Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-10-2011 ]

Α.Π. 652/2009
Καταγγελία σύμβασης για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική, αφού ενόψει της αναφερόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του υπαλλήλου ενάγοντος, δεν μπορούσε να αξιωθεί κατά την καλή πίστη από την εναγομένη η διατήρηση του στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του, αλλά ήταν αναγκαία η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Η καταγγελία γίνεται κατ` αντικειμενική κρίση για σπουδαίο λόγο και δεν είναι αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής, διότι το ληφθέν από την επιχείρηση μέτρο δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα συμπεριφορά του υπαλλήλου κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του.

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο υπάλληλος μέχρι τη διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών δεν  είχε απασχολήσει άλλη φορά την τράπεζα και ήταν ικανότατος υπάλληλος, δεν μπορεί να μετριάσει τη σοβαρότητα των πράξεων του και να αναιρέσει τον  κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας προς το πρόσωπο του.

Το  ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι από τις παραπάνω ενέργειες του υπαλλήλου δεν επήλθε καμία ουσιαστική οικονομική ζημία στην τράπεζα,  δεδομένου ότι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης επέρχεται ανεξάρτητα από το αν προκλήθηκε ζημία σ` αυτήν, ενώ οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούν τον κίνδυνο  επαναλήψεως τέτοιων πράξεων.


ΟλΑΠ 652/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις: ......... κατοίκου................ ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ......................., που δεν  κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καθ` ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...... .......... ...... ...", που εδρεύει στην  ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων:

1) Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος  Υπαλλήλων ...... Τραπέζης ..........", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται  νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και

2) Ομοσπονδίας με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος", που εδρεύει στην  ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπαδόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος,  που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:  748/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτηση του και με τους από 12-3-2008 πρόσθετους λόγους και οι προσθέτως  παρεμβαίνοντες με τις από 8-2-2007 πρόσθετες παρεμβάσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι  διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης  Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 3-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων  αυτής.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και της 2ης των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων και της πρόσθετης  παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.3, 82 και 110 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που  γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε αυτοτελώς κατ`άρθρο 568 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα κατ`  αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους και σε περίπτωση. Στην προκείμενη  περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της  δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση  επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο προσθέτως παρεμβαίνον κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια  δίκη Σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων ........Τράπεζας.....  .....". Επομένως νομίμως χωρεί η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως.


Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι  η πρόσθετη παρέμβαση από το άρθρο 669 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόμενο  και στην κατ` αναίρεση δίκη κατ` άρθρο 675 Α του Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3189/2003, ασκείται κατά την ενώπιον του Αρείου  Πάγου εκκρεμή δίκη με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 81  στοιχεία. Επομένως, η από 8-2-2008 πρόσθετη παρέμβαση της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλλήλων  Οργανώσεων Ελλάδος" υπέρ του αναιρεσείοντος, που είναι μέλος αυτής παραδεκτά  ασκείται ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν συνεκδικαζόμενη με την αίτηση  αναιρέσεως. Η από 8-2-2008 όμως πρόσθετη παρέμβαση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Σύλλογος Υπαλλήλων ...... Τράπεζας ........" η  οποία ασκήθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος με αυτοτελές δικόγραφο ενώπιον του  δικαστηρίου τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού αντίγραφο αυτής δεν έχει επιδοθεί στους αρχικούς διαδίκους, χωρίς να επιβληθεί δικαστική  δαπάνη εις βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας αυτής υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δαπάνη από την εν λόγω παρέμβαση.


Επειδή σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας  ορισμένου χρόνου αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών  υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ` αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση  της συμβάσεως, για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι  ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο εργοδότης  δεν είναι υποχρεωμένος με ποινή ακυρότητας να εκθέσει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αφού η  διάταξη του άρθρου 627 ΑΚ δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας που  καταρτίστηκε με την από 3-9-1975 ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής (....... Τράπεζας) και του
Συλλόγου των υπαλλήλων της και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1048/τΒ/24/9/1975) με την υπ` αριθμ. 41073/8572/1975 απόφαση του  Υπουργού απασχόλησης και έχει ισχύ νόμου, η σύμβαση εργασίας με το τακτικό προσωπικό της εναγομένης λύεται: α) δια του θανάτου του υπαλλήλου, β) δια  παραιτήσεως του υπαλλήλου και γ) δι` απολύσεως αυτού υπό τους όρους και τις διατυπώσεις του άρθρου 12 του Οργανισμού τηρουμένων εκάστοτε των περί  καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας διατάξεων του νόμου. Στο άρθρο 12 του  ίδιου πιο πάνω Οργανισμού, ορίζεται ότι: "1. Οι οριστικώς διορισθέντες υπάλληλοι απολύονται κατόπιν αιτιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. της Τραπέζης. 

