλιστική κατηγορία ανέρχεται σήµερα στα €34,07. Η ετήσια εισφορά για σύνταξη, ασθένεια και ΛΑΕ ανέρχεται σήµερα στα € 752,28.

Μετά την εφαρµογή των διατάξεων του άρθου 44 του ν.3986/2011, η πλειονότητα των ασφαλισµένων εργατών γης έχει µεταταγεί στη 2η ασφαλιστική κατηγορία, µε ετήσια εισφορά τα € 850,32.

Με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3863/2010 θεσπίστηκε το εργόσηµο για την καταβολή της αµοιβής και των ασφαλιστικών εισφορών, των κατ’ οίκον περιστασιακά απασχολούµενων καθώς και των εργατών γης.

Επειδή η επιλογή καταβολής εισφορών από τους εργάτες γης στην 1η ασφαλιστική κατηγορία είναι ιδιαίτερα χαµηλή σε σχέση µε άλλες κατηγορίες ασφαλισµένων στον ΟΓΑ, όπως είναι οι απασχολούµενοι µε αµοιβή σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς αγροτικής δραστηριότητας κ.λ.π. που ασφαλίζονται στην 5η ασφαλιστική κατηγορία, µε αποτέλεσµα να δηµιουργούνται διάφορες στρεβλώσεις, προτείνεται να οριστεί ως κατώτατη υποχρεωτική ασφαλιστική κατηγορία για τους εργάτες γης, η 3η κατηγορία της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2458/1997.

Περαιτέρω, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), οι ηµέρες εργασίας των εργατών γης υπολογίζονται ανά έτος µε βάση τις αµοιβές τους (που έχουν λάβει µε εργόσηµο) και προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των καταβληθεισών εντός του έτους αµοιβών δια του ηµεροµισθίου του ανειδίκευτου εργάτη της 31ης Δεκεµβρίου του προηγούµενου έτους, θεωρούνται δε ως πραγµατοποιηθείσες κατά το µήνα εξόφλησης των εργοσήµων.

Σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α΄ 28) και την αριθ. 6/28.2.2012 Πράξη Υπουργικού Συµβουλίου, το Η.Α.Ε. της 31.12.2012 για µεν τους εργαζόµενους ηλικίας άνω των 25 ετών ανέρχεται σε €26,18 για δε τους εργαζόµενους ηλικίας µέχρι 25 ετών ανέρχεται σε €22,83.

Ο υπολογισµός των ηµερών εργασίας που πραγµατοποιούνται µέσα στο ίδιο έτος θα πρέπει να γίνεται µε ενιαίο ηµεροµίσθιο και όχι µε ηµεροµίσθιο ανάλογο της ηλικίας των εργαζοµένων, διαφορετικά θα δηµιουργηθούν σοβαρότατα προβλήµατα στον ΟΓΑ. Για το λόγο αυτόν προτείνεται ο υπολογισµός των ηµερών εργασίας όλων των εργαζοµένων της παρ. 1 περίπτωση β΄ του άρθρου 20 του ν.3863/2010, να γίνεται µε βάση το ηµεροµίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη της 31ης Δεκεµβρίου του προηγούµενου έτους, που ισχύει για εργαζόµενους ηλικίας 25 ετών και άνω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Με τις διατάξεις της παρ.14 του άρθρου 26 του ν. 4075/2101 (Α΄ 89) δόθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισµένους των ενταχθέτων στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑΕΤΑΜ τ. Ειδικών Ταµείων (πλην του πρώην ΟΑΠ-ΔΕΗ) , οι οποίοι, κατά την ηµεροµηνία ένταξής τους ήταν ασφαλισµένοι σε αυτά, να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους στα εν λόγω ταµεία υπό συγκεκριµένες προϋποθέσεις.

Με το άρθρο 71 το δικαίωµα της προαιρετικής ασφάλισης επεκτείνεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στους ασφαλισµένους του ΟΑΠ-ΔΕΗ για λόγους ίσης µεταχείρισης.

Με το άρθρο 72 καθορίζεται η βάση υπολογισµού για την κατανοµή των καταβληθεισών εισφορών του ΙΚΑ ΕΤΑΜ στους Οργανισµούς ΕΟΠΥΥ, ΕΤΕΑ, Ο.Α.Ε.Δ. για λογαριασµό των οποίων συνεισπράττονται εισφορές. Έτσι, ρητά πλέον προβλέπεται ότι αυτή πραγµατοποιείται βάση των στοιχείων που προκύπτουν από τις δηλωθείσες εισφορές µέσω των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων και των ασφαλιστικών κινδύνων που απεικονίζονται στα πακέτα ασφάλισης.

Με το άρθρο 73 δεδοµένης της σχεδιαζόµενης από το Υπουργείο Οικονοµικών και το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συνείσπραξης Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ) και ασφαλιστικών εισφορών , τµήµα της οποίας θα είναι και ο καθορισµός κοινών καταληκτικών προθεσµιών καταβολής αυτών και επειδή η διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4075/2012 ουδέποτε εφαρµόστηκε, µε την παράγραφο 5:

α. καταργείται η µη εφαρµοσθείσα διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4075/2012 και, εποµένως, συνεχίζει να ισχύει το προϊσχύον καθεστώς ως προς την προθεσµία καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών και

β. δίνεται η εξουσιοδότηση έκδοσης ΚΥΑ µε την οποία δύνανται να ανακαθοριστούν τόσο οι προθεσµίες καταβολής εισφορών όσο και –ενδεχοµένως – το ύψος των προσθέτων τελών που επιβάλλονται σε περίπτωση εκπρόθεσµης καταβολής αυτών. Και τούτο προκειµένου να εναρµονιστούν οι προθεσµίες αυτές µε τα ανάλογα ισχύοντα για την είσπραξη του ΦΜΥ από το Υπουργείο Οικονοµικών.

Με το άρθρο 74 ρυθµίζονται θέµατα που αφορούν στην εφαρµογή του εργοσήµου. Ειδικότερα, επαναπροσδιορίζονται οι ειδικότητες του κατ΄οίκον απασχολούµενου προσωπικού που αµείβεται µε το εργόσηµο, προστίθενται ορισµένες νέες κατηγορίες, ενώ αυστηροποιούνται και οι όροι χρήσης αυτού.Όπως είναι γνωστό, µε τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.3863/2010, όπως τροποποιήθηκε µε την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν.3996/2011, θεσπίστηκε η δυνατότητα καταβολής της αµοιβής του κατ’ οίκον απασχολούµενου προσωπικού καθώς και των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδότη και εργαζόµενου) και η απόδοση τους υπέρ του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης µε την έκδοση ειδικού εργόσηµου υπό τύπο επιταγής. Επίσης, καθορίστηκαν οι εργασίες ή υπηρεσίες του κατ’ οίκον απασχολούµενου προσωπικού που υπάγονται στη ρύθµιση του εργοσήµου, καθώς και οι φορείς που εκδίδουν και διαθέτουν το εργόσηµο.

Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 21 του ίδιου ως άνω νόµου προβλέπουν ότι, οι κρατήσεις για ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζόµενου υπολογίζονται σε ποσοστό 20% και εµπεριέχονται στην αναγραφόµενη τιµή του εργοσήµου. Οι ανωτέρω εργαζόµενοι ασφαλίζονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τους Κλάδους Σύνταξης και Ασθένειας, καθώς και στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και στον Ο.Ε.Κ., ενώ δικαιώνονται διπλάσιες ηµέρες ασφάλισης από όσες προκύπτουν από τη διαίρεση του ποσού των εισφορών µε το ανά ηµέρα ή µήνα εργασίας ποσό εισφοράς που αντιστοιχεί στο ηµεροµίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη της 31ης Δεκεµβρίου του προηγούµενου έτους σύµφωνα µε την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και δεν µπορούν να υπερβούν τις 30 ηµέρες ασφάλισης ανά µήνα ή τις 360 ηµέρες ασφάλισης κατά έτος.

Το ανωτέρω νοµοθετικό πλαίσιο του εργοσήµου ήταν προβληµατικό και προκάλεσε απώλεια εσόδων, καθώς οι αµειβόµενοι µε το εργόσηµο ασφαλισµένοι κατέβαλλαν πολύ χαµηλές ασφαλιστικές εισφορές (20% έναντι 34,65% που ισχύει για τους λοιπούς ασφαλισµένους του Ιδρύµατος που ασφαλίζονται στους ίδιους κλάδους ), ενώ δικαιούνταν πλήρεις παροχές, µε αποτέλεσµα αφενός να επιβαρύνεται αρκετά το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και αφετέρου να υπάρχει άνιση µεταχείριση έναντι των λοιπών ασφαλισµένων του Ιδρύµατος. Με δεδοµένη την παρούσα οικονοµική συγκυρία, αλλά και την ανάγκη δηµοσιονοµικού εξορθολογισµούεπ΄ ωφελεία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προτείνεται η τροποποίηση του ανωτέρω νοµοθετικού πλαισίου και η αυστηροποίηση των όρων λήψης των παροχών. Ειδικότερα επεκτείνεται η εφαρµογή του σε δύο νέες κατηγορίες προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες καθαρισµού και φροντίδας κήπου σε κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικίας –εφόσον για τις υπηρεσίες αυτές δεν είναι υπάλληλοι ή µέλη εταιριών. Επίσης αυξάνεται το ποσοστό ασφαλιστικών εισφορών από 20% σε 30%, καταργείται ο διπλασιασµός των ηµερών ασφάλισης που προκύπτουν από το εργόσηµο και θεσπίζονται 25 ηµέρες ασφάλισης ανά ηµερολογιακό µήνα ή 300 ανά έτος (έναντι 30 ηµερών ασφάλισης και 360 αντίστοιχα που ισχύει µέχρι σήµερα), προκειµένου η σχέση µεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και καταβαλλόµενων παροχών να γίνει πιο αναλογική και να αποτραπεί η περαιτέρω οικονοµική επιβάρυνση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Επίσης, οι ηµέρες ασφάλισης που προκύπτουν κατά τα ανωτέρω ανάγονται στο µήνα εξαργύρωσης του εργοσήµου.

Με το άρθρο 75 καθορίζεται η αποζηµίωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε 5% επί των εισπραττοµένων ασφαλιστικών εισφορών για τις υπηρεσίες που παρέχει στον Εθνικό Οργανισµό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ). Ειδικότερα το ΙΚΑ θα παρέχει στον ΕΟΠΥΥ κυρίως τις παρακάτω υπηρεσίες : 1. Βεβαίωση και είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, 2. Βεβαιώσεις ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισµένων, 3. Κάθε διοικητική και οικονοµική υποστήριξη, από το σύνολο των υπηρεσιών του, τόσο από τις υπηρεσίες διοίκησης, από τα περιφερειακά του υποκαταστήµατα όσο και από το Ολοκληρωµένο Πληροφοριακό Σύστηµα (ΟΠΣ).

Με το άρθρο 76 προτείνονται τα ακόλουθα:

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του α.ν. 1846/1951 όπως ισχύει, οι συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. ασφαλίζονται για υγειονοµική περίθαλψη, καταβάλλοντας εισφορά η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 4% επί του ποσού της σύνταξης. Κατ’ εφαρµογή των αναφερόµενων του άρθρου 11 του ν. 1276/1982 (Α΄100), όπως ισχύει µε την παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 1276/1982 (Α΄100) και της Υ.Α. αριθµ. Φ 40021/15895/1110/22.02.2006, οι Έλληνες υπήκοοι ή οµογενείς που συνταξιοδοτούνται από οποιαδήποτε αλλοδαπή πηγή, εφόσον διαµένουν µόνιµα στην Ελλάδα και δεν είναι ασφαλισµένοι για υγειονοµική περίθαλψη σε ηµεδαπό οργανισµό, µπορούν µε αίτησή τους να υπαχθούν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ., καταβάλλοντας εισφορά ίση µε 8,5% επί του ποσού της καταβαλλόµενης σύνταξης. Το ποσό της εισφοράς αυτής δεν µπορεί να είναι µικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί σε ποσό σύνταξης 568,16 ευρώ, αναπροσαρµοζόµενο κατ’ έτος µε το ποσοστό αύξησης των συντάξεων. Η εισφορά για υγειονοµική περίθαλψη στην περίπτωση αυτή, δε µπορεί να είναι µικρότερη των 48,29 ευρώ. Συνταξιούχοι αλλοδαπού φορέα ή ασφαλισµένοι του ιδρύµατος που καθίστανται συνταξιούχοι του Ι.Κ.ΑΕ.Τ.Α.Μ, µε συνυπολογισµό χρόνου ασφάλισης από χώρες µε τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει διµερή σύµβαση, ασφαλίζονται πλέον για υγειονοµική περίθαλψη, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 6 του α.ν.1846/1951 όπως ισχύει κάθε φορά, καταβάλλοντας την προβλεπόµενη εισφορά του συνταξιούχου ήτοι 4% επί του ποσού της σύνταξης. Επειδή στις περιπτώσεις αυτές το ποσό της σύνταξης είναι µικρό, η εισφορά για υγειονοµική περίθαλψη είναι δυσανάλογα µικρή µε το κόστος των παρεχόµενων υπηρεσιών. Κατόπιν αυτού και για λόγους ίσης µεταχείρισης των συνταξιούχων του Ιδρύµατος προτείνεται η θέσπιση διάταξης ώστε η εισφορά να υπολογίζεται επί του ποσού της σύνταξης αλλά να µην είναι µικρότερη από αυτή που αντιστοιχεί στο ποσό της σύνταξης των 568,16€ όπως ισχύει κάθε φορά.

Λόγω της δυσµενούς οικονοµικής κατάστασης, της υποαπασχόλησης και της µακροχρόνιας ανεργίας σε πολλούς τοµείς και κλάδους της οικονοµίας µε αποτέλεσµα οι εργαζόµενοι να µην συµπληρώνουν τις απαιτούµενες ηµέρες εργασίας – ασφάλισης και να παραµένουν ανασφάλιστοι για υγειονοµική και νοσοκοµειακή περίθαλψη, κρίνεται σκόπιµη η θέσπιση των διατάξεων αυτών ώστε
να δοθεί το δικαίωµα κάλυψης των ίδιων και των µελών οικογενείας τους.

Τέλος µε το άρθρο 77 ορίζονται οι καταργούµενες διατάξεις και µε το άρθρο 78 ορίζεται η έναρξη ισχύος του νόµου.

Αθήνα, 13 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Δ. Αβραµόπουλος Ι. Στουρνάρας
ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Π. Παναγιωτόπουλος Χ. Αθανάσιου
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ,
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ,
ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
Α. Μανιτάκης Κ. Χατζηδάκης
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ,
ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ
ΑΛΛΑΓΗΣ
Κ. Αρβανιτόπουλος Στ. Καλαφάτης
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΥΓΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ
ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Ι. Βρούτσης Α. Λυκουρέντζος
ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ,
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Α. Τσαυτάρης Α. Ρουπακιώτης
ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
Ν.-Γ. Δένδιας Ο. Κεφαλογιάννη
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ
Κ. Μουσουρούλης Θ. Καράογλου
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Δ. Σταµάτης



ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

Αντιµετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΡΙΑΔΝΗ

Άρθρο 1
Σύζευξη συστηµάτων Υπουργείων Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Εσωτερικών και Οικονοµικών

1.Η Διεύθυνση Μηχανοργάνωσης και Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας Στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών υποχρεούται να διασφαλίζει την συνεχή και απρόσκοπτη, πλήρη και σε πραγµατικό χρόνο πρόσβαση στο Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων στη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων, στις υπηρεσίες Ποινικού Μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, στην ανώνυµη εταιρεία «Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης Ανώνυµη Εταιρεία» (Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.), στην Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ), στον Εθνικό Οργανισµό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), καθώς και σε κάθε άλλο διαπιστευµένο στο σύστηµα αυτό φορέα.

2.Οι φορείς της προηγούµενης παραγράφου υποχρεούνται να διασφαλίζoυν στην Διεύθυνση Μηχανοργάνωσης και Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας Στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών την συνεχή και απρόσκοπτη, πλήρη και σε πραγµατικό χρόνο πρόσβαση στα αρχεία τους προκειµένου να είναι εφικτή η διασταύρωση και η συµπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων στο Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων.

3.Μεταξύ της Διεύθυνσης Μηχανοργάνωσης και Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας Στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών και εκάστου φορέα από τους αναφερόµενους στην παράγραφο 1 δύναται να συναφθούν πρωτόκολλα συνεργασίας για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του συστήµατος.

Άρθρο 2
Διασταυρωτικοί έλεγχοι της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.

1. Η αρµόδια διεύθυνση της «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» διασταυρώνει τα τηρούµενα σε αυτήν αρχεία συντάξεων µε τα στοιχεία που αντλεί από το Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων , όπως αυτό τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών, κατά τα προβλεπόµενα στο άρθρο 8Α, όπως αυτό προστίθεται στο ν. 344/1976 (Α΄ 143)
µε την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του παρόντος νόµου.

2. Αν από τον έλεγχο της παραγράφου 1 προκύψει ότι έχει επέλθει θάνατος συνταξιούχου, η αρµόδια διεύθυνση της «Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ» προβαίνει στην άµεση αναστολή καταβολής της σύνταξης και της δυνατότητας ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τον συγκεκριµένο ΑΜΚΑ και ενηµερώνει ταυτόχρονα τον αρµόδιο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΕΟΠΥΥ.

3. Αν από τον έλεγχο της παραγράφου 1 προκύψει ότι έχει επισυµβεί γάµος, διαζύγιο κατάρτιση ή λύση συµφώνου συµβίωσης η αρµόδια διεύθυνση της «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» ενηµερώνει τον ΕΟΠΥΥ, προκειµένου να προβεί στη διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης εκείνων, που απώλεσαν την ιδιότητα του προστατευόµενου ή εξαρτώµενου µέλους και προβαίνει στην άµεση αναστολή καταβολής των κάτωθι περιγραφοµένων παροχών και των επιδοµάτων εκείνων, που εξαρτώνται από την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου και ενηµερώνει τον βαρυνόµενο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης για να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες. Ειδικότερα:

α. Σε περίπτωση γάµου ή συµφώνου συµβίωσης αναστέλλεται η καταβολή σύνταξης χηρείας, σύνταξης άγαµης θυγατέρας ή άλλου προστατευόµενου µέλους. Επίσης ενηµερώνει τον βαρυνόµενο φορέα προκειµένου να προβεί στη διακοπή των ασφαλιστικών παροχών εκείνων που λόγω γάµου ή συµφώνου συµβίωσης απώλεσαν την ιδιότητα του προστατευόµενου ή εξαρτώµενου µέλους. Για την περίπτωση του γάµου λαµβάνεται υπόψη είτε η καταχώρηση της ληξιαρχικής πράξης γάµου στο αρµόδιο ληξιαρχείο, σύµφωνα µε τα αναφερόµενα στο ν. 344/1976, όπως τροποποιείται µε το νόµο αυτό, είτε η άπρακτη πάροδος δέκα µηνών από την έκδοση του προβλεποµένου από τις διατάξεις του άρθρου 18 του π.δ. 28/28.7.1931 παραβόλου για την έκδοση της άδειας γάµου. Για το λόγο αυτό η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων ενηµερώνει σε πραγµατικό χρόνο την ΗΔΙΚΑ ΑΕ για την έκδοση του ανωτέρω παραβόλου στο οποίο εφεξής αναγράφονται υποχρεωτικά το ονοµατεπώνυµο, οι ΑΜΚΑ και οι ΑΦΜ των µελλονύµφων. Αν για οποιοδήποτε λόγο µαταιώθηκε η τέλεση του γάµου, η ανασταλείσα καταβολή συνεχίζεται κανονικά, αφού προηγουµένως ο ενδιαφερόµενος προσκοµίσει στον οικείο ασφαλιστικό του φορέα βεβαίωση από την αρµόδια εκκλησιαστική ή δηµοτική αρχή ότι δεν τελέστηκε γάµος. Στην περίπτωση αυτή αποδίδονται αναδροµικά και άτοκα οι τυχόν παρακρατηθείσες παροχές κατά τα οριζόµενα στην παράγραφο αυτή. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µπορεί να διαφοροποιηθούν τα αναγκαία στοιχεία για την απόδειξη της µαταίωσης του γάµου.

β. Σε περίπτωση διαζυγίου ή λύσης συµφώνου συµβίωσης αναστέλλεται η καταβολή στους πρώην συζύγους ή συµβιούντες του επιδόµατος στήριξης τέκνων και των άλλων παροχών που είναι συνδεδεµένες µε την οικογενειακή κατάσταση. Η καταβολή συνεχίζεται και αποδίδονται στο δικαιούχο γονέα, που έλαβε την επιµέλεια των τέκνων, αναδροµικά και άτοκα τα επιδόµατα και οι λοιπές παροχές των οποίων είχε ανασταλεί η καταβολή τους, ύστερα από την προσκόµιση από αυτόν των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων στον αρµόδιο ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος ενηµερώνει αµελλητί την «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.».

4. Σε κάθε άλλη περίπτωση ληξιαρχικής µεταβολής η αρµόδια διεύθυνση της «Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ» ενηµερώνει σε εβδοµαδιαία βάση τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τον ΕΟΠΥΥ και τον Ο.Α.Ε.Δ..

Άρθρο 3
Λοιπές διασταυρώσεις Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.

Η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. προχωρεί µηνιαία σε διασταυρώσεις µε τα µητρώα του Εθνικού Συστήµατος Πληρωµών Συντάξεων, του ΑΜΚΑ και της ΓΓΠΣ προκειµένου:

α. να ενηµερώνονται όλα τα Ταµεία για παραβατική συµπεριφορά συνταξιούχων τους που έχει εντοπιστεί σε άλλο Ταµείο,

β. να παρέχονται στις αρµόδιες αρχές όλα τα αρχεία εντοπισµού των παραβατών και στοιχειοθεσίας των παραβάσεων.

Άρθρο 4
Αντικατάσταση και τροποποίηση διατάξεων του ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων»

1. Η περίπτωση ε΄ του άρθρου 4 του ν. 344/1976 (A΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής:
«ε. Να χρησιµοποιεί για την έκδοση των ληξιαρχικών πράξεων το πληροφοριακό σύστηµα του άρθρου 8Α».

2. Μετά το άρθρο 8 του ν. 344/1976 προστίθεται άρθρο 8Α ως έξης:
«Άρθρο 8Α Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων
1.Στο Υπουργείο Εσωτερικών δηµιουργείται Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων και τηρείται κεντρική βάση δεδοµένων αυτού. Στο σύστηµα αυτό επιτρέπεται η είσοδος µόνο διαπιστευµένων χρηστών µέσω κωδικών πρόσβασης που αποδίδει η Διεύθυνση Μηχανοργάνωσης και Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας Στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών. Οι διαπιστευµένοι χρήστες εισέρχονται στο πληροφοριακό σύστηµα για να καταχωρούν, αναζητούν, τροποποιούν, επεξεργάζονται, παρακολουθούν και εκτυπώνουν όλες τις ληξιαρχικές πράξεις που εκδίδονται από τα κατά τόπους αρµόδια ληξιαρχεία της χώρας.
2. Η Διεύθυνση Αστικής και Δηµοτικής Κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών διασφαλίζει την παροχή και διαχείριση των στοιχείων που απαιτούνται για τη λειτουργία και συνεχή ενηµέρωση της κεντρικής βάσης δεδοµένων της προηγουµένης παραγράφου.
3. Η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων, οι υπηρεσίες Ποινικού Μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, η ανώνυµη εταιρεία «Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης Ανώνυµη Εταιρεία» (Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.), η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), ο Εθνικός Οργανισµός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), καθώς και κάθε άλλος διαπιστευµένος φορέας αντλούν αυτοµατοποιηµένα από τη κεντρική βάση δεδοµένων ληξιαρχικά στοιχεία πολιτών αποκλειστικά για την άσκηση των αρµοδιοτήτων τους . Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών µπορεί να καθορίζονται και άλλοι διαπιστευµένοι φορείς που αντλούν στοιχεία από την κεντρική βάση δεδοµένων της παραγράφου 1.
4.Οι ληξιαρχικές πράξεις τυπώνονται αποκλειστικά από το Πληροφοριακό Σύστηµα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων και φέρουν χαρακτηριστικό ασφαλείας που παράγεται αυτόµατα από το πληροφοριακό σύστηµα.»

3. Στις περιπτώσεις γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 344/1976 η λέξη «εµφανισθέντων» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δηλούντων το ληξιαρχικό γεγονός».

4. Μετά την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του ν. 344/1976 προστίθεται παράγραφος 2 µε ταυτόχρονη αναρίθµηση της παραγράφου 2 σε 3, η οποία έχει ως εξής:
«2. Ο ληξίαρχος υποχρεούται να εισάγει στο πληροφοριακό σύστηµα του άρθρου 8Α και κάθε άλλο στοιχείο υποδεικνυόµενο από τους διαπιστευµένους φορείς προς εξυπηρέτηση των σκοπών λειτουργίας τους».

5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 14 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Μεταβολές που επέρχονται στην κατάσταση του φυσικού προσώπου µετά τη σύνταξη των ληξιαρχικών πράξεων λόγω νοµιµοποίησης, αναγνώρισης, αποκήρυξης, αµφισβήτησης της πατρότητας, υιοθεσίας τέκνου και λύσης αυτής, λύσης ή ακύρωσης γάµου, λύσης του συµφώνου συµβίωσης, προσθήκης ή µεταβολής ονόµατος, επωνύµου, ιθαγένειας, θρησκεύµατος ή αλλαγής φύλου καταχωρίζονται στο πεδίο του πληροφοριακού συστήµατος του άρθρου 8A που φέρει την ένδειξη «Μεταβολές» εντός µηνός από τότε που έλαβαν χώρα µε την προσκόµιση της σχετικής διοικητικής πράξης ή πιστοποιητικού περί του αµετακλήτου της σχετικής δικαστικής απόφασης . Ειδικότερα, τα πιστοποιητικά αµετακλήτου λύσης ή ακύρωσης γάµου, προκειµένου να χρησιµοποιηθούν ενώπιον οποιασδήποτε δηµόσιας ή δηµοτικής αρχής, πρέπει να φέρουν επ’ αυτών επισηµείωση του αρµοδίου ληξιάρχου ότι αντίγραφό τους κατατέθηκε σε αυτόν και ότι καταχωρήθηκε η σχετική µεταβολή στο πληροφοριακό σύστηµα του άρθρου 8Α.

6. Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
«Το όνοµα, το επώνυµο, τη δηµοτικότητα, και, εφόσον υφίσταται, το Φορέα Ασφάλισης του νεογνού».

7. Στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 344/1976 προστίθεται εδάφιο, ως εξής:
«Περιέχει επίσης τον Αριθµό Φορολογικού Μητρώου, τον Αριθµό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης και, εφόσον υφίσταται, το Φορέα Ασφάλισης αυτών».

8. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 23 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η δήλωση αυτή είναι πάντοτε έγγραφη και περιέχει τα αναφερόµενα στο άρθρο 22 στοιχεία».

9. Η περίπτωση α΄ του άρθρου 31 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Το όνοµα, το επώνυµο, την ιθαγένεια, το θρήσκευµα και το δόγµα, το επάγγελµα, τον τόπο και το έτος γεννήσεως και την κατοικία των συζύγων, τον Αριθµό Φορολογικού Μητρώου, τον Αριθµό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης και, εφόσον υφίσταται, το Φορέα Ασφάλισης αυτών».

Στο ίδιο άρθρο προστίθεται περίπτωση η΄ η οποία έχει ως εξής:
«η. Τον αριθµό του παραβόλου που καταβάλλεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 18 του π.δ. 28/28.7.1931 για την έκδοση της άδειας γάµου».

10. Μετά το άρθρο 31 του ν. 344/1976 προστίθεται άρθρο 31Α το οποίο έχει ως εξής:
«Άρθρο 31Α
Στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης του συµφώνου συµβίωσης
Η ληξιαρχική πράξη για το σύµφωνο συµβίωσης, πλην των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 9, περιέχει:
α. Το όνοµα και επώνυµο, την ιθαγένεια, το θρήσκευµα, το επάγγελµα, τον Αριθµό Φορολογικού Μητρώου, τον Αριθµό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, τον τόπο και το έτος γέννησης και την κατοικία των συµβαλλοµένων.
β. Το όνοµα και επώνυµο των γονέων των συµβαλλοµένων.
γ. Τα στοιχεία εγγραφής των συµβαλλοµένων στο δηµοτολόγιο.
δ. Τον τόπο, την ηµέρα, το µήνα και το έτος σύναψης του συµφώνου συµβίωσης.

11. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
«α.Το όνοµα, το επώνυµο και την κατοικία του δηλούντος».
Η περίπτωση στ΄ της ιδίας ως άνω παραγράφου αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Το όνοµα και το επώνυµο των γονέων του θανόντος.»

12. Στο άρθρο 34 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Στη ληξιαρχική πράξη σηµειώνεται από το ληξίαρχο, µε βάση τη δήλωση του δηλούντος το θάνατο και ο ακριβής τόπος ενταφιασµού, καθώς και η ηµεροµηνία και η ώρα αυτού».

13. Το άρθρο 35 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 35
Ενταφιασµός προσώπου
Δεν επιτρέπεται ο ενταφιασµός προσώπου χωρίς την προσκόµιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού στην οποία πρέπει να αναφέρεται ο ακριβής τόπος ενταφιασµού, καθώς και η ηµεροµηνία και η ώρα αυτού.

14. Η περίπτωση γ΄ του άρθρου 48 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. Όποιος κατά παράβαση του παρόντος νόµου διενεργεί ενταφιασµό χωρίς την προηγούµενη σύνταξη ληξιαρχικής πράξης θανάτου.»

15. Το άρθρο 49 του ν. 344/1976 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 49
Κυρώσεις σε περίπτωση παράλειψης δήλωσης των ληξιαρχικών γεγονότων
1.Στους υπόχρεους προς δήλωση ενώπιον ληξιάρχου, οι οποίοι παραλείπουν να προβούν στη δήλωση αυτή, επιβάλλεται µε απόφαση του Γενικού Γραµµατέα της Αποκεντρωµένης Διοίκησης πρόστιµο: α) ύψους εκατό ευρώ εάν προέβησαν σε δήλωση µετά την παρέλευση της κατά τα άρθρα 14 παράγραφος 1, 20 παράγραφος 1 και 29 παράγραφος 1 µηνιαίας, δεκαηµέρου και τεσσαρακονταηµέρου προθεσµίας δηλώσεως αντιστοίχως και β) ύψους τριακοσίων ευρώ αν προέβησαν σε δήλωση µετά την παρέλευση ενενήντα ηµερών από τη λήξη της προθεσµίας που προβλέπεται στα άρθρα αυτά.
2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών δύναται να αναπροσαρµόζονται τα ανωτέρω ποσά.
3.Ο ληξίαρχος ενηµερώνει αµελλητί τον Γενικό Γραµµατέα της Αποκεντρωµένης Διοίκησης για τις παραλείψεις της προηγουµένης παραγράφου.
4.Εφόσον υπόχρεοι προς δήλωση είναι περισσότεροι,η δήλωση κάποιου εξ αυτών απαλλάσσει τους λοιπούς.»

16. Μετά το άρθρο 49 του ν. 344/1976 προστίθεται άρθρο 49Α , το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Άρθρο 49Α Αστική ευθύνη
1.Υπάλληλοι του Δήµου, οι οποίοι παραλείπουν να προβούν στην έκδοση ληξιαρχικής πράξης ή εκδίδουν αυτή κατά παράβαση των κειµένων διατάξεων, ευθύνονται για κάθε θετική ζηµία που προξένησαν στο Δηµόσιο. Η ζηµία καταλογίζεται στα πρόσωπα αυτά µε αιτιολογηµένη πράξη του αρµοδίου οργάνου Διοίκησης του φορέα που ζηµιώθηκε. Κατά της πράξης αυτής επιτρέπεται έφεση από το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έγινε ο καταλογισµός ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η προθεσµία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης καταλογισµού.
2. Αν από τις διατάξεις του παρόντος νόµου προβλέπεται η συµµετοχή και τρίτων προσώπων για την έκδοση ληξιαρχικών πράξεων, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται κατ΄ ανάλογη εφαρµογή της προηγούµενης παραγράφου, εφόσον µε τις πράξεις ή παραλείψεις τους συνετέλεσαν στη θετική ζηµία του Δηµοσίου».

Άρθρο 5
Αντικατάσταση παραγράφου 8 του κεφαλαίου ΙΙ του άρθρου 75 του ν. 3463/2006

Η παράγραφος 8 του κεφαλαίου ΙΙ του άρθρου 75 του Κώδικα Δήµων και Κοινοτήτων (κ.ν. 3463/2006 (Α΄ 114) αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Η δηµιουργία, συντήρηση και λειτουργία κοιµητηρίων και κέντρων αποτέφρωσης νεκρών».

Άρθρο 6
Αντικατάσταση περίπτωσης στ΄ του άρθρου 82 του ν. 3852/2010

Η περίπτωση στ΄ του άρθρου 82 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Μεριµνά για την εύρυθµη λειτουργία, τη συντήρηση και την ευταξία του κοιµητηρίου της τοπικής κοινότητας, προεγκρίνει την κατασκευή οικογενειακών τάφων και λοιπών ταφικών µνηµείων και εκδίδει τις άδειες για την παράταση ταφής και την ανακοµιδή οστών.»

Άρθρο 7
Τήρηση ληξιαρχικών βιβλίων

Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του ν. 3448/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος τήρησης των ληξιαρχικών βιβλίων των Δήµων, οι οποίοι διαθέτουν Πληροφοριακό Σύστηµα, ανεξάρτητα από τον αριθµό των προς καταχώρηση ληξιαρχικών γεγονότων.»

Άρθρο 8
Κατάργηση διατάξεων ληξιαρχείων

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι υποπεριπτώσεις 1, 2 και 3 της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 4 του ν.344/1976, η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του ν. 344/1976, τα άρθρα 36 και 37 του ν. 344/1976, η περίπτωση β΄ του άρθρου 48 και η παράγραφος 2 του άρθρου 81 του ν. 3996/2011 (Α΄170).

2. Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 1 έως 7 του νόµου αυτού άρχεται από 1.3.2013.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΑΥΣΤΗΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ, ΤΟΥ ΕΟΠΥΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 9
Ποινική και αστική ευθύνη υπαλλήλων

1. Υπάλληλος, που παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4,10, 18 και 19 του νόµου αυτού ή υπάλληλος, που προβαίνει σε παράνοµη πράξη ή παράλειψη από την οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στο ασφαλιστικό σύστηµα και τα συµφέροντα των ασφαλισµένων τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εφόσον η πράξη του δεν τιµωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη. Στην περίπτωση που η ανωτέρω πράξη τελείται από αµέλεια επιβάλλεται φυλάκιση µέχρι τρεις µήνες.

2. Το Ελληνικό Δηµόσιο, ο Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης , ο Ο.Α.Ε.Δ. και κάθε άλλο θιγόµενο νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου έχουν αξίωση αποζηµιώσεως κατά του αρµόδιου υπαλλήλου και του τυχόν άµεσα ωφελούµενου, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον για την αποκατάσταση της ζηµίας που προκλήθηκε λόγω της µη συµµόρφωσης του υπαλλήλου µε τις διατάξεις του νόµου αυτού.

Άρθρο 10
Διοικητικές κυρώσεις για παραβατικές και ζηµιογόνες για το ασφαλιστικό σύστηµα συµπεριφορές υπαλλήλων

1. Υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 Π.Κ., που µε οποιαδήποτε σχέση υπάγεται στο στενό ή στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα και µε πράξη ή παράλειψη συνετέλεσε στην παράνοµη χορήγηση επιδόµατος, σύνταξης ή οποιασδήποτε άλλης οικονοµικής παροχής µε αποτέλεσµα την πρόκληση ζηµίας σε βάρος του ασφαλιστικού φορέα τιµωρείται µε διοικητική ποινή προσωρινής παύσης ή προσωρινού αποκλεισµού από την παροχή υπηρεσιών του από 6 µέχρι 12 µήνες ανάλογα µε τη σοβαρότητα της παράβασης, ή το µέγεθος της απειλούµενης βλάβης.

2.Σε περίπτωση κατ΄ εξακολούθηση τέλεσης των αναφερόµενων στην παράγραφο 1 πράξεων, σε περίπτωση υποτροπής, καθώς και σε περίπτωση πρόκλησης οικονοµικής βλάβης άνω των 150.000 Ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της οριστικής παύσης, άλλως αποκλεισµού από την παροχή των υπηρεσιών τους ή καταγγελίας της σύµβασής τους µε τον φορέα στον οποίο ανήκουν.

3. Αν από την πράξη των παραγράφων 1 και 2 προκλήθηκε οικονοµική ζηµία στους ανωτέρω φορείς επιβάλλεται ισόποσο πρόστιµο στον υπάλληλο που την προκάλεσε εφαρµοζοµένων των διατάξεων του Κώδικα Είσπραξης Διοικητικών Εσόδων. Το πρόστιµο του προηγούµενου εδαφίου επιβάλλεται µε απόφαση του αρµοδίου οργάνου του οικείου φορέα.

4. Το αρµόδιο, ιεραρχικά προϊστάµενο του παραβάτη υπαλλήλου, όργανο διατάσσει ένορκη διοικητική εξέταση εντός δύο ηµερών από την µε οποιονδήποτε τρόπο γνώση της παράνοµης πράξης ή παράλειψης των παραγράφων 1 και 2, η οποία ολοκληρώνεται υποχρεωτικά σε 15 ηµέρες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατή µε απόφαση του ιδίου η παράταση της προθεσµίας µέχρι 15 ηµέρες.

5. Οι διοικητικές ποινές των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλονται κατά παρέκκλιση, από κάθε άλλη διάταξη µε απόφαση του αρµοδίου οργάνου στο οποίο υπάγεται πειθαρχικά ο υπαίτιος υπάλληλος. Η απόφαση του προηγούµενου εδαφίου εκδίδεται υποχρεωτικά εντός 7 εργασίµων ηµερών από τη διαβίβαση στο αρµόδιο όργανο είτε πορίσµατος ενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης της παραγράφου 4 µε το οποίο καταλογίζονται ευθύνες σε συγκεκριµένο υπάλληλο είτε καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου ακόµα και πρώτου βαθµού. Το πόρισµα της ένορκης διοικητικής εξέτασης, καθώς και η τυχόν καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ακόµα και πρώτου βαθµού κοινοποιούνται αµελλητί από το αρµόδιο όργανο στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και στον Υπουργό, που τυχόν εποπτεύει το φορέα στον οποίο υπάγεται ο υπαίτιος υπάλληλος. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσµία των 7 εργασίµων ηµερών οι διοικητικές ποινές των παραγράφων 1 και 2 δύναται να επιβληθούν µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του τυχόν εποπτεύοντος, την υπηρεσία του υπαλλήλου, Υπουργού.

6. Για την επιβολή των διοικητικών ποινών των παραγράφων 1 και 2 θα πρέπει από την ένορκη διοικητική εξέταση της παραγράφου 4 να προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής.

7. Αν οι διοικητικές ποινές των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλονται σε ιατρούς, ο αρµόδιος Πρόεδρος ή Διοικητής του φορέα διαβιβάζει αντίγραφο της σχετικής απόφασης στον ιατρικό σύλλογο στον οποίο υπάγεται ο ιατρός και καταχωρίζεται στο µητρώο του.

8. Από τη δηµοσίευση του νόµου αυτού για την πρόσληψη ιατρού ή την κατάρτιση οποιασδήποτε µορφής σύµβασης µε ιατρό, οι περιγραφόµενοι στην παράγραφο 1 φορείς πρέπει να ζητούν από τον ενδιαφερόµενο να προσκοµίσει σχετική βεβαίωση από τον ιατρικό σύλλογο στον οποίο υπάγεται, σχετικά µε το ότι δεν εκκρεµεί σε βάρος του καταδίκη ή διοικητική ποινή από τις αναφερό-
µενες στις παραγράφους 1 και 2.

9.Για την παραδεκτή άσκηση προσφυγής κατά των διοικητικών ποινών των παραγράφων 1 και 2 απαιτείται η προηγούµενη καταβολή δικαστικού παραβόλου ποσού ίσου µε το 20% της ζηµίας του ασφαλιστικού φορέα, το οποίο δεν µπορεί να υπερβαίνει κατ΄ ανώτατο όριο το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ. Προκειµένου να υπολογιστεί το ποσοστό του προηγούµενου εδαφίου η οικονοµική υπηρεσία του θιγόµενου φορέα εκτιµά τη ζηµία έστω και κατά προσέγγιση, µε τη ρητή όµως επιφύλαξη παντός άλλου δικαιώµατος ή αξίωσης. Η σχετική εκτίµηση αναγράφεται υποχρεωτικά στο σώµα της διοικητικής πράξης επιβολής ποινής. Για την παραδεκτή άσκηση ενδίκου µέσου κατά της απορριπτικής απόφασης επί της προσφυγής του πρώτου εδαφίου ο υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλλει στο θιγόµενο ασφαλιστικό φορέα ποσό ίσο µε το 50 % της ζηµίας αυτού.

10. Η προθεσµία άσκησης αίτησης αναστολής εκτέλεσης ή προσφυγής κατά της απόφασης µε την οποία επιβλήθηκε η διοικητική ποινή ή η άσκηση οποιουδήποτε άλλου ένδικου µέσου δεν έχει ανασταλτική δύναµη.

11.Για τη χορήγηση δικαστικής αναστολής εκτέλεσης των ποινών του άρθρου αυτού απαιτείται εκτός των προβλεποµένων προϋποθέσεων και ειδικά αιτιολογηµένη κρίση ότι αποκλείεται η επανάληψη τέλεσης των περιγραφόµενων στις παραγράφους 1 και 2 πράξεων ή παραλείψεων.

12.Σε περίπτωση χορήγησης δικαστικής αναστολής ο αρµόδιος φορέας δύναται σε κάθε περίπτωση να αφαιρέσει από το πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η ανασταλείσα ποινή, συγκεκριµένες αρµοδιότητες, που αναφέρονται σε βεβαιώσεις, πιστοποιήσεις, εγκρίσεις και άλλες πράξεις από τις οποίες προκύπτει ή δύναται να προκύψει δαπάνη.

13. Η διαδικασία επιβολής διοικητικών ποινών του παρόντος άρθρου είναι ανεξάρτητη από κάθε άλλη ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, η δε αρξαµένη ποινική ή πειθαρχική διαδικασία δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή και εκτέλεση των ποινών του παρόντος άρθρου ούτε λόγο αναβολής της σχετικής διοικητικής διαδικασίας.

14.Σε περίπτωση που εκδοθεί αµετάκλητη αθωωτική απόφαση, ο αρµόδιος φορέας αποκαθιστά πλήρως αυτόν στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 11
Ειδική Ποινική Διαδικασία

1. Αν οι αναφερόµενες στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 10 πράξεις συνιστούν πληµµελήµατα, για τα οποία έχει παρέλθει η προθεσµία του αυτοφώρου, εφαρµόζεται ανάλογα η συνοπτική διαδικασία των άρθρων 418 και 424 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας.

2. Η διάταξη της παραγράφου 1 ισχύει και για τα πληµµελήµατα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του νόµου αυτού.

3. Στις περιπτώσεις που οι περιγραφόµενες στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 10 πράξεις συνιστούν κακουργήµατα, ακολουθείται η διαδικασία που ορίζεται από τις διατάξεις του ν. 4022/2011 περί εκδίκασης πράξεων διαφθοράς πολιτικών και κρατικών αξιωµατούχων και υποθέσεων µεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Άρθρο 12
Παράλειψη επιβολής κυρώσεων

Η παράλειψη επιβολής των διοικητικών ποινών των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10, καθώς και η µη διενέργεια ή η καθυστερηµένη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης στην εποπτεύουσα αρχή του πορίσµατος της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή τυχόν καταδικαστικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου συνιστά παράβαση καθήκοντος και τιµωρείται κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, εφαρµόζεται δε και η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του νόµου αυτού.

Άρθρο 13
Πολιτική Αγωγή

Αν ασκηθεί ποινική δίωξη για τις περιγραφόµενες στα άρθρα 9, 10 και 12 εγκληµατικές πράξεις δύναται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων το Ελληνικό Δηµόσιο και ο κατά περίπτωση θιγόµενος φορέας ακόµη και χωρίς να έχουν υποστεί ζηµία. Στην περίπτωση που δεν έχουν υποστεί ζηµία, η παράσταση πολιτικής αγωγής γίνεται µόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ

Άρθρο 14
Συνεργασία Οικονοµικής Αστυνοµίας – ΣΕΠΕ – ΕΥΠΕΑ

Η Υπηρεσία Οικονοµικής Αστυνοµίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) καθίσταται εκ παραλλήλου αρµόδια για την ενέργεια των ελέγχων, που προβλέπονται και ενεργούνται από τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ –ΕΤΑΜ και το ΣΕΠΕ.

Τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, το ΣΕΠΕ και η Υπηρεσία Οικονοµικής Αστυνοµίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) σε περιπτώσεις ειδικής βαρύτητας και ενδιαφέροντος, είναι αρµόδια για την ενέργεια των ελέγχων που προβλέπονται στη περίπτωση στ΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), που προστέθηκε µε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.2556/1997 και αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 10 του ν.3232/2004.

Άρθρο 15
Διαδικασία ειδικού ελέγχου

1. Τα έγγραφα, βιβλία, πιστοποιητικά και πάσης φύσεως άδειες, καθώς και κάθε στοιχείο, που µε οποιαδήποτε διάταξη νόµου ή υπουργικής απόφασης προβλέπεται ότι επιδεικνύεται υποχρεωτικά στα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και ΣΕΠΕ, επιδεικνύονται υποχρεωτικά και στους αξιωµατικούς της Υπηρεσίας Οικονοµικής Αστυνοµίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.), στο πλαίσιο των ελέγχων που θα ενεργούνται σύµφωνα µε τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

2. Τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε., ύστερα από τη διενέργεια του ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 14, υποχρεούνται να συντάξουν και στη συνέχεια να υποβάλλουν τη σχετική έκθεση, µε τα αποτελέσµατα του ελέγχου, στις υπηρεσίες, που είναι κατά περίπτωση αρµόδιες για την επιβολή των προβλεποµένων διοικητικών κυρώσεων. Οι σχετικές κυρωτικές πράξεις του προηγούµενου εδαφίου κοινοποιούνται υποχρεωτικά και στην ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε..

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζεται και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. Επίσης µε κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζεται ο τρόπος ενηµέρωσης, η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέµα για την εφαρµογή της εργασιακής και ασφαλιστικής νοµοθεσίας µεταξύ της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Άρθρο 16
Συµπλήρωση αντικειµένου αποστολής της Οικονοµικής Αστυνοµίας

Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του π.δ. 9/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Η Υποδιεύθυνση Οικονοµικής Αστυνοµίας (ΥΠ.Ο.Α.) έχει ως αποστολή την πρόληψη, έρευνα και καταστολή οικονοµικών εγκληµάτων και ιδίως αυτών που τελέστηκαν σε βάρος των οικονοµικών συµφερόντων του Δηµοσίου και της εθνικής οικονοµίας γενικότερα, ή εµφανίζουν τα χαρακτηριστικά του οργανωµένου εγκλήµατος, καθώς και την έρευνα, πρόληψη και καταστολή της αδήλωτης και της ανασφάλιστης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής ακόµα και στις περιπτώσεις που δεν συνιστούν αξιόποινες πράξεις.»

Άρθρο 17
Πιστοποιητικό Ασφαλιστικής Συµµόρφωσης

1. Νόµιµοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία, εγγεγραµµένοι στο δηµόσιο µητρώο του ν. 3693/2008 που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυµες εταιρείες, και εταιρείες περιορισµένης ευθύνης και στις οποίες χορηγείται, σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994 όπως ισχύει, φορολογικό πιστοποιητικό, υποχρεούνται και στην έκδοση ασφαλιστικού πιστοποιητικού (Πιστοποιητικό Ασφαλιστικής Συµµόρφωσης).

2.Το ασφαλιστικό πιστοποιητικό χορηγείται µετά από ειδικό έλεγχο που πραγµατοποιείται σύµφωνα µε πρόγραµµα ελέγχου/ ερωτηµατολογίου που εκδίδεται εντός τριών µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µετά από γνώµη της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ) και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Στην περίπτωση που οι Νόµιµοι Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία διαπιστώνουν παραβάσεις, χορηγούν πιστοποιητικό µε παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις.

3.Με προεδρικό διάταγµα που εκδίδεται εντός τριών µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, ύστερα από γνώµη της ΕΛΤΕ, καθορίζονται το αντικείµενο του ελέγχου αυτού, το περιεχόµενο του ασφαλιστικού πιστοποιητικού, ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής του, οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους υπόχρεους που δεν αναθέτουν την έκδοση του πιστοποιητικού ασφαλιστικής συµµόρφωσης, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση έκδοσης του πιστοποιητικού,ο τρόπος και το ύψος της αµοιβής, η οποία δεν µπορεί να είναι δυσανάλογη του παρεχόµενου έργου και κάθε άλλο σχετικό θέµα.

4.Οι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία διώκονται και τιµωρούνται για κάθε παράλειψη των υποχρεώσεών τους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις που διέπουν το έργο των νοµίµων ελεγκτών.

5. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από 1.7.2013

Άρθρο 18
Δηµιουργία ηλεκτρονικής ψηφιακής βάσης σύνταξης και συνταξιούχων – Καταπολέµηση γραφειοκρατίας και φοροδιαφυγής
Υποχρεώσεις Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. και Γ.Γ.Π.Σ..

1. Η αρµόδια υπηρεσία της ΗΔΙΚΑ ΑΕ µέχρι το τέλος Ιανουαρίου του επόµενου, της καταβολής, έτους υποχρεούται να µεταφέρει ηλεκτρονικά το σύνολο της φορολογητέας ύλης κάθε µορφής σύνταξης ανά συνταξιούχο στη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων.

2. Η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων σε εύλογο χρόνο από τη λήψη της πληροφορίας της παραγράφου 1 προβαίνει υποχρεωτικά στη προσυµπλήρωση της ηλεκτρονικής φορολογικής δήλωσης συνταξιούχων φορολογουµένων στη βάση των στοιχείων, που της διαβιβάστηκαν από την ΗΔΙΚΑ ΑΕ.

3. Εντός εξήντα ηµερών από τη δηµοσίευση του παρόντος, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης µε ευθύνη των διοικητών ή των προέδρων τους υποχρεούνται να κοινοποιήσουν στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ ηλεκτρονικό αρχείο µε τα πλήρη στοιχεία των µη απογραφέντων, κατά τις απογραφές των ετών 2011, 2012 και 2013, συνταξιούχων και το µηνιαίο ποσό σύνταξης αυτών, καθώς και τα στοιχεία των συνταξιούχων, οι οποίοι έλαβαν χωρίς να δικαιούνται επίδοµα, σύνταξη ή οποιαδήποτε άλλη οικονοµική παροχή.