Η απόφασις αυτή του Δ.Σ. περιέχουσα και το αιτιολογικόν της απολύσεως, κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον και εκτελείται από της τοιαύτης  κοινοποιήσεως. Η απόλυσις των ως άνω υπαλλήλων της Τραπέζης γίνεται μόνον:

α)
ένεκα συμπληρώσεως του κατά νόμον δια τους άρρενας και τας θήλεις οριζομένου ορίου ηλικίας δια την λήψιν πλήρους συντάξεως υπό του ΙΚΑ.

β) Ένεκα  ανικανότητας σωματικής ή πνευματικής προσηκόντως βεβαιωμένης.

γ) Συνεπεία οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου περί οριστικής  απολύσεως".

Το πειθαρχικό δίκαιο των υπαλλήλων περιλαμβάνεται στα άρθρα 36 έως 40 του πιο πάνω Οργανισμού Προσωπικού. Ειδικότερα στο άρθρο 36 ορίζονται  τα πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία περιλαμβάνονται η αμέλεια και η πλημμελής εκτέλεση της οφειλόμενης υπηρεσίας, η παράβαση των διατάξεων του καταστατικού  της Τράπεζας, των αποφάσεων και των διαταγών του Διοικητικού Συμβουλίου, του Οργανισμού Προσωπικού και κάθε άλλου κανονισμού της Τράπεζας, των εγκυκλίων ή ειδικών διαταγών, ενώ στο άρθρο 37 ορίζονται οι ποινές που μπορούν να  επιβληθούν στις οποίες περιλαμβάνεται και η οριστική απόλυση του υπαλλήλου και τέλος στο άρθρο 38 ορίζεται η πειθαρχική διαδικασία. Από τις διατάξεις  αυτές προκύπτει ότι η εργασιακή σύμβαση, η οποία συνδέει τον υπάλληλό της με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα είναι ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η λύση της με τη συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 43/2002), ενώ από τις  ίδιες διατάξεις δεν προκύπτει ότι έχει αποκλειστεί η λύση της συμβάσεως και για σπουδαίο λόγο, που συνδέεται με το χαρακτήρα της ως ορισμένου χρόνου,  κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ, η οποία, αποκλείοντας αντίθετη συμφωνία, έχει εφαρμογή και στους μισθωτούς της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Αντίθετο συμπέρασμα ως προς το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας των  υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι στο  άρθρο 9 του Οργανισμού Προσωπικού, κατά το οποίο "πάντες οι συμφώνως τω άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3, 6, 8, 9 και 10 του παρόντος Οργανισμού προσλαμβανόμενοι  υπάλληλοι επί συμβάσει αορίστου χρόνου, πλην των παρ. 7 του ίδιου άρθρου, διορίζονται προσωρινώς επί δοκιμασία ενός έτους μέχρι δύο ετών, οριζομένη  κατά περίπτωσιν εκάστοτε υπό του ΔΣ μετά πρότασιν του γενικού Διευθυντή",  αναφέρεται ότι οι προσλαμβανόμενοι κατά το άρθρο 5 του οργανισμού υπάλληλοι  ε σύμβαση αορίστου χρόνου τελούν υπό δοκιμασία για 1-2 έτη, αφού η διάταξη  αυτή με την οποία ρυθμίζεται θέμα άσχετο με το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας δεν αναιρεί τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1α του Οργανισμού με την  οποία ορίζεται ότι η σύμβαση λύεται ένεκα συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας.