4. Η αρµόδια υπηρεσία της ΗΔΙΚΑ ΑΕ υποχρεούται εντός ενός µήνα από την κοινοποίηση της παραγράφου 3 να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειµένου να αναστείλει την καταβολή των πάσης φύσεως οικονοµικών παροχών και συντάξεων. Ταυτόχρονα προβαίνει και στην άµεση αναστολή της δυνατότητας ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τον ΑΜΚΑ του συνταξιούχου της παραγράφου 3 και ενηµερώνει τον ΕΟΠΥΥ. Τα στοιχεία των συνταξιούχων της παραγράφου 3 καταχωρούνται, αµέσως µετά την αναστολή της καταβολής,σε ηλεκτρονική βάση δεδοµένων µε τον όρο «Μητρώο Παραβατικότητας»που δηµιουργείται και λειτουργεί ειδικά προς το σκοπό αυτόν στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ.

5. Από 1-3-2013 στην απόφαση συνταξιοδότησης µε ευθύνη του υπογράφοντος αυτήν οργάνου αναγράφεται υποχρεωτικά ο Αριθµός Φορολογικού Μητρώου και ο Αριθµός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης του δικαιούχου και του συζύγου αυτού εφόσον είναι έγγαµος.

Άρθρο 19
Κυρώσεις σε περιπτώσεις παράνοµης απασχόλησης επιδοτούµενου ανέργου

1. Αν κατά τη διενέργεια ελέγχου από τους Επιθεωρητές του ΣΕΠΕ ή από οποιοδήποτε άλλο ελεγκτικό όργανο και µετά τη διαβίβαση του δελτίου ελέγχου τους στην αρµόδια υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ. προς διασταύρωση, διαπιστώνεται, ότι κάποιος απασχολείται µε οποιαδήποτε µορφή απασχόλησης σε εργοδότη, χωρίς ο τελευταίος να τον έχει δηλώσει νοµίµως στις αρµόδιες αρχές, ενώ και από την ανωτέρω διασταύρωση προκύπτει ότι είναι επιδοτούµενος άνεργος επιβάλλονται στον εργοδότη, πλέον των προβλεποµένων στο άρθρο 25 του ν. 3996/2011 και πάντως σύµφωνα µε τη διαδικασία του άρθρου 24 του ίδιου νόµου, οι κάτωθι διοικητικές κυρώσεις:
α. πρόστιµο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε απασχολούµενο επιδοτούµενο άνεργο, ή
β. πρόστιµο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε απασχολούµενο επιδοτούµενο άνεργο, όταν έχει προηγηθεί καταγγελία της σύµβασης εργασίας του από τον ίδιο εργοδότη.
Κατά της πράξης επιβολής προστίµου µπορεί να ασκηθεί προσφυγή ουσίας σύµφωνα µε το άρθρο 24 του ν. 3996/2011.

Άρθρο 20
Θωράκιση Επιθεωρητών ΣΕΠΕ

1. Στο άρθρο 17 του ν. 3996/2011 προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής:
«Επιθεωρητές Εργασίας των οποίων η κινητή περιουσία ζηµιώνεται ή καταστρέφεται ολοσχερώς ή εν µέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή εξ αφορµής αυτής δικαιούνται αποζηµίωσης από το Ελληνικό Δηµόσιο. Αν το αντικείµενο που καταστράφηκε ή υπέστη φθορές ήταν ασφαλισµένο, αξίωση αποζηµίωσης κατά του Δηµοσίου υπάρχει µόνο για το επιπλέον της ασφαλιστικής αποζηµίωσης ποσό. Υποκατάσταση της ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας στα δικαιώµατα του ασφαλισµένου για το καταβληθέν ποσό του ασφαλίσµατος αποκλείεται».

2. Η παράγραφος 1, του άρθρου 16 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι Επιθεωρητές Εργασίας υποχρεούνται κατά τη διενέργεια των ελέγχων τους να συµπληρώσουν ειδικά για το σκοπό αυτό Δελτία Ελέγχου, που έχουν τη µορφή τυποποιηµένων εντύπων ή αντίστοιχων ηλεκτρονικών εφαρµογών, στα οποία αναγράφονται όλα τα στοιχεία των παραβάσεων, καθώς και υποδείξεις προς συµµόρφωση µε την κείµενη νοµοθεσία.»

3. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 3996/2011 καταργείται.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΣΕΠΕ), ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.) ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 21
Αναστολή λειτουργίας οργανικών µονάδων του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µπορεί να αναστέλλεται η λειτουργία οργανικών µονάδων επιπέδου Τµήµατος του Σ.ΕΠ.Ε. και να µεταφέρεται η καθ’ ύλην και κατά τόπον αρµοδιότητά τους, σε άλλη οργανική µονάδα του ιδίου επιπέδου. Σε περίπτωση κατά την οποία η κατά τόπον αρµοδιότητα του Τµήµατος υποδοχής ανήκει σε διαφορετική Περιφερειακή Διεύθυνση, από αυτήν του µεταφερόµενου Τµήµατος, η τοπική αρµοδιότητα της Διεύθυνσης του Τµήµατος υποδοχής επεκτείνεται και επί της κατά τόπον αρµοδιότητας του µεταφεροµένου τµήµατος.

Άρθρο 22
Τροποποίηση άρθρου 68 του ν. 3863/2010

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 68 του ν. 3863/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1.Η εκάστοτε αναθέτουσα αρχή, δηλαδή το Δηµόσιο, τα Νοµικά Πρόσωπα Δηµοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οι Οργανισµοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), οι φορείς και οι οργανισµοί του δηµόσιου τοµέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τις οικείες διατάξεις, η οποία (αρχή) αναθέτει απευθείας ή προκηρύσσει διαγωνισµό για την ανάθεση παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης, υποχρεούται να ζητά από τις εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης (εργολάβοι) να αναφέρουν στην προσφορά τους, εκτός των άλλων, τα εξής:
α) Τον αριθµό των εργαζοµένων που θα απασχοληθούν στο έργο.
β) Τις ηµέρες και τις ώρες εργασίας.
γ) Την συλλογική σύµβαση εργασίας στην οποία τυχόν υπάγονται οι εργαζόµενοι.
δ) Το ύψος του προϋπολογισµένου ποσού που αφορά τις πάσης φύσεως νόµιµες αποδοχές αυτών των εργαζοµένων.
ε) Το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών µε βάση τα προϋπολογισθέντα ποσά.
στ) Τα τετραγωνικά µέτρα καθαρισµού ανά άτοµο, όταν πρόκειται για καθαρισµό χώρων.
Οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης (εργολάβοι) υποχρεούνται, µε ποινή αποκλεισµού, να εξειδικεύουν σε χωριστό κεφάλαιο της προσφοράς τους τα ως άνω στοιχεία. Στην προσφορά τους πρέπει να υπολογίζουν εύλογο ποσοστό διοικητικού κόστους παροχής των υπηρεσιών τους, των αναλώσιµων, του εργολαβικού τους κέρδους και των νόµιµων υπέρ Δηµοσίου και τρίτων κρατήσεων. Επιπροσθέτως, υποχρεούνται να επισυνάπτουν στην προσφορά αντίγραφο της συλλογικής σύµβασης εργασίας στην οποία τυχόν υπάγονται οι εργαζόµενοι.»

2. Στο άρθρο 68 του ν. 3863/2010 προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:
«2. α) Οι πράξεις επιβολής προστίµου που επιβάλλονται σε βάρος εταιρειών παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης καταχωρούνται στο αντίστοιχο
«Μητρώο Παραβατών Εταιρειών Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισµού ή/και Φύλαξης» που τηρείται στη Διεύθυνση Προγραµµατισµού και Συντονισµού του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας.
β) Η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται, αµέσως µετά την λήξη της προθεσµίας υποβολής των προσφορών, να υποβάλλει γραπτό αίτηµα προς τη Διεύθυνση Προγραµµατισµού και Συντονισµού του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για τη χορήγηση πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτουν όλες οι πράξεις επιβολής προστίµου που έχουν εκδοθεί σε βάρος εκάστου των υποψηφίων εργολάβων. Το πιστοποιητικό αποστέλλεται στην αναθέτουσα αρχή µέσα σε δεκαπέντε (15) ηµέρες από την υποβολή του αιτήµατος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσµίας, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να προχωρήσει στη σύναψη της σύµβασης.
γ) Η αναθέτουσα αρχή µπορεί να αποκλείσει από τη σύναψη της σύµβασης τις υποψήφιες εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης λόγω διάπραξης σοβαρού επαγγελµατικού παραπτώµατος. Ως σοβαρό επαγγελµατικό παράπτωµα νοείται ιδίως: αα) Η επιβολή σε βάρος της υποψήφιας εταιρείας, µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών (3) ετών πριν από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής της προσφοράς, τουλάχιστον δύο (2) πράξεων επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας συνολικού ύψους τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας, καθεµιά από τις οποίες χαρακτηρίζεται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας κατ’ εφαρµογή της υ.α. 2063/Δ1 632/2011 ή οποιασδήποτε διάταξης ρυθµίσει µελλοντικά το περιεχόµενο των παραβάσεων «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, ββ)η κήρυξη ως έκπτωτης της υποψήφιας εταιρείας κατ’ εφαρµογή της παραγράφου 7 του παρόντος, µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών (3) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής της προσφοράς, γγ)η επιβολή της κύρωσης της προσωρινής διακοπής της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης κατ’ εφαρµογή της παρ. 1Β του άρθρου 24 του ν. 3996/2011, µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών (3) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής της προσφοράς.
δ) Για το χρονικό διάστηµα που δεν καλύπτεται από το «Μητρώο Παραβατών Εταιρειών Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισµού ή/και Φύλαξης οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης προσκοµίζουν υποχρεωτικά ένορκη βεβαίωση του νοµίµου εκπροσώπου αυτών ενώπιον συµβολαιογράφου, περί µη επιβολής σε βάρος τους πράξης επιβολής προστίµου για παραβιάσεις της εργατικής νοµοθεσίας «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας. »

3. Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αναριθµούνται σε παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7, και 8 και η παράγραφος 3, όπως αναριθµήθηκε, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Στη σύµβαση που συνάπτει η εκάστοτε αναθέτουσα αρχή µε τους εργολάβους περιλαµβάνονται τα στοιχεία α΄ έως στ΄ της πρώτης παραγράφου, καθώς και ειδικός όρος για την εφαρµογή των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νοµοθεσίας και της νοµοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζοµένων και πρόληψης του επαγγελµατικού κινδύνου. Όταν δεν αναγράφονται τα ανωτέρω στοιχεία και όροι, η σύµβαση είναι άκυρη και απορρίπτεται η δαπάνη πληρωµής.»

4. Η παράγραφος 5, όπως αναριθµήθηκε, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Όταν οι υπηρεσίες ή οι επιτροπές παρακολούθησης καλής εκτέλεσης του έργου του αποδέκτη των υπηρεσιών, διαπιστώνουν παραβάσεις των όρων του παρόντος άρθρου κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, η σύµβαση καταγγέλλεται από την αναθέτουσα αρχή. Όταν οι παραβάσεις διαπιστώνονται κατά την παραλαβή του έργου, τα δικαιώµατα που απορρέουν από τη σύµβαση δεν ικανοποιούνται, καταβάλλονται, όµως, από τον αποδέκτη των υπηρεσιών οι αποδοχές στους εργαζόµενους και αποδίδονται οι ασφαλιστικές τους εισφορές.»

5. Η παράγραφος 7, όπως αναριθµήθηκε, αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Όταν οι ελεγκτικοί µηχανισµοί του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ διαπιστώνουν παραβάσεις που αφορούν την αδήλωτη εργασία, την παράνοµη απασχόληση αλλοδαπών ή παραβάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νοµοθεσίας, ενηµερώνουν εγγράφως την αναθέτουσα αρχή. Επίσης, ενηµερώνουν εγγράφως την αναθέτουσα αρχή για τις πράξεις επιβολής προστίµου που αφορούν τις ανωτέρω διαπιστωθείσες παραβάσεις. Η πράξη επιβολής προστίµου στον εργολάβο για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται από τις κείµενες διατάξεις ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύµβασης οδηγεί υποχρεωτικά στην καταγγελία της σύµβασης από την αναθέτουσα αρχή και στηκήρυξη του εργολάβου έκπτωτου.»

Άρθρο 23
Τροποποιήσεις του ν. 3996/2011

1. Το άρθρο 3 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Α. Συµφιλιωτική διαδικασία
1. Το ΣΕΠΕ παρεµβαίνει συµφιλιωτικά µετά την υποβολή σχετικού αιτήµατος από τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζοµένων ή τις οργανώσεις των εργοδοτών ή και από τον εργοδότη ατοµικά για οποιοδήποτε θέµα προκαλεί διένεξη ή διαφωνία µε αφορµή τη σχέση εργασίας, και αν ακόµη δεν αποτελεί αντικείµενο συλλογικής σύµβασης. Συµφιλιωτική διαδικασία δεν διεξάγεται για υποθέσεις αρµοδιότητας του Οργανισµού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ),όπως αυτές καθορίζονται στο ν.1876/1990.
2. Η συµφιλιωτική διαδικασία αρχίζει µε την κατάθεση σχετικής αίτησης από το ενδιαφερόµενο µέρος και γνωστοποιείται µε κάθε πρόσφορο µέσο στο άλλο µέρος. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των µερών και τα αιτήµατά τους.
3. Η συµφιλίωση διενεργείται σε τοπικό ή περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Σε τοπικό επίπεδο, η συµφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται ενώπιον του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος ή του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από αυτόν. Σε περιφερειακό επίπεδο, η συµφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται, είτε ενώπιον του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης, είτε ενώπιον του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από τον αρµόδιο Προϊστάµενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης. H αρµόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας επιλαµβάνεται περιπτώσεων συµφιλίωσης σε εθνικό επίπεδο, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 13 του ν. 1876/1990.
4. Κατά τη διάρκεια της συµφιλιωτικής διαδικασίας µπορούν να παρίστανται συνολικά µέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόµενο µέρος, πέραν των νοµικών συµβούλων. Σε αυτούς συµπεριλαµβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε µέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθµιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθµιας ή της οµοιοεπαγγελµατικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ µέρους των εργαζοµένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ µέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών
Κατά τη διάρκεια της συµφιλιωτικής διαδικασίας µπορεί να παρίσταται διερµηνέας νοηµατικής γλώσσας της Οµοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόµου, καθώς και µεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού.
5. Η συµφιλιωτική διαδικασία αποσκοπεί στην προσέγγιση των απόψεων των µερών το συντοµότερο δυνατόν µε κάθε πρόσφορο µέσο και µε απώτερο σκοπό τον τερµατισµό της διένεξης και τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης. Στο τέλος της συµφιλιωτικής διαδικασίας συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο βεβαιώνεται η συµφωνία ή η διαφωνία των µερών. Το πρακτικό υπογράφεται από τα ενδιαφερόµενα µέρη και τον επιληφθέντα Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων. Ο τελευταίος υποχρεούται σε διατύπωση αιτιολογηµένης άποψης, όπου αυτό καθίσταται εφικτό. Σε περίπτωση που ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων αδυνατεί να µορφώσει άποψη, τότε αρκείται στη διατύπωση πλήρους και επαρκώς αιτιολογηµένης γνώµης περί της αδυναµίας του αυτής.

Β. Επίλυση εργατικών διαφορών
1. Εργατικές Διαφορές είναι κάθε είδους διαφωνίες µεταξύ εργαζοµένου ή εργαζοµένων και εργοδότη που πηγάζουν από τη σχέση εργασίας αναφορικά µε την εφαρµογή και τήρηση των διατάξεων της εργατικής νοµοθεσίας.
2. Για την επίλυση των εργατικών διαφορών ο εργαζόµενος ή περισσότεροι εργαζόµενοι που επικαλούνται κοινό συµφέρον, ο εργοδότης, καθώς και οι οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωµα να ζητήσουν την παρέµβαση του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων.
3. Η διαδικασία επίλυσης της εργατικής διαφοράς διεξάγεται από τον Προϊστάµενο του αρµοδίου Τµήµατος ή από τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, που ορίζεται από τον Προϊστάµενο του αρµοδίου Τµήµατος και εφόσον ο Προϊστάµενος του αρµοδίου Τµήµατος ή ο Προϊστάµενος της αρµοδίας Περιφερειακής Διεύθυνσης κρίνει ότι η εργατική διαφορά χρήζει περαιτέρω εξέτασης, αυτή διεξάγεται σε δεύτερο βαθµό από τον Προϊστάµενο της αρµοδίας Περιφερειακής Διεύθυνσης .
4. Η διαδικασία επίλυσης της εργατικής διαφοράς αρχίζει µε την κατάθεση σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόµενο και γνωστοποιείται µε κάθε πρόσφορο µέσο στο άλλο µέρος. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των µερών και τα υποβληθέντα αιτήµατα που αποτελούν τη βάση διεξαγωγής της συζήτησης της εργατικής διαφοράς.
5. Κατά τη διαδικασία της εργατικής διαφοράς µπορούν να παρίστανται συνολικά µέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόµενο µέρος πέραν των νοµικών συµβούλων. Σ’ αυτούς συµπεριλαµβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε µέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθµιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθµιας ή της οµοιοεπαγγελµατικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ µέρους των εργαζοµένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ µέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών. Κατά τη διάρκεια της εργατικής διαφοράς µπορεί να παρίσταται διερµηνέας νοηµατικής γλώσσας της Οµοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόµου, καθώς και µεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού.
6. Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς τα µέρη υποχρεούνται να παρασταθούν αυτοπροσώπως είτε µε νόµιµο εκπρόσωπο είτε µε άλλο εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο. Μετά το πέρας της συζήτησης συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται από τα παριστάµενα µέρη και τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, ο οποίος υποχρεούται στη διατύπωση άποψης επί της διαφοράς. Σε περίπτωση που ζητηθεί το πρακτικό χορηγείται και σε γραφή Braille ή άλλες προσβάσιµες από άτοµα µε αναπηρία µορφές. Εάν απουσιάζει ένα από τα µέρη, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων καταγράφει τις απόψεις του παρισταµένου µέρους και, αν η απουσία είναι αδικαιολόγητη, θεσπίζεται µαχητό τεκµήριο για την αλήθεια των πραγµατικών ισχυρισµών αυτού. Συγχρόνως, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων µπορεί να επιβάλει στο απόν µέρος τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 24 του παρόντος νόµου, ύστερα από παροχή γραπτών εξηγήσεων.
7. Αν οι παραβιάσεις της εργατικής νοµοθεσίας συνιστούν ποινικά αδικήµατα ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων υποβάλλει µήνυση ή µηνυτήρια αναφορά στον αρµόδιο Εισαγγελέα.»

2. Ο τίτλος του άρθρου 4 τροποποιείται ως εξής:
«Ανεξαρτησία Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων».
Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 τροποποιείται ως εξής:
«Ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων απολαµβάνει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, τα οποία οφείλει να εκτελεί µε αντικειµενικότητα και αµεροληψία».
Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3996/2011 καταργείται.

3.Το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 9 του ν.3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Στην Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας από το σύνολο των οργανικών θέσεων Επιθεωρητών Εργασίας κατανέµονται δώδεκα οργανικές θέσεις προϊσταµένων Διεύθυνσης και δεκατέσσερις οργανικές θέσεις προϊσταµένων τµηµάτων.»

4. α. Στην παρ. 10, του άρθρου 17, όπως ισχύει, του ν. 3996/2011 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Οι παραπάνω διατάξεις ισχύουν ανάλογα και για την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.»
β. Η παρ. 12, του άρθρου 17 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Στους ελέγχους που διενεργούνται από τους Επιθεωρητές Εργασίας έχουν δικαίωµα να παρευρίσκονται εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατά τα προβλεπόµενα στην παρ. 7 του άρθρου 16 του ν. 1264/1982, εφόσον οι ίδιοι το επιθυµούν ή µετά από πρόσκληση του Επιθεωρητή Εργασίας. Στην περίπτωση ζητηµάτων που αφορούν σε εργαζοµένους µε αναπηρία, oι Επιθεωρητές Εργασίας µπορούν κατά περίπτωση να συνεργάζονται µε εµπειρογνώµονες που ορίζονται από τη συνοµοσπονδία ατόµων µε αναπηρία.»

5. Η παρ. 4, του άρθρου 23 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Επιβάλλει στις επιχειρήσεις τα πρόστιµα που προβλέπονται από την κείµενη εργατική νοµοθεσία αν διαπιστωθεί ότι στους χώρους εργασίας δεν τηρούνται οι διατάξεις περί απαγόρευσης του καπνίσµατος.»

6. α. Η πρώτη παρ. της 1Α του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
1.Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούµενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων«Α. Πρόστιµο για καθεµία παράβαση από τριακόσια (300) ευρώ µέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ µε αιτιολογηµένη πράξη είτε του αρµόδιου Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο είτε του αρµόδιου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο.»

β. Η υποπαράγραφος 1Β της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Β. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης, για χρονικό διάστηµα µέχρι τριών ηµερών µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή µε αιτιολογηµένη πράξη του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασίας. Και στις δύο περιπτώσεις η κύρωση επιβάλλεται κατόπιν προηγούµενης πρόσκλησης του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., µπορεί να επιβληθεί στον εργοδότη προσωρινή διακοπή της λειτουργίας για διάστηµα µεγαλύτερο από τρεις ηµέρες ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης. Για την περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 23 δεν απαιτείται πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων και η διακοπή επιβάλλεται µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Εργασίας, για χρονικό διάστηµα µέχρι της πλήρους συµµόρφωσης του εργοδότη και της άρσης των παραβάσεων. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρµόδια αστυνοµική αρχή.»

γ. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Η επιβολή σε βάρος του εργοδότη δύο ή περισσοτέρων πράξεων επιβολής προστίµου κατ’ εφαρµογή του παρόντος άρθρου για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών ετών πριν από τη λήξη της προθεσµίας για την υποβολή προσφοράς στο πλαίσιο διαγωνισµού για τη σύναψη δηµόσιας σύµβασης επιφέρει, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων, τον αποκλεισµό του εργοδότη από τη σύναψη της δηµόσιας σύµβασης, µε απόφαση της εκάστοτε αναθέτουσας αρχής. Ειδικά στην περίπτωση των εταιρειών παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 3863/2010

δ. Η παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Στο άρθρο 20 του ν. 3418/ 2005 (Α΄287 )προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Για την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων συνεκτιµώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαµβανόµενη µη συµµόρφωση στις υποδείξεις των αρµόδιων οργάνων, οι παρόµοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν, ο βαθµός υπαιτιότητας, ο αριθµός των εργαζοµένων, το µέγεθος της επιχείρησης, ο αριθµός των εργαζοµένων που θίγονται και η υπαγωγή της επιχείρησης σε µια από τις κατηγορίες Α΄, Β΄, Γ΄ του άρθρου 10 του ν. 3850/2010 (Α΄ 84).»»

7. Η παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 3996/2011 καταργείται.

8. Η παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Ιατρός των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του ν. 3850/2010 (Α΄84), ο οποίος έχει σύµβαση ή άλλη σχέση εργασίας µε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, υποχρεούται να προσκοµίζει στην αρµόδια Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία έγγραφη άδεια της διοίκησης του ασφαλιστικού φορέα, µε την οποία θα επιτρέπεται σε αυτόν η άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας στη συγκεκριµένη επιχείρηση. Ο ιατρός του πρώτου εδαφίου εξαιρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του στον ασφαλιστικό φορέα από την οποιαδήποτε παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς ασφαλισµένο σε αυτόν, εφόσον ο ασφαλισµένος εργάζεται σε επιχείρηση στην οποία ο εργαζόµενος ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας.»

Άρθρο 24
Τροποποιήσεις του ν. 4052/2012

1. Η παρ. Β΄ του άρθρου 87 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Β. α) Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης, στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση, για χρονικό διάστηµα έως τρεις (3) ηµέρες µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή µε αιτιολογηµένη πράξη του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε. ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασίας .
β) Προσωρινή άνω των τριών ηµερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε..»

2. Στο τέλος του άρθρου 87 προστίθεται παράγραφος Γ΄ ως ακολούθως:
«Γ. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρµόδια αστυνοµική αρχή.»

3 . Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν. 4052/2012 (Α΄41) αντικαθίστανται οι λέξεις «του άρθρου 40» µε τις λέξεις « του άρθρου 88».

4. Το άρθρο 93 του ν. 4052/2012 (Α΄41) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Άρθρο 93
Καµία κύρωση ή µέτρο δεν επιβάλλεται, σύµφωνα µε τα άρθρα 85 και 87, χωρίς προηγούµενη κλήτευση του εργοδότη προς παροχή εξηγήσεων. Η κλήση κοινοποιείται πέντε (5) εργάσιµες ηµέρες πριν από την ηµέρα της ακρόασης . Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις 1 και 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45). Κατά της απόφασης µε την οποία επιβάλλεται διοικητική κύρωση, χωρεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών από την κοινοποίησή της.»

5.Οι περιπτώσεις α΄, β΄και γ΄ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 108 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:
α. Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήµατά τους, που λειτουργούν παρανόµως, επιβάλλονται οι εξής διοικητικές κυρώσεις:
αα) πρόστιµο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε διαπιστωθείσα παράβαση µε αιτιολογηµένη πράξη είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας, που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούµενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, ή/ και
ββ) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους µέχρι τρεις (3) ηµέρες, µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από σχετική αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασίας,
γγ) προσωρινή άνω των τριών ηµερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας τους, µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρµόδια αστυνοµική αρχή.
β. Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήµατα τους, που δεν υποβάλλουν εµπροθέσµως τις εκθέσεις δραστηριότητας των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 104 του παρόντος, επιβάλλεται µε αιτιολογηµένη πράξη είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούµενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, πρόστιµο ύψους δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κάθε διαπιστωθείσα παράβαση.
γ. Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1A, 2, 3, 6 και 9 του άρθρου 24, στο σύνολό τους, του ν. 3996/2011, όπως ισχύουν κάθε φορά.»

6. Στην παρ. 2 του άρθρου 108 του ν. 4052/2012 (Α΄
41) προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής:
«γ. Όποιος παραβιάζει την απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας του Ι.Γ.Ε.Ε., που του έχει επιβληθεί τιµωρείται µε ποινή φυλάκισης µέχρι δύο (2) έτη και µε χρηµατική ποινή.»

7. Οι περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 128 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:
α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης επιβάλλεται µε αιτιολογηµένη πράξη είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούµενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων πρόστιµο, το οποίο κυµαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανάλογα µε την κατηγορία και τη βαρύτητα της παράβασης, σύµφωνα µε τα διαλαµβανόµενα στην απόφαση 15527/639/2010 του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β΄ 1359), όπως αυτή κάθε φορά ισχύει. β) Ειδικότερα, σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα τα οποία ευρέθησαν να ασκούν τη δραστηριότητα της προσωρινής απασχόλησης:
α) χωρίς να προβούν στην προσήκουσα αναγγελία άσκησής της στην αρµόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή β) έχουν προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης
δραστηριότητας Ε.Π.Α. αλλά:
αα) ασκούν το επάγγελµα εντός του τριµήνου που απαιτείται για τον έλεγχο της συνδροµής των νοµίµων προϋποθέσεων χωρίς να έχουν ενηµερωθεί από την αρµόδια αρχή για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, ββ) τους έχει απαγορευθεί η άσκηση της δραστηριότητας Ε.Π.Α., λόγω µη συνδροµής των νοµίµων προϋποθέσεων, επιβάλλεται: i) πρόστιµο ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, µε αιτιολογηµένη πράξη είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρµοδίου Προϊσταµένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταµένου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούµενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων ή και ii) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους µέχρι τρεις (3) ηµέρες µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας, ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από σχετική αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµοδίου Επιθεωρητή Εργασίας, iii) προσωρινή άνω των τριών ηµερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας τους, µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταµένου της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρµόδια αστυνοµική αρχή.
γ) Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των παραγράφων α΄ και β΄ εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1Α, 2, 3, 6 και 9 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011, όπως ισχύουν κάθε φορά.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ο.Α.Ε.Δ.

Άρθρο 25
Σκοπός Ο.Α.Ε.Δ.

Το άρθρο 2 του ν. 2956/2001 «Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις» (Α΄258) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο Οργανισµός Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ο οποίος συστάθηκε µε το ν.δ. 2961/1954
«περί Συστάσεως Οργανισµού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας» (Α΄ 197) και ο οποίος µετονοµάσθηκε σε Οργανισµό Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.) µε το ν.δ. 212/1969 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως του Οργανισµού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναµικού» (Α΄ 112), αποτελεί νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου µε έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
2. Ο Ο.Α.Ε.Δ. έχει σκοπό την εφαρµογή της κυβερνητικής πολιτικής για την απασχόληση και την καταπολέµηση της ανεργίας, την ενίσχυση και διευκόλυνση της ένταξης του ανθρώπινου δυναµικού της χώρας στην αγορά εργασίας, την ασφάλιση κατά της ανεργίας, την προώθηση της επαγγελµατικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και τη σύνδεσή της µε την απασχόληση, την πνευµατική και κοινωνική ανάπτυξη του εργατικού δυναµικού και των οικογενειών αυτού, τη χορήγηση παροχών για στεγαστική προστασία αυτού και τη συνδροµή στη συλλογική οργάνωση και δράση του, ενόψει της βελτίωσης του βιοτικού του επιπέδου.
Ο Ο.Α.Ε.Δ. συµµετέχει στην εφαρµογή του εθνικού προγράµµατος µεταρρυθµίσεων και δύναται να υλοποιεί και να συµµετέχει, σύµφωνα µε τις κατευθύνσεις του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, σε προγράµµατα που απορρέουν από το εθνικό πρόγραµµα µεταρρυθµίσεων.
3. Ο Ο.Α.Ε.Δ. µεριµνά ιδίως:
α) για την παρακολούθηση των δεδοµένων της αγοράς εργασίας και την αποτελεσµατική σύζευξη της προσφοράς µε τη ζήτηση εργασίας,
β) για την εγγραφή των ανέργων σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και την τοποθέτησή τους, ανάλογα µε τα γενικά και ειδικά προσόντα τους, σε αντίστοιχες θέσεις εργασίας µε την αξιοποίηση σύγχρονων µέσων πληροφόρησης και ενηµέρωσης,
γ) για την εφαρµογή µέτρων ενίσχυσης της επιχειρηµατικότητας και διευκόλυνσης της κινητικότητας του εργατικού δυναµικού,
δ) για την εφαρµογή µέτρων πρόληψης και αντιµετώπισης της ανεργίας και ιδιαίτερα µέτρων προς διασφάλιση ίσων ευκαιριών για την επαγγελµατική ένταξη ευπαθών κοινωνικών οµάδων,
ε) για τη δηµιουργία και διατήρηση θέσεων εργασίας µε την παροχή οικονοµικών ενισχύσεων προς τους εργοδότες,
στ) για την οικονοµική υποστήριξη των ανέργων µε την παροχή τακτικών επιδοµάτων σε όσους έχουν καταστεί άνεργοι, καθώς και την καταβολή παροχών, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη,
ζ) για τη χορήγηση οικογενειακών επιδοµάτων, επιδοµάτων κυήσεως και µητρότητας, εποχιακών επιδοµάτων, παροχών στράτευσης και λοιπών βοηθηµάτων στους δικαιούχους που συγκεντρώνουν τις νόµιµες προϋποθέσεις,
η) για την εφαρµογή της δευτεροβάθµιας τεχνικής επαγγελµατικής εκπαίδευσης, στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήµατος και την ανάπτυξη του συστήµατος της µαθητείας µε σκοπό τη βελτίωση της δυνατότητας ένταξης των νέων στην ενεργό επαγγελµατική ζωή,
θ) για την κατάρτιση και υλοποίηση προγραµµάτων Συνεχιζόµενης Επαγγελµατικής Κατάρτισης για ανέργους και εργαζόµενους,
ι) για τη σύσταση και λειτουργία Ινστιτούτων Επαγγελµατικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) και Κέντρων Επαγγελµατικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) ,
ια) για τη συνεργασία µε τους αρµόδιους φορείς στη χάραξη των κατευθύνσεων του επαγγελµατικού προσανατολισµού,
ιβ) για τη φύλαξη και περιποίηση των παιδιών του εργατικού δυναµικού, µε την ανάθεση του έργου αυτού στους νόµιµα λειτουργούντες ή ιδρυοµένους για το σκοπό αυτόν βρεφονηπιακούς σταθµούς του Δηµοσίου, των νοµικών προσώπων δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, των οργανισµών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή ιδιωτών,
ιγ) για την υλοποίηση προγραµµάτων υποστήριξης ανέργων ελευθέρων επαγγελµατιών και αυτοαπασχολουµένων.»

Άρθρο 26
Συµµετοχή του Συνδέσµου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (Σ.Ε.Τ.Ε.) στο Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. ως ισότιµου κοινωνικού εταίρου

Η περίπτωση ζ΄ της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2956/2001 (Α΄ 258) αντικαθίσταται ως εξής:
« ζ) Πέντε (5) εκπροσώπους των εργοδοτών µε τους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται ως εξής: Δύο (2) από το Σ.Ε.Β., ένας (1) από τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., ένας (1) από την Ε.Σ.Ε.Ε. και ένας (1) από το Σ.Ε.Τ.Ε.. Ένας (1) από τους εκπροσώπους των εργοδοτών υποδεικνύεται από κοινού ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ.. Σε περίπτωση ασυµφωνίας, ο Αντιπρόεδρος προτείνεται από το Σ.Ε.Β..»

Άρθρο 27
Ακατάσχετο των εισφορών υπέρ κλάδων και λογαριασµών του Ο.Α.Ε.Δ.

1. Οι εισφορές που καταβάλλονται υπέρ των κλάδων και λογαριασµών του Ο.Α.Ε.Δ. αποτελούν κοινωνικούς πόρους.
Επί των τραπεζικών καταθέσεων του Ο.Α.Ε.Δ. στις οποίες περιλαµβάνονται και εισφορές όπως αυτές του προηγουµένου εδαφίου δεν είναι επιτρεπτή η κατάσχεση.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) εφαρµόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις της κατάσχεσης εις χείρας του Ο.Α.Ε.Δ. ως τρίτου και της αναγγελίας της εκχώρησης απαιτήσεων τρίτων κατά του Ο.Α.Ε.Δ..
Στις περιπτώσεις αυτές, το κατασχετήριο ή το εκχωρητήριο έγγραφο, που προβλέπεται στο ανωτέρω άρθρο κοινοποιείται προς τη Διεύθυνση Οικονοµικών Υπηρεσιών του Ο.Α.Ε.Δ..

Άρθρο 28
Προστασία ακίνητης περιουσίας Ο.Α.Ε.Δ. – Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής

1. Η ακίνητη περιουσία του Ο.Α.Ε.Δ., σε περίπτωση κάθε µορφής παράνοµης κατάληψης, προστατεύεται µε την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 61 του ν.δ. 86/1969, όπως έχει τροποποιηθεί µε το άρθρο 326 του ν. 4072/2012.

2. Επί διοικητικής αποβολής αποφαίνεται το Διοικητικό Συµβούλιο του Οργανισµού, ενώ το σχετικό πρωτόκολλο εκδίδει ο Διοικητής.

3. Κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ασκείται ανακοπή, σύµφωνα µε τους όρους και τη διαδικασία του άρθρου 61 του ν.δ. 86/1969, όπως έχει τροποποιηθεί µε το άρθρο 326 του ν. 4072/2012.

4. Για την εκτέλεση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής µπορεί να ζητηθεί η συνδροµή της αστυνοµικής αρχής, η οποία υποχρεούται να συνδράµει.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από γνώµη του διοικητικού συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτοµέρειες για την εφαρµογή της παρούσας.

Άρθρο 29
Διοικητική συνδροµή Ο.Α.Ε.Δ. - Προστασία ελεγκτών Ο.Α.Ε.Δ.

1. Οι πάσης φύσεως διοικητικές αρχές, οι δικαστικές υπηρεσίες, οι δηµόσιες υπηρεσίες, καθώς και οι υπηρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης υποχρεούνται να παρέχουν κάθε αιτούµενη συνδροµή ιδιαίτερα µε την παροχή στον Ο.Α.Ε.Δ. µηχανογραφικών στοιχείων και πληροφοριών για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρµοδιοτήτων του.

2. Κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούν υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ. η ελεγκτική διαδικασία δεν παρακωλύεται από τους ελεγχόµενους. Ενδεχόµενη παρακώληση δύναται να αποτελέσει λόγο απένταξής τους από το πρόγραµµα ή διακοπής της παροχής προς αυτούς. Οι ελεγκτές του Ο.Α.Ε.Δ. δεν διώκονται και δεν ενάγονται για γνώµη που διατύπωσαν ή πράξη που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Εξαιρούνται των ανωτέρω η περίπτωση δόλου, η παραβίαση του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόµη και µετά την αποχώρησή τους από τον Ο.Α.Ε.Δ., η παραβίαση του καθήκοντος εχεµύθειας και η τέλεση πειθαρχικού παραπτώµατος κατά τα οριζόµενα στο ν. 3528/2007.

3. Οι υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ. τηρούν το απόρρητο των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν στη γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόµη και µετά την αποχώρησή τους από τον Οργανισµό. Τηρούν, επίσης, απόρρητες τις πηγές από τις οποίες περιήλθαν στη γνώση τους καταγγελίες ή παράπονα.

Άρθρο 30
Μέτρα για την αποτελεσµατικότερη ένταξη/επανένταξη των ανέργων στην αγορά εργασίας

1. Κάτοχοι άδειας ασκήσεως επαγγέλµατος, ασφαλισµένοι ή µη σε οικεία ασφαλιστικά ταµεία, που δεν ασκούν ελευθέριο ή άλλο επάγγελµα, µπορούν να εγγράφονται ως άνεργοι στο µητρώο ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ..

2. Η συµµετοχή των εγγεγραµµένων στα µητρώα του Ο.Α.Ε.Δ. ανέργων σε προγράµµατα επαγγελµατικής κατάρτισης δεν αποτελεί λόγο διαγραφής τους από τα ανωτέρω µητρώα. Ο χρόνος της επαγγελµατικής κατάρτισης δεν υπολογίζεται ως χρόνος ανεργίας.

3. Στην περίπτωση εγγεγραµµένων ανέργων που έχουν τύχει τακτικής επιδότησης ανεργίας και που κατά τη διάρκεια αυτής της επιδότησης παρακολουθούν προγράµµατα επαγγελµατικής κατάρτισης, εφόσον η ηµερήσια αποζηµίωσή τους για την παρακολούθηση προγραµµάτων επαγγελµατικής κατάρτισης υπερβαίνει το ύψος του καταβαλλόµενου επιδόµατος ανεργίας, οι ηµέρες παρακολούθησης των ως άνω προγραµµάτων αφαιρούνται από το χρόνο της εγκριθείσας γι’ αυτούς τακτικής επιδότησης ανεργίας.

4. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 1545/1985 (Α΄91) αντικαθίσταται ως εξής: «γ) οι µαθητευόµενοι των επαγγελµατικών σχολών».

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, µετά από πρόταση του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις των µη επιδοτουµένων ανέργων που εγγράφονται στα µητρώα του Οργανισµού και κάθε άλλο θέµα σχετικό µε την εφαρµογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 31
Ρυθµίσεις σχετικές µε την τακτική επιδότηση ανεργίας

1. Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1545/1985 (Α΄91), όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 24 του ν. 1836/1989 (Α΄89) και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«β) απασχολούµενους σε τουριστικά και άλλα εποχιακά επαγγέλµατα, για τους οποίους µετά τη δεύτερη περίοδο απασχόλησης ως χρονικό διάστηµα υπολογισµού των ηµεροµισθίων λαµβάνεται το δωδεκάµηνο πριν από τη λύση της σχέσης εργασίας, χωρίς να αφαιρούνται τα ηµεροµίσθια του τελευταίου διµήνου. Για την απασχόληση στο δίµηνο αυτό οι εργοδότες υποχρεούνται να χορηγούν βεβαίωση, ο τύπος και το περιεχόµενο της οποίας καθορίζονται µε απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ.. Για την εφαρµογή της διάταξης αυτής, ως εποχιακή θεωρείται η εργασία που παρέχεται σε επιχειρήσεις, εκµεταλλεύσεις, υποκαταστήµατα ή παραρτήµατα επιχειρήσεων οι οποίες από τη φύση τους, τις καιρικές ή ιδιαίτερες συνθήκες ή λόγω των χρησιµοποιούµενων πρώτων υλών λειτουργούν κατά ηµερολογιακό έτος για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο από δύο και µικρότερο από εννέα µήνες, κατά το υπόλοιπο δε χρονικό διάστηµα του ηµερολογιακού έτους δεν απασχολούν προσωπικό που υπερβαίνει το 25% του µέσου όρου του προσωπικού, το οποίο απασχολούν κατά την περίοδο αιχµής της δραστηριότητάς τους.»

2. Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 6 του ν. 1545/1985 (Α΄91) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ηµέρες εργασίας, που προηγούνται της λήξης, της πρώτης αναστολής ή διακοπής της επιδότησης, δεν λαµβάνονται υπόψη για τον υπολογισµό νέας επιδότησης.»

Άρθρο 32
Ρύθµιση σχετική µε ειδική επιδότηση ανεργίας

Από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 23 του ν. 3526/2007 (Α΄24) απαλείφεται, από την έναρξη ισχύος αυτής, η λέξη «κλιµακωτά».

Άρθρο 33
Θέµατα προσωπικού Ο.Α.Ε.Δ.

1. Όσοι, σύµφωνα µε οριστικούς πίνακες προκηρύξεων του ΑΣΕΠ, προβλέπονται ως διοριστέοι στα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), που καταργήθηκαν µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, θεωρούνται ως διοριστέοι στον Ο.Α.Ε.Δ..

2. Όσοι, δυνάµει τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, κρίνεται ότι πρέπει να προσληφθούν στα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), που καταργήθηκαν µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, προσλαµβάνονται από τον Ο.Α.Ε.Δ..

3. Όσοι απέκτησαν το δικαίωµα να προσληφθούν αναγκαστικά στα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), τα οποία καταργήθηκαν µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, µε βάση τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3,4,5,6 και 7 του ν. 2643/1998 (Α΄220) προσλαµβάνονται αναγκαστικά από τον Ο.Α.Ε.Δ..

Άρθρο 34
Ενιαίος Λογαριασµός για την Εφαρµογή Κοινωνικών Πολιτικών

1. Στον Οργανισµό Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.) συνιστάται κλάδος µε την επωνυµία «Λογαριασµός Κοινωνικής Πολιτικής».

2. Ο Ειδικός Λογαριασµός Κοινωνικής Πολιτικής που συστάθηκε µε το άρθρο 3 της ΠΥΣ 7/28.2.2012 (Α΄39) καταργείται και οι πόροι, τα αποθεµατικά και κάθε έσοδο αυτού µεταφέρονται στον ως άνω συνιστώµενο κλάδο.

3. Ο κλάδος µε την επωνυµία «Λογαριασµός Κοινωνικής Πολιτικής» και ο κλάδος µε την επωνυµία «Λογαριασµός για την Απασχόληση και την Επαγγελµατική Κατάρτιση» (ΛΑΕΚ) που συστάθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 2434/1996 (Α΄ 188), ενοποιούνται λειτουργικά σε λογαριασµό µε την επωνυµία «Ενιαίος Λογαριασµός για την Εφαρµογή Κοινωνικών Πολιτικών» (Ε.Λ.Ε.Κ.Π.), ενώ οι ενοποιούµενοι κλάδοι παραµένουν απόλυτα διακριτοί υποκείµενοι σε χωριστή παρακολούθηση και µε απόλυτη διαχειριστική αυτοτέλεια.

4. Πόροι του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. είναι :
α) Εισφορά 0,81 %, όπως αυτή καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2434/1996 (Α΄188).
β) Εισφορά 1,35% που βαρύνει τους εργαζόµενους και που υπολογίζεται επί των αποδοχών τους, επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές του Ι.Κ.Α.. Την ως άνω εισφορά συνθέτουν: α) η προβλεπόµενη από το άρθρο 7 της παρ. 1 περίπτωση β΄ εδάφιο 1ο του ν.δ. 2963/1954 (Α΄195) εισφορά 1% και β) η προβλεπόµενη από το άρθρο 3 της παρ. 1 περίπτωση α΄ του ν. 678/1977 (Α΄246),
όπως αυτό συµπληρώθηκε µε το άρθρο 7 εδάφιο Γ΄ του ν. 3144/2003 (Α΄111) εισφορά 0,35 %, που αµφότερες συνεισπράττονται µε τις εισφορές υπέρ Ι.Κ.Α..
γ) Τα προβλεπόµενα, από την περίπτωση Γ΄ του άρθρου 89 του ν. 3996/2011, όπως εξειδικεύτηκαν στην 23411/2131/30.12.2011 (Β΄29/2012) κοινή απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, έσοδα του Ειδικού Λογαριασµού Παιδικών Κατασκηνώσεων (Ε.Λ.Π.Κ.), τα οποία διατίθενται αποκλειστικά για τους θεσπισµένους µε τις διατάξεις αυτές σκοπούς.
δ) Κάθε έσοδο από χαριστική αιτία.
ε) Οι πρόσοδοι του Ο.Α.Ε.Δ. που ενδεχοµένως προκύπτουν από την εκµετάλλευση της περιουσίας των καταργηθέντων από 14.2.2012 µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου µε τις επωνυµίες Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), αντίστοιχα.
στ) Τα πάσης φύσεως πρόστιµα που επιβάλλονται από τους εργοδότες στους µισθωτούς, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (Α΄ 210),
ζ) Οποιοσδήποτε άλλος πόρος προερχόµενος από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

5. Οι πόροι του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. είναι ακατάσχετοι, δεν λογίζονται ως έσοδα και απαλλάσσονται από κάθε φορολογική επιβάρυνση.

6. Από τα έσοδα του Ε.Λ.Ε.Κ.Π.:
α) Η εισφορά 0,81 % διατίθεται αποκλειστικά για τους σκοπούς του ΛΑΕΚ.
β) Η εισφορά 1, 35% και οι λοιποί ανωτέρω αναφερόµενοι πόροι υπό στοιχεία β΄, δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παραγράφου 4 διατίθενται αποκλειστικά και καλύπτουν:
αα) Δαπάνες για κάθε γεγενηµένη έννοµη σχέση των καταργηθέντων µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου µε την επωνυµία Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), συµπεριλαµβανοµένων των δαπανών για την εκκαθάριση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κατασκευαστικό πρόγραµµα του καταργηθέντος Οργανισµού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.).
ββ) Τακτικό πόρο του Οργανισµού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) σε ποσοστό επί των ετήσιων εσόδων του Λογαριασµού, που καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ..
γγ) Τακτικό πόρο του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρωπίνου Δυναµικού (ΕΙΕΑΔ) σε ποσοστό επί των ετήσιων εσόδων του Λογαριασµού, που καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ..
δδ) Την εν γένει κάλυψη υποδοµών, ινστιτούτων ερευνητικών και εκπαιδευτικών κέντρων της αντιπροσωπευτικής τριτοβάθµιας οργάνωσης των εργαζοµένων, που υπογράφουν εθνικές γενικές συλλογικές συµβάσεις εργασίας.
εε) Δαπάνες για κοινωνικούς σκοπούς, ιδίως:
-την πνευµατική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη του εργατικού δυναµικού και των οικογενειών αυτού συµπεριλαµβανοµένης και της ψυχαγωγίας των τέκνων αυτού,
-την υλοποίηση προγραµµάτων για τη στεγαστική προστασία του εργατικού δυναµικού και των οικογενειών αυτού,
-τη συνδροµή στη συλλογική οργάνωση και δράση του εργατικού δυναµικού, ενόψει της βελτίωσης του βιοτικού του επιπέδου.
Οι ως άνω κοινωνικοί σκοποί εξειδικεύονται µε αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίες εκδίδονται ύστερα από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ..
Με τις ίδιες ή όµοιες αποφάσεις ρυθµίζονται και τα θέµατα που αφορούν τον τρόπο κατανοµής και καταβολής των χρηµατικών ποσών και τη διαδικασία πιστοποίησης της εκτέλεσης των δαπανών, ενόψει της επίτευξης των ως άνω οριζοµένων κοινωνικών σκοπών.
γ) Η εισφορά από την περίπτωση Γ΄ του άρθρου 89 του ν. 3996/2011 διατίθεται αποκλειστικά και καλύπτει τους θεσπισµένους µε τη διάταξη αυτή σκοπούς, όπως εξειδικεύτηκαν µε την 23411/2131/30.12.2011 (Β΄29/2012) κοινή απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, και σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις διατάξεις αυτές. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται σε τριάντα ηµέρες από τη δηµοσίευση του παρόντος, ύστερα από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζεται ο χρόνος έναρξης υλοποίησης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή της διάταξης αυτής, σύµφωνα και µε τους όρους της περίπτωσης Γ΄ του άρθρου 89 του ν. 3996/2011.

7. Οι πάσης φύσεως δαπάνες για τη λειτουργία του κάθε κλάδου του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. και την υποστήριξη των προγραµµάτων και δράσεών του καλύπτονται από το σύνολο των πόρων εκάστου κλάδου του ως άνω Λογαριασµού.

8. Για τη λειτουργία του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. συνιστάται Επιτροπή που συγκροτείται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που εκδίδεται εντός τριάντα ηµερών από τη δηµοσίευση του παρόντος. Η Επιτροπή αποτελείται από:
α) Τον Διοικητή του Ο.Α.Ε.Δ. ή τον οριζόµενο από αυτόν ως αναπληρωτή του Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., ο οποίος και προεδρεύει της Επιτροπής Διαχείρισης.
β) Τέσσερις (4) εκπροσώπους µε ισάριθµους αναπληρωτές που ορίζει η Γενική Συνοµοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ),
γ) Τέσσερις (4) εκπροσώπους µε ισάριθµους αναπληρωτές που ορίζουν από κοινού ο Σύνδεσµος Επιχειρήσεων και Βιοµηχανιών (ΣΕΒ), η Γενική Συνοµοσπονδία Επαγγελµατιών Βιοτεχνών Εµπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ), η Εθνική Συνοµοσπονδία Ελληνικού Εµπορίου (ΕΣΕΕ) και ο Σύνδεσµος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ).
δ) Δύο (2) εµπειρογνώµονες µε ισάριθµους αναπληρωτές που ορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

9. Η Επιτροπή γνωµοδοτεί προς το Διοικητικό Συµβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ. για τον τρόπο διανοµής και χρήσης των ποσών του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. και γενικά για κάθε θέµα που αφορά την υλοποίηση των σκοπών του ως άνω Λογαριασµού.