Συνεπώς, στη σύμβαση εργασίας του μισθωτού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως  τοιαύτης ορισμένου χρόνου, εφαρμόζεται, χωρίς περιορισμούς, η διάταξη του  άρθρου 672 ΑΚ για λύση της συμβάσεως με καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Σε κάθε περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την τράπεζα υπόκειται στον  περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του  δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, η καταγγελία είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, άκυρη. Στην κρινόμενη υπόθεση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη  απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε
ως υπάλληλος από την αναιρεσίβλητη τράπεζα στις 16-10-1976,συνδεόμενος με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού στο άρθρο 12 του  Οργανισμού Εργασίας του προσωπικού ορίζεται, ότι η σύμβαση εργασίας των υπαλλήλων της λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του οριζομένου από το νόμο  ορίου ηλικίας για τη λήψη πλήρους συντάξεως από το ΙΚΑ. Από 1-7-2002 μέχρι 26-5-2004 ο ενάγων υπηρέτησε στο κατάστημα ... ως Διευθυντής με δικαίωμα Α`  υπογραφής. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό, προέβη σε παράτυπες και
αντικανονικές ενέργειες, που δεν αρμόζουν σε στέλεχος της τράπεζας, στο οποίο η Διοίκηση αυτής είχε εμπιστευθεί τη διεύθυνση καταστήματος και ως εκ τούτου  τη διαχείριση οικονομικών υποθέσεων που αφορούν τη συνεργασία της εναγομένης με τους πελάτες της.

Συγκεκριμένα:

Α) Την 1-9-2003 ο ενάγων με υπογραφή του σε σχετικό πινάκιο  ενεχύρου, παρέλαβε από υπάλληλο της εταιρίας "....... ..", η οποία είχε  οφειλή σε οριστική εμπλοκή στο ανωτέρω κατάστημα, την υπ`αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή συρόμενη επί λογαριασμού της Τράπεζας ........  ........ ........ ......, με ημερομηνία εκδόσεως 31-3-2004. Η επιταγή αυτή
ενεχυράστηκε στην Τράπεζα από την εν λόγω εταιρία προς μερική κάλυψη των ληξιπρόθεσμων οφειλών της που ανέρχονταν στο ποσό των 113.441,54 ευρώ, πλην  μως ο ενάγων δεν την παρέδωσε στο αρμόδιο τμήμα, προκειμένου να επιληφθεί για την καταχώρηση της στα βιβλία της Τράπεζας και στη μερίδα της οφειλέτριας  εταιρίας, όπως προβλέπεται από τους σχετικούς κανονισμούς, ούτε και ενημέρωσε σχετικά κάποιον άλλο συνεργάτη του, αλλά την κράτησε ο ίδιος στο γραφείο του.

Ακολούθως, στις 31-3-2004, ημερομηνία λήξεως της επιταγής, αντί να την παραδώσει στο αρμόδιο Τμήμα, προκειμένου να μεριμνήσει για την είσπραξη της  αι να πιστώσει το ληξιπρόθεσμο λογαριασμό της ........... .., την κατέθεσε  τον προσωπικό του, κοινό με μέλη της οικογένειας του, υπ` αριθμ. ...  λογαριασμό Ταμιευτηρίου στην ..... .... χωρίς και πάλι να εξηγήσει σε κάποιον
συνεργάτη του στο κατάστημα τους λόγους που τον οδήγησαν να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο. Στις 20-5-2004, όταν αναζητήθηκε η εν λόγω επιταγή από την  αρμόδια υπάλληλο της εταιρίας και εν συνεχεία από τους υπαλλήλους του Τμήματος Χορηγήσεων, με αφορμή το γεγονός ότι με βάση τα πινάκια ενεχυρίασης  των επιταγών που είχε η εταιρία το υπόλοιπο αυτής έπρεπε να είναι μικρότερο κατά 10.000 ευρώ, ο ενάγων προσποιήθηκε ότι δεν γνωρίζει το θέμα και  προέτρεψε τη ΑΑ, Προϊσταμένη του Τμήματος Χορηγήσεων, να δώσει αναληθή  στοιχεία στην εταιρία, σχετικά με το υπόλοιπο του λογαριασμού της οφειλής της στην Τράπεζα και συγκεκριμένα να απαντήσει στην εταιρία ότι το υπόλοιπο του  λογαριασμού ήταν 28.000 ευρώ και όχι 38.000 ευρώ, που ήταν το πραγματικό με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας. Σε ερώτηση της ανωτέρω υπαλλήλου ποιος θα  ληρώσει τη διαφορά των 10.000 ευρώ, ο ενάγων απάντησε ότι θα προσέθεταν  αντίστοιχο ποσό στους μη λογιστικοποιημένους τόκους, πλην όμως η ΑΑ δεν συμφώνησε.