10. Η διαχείριση του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. υπάγεται στο Διοικητικό Συµβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ. και ενεργείται σύµφωνα µε τις διατάξεις περί δηµοσίου λογιστικού και τις διατάξεις του κανονισµού ταµειακής και λογιστικής διαχείρισης του Ο.Α.Ε.Δ. (β.δ. 410/1971/Α΄124).
Για την εξασφάλιση της λειτουργίας, διαχείρισης και παρακολούθησης του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. προβλέπονται διακεκριµένοι κωδικοί αριθµοί εσόδων και δαπανών στον Προϋπολογισµό και Απολογισµό του Οργανισµού.

11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται µετά από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται:
α) Η διαδικασία, τα όργανα, οι κατηγορίες προσωπικού του Ο.Α.Ε.Δ. και η αποζηµίωσή τους για τη διενέργεια ελέγχων που αφορούν προγράµµατα και παροχές,
β) ο αριθµός των ατόµων από το προσωπικό του Ο.Α.Ε.Δ. που υποστηρίζουν τη λειτουργία της Επιτροπής και το ύψος αποζηµίωσής τους για την πρόσθετη απασχόλησή τους,
γ) το ύψος της αποζηµίωσης των µελών της Επιτροπής για τη συµµετοχή τους στις συνεδριάσεις της, και
δ) δαπάνες για κάθε άλλη ενέργεια, αναγκαία για την υλοποίηση των σκοπών του Λογαριασµού.

12. Για την αντιµετώπιση των προαναφερόµενων δαπανών, καθώς και του διαχειριστικού κόστους του Ο.Α.Ε.Δ., εγγράφεται κατ’ έτος στον προϋπολογισµό του Ο.Α.Ε.Δ. ειδική πίστωση από έσοδο προερχόµενο από απόδοση ποσοστού από 5% έως 10% επί του συνολικού ποσού των εισφορών υπέρ του Ε.Λ.Ε.Κ.Π. που εισπράχθηκαν το προηγούµενο έτος.

13. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από γνώµη του διοικητικού συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. ανατίθενται στις υφιστάµενες υπηρεσιακές δοµές του Ο.Α.Ε.Δ. οι αρµοδιότητες που αναφέρονται στην ολοκλήρωση των αναληφθέντων τεχνικών έργων των καταργηθέντων οργανισµών Εστίας και Κατοικίας, καθώς και όλες οι ενέργειες παραχώρησής των κατοικιών στους δικαιούχους και η σύνταξη των αναγκαίων πράξεων προς την εκπλήρωση των σκοπών αυτών.

14. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, µπορεί να ρυθµίζεται κάθε άλλο θέµα σχετικό µε την εφαρµογή του παρόντος άρθρου.

15. Μέχρι τη δηµοσίευση της απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας περί συγκρότησης της συνιστώµενης µε την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου Επιτροπής, ο ΛΑΕΚ εξακολουθεί να λειτουργεί ως µεµονωµένος Λογαριασµός, σύµφωνα µε τη νοµοθεσία που τον διέπει, όπως επίσης και ο Ειδικός Λογαριασµός Κοινωνικής Πολιτικής που συστάθηκε µε το άρθρο 3 της ΠΥΣ 7/28.2.2012 (Α΄39), καθώς και ο Ε.Λ.Π.Κ., όπως αυτός συστάθηκε µε τις διατάξεις της περίπτωσης Γ΄ του άρθρου 89 του ν. 3996/2011 όπως εξειδικεύτηκαν στην 23411/2131/30.12.2011 (Β΄29/ 2012) κοινή απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

16. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 4 και η παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 2434/1996 (Α΄188), καθώς και η παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2639/1998 (Α΄205), καταργούνται.

17. Η παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 2434/1996 (Α΄188), όπως αντικαταστάθηκε µε την παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 2639/1998 (Α΄205) και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«10. Από τον ΛΑΕΚ επιχορηγούνται το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, καθώς και ινστιτούτα και εκπαιδευτικά κέντρα, τα οποία έχουν ιδρυθεί ή θα ιδρυθούν µε τη συµµετοχή της ΓΣΕΕ, του ΣΕΒ, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΣΕΤΕ.
Για τους ανωτέρω φορείς η επιχορήγηση από τον ΛΑΕΚ µπορεί να ανέρχεται µέχρι ποσοστού 15% επί του συνόλου των ετήσιων εισφορών που εισπράχθηκαν υπέρ του ΛΑΕΚ.»

18. Η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2639/1998 (Α΄295) καταργείται.

Άρθρο 35
Λοιπές διατάξεις σχετικές µε τον Ο.Ε.Κ. και τον Ο.Ε.Ε.

1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. καθίσταται καθολικός διάδοχος και υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των καταργηθέντων από 14.02.2012 µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου µε τις επωνυµίες Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.). Από τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου λήγει η θητεία των µελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της ΠΥΣ 7/28.2.2012 (Α΄ 39). Οι πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης των µελών της Διοικούσας Επιτροπής θεωρούνται νόµιµες.

2. Εκκρεµείς δίκες των καταργηθέντων Ν.Π.Δ.Δ. µε τις επωνυµίες Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) συνεχίζονται από τον Οργανισµό Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.), χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχισή τους.
Απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεµείς υποθέσεις που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του νόµου αυτού µεταφέρονται από τα ως άνω καταργηθέντα Ν.Π.Δ.Δ. στον Ο.Α.Ε.Δ..

3. Ο Ο.Α.Ε.Δ. απαλλάσσεται από την καταβολή κάθε είδους τελών για την εγγραφή στο Εθνικό Κτηµατολόγιο εµπραγµάτων δικαιωµάτων του Ο.Ε.Κ. που περιέρχονται σε αυτόν.

4. Μετά την παρ. 6 του άρθρου 24 του ν. 3983/2011 (Α΄144) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η προθεσµία για την άσκηση αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής από τον Ο.Α.Ε.Δ. για δικαιώµατα που έχουν περιέλθει σε αυτόν από τον Οργανισµό Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) είναι δώδεκα έτη.»

5.α. Στο τέλος της παρ. 20 του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Τα κτίρια υφιστάµενων οικισµών του τ. Ο.Ε.Κ., καθώς και τα κτίρια του τ. Ο.Ε.Ε., υπάγονται στις διατάξεις του νόµου αυτού.. µόνον µε την υποβολή των υπό α΄ και β΄ δικαιολογητικών της παραγράφου 2 του νόµου αυτού.»
β. Για τα κτίρια υφιστάµενων οικισµών του τ. Ο.Ε.Κ., καθώς και τα κτίρια του τ. Ο.Ε.Ε.,, υπόχρεοι για την έκδοση πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3661/2008 και του άρθρου 2 παρ. 3 του Κ.Ε.Ν.Α.Κ. (Β΄407) είναι οι δικαιούχοι των κατοικιών Τα υφιστάµενα κτίρια των Κ.Ε.Τ.Ε.Κ. του Ο.Α.Ε.Δ. που έχουν κατασκευαστεί µετά από δηµόσιο διαγωνισµό, αλλά που στερούνται οικοδοµικής άδειας, καθώς και τα κτίρια των Κ.Ε.Τ.Ε.Κ. µε οικοδοµική άδεια στα οποία έχουν γίνει αυθαίρετες κατασκευές και αλλαγή χρήσης σε τµήµα τους, υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4014/2011, χωρίς να απαιτείται καµία διαδικασία ή πρόστιµο.
γ. Για την έκδοση και µεταγραφή παραχωρητηρίων διαµερισµάτων οικισµών που ανήκαν στον Ο.Ε.Κ., ή για µεταβιβάσεις κτιρίων που ανήκαν στον Ο.Ε.Κ. ή κτιρίων που ανήκαν στον Ο.Ε.Ε., εφαρµόζεται η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 23 του ν. 4014/2011. Επίσης δεν απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης του άρθρου 6 του ν. 3661/2008 και του άρθρου 2 του Κ.Ε.Ν.Α.Κ. (Β΄407) στις περιπτώσεις µισθώσεων ή µεταβιβάσεων κτιρίων του τ. Ο.Ε.Κ. ή του τ. Ο.Ε.Ε.

6. Το πάσης φύσεως προσωπικό των καταργηθέντων από 14.2.2012 µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 Ν.Π.Δ.Δ. µε τις επωνυµίες «Οργανισµός Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ)» και «Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ)» µεταφέρεται µε την ίδια σχέση εργασίας στον Ο.Α.Ε.Δ..

7. Η ως άνω µεταφορά για όλες τις συνέπειες της παραγράφου 5 λογίζεται ότι επήλθε αυτοδικαίως από 14.2.2012.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Άρθρο 36
Ρυθµίσεις για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία

1. Στο άρθρο 13 του κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας η οποία εκδίδεται µετά από γνωµοδότηση του Συµβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζοµένων (ΣΥΑΕ) σύµφωνα µε το άρθρο 26 του ν. 3850/2010, µπορεί να καθορίζεται και πέραν των προβλεποµένων στο εν λόγω άρθρο το απαιτούµενο επίπεδο γνώσεων και οι ειδικότητες του τεχνικού ασφάλειας ανάλογα µε τον αριθµό των εργαζοµένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης.»

2. Στο π.δ. 70/90 (Α΄ 31) στο άρθρο 9, µέρος Β΄ «προσόντα του τεχνικού ασφάλειας» η περίπτωση 3 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Πτυχιούχοι ΤΕΙ µε προϋπηρεσία πέντε (5) ετών µπορεί να ορίζονται τεχνικοί ασφάλειας, σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας, εφ’ όσον ο αριθµός των απασχολουµένων ατόµων είναι µικρότερος από πενήντα (50). Όσον αφορά τις ειδικότητες και την προϋπηρεσία των πτυχιούχων ΤΕΙ ισχύουν τα αναφερόµενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»

3. Στο κεφάλαιο Θ΄ του κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) προστίθεται άρθρο 71 Α ως εξής:
«Οι αρµόδιες υπηρεσίες του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας, ανεξάρτητα από τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούν τον εργοδότη των άρθρων 71 και 72 του παρόντος κώδικα νόµων, µπορούν να κινούν διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων σε τεχνικούς ασφάλειας και ιατρούς εργασίας (ως άτοµα εκτός της επιχείρησης ή ως συνεργαζόµενους µε Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞΥΠΠ)), καθώς και στις ΕΞΥΠΠ, στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι δεν τηρείται το δηλούµενο στην αρµόδια υπηρεσία του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας ωράριο απασχόλησης των τεχνικών και ιατρών εργασίας, σύµφωνα µε τα άρθρα 9, παράγραφοι 4, 7 και 21, παρ. 3, εδάφιο γ΄ του Κ.Ν.Υ.Α.Ε..

Για την επιβολή της συγκεκριµένης κύρωσης ακολουθείται διαδικασία ανάλογη µε αυτή που προβλέπεται για τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 71 του παρόντος κώδικα.

Κατά της απόφασης αυτής µπορεί να ασκηθεί προσφυγή, εντός χρονικού διαστήµατος (20) ηµερών από την κοινοποίηση της απόφασης, ενώπιον του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ο οποίος και αποφασίζει µετά από αιτιολογηµένη γνώµη του Συµβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζοµένων του άρθρου 26 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε.».

4. Η παράβαση των διατάξεων που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζοµένων, που εκδόθηκαν πριν από τις 18.10.1985 και περιέχονται σε νόµους ή σε κανονιστικές πράξεις οι οποίες έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του β.δ. της 25 Αυγ./5 Σεπτ. 1920 «Περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών κ.λπ. διατάξεων» (Α΄ 200), συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων των άρθρων 71 και 72 αντίστοιχα του «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» όπως αυτός κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) όπως ισχύει. Οι διατάξεις αυτές είναι:

α) β.δ. της 16-3/5.4.1923 (Α΄ 91), β) π.δ. της 30-10/3.11.1924 (Α΄ 275), γ) π.δ. της 22-12/29.12.1933 (Α΄ 406), δ) π.δ. της 14-3/22.3.1934 (Α΄ 112), ε) β.δ. της 15-4/2.5.1938 (Α΄ 180), στ) β.δ. της 3-12/17.12.1938 (Α΄ 473), ζ) β.δ. 380/1963 (Α΄ 111), η) β.δ. 362/1968 (Α΄ 117), θ) β.δ. 464/1968 (Α΄ 153), ι) β.δ. 590/1968 (Α΄ 199), ια) β.δ. 796/1968 (Α΄ 277), ιβ) π.δ. 212/1976 (Α΄ 78), ιγ) π.δ. 95/1978 (Α΄ 20), ιδ) π.δ. 151/1978 (Α΄ 31), ιε) π.δ. 152/1978 (Α΄ 31), ιστ) π.δ. 216/1978 (Α΄ 47), ιζ) π.δ. 778/1980 (Α΄ 193), ιη) π.δ. 1073/1981 (Α΄ 260), ιθ) ν. 1396/1983 (Α΄ 126), κ) α.ν. 1204/1938 (Α΄ 177), κα) ν. 61/1975 (Α΄ 132), κβ) ν. 2273/1920 (Α΄ 145), κγ) π.δ. της 17-9/4.10.1934 (Α΄ 334).

5. Στο άρθρο 45 του κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µπορεί να καθορίζονται τα ελάχιστα απαιτούµενα υλικά των χώρων πρώτων βοηθειών και των φαρµακείων στους χώρους εργασίας και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτοµέρεια».

6. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Κώδικα Νόµων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) µετά την περίπτωση ζ΄ προστίθεται περίπτωση η΄ ως εξής:
«η) Αριθµός εργαζοµένων: το σύνολο των εργαζοµένων σε όλα τα παραρτήµατα, υποκαταστήµατα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκµεταλλεύσεις της κύριας επιχείρησης.»

7. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Κώδικα Νόµων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) καταργείται.

8. Η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του Κώδικα Νόµων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζοµένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«4. Ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας κατανέµεται κατά µήνα µε κοινή συµφωνία του εργοδότη και της Ε.Υ.Α.Ε.. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει Ε.Υ.Α.Ε. ή εκπρόσωπος εργαζοµένων για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία και ο ελάχιστος ετήσιος χρόνος που αναλογεί για ένα υποκατάστηµα ή παράρτηµα είναι µικρότερος από τέσσερις ώρες, η κατανοµή του χρόνου µπορεί να γίνεται σε εξαµηνιαία βάση µε την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός δεν µπορεί να υπολείπεται των 2 ωρών ανά επίσκεψη στο χώρο εργασίας και πάντα υπό την κρίση του επιθεωρητή εργασίας».

9. Η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του Κώδικα Νόµων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 11 παράγραφοι 6 και 21 παρ.5 διάταγµα, που εκδίδεται µε πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από γνώµη του Σ.Υ.Α.Ε., ρυθµίζονται τα θέµατα προσόντων, ειδικότερων καθηκόντων και όρων εργασίας του ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας, θέµατα σχετικά µε τις αρµοδιότητες των επιτροπών υγείας και ασφάλειας και λοιπών εκπροσώπων των εργαζοµένων, τον τρόπο ενηµέρωσης και διαβούλευσης των εργαζοµένων και του εργοδότη για τους σκοπούς και τα µέτρα εφαρµογής των σχετικών διατάξεων του παρόντος κώδικα και του ν. 2224/1994, όπως κατάρτιση και περιεχόµενο ατοµικού ιατρικού φακέλου του εργαζοµένου, τήρηση και περιεχόµενο βιβλίου του τεχνικού ασφάλειας, θέµατα που αφορούν την οργάνωση και τους όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας των εταιρειών παροχής των υπηρεσιών ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας και θέµατα σχετικά µε την άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας από τον ίδιο τον εργοδότη, ο έλεγχος για την εφαρµογή της σχετικής νοµοθεσίας από τις περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των σχετικών διατάξεων των άρθρων 25, 71 και 72, καθώς και των διατάξεων του ν. 2224/1994

Άρθρο 37
Αναγνώριση Συνδέσµου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) ως ισότιµου κοινωνικού εταίρου

1. Ο Σύνδεσµος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων συµµετέχει µε εκπρόσωπό του σε όλα τα διοικητικά συµβούλια και συλλογικά όργανα και τις εκπροσωπήσεις της χώρας στο εσωτερικό και εξωτερικό όπου προβλέπεται συµµετοχή των κοινωνικών εταίρων.

2. Στις περιπτώσεις που η εκπροσώπηση των κοινωνικών εταίρων δεν προβλέπεται να γίνεται από κοινού, προστίθεται αντιστοίχως, ένας εκπρόσωπος του ΣΕΤΕ και ένας εκπρόσωπος της Γ.Σ.Ε.Ε.. Στις περιπτώσεις αυτές, η τρέχουσα δαπάνη λειτουργίας του οικείου συλλογικού οργάνου παραµένει ως έχει επιµεριζόµενου του συνολικού ποσού αποζηµίωσης των µελών του και στους προστιθέµενους ως άνω εκπροσώπους.

3. Για τη διεύρυνση των συλλογικών οργάνων σύµφωνα µε τις παραγράφους 1 και 2 απαιτείται η προηγούµενη έκδοση απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του κατά περίπτωση αρµόδιου Υπουργού.

4. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 3 και όχι για διάστηµα µεγαλύτερο των έξι µηνών από τη δηµοσίευση του παρόντος, το συλλογικό όργανο συνεχίζει να λειτουργεί νόµιµα ως έχει.

Άρθρο 38
Γενικές Διατάξεις και Ρυθµίσεις λοιπών ζητηµάτων

1. Στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 3863/2010 (Α΄115) όπως αυτή αντικαταστάθηκε µε την παρ. 1 του άρθρου 213 του ν. 4072/2012 (Α΄86) και ισχύει προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Όπου στην κείµενη νοµοθεσία και στις κανονιστικές αποφάσεις αναφέρονται Υπουργός ή υπάλληλος ή αξιωµατικός ή εκπρόσωπος αρµόδιος για θέµατα των ανωτέρω Υπηρεσιών νοούνται εφεξής αντιστοίχως ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ή υπάλληλος ή εκπρόσωπος ανάλογα, του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν.δ. 92/1973 (Α΄169) όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 57 του ν. 2935/2001 (Α΄162) αντικαθίστανται ως ακολούθως :
«1. Η Εστία Ναυτικών διοικείται από εννεαµελές (9µελές) Διοικητικό Συµβούλιο που αποτελείται από :
α) Τον εκάστοτε Γενικό Γραµµατέα της Πανελλήνιας Ναυτικής Οµοσπονδίας,
β) έναν ανώτερο υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας,
γ) έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου,
δ) δύο εκπροσώπους των διοικητικών συµβουλίων των ναυτεργατικών οργανώσεων, οι οποίοι επιλέγονται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, από διπλάσιο αριθµό µελών, που υποδεικνύονται από τη Διοίκηση της Πανελλήνιας Ναυτικής Οµοσπονδίας,
ε) δύο εφοπλιστές οι οποίοι επιλέγονται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας από διπλάσιο αριθµό µελών, που υποδεικνύονται από την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (Ε.Ε.Ε.) και από το Ναυτικό Επιµελητήριο Ελλάδος, (Ν.Ε.Ε.),
στ) έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας
ζ) έναν εκπρόσωπο του Σωµατείου Εργατοϋπαλλήλων Εστίας Ναυτικών.».

3. Το άρθρο 27 του π.δ. 368/1989 (Α΄163), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής :
«Α. Στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας λειτουργεί το Τεχνικό Συµβούλιο που απαρτίζεται από :
α) Το Νοµικό Σύµβουλο του Κράτους που προϊσταται του Γραφείου Νοµικού Συµβούλου του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που ορίζεται ως Πρόεδρος µε αναπληρωτή Πάρεδρο του ίδιου Γραφείου Νοµικού Συµβούλου µε την απόφαση συγκρότησης του Συµβουλίου.
β) Έναν τεχνικό υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, κατηγορίας ΠΕ, βαθµού τουλάχιστον Β΄ που ορίζεται µε τον αναπληρωτή του µε την απόφαση συγκρότησης.
γ) Έναν τεχνικό υπάλληλο της Γενικής Γραµµατείας Δηµοσίων Έργων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδοµών Μεταφορών και Δικτύων, κατηγορίας ΠΕ, βαθµού τουλάχιστον Β΄ που υποδεικνύεται µε τον αναπληρωτή του από τον αρµόδιο Υπουργό.
δ) Έναν τεχνικό υπάλληλο του Ο.Α.Ε.Δ. κατηγορίας ΠΕ, βαθµού τουλάχιστον Β΄, που υποδεικνύεται µε τον αναπληρωτή του από τον Διοικητή του Ο.Α.Ε.Δ..
ε) Έναν εκπρόσωπο των Πανελλήνιων Εργοληπτικών Οργανώσεων, που υποδεικνύεται µε τον αναπληρωτή του από τις οργανώσεις αυτές.
Β. Καθήκοντα Γραµµατέα εκτελεί τεχνικός υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ µε βαθµό Β΄ ή Γ΄ , που ορίζεται µε αναπληρωτή µε την ίδια απόφαση συγκρότησης του Συµβουλίου.
Γ.Τα θέµατα για τα οποία παρέχει τη γνώµη του το Τεχνικό Συµβούλιο εισηγείται αρµόδιος τεχνικός υπάλληλος ανάλογα µε το συζητούµενο θέµα. Σε περίπτωση που ο εισηγητής δεν είναι µέλος του Συµβουλίου συµµετέχει σε αυτό χωρίς ψήφο.
Δ. Το Τεχνικό Συµβούλιο είναι σε απαρτία όταν είναι παρόντες ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τρία (3) από τα µέλη του.
Ε. Οι αποφάσεις ή οι γνωµοδοτήσεις λαµβάνονται µε απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων µελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
ΣΤ. Η θητεία των µελών του Τεχνικού Συµβουλίου ορίζεται διετής.
Ζ. Το Τεχνικό Συµβούλιο παρέχει τη γνώµη του σε θέµατα αιτήσεων θεραπείας, διεθνών διαγωνισµών και εγκρίσεων, παρεκκλίσεων για τη µελέτη και κατασκευή έργων του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και των Εποπτευοµένων Νοµικών Προσώπων και Οργανισµών, συµπεριλαµβανοµένων και αυτών που αναφέρονται στα καταργηθέντα µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 όπως ισχύει, Ν.Π.Δ.Δ. µε την επωνυµία «Οργανισµός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.)» και «Οργανισµός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ)», που ορίζει ο ν. 1418/1984 (Α΄ 23), όπως ισχύει και τα εκτελεστικά αυτού διατάγµατα, καθώς επίσης και σε κάθε θέµα που παραπέµπει σ΄ αυτό ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ή το όργανο που είναι αρµόδιο να αποφασίσει σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση.

4. Στο άρθρο 9 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16) προστίθενται παράγραφοι 9, 10 ,11 και 12 ως ακολούθως :
«9. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, συνιστώνται, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, Υπηρεσιακά και Κοινά Υπηρεσιακά Συµβούλια στα Νοµικά Πρόσωπα της παραγράφου 1 ως εξής :
α. Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης µε έδρα το Δήµο Καβάλας.
β. Κοινό Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας µε έδρα τη Θεσσαλονίκη.
γ. Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ηπείρου µε έδρα το Δήµο Ιωαννίνων.
δ. Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Θεσσαλίας µε έδρα το Δήµο Λάρισας.
ε. Κοινό Υπηρεσιακό Συµβούλιο των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών Δυτικής Ελλάδας και Ιονίων Νήσων µε έδρα το Δήµο Πάτρας.
στ. Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας µε έδρα το Δήµο Λαµίας.
ζ. Κοινό Υπηρεσιακό Συµβούλιο των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών Αττικής, Βορείου Αιγαίου και Νοτίου Αιγαίου µε έδρα το Νοµό Αττικής.
η. Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Κρήτης µε έδρα το Δήµο Ηρακλείου.

10. Μέχρι τη συγκρότηση και τον ορισµό µελών των νέων Υπηρεσιακών Συµβουλίων – Κοινών Υπηρεσιακών Συµβουλίων το προσωπικό των ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., υπάγεται στο Υπηρεσιακό Συµβούλιο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

11. Για τον τρόπο, τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις εκλογής των εκπροσώπων των υπαλλήλων στα Υπηρεσιακά και Κοινά Υπηρεσιακά Συµβούλια του προσωπικού των Ν.Π.Δ.Δ., εφαρµόζονται οι διατάξεις της υπ΄αριθµ. ΔΙΚΠΡ/Φ.80/39/8703 (Β΄684) απόφασης του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
Κατά την πρώτη εφαρµογή της παρούσας διάταξης µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζονται οι προθεσµίες της διαδικασίας για την εκλογή των εκπροσώπων των υπαλλήλων.

12. Οι λεπτοµέρειες εφαρµογής των διατάξεων του άρθρου αυτού καθορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού άρχεται µετά τη δηµοσίευση της απόφασης της προηγούµενης παραγράφου.»

5. Η παράγραφος ΙΙ του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 (Α΄95) καταργείται.

6. Στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16) διαγράφονται οι λέξεις «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, οι» και τίθεται η λέξη «Οι»

7. Μέχρι τον ορισµό των Διοικητικών Συµβουλίων της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16) και όχι µετά την 30.6.2013 παρατείνεται η θητεία των υφιστάµενων οργάνων διοίκησης ή αυτών που έληξε η θητεία τους, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 15 του ν. 3329/2005 (Α΄ 81), αυτοδίκαια χωρίς καµιά πράξη των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας που συγχωνεύονται.