Την επόμενη ημέρα 21-5-2004, όταν η υπάλληλος της εταιρίας μετέβη  στο κατάστημα της εναγομένης, προσκομίζοντας αντίγραφα των πινακίων των επιταγών που είχε δώσει η εταιρία στην Τράπεζα, διαπιστώθηκε ότι η εταιρία  είχε στα χέρια της το πινάκιο ενεχύρου επιταγών με ημερομηνία 1-9-2003, το οποίο είχε υπογραφεί από τον ενάγοντα. Αμέσως, η ΑΑ απευθύνθηκε στον  ενάγοντα, ο οποίος απάντησε ότι δεν θυμόταν κάτι σχετικό με την αναγραφόμενη  στο πινάκιο επιταγή. Κατόπιν αυτού, η ανωτέρω υπάλληλος μαζί με τον συνάδελφο ης ΒΒ, ζήτησαν και έλαβαν από την πληρώτρια Τράπεζα αντίγραφο της επιταγής,  από το οποίο προέκυπτε, ότι ο τελευταίος οπισθογράφος ήταν ο ενάγων, ο οποίος είχε εξοφλήσει την επιταγή μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού της ..... ....., το  ποσό της οποίας στη συνέχεια κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε με μέλη της οικογένειας του στην ανωτέρω Τράπεζα. Μετά από αυτό οι ως άνω δύο υπάλληλοι  απευθύνθηκαν και πάλι στον ενάγοντα, ο οποίος αφού πρόβαλλε διάφορες αβάσιμες  δικαιολογίες ισχυριζόμενος αρχικά ότι υπήρχε απεργία και μετά ότι είχαν μπλοκάρει τα συστήματα στη συνέχεια μετέβη στην .... ........, από την οποία  έλαβε μία τραπεζική επιταγή ποσού 10.000 ευρώ, στο όνομα της εν λόγω εταιρίας, την οποία αφού απέστειλε σ` αυτήν προς οπισθογράφηση, την κατέθεσε  στο λογαριασμό αυτής στο κατάστημα της εναγομένης .... Μετά τη διαπίστωση των ως άνω αντικανονικών ενεργειών του ενάγοντος η ΑΑ, αφού ενημέρωσε τον  Υποδιευθυντή του καταστήματος, συνέταξε προς αυτόν σχετική αναφορά -  καταγγελία, η οποία περιήλθε στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως της εναγομένης. Η τελευταία διέταξε ειδική έρευνα που διενεργήθηκε από τους επιθεωρητές ... και  ..., οι οποίοι με την από 28-5-2004 έκθεση τους επιβεβαίωσαν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά. Ακολούθως διατάχτηκε νέα ειδική έρευνα από τους  επιθεωρητές ..., ..., ... και ..., κατά την οποία, σύμφωνα με την από 11-6- 2004 έκθεση που συνέταξαν προέκυψαν και οι παρακάτω αναφερόμενες παράτυπες και αντικανονικές πράξεις του ενάγοντος.

Β)