8. α. Στο τέλος της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄222) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά για την πρώτη εφαρµογή δικαιούχοι είναι όλα τα εξαρτώµενα τέκνα που έχουν γεννηθεί µέχρι την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης και το δικαίωµα αναγνωρίζεται αναδροµικά: αα) από 1.1.2013 για τέκνα γεννηµένα µέχρι 31.12.2012 και ββ) από την 1η του επόµενου µήνα της γέννησής τους για τέκνα γεννηµένα εντός του 2013.»
β. Το πέµπτο και έκτο εδάφιο της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 του ν.4093/2012 (Α΄222) αντικαθίστανται ως εξής:
«Το ενιαίο επίδοµα στήριξης τέκνων καθορίζεται ανάλογα µε τον αριθµό των εξαρτώµενων τέκνων σε σαράντα (40) ευρώ ανά µήνα για κάθε εξαρτώµενο τέκνο.»
γ. Η παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4110/2013 (Α΄17) καταργείται

Άρθρο 39
Τροποποιήσεις του ν. 4075/2012 (Α΄ 89)

1. Στο άρθρο 48 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 49 έως 55» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 48 έως 54».

2. Στην παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 49 έως 55» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 48 έως 54».

3. Στην παρ. 2 του άρθρου 49 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 49 έως 55» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 48 έως 54».

4. Στην παρ. 2 του άρθρου 51 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «του άρθρου 51» αντικαθίσταται από τη φράση «του άρθρου 50».

5. Στην παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 51 και 52» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 50 και 51».

6. Στην παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 51 και 52» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 50 και 51».

7. Στην πρώτη περίοδο της παρ. 3 του άρθρου 52 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 51 και 52» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 50 και 51». Στην δεύτερη περίοδο της παρ. 3 του άρθρου 52 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 51 και 52» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 50 και 51».

8. Στην παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «του άρθρου 51 και της παραγράφου 2 του άρθρου 52» αντικαθίσταται από τη φράση «του άρθρου 50 και της παραγράφου 2 του άρθρου 51».

9. Στην παρ. 5 του άρθρου 52 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 51 και 52» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 50 και 51».

10. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 53 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 49 έως 55» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 48 έως 54».

11. Στην παρ. 4 του άρθρου 54 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) η φράση «των άρθρων 51 και 52» αντικαθίσταται από τη φράση «των άρθρων 50 και 51».

Άρθρο 40
Μεταβατικές Ερµηνευτικές διατάξεις

1. Στο τέλος του άρθρου 9 του ν. 4109/2013 προστίθεται παράγραφος 13, η οποία έχει ως εξής :
«13.α), Μέχρι την έγκριση των προϋπολογισµών των Ν.Π.Δ.Δ. που συνιστώνται µε την παράγραφο 1 και όχι µετά την 30.6.2013, οι υφιστάµενες Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας εξακολουθούν να λειτουργούν µε προϋπολογισµούς που εγκρίνονται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και να πραγµατοποιούνται δαπάνες και µετά την 31 Ιανουαρίου 2013 κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 4111/2013 (Α΄18).
β) Οι παράγραφοι 2,3 και 4 του άρθρου 4 του ν.δ. 496/1974 όπως αντικαταστάθηκαν µε τον άρθρο 1 του ν.
369/1976, εξακολουθούν να εφαρµόζονται µέχρι την έγκριση των προϋπολογισµών των δώδεκα (12) νέων Ν.Π.Δ.Δ. και πάντως όχι µετά την 30.6.2013.

2. Στο τέλος του άρθρου 10 του ν. 4109/2013 προστίθεται παράγραφος 10, η οποία έχει ως εξής :
«10.α) Μέχρι την έγκριση του προϋπολογισµού του Ενιαίου Κεφαλαίου Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών Λιµένων ή Ξηράς που συνίσταται µε τη παράγραφο 1, τα Κεφάλαια Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών που συγχωνεύονται µε την παράγραφο1 και όχι µετά την 30.6.2013 εξακολουθούν να λειτουργούν µε προϋπολογισµούς, που εγκρίνονται από τους Γενικούς Γραµµατείς των Αποκεντρωµένων Διοικήσεων και να πραγµατοποιούνται δαπάνες και µετά την 31 Ιανουαρίου 2013.
β) Οι παράγραφοι 2,3 και 4 του άρθρου 4 του ν.δ. 496/1974 όπως αντικαταστάθηκαν µε τον άρθρο 1 του ν. 369/1976, εξακολουθούν να ισχύουν µέχρι την έγκριση του προϋπολογισµού του Ενιαίου Κεφαλαίου Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών (Ε.Κ.Α.Φ.) και όχι µετά την 30.6.2013.
γ) Μέχρι τη συγκρότηση και ορισµό του νέου Δ.Σ. του Ενιαίου Κεφαλαίου Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών (Ε.Κ.Α.Φ.) που συνιστάται µε την παράγραφο 1 και όχι µετά την 30.6.2013, οι υπάρχουσες των 11.11.2012 Διοικούσες Επιτροπές των Κεφαλαίων Αποζηµίωσης Φορτοεκφορτωτών Λιµένων ή Ξηράς, εξακολουθούν να ασκούν τις αρµοδιότητές τους για τα θέµατα που αφορούν το αντίστοιχο ΚΑΦ. Στην περίπτωση που έχει λήξει η θητεία τους, αυτή παρατείνεται µέχρι τη συγκρότηση και του ορισµού του νέου Δ.Σ. του Ε.Κ.Α.Φ..

3. Στο τέλος της περίπτωσης 9 της υποπαραγράφου ΙΑ.7 της παραγράφου ΙΑ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄222), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι Επιτροπές Ρύθµισης Φορτοεκφορτώσεων Ξηράς που προβλέπονταν στο άρθρο 11 του π.δ. 369/1989 (Α΄164), καθώς και οι Επιτροπές Ρύθµισης Φορτοεκφορτώσεων Λιµένων που προβλέπονταν στο άρθρο 12 του π.δ. 369/1989, οι οποίες καταργήθηκαν µε τα παραπάνω εδάφια, ασκούν µόνο και αποκλειστικά αρµοδιότητες εκκαθάρισης, για θέµατα, που προβλέπονται στην περίπτωση στ΄της παραγράφου 3 του άρθρου 11 και στην περίπτωση ζ΄της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του π.δ. 369/1989, και αυτό µέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης των λογαριασµών τους και όχι πέραν του διµήνου από τη δηµοσίευση του νόµου.

4. Στο τέλος της παραγράφου Ι.Α.7.2 του ν. 4093/2012 προστίθεται εδάφιο γ΄ ως εξής:
«γ) φορτώσεις ή εκφορτώσεις από νοµικά πρόσωπα που παρείχαν πριν τη δηµοσίευση του παρόντος, ως παραχωρησιούχοι ή πάροχοι αυτών λιµενικές υπηρεσίες φορτοεκφόρτωσης, εφόσον διατίθεται και συνεχίζει να υφίσταται σύστηµα εκπαίδευσης σε θέµατα υγιεινής και ασφάλειας του µόνιµου προσωπικού ή τυχόν συνεργαζόµενων µε σύµβαση έργου, που διενεργείται από αναγνωρισµένο φορέα. Οι κατά τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου εργαζόµενοι των παραπάνω νοµικών προσώπων και µόνον εφόσον διατηρείται σε ισχύ σχέση εξαρτηµένης εργασίας ή σύµβαση έργου, θεωρούνται κατά περίπτωση ισοδύναµοι µε τους αναφερόµενους στη παρ. 4 του παρόντος για την άσκηση της εταιρικής δραστηριότητας χωρίς γεωγραφικούς περιορισµούς.»

5. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 ( Α΄152), όπως συµπληρώθηκε µε τη παρ. 11 του άρθρου 24 του ν. 4002/2011 (Α΄180), και µετά τις λέξεις «συµπεριλαµβανοµένων και των Τραπεζών» προστίθενται οι εξής λέξεις «και των θυγατρικών επιχειρήσεων των Τραπεζών ή των συνδεδεµένων µε αυτές εταιριών που ανήκουν στον ίδιο όµιλο µε τις Τράπεζες», από τότε που ίσχυε η διάταξη.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Άρθρο 41
Κατάργηση θέσεων ειδικών συνεργατών

Καταργούνται οι δώδεκα θέσεις ειδικών συνεργατών, που µε το άρθρο 23 του ν. 3569/2007 (Α΄122) διατηρήθηκαν στην Γενική Γραµµατεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Άρθρο 42
Θέµατα ΗΔΙΚΑ Α.Ε.

1. Οι υπηρεσίες που παρέχονται από την ΗΔΙΚΑ Α.Ε. στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης παρέχονται έναντι αµοιβής και στους εποπτευόµενους φορείς του Υπουργείου Υγείας. Το άρθρο 20 του ν. 1199/1981 καταργείται.

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του καταστατικού της ΗΔΙΚΑ Α.Ε. του άρθρου πέµπτου του ν. 3607/2007 (Α΄245) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η Εταιρεία συνάπτει σύµβαση µε τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και µε το Μετοχικό Ταµείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.), τον ΕΟΠΥΥ και τα νοσοκο-
µεία, καθώς και µε φορείς που υπάγονται στο Υπουργείο Υγείας για τις παρεχόµενες προς αυτούς υπηρεσίες, µε απευθείας ανάθεση, χωρίς δηµοσίευση προκήρυξης διαγωνισµού.
Το συνολικό ύψος των εσόδων της Εταιρείας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια ρυθµίζεται µε την σύνταξη και έγκριση του ετήσιου Οικονοµικού Προϋπολογισµού της για το επόµενο έτος και την Ετήσια Έκθεση τεκµηρίωσης των οικονοµικών µεγεθών της κατ’ άρθρο 7 παρ. 2α του ν .3429/2005.
Μετά την έγκριση του προϋπολογισµού εκδίδεται κ.υ.α. των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας για την κατανοµή των εσόδων της ΗΔΙΚΑ στους Φορείς που εξυπηρετεί. Επίσης καθορίζονται οι όροι, ο χρόνος και οι προϋποθέσεις εκτέλεσης των εργασιών, και ο τρόπος της αµοιβής της Εταιρείας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια. Η κ.υ.α. επέχει θέση ανάθεσης και ακολούθως συντάσσονται συµβάσεις που εξειδικεύουν το παρεχόµενο έργο.
Για επαναλαµβανόµενες υπηρεσίες όπως µισθοδοσίες νοσοκοµείων, συντάξεις κ.λπ δύνανται να υπογράφονται µακροχρόνιες συµβάσεις µε τους εξυπηρετούµενους φορείς.
Σε περίπτωση µη υπέρβασης του αρχικού προϋπολογισµού η τελική κατανοµή των εσόδων της Εταιρείας στους φορείς που εξυπηρέτησε θα γίνεται κάθε φορά µε τον Ετήσιο Ισολογισµό – Απολογισµό και µε βάση την τελική πραγµατική παροχή υπηρεσιών.
Οι συµβάσεις αυτές δεν υπόκεινται στον προσυµβατικό έλεγχο νοµιµότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του π.δ 774/1980.»

3. Οι οικονοµικές χρήσεις µέχρι 31.12.2011 θεωρούνται περαιωθείσες µε την προϋπόθεση της έγκαιρης και νοµότυπης υποβολής των προβλεπόµενων δηλώσεων και καταστάσεων. Ειδικά για την οικονοµική χρήση 1.1.2012 έως 31.12.2012 και για την οριστική τακτοποίηση της εταιρίας παρέχεται κατ’ εξαίρεση και για διάστηµα 15 ηµερών από τη δηµοσίευση του παρόντος η δυνατότητα έκδοσης πιστωτικού τιµολογίου προς το ΙΚΑΕΤΑΜ.

4. Η παρ. 3 του άρθρου πρώτου του ν. 3607/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η εποπτεία και ο έλεγχος της εταιρίας ασκείται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας».

5. Από 1.4.2013 δηµιουργείται στην ΗΔΙΚΑ Ενιαία Βάση Ακίνητης Περιουσίας, στοιχεία της οποίας δηµοσιεύονται στο διαδίκτυο. Οι εποπτευόµενοι από το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας φορείς που διαθέτουν ακίνητη περιουσία υποχρεούνται να ενηµερώνουν εντός µηνός από κάθε µεταβολή τη βάση και να αναρτούν τις διακηρύξεις µίσθωσης, ανάθεσης εργολαβιών ή πώλησης των ακινήτων τους. Οι λεπτοµέρειες εφαρµογής θα καθοριστούν από απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Άρθρο 43
Διοικητικό Συµβούλιο Ταµείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ιδρυµάτων Εµπορικού Ναυτικού (ΤΕΑΠΙΕΝ)

Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου τριακοστού πρώτου του ν. 2932/2001 (Α΄ 145), προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Η θητεία του Προέδρου, του Κυβερνητικού Επιτρόπου και των µελών του Διοικητικού Συµβουλίου του ΤΕΑΠΙΕΝ είναι τριετής. Σε περίπτωση λήξης της θητείας του Προέδρου και των µελών του Διοικητικού Συµβουλίου, αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια µέχρι του διορισµού νέων µελών, όχι όµως περισσότερο από τρίµηνο από τη λήξη της.»

Άρθρο 44
Διοικητικό Συµβούλιο Ταµείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.)

1. To πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Ταµείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.) διοικείται από ενδεκαµελές (11 µελές) Διοικητικό Συµβούλιο που αποτελείται από:».

2. Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58), αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Πέντε (5) εκπροσώπους των ασφαλισµένων που προτείνονται από τη Γ.Σ.Ε.Ε. και τις οικείες δευτεροβάθµιες οργανώσεις, µε τους αναπληρωτές τους. Οι ασφαλισµένοι των Τοµέων που ασφαλίζουν το προσωπικό της ΔΕΗ, του ΟΤΕ και των Τραπεζών εκπροσωπούνται υποχρεωτικά στο Διοικητικό Συµβούλιο από τρεις εκπροσώπους, ανά έναν (1) αντιστοίχως».

3.Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 3655/2008, αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Δύο (2) εκπροσώπους των εργοδοτών που προτείνονται από την Ελληνική ΄Ενωση Τραπεζών, τους Οργανισµούς Κοινής Ωφέλειας και τις λοιπές εργοδότριες εταιρείες των οποίων το προσωπικό ασφαλίζεται στο Ταµείο, µε τους αναπληρωτές τους».

4. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, αρχίζει από την πρώτη του τρίτου µήνα µετά το µήνα δηµοσίευσης του παρόντος νόµου.

Άρθρο 45
Διοικητικό Συµβούλιο Οργανισµών Περίθαλψης Ασφαλισµένων Δηµοσίου (ΟΠΑΔ)

1. Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2768/1999 (Α΄ 273), αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Έναν Προϊστάµενο διεύθυνσης ή τµήµατος της Γενικής Γραµµατείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ή υπάλληλο της Γ.Γ.Κ.Α. ΠΕ ή ΤΕ κατηγορίας µε πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη Γ.Γ.Κ.Α., που ορίζεται µε τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.»

2. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 52/2001 (Α΄ 41) αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Έναν Προϊστάµενο διεύθυνσης ή τµήµατος της Γενικής Γραµµατείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ή υπάλληλο της Γ.Γ.Κ.Α. ΠΕ ή ΤΕ κατηγορίας µε πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη Γ.Γ.Κ.Α., που ορίζεται µε τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.»

Άρθρο 46
Ρυθµίσεις Ενιαίου Ταµείου Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ)

1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4075/2012 (Α΄89) αντικαθίσταται από την ηµεροµηνία που ίσχυσε ως εξής :
«1. Η εισφορά των εκδοτών εφηµερίδων και περιοδικών του εδαφίου γ΄ της παρ.1 του άρθρου 33 του β.δ.
29.5/25.6.1958 «Περί εγκρίσεως καταστατικού ΤΑΕΤΑ» (Α΄96) και της παρ.1 του άρθρου 1 του ν.δ. 166/21-25.9.1973 (Α΄ 233), καθώς και η εισφορά των τυπογραφικών επιχειρήσεων της παρ.6 του άρθρου 8 του ν. 2556/1997 (Α΄270) κατά το χρονικό διάστηµα από 1.1.2012 έως και 31.12.2013, καθορίζεται σύµφωνα µε το εδάφιο δ΄ της παρ.1 του άρθρου 33 του ως άνω β.δ.
29.5/25.6.1958. Η ρύθµιση αυτή ισχύει εφόσον οι θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις αυτές καθ’ όλο το χρονικό αυτό διάστηµα ισούνται ή υπερβαίνουν το µέσο όρο των θέσεων εργασίας των µηνών Ιανουαρίου 2011 έως και Ιανουαρίου 2012, σύµφωνα µε τις µισθοδοτικές καταστάσεις που υπέβαλαν στο ΕΤΑΠ –ΜΜΕ, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ασφαλιστικά ενήµεροι για το χρονικό διάστηµα υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή.»

2. Στο τέλος της περίπτωσης δ΄της παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α΄41) προστίθεται περίπτωση ε΄ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας διαχωρίζεται το ποσοστό των προβλεπόµενων εισφορών ασφαλισµένου και εργοδότη για παροχές ασθένειας σε είδος και σε χρήµα και επιµερίζεται το ποσοστό από τα κάθε είδους προβλεπόµενα έσοδα».

3. Η χορήγηση των παροχών σε χρήµα εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις των Κανονισµών των Τοµέων του εντασσόµενου Κλάδου Υγείας του ΕΤΑΜ-ΜΜΕ και τροποποιούνται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µετά από γνώµη του Δ.Σ. του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ.
Για την είσπραξη των παραπάνω εισφορών, εφαρµόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 3918/2011 (Α΄31) και τα αναφερόµενα στο άρθρο µόνο της Φ.80000/22443/4522/2012 (Β΄2810) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονοµικών, Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας. Για τα λοιπά θέµατα εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 44, 45, 46 και 47 του ν. 4075/2012 (Α΄89).

Άρθρο 47
Θέµατα του Εθνικού Οργανισµού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και του κατά περίπτωση καθ΄ύλην αρµόδιου Υπουργού ρυθµίζονται θέµατα που αφορούν τη λειτουργία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας ρυθµίζονται θέµατα των υπηρεσιών που παραµένουν στον Οίκο Ναύτου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθµίζονται θέµατα των υπηρεσιών που παραµένουν στο Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., Ε.Τ.Α.Α. και Ε.ΤΑ.Π. Μ.Μ.Ε..

Μέχρι την έκδοση των οργανισµών του Οίκου Ναύτου, Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω, Ε.Τ.Α.Α. και Ε.ΤΑ.Π.-Μ.Μ.Ε. και για τη λειτουργία των οργανικών τους µονάδων εκδίδεται µετά από γνώµη των Διοικητικών Συµβουλίων τους κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του καθ’ ύλην αρµόδιου Υπουργού, µε την οποία καθορίζεται η οργανωτική τους διάρθρωση, οι αρµοδιότητες των οργανικών µονάδων, οι κλάδοι από τους οποίους προέρχονται οι προϊστάµενοι αυτών, καθώς και κάθε άλλο θέµα που αφορά την λειτουργία και τη στελέχωσή τους µε προσωπικό.

Η παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4075/2012 (Α΄89) καταργείται.

Άρθρο 48
Επανεγγραφή στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του Οργανισµού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελµατιών (Ο.Α.Ε.Ε.)

Στο τέλος του άρθρου 14 του ν. 3655/2008 (Α΄58), προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Σε περίπτωση διακοπής της επαγγελµατικής δραστηριότητας και επανεγγραφής στον Κλάδο Κύριας Σύνταξης του Ο.Α.Ε.Ε., λόγω νέας δραστηριότητας, τα πρόσωπα του άρθρου αυτού µπορούν να επανεγγραφούν στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης. Η επανεγγραφή στον Κλάδοεπικουρικής ασφάλισης αρχίζει από τον µήνα υποβολής της αίτησης εφόσον όµως υπάρχει νέα επαγγελµατική δραστηριότητα παρέχεται στους ασφαλισµένους η δυνατότητα αναδροµικής εγγραφής στα µητρώα του Κλάδου.»

Άρθρο 49
Εναρµόνιση ασφαλιστικών εισφορών Οργανισµού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελµατιών (ΟΑΕΕ)

Οι περιπτώσεις β΄και γ΄της παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. 258/2005 όπως τροποποιήθηκαν µε την παρ. 9α του άρθρου 116 του ν. 4072/2012, ενοποιούνται και αντικαθίστανται ως περίπτωση β΄και οι περιπτώσεις γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄, αναριθµούνται σε γ΄, δ΄ και ε΄, αντίστοιχα, ως εξής:
«β. Τα µέλη του Δ.Σ. των Α.Ε. µε αντικείµενο επιχειρήσεως επαγγελµατική, βιοτεχνική ή εµπορική δραστηριότητα σε όλη την Επικράτεια, εφόσον αυτά είναι µέτοχοι κατά ποσοστό 3% τουλάχιστον».

Άρθρο 50
Βελτίωση διαδικασίας απόδοσης βοηθήµατος σε ασφαλισµένους του ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ και ΕΤΑΠ-ΜΜΕ

Η παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. α) Συνιστάται στον Οργανισµό Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.) Ειδικός Λογαριασµός Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολουµένων, ο οποίος αποτελείται από δυο κλάδους, που λειτουργούν µε πλήρη οικονοµική και λογιστική αυτοτέλεια. Ο πρώτος κλάδος καλύπτει ασφαλισµένους στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και ο δεύτερος ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ. Σκοπός του λογαριασµού είναι η χορήγηση βοηθήµατος σε περιπτώσεις αποδεδειγµένης διακοπής του επαγγέλµατος και για χρονικό διάστηµα τουλάχιστον τριών µηνών. Για τους ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ, ως διακοπή επαγγέλµατος θεωρείται και το εισόδηµα που δεν υπερβαίνει το ½ της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας, κατά το προηγούµενο της υποβολής της αίτησης έτος, υπό τον πρόσθετο όρο ότι το τελευταίο 8µηνο προ της υποβολής της αίτησης δεν έχουν ασκήσει καµία επαγγελµατική δραστηριότητα (περίοδος αναµονής).
β) Από 1.8.2011 θεσπίζεται µηνιαία εισφορά ύψους δέκα (10,00) ευρώ που καταβάλλεται από τους ασφαλισµένους – αυτοτελώς και ανεξάρτητα απασχολούµενους των Ασφαλιστικών Οργανισµών ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ υπέρ του αντίστοιχου κλάδου. Η εισφορά βεβαιώνεται και εισπράττεται από τα οικεία ταµεία µαζί µε τις λοιπές εισφορές και αποδίδεται στον Ο.Α.Ε.Δ. µέχρι το τέλος του µεθεπόµενου µήνα από το µήνα που καταβάλλεται. Οι εισφορές που αναλογούν στο χρονικό διάστηµα από 1.1.2011 έως 31.7.2011 κατανέµονται ισόποσα και συνεισπράττονται µε τις εισφορές των επόµενων µηνών του έτους 2011. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µετά γνώµη των Διοικητικών Συµβουλίων των αρµόδιων οργανισµών και γνώµη του ΣΚΑ καθορίζονται και εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την απόκτηση της ιδιότητας του δικαιούχου, η διαδικασία, ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος χορήγησης του βοηθήµατος, το ύψος αυτού, τα απαιτούµενα δικαιολογητικά για την απόδειξη των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης του βοηθήµατος, καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή του, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή της διακοπή της παροχής και κάθε θέµα σχετικό µε την εφαρµογή του παρόντος. Η προβλεπόµενη εισφορά των ασφαλισµένων του ΕΤΑΑ αποδίδεται στον Ο.Α.Ε.Δ. έως 31.12.2011 ανεξαρτήτως εάν αυτά τα ποσά έχουν εισπραχθεί µέχρι την ηµεροµηνία αυτή από το φορέα.»

Άρθρο 51
Ασφάλιση αιρετών Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθµίδας

1α. Οι αντιδήµαρχοι, οι Πρόεδροι Δηµοτικών Συµβουλίων, οι Αντιπεριφερειάρχες και οι Πρόεδροι Περιφερειακών Συµβουλίων, που δεν είναι δηµόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ., υπάλληλοι κρατικών Ν.Π.Ι.Δ. και δηµόσιων επιχειρήσεων ή άλλων επιχειρήσεων, τη διοίκηση των οποίων διορίζει άµεσα ή έµµεσα το Δηµόσιο µε διοικητική πράξη ή ως µέτοχος, (οι οποίοι είτε λαµβάνουν την ειδική άδεια άνευ αποδοχών των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010 είτε διακόπτουν την εργασία ή την απασχόλησή τους, µη έχοντας έσοδα κατά τη διάρκεια της θητείας τους από άσκηση εξαρτηµένης εργασίας, ελεύθερου επαγγέλµατος ή ως ανεξάρτητα απασχολού-
µενοι, και λαµβάνουν αντιµισθία, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 92 και 181 του ν. 3852/2010 αντίστοιχα, εξακολουθούν από 1.1.2011 να διέπονται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονοµικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την έναρξη της θητείας τους µε τις ανωτέρω ιδιότητες.

Για τους ασφαλισµένους σε φορείς ασφάλισης µισθωτών, από την ανωτέρω ηµεροµηνία και εφεξής οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, εργαζοµένου και εργοδότη, υπολογίζονται επί των συντάξιµων αποδοχών του τελευταίου µήνα πλήρους απασχόλησης των ανωτέρω προσώπων πριν την έναρξη της θητείας τους. Σε κάθε περίπτωση ο τελευταίος µήνας πλήρους απασχόλησης αναζητείται εντός των τελευταίων 12 µηνών πριν από την έναρξη της θητείας τους.