1. Στις 6-2-2004 με εντολή του ενάγοντος έγινε ανάληψη ποσού 20.000 ευρώ από το λογαριασμό καλυμμάτων λόγω εγγυήσεων της εταιρίας με την επωνυμία "..  ........ ...". Η εν λόγω ανάληψη έγινε χωρίς τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου εντύπου και χωρίς υπογραφή στο ένταλμα πληρωμής της δικαιούχου εταιρίας, αλλά  με βάση την από 5-2-2004 επιστολή της εταιρίας προς το κατάστημα ... της εναγομένης, με τη σημείωση "υπόψη κ. Χ"... στην οποία αναγραφόταν κατά τρόπο  αόριστο "Κύριοι παρακαλούμε όπως προβείτε σε ανάληψη του ποσού των 20.000  ευρώ από το λογαριασμό των καλυμμάτων για ανάγκες της εταιρίας μας". Τη συγκεκριμένη εντολή προς τον αρμόδιο υπάλληλο για την ανάληψη την έδωσε ο  ίδιος ο ενάγων ο οποίος ζήτησε και παρέλαβε από τον Ταμία το εν λόγω ποσό σε μετρητά, προκειμένου να το παραδώσει όπως είπε στον νόμιμο εκπρόσωπο της  εταιρίας. Με το ποσό της ανάληψης δεν πραγματοποιήθηκε καμία συναλλαγή της  εταιρίας στο Κατάστημα, ενώ δεν βρέθηκε και κανένα στοιχείο που να φανερώνει  ότι το ποσό των 20.000 ευρώ παραδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο ή σε κάποιον άλλο  εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της εταιρίας. Ομοίως, και ο λογιστής της ως άνω εταιρίας ονόματι ... δεν είχε λάβει κανένα παραστατικό για τη συγκεκριμένη  συναλλαγή και γι` αυτό μέχρι την 1-6-2004, ημερομηνία που άρχισε ο έλεγχος στο κατάστημα, δηλαδή μετά παρέλευση 4 μηνών αφότου παρέλαβε ο ενάγων το  ανωτέρω ποσό, αναζητούσε από τους υπαλλήλους του καταστήματος τα σχετικά δικαιολογητικά και ζητούσε να πληροφορηθεί ποιες υποχρεώσεις της εταιρίας  πληρώθηκαν με το ποσό των 20.000 ευρώ. Η υπάλληλος της εταιρίας ονόματι ...  σε επικοινωνία που είχε με την προϊσταμένη του τμήματος χορηγήσεων αα, δήλωσε ότι ο ενάγων υπαγόρευσε στην ίδια το κείμενο της επιστολής για την ανάληψη  του ποσού και ότι θα τους κάλυπτε με δική του επιστολή από την Τράπεζα. Στις 4-6-2004, ο εκ των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας ΓΓ επικοινώνησε τηλεφωνικά  με την ως άνω υπάλληλο του καταστήματος την οποία εντελώς ξαφνικά διαβεβαίωσε ότι τακτοποιήθηκε το θέμα των 20.000 ευρώ. Την ίδια διαβεβαίωση έδωσε και ο  λογιστής της εταιρίας. Στις 5-7-2004 η εταιρία με επιστολή της προς την  εναγομένη την οποία υπογράφουν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της διευκρίνισαν ότι το ποσό των 20.000 ευρώ παρέλαβε την ημέρα της ανάληψης από τον ενάγοντα ο  υπάλληλος τους ... . Ανεξάρτητα όμως από αυτό είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι ο ενάγων ενήργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση με τρόπο που δεν αρμόζει σε  υπεύθυνο στέλεχος της Τράπεζας δεδομένου ότι λόγω ανυπαρξίας των σχετικών
παραστατικών η Τράπεζα αγνοούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα την τύχη του συγκεκριμένου ποσού πράγμα που προκάλεσε δυσμενείς εντυπώσεις και μπορούσε να  πλήξει την αξιοπιστία της εναγομένης.

2. Με εντολή του ενάγοντος εκδόθηκαν από το κατάστημα κατά το διάστημα από 2-3-2004 έως 11-5-2004 8 εγγυητικές  επιστολές συνολικού ποσού 830.718,56 ευρώ, με τις οποίες η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής αντίστοιχων εισαγωγών της ίδιας ως άνω εταιρίας, πλην  όμως όπως διαπιστώθηκε, οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν καθ` υπέρβαση των εγκεκριμένων πιστοδοτικών ορίων της εταιρίας χωρίς έγκριση του αρμοδίου Εγκριτικού Κλιμακίου της Τράπεζας. Για τις εγγυητικές αυτές  επιστολές δεν λήφθηκε καμία ασφάλεια, γεγονός που εξέθετε σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντα της Τράπεζας.

Οι πιστοδοτήσεις προς την υπό αναφορά εταιρία έχουν ταξινομηθεί ως ΚΑ και  από το ισχύον σύστημα Πιστοδοτήσεων δεν επιτρέπονται ανοίγματα και υπερβάσεις  ορίων. Παρά ταύτα ο ενάγων έδωσε εντολή για την έκδοση των εγγυητικών επιστολών χωρίς να λάβει υπόψη το σύστημα πιστοδοτήσεων, αλλά ούτε και τους  κινδύνους που ανέλαβε η Τράπεζα από την πρωτοβουλία του αυτή. Στις 3-4-2004 το κατάστημα έστειλε "Position" της εταιρίας στη Διεύθυνση Τραπεζικής Μεγάλων  Επιχειρήσεων, την οποία υπογράφει ο ίδιος ο ενάγων από την οποία απεκρύβησαν  οι παραπάνω υπερβάσεις του ορίου και το άνοιγμα των ασφαλειών που με δική του πρωτοβουλία δημιουργήθηκε στην Τράπεζα.

Γ) Από 3-2-2004 μέχρι 30-4-2004  έγιναν χορηγήσεις προς την εταιρία "..... ............. &.... ..... ......" συνολικού ποσού 409.356 ευρώ, καθ` υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου των  3.000.000 ευρώ και πέραν δικαιουμένου ποσού των 146.735 ευρώ με βάση το  ισχύον Σύστημα Πιστοδοτήσεων και χωρίς τη λήψη των απαιτουμένων εξασφαλίσεων. Στην "position" της 31-3-2004 που απέστειλε το κατάστημα προς τη Διοίκηση  αναφέρεται ως ασφάλεια της υπέρβασης η ενεχυρίαση REPOS ποσού 2.507.503 ευρώ, ενώ από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε ενεχυρίαση.

Δ) Με εντολή του  ενάγοντος στις 19-5-2004 χρεώθηκαν οι λογαριασμοί εννέα πιστούχων του καταστήματος με το συνολικό ποσό των 2.837,28 ευρώ, με αιτιολογία "χρέωση  εξόδων και προμηθειών" και το ποσό αυτό μεταφέρθηκε σε πίστωση του  λογαριασμού πιστοδοτήσεων της ΔΔ, που βρισκόταν στις προσωρινές καθυστερήσεις από αρκετό καιρό ως εξής:....(παρατίθενται οι επιχειρήσεις και τα επί μέρους  ποσά). Επίσης την ίδια ημερομηνία πάλι με εντολή του ενάγοντος μεταφέρθηκε από το Λογαριασμό γενικής Λογιστικής Νο ... ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ποσό 611,73  ευρώ στο λογαριασμό της ίδιας οφειλέτριας προς ολοσχερή εξόφληση του. Ε) Στις 17-3-2004 αναλήφθηκε από τον ίδιο λογαριασμό γενικής Λογιστικής ποσό 2.947,49  ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στο λογαριασμό της πιστούχου ..... ....... ... που βρισκόταν σε προσωρινές καθυστερήσεις. Οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος ήταν  δυνατόν να προκαλέσουν προβλήματα στη συνεργασία της Τράπεζας με τους πελάτες  της και να την εκθέσουν στην αγορά. ΣΤ) Με εντολή του ενάγοντος γινόταν παρέμβαση κατά τρόπο αντικανονικό στο σύστημα PROFITS για την αποφυγή της  πληρωμής μη λογισθέντων τόκων στους λογαριασμούς που βρίσκονταν προς καθυστέρηση, με συνέπεια οι λογαριασμοί να εμφανίζουν ελάχιστο υπόλοιπο  ανεξόφλητου κεφαλαίου και μεγάλο ποσό οφειλομένων τόκων. 

ιδικότερα: α)........ ....., εμφάνιζε ανεξόφλητο κεφάλαιο 0,72 ευρώ και μη  λογισθέντες τόκους 7.100,166 ευρώ, ενώ υπήρχαν επαρκή καλύμματα στο  λογαριασμό. β) .. ...... .. ...... ...., εμφάνιζε ανεξόφλητο κεφάλαιο 0,76 ευρώ και μη λογισθέντες τόκους 7.314,376 ευρώ. Έτσι ενώ ήταν δυνατόν με τις  καταθέσεις των χρημάτων να εξοφλούνται πρώτα οι τόκοι, όπως θα έπρεπε και
μετά το κεφάλαιο, με τη διαδικασία που ακολουθούσε ο ενάγων παρέμεναν απλήρωτοι οι τόκοι ενώ εξοφλείτο το κεφάλαιο.

Ζ) Με εντολή του ενάγοντος,  χωρίς έγκριση της Διοίκησης, δεν εισπράχτηκαν "Έξοδα Κίνησης Λογαριασμών Όψεως" για τα έτη 2003 και 2004 με συνέπεια να υπολογίζεται απώλεια εσόδων  για την Τράπεζα ποσού 15.000 ευρώ ετησίως. Και

Η) Στις 15-4-2004 με εντολή του αποδεσμεύτηκε επιταγή ποσού 15.000 ευρώ, η οποία είχε ληφθεί ως ενέχυρο  από την πιστούχο "....... ...... ....." προς κάλυψη πιστοδοτήσεων και  κατατέθηκε στο λογαριασμό όψεως της εταιρίας για κάλυψη ισόποσης επιταγής έκδοσης της με αποτέλεσμα την έστω και προσωρινή αποδυνάμωση των εξασφαλίσεων  της Τράπεζας.