Η εισφορά ασφαλισµένου βαρύνει τον ίδιο, η δε εργοδοτική εισφορά βαρύνει τον οικείο δήµο ή την περιφέρεια όπου τα πρόσωπα αυτά έχουν εκλεγεί. Οι δήµοι ή οι περιφέρειες παρακρατούν την εισφορά του ασφαλισµένου από την αντιµισθία και την αποδίδουν µε την εργοδοτική εισφορά στους οικείους φορείς εντός των προθεσµιών που προβλέπονται από τη νοµοθεσία των φορέων. Για τους ασφαλισµένους στον Ο.Α.Ε.Ε. και το Ε.Τ.Α.Α., από την ανωτέρω ηµεροµηνία και εφεξής καταβάλλονται οι προβλεπόµενες από την ισχύουσα κάθε φορέα νοµοθεσία ασφαλιστικές εισφορές ελεύθερου επαγγελµατία, βάσει του συνολικού χρόνου ασφάλισης. Η εισφορά βαρύνει τον οικείο δήµο ή την περιφέρεια όπου τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν εκλεγεί και αποδίδονται στους οικείους φορείς στις προθεσµίες που προβλέπονται από τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορέα.

β. Σε περίπτωση που τα πρόσωπα της παραγράφου 1α πριν την έναρξη της θητείας τους υπάγονταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών οργανισµών, κατά τη διάρκεια της θητείας τους εξακολουθούν να διέπονται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονοµικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την έναρξη της θητείας τους.

Η δαπάνη για την ασφάλιση βαρύνει τους ιδίους όσον αφορά την εισφορά ασφαλισµένου, ενώ ο δήµος ή η περιφέρεια βαρύνεται µε την εργοδοτική εισφορά για τους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας στους οποίους αυτή είναι χαµηλότερη. Ο δήµος ή η περιφέρεια βαρύνεται επίσης µε την εργοδοτική εισφορά για τον φορέα υγειονοµικής περίθαλψης.

Η εργοδοτική εισφορά για τους υπόλοιπους ασφαλιστικούς φορείς βαρύνει τους ίδιους τους ασφαλισµένους.

γ. Για το χρονικό διάστηµα από 1.1.2011 έως 31.12.2012 το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών (εισφορά ασφαλισµένου και εργοδότη) υπέρ των φορέων ή κλάδων υγειονοµικής περίθαλψης για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 δεν παρακρατείται. Τυχόν καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές για ασφάλιση ασθένειας για το ανωτέρω διάστηµα δεν αναζητούνται ούτε επιστρέφονται.

2. Εάν τα πρόσωπα της παραγράφου 1α πριν την έναρξη της θητείας τους δεν υπήγοντο στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού κύριας ασφάλισης, αρµοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, από 1.1.2011 και εφεξής και κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τους κλάδους σύνταξης και παροχών ασθένειας (σε είδος και σε χρήµα), καθώς και στην ασφάλιση του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ).

Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισµένου και εργοδότη υπολογίζονται επί του ποσού της αντιµισθίας που λαµβάνουν τα ανωτέρω πρόσωπα κατά τη διάρκεια της θητείας τους, η µεν εισφορά ασφαλισµένου βαρύνει τους ίδιους η δε εργοδοτική εισφορά βαρύνει τον οικείο δήµο ή την περιφέρεια όπου τα πρόσωπα αυτά έχουν εκλεγεί. Οι δήµοι ή οι περιφέρειες παρακρατούν την εισφορά του ασφαλισµένου από την αντιµισθία και την αποδίδουν µε την εργοδοτική εισφορά στους οικείους φορείς εντός των προθεσµιών που προβλέπονται από τη νοµοθεσία των φορέων.

3. Οι ρυθµίσεις των παραγράφων 1 και 2 έχουν εφαρµογή και για το συµπαραστάτη του δηµότη και της επιχείρησης, καθώς και για το συµπαραστάτη του πολίτη και της επιχείρησης, που λαµβάνουν αντιµισθία σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 77 και 179 του ν. 3852/2010 αντίστοιχα.

4. Εισφορές που θα προκύψουν από την ασφάλιση των προσώπων των προηγούµενων παραγράφων στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς από την 1.1.2011 µέχρι και τη δηµοσίευση του παρόντος δεν επιβαρύνονται µε πρόσθετα τέλη, προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις.

Η εξόφληση του ως άνω οφειλόµενου ποσού γίνεται εφάπαξ εντός διµήνου από την πρώτη του εποµένου της δηµοσίευσης µήνα ή σε ισόποσες µηνιαίες δόσεις όσοι και οι µήνες ασφάλισης. Η πρώτη δόση καταβάλλεται εντός του µεθεπόµενου από τη δηµοσίευση του παρόντος µήνα, και σε περίπτωση εκπρόθεσµης καταβολής δόσης, αυτή επιβαρύνεται µε τα προβλεπόµενα για τις ασφαλιστικές εισφορές πρόσθετα τέλη, προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις.

Στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω πρόσωπα ασφαλίζονται ως έµµισθοι, οι δήµοι ή οι περιφέρειες καταβάλλουν το σύνολο του ποσού της µηνιαίας δόσης µε παρακράτηση της οφειλής του ασφαλισµένου από την αντιµισθία που λαµβάνει. Σε περίπτωση δε παραίτησής τους από τις εν λόγω θέσεις πριν την εξόφληση της οφειλής, ο ασφαλισµένος οφείλει να καταβάλει ανά µήνα στο δήµο ή την περιφέρεια το προβλεπόµενο για την εξόφληση της οφειλής ποσό.

5. Ειδικά, για τα πρόσωπα της παραγράφου 1α, τα οποία πριν την έναρξη της θητείας τους ήταν υπάλληλοι λοιπών Ν.Π.Ι.Δ. και λόγω του διορισµού τους στις ανωτέρω θέσεις λαµβάνουν την ειδική άδεια των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010, για το χρονικό διάστηµα από 1.1.2011 έως 31.12.2012 το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών (εισφορά ασφαλισµένου και εργοδότη) προς τους οικείους φορείς, βαρύνει τον οικείο δήµο ή την περιφέρεια όπου τα πρόσωπα αυτά έχουν εκλεγεί.

Άρθρο 52
Τροποποίηση του ν. 3586/2007

Η παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 3586/ 2007 (Α΄151), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Μέρος των οριζοµένων από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έργων και εργασιών, µπορεί να ανατίθενται µε αποφάσεις των Διοικητικών Συµβουλίων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στις Τεχνικές Υπηρεσίες τους, οποτεδήποτε αυτό κριθεί σκόπιµο και χωρίς να έχει προηγηθεί η διαδικασία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Τα ανωτέρω έργα και εργασίες µπορεί να ανατίθενται και µε εφαρµογή των διατάξεων του ν. 3316/2005 (Α΄42) και του ν. 3669/2008 (Α΄116), µε απόφαση των Διοικητικών Συµβουλίων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και ύστερα από εισήγηση των αρµόδιων υπηρεσιών των Φ.Κ.Α. εφόσον η ετήσια προγραµµατιζόµενη δαπάνη αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των αντίστοιχων µελετών, δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α..»

Άρθρο 53
Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο

Η παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ 80/1997 (Α΄68) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο του άρθρου 1, όπως συµπληρώνεται µε το άρθρο 2, του παρόντος προεδρικού διατάγµατος, εφαρµόζεται από όλους τους Οργανισµούς Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης, συµπεριλαµβανοµένων και των Ταµείων ή λογαριασµών Πρόνοιας, Αλληλοβοηθείας, Υγείας κ.λπ. από 1ης Ιανουαρίου 2008. Οι ανωτέρω Οργανισµοί παράλληλα µε την υποχρεωτική εφαρµογή του διπλογραφικού συστήµατος υποχρεούνται στην κατάρτιση των οικονοµικών τους καταστάσεων, σύµφωνα µε τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.) από 1ης Ιανουαρίου του 2015. Οι ανωτέρω καταστάσεις µετά την έγκρισή τους απο τα Διοικητικά Συµβούλια του φορέα αναρτώνται υποχρεωτικά στο διαδίκτυο «Πρόγραµµα Διαύγεια» σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 3861/2010 (Α΄112). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται το περιεχόµενο και κάθε σχετικό θέµα αναφορικά µε τις υπηρεσίες που ανατίθενται και αφορούν στην περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2042/1992 (Α΄75)».

Άρθρο 54
Διοικητικές επιτροπές ΙΚΑΕΤΑΜ

Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2676/1999 (Α΄1), όπως συµπληρώθηκε µε το άρθρο 10 του ν. 3762/2009 (Α΄ 75), προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση λήξης της θητείας του προέδρου και των µελών των Τ.Δ.Ε. των Υποκαταστηµάτων του ΙΚΑΕΤΑΜ, αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια µέχρι του διορισµού νέων µελών και όχι περισσότερο από τρίµηνο από τη λήξη της.»

Άρθρο 55
Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές ΙΚΑ-ΕΤΑΜ

Η περίπτωση 3 της παρ. ΙΑ΄ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α΄41) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977 , η οποία είχε καταργηθεί µε το εδάφιο γ΄της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 και επαναφέρθηκε σε ισχύ µε το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (Α΄149) και καταργήθηκε µε την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 επαναφέρεται σε ισχύ για τις υποθέσεις εκείνες των οποίων το αντικείµενο υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και για τις υποθέσεις που δεν αποτιµώνται σε χρήµα, έχουν όµως οικονοµικές συνέπειες.»

Άρθρο 56
Μίσθωση ακινήτων µεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης

1. Μετά την παράγραφο 1 του άρθρου 27 του ν. 4038/2012 προστίθεται παράγραφος 2 και η παράγραφος 2 αναριθµείται σε 3 ως εξής:
«2. Σε συµβάσεις µίσθωσης ακινήτων µεταξύ Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, ΗΔΙΚΑ ΑΕ ή Ν.Π.Δ.Δ. εποπτευόµενων από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, το ετήσιο µίσθωµα καθορίζεται έως 4,8% της εκάστοτε ισχύουσας αντικειµενικής αξίας του µισθίου ή της αγοραίας αξίας στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστηµα προσδιορισµού της αξίας των ακινήτων µε αντικειµενικά κριτήρια.
3. Στο όγδοο εδάφιο της παρ. 19 του άρθρου 7 του ν. 2741/1999 (Α΄199), όπως προστέθηκε µε την παρ. 3 του άρθρου 79 του ν. 3996/2011 (Α΄170) µετά τη φράση
«µε αιτιολογηµένη απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου,» προστίθεται η φράση «που λαµβάνεται µε αυξηµένη πλειοψηφία των 2/3 των παρόντων µελών.»

2. Η διάταξη της παραγράφου 1 καταλαµβάνει τις νέες µισθώσεις που καταρτίζονται µετά τη δηµοσίευση του νόµου αυτού.

3. Στις µισθώσεις ακινήτων ιδιοκτησίας φορέων κοινωνικής ασφάλισης οι διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 15 του ν. 4013/2011 και του άρθρου 27 του ν. 4038/2012 εφαρµόζονται µόνο στην περίπτωση, που και ο µισθωτής του ακινήτου είναι Tαµείο Kοινωνικής Aσφάλισης, το Δηµόσιο, νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου, Ο.Τ.Α. ή φορέας του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα.

Άρθρο 57
Ηµεροµηνία καταβολής των συντάξεων

Η παρ. 7 του άρθρου 34 του ν. 4111/2013 (Α΄18) αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Από 1.2.2013 ως ηµεροµηνία καταβολής των µηνιαίων συντάξεων κύριων, επικουρικών και µερισµάτων των Ασφαλιστικών Οργανισµών αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του Δηµοσίου ορίζεται η προτελευταία εργάσιµη ηµέρα του προηγούµενου µήνα. Ο ΟΑΕΕ και ο ΟΓΑ εξακολουθούν να καταβάλουν τις συντάξεις κατά την πρώτη εργάσιµη ηµέρα κάθε µήνα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθµίζεται κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την υλοποίηση του παρόντος, καθώς και ο τρόπος εφαρµογής για Ασφαλιστικούς Οργανισµούς που καταβάλλουν παροχές που δεν ανάγονται σε µηνιαία βάση. Από τη δηµοσίευση του νόµου αυτού κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.»

Άρθρο 58
Ασφάλιση ιδιοκτητών τουριστικών καταλυµάτων

Η παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3050/2002 (Α΄ 214), όπως έχει αντικατασταθεί µε το άρθρο 25 του ν. 3846/2010 (Α΄ 66) και περαιτέρω µε το άρθρο 32 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89), αντικαθίσταται ως εξής:
1. Ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυµάτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118) και του π.δ. 33/1979 (Α΄ 10), όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κυρίων και µη κυρίων καταλυµάτων µε το ειδικό σήµα λειτουργίας του ΕΟΤ δυναµικότητας έως και πέντε (5) δωµατίων, σε ολόκληρη την Επικράτεια, ασφαλίζονται στον ΟΓΑ.
Εφόσον τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται από άλλη εργασία ή απασχόληση σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισµό ή το Δηµόσιο ή λαµβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισµό ή το Δηµόσιο παραµένουν στην ασφάλιση του ασφαλιστικού τους φορέα και δεν υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ.
2. Ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυµάτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118) και του π.δ. 33/1979 (Α΄ 10), όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κυρίων και µη κυρίων καταλυµάτων µε το ειδικό σήµα λειτουργίας του ΕΟΤ δυναµικότητας από έξι (6) µέχρι και δέκα (10) δωµατίων, σε όλη την Επικράτεια, που είναι παράλληλα εγγεγραµµένοι στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκµεταλλεύσεων, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ΟΓΑ.
Εάν τα πρόσωπα αυτά δεν είναι παράλληλα εγγεγραµµένα στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκµεταλλεύσεων, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ΟΑΕΕ στην 1η ασφαλιστική κατηγορία αυτού, µε την υποχρέωση της ανά τριετία µετάβασης σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του π.δ. 258/2005 (Α΄ 316).
Εφόσον τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται από άλλη εργασία ή απασχόληση σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισµό ή το Δηµόσιο ή λαµβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισµό ή το Δηµόσιο παραµένουν στην ασφάλιση του ασφαλιστικού τους φορέα και δεν υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ.
3. Σε περίπτωση ιδιοκτησίας ή εκµετάλλευσης των κατά τις παραγράφους 1 και 2 τουριστικών καταλυµάτων από εταιρία οποιασδήποτε νοµικής µορφής πλην ΕΠΕ και ΑΕ, υπάγεται κατά περίπτωση στην ασφάλιση του ΟΓΑ ή ΟΑΕΕ ένας εκ των εταίρων και προαιρετικά οι λοιποί. Εάν οι λοιποί εταίροι δεν ασφαλίζονται σε κανέναν άλλον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης για άλλη εργασία ή απασχόληση, η ασφάλισή τους στον ΟΓΑ ή τον ΟΑΕΕ καθίσταται υποχρεωτική. Σε περίπτωση ιδιοκτησίας ή εκµετάλλευσης τουριστικών καταλυµάτων από εταιρία νοµικής µορφής ΕΠΕ και ΑΕ, υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ τα µέλη των ΕΠΕ, καθώς και τα µέλη του Δ.Σ. των ΑΕ που είναι µέτοχοι κατά ποσοστό 3% τουλάχιστον.
4. Ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυµάτων µε οποιαδήποτε νοµική µορφή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118) και του π.δ. 33/1979 (Α΄ 10), όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κυρίων και µη κυρίων καταλυµάτων µε το ειδικό σήµα λειτουργίας του ΕΟΤ, δυναµικότητας έντεκα (11) δωµατίων και άνω, σε όλη την Επικράτεια, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ΟΑΕΕ, στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, µε την υποχρέωση της ανά τριετία µετάβασης σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του π.δ. 258/2005 (Α΄ 316).
5. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή ή τη συνέχιση του ασφαλιστικού καθεστώτος που προβλέπεται στον παρόντα νόµο είναι η κατοχή ειδικού σήµατος λειτουργίας, µε όλα τα δικαιολογητικά του σε ισχύ.
6. Για όσους, έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, ασφαλίζονταν στον ΟΓΑ, η ασφάλιση παραµένει ισχυρή και δεν αναζητούνται εισφορές από τον ΟΑΕΕ. Αντίστοιχα, η ασφάλιση στον ΟΑΕΕ παραµένει ισχυρή και δεν αναζητούνται εισφορές από τον ΟΓΑ.
7. Με τις ως άνω διατάξεις κρίνονται οι ήδη ασφαλισµένοι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυµάτων στον ΟΓΑ ή ΟΑΕΕ από τη δηµοσίευση του νόµου αυτού.

Άρθρο 59
Διοικητικό Συµβούλιο Ενιαίου Ταµείου Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ)

1. Συνιστώνται στο Ενιαίο Ταµείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) δύο θέσεις Υποδιοικητών, στις οποίες διορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, µε τριετή θητεία, πρόσωπα που έχουν πτυχίο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύµατος της ηµεδαπής ή ισότιµο πτυχίο της αλλοδαπής, καθώς και διοικητική εµπειρία και κατάρτιση σε διοικητικά ή οικονοµικά θέµατα ή σε θέµατα κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πολιτικής.

2. Όπου στην κείµενη νοµοθεσία αναφέρεται «Πρόεδρος του ΕΤΕΑ» νοείται εφεξής «Διοικητής του ΕΤΕΑ».

3. Τον Διοικητή του ΕΤΕΑ όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ένας από τους δύο Υποδιοικητές. Η αναπλήρωση γίνεται µε απόφαση του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ.

4. Οι Υποδιοικητές του ΕΤΕΑ µετέχουν χωρίς δικαίωµα ψήφου στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου του ΕΤΕΑ.

5.Η παρ. 8 του άρθρου 43 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) καταργείται και οι παράγραφοι 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 του ιδίου άρθρου αναριθµούνται σε 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 αντιστοίχως.

6. Η παρ. 13 του άρθρου 43 του ν. 4052/2012, η οποία αναριθµείται σε 12, αντικαθίσταται ως εξής:
«12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθορίζονται οι αποδοχές του Διοικητή και των Υποδιοικητών του ΕΤΕΑ και µε όµοια απόφαση καθορίζεται η µηνιαία αποζηµίωση των λοιπών προσώπων που συµµετέχουν νόµιµα στο Δ.Σ. του ΕΤΕΑ.»

7. Η παρ. 16 του άρθρου 43 του ν. 4052/2012, η οποία αναριθµείται σε 15, αντικαθίσταται ως εξής:
«15. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθορίζονται οι αρµοδιότητες του Διοικητή του ΕΤΕΑ, του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ και των υποδιοικητών του ΕΤΕΑ.»

8. Η περίπτωση δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 43 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Έναν εκπρόσωπο των συνταξιούχων που προτείνεται από τις οικείες δευτεροβάθµιες οργανώσεις».

Άρθρο 60
Ρυθµίσεις προσωπικού – ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ

Τροποποιείται το άρθρο 63 παρ. 5 του ν. 3863/2010 και αντικαθίσταται ως εξής:
«Το τακτικό προσωπικό που προσλήφθηκε ή θα προσληφθεί µετά την 1.10.2008 στο ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ βάσει προκηρύξεων του ΑΣΕΠ για πλήρωση θέσεων µόνιµου προσωπικού του ΤΣΜΕΔΕ που δηµοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ πριν την 1.10.2008, καθώς και όσοι µετατάγησαν βάσει της αριθ. Πρωτ. 23058/17.3.2008 Ανακοίνωσης – Πρόσκλησης για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Διοικητικού Προσωπικού του ΤΣΜΕΔΕ µε µετάταξη βάσει των άρθρων 71 και 74 του ν. 3528/2007 και του άρθρου 6 του ν. 3613/2007 και υπηρετούν στο ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ, υπάγονται στο ασφαλιστικό καθεστώς των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων, δηλαδή ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη στο ΕΤΑΑ – Τοµείς Μηχανικών και ΕΔΕ σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 1211/1981, στην Ειδική Προσαύξηση της κύριας σύνταξης σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 1γ του ν. 3518/2006, στον Τοµέα επικουρικής ασφάλισης Μηχανικών και ΕΔΕ για επικουρική σύνταξη, στο Τ.Π.Δ.Υ. για εφάπαξ παροχή και στον κλάδο Υγείας Τεχνικών για υγειονοµική περίθαλψη. Τα πρόσωπα υπάγονται στο ανωτέρω αναφερόµενο ασφαλιστικό καθεστώς από την ηµεροµηνία πρόσληψης ή µετάταξής τους.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΘΕΜΑΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΝΤΡΩΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ (ΚΕ.Π.Α.)

Άρθρο 61
Στελέχωση και αποζηµίωση µελών Απόδοση ποσού στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ανά εξεταζόµενο περιστατικό

Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:
«5α. Η ειδική αποζηµίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 6 του ν. 2556/1997, όπως ισχύει, καθορίζεται ως εξής: α) Για τους ιατρούς των υγειονοµικών επιτροπών, για κάθε κρινόµενο περιστατικό για το οποίο εκδίδεται γνωµάτευση, σε δέκα (10) ευρώ για τον Πρόεδρο και επτά (7) ευρώ για κάθε µέλος. Για την κατ’ οίκον εξέταση περιστατικών αναπηρίας, η ειδική αποζηµίωση ανέρχεται σε ποσό ίσο µε το τριπλάσιο της ως άνω αµοιβής. Τα ανωτέρω ποσά προσαυξάνονται κατά τρία (3) ευρώ ανά περιστατικό που εξετάζεται εκτός έδρας του εξετάζοντος ιατρού. β) Για τους εισηγητές ιατρούς των κατ’ οίκον περιστατικών, καθώς και για τους ιατρούς των Μονάδων Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συµµετέχουν στις υγειονοµικές επιτροπές, σε αντικατάσταση των ιατρών του Ειδικού Σώµατος, καταβάλλεται η προβλεπόµενη από την ως άνω διάταξη (παράγραφος α΄) αµοιβή για τα µέλη των υγειονοµικών επιτροπών. Η ως άνω ειδική αποζηµίωση των περιπτώσεων α΄ και β΄ καταβάλλεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) και µέχρι του ποσού των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ µηνιαίως για τον Πρόεδρο και χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ µηνιαίως για κάθε µέλος. γ) Για τους γραµµατείς των υγειονοµικών επιτροπών καταβάλλεται αποζηµίωση δύο (2) ευρώ για κάθε κρινόµενο περιστατικό για το οποίο εκδίδεται γνωµάτευση, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 21 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) και η οποία δεν υπερβαίνει τα προβλεπόµενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ίδιου νόµου. Η ως άνω αποζηµίωση και µε τους αυτούς περιορισµούς καταβάλλεται και στους γραµµατείς των κατ’ οίκον περιστατικών, ανά συνταχθείσα Εισηγητική Έκθεση.
5β. Για κάθε εξεταζόµενη περίπτωση από την Πρωτοβάθµια ή Δευτεροβάθµια Υγειονοµική Επιτροπή ΚΕ.Π.Α., αποδίδεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τους παραπέµποντες Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., ή το Δηµόσιο, το ποσό των 46,14 ευρώ, όπως αυτό καθορίζεται στη µε αρ. Φ40021/26407/2051/2006 (Β΄ 1829) υπουργική απόφαση. Το ποσό αυτό καταβάλλεται από τους υπόχρεους, για το σύνολο των ανά µήνα εξεταζόµενων περιστατικών, µέχρι το τέλος του επόµενου µήνα, σε ειδικό λογαριασµό του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ βάσει συγκεντρωτικών καταστάσεων που αποστέλλονται από τις κατά τόπους Γραµµατείες ΚΕ.Π.Α.. Το ως άνω ποσό αποδίδεται στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ και όταν οι ΦΚΑ, το Δηµόσιο ή τα Ν.Π.Δ.Δ. αιτούνται τον επανέλεγχο της υγειονοµικής κρίσης για περιστατικά που είχαν εξεταστεί πριν από τη λειτουργία των υγειονοµικών επιτροπών ΚΕ.Π.Α., αναζητείται δε αναδροµικά και στις περιπτώσεις που ήδη έχει ολοκληρωθεί ο σχετικός επανέλεγχος. Στις περιπτώσεις αιτηµάτων πολιτών για χρήση των υπηρεσιών ΚΕ.Π.Α. χωρίς παραπεµπτικό, το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται από τους ίδιους κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης ή προσφυγής (Πρωτοβάθµια ή Δευτεροβάθµια Υγειονοµική Επιτροπή), µε εξαίρεση τους κατόχους βιβλιαρίου υγείας απόρου σε ισχύ.
5γ. Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για τις ανάγκες του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας, µπορεί να συµβάλλεται µε ιδιώτες ιατρούς, ύστερα από εκδήλωση ενδιαφέροντος και βάσει κριτηρίων επιλογής που καθορίζονται µε απόφαση του Δ.Σ. του Ιδρύµατος, για τη συµµετοχή τους ως µέλη στις Υγειονοµικές Επιτροπές Αναπηρίας. Η αµοιβή των συµβαλλόµενων ιδιωτών ιατρών καθορίζεται, για κάθε κρινόµενο περιστατικό για το οποίο εκδίδεται γνωµάτευση, σε επτά (7) ευρώ. Για την κατ’ οίκον εξέταση περιστατικών αναπηρίας, η ειδική αποζηµίωση ανέρχεται σε ποσό ίσο µε το τριπλάσιο της ως άνω αµοιβής. Οι ως άνω αµοιβές καταβάλλονται µέχρι του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ µηνιαίως.
5δ. Οι αποζηµιώσεις και οι αµοιβές των παραγράφων 5β και 5γ αντίστοιχα του άρθρου αυτού καταβάλλονται από το αποδιδόµενο στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ποσό της παραγράφου 2 του παρόντος και σε περίπτωση που αυτό δεν επαρκεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.»