Για τις ανωτέρω πράξεις, ο ενάγων, ο οποίος από 26-5-2004 είχε τεθεί στη διάθεση της Διοικήσεως, κλήθηκε σε απολογία και στη συνέχεια  παραπέμφθηκε με το ερώτημα της οριστικής απόλυσης στο Πρωτοβάθμιο πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο με την υπ` αριθμ. ... απόφαση του, αφού έκρινε ότι οι  παραπάνω πράξεις του ενάγοντος ήταν παράτυπες και αντικανονικές, καθόσον  έγιναν κατά παράβαση των κανονισμών λειτουργίας της Τράπεζας και ότι συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα που εμπίπτουν στα άρθρα 14 παρ. 1, 2 και  36 παρ. 1 εδ. β`, ιγ` και 2 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας, επέβαλε σ` αυτόν με ψήφους 4 έναντι 1, την ποινή της οριστικής απόλυσης.

Ο ενάγων  προσέφυγε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης,  το οποίο με την υπ` αριθμ. ... απόφαση του απέρριψε την προσφυγή και πικύρωσε την ανωτέρω απόφαση, κρίνοντας και αυτό ότι έπρεπε να επιβληθεί  στον ενάγοντα η ποινή της οριστικής απόλυσης ....

Ο ενάγων προσέφυγε στη συνέχεια με την 28-3-2005 προσφυγή του ενώπιον του  Τριτοβάθμιου Διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο με την από 20-10-2005 απόφαση του, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσίβλητης χωρίς να απαλλάξει τον ενάγοντα για κάποια από τις προαναφερόμενες κατηγορίες τροποποίησε μόνο  την ποινή και επέβαλε σ` αυτόν αντί της ποινής της οριστικής απόλυσης την πειθαρχική ποινή του προστίμου στερήσεως αποδοχών πέντε ημερών. Προτού όμως  εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης κατά τη  συνεδρίαση του στις 18-3-2005 αποφάσισε την απόλυση του ενάγοντος "σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 εδ. γ. του Οργανισμού Προσωπικού και θεωρεί λυμένη τη  σύμβαση εργασίας από της κοινοποιήσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ` αριθμ. ... απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η  οποία κατέστη τελεσίδικη, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 5 του Οργανισμού Προσωπικού". Κατόπιν αυτού, με την από 21-3-2005 εξώδικη δήλωση, που  επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 22-3-2005, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση  εργασίας του ενάγοντος και έκτοτε έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες του. Από το περιεχόμενο της ως άνω αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με  την έγγραφη καταγγελία προκύπτει ότι η εναγομένη προέβη στην εν λόγω καταγγελία για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στις ως άνω παράτυπες και  αντικανονικές ενέργειες του ενάγοντος κατά το χρόνο που ασκούσε τα καθήκοντα  Διευθυντή στο κατάστημα ... της εναγομένης ... .

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι παραπάνω παράτυπες και αντικανονικές  ενέργειες και κυρίως οι δύο πρώτες από αυτές δεν αρμόζουν σε τραπεζικό  υπάλληλο που κατέχει την υπεύθυνη θέση του Διευθυντή καταστήματος, κλονίζουν την ασφάλεια των συναλλαγών και το κύρος της εναγομένης στο κοινό και  βλάπτουν οπωσδήποτε έναντι των τρίτων πελατών της τράπεζας, τη φήμη και την αξιοπιστία της ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει τη  δυνατότητα να προστατεύσει τα συμφέροντα τους.

Έτσι τα δύο πρώτα από τα  προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, το καθένα χωριστά, αλλά και αθροιστικά συνεκτιμώμενα, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες παράτυπες ενέργειες του  ενάγοντος, επιβάρυναν την εργασιακή σχέση αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται για την εναγομένη μη ανεκτή η συνέχιση της, αφού από την εν λόγω  ουσιώδη αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν δυνατόν να κλονιστεί και  πράγματι κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο του, διαταράχτηκε η ομαλή συνεργασία μαζί του και εύλογα κατέστη μη επιθυμητή η  περαιτέρω συνέχιση της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος ... .

Ενόψει αυτών το Εφετείο δέχτηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα είναι  έγκυρη κατ` άρθρο 672 ΑΚ ανεξάρτητα από το ότι με την από 20-10-2005 απόφαση του Τριτοβάθμιου διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβλήθηκε στον  ενάγοντα η πειθαρχική ποινή του προστίμου, αφού αυτή (καταγγελία) έγινε για  σπουδαίο λόγο και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την πειθαρχική  διαδικασία και το λόγο λύσεως της συμβάσεως λόγω πειθαρχικού παραπτώματος.

Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η προαναφερόμενη καταγγελία δεν είναι  καταχρηστική, αφού ενόψει της αναφερόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του  ενάγοντος, δεν μπορούσε να αξιωθεί κατά την καλή πίστη από την εναγομένη η διατήρηση του στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο  πρόσωπο του, αλλά ήταν αναγκαία η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, αφού  τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν κατ` αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο και  δεν ήταν αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής, διότι το ληφθέν από την  εναγομένη μέτρο δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα  συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων μέχρι τη διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών δεν  είχε απασχολήσει άλλη φορά την τράπεζα και ήταν ικανότατος υπάλληλος, δεν μπορεί να μετριάσει τη σοβαρότητα των πράξεων του και να αναιρέσει τον  κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας προς το πρόσωπο του.

Το  ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι από τις παραπάνω ενέργειες του αναιρεσείοντος δεν επήλθε καμία ουσιαστική οικονομική ζημία στην τράπεζα,  δεδομένου ότι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης επέρχεται ανεξάρτητα από το αν προκλήθηκε ζημία σ` αυτήν, ενώ οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούν τον κίνδυνο  επαναλήψεως τέτοιων πράξεων ... .

Τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, ότι δηλαδή με την απόλυση του οδηγήθηκε στην ανεργία μετά από 28 έτη υπηρεσίας σε ηλικία 52 ετών και αντιμετωπίζοντας ήδη σοβαρά προβλήματα  υγείας, και ότι η εργασία του αποτελεί το μοναδικό μέσο βιοπορισμού για τον ίδιο και την οικογένεια του, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του  δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ... .

Επίσης ούτε και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δεν επέλεξε ηπιότερο έναντι  της καταγγελίας μέτρο όπως έπραξε για άλλους υπαλλήλους της σε ανάλογες  περιπτώσεις, δεν καθιστά καταχρηστική την για σπουδαίο λόγο απόλυση του αναιρεσείοντος υπαλλήλου της, αφού η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν έχει  εφαρμογή στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως ορισμένου χρόνου για  σπουδαίο λόγο.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με  την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της  καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και καταβολή σ` αυτόν αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Με την  κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669, 672, 281, 288 ΑΚ και 9, 10, 12 του Οργανισμού Προσωπικού της  αναιρεσίβλητης, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά που εκτίθενται με  πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου εργασίας του αναιρεσείοντα έγινε για σπουδαίο  λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια παράβαση των εργασιακών υποχρεώσεων του και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 του ΑΚ.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πρώτος και  τρίτος λόγοι της αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει  να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 21  της από 4-8-1982 ΕΣΣΕ ΟΤΟΕ Τραπεζών, η οποία κυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 1346/1982 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 12, και  39 του Οργανισμού Προσωπικού, δεδομένου ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η
απόλυση του που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Οργανισμού Προσωπικού, ήταν απολύτως άκυρη, αφού η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της  οριστικής απολύσεως που του είχε επιβληθεί από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, μετατράπηκε με την  απόφαση του Διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου και τελικώς τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή του προστίμου στερήσεως αποδοχών πέντε ημερών, είναι  απαράδεκτος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού σύμφωνα με τις  παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε για σπουδαίο λόγο και όχι λόγω τελεσίδικης απόφασης του πειθαρχικού  συμβουλίου περί οριστικής του απολύσεως. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1, του Κ.Πολ.Δ.  με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ και 12 παρ. 1 του Οργανισμού Προσωπικού, αφού το γεγονός ότι με  την έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως γίνεται επίκληση της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 1 εδ. γ` του Οργανισμού Προσωπικού, σύμφωνα με την οποία απαιτείται το αιτιολογημένο της καταγγελίας, δεν σημαίνει ότι η καταγγελία  έγινε για το λόγο αυτό και όχι για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο στις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παράτυπες και αντικανονικές ενέργειες  του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της ασκήσεως των καθηκόντων του ως Διευθυντή  του καταστήματος ... που προκάλεσαν ισχυρό κλονισμό της εμπιστοσύνης της  Τράπεζας στο πρόσωπο του, δεδομένου ότι τα ως άνω περιστατικά που συνιστούν  τον σπουδαίο λόγο δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται στο έγγραφο της καταγγελίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αίτηση αναιρέσεως, πρόσθετους  λόγους και πρόσθετες παρεμβάσεις.

Απορρίπτει την από 26-3-2007 αίτηση του Χ και τους από 12-3-2008 πρόσθετους  λόγους, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 264/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών,  καθώς και τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πρόσθετες παρεμβάσεις. Και  kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την  οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009 και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.


 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


comments powered by Disqus
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Up
Close
Close
Κλείσιμο