Άρθρο 62
Οφειλόµενη αποζηµίωση σε ιατρούς και γραµµατείς

1. Για τους εισηγητές ιατρούς των υγειονοµικών επιτροπών στους οποίους δεν έχει καταβληθεί, από 1.9.2011 και µετά, η ανά περίπτωση αµοιβή που προβλεπόταν από τις διατάξεις της υποπερίπτωσης ΙΙ της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14), τα οφειλόµενα ποσά θα καταβληθούν αναδροµικά και ανεξάρτητα από την έκδοση σχετικής γνωµάτευσης.

2. Για τους γραµµατείς των υγειονοµικών επιτροπών στους οποίους δεν έχει καταβληθεί, από1.9.2011 και µετά, η ανά κρινόµενο περιστατικό αποζηµίωση που προβλεπόταν από τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14), τα οφειλόµενα ποσά θα καταβληθούν αναδροµικά και ανεξάρτητα από την έκδοση οριστικής ή µη γνωµάτευσης.

Άρθρο 63
Ένταξη ιατρών στο Ειδικό Σώµα Ιατρών Υγειονοµικών Επιτροπών

Οι διατάξεις του εδαφίου β΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) αντικαθίστανται ως εξής:
«Στο Ειδικό Σώµα Ιατρών Υγειονοµικών Επιτροπών εντάσσονται και ιατροί που υπηρετούν µε οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ΕΟΠΥΥ και το ΕΣΥ, εκτός από τους παιδιάτρους, ακτινολόγους, µικροβιολόγους και οδοντιάτρους.»

Άρθρο 64
Συµµετοχή ιατρών ΕΟΠΥΥ στις Υγειονοµικές Επιτροπές Αναπηρίας

Στις υποχρεώσεις των ιατρών που υπηρετούν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. µε οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και όσων συµβάλλονται µε αυτόν, περιλαµβάνεται και η συµµετοχή τους στις Υγειονοµικές Επιτροπές Αναπηρίας ΚΕ.Π.Α., αφού προηγηθεί η προβλεπόµενη εκπαίδευση και ένταξή τους στο Ειδικό Σώµα Ιατρών του άρθρου 6 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270).

Άρθρο 65
Απόσπαση για γραµµατειακή υποστήριξη

1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, κατά παρέκκλιση των κειµένων διατάξεων, αποσπώνται υπάλληλοι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για χρονικό διάστηµα έως δύο ετών για τη γραµµατειακή υποστήριξη των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας. Η απόσπαση µπορεί να παρατείνεται για δύο έτη, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου. Οι εν λόγω υπάλληλοι εξακολουθούν να λαµβάνουν τις µηνιαίες αποδοχές του βαθµού και του µισθολογικού κλιµακίου της οργανικής τους θέσης, µε τις προϋποθέσεις χορήγησής τους, από τους φορείς από τους οποίους προέρχονται.

2. Για τη γραµµατειακή υποστήριξη των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας και ύστερα από δηµόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, αποσπώνται, κατά παρέκκλιση των κειµένων διατάξεων, υπάλληλοι από Υπουργεία, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ µε κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και του κατά περίπτωση αρµόδιου Υπουργού για χρονικό διάστηµα έως δύο ετών. Οι αποσπάσεις αυτές µπορούν να παρατείνονται για δύο έτη ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου. Οι εν λόγω υπάλληλοι εξακολουθούν να λαµβάνουν τις µηνιαίες αποδοχές του βαθµού και του µισθολογικού κλιµακίου της οργανικής τους θέσης από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, µε τις προϋποθέσεις χορήγησής τους, από τους φορείς από τους οποίους προέρχονται.

Άρθρο 66
Παράταση χορήγησης αναπηρικής σύνταξης

Στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώµατος λόγω αναπηρίας και εφόσον εκκρεµεί στις υγειονοµικές επιτροπές ΚΕ.Π.Α. ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισµένων, το δικαίωµα συνταξιοδότησής τους λόγω αναπηρίας παρατείνεται για ένα εξάµηνο, µε το ίδιο ποσό που ελάµβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώµατος, υπό την προϋπόθεση ότι για το δικαίωµα αυτό είχαν κριθεί από την αρµόδια υγειονοµική επιτροπή αναπηρίας, µε ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.

Εάν µετά τη γνωµάτευση των υγειονοµικών επιτροπών ΚΕ.Π.Α., κριθεί ότι αυτοί οι ασφαλισµένοι δεν φέρουν συντάξιµο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν µικρότερο ποσοστό αναπηρίας, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συµψηφισµού, µε µηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούµενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Η ισχύς της διάταξης αυτής λήγει την 31.10.2013.

Άρθρο 67
Προσφυγή στη Δευτεροβάθµια Υγειονοµική Επιτροπή

Προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 6 του ν. 3863/2010 ως εξής:
«Στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται από τη νοµοθεσία των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και του Δηµοσίου, η άσκηση προσφυγής ενώπιον των Δευτεροβάθµιων Υγειονοµικών Επιτροπών ΚΕ.Π.Α., δύναται να ασκείται και από τον προϊστάµενο της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντός σαράντα (40) ηµερών από την ηµεροµηνία οριστικοποίησης των γνωµατεύσεων των Πρωτοβάθµιων υγειονοµικών επιτροπών αναπηρίας.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΘΕΜΑΤΑ ΟΓΑ

Άρθρο 68
Διακανονισµός καθυστερούµενων οφειλών

1. Η παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) ισχύει και για τους αυτοτελώς απασχολούµενους οφειλέτες του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, σε περίπτωση υπαγωγής τους σε διακανονισµό των καθυστερούµενων οφειλών τους.
Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύουν, δεν εφαρµόζονται στον ΟΓΑ.

2. Ειδικά για τον ΟΓΑ, δύναται να χορηγείται η σύνταξη από την ηµεροµηνία που ορίζουν οι καταστατικές του διατάξεις, αν το σύνολο των οφειλόµενων ασφαλιστικών εισφορών, όπως αυτές έχουν διαµορφωθεί κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης συνταξιοδότησης, δεν είναι µεγαλύτερο των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.

Το οφειλόµενο ποσό συµψηφίζεται ή παρακρατείται κάθε µήνα και µέχρι της ολοσχερούς εξόφλησής του, από το σύνολο των δικαιούµενων ποσών σύνταξης.

Άρθρο 69
Ανασφάλιστοι υπερήλικες

1. Η παρ. 4 του άρθρου 3 του ν.1296/1982 (Α΄ 128), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Αν ο/η σύζυγος του ανασφάλιστου υπερήλικα έχει κηρυχθεί σε αφάνεια σύµφωνα µε τις διατάξεις του Α.Κ., δικαιούται σύνταξη, εφόσον έχει και τις λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος νόµου.
Σε περίπτωση διάστασης, εφόσον η λύση του γάµου δεν έχει καταστεί οριστική, ο αιτών την παροχή κρίνεται µε τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τους εγγάµους.»

2. H ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1.1.2013.

Άρθρο 70
Ασφάλιση των εργατών γης σε µεγαλύτερη ασφαλιστική κατηγορία

1. Για τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στον ΟΓΑ, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205), ως κατώτερη υποχρεωτική ασφαλιστική κατηγορία από 1.1.2013 ορίζεται η 3η της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2458/1997, όπως ισχύει.

2. Για τον υπολογισµό των ηµερών εργασίας των ανωτέρω προσώπων, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), λαµβάνεται υπόψη το ηµεροµίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη της 31ης Δεκεµβρίου του προηγούµενου έτους, που ισχύει για εργαζόµενους ηλικίας 25 ετών και άνω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Άρθρο 71
Προαιρετική ασφάλιση (πρώην) Ειδικών Ταµείων

Η παρ. 14α του άρθρου 26 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Ασφαλισµένοι σε Φορείς ή Κλάδους Κύριας Ασφάλισης αρµοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εντάχθηκαν στο ΙΚΑΕΤΑΜ µε τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3029/2002 και των άρθρων 1 και 3 του ν. 3655/2008 µπορούν σε περίπτωση διακοπής καθ’ οιονδήποτε τρόπο της υποχρεωτικής ασφάλισής τους να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους στον ίδιο φορέα κύριας και επικουρικής ασφάλισης και στους ίδιους κλάδους πρόνοιας και ασθένειας υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 41 του α.ν. 1846/1951 ως ισχύει.»

Άρθρο 72
Κατανοµή συνεισπραττοµένων εισφορών

Η κατανοµή των καταβληθεισών εισφορών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στους Οργανισµούς (ΕΟΠΥΥ, ΕΤΕΑ, Ο.Α.Ε.Δ.) για λογαριασµό των οποίων συνεισπράττονται εισφορές, πραγµατοποιείται βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τις δηλωθείσες εισφορές µέσω των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων και των ασφαλιστικών κινδύνων που απεικονίζονται στα πακέτα ασφάλισης.

Άρθρο 73
Προθεσµία καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

1. Το άρθρο 20 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) καταργείται από την ηµεροµηνία που ίσχυσε.

2. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύναται να ανακαθορίζεται η προθεσµία καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, τα πρόσθετα τέλη, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα µε την εφαρµογή της παρούσας.»

Άρθρο 74

Τα άρθρα 20 και 21 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως ισχύουν µετά την τροποποίησή τους από την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170), αντικαθίστανται ως εξής:
«Άρθρο 20
Αµοιβή και παρακράτηση εισφορών περιστασιακά απασχολουµένων
1. Στις ρυθµίσεις του Κεφαλαίου αυτού υπάγονται υποχρεωτικά:
Α. Το κατ’ οίκον του εργοδότη απασχολούµενο προσωπικό που παρέχει εξαρτηµένη εργασία ή υπηρεσίες, αµειβόµενο µε την ώρα ή την ηµέρα, σε τακτά ή µη χρονικά διαστήµατα, είτε προς έναν είτε προς περισσότερους του ενός εργοδότες, για την ίδια µισθολογική περίοδο, που καλύπτεται από την ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Ενδεικτικά υπάγονται οι εξής εργασίες ή υπηρεσίες:
α. οι υπηρεσίες οικογενειακής βοηθητικής φροντίδας (ενδεικτικά: οικιακοί βοηθοί για οικιακή καθαριότητα και γενικό νοικοκυριό, οδηγοί),
β. οι κηπουρικές εργασίες,
γ. η φύλαξη και µεταφορά παιδιών, νηπίων και βρεφών, δ. η υποστήριξη µε την παροχή κάθε µορφής βοήθειας και φροντίδας σε ηλικιωµένα άτοµα και σε άτοµα µε ειδικές ανάγκες, συµπεριλαµβανοµένης και της διευκόλυνσης των ατόµων αυτών για συµµετοχή τους σε πολιτιστικές, θρησκευτικές, ψυχαγωγικές και κοινωνικές δραστηριότητες,
ε. oι υπηρεσίες που παρέχονται από συµµετέχοντες σε προγράµµατα αποκατάστασης ατόµων σε ιδρύµατα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ή σε Στέγες Υποστηριζόµενης Διαβίωσης Ατόµων µε Αναπηρία, που χαρακτηρίζονται από νοητική στέρηση (ΣΥΔ),
στ. η περιποίηση ή νοσηλευτική φροντίδα αρρώστων ή κατάκοιτων ατόµων και η βοήθεια σε άτοµα µε προβλήµατα κινητικότητας (φυσικοθεραπεία, κινησιοθεραπεία, συνοδεία εκτός οικίας),
ζ. οι µεµονωµένες µικροεπισκευαστικές εργασίες που δεν συνιστούν οικοδοµικές εργασίες,
η. η παράδοση ιδιαίτερων µαθηµάτων,
θ. οι αισθητικές φροντίδες (κοµµωτική, περιποίηση προσώπου και σώµατος),
Β. Προσωπικό που παρέχει υπηρεσίες καθαρισµού και κηπουρικής κοινοχρήστων χώρων πολυκατοικιών, αµειβόµενο µε την ώρα ή την ηµέρα, σε τακτά ή µη χρονικά διαστήµατα, είτε προς έναν είτε προς περισσότερους του ενός εργοδότες, για την ίδια µισθολογική περίοδο, που καλύπτεται από την ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, µη παρέχον την υπηρεσία αυτή ως υπαλληλικό προσωπικό εταιρείας ή ως µέλος εταιρείας.
Γ. Οι απασχολούµενοι ως εργάτες γης σε εργασίες καλυπτόµενες από την ασφάλιση του ΟΓΑ κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 27 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205).
2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και ύστερα από γνωµοδότηση του Συµβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης, επιλύεται κάθε ζήτηµα περί υπαγωγής ή εξαίρεσης συγκεκριµένης µορφής απασχόλησης ή παροχής υπηρεσιών στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
3. Η καταβολή της αµοιβής των ανωτέρω προσώπων από κάθε νοµικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις ή φυσικό πρόσωπο που δέχεται ή χρησιµοποιεί τις εργασίες ή τις υπηρεσίες τους, καθώς και των εισφορών (εργοδότη και εργαζόµενου) που αναλογούν και η απόδοσή τους υπέρ του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), γίνεται µε τους παρακάτω τρόπους:
α. Με την έκδοση ειδικού εργοσήµου υπό τύπο επιταγής.
β. Μέσω λογαριασµών που τηρούν ο εργοδότης και ο εργαζόµενος σε παρόχους υπηρεσιών πληρωµών.
γ. Με κατάθεση και είσπραξη µετρητών σε πάροχο υπηρεσιών πληρωµών.
δ. Με ειδικού τύπου έµβασµα κατά την έννοια των άρθρων 1 και 4 παρ. 3 του ν. 3862/2010 (Α΄ 113).
Το ειδικό εργόσηµο δύναται να διατίθεται στον εργοδότη µε καταβολή του αντίστοιχου ποσού, από τα κατά τόπους υποκαταστήµατα των ΦΚΑ, από τις συνεργαζόµενες µε τους φορείς τράπεζες και τα υποκαταστήµατά τους, από τα Ελληνικά Ταχυδροµεία, από τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών και από οποιονδήποτε άλλο φορέα ή δίκτυο έπειτα από απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
Στο τέλος κάθε έτους ο ΦΚΑ στέλνει ετήσια συγκεντρωτική κατάσταση σε εργοδότη και εργαζόµενο.
4. Η διαδικασία που τηρείται για την καταβολή και την είσπραξη της αµοιβής των ανωτέρω προσώπων, καθώς και για την παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στους οικείους ΦΚΑ, ο τύπος και τα αναγραφόµενα στο εργόσηµο στοιχεία, το ποσό των εισφορών που αναλογούν στην αµοιβή, την είσπραξη και απόδοσή τους στους οικείους ΦΚΑ, ο τύπος και τα τεχνικά χαρακτηριστικά διασφάλισης της γνησιότητας του εργοσήµου, καθώς και οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια ή στοιχείο για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, καθορίζονται µε αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από γνώµη των κατά περίπτωση αρµόδιων Διοικητικών Συµβουλίων των φορέων.
Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, εξακολουθεί να ισχύει η αριθµ. 14913/343/Φ10034/1.7.2011 (Β΄ 1586) υπουργική απόφαση.

Άρθρο 21
Ασφάλιση σε ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), τ. ΟΕΚ

1. Οι κρατήσεις για ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζοµένου των προσώπων της παραγράφου 1 περιπτώσεις Α΄ και Β΄ του προηγούµενου άρθρου, υπολογίζονται σε ποσοστό 30% επί της αναγραφόµενης τιµής του εργοσήµου και εµπεριέχονται στην αναγραφόµενη τιµή του εργοσήµου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από εισήγηση των Διοικητικών Συµβουλίων των κατά περίπτωση αρµόδιων φορέων και γνώµη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής το ποσοστό αυτό δύναται να αυξοµειώνεται, προσαρµοζόµενο στις εκάστοτε κοινωνικές, ασφαλιστικές και οικονοµικές συνθήκες.
Οι ανωτέρω εργαζόµενοι ασφαλίζονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τους Κλάδους Σύνταξης και Ασθένειας και Μητρότητας, στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) για επικουρική ασφάλιση, καθώς και στον τ. ΟΕΚ (εισφορά εργαζοµένου). Τα ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών είναι τα ακόλουθα: 17,34% για τον κλάδο σύνταξης, 5,60% για τον κλάδο ασθένειας σε είδος, 1% για τον κλάδο ασθένειας σε χρήµα, 5,20% για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης και 0,86% για τον τ. ΟΕΚ.
2. Τα πρόσωπα των περιπτώσεων Α΄ και Β΄ της παραγράφου 1 του προηγούµενου άρθρου για τα οποία έχουν καταβληθεί εισφορές µε το εργόσηµο, δικαιώνονται τόσες ηµέρες ασφάλισης, όσες προκύπτουν από τη διαίρεση του ποσού των ασφαλιστικών εισφορών που έχει παρακρατηθεί µέσω του εργοσήµου µε το ποσό εισφορών που αντιστοιχεί στο ηµεροµίσθιο ανειδίκευτου εργάτη της 31ης Δεκεµβρίου του έτους 2011, σύµφωνα µε την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.. Αυτές οι ηµέρες ασφάλισης δεν µπορούν να υπερβούν τις 25 ανά ηµερολογιακό µήνα ή τις 300 ηµέρες ασφάλισης ανά έτος. Οι ηµέρες ασφάλισης που προκύπτουν κατά τα ανωτέρω ανάγονται στο µήνα εξαργύρωσης του εργοσήµου. Η διάταξη της παρούσας παραγράφου ισχύει από 1.1.2013.
3. Στα πρόσωπα των περιπτώσεων Α΄ και Β΄ της παραγράφου 1 του προηγούµενου άρθρου προκειµένου:
α. να τύχουν των παροχών ασθένειας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφιο α΄ του άρθρου 31 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 148 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58),
β. να δικαιωθούν επίδοµα ασθένειας, εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 35 του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκαν µε το ν.δ. 2691/1954 και αντικαταστάθηκαν µε το άρθρο 148 παρ. 2 του ν. 3655/2008,
γ. να δικαιωθούν επίδοµα µητρότητας, εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 39 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει συµπληρωθεί µε το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1539/1985, το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 2676/1999 και το άρθρο 11 του ν. 2874/2000 (Α΄ 286).
4. Κάθε ζήτηµα ή αναγκαία λεπτοµέρεια που αφορά την υπαγωγή των προσώπων της παραγράφου 1 περιπτώσεις Α΄ και Β΄ του προηγούµενου άρθρου στον Κανονισµό Ασφάλισηςτου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) και του τ. ΟΕΚ ρυθµίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ύστερα από γνώµη των Διοικητικών Συµβουλίων των κατά περίπτωση αρµόδιων φορέων.
5. Για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 περιπτώσεις Α΄ και Β΄ του προηγούµενου άρθρου, οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 26 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205) επανέρχονται σε ισχύ αναδροµικά από την ηµεροµηνία κατάργησής τους. Εκκρεµείς αιτήσεις συνταξιοδότησης κρίνονται µε το καθεστώς που ίσχυε κατά την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση.
6. Οι διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 2084/1992 (Α΄165) δεν έχουν εφαρµογή για τους υπαγόµενους στο ανωτέρω καθεστώς.»

Άρθρο 75
Αποζηµίωση ΙΚΑ-ΕΤΑΜ

Η αποζηµίωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τη βεβαίωση και είσπραξη των εισφορών του ΕΟΠΥΥ όπως επίσης και για κάθε παροχή υπηρεσίας από τις Διοικητικές Υπηρεσίες και το Ολοκληρωµένο Πληροφοριακό Σύστηµα (Ο.Π.Σ.) από 1.1.2012 καθορίζεται σε ποσοστό 5% επί των εισπραττοµένων εισφορών. Η καταβολή της αποζηµίωσης γίνεται σε µηνιαία βάση µε παρακράτηση από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ του αντίστοιχου ποσού από τις προς απόδοση εισφορές.

Άρθρο 76
Λοιπές διατάξεις

1. Στο τέλος του άρθρου 6 του α.ν. 1846/1951 (Α΄149), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, προστίθεται παράγραφος 6 που έχει ως εξής:
«6. Τα πρόσωπα που καθίστανται συνταξιούχοι του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, µε συνυπολογισµό χρόνου ασφάλισης από φορέα χώρας µε την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει διµερή σύµβαση, ασφαλίζονται για υγειονοµική περίθαλψη καταβάλλοντας εισφορά 4% επί του ποσού της σύνταξης τους, το οποίο δεν µπορεί να είναι µικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί σε ποσό σύνταξης 568,16 ευρώ, αναπροσαρµοζόµενο κατ’ έτος µε το ποσοστό αύξησης των συντάξεων του ΙΚΑ ΕΤΑΜ.»

2. Στο τέλος της παρ. 1Α του άρθρου 31 του α.ν. 1846/1951 (Α΄179) όπως συµπληρώθηκε µε την παρ. 1Α του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως:
«Οι ασφαλισµένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και τα µέλη οικογενείας τους, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο
33, για την περίοδο από 1.3.2013 έως 28.2.2014 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν πραγµατοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ηµέρες ασφάλισης είτε το προηγούµενο ηµερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάµηνο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ηµέρες που πραγµατοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ηµερολογιακό τρίµηνο του δεκαπενταµήνου.»

3. Η ασφαλιστική κάλυψη των ανέργων κατ’ εφαρµογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 (Α΄ 273) και της παρ. Α2 του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), παρατείνεται µέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2014.
Κατά τα λοιπά ισχύουν τα αναφερόµενα στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 και ο ΟΑΕΔ υποχρεούται να καταβάλει την προβλεπόµενη εισφορά στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισµούς.

4. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν. 1846/1951 (Α΄179), όπως συµπληρώθηκε µε την παρ. 26 του άρθρου 20 του ν. 4019/2011 (Α΄ 216), προστίθενται εδάφια που έχουν ως εξής:
«Οι εργαζόµενοι της επιχείρησης µε την επωνυµία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», καθώς και τα µέλη οικογενείας τους που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν 1846/1951 για την περίοδο από 1.3.2013 έως 28.2.2014 καλύπτονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συµπλήρωσης των απαιτούµενων ηµερών ασφάλισης.
Οι εργαζόµενοι των Ναυπηγείων Σκαραµαγκά, καθώς και τα µέλη οικογενείας τους που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 για την περίοδο από 1.3.2013 έως 28.2.2014 καλύπτονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν πραγµατοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ηµέρες ασφάλισης, είτε το προηγούµενο ηµερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάµηνο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ηµέρες που πραγµατοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ηµερολογιακό τρίµηνο του δεκαπενταµήνου.»

5. Τα αναφερόµενα στην παράγραφο Η΄ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 πρόσωπα θεµελιώνουν δικαίωµα άµεσης λήψης σύνταξης εφόσον έχουν απολυθεί έως τις 31.8.2011, έχουν καταθέσει αίτηση συνταξιοδότησης έως τις 30.9.2011 και πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.

Άρθρο 77
Καταργούµενες διατάξεις

Από τη θέση σε ισχύ του παρόντος καταργούνται:
α) οι υποπεριπτώσεις 1, 2 και 3 της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 4 του ν. 344/1976, η περίπτωση ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 344/1976, τα άρθρα 36 και 37 του ν. 344/1976, η περίπτωση β΄ του άρθρου 48 και η παρ. 2 του άρθρου 81 του ν. 3996/2011 (Α΄170),
β) το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3996/2011,
γ) η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3996/2011,
δ) η παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 3996/2011,
ε) τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 4 και η παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 2434/1996 (Α΄188), καθώς και η παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2639/1998 (Α΄205),
στ) η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2639/1998 (Α΄ 295). ζ) η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Κώδικα Νόµων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζοµένων που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόµων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζοµένων» (Α΄ 84),
η) η παρ. ΙΙ του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 (Α΄ 95),
θ) το άρθρο 23 του ν. 3659/2007,
ι) το άρθρο 20 του ν. 1199/1981,
ια) η παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4075/2012 (Α΄89),
ιβ) η παρ. 8 του άρθρου 43 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41),
ιγ) το άρθρο 20 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) καταργείται από την ηµεροµηνία που ίσχυσε,
ιδ) κάθε άλλη ρύθµιση αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 78
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιµέρους διατάξεις.

Αθήνα, 13 Μαρτίου 2013
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Δ. Αβραµόπουλος Ι. Στουρνάρας ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Π. Παναγιωτόπουλος Χ. Αθανάσιου
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ,
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ,
ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
Α. Μανιτάκης Κ. Χατζηδάκης
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ,
ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ
ΑΛΛΑΓΗΣ
Κ. Αρβανιτόπουλος Στ. Καλαφάτης
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΥΓΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ
ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Ι. Βρούτσης Α. Λυκουρέντζος
ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ,
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Α. Τσαυτάρης Α. Ρουπακιώτης
ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
Ν.-Γ. Δένδιας Ο. Κεφαλογιάννη
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ
Κ. Μουσουρούλης Θ. Καράογλου
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Δ. Σταµάτης


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


comments powered by Disqus
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 

Δημιουργία νέας κατηγορίας
Up
Close
Close
Κλείσιμο